Vous êtes sur la page 1sur 42

ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.

ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ


ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
α
ἀγαθός
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. για πρόσωπα 1. ικανός, δυνατός, γενναίος| με αιτ. της
αναφοράς 2. ευμενής, ευεργετικός, καλός, πιστός| φρ. ἀγαθὸς δαίμων| φρ.
ἀγαθὴ τύχη 3. ευγενικής, αριστοκρατικής καταγωγής| ως ουσ. οἱ
ἀγαθοί=οι αριστοκράτες 4. ορθός, σωστός, δίκαιος 5. καλός, ικανός
πνευματικά ή διανοητικά| με αιτ. της αναφοράς| καλός με ηθική
σημασία| φρ. καλὸς κἀγαθὸς Β. για πράγματα και αφηρημένες έννοιες 1.
καλής ποιότητας, εξαιρετικός| εύφορος, πλούσιος| ευεργετικός, χρήσιμος,
ωφέλιμος, κατάλληλος 2. αγαθός, καλός με ηθική σημασία| ως ουσ. τὸ
ἀγαθὸν=αγαθό, ευεργεσία| στον πληθ. τὰ ἀγαθὰ| φρ. δρᾶν, ποιεῖν,
πάσχειν ἀγαθὸν=ευεργετώ, ωφελώ, ωφελούμαι| φρ. καλὸς κἀγαθός| η
ιδέα, η έννοια του αγαθού 3. ο σκοπός, το επιθυμητό τέλος κάθε ενέργειας
και επιστήμης| ΕΠΙΡΡΗΜΑ καλά, αγαθά
ἀγγέλλω
Α.ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. φέρνω μήνυμα, αναγγέλλω, παραγγέλλω με αιτ.| με
αιτ. πράγμ. και δοτ. προσ.| με εμπρόθετο προσδιορισμό| με ειδική
πρόταση| με απρφ.| με δοτ. προσ. και μτχ. 2. φέρνω ειδήσεις περί τινος|
απόλ. Β.ΜΕΣΟ αναγγέλλω τον εαυτό μου μόνο ενεστ. Γ.ΠΑΘΗΤΙΚΟ
αναγγέλλομαι με απρφ.| με ειδική πρόταση| με μτχ.| απόλ.
ἄγγελος
Α.αγγελιαφόρος, αυτός που φέρνει είδηση, αναγγελία, διαταγή | επικ.
προσδιορισμός της Ίριδας| για πτηνά όταν προοιωνίζουν ή αναγγέλλουν
κτ.| με γεν.| φρ. δι' ἀγγέλων=μέσω απεσταλμένων Β.ημιθεϊκή ύπαρξη
φιλοσοφία
ἀγείρω
Α.ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. συναθροίζω, συγκεντρώνω κάπου για έμψυχα|
στρατιωτικός όρος| για άψυχα| φρ. θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἀγέρθη ή ἐς
φρένας θυμὸς ἀγέρθη=η ψυχή αναλαμβάνει τις δυνάμεις της, συνέρχεται|
φρ. ἐπεὶ οὖν ἤγερθεν ὁμηγερέες τε γένοντο=αφού μαζεύτηκαν και
βρέθηκαν όλοι μαζί 2. συγκεντρώνω χρήματα ή αγαθά με επαιτεία| κάνω
έρανο υπέρ ναού ή θεότητας Β.ΜΕΣΟ και ΠΑΘΗΤΙΚΟ συναθροίζομαι,
συνέρχομαι, συγκαλούμαι σε συνέλευση
ἀγορὰ
Α. 1. συγκέντρωση του λαού ή του στρατού (σε αντίθεση με τη
λ.βουλή=συνέλευση των αρχόντων)| συγκέντρωση των θεών 2. η
αγόρευση, οι λόγοι που εκφωνούνται στη συνέλευση| φρ. ἀγορὰν
ποιεῖσθαι ήτίθεσθαι, ἀγορήνδε καλέειν ή κηρύσσειν, ἀγορὰν συνάγειν,
συλλέγειν, ποιεῖν=συγκαλώ συνέλευση, καλώ σε συνέλευση| φρ. καθίζειν
ἀγοράν (αντ. λύειν ἀγοράν)=κηρύσσω την έναρξη (αντ. τη λήξη) της
συνέλευσης| φρ. εἰς τὴν ἀγορὰν εἰσιέναι=συμμετέχω στη συνέλευση του

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
λαού Β. 1. τόπος συγκέντρωσης του λαού στο κέντρο ή κοντά στους
κεντρικούς δρόμους της αρχαίας ελληνικής πόλης· η περιοχή ήταν ιερή και
προοριζόταν για πολιτικές και κοινωνικές δραστηριότητες| τόπος
συνέλευσης των πολιτών| τόπος εμπορικών συναλλαγών, αγορά| τόπος
αμφίβολων συναλλαγών, άρα τόπος από όπου προέρχονται ή όπου
συχνάζουν οι πονηροί, οι χυδαίοι 2. οργάνωση αγοραπωλησίας, διακίνηση
εμπορευμάτων| εμπορεύματα| φρ. ἀγορὰ ἐλευθέρα=αγορά χωρίς
εμπορεύματα (αντ. ἀγορὰ ἀναγκαῖα=αγορά γεμάτη εμπορεύματα)| φρ.
περὶ ή ἀμφὶ ἀγορὰν πλήθουσαν, ἀγορῆς πληθώρῃ, πρὶν ἀγορὰν
πεπληθέναι (αντ. ἀγορῆς διάλυσις)
ἄγω
Α.ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. οδηγώ| με εμπρόθετο προσδιορισμό| με αιτ. και
εμπρόθετο προσδιορισμό| φρ. ἄγω εἰς δίκην ή δικαστήριον, ἐπὶ τοὺς
δικαστὰς=οδηγώ κπ. σε δίκη, ενώπιον των δικαστών ή του δικαστηρίου 2.
φέρνω, μεταφέρω| παίρνω κτ. ή κπ. μαζί μου, μεταφέρω (γυναίκα,
αιχμάλωτο, εταίρους, δούλο)| φρ. ἄγω καὶ φέρω=λεηλατώ, διαρπάζω 3.
κυβερνώ, διευθύνω, καθοδηγώ| απόλ.| μτφ. 4. βαδίζω, προχωρώ|
επιρρηματική χρήση της προστακτικής ἄγε, ἄγετε=έλα, ελάτε, εμπρός! 5.
γιορτάζω 6. τηρώ, φυλάγω, διατηρώ, έχω, υπολογίζω| περνώ τον χρόνο
μου, τη ζωή μου για χρόνο| περίφραση με αιτ. ή εμπρόθετο αντί ρ. (νεῖκος
ἄγειν=νείκειν, ἡσυχίαν ἄγειν=ἡσυχάζειν, σχολήν ἄγειν=σχολάζειν κ.ά.) 7.
νομίζω, θεωρώ (συνώνυμο του ἡγεόμαι), εκτιμώ| με απρφ. Β.ΜΕΣΟ 1.
αποκτώ και μεταφέρω για πρόσωπα και πράγματα| παντρεύομαι 2. έχω
σε υπόληψη, φέρνω, κρατώ, έχω Γ.ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. οδηγούμαι, φέρομαι 2.
μεταφέρομαι, παρασύρομαι, σέρνομαι στη σκλαβιά| φρ. ἄγομαι καὶ
φέρομαι 3. ανατρέφομαι, εκπαιδεύομαι 4. προχωρώ, εισχωρώ 5. θεωρούμαι
ἀγών
Α.συγκέντρωση, συνάθροιση | τόπος συνάθροισης Β.διαγωνισμός,
αγώνισμα (ἀγὼν ἱππικός, γυμνικός, μουσικός κ.ά) | φρ. ἀγὼν
στεφανηφόρος ήστεφανίτης, ἀγὼν χάλκεος=αγώνας με έπαθλο στεφάνι ή
χάλκινη ασπίδα| μεγάλοι πανελλήνιοι αγώνες| τόπος διεξαγωγής
αγώνων, στίβος| συναγωνισμός, άμιλλα| φρ. (εἰς) ἀγῶνα καθιστάναι,
τιθέναι, προτιθέναι, ποιεῖν, ποιεῖσθαι=τελώ ή προτείνω αγώνα Γ. 1.
επίπονη προσπάθεια για την πραγματοποίηση ενός σκοπού| ως σύστ. Α 2.
δοκιμασία ή κίνδυνος| μάχη, πολεμική σύρραξη 3. αντιπαράθεση,
συζήτηση μεταξύ δύο αντιτιθέμενων πλευρών| θεατρικός όρος 4.
δικαστικός αγώνας 5. κρίσιμη περίσταση μτφ.
ἀδικέω
Α.ΑΜΕΤΑΒΑΤΟ 1. παραβιάζω θείο νόμο 2. είμαι άδικος, παραβαίνω το
δίκαιο, τους νόμους απόλ.| με μτχ.| με σύστ. Α ή με επίθ. που προσδιορίζει
το σύστ.Α| η μτχ. ως ουσ. ὁ ἀδικῶν=ο κατηγορούμενος, ο ένοχος| φρ. εἰ μὴ
ἀδικῶ=αν δεν κάνω λάθος Β.ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ 1. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ και ΜΕΣΟ

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
διαπράττω αδικία, βλάπτω κπ. με αιτ.| με διπλή αιτ. 2. ΠΑΘΗΤΙΚΟ
αδικούμαι| η μτχ. ως ουσ. ὁ ἀδικούμενος=ο κατήγορος, ο βλαπτόμενος
ἄδικος
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. αυτός που ενεργεί εναντίον του δικαίου, άδικος| με
εμπρόθετο προσδιορισμό| ασεβής, αυτός που παραβιάζει το θεϊκό δίκαιο,
αντ. του εὐσεβής| στρεβλός, κακός, βλαβερός για πράγματα| ως ουσ. τὸ
ἄδικον, τὰ ἄδικα| φρ. τὰ ἄδικα=τα κακά, οι συμφορές 2. άδικος,
επιθετικός| φρ. ἄρχω χειρῶν ἀδίκων=αρχίζω επίθεση, επιτίθεμαι πρώτος
3. ατίθασος, αχαλιναγώγητος για ζώα| ΕΠΙΡΡΗΜΑ άδικα, παράλογα
αἰδέομαι
1. σέβομαι, ευλαβούμαι, δείχνω θρησκευτικό σεβασμό για θεούς, τάφους,
όρκους, νεκρούς| σέβομαι για ασθενείς ομάδες ατόμων: νεαρές παρθένες,
γέροντες, ικέτες 2. ντρέπομαι| με απρφ.| με αιτ. και κτγ. μτχ. 3. συμπονώ,
δείχνω επιείκεια προς υπόλογους στη δικαιοσύνη, συγχωρώ
αἵρεσις
Α. κατάκτηση, άλωση με γεν. αντικ.| με γεν. υποκ. Β. 1. εκλογή μετά από
διαδικασία ψηφοφορίας (πρεσβείας, βουλής, αρχόντων)| ως επίρρημα
αἱρέσει αντ. του κλήρῳ 2. επιλογή, διαδικασία επιλογής, δικαίωμα ή
δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο ή περισσότερων προσφερόμενων
αντιλήψεων, θέσεων, καταστάσεων κ.ά. 3. κλίση, προτίμηση| φρ. αἵρεσιν
δίδωμι=δίνω τη δυνατότητα επιλογής
αἱρέω
Α.ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ και ΜΕΣΟ 1. παίρνω με τα χέρια μου, παίρνω για τον
εαυτό μου| παίρνω από κπ., αφαιρώ| φρ. ἑλών=δια της βίας 2.
συλλαμβάνω, πιάνω αιχμάλωτο για ανθρώπους και ζώα| σκοτώνω| νικώ
3. πιάνω, συλλαμβάνω κπ. να κάνει κτ. με κτγ. μτχ. 4. αποδεικνύω κπ.
ένοχο για κτ. δικανικός όρος με κτγ. μτχ. ή κτγ.| με αιτ. και γεν.| φρ. ἑλεῖν
δίκην ή γραφήν=παίρνω ψήφο για καταδίκη του αντιπάλου| φρ. (δίκην)
ἑλεῖν με αιτ.=καταδικάζω κπ. με δίκη| φρ. οἱ ἑλόντες (αντ. οἱ
ἑαλωκότες)=οι καταδικασμένοι (αντ. αυτοί που κερδίζουν τη δίκη) 5.
κυριεύω, κατακτώ| καταλαμβάνω, κυριεύω μτφ.| αποκτώ, εξασφαλίζω 6.
συλλαμβάνω με το μυαλό, κατανοώ Β.ΜΕΣΟ 1. εκλέγω| εκλέγω με την
ψήφο μου 2. προτιμώ| με απρφ. Γ.ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. κυριεύομαι 2. κερδίζομαι
3. εκλέγομαι
αἰσθάνομαι
1. αντιλαμβάνομαι, κατανοώ με τις αισθήσεις μου απόλ.| με αιτ.| με γεν.|
με δοτ. οργ.| ακούω με αιτ.| με γεν.| βλέπω με αιτ. 2. αντιλαμβάνομαι,
καταλαβαίνω, γνωρίζω ως αποτέλεσμα νοητικής διεργασίας με αιτ.| με
κτγ. μτχ. που αναφέρεται στο Υ| με κτγ. μτχ. που αναφέρεται στο Α| με
απρφ.| με ειδική πρόταση 3. καταλαβαίνω, γνωρίζω, πληροφορούμαι
απόλ.| με γεν.| μτχ. αἰσθανόμενος=αυτός που διατηρεί τις νοητικές του
ικανότητες, αυτός που έχει "σώας τας φρένας"

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
αἰσχρός
ΕΠΙΘΕΤΟ Α.δύσμορφος, άσχημος για την εξωτερική εμφάνιση Β. ως
κοινωνικός και ηθικός χαρακτηρισμός 1. επονείδιστος, άτιμος,
ανάρμοστος| αντ. του καλός με ηθική σημασία 2. υβριστικός 3.
ακατάλληλος Γ. ως ουσ. τὸ αἰσχρὸν=ατίμωση, ανυποληψία| ΕΠΙΡΡΗΜΑ
αισχρά, άτιμα, άπρεπα
αἰτία
Α.ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει κτ., φαινόμενο ή ενέργεια που οδηγεί
σε ένα αποτέλεσμα, αιτία (λατ. causa) | επιστημ. πρωταρχική αιτία Β.
αρνητικά 1. ευθύνη, κατηγορία 2. μομφή, ψόγος| επίκριση, κατάκριση 3.
καταγγελία, κατηγορία (λατ. crimen) δικανικός όρος| με γεν. της αιτίας|
φρ. αἰτίαι κοιναί=κατηγορίες για δημόσια αδικήματα,αντ. αἰτίαι ἴδιαι (για
ιδιωτικές υποθέσεις)| φρ. αἰτίας ἀπολύειν=απαλλάσσω από την
κατηγορία, αθωώνω| φρ. αἰτίαν ἔχειν, φέρεσθαι =κατηγορούμαι| φρ. εἰς
αἰτίας ἐμπίπτειν, περιπίπτειν, καθιστάναι=κατηγορούμαι| φρ. αἰτίαν
ἔχειν ὑπό τινος=κατηγορούμαι από κπ.| φρ. αἰτίαν ὑπέχειν =είμαι υπό
κατηγορία| φρ. ἐν αἰτίᾳ βαλεῖν, ἔχειν =θεωρώ κπ. ένοχο| φρ. αἰτίαν ἔχειν
τινός=θεωρώ κπ. υπεύθυνο για τη διάπραξη αδικήματος| φρ. τὴν αἰτίαν
ἐπιφέρειν τινί=αποδίδω ενοχή σε κπ. Γ. θετικά 1. φήμη 2. αγαθή ενέργεια,
το αποτέλεσμα αγαθής ενέργειας
αἰτιάομαι
Α.ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. θεωρώ κπ. υπεύθυνο για κτ., αποδίδω σε κπ. ή κτ. την
αιτία| διατείνομαι, ισχυρίζομαι με απρφ. 2. κατηγορώ, κατακρίνω, ψέγω
με αιτ.| με αιτ. και γεν.| με διπλή αιτ.| με αιτ. και περί| με ὡς ή ὅτι 3.
θεωρώ κπ. ως αιτία αγαθού Β.ΠΑΘΗΤΙΚΟ κατηγορούμαι από κπ.
ἀκίνητος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. 1. αυτός που δεν κινείται, αμετακίνητος, σταθερός| φυσική 2.
νωθρός, αργός Β. μτφ. 1. σταθερός, αμετάβλητος, αναλλοίωτος για
θεσμούς και νόμους 2. απαραβίαστος, ιερός, άρρητος θρησκεία 3.
αμετάπειστος| ΕΠΙΡΡΗΜΑ ακίνητα, αδιάλειπτα, αμετάβλητα
ἄκρος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. για τόπο 1. ο εξώτατος, o ακρινός| στα άκρα (χεριών και
ποδιών), στο δέρμα, στην άκρη του... για μέλη του σώματος| στην
επιφάνεια της θάλασσας ή νερού, στην κορυφή του κύματος για θάλασσα,
κύμα ή νερό 2. ο πιο ψηλός, ο ψηλότερος 3. ενδότατος, μύχιος Β. για χρόνο
1. το πλήρες του χρόνου 2. χρόνος που μόλις αρχίζει Γ. εξέχων στο είδος
του, εξαιρετικός, υπέροχος μτφ. ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. στην κορυφή, στην
επιφάνεια, στην άκρη 2. εντελώς, υπερβολικά
ἄκων
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. όποιος κάνει κτ. χωρίς τη θέλησή του, ακούσιος 2. όποιος
κάνει κτ. χωρίς τη θέλησή του επειδή του έχει ασκηθεί ψυχική ή σωματική
βία, εξαναγκασμένος, βεβιασμένος| σε γεν. απόλ.| φρ. ἄκων-ἑκών|

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
ΕΠΙΡΡΗΜΑ ακούσια, απρόθυμα
ἄλγος
1. σωματικός πόνος, οδύνη 2. μεγάλος ψυχικός πόνος, θλίψη, στενοχώρια,
βάσανα, συμφορές
ἀλήθεια
1. αλήθεια, αντ. του ψεύδους, της υποκειμενικής γνώμης| φρ. οἷνος καὶ
ἀλήθεια (=in vino veritas) 2. πραγματικότητα| αδιαμφισβήτητη αρχή
επιστημ.| επαλήθευση ονείρου, χρησμού 3. φιλαλήθεια, ειλικρίνεια 4.
αριστοτελικός ορισμός: η αλήθεια ως μεσότης της αλαζονείας και της
ειρωνείας φιλοσοφία| ως επίρρημα (τῇ) ἀληθείᾳ, ἐπὶ (τῆς) ἀληθείας, κατὰ
(τὴν) ἀλήθειαν, εἰς ἀλήθειαν, ἐν τῇ ἀληθείᾳ, μετ' ἀληθείας=αληθινά, στην
πραγματικότητα| φρ. χρῶμαι τῇ ἀληθείᾳ=λέω την αλήθεια
ἀληθής
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. 1. ειλικρινής, φιλαλήθης για πρόσωπα 2. πραγματικός,
αληθινός, βέβαιος για αφηρημένες έννοιες| με τις λ. λόγος, μῦθος
αληθινός, πραγματικός| ἀληθὴς συλλογισμός, πρότασις, συμπέρασμα
(αντ.ψευδής) λογική Β. το ουδ. ως ουσ. τὰ ἀληθῆ, τὸ ἀληθές 1. η αλήθεια|
με λεκτικά ρήματα 2. η πραγματικότητα, η αλήθεια φιλοσοφία| φρ. ὡς
ἀληθῶς=στην πραγματικότητα, στ' αλήθεια| φρ. τἀληθὲς ή ἀληθὲς
εἰπεῖν| ειρων. φρ. ἄληθες;=τι λες, αλήθεια; | ΕΠΙΡΡΗΜΑ αληθινά,
πράγματι
ἀλλότριος
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. αυτός που ανήκει σε άλλον| διαφορετικός, ανεξάρτητος 2.
ξένος| με δοτ.| με γεν.| εχθρικός| το θηλ. ως ουσ. ἡ ἀλλοτρία=ξένη χώρα,
χώρα του εχθρού 3.παράξενος, ακατάλληλος ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. κατά περίεργο
ή διαφορετικό τρόπο 2. δυσμενώς, εχθρικά
ἁμαρτάνω
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ και ΜΕΣΟ Α. 1. αστοχώ, αποτυγχάνω, σφάλλω με γεν. 2.
στερούμαι, χάνω με γεν. 3. υποπίπτω σε παράπτωμα, διαπράττω ασέβεια
απόλ.| με σύστ. Α| με εμπρόθετο προσδιορισμό Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ
διαπράττεται ένα σφάλμα, αποτυχαίνει κτ. | φρ. η έναρθρη παθ. μτχ. τὰ
ἡμαρτημένα, τὰ ἁμαρτηθέντα=σφάλματα, αστοχίες
ἁμάρτημα
λάθος, σφάλμα, παράπτωμα| ελάττωμα, μειονέκτημα| παράπτωμα
ηθικού τύπου, παράβαση ανθρώπινου ή θεϊκού νόμου| εκούσιο σφάλμα
που διαπράχθηκε χωρίς δόλο, βρίσκεται νοηματικά ανάμεσα στις λ.
ἀδίκημα και ἀτύχημα
ἅμιλλα
1. αγώνας για υπεροχή, συναγωνισμός, δοκιμασία 2. μάχη, συμπλοκή| με
γεν.| με επίθ. ΕΥΡ| φρ. ἅμιλλαν ποιεῖσθαι=αγωνίζομαι να ξεπεράσω κπ.,
αμιλλώμαι| φρ. εἰς ἅμιλλαν ἔρχεσθαι, ἐξελθεῖν=εμπλέκομαι σε αγώνα,
συναγωνίζομαι| φρ. ἅμιλλαν τιθέναι, προτιθέναι=προτείνω αγώνα,

