Vous êtes sur la page 1sur 64

ΛΕΞΙΚΟ

ΤΗΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ

ΓΛΩΣΣΑΣ

ΑΡΧΑΙΑΣ - ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ - ΝΕΑΣ

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ - ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ

ΣΥΝΩΝΥΜΩΝ - ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ - ΣΥΝΘΕΤΩΝ

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

αάατος

αναβαλλόμενος

ΣΥΝΩΝΥΜΩΝ - ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ - ΣΥΝΘΕΤΩΝ ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ αάατος αναβαλλόμενος

© 1981, 2000, 2008, 2013 COPYRIGHT ΤΗΣ ΠΑΠΥΡΟΣ ΓΡΑΦΙΚΑΙ ΤΕΧΝΑΙ Α.Ε.

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΠΥΡΟΣ Βουκουρεστίου 18, 10671 Αθήνα

Τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας του έργου ανήκουν στην Πάπυρος Γραφικαί Τέχναι Α.Ε. και προστατεύονται από τις διεθνείς συμβάσεις.

Κανένα τμήμα ή μέρος του έργου δεν επιτρέπεται να αναδημοσιευθεί ή να αναπαραχθεί ή να χρησιμοποιηθεί