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
αρχίζω αγώνα
ἀναγκαῖος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α.Με ενεργητική σημασία αυτός που εξαναγκάζει, υποχρεώνει,
επιβάλλει | με απρφ. Β. Με παθητική σημασία 1. απαραίτητος,
αναγκαίος| (συχνά σε υπερθ.)ελάχιστος αναγκαίος| φρ. ἀναγκαῖόν
ἐστι=είναι αναγκαίο, είναι επιβεβλημένο 2. στενοί, αγαπητοί για
συγγενικούς ή φιλικούς δεσμούς Γ. το ουδ. ως ουσ. 1. τὰ ἀναγκαῖα=τα
απαραίτητα, τα χρήσιμα 2. τὸ ἀναγκαῖον, τὰ ἀναγκαῖα=λογική
αναγκαιότητα, αναγκαία συνθήκη λογικής επαγωγής φιλοσοφία 3. οἱ
ἀναγκαῖοι=συγγενείς εξ αίματος, γονείς για οικογένεια ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. κατ'
ανάγκη, αναγκαστικά 2. ελλιπώς| φρ. ἀναγκαίως ἔχειν=πρέπει, οφείλει
να...| φρ. ἀναγκαιότατα λέγεις (για έντονη κατάφαση ή συμφωνία)
ἀνάγκη
Α. 1. εξαναγκασμός| φρ. ἐξ ἀνάγκης, ὑπ' ἀνάγκης, δι' ἀνάγκης, κατ'
ἀνάγκην 2. θεϊκή βούληση, νόμοι, μοίρα| προσωποποίηση
Ἀνάγκη=θεότητα που δηλώνει τη δύναμη του εξαναγκασμού, τη Μοίρα 3.
φυσική αναγκαιότητα φιλοσοφία| φυσική ανάγκη, επιθυμία, όρεξη| στον
πληθ. οι φυσικοί νόμοι 4. λογική αναγκαιότητα φιλοσοφία Β.κρίσιμη
περίσταση, δυσμενής θέση Γ.άσκηση ή χρήση βίας | σωματικό μαρτύριο|
φρ. ἀνάγκη ἐστί=είναι απαραίτητο να..., αναγκαίο να...| φρ. πᾶσα ἀνάγκη
ἐστί=είναι απόλυτη ανάγκη να...| φρ. πολλὴ ἀνάγκη, πᾶσα
ἀνάγκη=βεβαίως, ακριβώς έτσι| η δοτ. ως επίρρημα 1. διά της βίας, με το
ζόρι 2. αναγκαστικά
ἀναίτιος
αυτός που δεν είναι η αιτία μιας πράξης, δεν είναι υπαίτιος, αθώος|
αθώος από τη διάπραξη κπ. αδικήματος με γεν. πράγμ.| με δοτ. προσ.| ως
ουσ. τὸ ἀναίτιον=αυτό που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αιτία ενός
γεγονότος ή μιας πράξης
ἀνάξιος
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. αυτός που δεν είναι ίσης αξίας με κπ., κατώτερος 2. αυτός που
δεν πρέπει ή δεν είναι δίκαιο να υποστεί κακό, αυτός που δεν αξίζει να
υποφέρει| με απρφ.| με γεν. 3. ανάρμοστος, ανάξιος, άχρηστος, άξιος
καταφρόνησης, τιποτένιος| ΕΠΙΡΡΗΜΑ άδικα, χωρίς να το αξίζει κπ.
ἀνία
1. θλίψη, πόνος, στεναχώρια ΦΙΛΟΣ 2. συχνά στον πληθ. συμφορές,
βάσανα, δυστυχίες| βάρος, ενόχληση| συμφορά! επιφωνημ.
ἀνιαρός
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. 1. ενοχλητικός, δυσάρεστος, οχληρός| βλαβερός 2. λυπηρός,
θλιβερός| δυσάρεστος, αντ. του ἡδύς 3. με παθητική σημασία θλιμμένος
ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. ενοχλητικά, δυσάρεστα 2. άθλια, οικτρά
ἀντίος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. 1. αυτός που τοποθετείται απέναντι, μπροστά σε κπ. ή κτ. για

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
τόπο| με γεν.| με δοτ. 2. ενάντιος, αντίπαλος, αντίθετος, ανάποδος μτφ.|
αυτός που έρχεται απέναντι, βαδίζει σε αντίθετη κατεύθυνση με ρήμα
κίνησης| με δοτ.| αυτός που βαδίζει εναντίον κπ., ο επιτιθέμενος| με γεν.|
με δοτ. Β. ἀντίον, ἀντία ως πρόθεση με γεν.=κατενώπιον, απέναντι| σε
αντίθεση με... με λεκτικό ρήμα| μπροστά από, προς την κατεύθυνση με
ρήμα κίνησης| εναντίον| ΕΠΙΡΡΗΜΑ απέναντι, μπροστά, αντίθετα| φρ.
ἀντίον ηὔδα=απάντησε, αποκρίθηκε
ἀντιποιέω
Α.ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ ανταποδίδω μια ενέργεια ή πράξη Β.ΜΕΣΟ 1. επιζητώ,
επιδιώκω κτ. με γεν.| εγείρω αξιώσεις, προβάλλω απαιτήσεις, διεκδικώ 2.
αμφισβητώ την κυριότητα| προβάλλω δικαιώματα, οικειοποιούμαι,
σφετερίζομαι 3. καυχιέμαι με απρφ.
ἀξία
1. η τιμή, η αξία ενός πράγματος, το αντίτιμο της αξίας ενός προϊόντος| το
μέγεθος της αξίας, αποτίμηση χρέους 2. αυτό που αξίζει κπ. ανάλογα με
τις πράξεις του, ανταμοιβή ή ποινή 3. αξιοπρέπεια, υπόληψη, φήμη,
αξίωμα για πρόσωπα| φρ. κατ'ἀξίαν=όπως αξίζει, όπως αρμόζει| φρ. ὑπὲρ
τὴν ἀξίαν=περισσότερο απ' όσο αξίζει κπ.| φρ. παρὰ τὴν ἀξίαν=χωρίς να
το αξίζει κπ.
ἁπαλός
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. 1. απαλός στην αφή, τρυφερός για μέρη του σώματος| για
ανθρώπους και ζώα 2. τρυφερός, μαλακός για πράγματα Β. μτφ. ήσυχος,
γλυκός, απαλός| εκθηλυμένος| ΕΠΙΡΡΗΜΑ γλυκά, τρυφερά
ἀπάτη
Α. 1. εξαπάτηση, απάτη| τέχνασμα, στρατήγημα στον πόλεμο για την
εξαπάτηση του εχθρού 2. δόλος, δολοπλοκία 3. ψευδαίσθηση, λανθασμένη
εντύπωση Β. η Απάτη προσωποποίηση
ἀποδιδράσκω
1. δραπετεύω (ιδίως για φυλακισμένους ή δούλους) απόλ.| με γεν.
(σπάνια) ή εμπρόθετο προσδιορισμό| λιποτακτώ στρατιωτικός όρος 2.
διαφεύγω, ξεφεύγω, αποφεύγω με αιτ.| μτφ.
ἀποκτείνω
1. σκοτώνω| θυσιάζω για ζώα 2. καταδικάζω σε θάνατο, σκοτώνω μετά
από δικαστική απόφαση 3. στεναχωρώ, προξενώ λύπη μτφ.
ἀπόλλυμι ή ἀπολλύω
Α.ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. εξολοθρεύω, σκοτώνω, σφάζω για πρόσωπα|
καταστρέφω, αφανίζω, ρίχνω κπ. σε συμφορές μτφ.| καταστρέφω κτ. για
χάρη κπ. με αιτ. και γεν.| διαφθείρω για γυναίκα| φρ. λόγοις ή λέγων
ἀπόλλυμι τινά=ενοχλώ έως θανάτου κπ. με τα λόγια μου, σκοτώνω με τα
λόγια μου 2. καταστρέφω, αφανίζω, ερημώνω, συντρίβω για πράγματα 3.
χάνω Β.ΜΕΣΟ και ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. πεθαίνω, χάνομαι, εξολοθρεύομαι| με
σύστ. Α| με δοτ. του τρόπου 2. καταστρέφομαι, αφανίζομαι| είμαι

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
χαμένος, κατεστραμμένος (κυρίως στον πρκ. ἀπόλωλα)| χάνομαι με τον
πιο ελεεινό και κακορίζικο τρόπο σε κατάρα| να σε βρει κακό, να χαθείς
άθλια, ανάθεμά σε (στη μτχ. μέλλ.) 3. εξαφανίζομαι, γίνομαι αφανής,
εκλείπω
ἀρετή
Α. 1. ανδρεία, γενναιότητα| το αποτέλεσμα της ανδρείας, συχνά σε πληθ.
αἱ ἀρεταί=οι γενναίες πράξεις| δόξα, φήμη 2. ηθική ιδιότητα, ηθικό
χαρακτηριστικό, αρετή, ιδίως στον πληθ. αἱ ἀρεταί| καθήκον 3. τέλεια
σωματική διάπλαση, ομορφιά για άνθρωπο| ομορφιά, ικανότητα,
εξέχουσα ιδιότητα για πράγματα ή ζώα 4. ηθικοπνευματική ικανότητα|
πολιτική ικανότητα Β.προκοπή, ευδοκίμηση | ευφορία, γονιμότητα
ἀρχή
Α. 1. έναρξη, αρχή, αφετηρία, προέλευση τοπικά και χρονικά| συχνά στον
πληθ. 2. πρώτη αιτία, πρωταρχικό στοιχείο, απαρχή, θεμελιώδης αρχή
επιστήμη και φιλοσοφία| θεμελιώδης κανόνας της επιστήμης επιστήμη Β.
διοίκηση, κυβέρνηση, αξίωμα, εξουσία, κυριαρχία | ως σύστ.Α| διάρκεια
μιας αρχής, ενός αξιώματος| στον πληθ. οι αρχές, η εξουσία, οι άρχοντες|
φρ. ἅμα ἀρχῇ=στην αρχή, αρχικά| φρ. ἐξ ἀρχῆς=από την αρχή, από
παλιά| φρ. ὁ ἐξ ἀρχῆς=αρχικός| φρ. κάτ' ἀρχάς, τὸ κάτ' ἀρχάς=στην αρχή|
φρ. (τήν) ἀρχήν, τάς ἀρχάς=πρώτα απ'όλα| φρ. ἀρχήν με
άρνηση=καθόλου, σε καμιά περίπτωση
ἄρχω
Α.ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. είμαι πρώτος, πηγαίνω πρώτος, προηγούμαι| οδηγώ
κπ. με αιτ. πράγμ. και δοτ. προσ. 2. κυβερνώ, διοικώ, είμαι αρχηγός
συνήθως με γεν., σπανιότερα με δοτ. προσ.| απόλ.| με σύστ. Α 3. αρχίζω,
κάνω αρχή με γεν. πράγμ.| με γεν. πράγμ. και δοτ. προσ.| με δοτ. ή αιτ.|
είμαι η αιτία, δίνω πρώτος την αφορμή διένεξης Β.ΜΕΣΟ αρχίζω, κάνω
αρχή με γεν. πράγμ.| με εμπρόθετο προσδιορισμό| με απρφ. (δηλώνεται η
έναρξη της ενέργειας)| με μτχ. (δηλώνεται η έναρξη και η συνέχεια μιας
ενέργειας)| φρ. ἀπὸ Διὸς ἄρχεσθαι=ας αρχίσουμε από το σπουδαιότερο
πρόσωπο ή πράγμα Γ.ΠΑΘΗΤΙΚΟ διοικούμαι, εξουσιάζομαι, είμαι
υπήκοος | οἱ ἀρχόμενοι=οι υπήκοοι
ἀχρεῖος
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. άχρηστος, ανώφελος 2. ανίκανος, ακατάλληλος συχνά με
απρφ. 3. άχρηστος, ανίκανος, μη μάχιμος (στον πόλεμο)| ΕΠΙΡΡΗΜΑ
ανόητα, άκαιρα

β
βαρύς
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. αυτός που έχει βάρος, ασήκωτος, δυσβάσταχτος για
πράγματα| βαριά οπλισμένος για στρατό Β. 1. ενοχλητικός, φορτικός,

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
δυσάρεστος, δυσβάσταχτος, καταθλιπτικός, βλαβερός για πρόσωπα και
καταστάσεις| αυστηρός, άγριος, εχθρικός| σοβαρός, σημαντικός, ισχυρός
2. αργός, δυσκίνητος για σωματική κατάσταση Γ.δυνατός, οξύς, βαθύς,
βαρύς για ήχους φυσικούς, μουσικών οργάνων, και για την προσωδία|
έντονος, βαρύς, δυσάρεστος για οσμές| ΕΠΙΡΡΗΜΑ ενοχλητικά, πιεστικά,
φορτικά, βαριά με τα ρ. φέρω και ἔχω
βία
Α.σωματική δύναμη, ισχύς, σθένος, αλκή | με κύρ.όν. ή επίθ. σε γεν.=ο
γενναίος..., ο ανδρείος...| πνευματική ικανότητα Β. κατάχρηση δύναμης,
άσκηση βίας, εξαναγκασμός, βαρβαρότητα | ανάγκη, ώθηση, πίεση|
εξωτερική δύναμη, όχι φυσική (αντ. φύσις) επιστημ.| οργή|
προσωποποίηση| ως επίρρημα βίᾳ, πρός βίαν, μετά βίας, ὑπό βίας, ἐκ
βίας=δια της βίας, χωρίς τη θέληση κπ.| βίᾳ με γεν.| φρ. βίᾳ (αντ. ἑκών)
βουλεύω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. σκέφτομαι| σχεδιάζω, μηχανεύομαι με αιτ. πράγμ. 2.
αποφασίζω να κάνω κτ. 3. δίνω γνώμη, συμβουλεύω 4. είμαι μέλος
βουλής, είμαι βουλευτής Β.ΜΕΣΟ 1.σκέφτομαι, μελετώ για να αποφασίσω
απόλ. 2. συσκέπτομαι ως μέλος συμβουλίου για λήψη απόφασης 3.
αποφασίζω να κάνω κτ. Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ κτ. ορίζεται ή αποφασίζεται μετά
από σκέψη | φρ. τά βεβουλευμένα=οι αποφάσεις
βουλή
Α. 1. συμβουλή, νουθεσία| βούληση, θέλημα των θεών 2. σκέψη, γνώμη|
στον πληθ. σχέδια, γνώμες 3. πρόταση, απόφαση μετά από σύσκεψη,
ψήφισμα Β. 1. κάθε συμβούλιο, συνέδριο γερόντων 2. (στην Αθήνα) η
βουλή των πεντακοσίων, οι βουλευτές| φρ. τα ψηφίσματα της εκκλησίας
του δήμου αρχίζουν με τη φράση ἔδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ=η βουλή και
οι πολίτες αποφάσισαν φρ. συλλέγω τὴν βουλὴν=συγκαλώ τη βουλή| φρ.
βουλὴν ποιεῖσθαι=βουλεύεσθαι| φρ. βουλῆς εἶναι=είμαι μέλος της βουλής
βούλομαι
Α. 1. θέλω, επιθυμώ, έχω τη βούληση με απρφ.| με αιτ. πράγμ. και δοτ.
προσ.| με αιτ. και απρφ.| απόλ.| έχω την τάση συνήθ. σε 3. προσ. με
απρφ. επιστήμη και φιλοσοφία 2. προτιμώ, προκρίνω, θέλω περισσότερο
με το μᾶλλον ή το ἤ 3. εννοώ, θέλω να πω, ισχυρίζομαι Β. φρ. βούλει ή
βούλεσθε με υποτ. ενισχυτικό της προτρ. υποτ.| φρ. εἰ βούλει ευγενικά|
φρ. τὶ βουλόμενος=με ποιο σκοπό| φρ. βουλομένῳ τινί έστι με απρφ.=είναι
σύμφωνο με την επιθυμία κπ.| η μτχ. ως ουσ. ὁ βουλόμενος=όποιος θέλει,
ο καθένας

γ
γιγνώσκω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. γνωρίζω, μαθαίνω, αντιλαμβάνομαι, κατανοώ,

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
γνωρίζω καλά με αιτ.| με απρφ.| με γεν.| με κτγ.μτχ.| με δευτερεύουσα
πρόταση| απόλ.| η μτχ. ως ουσ. ὁ γιγνώσκων=αυτός που αντιλαμβάνεται|
φρ. ἔγνων=κατάλαβα| φρ. ἔγνως=έχεις δίκιο 2. αναγνωρίζω μετά από
παρατήρηση, διακρίνω, ξεχωρίζω 3. πιστεύω, σχηματίζω γνώμη για κπ. ή
για κτ., κρίνω, αποφασίζω Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ γίνομαι γνωστός,
αναγνωρίζομαι | ανακοινώνεται, δημοσιοποιείται δικανικός όρος|
κρίνεται ένοχος, καταδικάζεται για άνθρωπο| μτχ.πρκ. ἐγνωσμένος με
ενεργητική σημασία=είμαι αποφασισμένος
γλυκύς
Α. γλυκός, αντ. του πικρός, ὀξύς, ἀλμυρός για γεύση| ως ουσ. ὁ γλυκύς
(ενν.ὁ οἶνος) Β. μτφ. 1. ευχάριστος, ήπιος, ηδονικός για αφηρημένα
ουσιαστικά 2. αγαπητός, γλυκός σε προσφώνηση| σε υπερθ.| αφελής,
ανόητος ειρων.| φρ. γλυκύ (ενν. ἐστι)
γραφή
1. η χάραξη στοιχείων σε μια επιφάνεια, η αποτύπωση του γραπτού
λόγου, η διαδικασία της γραφής| το αποτέλεσμα της γραφής: γραπτό
κείμενο, επιστολή, έγγραφο, επιγραφή 2. σχεδίαση, ιχνογράφηση,
ζωγραφιά, σχέδιο, πίνακας τέχνη| περιγραφή 3. κατηγορητήριο έγγραφο,
καταγγελία σε δημόσια δίκη (αντ. δίκη=καταγγελία για ιδιωτική υπόθεση)
δικανικός όρος| φρ. γραφήν γράφεσθαι| φρ. γραφήν διώκειν| φρ. γραφήν
φεύγεσθαι| φρ. γραφήν εισέρχεσθαι| φρ. γραφήν κατασκευάζειν ή
γραφήν παρασκευάζειν| τυπικός κανονισμός μιας διαδικασίας,
συμφωνίες νομικός όρος

δ
δεῖ
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. είναι ανάγκη, πρέπει, επιβάλλεται με αιτ. και απρφ.|
με δοτ. προσ. και απρφ.| με ονoμ. προσ. και απρφ.| με ὅπως και ὅπως μή
και οριστ. μέλλ.| απόλ. 2. υπάρχει ανάγκη, υπάρχει έλλειψη κπ.
πράγματος με αιτ. προσ. και γεν. πράγμ.| με δοτ. προσ. και γεν. πράγμ.|
μτχ. ενεστ.=υπολείπεται, χρειάζεται, απαιτείται| το ουδ. μτχ. δέον απόλ. 3.
δέων, δέουσα, δέον=ο αναγκαίος, ο απαραίτητος, ο κατάλληλος Β.ΜΕΣΟ
είναι ανάγκη, πρέπει, επιβάλλεται να γίνει κτ. | φρ. ὀλίγου δεῖ, μικροῦ δεῖ
,τοσούτου δεῖ=σχεδόν, παραλίγο, λίγο έλειψε να...| φρ. πολλοῦ δεῖ=πολύ
απέχει από το να...,χρειάζεται πολύ για να...| φρ. πολλοῦ γε δεῖ (αρνητικά
στο τέλος πρότασης)=και βέβαια όχι| φρ. οὐδέ πολλοῦ δεῖ=σε καμιά
περίπτωση
δείκνυμι
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. δείχνω, συχνά με το δάχτυλο ή το χέρι| παρουσιάζω|
επισημαίνω, υποδεικνύω 2. δείχνω, επιδεικνύω 3. εξηγώ, διδάσκω 4.
φανερώνω, αποκαλύπτω 5. φέρνω ως τεκμήριο, παρουσιάζω ως στοιχείο|

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
επικαλούμαι νόμο 6. αποδεικνύω| με μτχ. Β. ΜΕΣΟ 1. δείχνω, παρουσιάζω
ΟΜ 2. δείχνω κπ., απευθύνομαι σε κπ. ΟΜ 3. χαιρετώ, καλωσορίζω ΟΜ Γ.
ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. δείχνομαι, παρουσιάζομαι, υποδεικνύομαι 2.
παρουσιάζομαι, γνωστοποιούμαι, αποκαλύπτομαι 3. αποδεικνύομαι
δέχομαι
Α. ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ 1. παίρνω, λαμβάνω, δέχομαι κτ. από κπ. για πράγματα|
δέχομαι κτ. ως ανταμοιβή, ως ανταπόδοση| επιλέγω, προτιμώ, προτιμώ
να...| συγκεντρώνω, συλλέγω 2. υποδέχομαι κπ., φιλοξενώ, επιτρέπω για
πρόσωπα| δέχομαι επίθεση, αποκρούω επίθεση, αμύνομαι 3. αποδέχομαι
κτ. με ευχαρίστηση, συμφωνώ, επιδοκιμάζω ως αποτέλεσμα διανοητικής
επεξεργασίας| ακούω με προσοχή| θεωρώ κπ. ως... με κτγ. Β.
ΑΜΕΤΑΒΑΤΟ διαδέχομαι
δῆλος
Α. 1. ορατός, φανερός 2. προφανής, πρόδηλος| φρ. δῆλός εἰμι=γίνομαι
φανερός, αποδεικνύομαι με μτχ. ή με ὡς και μτχ.| με ὅτι| φρ. δῆλον
ποιεῖν=κάνω κάτι φανερό, αποδεικνύω| με μτχ.| φρ. απρόσ. δῆλόν
ἐστι=είναι φανερό, αποδεικνύεται| φρ. δῆλον ή δῆλον ὅτι=δηλαδή,
προφανώς, φανερά επιρρηματική ή παρενθετική χρήση
δηλόω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ και ΜΕΣΟ 1. δείχνω, παρουσιάζω, φανερώνω,
αποκαλύπτω με αιτ.| με αιτ. πράγμ. και δοτ. προσ.| με αιτ. και κτγ.| με
αιτ. και κτγ. μτχ.| με ὅτι ή ὡς| αμτβ.| απρόσ. με ὄτι ή ὡς| ειδοποιώ,
αναγγέλλω 2. αποδεικνύω| με εμπρόθετο προσδιορισμό| υποδεικνύω 3.
διασαφηνίζω, επεξηγώ, αναπτύσσω τις απόψεις μου, διηγούμαι| με
εμπρόθετο προσδιορισμό Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ φανερώνομαι, αποκαλύπτομαι |
φρ. δηλοῖ δέ=αποδεικνύει, φανερώνει επιστήμη| απόλ.
δῆμος
Α. για τόπο 1. εδαφική έκταση που κατοικείται, περιοχή, χώρα 2.
διοικητική περιφέρεια, εδαφικό διαμέρισμα (στην αρχαία Αθήνα), κώμη Β.
για πρόσωπα 1. οι κάτοικοι μιας περιοχής, ο πληθυσμός| ο λαός, το
πλήθος, αντ. βασιλεύς, εὐδαίμονες, δυνατοί κοινωνία 2. οι δημοκρατικοί,
αντ. οἱ ὀλίγοι πολιτική| η δημοκρατία, το δημοκρατικό πολίτευμα| η
συνέλευση του λαού, ο λαός ως θεσμικό όργανο της πολιτείας
δημόσιος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. αυτός που ανήκει στο κράτος, στον λαό, στην κοινότητα, ο
κρατικός, ο δημόσιος, ο κοινός Β. ως ουσ. 1. ὁ δημόσιος=δημόσιος δούλος,
δημόσιος υπηρέτης, δηλ. γραμματέας, συμβολαιογράφος, φρουρός,
αστυνόμος, κήρυκας, δημόσιο θύμα (εξιλαστήριο θύμα) 2. θηλ. ἡ
δημοσία=η σκηνή των βασιλιάδων της Σπάρτης, το Συμβούλιο των
βασιλιάδων 3. ουδ. τό δημόσιον=το κράτος, η πολιτεία, η κρατική
περιουσία, το κρατικό ταμείο, το αρχείο του κράτους, τα δημόσια κτίρια, οι
κρατικές φυλακές| φρ. τὰ δημόσια=τα δημόσια δείπνα ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1.

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
δημόσια, επισήμως, φανερά 2. με δημόσια δαπάνη 3. σε δημόσια
δικαστήρια 4. με κοινή συμφωνία| φρ. ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ=στην ιδιωτική και
στη δημόσια ζωή| φρ. δημοσίᾳ τεθνάναι=πεθαίνω από χέρι δημίου
δίαιτα
Α. 1. τρόπος ζωής ως προς τη διατροφή, την ένδυση, τη διαβίωση 2. τα
απαραίτητα για την επιβίωση, γεύμα, τρόφιμα| τρόπος διατροφής, ειδικό
πρόγραμμα διατροφής για θεραπευτικούς σκοπούς, δίαιτα ιατρική 3.
κατοικία, τόπος διαμονής| φωλιά ζώου Β. διαιτησία, επίλυση διαφορών
μεταξύ δύο πλευρών από τρίτο πρόοσωπο δικανικός όρος
διαιτάω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. ορίζω συγκεκριμένη διατροφή, επιβάλλω δίαιτα 2.
είμαι διαιτητής, κρίνω, αποφασίζω, εκδίδω διαιτητική απόφαση με δοτ.| με
απρφ.| με σύστ. Α| κάνω κάτι φανερό, αποδεικνύω 3. διευθύνω, κυβερνώ
Β. ΜΕΣΟ και ΠΑΘΗΤΙΚΟ ακολουθώ έναν ορισμένο τρόπο ζωής, διαβιώ,
ζω, περνώ τον καιρό μου | ζω σε έναν τόπο με εμπρόθετο προσδιορισμό|
φρ. διαιτῶμαί τι εἴς τινα=απονέμω
διάκειμαι
Α. 1. βρίσκομαι σε ορισμένη σωματική ή ψυχική κατάσταση ή διάθεση
χρησιμεύει ως παθ. τύπος του διατίθημι| με τροπικό επίρρημα| με γεν.|
με δοτ.| με πρός και αιτ.| μτφ. 2. (με παθητική σημασία) θεωρούμαι από
κπ.| φρ. εὖ ή κακῶς διάκειμαι=έχω θετική ή αρνητική προδιάθεση έναντι
κπ. Β. 1. ορίζομαι 2. είναι ορισμένο, υπάρχει η συνήθεια να...| φρ. τὰ
διακείμενα=οι συμφωνίες
διάνοια
Α. 1. σκέψη, μυαλό, νους (σε αντιδιαστολή προς το σῶμα) 2. (ως νοητική
διαδικασία σε αντιδιαστολή προς τα αἴσθησις, δόξα, φαντασία, νοῦς)
σκέψη, νοητική ικανότητα, πνεύμα, ευφυία, επινοητικότητα Β. 1. σκέψη,
γνώμη, ιδέα, πρόθεση, σκοπός 2. (κατά ποιόν μέρος της τραγωδίας) ιδέες
και σκέψεις που εκφράζουν τα πρόσωπα της τραγωδίας Γ. σημασία λέξης
ή φράσης, ερμηνεία, νόημα, κρίση
διαφέρω
Α. ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ 1. περνώ τον καιρό μου, ζω χρόνος 2. μεταφέρω προς
διάφορες κατευθύνσεις, διαχέω, διασκορπίζω τόπος| περνώ, διασχίζω 3.
υπομένω, αντέχω μέχρι τέλους 4. ρίχνω αρνητική ψήφο, ψηφίζω
καταδικαστικά Β. ΑΜΕΤΑΒΑΤΟ 1. διαφέρω, είμαι διαφορετικός, ανόμοιος
με γεν. συγκρ.| με γεν. συγκρ. και αιτ. αναφ.| με εμπρόθετο προσδιορισμό
2. διακρίνομαι, υπερέχω| με δοτ. αναφ.| με εμπρόθετο προσδιορισμό| με
γεν. συγκρ. και αιτ. αναφ.| με απρφ.| σε αρνητικές προτάσεις: είμαι
κατώτερος| διαφέρει, υπάρχει διαφορά απρόσωπη σύνταξη διαφέρει| με
ενδιαφέρει, με νοιάζει με δοτ. προσ.| φρ. τὸ διαφέρον, τὰ διαφέροντα=το
συμφέρον, τα συμφέροντα Γ. ΜΕΣΟ και ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. ανταγωνίζομαι,
μάχομαι, διαφωνώ με δοτ. και εμπρόθετο προσδιορισμό 2. διαχωρίζω,

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
διίσταμαι (απόψεις, θεωρίες), αντ. του συμφέρομαι=προσεγγίζω, συμφωνώ
φιλοσοφία
διαφθείρω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. καταστρέφω, διαλύω, αφανίζω, εξολοθρεύω κυριολ. 2.
πλήττω, ζημιώνω, χαλάω μτφ.| αλλοιώνω, παραποιώ, νοθεύω, δωροδοκώ,
εξαπατώ| βλάπτω, φθείρω, καταστρέφω, ατιμάζω με ηθική σημασία Β.
ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. πλήττομαι, καταστρέφομαι, αφανίζομαι, πεθαίνω κυριολ.
2. καταβάλλομαι, συντρίβομαι, χάνομαι μτφ.| φθείρομαι, καταστρέφομαι
με ηθική σημασία
διάφορος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. 1. διαφορετικός, ανόμοιος, αλλιώτικος 2. αυτός που βρίσκεται
σε αντιδικία με κπ., ασύμφωνος, ενάντιος, εχθρικός| με δοτ.| με γεν. 3.
αυτός που διαφέρει, εξέχων, σημαντικός Β. τὸ διάφορον, τὰ διάφορα 1.
διαφορά, διάκριση, ανομοιότητα 2. αλλαγή, μετάπτωση της τύχης 3.
διαφωνία, διένεξη 4. δαπάνη, κατανάλωση ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. διαφορετικά, με
διαφορετικό τρόπο 2. καλύτερα, ανώτερα| διαφόρως ἔχειν=διαφέρειν
διδάσκω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. μεταδίδω γνώσεις, διδάσκω με αιτ.| απόλ.| μαθαίνω
κτ. σε κπ. με διπλή αιτ.| εκπαιδεύω με αιτ. προσ. και απρφ. 2. καθοδηγώ,
παροτρύνω με επιχειρήματα, συμβουλεύω| με απρφ. 3. εξηγώ, ερμηνεύω|
με εμπρόθετο προσδιορισμό 4. προετοιμάζω και ανεβάζω ένα έργο
(δράμα, διθύραμβο) στο θέατρο Β. ΜΕΣΟ 1. διδάσκω κπ. μέσω άλλου| με
απρφ.| με διπλή αιτ. 2. διδάσκω τον εαυτό μου, αποκτώ γνώσεις, μαθαίνω
Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ διδάσκομαι, εκπαιδεύομαι | με αιτ.| με απρφ.| με
δευτερεύουσα πρόταση| φρ. δίδασκε, δίδαξον=πες, διηγήσου, εξήγησε
δίδωμι
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. δίνω, παρέχω, προσφέρω με αιτ. και δοτ.| με δοτ. και
απρφ.| με απρφ.| με αιτ. 2. παραδίδω με αιτ. και δοτ.| παραδίδω γυναίκα
σε κπ. για σύζυγο 3. προσφέρω στους θεούς (δώρο, προσφορά, θυσία) με
αιτ. και δοτ.| χαρίζω, επιτρέπω σε προσευχές και ευχές| φρ. δίδωμι
εὖ=παρέχω εύνοια, είμαι ευμενής 4. αποδέχομαι, λαμβάνω ως δεδομένο
επιστημ.| ΠΛ, ΑΡΙΣΤ| φρ. δίκην (δίκας) δίδωμι=παρέχω ικανοποίηση,
τιμωρούμαι, υποβάλλομαι σε διαιτησία| φρ. ὅρκον δίδωμι=δίνω όρκο,
δεσμεύομαι με όρκο| φρ. ψῆφον δίδωμι=ψηφίζω, εγκρίνω με ψήφο| φρ.
ψήφισμα δίδωμι=θέτω πρόταση σε ψηφοφορία| φρ. λόγον
δίδωμι=λογοδοτώ| φρ. λόγον δίδωμι τινὶ=δίνω την άδεια σε κπ. να
μιλήσει| φρ. χάριν δίδωμι τινὶ=χαρίζομαι| φρ. δίδωμι ἑαυτὸν
τινὶ=παραδίνομαι σε κπ. Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ δίνομαι, παρέχομαι, δωρίζομαι
δίκαιος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. 1. αυτός που έχει συμπεριφορά και τρόπους πολιτισμένου
ανθρώπου, ο ευγενικός, ο σωστός, ο συνεπής προς όλες τις υποχρεώσεις
απέναντι σε θεούς και ανθρώπους, ο ευσεβής, αντ.δυσσεβής, ἀνόσιος για

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
πρόσωπα 2. αυτός που συμφωνεί με τους νόμους, με τους κανόνες, ο
ενδεδειγμένος, ο κατάλληλος, ο σωστός, ο ακριβής για πράγματα και
έννοιες Β. φρ. δίκαιός εἰμι, δίκαιόν ἐστιμε απρφ.=έχω δικαίωμα να..., είναι
δίκαιο να..., είναι ορθό να... Γ. ουσ. τὸ δίκαιον, τὰ δίκαια=το ορθό, το
σωστό, αυτό που αρμόζει, η δικαιοσύνη| ΕΠΙΡΡΗΜΑ ορθά, σωστά, με
δίκαιο τρόπο, πραγματικά, αληθινά, με ακρίβεια
δίκη
Α. έθος, συνήθεια, τρόπος, κανόνας | η αιτ. ως επίρρημα δίκην=κατά τον
τρόπο, κατά τη συνήθεια με γεν. Β. δικανικός όρος 1. ικανοποίηση για ένα
έγκλημα, ανταπόδοση, ποινή (σε περιπτώσεις αυτοδικίας)| φρ. δίκην
δίδωμί τινί τινος=δίνω ικανοποίηση για έγκλημα σε κπ., τιμωρούμαι|
ποινή, τιμωρία| φρ. δίκην ἐλθεῖν, λαμβάνειν 2. αίσθημα του δικαίου,
δικαιοσύνη (αντ. της λ. θέμις=θεία δίκη)| ως επίρρημα δίκῃ, σύν δίκῃ, κατά
δίκην (αντ. παρὰ δίκην)| προσωποποίηση 3. σε αντ. με τη λ. γραφή=δίκη
για δημόσιο έγκλημα ή δημόσια καταγγελία| δικαστήριο, η διαδικασία της
δίκης, εκδίκαση υπόθεσης| διαμεσολάβηση, διαιτησία| δικαστική
απόφαση| φρ. δίκην ὑπέχω=υποβάλλομαι σε δίκη, δίκην ὀφλισκάνειν
(ὀφλεῖν) ὑπό τινος=καταδικάζομαι από κπ., δίκην διώκειν=είμαι
κατήγορος σε κάποια δίκη, δίκην φεύγειν=είμαι κατηγορούμενος σε δίκη,
δίκας δοῦναι=υποβάλλω κπ. σε δίκη, λαγχάνειν τινι δίκην=καταγγέλλω
κπ., τον σέρνω στο δικαστήριο, δίκην δικάζειν, δικάζεσθαι, διαλύειν,
εἰσάγειν, εἰσάγεσθαι| φρ. δίκαι ὕβρεως, φόνου,βλάβης, θανάτου,
ἱεροσυλίας
διώκω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. ακολουθώ κπ. με εχθρική διάθεση, καταδιώκω (ιδίως
σε πόλεμο ή κυνήγι) με αιτ.| απόλ.| ακολουθώ κπ. με φιλική διάθεση ή ως
οπαδός| ακολουθώ κπ. με ερωτική διάθεση| διώχνω, απελαύνω| φρ. τὸν
φεύγοντα διώκειν 2. επιδιώκω, επιζητώ, προσπαθώ να πετύχω κτ.|
περιγράφω, εξιστορώ 3. ωθώ, θέτω σε κίνηση, εξαναγκάζω κτ. να
σπεύσει| σπεύδω, τρέχω Β. ΜΕΣΟ 1. καταδιώκω, κυνηγώ 2. επιδιώκω,
επιζητώ Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ παρακινούμαι, ωθούμαι, διώκομαι, κατηγορούμαι
Δ. δικανικός όρος μηνύω, καταγγέλλω, κατηγορώ| με αιτ. προσ. και γεν.
πράγμ.| με γεν. της ποινής| φρ. διώκω γραφήν=καταγγέλλω, κινώ δίκη|
φρ. δίκην διώκω=ζητώ το δίκιο μου ενώπιον του δικαστηρίου| φρ. φόνον
τινὸς διώκω=εκδικούμαι για τον φόνο άλλου| ὁ διώκων=ο κατήγορος, ο
μηνυτής (αντ. ὁ φεύγων)| ὁ διωκόμενος=κατηγορούμενος
δοκέω
Α. 1. μου φαίνεται, μου παρουσιάζεται (συχνά σε όνειρα)| υποθέτω,
φαντάζομαι (αντ. του φρονεῖν)| θεωρώ, πιστεύω| με αιτ. και κτγ.| με δύο
αιτ.| έχω τη γνώμη, την άποψη με εμπρόθετο προσδιορισμό| φρ. δοκέω
μοι 2. ελπίζω, πιστεύω με απρφ. μέλλ. Β. 1. μου φαίνεται, νομίζω, θεωρώ|
φαίνεται, θεωρείται 2. θεωρούμαι, φαίνομαι, έχω τη φήμη (συχνά αντ. του

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
εἶναι) 3. μου φαίνεται, νομίζω απρόσ. σύνταξη με απρφ. και δοτ.| το ουδ.
μτχ. ως ουσ. τὸ δοκοῦν=πίστη, πεποίθηση, τρόπος σκέψης Γ. 1. έχω τη
διάθεση, αποφασίζω 2. μου φαίνεται καλό, αποφασίζω| φρ. δέδοκται (ιων.
δεδόκηται)=υπάρχει ψήφισμα, ψηφίστηκε νόμος, αποφασίστηκε με
ψηφοφορία, υπάρχει νόμος| φρ. ἔδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ=αποφάσισε η
βουλή και ο δήμος σε αποφάσεις και ψηφίσματα του δήμου φρ. τὰ
δεδογμένα, τὰ δόξαντα=τα ψηφίσματα, οι νόμοι| φρ. δόξαν τινι=σύμφωνα
με την απόφαση κπ.
δοκιμάζω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. υποβάλλω σε δοκιμή, ελέγχω την ποιότητα (μετάλλων,
νομισμάτων, κρασιού, ζώων) για πράγματα με αιτ.| για αφηρημένο
ουσιαστικό| με απρφ.| με πλάγια ερώτηση| εξετάζω, ερευνώ, ελέγχω για
πρόσωπα 2. επιδοκιμάζω, εγκρίνω, κρίνω κπ. ή κτ. κατάλληλο (για
υπηρεσία, αξίωμα, κοινωνική τάξη) Β. ΜΕΣΟ δοκιμάζω για τον εαυτό μου,
επιλέγω Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ κρίνομαι κατάλληλος | έχω αποδειχτεί ικανός
μετά από έλεγχο (για υπηρεσία, αξίωμα, κοινωνική τάξη)| απρόσ.
δοκιμασία
1. έλεγχος, εξέταση, δοκιμασία που γίνεται σε πρόσωπα για να
διαπιστωθεί αν διαθέτουν τα νόμιμα προσόντα για να αναλάβουν
δημόσιο αξίωμα ή να τους παραχωρηθεί κάποιο δικαίωμα 2. έλεγχος,
εξέταση
δόκιμος
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. δοκιμασμένος, αξιόπιστος, εγγυημένος, ικανός, αποδεκτός 2.
σπουδαίος, διάσημος, αξιόλογος, σημαντικός| ΕΠΙΡΡΗΜΑ αληθινά,
ειλικρινά
δόξα
1. γνώμη, άποψη, κρίση| υπόθεση, εικασία, ένδειξη (αντ. γνῶσις και
ἐπιστήμη) φιλοσοφία| φρ. αἱ δόξαι=οι φιλοσοφικές θεωρίες | φαντασία,
όραμα 2. προσδοκία, ελπίδα 3. η γνώμη που έχουν οι άλλοι για κπ., φήμη,
υπόληψη, τιμή
δουλεύω
1. είμαι σκλάβος , έχω στερηθεί την ελευθερία μου με δοτ., με αιτ. και
σπάνια με εμπρόθετο προσδιορισμό| είμαι δούλος, είμαι απόλυτα
εξαρτημένος από κπ. ή κτ.| προσφέρω υπηρεσίες, υπηρετώ 2.
υποτάσσομαι, πειθαρχώ
δύναμις
Α. 1. φυσική δύναμη, ισχύς, ρώμη 2. δύναμη| πολιτική, στρατιωτική ή
οικονομική εξουσία| εξουσία, επιρροή 3. μεταφυσική ή θεϊκή δύναμη Β. 1.
ικανότητα, δεξιότητα, ταλέντο 2. ιδιότητα, ποιότητα, φυσικό χάρισμα 3.
σπουδή, τέχνη, επάγγελμα Γ. 1. αξία 2. η δύναμη, η σημασία μιας λέξης ή
ενός φθόγγου Δ. στρατιωτική, πολεμική δύναμη Ε. 1. δύναμη φιλοσοφία|
η ικανότητα για ύπαρξη ή ενέργεια, αντ. με την πραγματική ύπαρξη ή

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
ενέργεια 2.η φυσική δύναμη φυσική και ιατρική 3. το τετράγωνο ευθείας ή
αριθμού, η δύναμη, η τετραγωνική ρίζα μαθηματικά| φρ.
δυνάμει=δυνάμει, δυνητικά, αντ. στο ἐνεργείᾳ| φρ. παρά δύναμιν ή ὑπέρ
δύναμιν=πέρα από τη δύναμη κπ.| φρ. κατὰ δύναμιν ή εἰς δύναμιν=όσο
μπορεί κπ.
δυνατός
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. αυτός που έχει δύναμη (σωματική και ψυχική), ακμαίος,
ρωμαλέος, γεροδεμένος, ισχυρός για άνθρωπο| κατάλληλος, ικανός,
έμπειρος, αποτελεσματικός να... με απρφ.| γερός, ανθεκτικός,
κατάλληλος, αποτελεσματικός για πράγματα και έννοιες 2. εύπορος,
σπουδαίος, ισχυρός| με δοτ.| ως ουσ. οἱ δυνατοί=οι ευγενείς, οι
αριστοκράτες 3. ενδεχόμενος, πιθανός, πραγματοποιήσιμος, εφικτός
φιλοσοφία| ως ουσ. τὸ δυνατόν, τὰ δυνατά=αυτό που μπορεί να
πραγματοποιηθεί| φρ. δυνατόν (ἐστι) με απρφ.| φρ. ὅσον δυνατόν, ὡς
δυνατόν, κατά τό δυνατόν, ἐς τό δυνατόν, ἐπί τό δυνατόν, μέχρι τοῦ
δυνατοῦ=όσο είναι δυνατόν| ΕΠΙΡΡΗΜΑ με δύναμη, αποτελεσματικά,
ισχυρά
δυστυχέω
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟ είμαι δυστυχισμένος, είμαι άτυχος,
κακοτυχώ, με βρίσκουν συμφορές, έχω την ατυχία να..., δοκιμάζομαι από
κακοτυχίες με αιτ.| με δοτ.| με εμπρόθετο προσδιορισμό| φρ. τὰ
δυστυχηθέντα=οι αποτυχίες
δυσχερής
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. δυσάρεστος, ενοχλητικός, θλιβερός για πρόσωπα και
πράγματα 2. εχθρικός, αποκρουστικός, μισητός για πρόσωπα και
καταστάσεις| δύστροπος, ιδιόρρυθμος, δύσκολος 3. αντιφατικός,
αντιρρητικός για επιχειρηματολογία| τό δυσχερές, τὰ δυσχερῆ=η
δυσχέρεια, οι δυσκολίες| ΕΠΙΡΡΗΜΑ δυσάρεστα, δύσκολα, ενοχλητικά,
αρνητικά

ε
δῶρον
1. χάρισμα, προσφορά σε κπ. χωρίς ανταπόδοση| αφιερώματα,
αναθήματα, προσφορές 2. προσφορά ως ανταμοιβή, προσφορά με
αντάλλαγμα μια εξυπηρέτηση, δωροδοκία| φρ. δώρων γραφή| φρ. δώρων
ἑλεῖν, ὀφλεῖν, κριθῆναι| υποχρεωτική προσφορά σε ηγεμόνα ή βασιλιά,
φόρος 3. δώρα ή χαρίσματα από τους θεούς ή από τη φύση στον άνθρωπο
ἔγκλημα
1. κατηγορία, αιτία κατηγορίας| διαμαρτυρία, παράπονο, αφορμή
παραπόνων 2. έγκλημα, αμάρτημα, αδίκημα 3. καταγγελία, δικαστικός
αγώνας για ιδιωτικές υποθέσεις, αντ. γραφή=καταγγελία σε δημόσια

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
δίκη| κατηγορητήριο έγγραφο
εἶδος
1. η εμφάνιση, η εξωτερική μορφή, το σχήμα, το παρουσιαστικό, αυτό που
φαίνεται για έμψυχα και άψυχα| η ομορφιά του προσώπου, η ωραία
μορφή, το παράστημα| με γεν. ονόματος ο ίδιος ο άνθρωπος 2. ο τύπος, το
είδος, η κατηγορία, η ιδιαίτερη φύση, το στοιχείο διαφοροποίησης ενός
πράγματος ή κατάστασης| ο τρόπος σκέψης, ο τρόπος ενέργειας, η
μέθοδος, οι συνθήκες 3. ταξινόμηση, διαίρεση γένους ή είδους επιστήμη|
ιδέα, σκέψη, πρότυπο, αρχέτυπο ΠΛ| το σχήμα, η μορφή, σε αντίθεση
προς την κυρίως ύλη ΑΡΙΣΤ| η φύση , η ουσία| ύφος ρητορική
εἰσβολή
1. είσοδος, πέρασμα, διάβαση, στενό πέρασμα, πρόσβαση, εκβολές
ποταμού 2. επίθεση, εισβολή, επιδρομή 3. αρχή, έναρξη, είσοδος,
εισαγωγή, πρόλογος μτφ.
έκκλησία
1. (στο πλαίσιο της αρχαίας πόλης-κράτους) συνέλευση όλων των
πολιτών, θεσμοθετημένο σώμα με νομοθετικές αρμοδιότητες, εκκλησία
του δήμου| φρ. ἐκκλησίαν ἀποδίδωμι =συνέρχομαι σε συνέλευση| φρ.
ἐκκλησίαν συνάγω, συναγείρω, ἁθροίζω, συλλέγω, ποιοῦμαι=καλώ σε
συνέλευση| φρ. ἐκκλησίαν ἀνίστημι, διαλύω=διαλύω τη συνέλευση| (έξω
από το πλαίσιο της πόλης-κράτους) συγκέντρωση, συνάθροιση 2. τόπος
συνάθροισης
ἑκών
αυτός που ενεργεί με τη θέλησή του, πρόθυμα, με ευχαρίστηση| αυτός
που κάνει κτ. σκόπιμα, επίτηδες| φρ. ἑκὼν εἶναι=όσο εξαρτάται από μένα|
φρ. ἑκὼν ἑκόντι, ἑκὼν παρ'ἑκόντος, ἑκὼν πρὸς ἑκόντα=με αμοιβαία
συμφωνία| φρ. ἄκων ἢ ἑκών| φρ. βίᾳ οὐχ ἑκών=με βία και χωρίς τη
θέληση κπ., ἑκὼν οὐ βίᾳ=με τη θέληση κάποιου και χωρίς βία
ἔλεγχος
εξέταση για διαπίστωση της αλήθειας, λογοδοσία, απόδειξη| διαδικασία
εξακρίβωσης μιας κατηγορίας μέσω της αμφισβήτησής της, έρευνα
δικανικός όρος| συλλογιστική διαδικασία για αμφισβήτηση ή ανασκευή
μιας άποψης, αποδεικτικός συλλογισμός φιλοσοφία| φρ. ἔλεγχον
ποιεῖσθαι=ελέγχω, ερευνώ| φρ. εἰς ἔλεγχον ἐξιέναι=υποβάλλομαι σε
δοκιμασία, σε έλεγχο| φρ. ἔλεγχον διδόναι=απολογούμαι| φρ. ἔλεγχον
φεύγειν=αποφεύγω τον έλεγχο| φρ. εἰς ἔλεγχον ἰέναι=καλούμαι σε
απολογία
ἐλέγχω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. διερευνώ, ερωτώ, επιπλήττω, ψέγω, κατηγορώ|
επιπλήττω, ψέγω, κατηγορώ κπ. για μια ενέργεια με αιτ. και απρφ.|
εξετάζω, υποβάλλω σε έλεγχο, ελέγχω| με δευτερεύουσα πρόταση|
αποδεικνύω, πείθω για κτ., δηλώνω| απόλ.| αντικρούω, ανασκευάζω,

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
αποδεικνύω κτ. με τη μέθοδο της ''εις άτοπον απαγωγής'' με αιτ. προσ. ή
πράγμ.| αποκαλύπτω, ξεσκεπάζω, φανερώνω κπ. ή κτ. 2. ολιγωρώ,
περιφρονώ, ντροπιάζω με αιτ. Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. κηρύσσομαι ένοχος,
καταδικάζομαι 2. ελέγχομαι, αποδεικνύομαι 3. αποκρούομαι,
ανασκευάζομαι, απορρίπτομαι
ἐλεύθερος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. 1. αυτός που δεν είναι υποδουλωμένος, που δε βρίσκεται υπό
την εξουσία άλλου, ο εθνικά ανεξάρτητος, αντ. δοῦλος 2. αυτός που δεν
υποτάσσεται στη θέληση άλλου, που έχει ελεύθερο φρόνημα, που
εκφράζεται και ενεργεί σύμφωνα με τη δική του βούληση, που δεν
εξαναγκάζεται| με γεν.=απαλλαγμένος από κτ.| αυτός που έχει την
ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη, έντιμος, μεγαλόψυχος, ευγενής, συν.
ἐλευθέριος 3. σύζυγος ή θυγατέρα ελεύθερου πολίτη για γυναίκα Β. αυτός
που προσφέρεται για χρήση σε όλους, προσιτός για πράγματα| αυτά που
δεν είναι υποθηκευμένα για κτήματα| ως ουσ. τὸ ἐλεύθερον =η
ελευθερία| ΕΠΙΡΡΗΜΑ χωρίς εξαναγκασμό, ανεξάρτητα, με ελεύθερη
βούληση
ἐμφανής
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. αυτός που αντανακλά, αυτός που καθρεφτίζει για κάτοπτρα
2. ορατός, φανερός, προφανής, έκδηλος, σαφής για πρόσωπα,για
πράγματα, για λόγους| γνωστός, πασίγνωστος| ολοφάνερος για θεούς|
ως ουσ. τό ἐμφανές| φρ. ἐμφανῆ παρέχειν τινά, καθιστάναι εἰς ἐμφανές,
εἰς ἐμφανῶν κατάστασιν=προσάγω στο δικαστήριο κπ. ή κτ., αποδεικνύω
στο δικαστήριο τη νομιμότητα της κατοχής κπ. πράγματος| ΕΠΙΡΡΗΜΑ
φανερά, με έκδηλο τρόπο, καθαρά, δημόσια
ἐναργής
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. ορατός, εμφανής, ευδιάκριτος, χειροπιαστός| φανερός,
ευκρινής, ολοκάθαρος για όνειρα ή οράματα| λαμπρός, ξεχωριστός 2.
προφανής, καταφανής, ευνόητος, κατανοητός, ξεκάθαρος| ΕΠΙΡΡΗΜΑ
ορατά, φανερά, καθαρά, με σαφήνεια
ἐνεργός
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. αυτός που έχει μια δραστηριότητα, που ασκεί συγκεκριμένο
επάγγελμα ή έργο, ενεργητικός, δραστήριος, ζωντανός για άνθρωπο 2.
κατάλληλος, ισχυρός, αποτελεσματικός για πράγματα και καταστάσεις|
παραγωγικός, αποδοτικός, προσοδοφόρος| ΕΠΙΡΡΗΜΑ δραστήρια,
αποτελεσματικά, ενεργά
ἐξετάζω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. εξετάζω, ερευνώ, δοκιμάζω, ελέγχω| με πλάγια
ερώτηση| ρωτάω και παίρνω πληροφορίες από κπ. για κτ. με αιτ. και
εμπρόθετο ή με αιτ. και αιτ. της αναφοράς 2. επιθεωρώ για στρατεύματα|
απαριθμώ 3. υποβάλλω σε αυστηρή εξέταση, ανακρίνω 4. εκτιμώ,
υπολογίζω, παραβάλλω, συγκρίνω 5. αποδεικνύω με προσεκτική εξέταση

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
ή δοκιμασία Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. εξετάζομαι, ελέγχομαι| αποδεικνύομαι,
αναγνωρίζομαι με μτχ. 2. επιθεωρούμαι 3. συγκαταλέγομαι 4.
παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι 5. ανακρίνομαι
ἐπαινέω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. επαινώ, εγκωμιάζω, εγκρίνω με αιτ. προσ.| με αιτ.
προσ. και πράγμ.| με γεν.| με εμπρόθετο προσδιορισμό| επικροτώ,
συναινώ, συμφωνώ απόλ. 2. ενθαρρύνω, ευνοώ, προτρέπω με απρφ. 3.
αρνούμαι ευχαριστώντας ευγενικά Β. ΜΕΣΟ κυρίως ο μέλλ., με
ενεργητική σημασία Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ επαινούμαι, εγκωμιάζομαι,
εγκρίνομαι
ἐπιβουλεύω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. σχεδιάζω κτ. κακό για κπ., έχω κακές προθέσεις
απέναντι σε κπ. με δοτ. και αιτ.| σχεδιάζω κτ. κρυφά και ύπουλα για να
βλάψω κπ., συνωμοτώ, μηχανορραφώ με δοτ.| με αιτ. 2. κάνω σχέδια γα
κτ., αποβλέπω σε κτ., θέτω κτ. ως σκοπό με δοτ.| σχεδιάζω να κάνω κτ. με
απρφ. Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ είμαι αντικείμενο επιβουλής ή συνωμοσίας Γ. ὁ
ἐπιβουλεύων=ο συνωμότης| τὰ ἐπιβουλευόμενα=τα κρυφά και ύπουλα
σχέδια, οι συνωμοσίες
ἐπιδείκνυμι και ἐπιδεικνύω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. παρουσιάζω, εκθέτω, δείχνω| επιδεικνύω, προβάλλω
με αιτ.| με αιτ. και δοτ.| με δευτερεύουσα πρόταση 2. δηλώνω, φανερώνω,
εξηγώ| αποδεικνύω με μτχ. Β. ΜΕΣΟ κάνω επίδειξη των ικανοτήτων ή
των προσόντων μου με αιτ.| με αιτ. και δοτ.| με μτχ.| επιδεικνύομαι απόλ.
Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ δείχνομαι, αποδεικνύομαι
ἐπιδίδωμι
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ δίνω επιπλέον, προσθέτω| προσφέρω
με τη θέλησή μου, παραχωρώ, χαρίζω 2. ΑΜΕΤΑΒΑΤΟ συνεισφέρω
πρόθυμα για τις ανάγκες της πόλης| δίνω προίκα 3. ΑΜΕΤΑΒΑΤΟ
αυξάνομαι, αναπτύσσομαι, ενισχύομαι, βελτιώνομαι, προοδεύω Β. ΜΕΣΟ
επικαλούμαι ως μάρτυρα Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ παραχωρούμαι, δίνομαι
ἐπιτήδευμα
αυτό με το οποίο ασχολείται κπ., η καθημερινή ενασχόληση, το
επάγγελμα| η συνήθεια, ο τρόπος ζωής (κυρίως πληθ.)
ἐπιτιμάω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ επιπλήττω, κατηγορώ, ψέγω με δοτ. προσ. ή πράγμ.| με
αιτ. πράγμ.| απόλ.| επιβάλλω ποινή, τιμωρώ Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. ακριβαίνω,
υπερτιμώμαι, αυξάνομαι (προκειμένου για την τιμή εμπορεύματος) 2.
επιπλήττομαι, κατακρίνομαι
ἔπος
Α. 1. λέξη, λόγος| αντ. με το ἔργον| είδηση| φήμη 2. ο λόγος που έχει
δοθεί από κπ., η δέσμευση, η υπόσχεση 3. θεϊκός λόγος, χρησμός 4. ρητό,
γνωμικό Β. θέμα, ζήτημα Γ. πληθ. ἔπη=επική ποίηση, επικοί στίχοι|

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
ποίηση ή στίχος κάθε είδους| φρ. ὡς ἔπος εἰπεῖν ή ὡς εἰπεῖν ἔπος=για να
πω με συντομία
ἐσθλός
Α. 1. καλός, αγαθός, ευγενής (αντ. κακός), ωραίος για έμψυχα και άψυχα|
καλός, έντιμος, πιστός, ειλικρινής με ηθική σημασία 2. γενναίος, ανδρείος,
ισχυρός, άξιος, ξακουστός 3. συνετός, φρόνιμος, πολύτιμος| αίσιος,
ευοίωνος, τυχερός Β. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐσθλόν=η καλή τύχη, η ευτυχία| το
ουδ. πληθ. ως ουσ. τὰ ἐσθλά=οι ευγενικές πράξεις ή σκέψεις| τὰ ἐσθλά=η
περιουσία, τα αγαθά
ἔσχατος
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. αυτός που βρίσκεται στο πιο μακρινό σημείο ενός
οριοθετημένου χώρου προς κάθε κατεύθυνση, ο πιο απομακρυσμένος, ο
τελευταίος σε μια σειρά κατάταξης για χώρο| ως ουσ. τὸ ἔσχατον=το πιο
ακραίο σημείο, το ακρότατο όριο| ως ουσ. τὰ ἔσχατα=τα άκρα, τα όρια, τα
πέρατα 2. ο τελευταίος, ο ύστατος, αυτός που μένει μέχρι τέλος για χρόνο
3. ο ανώτατος, ο ύψιστος, ο μεγαλύτερος, ο χειρότερος, ο πιο δυσάρεστος, ο
πιο δύσκολος για βαθμό| ο κατώτερος, ο πιο τιποτένιος για άνθρωπο| φρ.
ὁ ἔσχατος ὅρος=ο ελάσσων όρος λογική| ΕΠΙΡΡΗΜΑ στο τέλος, στο
μέγιστο βαθμό, υπερβολικά, πάρα πολύ| φρ. τὸ ἔσχατον=στο τέλος| φρ.
ἐπὶ| φρ. εἰς τὸ ἔσχατον, εἰς τὰ ἔσχατα=πάρα πολύ
ἑτοῖμος και ἕτοιμος
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. έτοιμος, πρόθυμος, διατεθειμένος, τολμηρός για πρόσωπα με
απρφ.| με εμπρόθετο προσδιορισμό| με δοτ. προσ.| απόλ.| ως ουσ. τὸ
ἕτοιμον=η ετοιμότητα, η προθυμία, η αποφασιστικότητα| φρ. ἐξ
ἑτοίμου=γρήγορα, αμέσως 2. προετοιμασμένος, έτοιμος για προσφορά,
διαθέσιμος, σίγουρος για πράγματα και καταστάσεις| ως ουσ. τὰ
ἑτοῖμα=αυτά που υπάρχουν, τα διαθέσιμα αγαθά| ΕΠΙΡΡΗΜΑ πρόθυμα,
γρήγορα, εύκολα
εὐγενής
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. αυτός που κατάγεται από αρχοντική γενιά, αυτός που έχει
ευγενική καταγωγή| γενναιόψυχος, γενναιόδωρος, θαρραλέος| για ζώα
από καλή ράτσα 2. αρχοντικός, ωραίος, επιβλητικός| ΕΠΙΡΡΗΜΑ με
ευγένεια, μεγαλόψυχα, με θάρρος
εὐδαίμων
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. αυτός που έχει στη ζωή του αγαθό δαίμονα, δηλ. ο
καλότυχος, ο μακάριος, ο ευτυχής | με γεν. πράγμ.| φρ. τό εὔδαιμον=ἡ
εὐδαιμονία| ο αληθινά, ο απόλυτα ευτυχής| ειρων. Β. ο εύπορος, ο
ευκατάστατος, ο πλούσιος | για τόπους| διάκριση από το εὐτυχής και το
ὄλβιος| ΕΠΙΡΡΗΜΑ με ευτυχία, σε κατάσταση ευημερίας
εὐλάβεια
1. προσοχή, προφύλαξη, περίσκεψη| προσοχή ή εγρήγορση για κτ. ή για
την αποφυγή κπ. πράγματος με γεν. 2. φροντίδα, μέριμνα, φρόνηση,

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
σύνεση, ευσέβεια, ευλάβεια| φρ. εὐλάβειαν ἔχειν μή...=φροντίζω, μεριμνώ
μήπως...
εὐλαβέομαι
Α. 1. προσέχω, φροντίζω, φυλάγομαι από κτ. με μὴ ή ὅπως μὴ και υποτ.|
με απρφ. (με ή χωρίς μή)| με περί| με αιτ. πράγμ.| απόλ. 2. αναμένω,
μελετώ με προσοχή Β. σέβομαι, τιμώ, δείχνω ευλάβεια με αιτ. προσ.
εὐλαβής
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. φρόνιμος, διακριτικός, προσεκτικός | το ουδ. ως ουσ. τὸ
εὐλαβές=σύνεση, προσοχή, διακριτικότητα Β. αυτό το οποίο αναλαμβάνει
ή εκτελεί κπ. με προσοχή, με σύνεση ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. με προσοχή, με
προφύλαξη 2. με σεβασμό
εὔνοος και συνηρημένο εὔνους
αυτός που διάκειται ευνοϊκά, ο ευμενής, ο καλοπροαίρετος, ο φιλικός| με
δοτ.| το ουδ. ως ουσ. τὸ εὔνουν=η εύνοια
εὐπραγία
Α. ευτυχής έκβαση, επιτυχία, ευτυχία Β. το να ενεργεί, το να πράττει
κάποιος ορθά, σε αντ. με την απλή ευτυχία | εὐπραγίαι=καλή πράξη, καλό
έργο, καλή υπηρεσία
εὑρίσκω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. βρίσκω ότι με μτχ.| με απρφ.| βρίσκω με ποια μέσα
να... με ὅπως ή με απρφ. 2. ανευρίσκω, ανακαλύπτω 3. επινοώ, εφευρίσκω
4. βρίσκω, αποκτώ 5. καθορίζεται ορισμένη τιμή σε αγοραπωλησία Β.
ΜΕΣΟ 1. ανευρίσκω, ανακαλύπτω 2. επινοώ, εφευρίσκω 3. βρίσκω, αποκτώ
για τον εαυτό μου| με αιτ. και εμπρόθετο προσδιορισμό Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1.
βρίσκομαι, θεωρούμαι 2. ανευρίσκομαι, ανακαλύπτομαι 3. επινοούμαι,
εφευρίσκομαι 4. έχω ορισμένη τιμή σε αγοραπωλησία
εὐσέβεια
1. σεβασμός προς τους θεούς, ευσέβεια, ευλάβεια θρησκευτική 2. βαθύς
σεβασμός προς τους γονείς ή την οικογένεια| η φήμη ή ο χαρακτηρισμός
που προήλθε από ευσεβή διαγωγή
εὐσεβής
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. για πρόσωπα 1. ευλαβής, θρήσκος, όσιος, ευσεβής, αντ. του
δυσσεβής 2. αυτός που είναι πιστός στα ηθικά ή θρησκευτικά του κυρίως
καθήκοντα, αυτός που τα εκπληρώνει με εμπρόθετο προσδιορισμό|
δίκαιος (στην πράξη, με έργα) με αιτ. Β. άγιος, ιερός, αγιασμένος,
σύμφωνος με το καθήκον για πράξεις και πράγματα| τό
εὐσεβές=εὐσέβεια| φρ. ἐν εὐσεβεῖ| φρ. ὁ τῶν εὐσεβῶν χῶρος=τόπος στον
κάτω κόσμο| ΕΠΙΡΡΗΜΑ με ευσέβεια, με αισθήματα σεβασμού| φρ.
εὐσεβῶς ἔχει=εὐσεβές ἐστι
ευτυχής
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. αυτός που που έχει ή φέρνει καλή τύχη, αυτός που ευνοείται

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
από την τύχη, τυχερός| ευτυχισμένος| το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐτυχές=η
ευτυχία 2. ευνοημένος, προικισμένος, επιτυχημένος ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. με καλή
τύχη, κατά ευτυχή συγκυρία| με ευτυχία 2. με επιτυχία

η
ζημία
Α. απώλεια, υλική ή σωματικἠ βλάβη, φθορά, συμφορά, ζημία, αντ. του
κέρδος | φρ. ζημίαν ἐργάζεσθαι Β. ποινή, τιμωρία | με γεν. της ποινής|
στον πληθ.| χρηματική ποινή, πρόστιμο| φρ. θάνατον ζημίαν ἐπιθέσθαι ή
προθεῖναι ή τάξαι ή ψηφίσασθαι=επιβάλλω, ορίζω την ποινή του θανάτου
Γ. συνήθως με επίθ. άνθρωπος μηδαμινός, τιποτένιος υβρ.
ζημιόω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. προξενώ απώλεια ή προκαλώ βλάβη, ζημία, ζημιώνω
κπ. 2. τιμωρώ, καταδικάζω| με δοτ.| τιμωρώ με χρηματική ποινή,
καταδικάζω σε πρόστιμο, επιβάλλω πρόστιμο σε κπ.| με δοτ. Β.
ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. υφίσταμαι απώλεια, βλάβη, ζημία, ζημιώνομαι| απόλ. 2.
τιμωρούμαι, καταδικάζομαι| τιμωρούμαι με χρηματική ποινή,
καταδικάζομαι σε πρόστιμο, μου επιβάλλεται πρόστιμο με δοτ.| με αιτ.|
χάνω κτ.
ἡγεμών
Α. 1. οδηγός, αυτός που προπορεύεται, που δείχνει το δρόμο 2. αυτός που
πρωτεύει, που χρησιμεύει ως κανόνας και υπόδειγμα για τους άλλους|
μτφ. Β. 1. οδηγός, ηγέτης, αρχηγός του στρατού ή του στόλου,
αρχιστράτηγος| για ζώα| ο επικεφαλής, αυτός που εποπτεύει 2. (ως επίθ.)
αυτός που ηγείται, ο πρώτος
ἡγέομαι
Α. 1. προπορεύομαι, προηγούμαι απόλ.| οδηγώ κπ. με δοτ. προσ.| με αιτ. 2.
είμαι αρχηγός σε κπ. κατάσταση, ενέργεια ή πράγμα με δοτ. προσ. και
γεν. πράγμ.| με γεν. πράγμ. 3. είμαι οδηγός σε κτ., είμαι πρώτος σε κτ. με
δοτ.| οδηγώ, διευθύνω κτ. με αιτ.| η μτχ. ως επίθ., αντ. του ἑπόμενος| φρ.
ὁδόν ἡγοῦμαι=προπορεύομαι στον δρόμο Β. 1. οδηγώ στρατό ή στόλο με
δοτ.| με γεν. 2. είμαι ο ηγεμόνας, ο άρχοντας, ο κυβερνήτης ή ο κτήτορας
κπ. με γεν. Γ. νομίζω, φρονώ, θεωρώ, πιστεύω | με κτγ. του Α| στον ΗΡ με
την ίδια σημασία μόνο ο πρκ. ἥγημαι| φρ. ἡγοῦμαι
ἦθος
Α. συνήθης διαμονή, ενδιαίτημα, κατάλυμα, κατοικία για ζώα| για
ανθρώπους Β. (συνήθως στον πληθ.) συνήθεια, παράδοση, έθιμ o Γ.
χαρακτήρας, ιδιοσυγκρασία | ως αποτέλεσμα συνήθειας| για ζώα| αντ.
του διάνοια| (συνήθως στον πληθ.) τα χαρακτηριστικά ενός ατόμου|
τρόπος σκέψης, γνώμη| διάθεση, έκφραση προσώπου| ηθική εντύπωση
του ρητορικού λόγου ρητορική| πρόσωπο του δράματος θέατρο

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
ἡσυχία
Α. 1. ησυχία, ηρεμία, γαλήνη, ανάπαυση, ειρήνη, η ανάπαυση που
ακολουθεί μετά την ειρήνη 2. διακοπή, παύση, ανάπαυση από κτ. με γεν.
Β. 1. σιωπή, σιγή 2. έρημος, ήσυχος τόπος, μέρος απόσυρσης ή
απομάκρυνσης | φρ. ἐν ἡσυχίᾳ, μεθ' ἡσυχίας, ἐφ' ἡσυχίας, καθ'
ἡσυχίαν=σε ησυχία, σε ειρήνη, σε ανάπαυση| φρ. ἡσυχίαν ἄγειν,
ἔχειν=αδρανώ, αναπαύομαι, σιωπώ| φρ. ἡσυχίαν ἄγειν, ἔχειν πρός τινα ή
ὑπέρ τινος=ησυχάζω, βρίσκομαι σε κατάσταση ειρήνης σε σχέση με κπ.

θ
θαυμάζω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. παρατηρώ, κοιτάζω κτ. με θαυμασμό| θαυμάζω, τιμώ,
σέβομαι με αιτ.προσ. ή πράγμ.| απόλ. 2. απορώ, παραξενεύομαι,
εκπλήσσομαι με αιτ. και απρμφ.| με αιτιολογική πρόταση ή πλάγια
ερώτηση| με γεν.| με αιτ. και γεν.| με εμπρόθετο προσδιορισμό| απόλ. Β.
ΠΑΘΗΤΙΚΟ θαυμάζομαι, τιμώμαι, είμαι σεβαστός, εκτιμώμαι
θαυμάσιος
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. ό,τι προκαλεί έκπληξη και απορία, κάποτε και φόβο, επειδή
είναι ασυνήθιστο ή μη αναμενόμενο, ή επειδή δεν εξηγείται με τη λογική
και δεν αιτιολογείται από την ύπαρξη φυσικών νόμων| φρ. θαυμάσια
ἐργάζομαι=συμπεριφέρομαι αλλόκοτα, παράξενα 2. ό,τι προκαλεί
έκπληξη, θαυμασμό, επειδή παρουσιάζει ένα ή περισσότερα θετικά
χαρακτηριστικά, αντίθετα με ό,τι μπορούσε να περιμένει κανείς, ή επειδή
έχει μοναδικές και ανεξήγητες ιδιότητες ή υπερφυσικά χαρακτηριστικά
για πράγματα, φαινόμενα, γεγονότα| όποιος έχει θετικές ιδιότητες σε
εξαιρετικό βαθμό ή υπεράνθρωπα χαρακτηριστικά για ανθρώπους|
ειρων.| φρ. ὦ θαυμάσιε=εξαίρετε φίλε μου| φρ. θαυμάσια
ἐργάζομαι=κάνω πράξεις που προκαλούν θαυμασμό| με άλλο επίθ. ως
επιτατικό της σημασίας του ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. εξαιρετικά καλά, σε εξαιρετικό
βαθμό| ειρων. 2. εκπληκτικά, με την έννοια του απροσδόκητου, του μη
αναμενόμενου
θαυμαστός
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. αυτός που προκαλεί το θαυμασμό, αξιοθαύμαστος,
θαυμαστός Β. θαυμάσιος, έξοχος, εξαίρετος για πρόσωπα και πράγματα|
ειρων. Γ. αυτός που προξενεί απορία, παράξενος | αυτός που συμβαίνει
παρά τους φυσικούς νόμους, παράδοξος, θαυματικός| απρόσ. έκφραση
θαυμαστόν ἐστι| ο πληθ. του ουδ. ως επίρρημα θαυμαστά=αυτά που
προκαλούν θαυμασμό ή έκπληξη| φρ. ούδὲν θαυμαστόν=δεν είναι
περίεργο, καθόλου περίεργο!| φρ. θαυμαστὸν ὅσον ή ἡλίκον=κτ. πολύ
περίεργο ή άξιο απορίας| ΕΠΙΡΡΗΜΑ θαυμάσια, έξοχα, υπέροχα

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
ι
ἴδιος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. 1. αυτός που ανήκει σε κπ. άτομο, ο ιδιωτικός, αντ. κοινός,
δήμιος, δημόσιος, πολιτικός| φρ. ἴδιοι λόγοι=λόγος της καθημερινής ζωής,
ιδιωτική συζήτηση 2. αυτός που ανήκει σε κπ., που είναι δικός του και όχι
ξένος, προσωπικός, αντ. ἀλλότριος| τὸ ἴδιον ή τὰ ἴδια=οι ιδιωτικές
υποθέσεις, τα ιδιωτικά συμφέροντα (αντ. τὰ κοινά)| φρ. εἰς τὸ ἴδιον=για
λογαριασμό μου| φρ. τὸ ἴδιον ή τὰ ἴδια=η προσωπική περιουσία| φρ.
τοὐμόν ἴδιον ή τὸ ἴδιον τὸ ἐμαυτοῦ Β. 1. ιδιαίτερος, ξεχωριστός| φρ. τὸ
ἴδιον=το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, η χαρακτηριστική ιδιότητα κάποιου
είδους 2. παράξενος, ασυνήθιστος Γ. η δοτ. ως επίρρημα ἰδίᾳ=ιδιαιτέρως,
χωριστά, κατ' ιδίαν (αντ. δημοσίᾳ), για προσωπικό λογαριασμό,
προσωπικά| με γεν.| ΕΠΙΡΡΗΜΑ ιδιωτικά, με ιδιαίτερο τρόπο, ειδικά,
χωριστά
ἱερός
Α. θεϊκός, αυτός που βρίσκεται κάτω από την προστασία του θεού, που
εμπνέεται από τον θεό, γενναίος, δυνατός | αφιερωμένος στον θεό, άγιος,
ιερός, σεπτός, αμόλυντος| σε συνδυασμό με τοπωνύμιο ή προσηγορικό
τόπου Β. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἱερόν=ναός, ιερός τόπος| τὰ ἱερά=ο ναός| τὰ
ἱερά=προσφορές, θυσίες, ιερές τελετές, εντόσθια του θύματος| φρ. ἱερὰ
νόσος=επιληψία| φρ. ἱερὰ τριήρης=η Σαλαμινία και η Πάραλος| φρ. ἱερὸς
νόμος=ο νόμος σχετικά με τις θυσίες| φρ. ἱερὰ γράμματα=ιερές γραφές,
ιερογλυφικά| φρ. ἱερὸν ἦμαρ=θεία μέρα

κ
κακός
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. για πρόσωπα 1. άσχημος, δύσμορφος, αξιολύπητος, ελεεινός
για εξωτερική εμφάνιση 2. ανίκανος, αδέξιος| δειλός, άνανδρος 3. μη
ευγενικής καταγωγής, άσημος, χυδαίος, τιποτένιος 4. εχθρικός,
κακόβουλος, μοχθηρός, πονηρός, μισητός με ηθική σημασία Β. αυτός που
προξενεί συμφορά, οδυνηρός, δυσμενής, βλαβερός, ολέθριος για
πράγματα| υβριστικός, προσβλητικός για λόγια Γ. το ουδ. ως ουσ. τὸ
κακόν, τὰ κακά=δυστυχία, κακοτυχία, συμφορά, κακή πράξη| ΕΠΙΡΡΗΜΑ
με κακό τρόπο| σε συνδυασμό με το επίθετο κακός| φρ. κακῶς πράττειν,
κακῶς πάσχειν, κακῶς ἔχειν=δυστυχώ, βρίσκομαι σε άσχημη κατάσταση|
φρ. κακῶς ποιεῖν τινα, κακῶς δρᾶν τινα=κάνω κακό σε κπ.| φρ. κακῶς
λέγειν τινα=κακολογώ κπ.| φρ. κακῶς ἀκούειν=έχω κακή φήμη| φρ.
κακῶς εἰδέναι=αγνοώ| φρ. κακῶς ὀλέσθαι=βρίσκω κακό θάνατο
καλός
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. ωραίος, όμορφος, εμφανίσιμος | με αιτ. ή απρφ. της αναφ.|
ως επίθ. που συνοδεύει ένα κύριο όνομα και λειτουργεί ως ένδειξη αγάπης

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
ή θαυμασμού| τὸ καλόν=η ομορφιά, το κάλλος| τὰ καλά=αυτά που
αρμόζουν στον ανθρώπινο βίο, οι κανόνες καλής συμπεριφοράς, η
κομψότητα, το καλό γούστο Β. 1. αρμόδιος, επιτήδειος, ικανοποιητικός,
κατάλληλος, αυτός που έχει ανεπτυγμένες σε ικανοποιητικό βαθμό τις
ιδιότητες που απορρέουν από τη φύση του 2. αίσιος, ευνοϊκός, καλός| με
απρφ. της αναφ. Γ. ηθικά ωραίος, επιδοκιμαστέος, έντιμος, πρέπων,
σωστός | λαμπρός, θαυμάσιος| τὸ καλόν=το ηθικό κάλλος, η αρετή, το
ηθικά αγαθό, αντ. τὸ αἰσχρόν| φρ. καλόν| φρ. καλός κἀγαθός=αυτός που
συνδυάζει το σωματικό κάλλος με την ηθική τελειότητα, ιδίως για τη
δήλωση ευγενών, ευπατριδών, επιφανών προσώπων ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. με
καλό τρόπο, ορθά, δίκαια, όπως πρέπει 2. (προκειμένου για καλή τύχη)
ευτυχώς, ευνοϊκά 3. τελείως, παντελώς, ακριβώς 4. (σε απαντήσεις, για
διαβεβαίωση των λόγων αυτού που προηγήθηκε) μάλιστα, πολύ καλά,
σύμφωνοι, δέχομαι| (σε ευγενική και ειρων. άρνηση) όχι, ευχαριστώ 5.
λαμπρά, θαυμάσια| φρ. καλῶς καὶ εὖ| φρ. καλῶς ποιῶ=κάνω αγαθές
πράξεις, πράττω σωστά| φρ. καλῶς ἔχω=είμαι, βρίσκομαι σε καλή
κατάσταση| φρ. καλῶς πράττω=ευτυχώ| καλῶς ἔχω με απρφ. είναι καλό
να...| συχνά επαναλαμβανόμενο το επίρρημα μαζί με το επίθ. καλός
καταλείπω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. αφήνω, αφήνω πίσω, εγκαταλείπω (ιδίως για πρόσωπα
που έχουν πεθάνει ή αποδημήσει)| αφήνω κτ. να πέσει, παραμελώ 2.
αφήνω ως κληρονομιά, κληροδοτώ Β. ΜΕΣΟ 1. αφήνω πίσω μου 2.
εμπιστεύομαι, φυλάγω για κπ. 3. αφήνω υπόλοιπο Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1.
αφήνομαι πίσω, εγκαταλείπομαι| μένω, απομένω| μτφ. 2.
κληρονομούμαι| μτφ.
κίνδυνος
Α. επαπειλούμενο κακό, απειλή άμεσου υπαρκτού κακού, κίνδυνος |
συχνά στον πληθ.| ως σύστ.Α| φρ. κίνδυνον αἴρεσθαι=εκτίθεμαι σε
κίνδυνο| φρ. ἐπὶ τοὺς κινδύνους χωρεῖν, πρὸς κινδύνους ἰέναι, εἰς
κινδύνους ἔρχεσθαι=εκτίθεμαι σε κινδύνους| φρ. κίνδυνον
ὑπομένειν=υφίσταμαι έναν κίνδυνο| φρ. τινὰ εἰς κίνδυνον
καθιστάναι=εκθέτω κπ. σε κίνδυνο| φρ. κίνδυνός ἐστι + απρφ. ή απλή
δοτ.=υπάρχει κίνδυνος να... ή για κπ.| φρ. ἐν κινδύνῳ εἶναι=βρίσκομαι σε
κίνδυνο| φρ. ἐπὶ τῷ αὐτοῦ κινδύνῳ=με προσωπική διακινδύνευση| φρ. τὸν
ἐπιόντα κίνδυνον=τον επικείμενο κίνδυνο Β. αγώνας, τολμηρή επιχείρηση,
περιπέτεια
κόσμος
Α. 1. τάξη, ευπρέπεια, αρμονία| καλή συμπεριφορά, κοσμιότητα, ευταξία,
πειθαρχία 2. διοίκηση, κυβέρνηση για πόλεις| φρ. κατὰ κόσμον=δεόντως,
όπως αρμόζει Β. 1. κόσμημα, στολίδι| στολισμός νεκρών 2. στολισμός,
διακόσμηση, καλλωπισμός μτφ.| κόσμοι ονομάζονταν δέκα αξιωματούχοι
προερχόμενοι από τα αριστοκρατικά γένη στο πολιτικό σύστημα της

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
Κρήτης (στη Σπάρτη το αξίωμα μετασχηματίστηκε στο σώμα των εφόρων)
Γ. δόξα, τιμή, πίστη, έπαινος Δ. αστρονομία 1. το σύμπαν, ο κόσμος| το
στερέωμα, ο ουρανός 2. η σφαίρα που περιέχει τους απλανείς αστέρες|
στον πληθ. οι αστέρες
κρείσσων
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. (ως συγκρ. του κρατύς) ο ισχυρότερος, ο δυνατότερος (ιδίως
στη μάχη), αυτός που έχει μεγαλύτερη σωματική δύναμη, αυτός που
υπερισχύει, που νικά Β. (ως συγκρ. του ἀγαθός) ο καλύτερος, ο ανώτερος,
ιδίως ως προς τη θέση, την αξία | είμαι καλύτερος, ανώτερος,
καταλληλότερος στο να πράξω κτ. με απρφ.| ως ουσ. οἱ κρείσσονες=οι
ανώτερες, οι θείες δυνάμεις| τά κρείσσω=τα θεία| τά κρείσσονα=τα
πλεονεκτήματα| φρ. κρεῖσσον ἐστι με απρφ.=είναι καλύτερο, προτιμότερο
να...=κρείσσων εἰμί με μτχ.| φρ. κρείσσονες θεοί=οι θεοί του Ολύμπου Γ.
αυτός που υπερβάλλει, που υπερτερεί, που βρίσκεται πάνω από κπ. ή από
κτ. Δ. αυτός που μπορεί και εξουσιάζει κτ., ο εγκρατής | αυτός που θέτει
τον εαυτό του πάνω από κτ.| φρ. κρείττων τῆς παιδείας=αυτός που δεν
επιδέχεται παιδεία Ε. ο ανώτερος, ο εξοχότερος με ηθική σημασία| φρ. ὁ
κρείττων λόγος| ΕΠΙΡΡΗΜΑ με καλύτερο τρόπο
κρίνω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. χωρίζω, διακρίνω, αποχωρίζω, θέτω κατά μέρος 2.
υποβάλλω σε ανάκριση, εξετάζω, ερωτώ| υποβάλλω σε κρίση, κατηγορώ,
δικάζω| με γεν. της ποινής ή του εγκλήματος| εκδίδω καταδικαστική
απόφαση, καταδικάζω 3. διαλέγω, εκλέγω 4. κρίνω προκειμένου για κπ. ή
για κτ.| κρίνω, εκφέρω κρίση ή απόφαση απόλ.| εκφέρω κρίση, διαιτητική
απόφαση για φιλονικία, δίκη, αγώνα| με σύστ. Α 5. εξηγώ, ερμηνεύω κατά
ένα ιδιαίτερο τρόπο 6. αποφασίζω ή αποφαίνομαι ότι, θεωρώ ότι ... με αιτ.
ή εμπρόθετο προσδιορισμό και απρφ.| χωρίς απρφ.| αποφασίζω υπέρ κπ.,
προτιμώ, προκρίνω Β. ΜΕΣΟ 1. διαλέγω, εκλέγω 2. φτάνω σε αποτέλεσμα
3. φιλονικώ, ερίζω, μάχομαι Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. εκλέγομαι, προτιμώμαι,
διακρίνομαι 2. υπόκειμαι σε κρίση, κατηγορούμαι, οδηγούμαι σε δίκη,
δικάζομαι, κρίνομαι, κατακρίνομαι, καταδικάζομαι| με γεν. της ποινής ή
του εγκλήματος
κρίσις
Α. 1. κρίση, γνώμη, εκτίμηση, αποτίμηση 2. εκλογή, επιλογή, προτίμηση|
με γεν. Β. 1. δίκη, κρίση δικαστηρίου, δικαστική απόφαση δικανικός όρος 2.
δοκιμή δεξιότητας ή δύναμης, άμιλλα, αγώνας 3. έριδα, φιλονικία,
λογομαχία με εμπρόθετο προσδιορισμό Γ. η έκβαση, το αποτέλεσμα, η
λύση ενός πράγματος, μιας υπόθεσης ή ενός γεγονότος Δ. απότομη και
οξεία εμφάνιση συμπτωμάτων μιας νόσου ιατρική

λ
λανθάνω και λήθω

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ διαφεύγω την προσοχή κπ., παραμένω άγνωστος, μένω
απαρατήρητος (συχνά με άρνηση) με αιτ. προσ.| με αιτ. και απρφ.| με
μτχ., που αποδίδεται με ρ. και το ρ. με επίρρημα κρυφά, μυστικά,
απαρατήρητα| απόλ.| με αναφ. πρότ. Β. ΜΕΣΟ και ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. κρατώ
κτ. κρυμμένο από τον εαυτό μου, λησμονώ με γεν.| κυρίως στον αόρ. β' 2.
λησμονώ από πρόθεση, παραμελώ, παραλείπω, παρέρχομαι
λέγω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. συλλέγω| επιλέγω 2. αριθμώ, συγκαταλέγω| φρ. λέγω
τινά οὐδαμοῦ=θεωρώ κάποιον μηδαμινό, τιποτένιο| φρ. κέρδος
λέγω=θεωρώ κέρδος 3. απαριθμώ, επαναλαμβάνω, διηγούμαι Β. ΜΕΣΟ
συλλέγω για τον εαυτό μου | επιλέγω για τον εαυτό μου Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1.
συλλέγομαι, επιλέγομαι 2. συγκαταλέγομαι, απαριθμούμαι Α.
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. λέω, μιλώ, αναφέρω| με εμπρόθετο προσδιορισμό| με
αιτ. και απρφ.| με ειδική πρόταση| με πλάγια ερωτηματική πρόταση|
απόλ.| με μτχ.| με δοτ. προσ. και αιτ. πράγμ.| με αιτ. προσ. και αιτ.
πράγμ.| φρ. λέγω τά τινος=αναφέρω για κπ.| φρ. εὖ λέγω επαινώ, κακῶς
λέγω=κακολογώ, αποδοκιμάζω| πλεοναστική χρήση| φρ. λέγω τι=έχω
δίκιο| φρ. εὖ λέγω, καλῶς λέγω, ὀρθῶς λέγω=μιλώ ορθά| φρ. λέγω
οὐδέν=λέω κτ. χωρίς σημασία ή ψεύδομαι| φρ. κακῶς λέγω=δεν μιλώ ορθά
2. προσδιορίζω, αποκαλώ, θεωρώ 3. διατάζω, παραγγέλλω 4. ανακοινώνω,
διακηρύττω για χρησμούς, έγγραφα 5. εννοώ, προσδιορίζω| φρ. τί λέγω,
πῶς λέγω=τι θέλω να πω, τι εννοώ 6. διαβάζω δυνατά κτ. γραμμένο|
τραγουδώ, ψάλλω| εγκωμιάζω, εξυμνώ, καυχιέμαι για κτ.| κάνω λόγο για
κτ.| έχω ρητορική ικανότητα, ευφράδεια ρητορική| φρ. | εκθέτω δημόσια
με το λόγο απόψεις, ισχυρίζομαι, διαβεβαιώνω| διατάζω να πουν,
αποστέλλω λόγο με κπ. άλλο, γνωστοποιώ Β. ΜΕΣΟ απαριθμώ,
επαναλαμβάνω, διηγούμαι Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. λέγομαι, αναφέρομαι|
λέγεται, αναφέρεται απρόσ.| φρ. τὸ λεγόμενον=όπως λένε απόλ. 2.
προσδιορίζομαι, θεωρούμαι, αποκαλούμαι
λιπαρός
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. κυριολ. 1. λιπαρός, αυτός που περιέχει λίπος φυσική και
βιολογία| για οσμή| αλειμμένος με λάδι, γυαλιστερός για άνθρωπο|
στιλπνός, ζωηρός, με όψη υγιή για μέρη του σώματος 2. ευτραφής| παχύς,
λιπαρός Β. μτφ. 1. πλούσιος, λαμπρός, έξοχος, ωραίος για πράγματα|
πλούσιος, ευχάριστος για συνθήκες ζωής, καταστάσεις| ως επίθετο
πόλεων 2. γόνιμος, εύφορος για τόπο| ΕΠΙΡΡΗΜΑ σε αφθονία, σε πλούτο
λόγος
Α. Ο ΕΚΦΕΡΟΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ (ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΣ και ΓΡΑΠΤΟΣ) 1. λόγος,
λόγια, ομιλία| φρ. ὡς εἰπεῖν λόγῳ=για να μιλήσουμε, για να πούμε| φρ.
λόγῳ-ἔργω=αντίθεση αυτού που απλώς λέγεται με αυτό που είναι
πραγματικότητα| αναφορά, μνημόνευση| δήλωση, ισχυρισμός|
υπόσχεση, απάντηση| ρητό, απόφθεγμα, παροιμία| απόφαση, λύση|

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
διαταγή, εντολή, προτροπή| διακήρυξη, διδασκαλία| όρος, προϋπόθεση 2.
φήμη, παράδοση, μύθος| φρ. λόγος ἔχει σε| φήμη, νέα, πληροφορία 3.
χρησμός, αποκάλυψη 4. το ζήτημα για το οποίο γίνεται λόγος, το γεγονός|
αρχή, πρόταση, ορισμός| υπόθεση, παράδειγμα 5. ικανότητα της ομιλίας,
χρήση του λόγου| δικαίωμα του λόγου, εξουσία| διάλογος (ως
λογοτεχνικό είδος)| φρ. εἰς λόγους ἐλθεῖν, συνελθεῖν, ἀφικέσθαι, διά
λόγων ἰέναι, ἐς λόγους ἄγειν| φρ. οἰ ἐν τοῖς λόγοις=οι διαλεκτικοί 6. πεζός
λόγος, φράση| διήγηση πραγματικών γεγονότων, διήγηση ιστορική,
ιστορία, τμήμα ιστορικού έργου| βιβλίο, μέρος έργου| ρητορικός λόγος|
φανταστική διήγηση| μύθος (ως λογοτεχνικό είδος) Β. Ο ΕΝΔΙΑΘΕΤΟΣ
ΛΟΓΟΣ (ΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ) 1. η ικανότητα της λογικής σκέψης, της
αιτιολόγησης| κίνητρο, αιτία, δικαιολόγηση| σχέδιο, πρόγραμμα 2.
λογοδοσία, λογαριασμός (προφορικά ή εγγγράφως) φρ. λόγον αἰτεῖν,
ἀπαιτεῖν, διδόναι, λόγον ὑπέχειν| εξήγηση| εκτίμηση, ενδιαφέρον,
φροντίδα, αποτίμηση φρ. λόγον τινός ποιοῦμαι, λόγον ἔχειν περί τινος|
αναφορά, σχέση, αναλογία

μ
μανθάνω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. μαθαίνω (από διδασκαλία ή εμπειρία)| παρά τινος 2.
αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, ξέρω| διαφωτίζω 3. βλέπω, παρατηρώ,
αναγνωρίζω| βλέπω μτφ.| φρ. σε διαλόγους μανθάνεις; πάνυ
μανθάνω=καταλαβαίνεις; ναι, πολύ καλά φρ. στην αρχή ερώτησης τί
μαθών...;=τι σε έπεισε, τι σου ήρθε να ....; φρ. τί μαθών...;=τι στο καλό...;
ειρων.| φρ. σε πλάγιο λόγο ὅτι μαθών=γιατί, επειδή Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ μόνον
ο ενεστ. και σπάνια η μτχ. πρκ. 1. μαθαίνομαι, γίνομαι αντικείμενο
μάθησης
μέμφομαι
1. μέμφομαι, κατηγορώ, ψέγω κπ. ή κτ. με αιτ. προσ. ή πράγμ.| με σύστ.Α|
απόλ. 2. κατακρίνω κπ. για κτ. με δοτ. προσ. και αιτ. πράγμ.| με δοτ. προσ.
και γεν. πράγμ.| με γεν. προσ. και αιτ. πράγμ. 3. βρίσκω ελλείψεις ή
σφάλματα σε κπ. με δοτ. προσ.| με μτχ. συνημμένη στο Α 4.
παραπονούμαι για κτ. με γεν. πράγμ.| με απρφ. και μή| με ὅτι| με ὡς| με
εἰ
μέτρον
Α. 1. μέτρο, κανόνας, αυτό διά του οποίου μπορεί να μετρηθεί κτ. 2.
μονάδα μέτρησης χωρητικότητας στερεών ή υγρών 3. διάστημα μετρημένο
ή που μπορεί να μετρηθεί, μέτρο, μήκος, μέγεθος Β. όριο, σύνορο Γ. ο
μέσος όρος, η αποφυγή ακροτήτων, η συμμετρία, η ορθή αναλογία, ο
κανόνας, ο νόμος, η νόρμα, το μέτρο | ως επίρρημα μέτρῳ ή τῷ
μέτρῳ=μέτρια ή με μέτρο Δ. 1. το ποιητικό μέτρο, το μέτρο των στίχων ή
συλλαβών στην ποίηση 2. έμμετροι στίχοι, στίχοι στον πληθ.

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
μηχανή
Α. 1. εργαλείο, μηχάνημα για ανύψωση βαρών 2. πολιορκητική μηχανή 3.
μηχανή θεάτρου| φρ. ἀπὸ μηχανῆς=για γεγονός αιφνίδιο και
απροσδόκητο Β. μέσο, τρόπος | με γεν. αντικ.| επινόημα, τέχνασμα, δόλος
(συνήθως στον πληθ.)| ως σύστ. A| με γεν. υποκ.| φρ. μηχανὴν ή
μηχανὰς προσφέρειν, εὑρίσκειν, ἐξευρίσκειν, ἐκπορίζειν, πορίζεσθαι| φρ.
μηχαναὶ πολλαί εἰσιν ὥστε...| φρ. οὐδεμία μηχανή ἐστί ὅκως οὐ, με οριστ.
μέλλ. ή μὴ οὐ με απρφ.| φρ. μηχανῇ σε συνδυασμό με το τέχνῃ| φρ. πάσῃ
μηχανῇ=με κάθε τρόπο

ν
ξ
ξένος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. ως ουσ. ὁ ξένος=φίλος από ξένη χώρα, με τον οποίο έχει
συναφθεί ιερή συνθήκη φιλοξενίας με θυσίες και ανταλλαγή δώρων|
εκείνος που παρέχει φιλοξενία| φρ. φίλος καὶ ξένος Β. 1. κάθε ξένος,
αυτός που κατάγεται ή προέρχεται από άλλο τόπο 2. ως ουσ. ὁ
ξένος=αλλοδαπός, πρόσφυγας, άγνωστος σε κπ. τόπο| αυτός που δεν
είναι πολίτης της πόλης στην οποία βρίσκεται , αντ. του ἔνδημος, ἀστὸς,
πολίτης, ἐπιχώριος| αυτός που κατάγεται από άλλη χώρα, που δεν είναι
΄Ελληνας, συν.βάρβαρος| ξένος μισθοφόρος στρατιώτης| φρ. ὦ ξένε=ξένε,
φίλε μου 3. αυτός που δεν έχει σχέση με κτ. , που αγνοεί κτ. με γεν. Γ.
ασυνήθιστος, παράδοξος ΕΠΙΡΡΗΜΑ | φρ. ξένως ἔχω=δεν γνωρίζω

ο
όλίγος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. 1. μικρός, αντ. μέγας για μέγεθος 2. ο μικρής έκτασης, ο
περιορισμένου χώρου για έκταση 3. βραχύσωμος, κοντός για ανάστημα Β.
1. ο μικρής διάρκειας, ο σύντομος για χρόνο 2. λίγος, σπάνιος, αντ. πολύς
για αριθμό ή ποσότητα| ως ουσ. οἱ ὀλίγοι=οι ολιγαρχικοί, αντ. τὸ πλῆθος|
με απρφ. Γ. φρ. ὀλίγου δεῖ, ὀλίγου, ἐς ὀλίγον, παρ' ὀλίγον=λίγο έλειψε,
σχεδόν, παρά λίγο| φρ. παρ' ὀλίγον ποιοῦμαί τι=θεωρώ κπ. ή κτ.
ασήμαντο| φρ. δι' ὀλίγου=σε μικρή απόσταση, στη διάρκεια ή μετά από
σύντομο χρονικό διάστημα, ξαφνικά | φρ. δι' ὀλίγων=με λίγα λόγια,
σύντομα| φρ. ἐν ὀλίγῳ=σε μικρό διάστημα, σε ή για ένα σύντομο χρονικό
διάστημα| φρ. ἐν ὀλίγοις, σὺν ὀλίγοις=ένας από τους λίγους, σφόδρα, σε
ύψιστο βαθμό| φρ. ἐξ ὀλίγου=την τελευταία στιγμή, ξαφνικά| φρ. ἐπ'
ὀλίγον, ὀλίγου γ' εἵνεκα=για λίγο χρονικό διάστημα| φρ. κατ' ὀλίγον=λίγο-
λίγο| φρ. μετ' ὀλίγον τούτων=λίγο μετά από αυτά| ΕΠΙΡΡΗΜΑ λίγο, σε
μικρό βαθμό| ως επίρρημα ὀλίγῳ
ὀλιγωρέω

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ φροντίζω λίγο για κπ. ή για κτ., δίνω λίγη προσοχή,
παραμελώ με γεν.| με εμπρόθετο προσδιορισμό| δεν προσέχω, αμελώ
απόλ. Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ δεν λαμβάνομαι υπόψη από κπ., δεν υπολογίζομαι,
παραμελούμαι
ὄλλυμι και ὀλλύω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ καταστρέφω, αφανίζω, σκοτώνω| χάνω, υφίσταμαι την
απώλεια Β. ΜΕΣΟ χάνομαι, πεθαίνω, σκοτώνομαι| χάνομαι,
καταστρέφομαι, αφανίζομαι για πράγματα| ο πρκ. ὄλωλα με μέση
σημασία=καταστράφηκα, χάθηκα| η ευκτ. αόρ. ὄλοιο, ὄλοιτο σαν βρισιά,
σαν κατάρα=να χαθείς !
ὁμιλία
Α. εταιρεία, σύλλογος, ομάδα Β. 1. συναναστροφή, κοινωνία, συντροφιά,
σχέση| με γεν.| με εμπρόθετο προσδιορισμό| φρ. ἡ καθ' ἡμᾶς αὐτοὺς
πολιτεία καὶ ὁμιλία=ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος 2. ερωτική σχέση,
συνουσία Γ. μάθημα, διδασκαλία
ὄμνυμι και ὀμνύω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ και ΜΕΣΟ 1. υπόσχομαι με όρκο, ορκίζομαι με σύστ. Α|
με δοτ. προσ. 2. ορκίζομαι για κτ., επιβεβαιώνω ή ενισχύω κτ. με όρκο με
αιτ.| με απρφ. κάθε χρόνου (=ορκίζομαι ότι)| απόλ.| ως μτχ. πρκ.
ὀμωμοκώς-ότες 3. ορκίζομαι σε κπ. ή σε κτ., επικαλούμαι ως μάρτυρα με
αιτ. προσ. ή πράγμ., στο οποίο ορκίζεται κπ.| με δοτ. προσ.| με πρόθ. Β.
ΠΑΘΗΤΙΚΟ (σπάνια) 1. (προκειμένου για όρκο) δίνομαι, εκφωνούμαι 2. με
επικαλείται κπ. σε όρκο
ὀξύς
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. που απολήγει σε αιχμηρό άκρο, μυτερός, κοφτερός αντ.
ἀμβλύς | τὸ ὀξύ=η κορυφή ενός τριγωνικού σχήματος| φρ. ὀξεῖα γωνία
γεωμετρία Β. δυνατός, έντονος, διαπεραστικός για αισθήσεις και
αισθήματα| σοβαρός, κρίσιμος, επικίνδυνος για αρρώστιες, σωματικές
βλάβες| δυνατός, διαπεραστικός, διεισδυτικός , έντονος, λαμπρός, αντ.
ἀμβλὺς για την όραση, το φως, τα χρώματα| φρ. ὀξὺ βλέπω, ὁρῶ=έχω
οξεία όραση, βλέπω καθαρά | έντονος, ξινός για γεύση ή οσμή| δυνατός,
έντονος, διαπεραστικός για ήχο, φωνή| φρ. ὀξὺ άκούω=ακούω καθαρά,
έχω οξεία ακοή| υψηλός τόνος, αντ. βαρὺς μουσική| φρ. ἡ ὀξεῖα Γ.
πρόθυμος, ορμητικός, ζωηρός, παράφορος, ευέξαπτος μτφ.| αυτός που
χαρακτηρίζεται από μεγάλη αντιληπτική ικανότητα, ταχύς, ευφυής| φρ.
ὀξύς εἴς τι| φρ. ὀξὺ νοῶ= αντιλαμβάνομαι γρήγορα Δ. ταχύς, ορμητικός,
ευκίνητος για κίνηση| πιεστικός, επείγων για καταστάσεις, περιστάσεις
ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. έντονα, καθαρά 2. γρήγορα, αμέσως
ὁράω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. βλέπω, θεωρώ, παρατηρώ με αιτ.| με κτγ. μτχ.|
σπάνια με γεν.| με δευτερεύουσα πρόταση| απόλ.| το απρφ. με
επιρρηματική σημασία| έχω την όρασή μου, βλέπω| ζω μτφ. 2. κοιτάζω

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
κάπου, έχω στραμμένο κάπου το βλέμμα μου με εμπρόθετο προσδιορισμό
ή επίρρημα| στρέφω την προσοχή μου σε κτ., παρατηρώ προσεκτικά,
εξετάζω με εμπρόθετο προσδιορισμό| με αιτ.| προσέχω, παίρνω τα μέτρα
μου, φυλάγομαι στην προστ. με πλάγια πρόταση| αναζητώ, φροντίζω,
προνοώ για χάρη κπ. 3. καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, διακρίνω| με αιτ.|
με κτγ. μτχ.| με δευτερεύουσα πρόταση| με απρφ.| ὁρᾶς; ὁρᾶτε;=βλέπεις;
βλέπετε; παρενθετικά σε επεξήγηση ή στην αρχή πρότασης ή ειρωνικά 4.
δοκιμάζω, επιχειρώ 5. συναντώ, βρίσκω Β. ΜΕΣΟ 1. βλέπω, θεωρώ,
παρατηρώ, αντιλαμβάνομαι με αιτ.| με κτγ. μτχ.| με δευτερεύουσα
πρόταση| το απρφ. με επιρρηματική σημασία| ζω μτφ. 2. κοιτάζω κάπου,
έχω στραμμένο κάπου το βλέμμα μου με εμπρόθετο προσδιορισμό|
στρέφω την προσοχή μου σε κάτι, παρατηρώ προσεκτικά, εξετάζω | ως
επίρρημα ἰδού=να, ιδού, να πάρε, (εμπαικτικά σε διάλογο) μάλιστα, τί
λόγος 3. δοκιμάζω, επιχειρώ Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. βλέπομαι| φρ. τά
ὁρώμενα=τα ορατά 2. φαίνομαι, εμφανίζομαι| με κτγ. μτχ.

π
παραγίγνομαι
Α. 1. παρευρίσκομαι με δοτ.| με εμπρόθετο προσδιορισμό 2. βρίσκομαι
πλησίον κπ., παρίσταμαι, παρέχω βοήθεια, υποστηρίζω με δοτ. προσ. 3.
προσέρχομαι, έρχομαι σε κτ. ή σε κπ., προστίθεμαι σε κτ. για πράγματα Β.
1. παρουσιάζομαι, έρχομαι, καταφθάνω, φτάνω στο ίδιο σημείο| απόλ. 2.
ωριμάζω, αναπτύσσομαι
παράδοξος
ΕΠΙΘΕΤΟ αυτός που γίνεται πέρα από κάθε προσδοκία, απίστευτος,
απίθανος, παράξενος, αλλόκοτος| ΕΠΙΡΡΗΜΑ πέρα από κάθε προσδοκία,
απροσδόκητα, εκπληκτικά, παράξενα
παρίστημι
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. στήνω, τοποθετώ κοντά 2. βάζω στο μυαλό κπ.,
παρουσιάζω| εμπνέω, προξενώ, διεγείρω| παριστάνω, περιγράφω| κάνω
φανερό, αποδεικνύω 3. θέτω κοντά σε άλλο, παραβάλλω, συγκρίνω Β.
ΜΕΣΟ και ΠΑΘΗΤΙΚΟ και αόρ. β΄ παρέστην, πρκ. παρέστηκα, υπερσ.
παρειστήκειν 1. στέκομαι κοντά ή δίπλα| βοηθώ, υπερασπίζω 2. έχω έρθει,
παρευρίσκομαι, φτάνω| είμαι παρών, πλησιάζω για γεγονότα και
καταστάσεις| παρουσιάζω, εμφανίζω, παρέχω με ενεργητική διάθεση και
Α| παρουσιάζω στο δικαστήριο, εμφανίζω κπ. ως μάρτυρα δικανικός όρος
με ενεργητική διάθεση και Α| η μτχ. παρεστηκώς, -υῖα, -ός (αττ.
παρεστώς, -ῶσα, -ώς)=ο παρών, ο τωρινός, αυτός που ήδη βρίσκεται
μπροστά σε κπ. 3. παίρνω το μέρος, συμμερίζομαι τη γνώμη κπ.| ελκύω
κπ. προς το μέρος μου με καλοσύνη ή ευφυία με ενεργητική διάθεση και Α
4. έρχομαι σε συμφωνία, υποτάσσομαι, παραδίδομαι| φέρνω κπ. με το
μέρος μου με τη βία, εξαναγκάζω, υποτάσσω με ενεργητική διάθεση και Α

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
5. έρχομαι στο νου, παρουσιάζομαι| απρόσ. 6. διαθέτω κπ. για προσωπικές
πεποιθήσεις ή σκοπούς
παρρησία
Α. η ελεύθερη έκφραση γνώμης, το να εκφράζει κανείς την άποψή του με
θάρρος και ειλικρίνεια, η παρρησία | η δοτ. ως επίρρημα παρρησίᾳ=με
θάρρος έκφρασης, απροκάλυπτα, ανοιχτά Β. αθυροστομία, απρόσεκτη και
αναιδής έκφραση γνώμης
πέμπω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. στέλνω, στέλνω μακριά, αποστέλλω με αιτ. και δοτ.|
με αιτ. και εμπρόθετο προσδιορισμό| με αιτ. και μτχ. 2. στέλνω μήνυμα,
στέλνω για να ειδοποιήσω ή να πληροφορήσω, αποστέλλω μια αγγελία ή
μια συμβουλή| στέλνω για να πω, στέλνω διαταγή| στέλνω ως δώρο,
στέλνω χάρισμα, δίνω ως εφόδια ταξιδιού 3. αποπέμπω, κάνω ή αφήνω
κπ. ή κτ. να φύγει 4. οδηγώ, συνοδεύω| συμμετέχω σε μια πομπή, σε μια
παρέλαση Β. ΜΕΣΟ στέλνω ή φροντίζω να σταλεί κπ. κάπου για χάρη μου
Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. αποστέλλομαι 2. φέρομαι εν πομπή
πίπτω
Α. πέφτω, καταλήγω στο έδαφος | πέφτω για φυσικά φαινόμενα Β. μτφ. 1.
πέφτω, τυχαίνω, βγαίνω για ζάρια, κλήρο, χρησμό| ενσκήπτω, συμβαίνω,
πέφτω 2. περιέρχομαι σε ή βγαίνω από μία κατάσταση συνήθ. με
εμπρόθετους προσδιορισμούς 3. πέφτω στο πεδίο της μάχης, πεθαίνω|
πέφτω, ηττώμαι από αντίπαλο| καταστρέφομαι, εξολοθρεύομαι για
στράτευμα| ταπεινώνομαι, εξουδετερώνομαι 4. εκφράζομαι,
διατυπώνομαι για λόγο 5. πέφτω, καταλαγιάζω για τον άνεμο 6. τέμνω
γεωμετρία 7. εμπίπτω σε μια κατηγορία, ανήκω κάπου
πλάσσω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. σχηματίζω, δίνω μορφή 2. διαπλάθω, διαμορφώνω με
την ανατροφή και την εκπαίδευση 3. σχηματίζω στον νου την έννοια ενός
αντικειμένου 4. προσποιούμαι 5. επινοώ, πλάθω κτ. ψεύτικο| απόλ. Β.
ΜΕΣΟ 1. σχηματίζω για τον εαυτό μου 2. προσποιούμαι 3. επινοώ, πλάθω
κτ. ψεύτικο| απόλ. Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. σχηματίζομαι, παίρνω μορφή 2.
διαπλάθομαι, διαμορφώνομαι με την ανατροφή και την εκπαίδευση 3.
είμαι επινοημένος, είμαι πλαστός
πλεονεκτέω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. είμαι πλεονέκτης, έχω ή απαιτώ περισσότερα από όσα
δικαιούμαι να απαιτήσω, είμαι άπληστος, αχόρταγος 2. έχω ή απαιτώ
περισσότερα από κπ. άλλο, έχω ή απαιτώ μεγαλύτερο μερίδιο κπ.
πράγματος με γεν. πράγμ. 3. έχω κάποιο πλεονέκτημα, υπερτερώ,
υπερέχω έναντι κπ., ξεπερνώ κπ. απόλ.| με γεν. προσ.| με εμπρόθετο
προσδιορισμό| με γεν. προσ. και εμπρόθετο προσδιορισμό| με δοτ. αναφ.|
φρ. πλεονεκτέω τῶν νόμων=είμαι ανώτερος από τους νόμους Β.
ΠΑΘΗΤΙΚΟ εξαπατώμαι

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
πολίτης
Α. 1. κάτοικος πόλης που έχει πολιτικά δικαιώματα, ελεύθερος πολίτης|
με γεν.| αντ. του ἰδιώτης| αντ. του ξένος 2. συμπολίτης| φρ. ἀγαθός
πολίτης, χρηστὸς πολίτης, αντ. κακὸς πολίτης, πονηρὸς πολίτης| φρ.
φύσει, γένει πολίτης=από τη γέννησή του ελεύθερος πολίτης| φρ.ποιῶ ή
ποιοῦμαι τινά πολίτην=πολιτογραφώ, δίνω σε κπ. τα δικαιώματα
ελεύθερου πολίτη Β. το ουσ. ως επίθ. αυτός που ανήκει στην πόλη
πολιτικός
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε πολίτες 2. αυτός που
αρμόζει, που ταιριάζει σε ένα πολίτη (λατ. civilis) 3. αυτός που αρμόζει στη
συνήθη ζωή ενός πολίτη, ο συνηθισμένος 4. αυτός που αποτελείται από
πολίτες| δημοκρατικός, αντ. δεσποτικός, βασιλευτικός/βασιλευτός και
αριστοκρατικός| αυτός που ζει μέσα στην κοινωνία, κοινωνικός| φρ. τά
πολιτικά=οι πολιτικές υποθέσεις, αντ. τὰ πολεμικά Β. ό,τι ανήκει ή
αρμόζει σε άνδρα πολιτικό, αντ. του οἰκονομικός | ο πολιτικός άνδρας, η
πολιτική προσωπικότητα Γ. ό,τι σχετίζεται με τη διοίκηση της πολιτείας ή
της πόλης, ο κρατικός, λατ. | φρ. τὰ πολιτικά=τα πράγματα της πολιτείας,
οι δημόσιες υποθέσεις| φρ. τὰ πολιτικά πράττω=ενδιαφέρομαι για, παίρνω
μέρος στα πράγματα της πόλης| φρ. τὰ πολιτικά βλάπτω=βλάπτω τα
συμφέροντα της πόλης Δ. δημόσιος, αντ. του ἴδιος ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. κατά
τρόπο πολιτικό, ως πολίτης, κατά τους νόμους και τα έθιμα της πολιτείας|
ως αντ. του δεσποτικῶς και του βασιλικῶς| κατά νόμιμο τρόπο, σύμφωνα
με έθιμο που είναι σεβαστό μεταξύ των πόλεων| φρ. πολιτικῶς
ἔχω=πράττω, ενεργώ ως πολίτης, κατά συνταγματικό τρόπο 2. κατά το
συνήθη τρόπο, κατά τα ειωθότα
πόνος
Α. 1. κοπιαστική εργασία, κόπος, μόχθος (φυσικός και διανοητικός)|
ασχολία, δουλειά 2. σωματική άσκηση, εκγύμναση| ειδικότερη σωματική
εργασία 3. ο κόπος της μάχης, ο πόλεμος Β. το αποτέλεσμα της καταβολής
κόπου, το έργο Γ. 1. φυσικός πόνος, σωματικό άλγος, ασθένεια 2. ψυχικό
άλγος, στενοχώρια, λύπη| αφορμή θλίψης, βάσανο, δυσκολία, συμφορά|
προσωποποίηση Πόνος=μυθικό πρόσωπο, γιος της ΄Εριδας| ως επίρρημα
πόνῳ, σύν πόνῳ, πολλῷ πόνῳ, μετὰ πολλοῦ πόνου, ἄνευ πόνου| φρ. ἔχει
πόνον=απαιτεί κόπο| φρ. πόνον παρέχειν τινί| φρ. πόνον (προσ)τιθέναι,|
φρ. πόνον ή πόνους πονεῖν, πονεῖσθαι, πόνους
πόρος
Α. για φυσικές οντότητες 1. διάβαση, φυσικό ή τεχνητό πέρασμα, πορθμός,
γέφυρα για ποτάμι και θάλασσα| το ποτάμι, η θάλασσα, ο πόντος| με
τοπωνύμιο (Αἰγαῖος πόρος, Άχερούσιος πόρος, Διρκαῖος πόρος, Ἰόνιος
πόρος, Ἑλλήσποντος (Ἕλλας) πόρος κ.ά.) 2. δρόμος, οδός, πορεία, ταξίδι 3.
πόρος δέρματος, κάθε αγωγός ή άνοιγμα του σώματος για το ανθρώπινο
σώμα| ιατρική φρ. πόροι σπερματικοί ή θορικοί, πόροι ὑστερικοί

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
(=ωοθήκες), τροφῆς πόροι Β. 1. διέξοδος από μια κατάσταση, τέχνασμα,
επινόηση, τρόπος, κόλπο για καταστάσεις| μέσο απόκτησης υλικών
αγαθών ή βοηθημάτων 2. Πόρος, θεότητα, γιος της Μήτιδας και πατέρας
του Έρωτα
πρᾶγμα
Α. έργο, δράση, ενέργεια, πράξη, αντ. του λόγος Β. 1. γεγονός, υπόθεση
που δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια 2. σημαντικό πράγμα, σπουδαίος
άνθρωπος| φρ. πρῆγμά ἐστι ή πρῆγμά ἐστί μοι=είναι αναγκαίο ή ωφέλιμο
με απρφ. ή με αιτ. και απρφ. Γ. συχνά στον πληθ. 1. υπόθεση, περίσταση|
με προσδιορισμό 2. δικαστικές υποθέσεις, δίκη δικανικός όρος 3. δυσκολίες,
ενόχληση με αρνητική σημασία| φρ. πράγματα ἔχειν ή παρέχειν=είμαι σε
δυσκολίες, προκαλώ δυσκολίες ή προβλήματα Δ. 1. οι υποθέσεις της πόλης
2. η διακυβέρνηση της πόλης| φρ. οἱ ἐν τοῖς πράγμασι=οι άρχοντες, οι
αξιωματούχοι| φρ. νεώτερα πράγματα=πολιτικές μεταβολές 3. η ίδια η
πόλη, η δύναμη (οι κάτοικοι) της πόλης Ε. πράγμα, αντικείμενο
προθυμέομαι
1. είμαι πρόθυμος να κάνω κτ., επιδεικνύω ζήλο ή ετοιμότητα για μια
δραστηριότητα με απρφ.| με πρόταση ὅπως, ὡς| με εμπρόθετο
προδιορισμό| απόλ. 2. ενεργώ πρόθυμα για κτ., επιθυμώ θερμά με αιτ.
(συχνά με ουδ.αντων.)
πρόθυμος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. αυτός που διαπνέεται από προθυμία, ζήλο, που επιδεικνύει
ετοιμότητα για μια δραστηριότητα, ο πρόθυμος | πρόθυμος για κτ. με
γεν.| με εμπρόθετο προσδιορισμό| απόλ.| φρ. πρόθυμός εἰμι με
απρφ.=προθυμέομαι=είμαι έτοιμος, πρόθυμος να πράξω κτ.| φρ. τὸ
πρόθυμον=ἡ προθυμία=ο ζήλος, η προθυμία Β. αυτός που επιθυμεί το
καλό κπ., αυτός που επιδεικνύει καλή διάθεση προς κπ., ο πιστός, ο
αφοσιωμένος | ΕΠΙΡΡΗΜΑ με προθυμία, με ζήλο, με όρεξη
προσήκω
Α. ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ 1. έχω φτάσει σε κπ. τόπο, είμαι κοντά, είμαι παρών|
πλησιάζω, εκτείνομαι 2. ανήκω| έχω σχέση με κπ. ή κτ., αφορώ| είμαι
συγγενής με δοτ. 3. ταιριάζω, αρμόζω, είμαι αρμόδιος, κατάλληλος με δοτ.
Β. ΑΠΡΟΣΩΠΟ 1. ανήκει, αφορά με άρνηση και γεν. πράγμ. 2. αρμόζει,
ταιριάζει με δοτ. προσ. και απρφ.| με αιτ. προσ. και απρφ.| σπάνια με
παράλειψη του απρφ. Γ. η μτχ. ως επίθ. 1. αυτός που ανήκει σε κπ. με δοτ.|
με γεν.| απόλ. δικός μου, όχι ξένος| αυτός που έχει σχέση με κτ.| με
απρφ.| αυτός που έχει σχέση συγγένειας, συγγενής με δοτ.| ως ουσ. οἱ
προσήκοντες=συγγενής, οικείος| φρ. γένει, κατά γένος προσήκων 2. αυτός
που αρμόζει, κατάλληλος, πρόσφορος με δοτ.| με αιτ.| με απρφ.| το ουδ.
της μτχ. ενεστ. ως ουσ. τὸ προσῆκον-τὰ προσήκοντα=αυτό που πρέπει ή
ταιριάζει να γίνει, το χρέος, το καθήκον| μτχ. σε αιτ. ουδ. (απόλ.)
προσῆκον| φρ. μᾶλλον τοῦ προσήκοντος| φρ. παρὰ τὸ προσῆκον| φρ.

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
ἐκτὸς τοῦ προσήκοντος| φρ. οὐκ ἐκ προσηκόντων

πυνθάνομαι
1. μαθαίνω κτ. από κπ. με αιτ. και γεν.| με αιτ. και εμπρόθετο
προσδιορισμό| με γεν. και ειδική πρόταση| ακούω ή μαθαίνω με αιτ.| με
μτχ.| με απρφ.| με ειδική πρόταση| απόλ.| ακούω να γίνεται λόγος για
κτ., ακούω νεότερη αγγελία, πληροφορούμαι με γεν. 2. ζητώ να μάθω με
αιτ. και γεν.| με περί και γεν.| με αιτ. προσ.| με πλάγια ερώτηση

ρ
σ
σεμνός
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. σεβαστός, σεπτός, όσιος, άξιος τιμής για θεό| στην Αθήνα αἱ
σεμναί θεαί ή απλά σεμναί=οι Ερινύες| για θεία πράγματα Β. σεβάσμιος,
σοβαρός, ευγενής, μεγαλοπρεπής για ανθρώπους| σεβαστός, επίσημος,
λαμπρός, επιβλητικός για πράγματα| φρ. σεμνόν ἐστι=είναι σπουδαίο,
ευγενικό, αξιόλογο πράγμα να...| φρ. ἐπί τὸ σεμνόν μιμεῖσθαι=μιμούμαι
κτ. ή κπ. ως προς την ευγένειά του Γ. 1. υπερήφανος, υπερόπτης, αλαζόνας
αρνητικά 2. πομπώδης, σοβαροφανής, επίσημος, μεγαλοπρεπής ειρων.|
ΕΠΙΡΡΗΜΑ με σεβασμό, με ευγένεια, με μεγαλοπρέπεια, με λαμπρότητα
σκεδάννυμι
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ σκορπίζω, διασκορπίζω, διασπείρω, διαχέω, διαλύω Β.
ΠΑΘΗΤΙΚΟ διασκορπίζομαι, διαδίδομαι, διαχέομαι
σκοπέω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ και ΜΕΣΟ 1. βλέπω, εξετάζω, παρατηρώ 2. εξετάζω,
θεωρώ, προσέχω, φροντίζω μτφ.| απόλ.| με δευτερεύουσα πρόταση| με
αιτ. πράγμ. και γεν. προσ. ή γεν. προσ. και δευτερεύουσα πρόταση| με
εμπρόθετο προσδιορισμό 3. αναζητώ, ψάχνω Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ εξετάζομαι
από κπ.
σοφία
Α. δεξιότητα, εμπειρία σε κάποια τέχνη ή επάγγελμα | γνώση κπ.
πράγματος με γεν. ή εμπρόθετο προσδιορισμό Β. σωστή κρίση, φρόνηση,
ευφυΐα, εμπειρία στα πρακτικά ζητήματα της καθημερινής ζωής, αντ. ἡ
ἀμαθία | καπατσοσύνη, πανουργία με αρνητική σημασία Γ. γνώση των
επιστημών, εμβρίθεια, μάθηση | θεωρητική γνώση, φιλοσοφία
σοφιστής
Α. 1. επιδέξιος, έμπειρος σε μια τέχνη 2. συνετός, φρόνιμος, σοφός,
φιλόσοφος Β. 1. διανοητής ή φιλόσοφος που δίδασκε με αμοιβή 2. αυτός
που εξαπατά με λόγια, απατεώνας, κατεργάρης με αρνητική σημασία
σοφός
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. ικανός, επιδέξιος, γνώστης μιας τέχνης 2. έντεχνος, φρόνιμος,

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
συνετός για αφηρημένες έννοιες 3. σοφός, φρόνιμος, προνοητικός,
ευφυής| τὸ σοφὸν| σοφιστής υποτιμ. 4. σοφός, έμπειρος, γνώστης
φιλοσοφία| σοφός, αντ. φρόνιμος| σοφός, αντ. φιλόσοφος| ΕΠΙΡΡΗΜΑ με
τέχνη, με επιδεξιότητα, με σοφία, με σύνεση
σπουδάζω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ και ΜΕΣΟ 1. σπεύδω, επείγομαι, βιάζομαι απόλ.| με
απρφ. 2. ασχολούμαι με βιασύνη ή προθυμία, ασχολούμαι σοβαρά με κτ.,
φροντίζω με επιμέλεια, αφοσιώνομαι σε κτ. για πράγματα με αιτ.| με
εμπρόθετο προσδιορισμό| με απρφ.| με αιτ. και απρφ.| με μτχ.| με
πρόταση ὅπως ή ὡς| ασχολούμαι, δίνω προσοχή σε κπ., φροντίζω,
ενδιαφέρομαι, ενεργώ προς το συμφέρον κπ. για πρόσωπα με εμπρόθετο
προσδιορισμό 3. είμαι σοβαρός, λέγω, κάνω ή παίρνω κτ. στα σοβαρά
απόλ.| με αιτ.| με εμπρόθετο προσδιορισμό| με ειδική πρόταση Β.
ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. επιδιώκομαι με ζήλο, ετοιμάζομαι με φροντίδα| συχνός ο
τύπος της μτχ. ἐσπουδασμένος=ετοιμασμένος με επιμέλεια,
επεξεργασμένος 2. εξετάζομαι σοβαρά, με παίρνουν στα σοβαρά| μου
συμπεριφέρονται με σεβασμό
σπουδαῖος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. για πρόσωπα 1. άξιος προσοχής, σημαντικός, που είναι
εξαιρετικός στον τομέα του, διακεκριμένος, αντ. φαῦλος| σοβαρός 2.
αγαθός, ενάρετος, έντιμος, αντ. φαῦλος, πονηρός με ηθική σημασία Β. για
πράγματα 1. άξιος προσοχής, σημαντικός, αξιόλογος| σοβαρός, αντ.
γελοῖον 2. καλός, ωραίος, καλής ποιότητας, εξαιρετικός ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1.
καλά, με επιμέλεια 2. με σοβαρότητα
σπουδή
Α. βιασύνη, ταχύτητα | φρ. σπουδὴν ἔχω| η δοτ. ως επίρρημα σπουδῇ ή
εμπρόθετος προσδιορισμός σὺν σπουδῇ, διὰ σπουδῆς, ὑπὸ σπουδῆς, κατὰ
σπουδὴν=γρήγορα, βιαστικά Β. 1. ζήλος, προθυμία, επιμέλεια, φροντίδα|
με γεν. ή με εμπρόθετο προσδιορισμό| στον πληθ. σπουδαί=προσπάθειες
που γίνονται με ζήλο| η δοτ. ως επίρρημα σπουδῇ ή εμπρόθετος
προσδιορισμός σὺν σπουδῇ, μετὰ σπουδῆς=με ζήλο, πρόθυμα| φρ.
σπουδὴν ἔχω| φρ. σπουδὴν ποιοῦμαι| φρ. σπουδή ἐστι περί τινος 2.
προσπάθεια, κόπος| η δοτ. ως επίρρημα σπουδῇ=με μεγάλη προσπάθεια,
με δυσκολία, με κόπο, μόλις και μετά βίας 3. αντικείμενο φροντίδας,
σπουδαία ασχολία 4. εκτίμηση, σεβασμός για κπ., ευμένεια Γ. σοβαρότητα,
σπουδαιότητα | αντ. του παιδιά| η δοτ. ως επίρρημα σπουδῇ=σοβαρά, με
σοβαρότητα| φρ. σπουδὴν ποιοῦμαι=παίρνω στα σοβαρά
στέλλω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. ετοιμάζω, διευθετώ, κατευθύνω| ντύνω| εξοπλίζω,
αρματώνω 2. μαζεύω, κατεβάζω τα πανιά του πλοίου 3. ετοιμάζω και
στέλνω, στέλνω, ξεκινώ| στέλνω κπ. για να πάρω πίσω κτ., πάω για να
φέρω ή να φωνάξω κπ. Β. ΜΕΣΟ 1. ετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι| με

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
απρφ. 2. μαζεύω, κατεβάζω τα πανιά του πλοίου| μαζεύω τη γλώσσα μου,
αποσιωπώ, αποκρύπτω μτφ. 3. ξεκινώ, ετοιμάζομαι να φύγω,
απομακρύνομαι| στέλνω να καλέσω κπ. Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. ετοιμάζομαι να
πάω, ξεκινώ για κάπου στον παθ. αόρ. β'| στον πρκ. είμαι
προετοιμασμένος, εξοπλισμένος| είμαι ντυμένος 2. αποστέλλομαι
στρέφω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. στρέφω προς ορισμένη κατεύθυνση| προκαλώ την
περιστροφή ενός αντικειμένου γύρω από τον άξονά του| με σύστ. Α|
μτφ.| περιστρέφομαι με μέση διάθεση| κάνω μεταβολή 2. ανακατώνω,
ανατρέπω| μετατρέπω, μεταβάλλω| με απρφ. 3. στρέφω στο νου μου,
σκέπτομαι μτφ.| εξαπατώ, προκαλώ μτφ. 4. συστρέφω, προκαλώ πόνο,
βασανίζω Β. ΜΕΣΟ και ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. στρέφομαι προς κάποια
κατεύθυνση| στρέφομαι εδώ και εκεί| περιστρέφομαι για ουράνια
σώματα| επιστρέφω | η μτχ. ἐστραμμένος=αυτός που είναι
τοποθετημένος προς μια κατεύθυνση 2. μεταστρέφομαι, μεταβάλλομαι 3.
περιστρέφομαι για να εξαπατήσω τον αντίπαλο, επιχειρώ να εξαπατήσω|
με σύστ. Α 4. περιφέρομαι, συχνάζω| περιφέρω μαζί μου με ενεργητική
διάθεση 5. εξαρθρώνομαι
σχέτλιος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. 1. ακατάβλητος, ανυποχώρητος, καρτερικός, επίμονος 2.
σκληρός, απάνθρωπος, άσπλαχνος, ανελέητος αρνητικά| παράτολμος,
απερίσκεπτος | κακός, μοχθηρός| άγριος για ζώα| σκληρός, αποτρόπαιος,
ελεεινός, φοβερός για πράγματα| φρ. σχέτλια ἔργα=ανόσιες, άδικες
πράξεις| φρ. σχέτλια πάσχω=παθαίνω φοβερές συμφορές| φρ. σχέτλιόν
ἐστι=είναι ελεεινό, άθλιο να...| φρ. ὃ δὲ πάντων σχετλιώτατον Β. άθλιος,
δυστυχής, κακότυχος συχνά σε κλητ.| με γεν.| αξιοθρήνητος, ελεεινός
υποτιμ.| ΕΠΙΡΡΗΜΑ με σκληρό τρόπο
τάξις
Α. στρατιωτικός όρος 1. παράταξη και διάταξη στρατεύματος σε
συγκεκριμένη θέση και σειρά| κατάταξη και οργάνωση στρατιωτικών
δυνάμεων, πεζικού ή ναυτικού, σε υποδιαιρέσεις (τάγμα, λόχος, μοίρα...)|
κάθε κατάλληλος σχηματισμός στρατιωτικών δυνάμεων για μάχη,
παράταξη| θέση στις γραμμές μάχης 2. (στην αρχαία Αθήνα) η
στρατιωτική δύναμη που αναλογούσε σε κάθε φυλή σε καιρό πολέμου Β.
1. διάταξη, οργάνωση βάσει κανόνων, τάξη| πολιτειακή οργάνωση 2.
θέση, αξίωμα, ρόλος, κατάσταση 3. γενικά σύνολο ή ομάδα ανθρώπων,
κατηγορία, τάξη (πολιτική, κοινωνική)

τ
ταπεινός

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. χαμηλός για τόπους και πράγματα| κοντός, μικρός, αντ.
ὑψηλός για ανάστημα ή μέγεθος| ρηχός, αντ. βαθύς για όγκο Β. 1.
φτωχός, μικρός, αδύναμος, υποταγμένος για κατάσταση| από ταπεινή
καταγωγή, αυτός που προέρχεται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα για
κοινωνική θέση 2. κατηφής, θλιμμένος για διάθεση 3. ποταπός, άθλιος,
πρόστυχος με ηθική σημασία| ταπεινόφρων, μετριόφρων, σεμνός θετικά
Γ. ασήμαντος, ευτελής | ΕΠΙΡΡΗΜΑ με ταπεινοφροσύνη| αρνητικά| φρ.
ταπεινῶς πράττω=βρίσκομαι σε κατάσταση παρακμής, ζω σε κατάσταση
μετριότητας και αφάνειας
τεκμαίρω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ φανερώνω με τεκμήρια, αποδεικνύω Β. ΜΕΣΟ 1. διατάζω,
καθορίζω, ορίζω, σχεδιάζω| προμηνύω, προλέγω 2. καταλήγω σε μια
γνώμη, κρίση, συμπέρασμα, υπόθεση κτλ., εικάζω, υποθέτω, συμπεραίνω
απόλ.| με αιτ.| με απρφ.| με ειδική πρόταση 3. κρίνω ή συμπεραίνω
βασισμένος σε κτ. με δοτ.| με εμπρόθετο προσδιορισμό| με αιτιολογική
πρόταση
τέλος
1. ολοκλήρωση, τελείωση, εκπλήρωση, έκβαση 2. η ακμή της κάθε ηλικίας,
ωριμότητα για ηλικία και χρόνο| ωρίμανση για φυτά και ζώα 3. τέλος,
παύση, λήξη| τέλος ζωής, θάνατος| φρ. τέλος, ἐς| φρ. διὰ τέλους=καθ' όλη
τη διάρκεια μιας πράξης, μέχρι το τέλος| φρ. τέλος γήραος, θανάτοιο,
γάμοιο=γήρας, θάνατος, γάμος| φρ. τέλος ἔχω, λαμβάνω=τελειώνω, τέλος
ἐπιγίγνεται=επέρχεται το τέλος, εκπληρώνομαι 4. το επιθυμητό τέλος μιας
ενέργειας, ο σκοπός φιλοσοφία| το αγαθό, η αρετή 5. απόλυτη εξουσία|
φρ. οἱ ἐν τέλει=όσοι κατέχουν εξουσία ή αξίωμα, οι αξιωματούχοι 6. τέλη,
δασμοί οικονομία| πρόσοδος, έξοδα, δαπάνες οικονομία 7. απόφαση δίκης
δικανικός όρος 8. θυσίες, προσφορές, μυστήρια, μυσταγωγίες θρησκεία 9.
διαίρεση στρατιωτικού σώματος, λόχος ιππέων, μοίρες πλοίων
στρατιωτικός όρος
τιμάω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ και ΜΕΣΟ 1. εκτιμώ, υπολογίζω την αξία με γεν. 2. (από
τον κατώτερο ηλικιακά, κοινωνικά, στην κλίμακα ανθρώπινου-θείου προς
τον ανώτερο, τους νόμους, την πατρίδα, την μητρόπολη) αποδίδω τιμές,
την πρέπουσα λατρεία 3. (από τον ανώτερο προς τον κατώτερο) δείχνω
εύνοια, προτίμηση 4. (μεταξύ ίσων) τιμώ, εκτιμώ, σέβομαι, προβάλλω ως
πρότυπο| αποδίδω ως τιμή| εκτιμώ, σέβομαι, θεωρώ κτ. σημαντικό,
προτιμώ από κτ. άλλο| με γεν. συγκρ. 5. παίρνω απόφαση ως δικαστήριο,
επιβάλλω ποινή δικανικός όρος Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. υπολογίζεται η αξία μου,
αξιολογούμαι με γεν. 2. μου αποδίδονται τιμές, προνόμια| προβάλλομαι
ως πρότυπο, χαίρω γενικής εκτίμησης, αξιολογούμαι θετικά 3. μου
επιβάλλεται ποινή, καταδικάζομαι δικανικός όρος
τιμή

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
Α. εκτίμηση, σεβασμός, αξιοπρέπεια, εκδήλωση τιμής και σεβασμού |
τιμητική προσφορά, δώρο| με γεν.| με γεν. και δοτ. προσ.| φρ. τιμὴν ή
τιμὰς νέμειν, ἀπονέμειν, ὀπάζειν, πορεῖν, διδόναι, ἀποδιδόναι, φέρεσθαι,
προσάπτειν, περιάπτειν| φρ. τιμῆς λαγχάνειν, τυγχάνειν| φρ. ἐν τιμῇ ή ἐν
τιμαῖς εἶναι, ἔχειν, ἄγειν, ἄγεσθαι, τίθεσθαι| φρ. τιμῆς ἕνεκα| φρ. ἄξιος
τιμῆς Β. 1. αξίωμα, τιμητική θέση, εξουσία, ἀρχοντες| τα δικαιώματα, τα
προνόμια 2. η ανώτατη εξουσία των θεών και των βασιλιάδων, το
υπέρτατο αξίωμά τους Γ. αξία, κόστος, αντίτιμο, υπολογισμός αξίας (για
αποζημίωση, πρόστιμο και κατανομή φόρου)
τυγχάνω
1. χτυπώ με όπλο και πετυχαίνω το στόχο μου με αιτ.| με γεν.| απόλ. 2.
πετυχαίνω, συναντώ τυχαία, πέφτω πάνω σε κπ. για πρόσωπα με αιτ.| με
γεν.| με κτγ.| ὁ τυχών=ο οποιοσδήποτε, ο τυχαίος 3. πετυχαίνω, βρίσκω,
συναντώ, παίρνω, κατέχω, αξιώνομαι για πράγματα και έννοιες με γεν.|
με αιτ.| με απρφ.| πετυχαίνω, παίρνω κτ. από κπ.| πετυχαίνω τον σκοπό
μου, πετυχαίνω κτ. που ζήτησα| τό τυχεῖν=η νίκη| με αρνητική σημασία 4.
τυχαίνω, συμβαίνω σε κπ. με δοτ. προσ.| απόλ.| με προσωπική σύνταξη|
όπως, όπου, όταν κτλ. τυχαίνει, συμβαίνει ως απρόσωπο στο γ΄εν.| τὸ
τυχόν=το τυχαίο, το οτιδήποτε| ως επίρρημα τυχόν=κατά τύχη, ίσως| έχω
την τύχη ή τη μοίρα 5. συμβαίνει να βρίσκομαι κάπου τυχαία| το τυγχάνω
συνάπτεται με μτχ. άλλου ρήματος και αποκτά επιρρηματική σημασία,
ενώ η μτχ. δηλώνει την κύρια έννοια και αποδίδεται με ρήμα| φρ.
τυγχάνω ὤν=τυχαίνει να είμαι, είμαι| με παράλειψη της μτχ. ὤν

υ
ὑπακούω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. ακούω προσεκτικά, δίνω προσοχή 2. δίνω προσοχή σε
κπ., λαμβάνω υπόψη, συμμορφώνομαι, υπακούω| συναινώ, συγκατανεύω,
συμφωνώ για το συμφέρον κπ.| δίνω ακρόαση ως δικαστής σε παράπονα,
υπακούω σε δικαστική κλίση και εμφανίζομαι στο δικαστήριο δικανικός
όρος 3. αποκρίνομαι σε κλήση, απαντώ| απαντώ στο χτύπημα και ανοίγω
την πόρτα (ὁ ὑπακούσας=ο θυρωρός) 4. υπακούω, υποτάσσομαι, υποχωρώ
Β. ΜΕΣΟ και ΠΑΘΗΤΙΚΟ γίνομαι αντικείμενο υπακοής (στον μέλλ.
ὑπακούσεται)

φ
φάσκω
Α. λέγω, βεβαιώνω, ισχυρίζομαι, προφασίζομαι απόλ.| με αιτ.| πιο συχνά
με απρφ. (το οποίο κάποτε παραλείπεται ως νοούμενο)| καταφάσκω,
παραδέχομαι| φρ. οὐ φάσκω= λέγω ότι δεν..., αρνούμαι| υπόσχομαι με
απρφ. μέλλ. Β. νομίζω, θεωρώ, υποθέτω

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
φέρω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ και ΜΕΣΟ 1. φέρω, φέρνω, μεταφέρω| φέρνω, οδηγώ για
αφηρημένες έννοιες 2. απομακρύνω, μεταφέρω κπ. ή κτ. ως λάφυρο ή
έπαθλο| φρ. ἄγειν καὶ φέρειν, ἄγεσθαι καὶ φέρεσθαι=αρπάζω, λεηλατώ,
κάνω επιδρομή 3. υποφέρω, αντέχω, ανέχομαι 4. φέρω, παράγω καρπούς,
καρποφορώ| κυοφορώ, γεννώ 5. νικώ, κερδίζω, κατορθώνω 6. επιφέρω,
προκαλώ 7. φέρω δια του στόματος, μιλώ, εκφέρω λόγο 8. προσφέρω
δώρα| επιδικάζω χάρη, δείχνω ευγνωμοσύνη 9. εκτείνομαι προς ...,
απλώνομαι προς, οδηγώ προς έναν τόπο για τόπο| πληρώνω φόρο, δασμό
ή οφειλή οικονομία| πληρώνομαι μισθό 10. ψηφίζω 11. διορίζω κπ. σε ένα
αξίωμα| η προστ. φέρε όπως το ἄγε σε επιρρηματική χρήση=εμπρός, έλα,
ας....bold| τὸ φέρον=μοίρα, πεπρωμένο| η μτχ. φέρων, -ουσα, -ον
συνοδευόμενη από ρήμα επιτείνει τη σημασία του ρήματος| συχνά με
επιρρηματικούς προσδιορισμούς: ῥηδίως, χαλεπῶς, πικρῶς, βαρέως,
δεινῶς, προθύμως, εὐμενῶς, εὐχερῶς κ.ά. Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ φέρομαι,
μεταφέρομαι χωρίς τη θέλησή μου (κυρίως από ανέμους και κύματα) |
κινούμαι, περιπλανιέμαι| ως μτχ. με ρήμα κίνησης| φρ. καλῶς ή κακῶς
φέρεσθαι=επιτυχαίνω ή αποτυχαίνω
φήμη
Α. προφητεία, χρησμός, θεϊκό σημάδι, οιωνός Β. 1. λόγος που διαδίδεται
μεταξύ των ανθρώπων, ανεξακρίβωτη πληροφορία, διάδοση, φήμη| για
πρόσωπα| προσωποποίηση| μήνυμα 2. η καλή δημόσια γνώμη για κπ., το
καλό όνομα, υπόληψη με θετική σημασία| στον πληθ. φῆμαι=επαινετικοί
ύμνοι Γ. 1. κάθε λόγος, ομιλία 2. παράδοση, μύθος
φύσις
Α. 1. φυσικές ή πνευματικές ιδιότητες ενός πράγματος, ενός προσώπου ή
ενός συνόλου ατόμων, οι οποίες υπάρχουν από τη γέννηση ή είναι
αποτέλεσμα της τέλειας ανάπτυξης και ωρίμανσης| εξωτερική εμφάνιση,
ανάστημα| χαρακτήρας| ως συνεκδοχή με επιθ. προσδ. ο άνθρωπος που
έχει αυτόν ή τον άλλο χαρακτήρα 2. φύλο Β. 1. γένεση, δημιουργία,
γέννηση 2. η φύση, οι νόμοι που διέπουν τη δημιουργία| φιλοσοφία 3. ως
γενεσιουργός δύναμη 4. όλη η δημιουργία, το σύμπαν φιλοσοφία| πλάσμα
της δημιουργίας, άνθρωπος ή ζώο Γ. φιλοσοφία 1. πρωταρχική ουσία 2.
ορισμός της φύσεως

χ
χαρίεις
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. χαριτωμένος, κομψός, όμορφος, τέλειος σε σχέση με την
εξωτερική εμφάνιση| σε σχέση με ανθρώπινα έργα, πράξεις| σε σχέση με
τις αρετές του πνεύματος| ο ευγενούς καταγωγής και ανατροφής, ο

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
ευγενής, αντ. οἱ πολλοὶ καὶ φορτικώτατοι| φρ. οἱ χαριέστατοι=οι
καλόγουστοι άνθρωποι Β. χαριτωμένος, κομψός για πράγματα| για
φυσικά στοιχεία ή πράγματα| ΕΠΙΡΡΗΜΑ με χάρη, με κομψότητα
χρῆμα
Α. 1. αντικείμενο που χρειάζεται ή μεταχειρίζεται κπ., κάθετι που ωφελεί,
κάθετι χρήσιμο 2. πληθ. τα αγαθά, η περιουσία, τα έπιπλα, τα σκεύη| ως
την κλασ. εποχή κυρίως στον πληθ. τα χρήματα| παροιμ. 3. πληθ. τα
εμπορεύματα Β. 1. πράγμα, υπόθεση, γεγονός, συμβάν 2. σε εκφράσεις με
τις οποίες δηλώνεται κάτι παράδοξο ή εξαιρετικό στο είδος του| αριθμός,
ποσότητα, σωρός| πλεονασμός

ψ
ψευδής
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. ψεύτης, ψευδολόγος για πρόσωπα| φρ. ψευδὴς φαίνομαι| φρ.
ἐλέγχω, ἀπο- ή ἐπιδείκνυμι τινὰ ὄντα ψευδῆ| (με παθητική σημασία)
εξαπατημένος Β.ψεύτικος, που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια,
ανυπόστατος, πλαστός (σε συνδυασμό με τις λέξεις λόγος͵ δόξα,
μαρτυρία, γραφὴ, αἰτία, κατηγορία, διαθήκη, ὅρκος, φήμη) για πράγματα
και αφηρημένες έννοιες| φρ. ψευδὴς συλλογισμός, πρότασις, αντ. ἀληθής,
ὀρθός λογική Γ. το ουδ. ως ουσ. τὰ ψευδῆ=ψεύδη, ψέματα| ΕΠΙΡΡΗΜΑ
ψεύτικα, σφαλερά
ψηφίζω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ κρίνω σχετικά με ένα ζήτημα, εκδικάζω μια υπόθεση Β.
ΜΕΣΟ ψηφίζω, αποφασίζω με ψηφοφορία με αιτ.| με απρφ.| αποφασίζω
υπέρ κπ. με δοτ.| με εμπρόθετο προσδιορισμό| η διαδικασία της
ψηφοφορίας| η τοποθέτηση της ψήφου στην κάλπη| ψηφίζω, αποφασίζω
σύμφωνα με τους νόμους νομικός όρος Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ ψηφίζομαι,
αποφασίζομαι με ψηφοφορία, επιδικάζομαι με ψηφοφορία
ψῆφος
Α. λιθαράκι, βότσαλο Β. 1. μικρή πέτρα για αρίθμηση, αριθμός| (πληθ.)
λογαριασμοί, υπολογισμοί 2. μικρή πέτρα για το παιχνίδι των πεσσών Γ. 1.
μικρή πέτρα ως μέσο για την έκφραση της προτίμησης κατά την
ψηφοφορία, ψήφος, ψηφοφορία 2. απόφαση ως αποτέλεσμα ψηφοφορίας,
ψήφισμα 3. (γενικά) κάθε απόφαση 4. γνώμη, κρίση 5. τόπος όπου γίνεται
η ψηφοφορία| φρ. φέρω, διαφέρω, τίθεμαι, δίδωμι τὴν ψῆφον=δίνω την
ψήφο μου, ψηφίζω| φρ. ἐπάγω τὴν ψῆφον=προτείνω ψηφοφορία| φρ.
μεταλαμβάνω τὴν ψῆφον=παίρνω ψήφο| φρ. διαιρῶ, κρίνω ψήφῳ=κρίνω
με ψήφο| φρ. ψῆφος ἐστί, γίγνεται περί τινος=γίνεται ψηφοφορία| φρ.
πλείστη ψῆφος, ἡ πλήθει νικῶσα ψῆφος=η πλειοψηφία| φρ. ἴσαι ψῆφοι=η
ισοψηφία| φρ. ἡ κρύβδην ψῆφος, ἡ ἀφανὴς ψῆφος=μυστική, αντ. φανερά
ψῆφος=φανερή| φρ. ἡ καθαιροῦσα, τετρυπημένη ψῆφος=καταδικαστική,

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr
ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ.
ΒΑΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΠΗΓΗ: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html
αρνητική ψήφος, αντ. ἡ σώζουσα, πλήρης ψῆφος=αθωωτική, θετική
ψήφος| φρ. μιᾷ ψήφῳ, ἀπὸ ψήφου μιᾶς=ομόφωνα| φρ. Κόννου
ψῆφος=γνώμη ανάξια λόγου
ψιλός
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. ακάλυπτος, εκτεθειμένος | χωρίς τρίχωμα, χωρίς μαλλιά για
άνθρωπο ή ζώα| γυμνός από βλάστηση, ακάλυπτος για έδαφος| μτφ. Β. 1.
ο στερημένος από κτ, αυτός που αποχωρίζεται κτ., αδύναμος| απλός,
μόνος, απαλλαγμένος 2. ο ελαφρά οπλισμένος στρατιωτικός όρος| φρ. οἱ
ψιλοί=οι τοξότες, οι σφενδονίτες| άοπλος, ανυπεράσπιστος Γ. λόγος
θεωρητικός χωρίς αποδεικτική ισχύ Δ. λεπτός, καθαρός, απλός για ήχους,
ποίηση ή μουσική| πεζός ή έμμετρος λόγος χωρίς μουσική για λόγους|
μουσική μόνο με όργανα| ΕΠΙΡΡΗΜΑ απλά, μόνο

ω
ὠφέλεια και ὠφελία
Α. βοήθεια, συνδρομή, υποστήριξη, προστασία (γενικά, και ειδικά στον
πόλεμο) | ως σύστ.αντικ.| φρ. τὴν ὠφέλειαν παρέχω, πέμπω, φέρω τινί Β.
1. χρησιμότητα, όφελος, κέρδος, πλεονέκτημα, αντ. του βλάβη| με γεν.
υποκ.| με γεν. αντικ. 2.(συχνά στον πληθ.) πηγή κέρδους, πρόσοδος 3.
κέρδος που προέρχεται από πόλεμο ή κλοπή, λάφυρο, λεία| φρ. ἐπ'ὠφελίᾳ
ἐστί ή γίγνεταί τι| φρ. ἐπ'ὠφελίᾳ, ὠφελείας ἕνεκα
ὠφελέω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ παρέχω ωφέλεια, βοηθώ, υποστηρίζω, είμαι χρήσιμος,
ωφέλιμος με αιτ.προσ.| με αιτ. και εμπρόθετο προσδιορισμό| με δύο αιτ.|
με ουδ. αντων.| με δοτ. προσ.| απόλ. Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟ δέχομαι βοήθεια,
κερδίζω, επωφελούμαι με ποιητικό αίτιο| με δοτ., με μτχ.| με ουδ. επιθ. ή
αντων.
ὠφέλιμος
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. χρήσιμος, επωφελής, κατάλληλος, ευεργετικός με δοτ.| με
εμπρόθετο προσδιορισμό| απόλ. 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ὠφέλιμον=η
ωφέλεια, η χρησιμότητα, το κέρδος,| ΕΠΙΡΡΗΜΑ με τρόπο επωφελή

www.philomusos.blogspot.com
www.spoudasterion.pblogs.gr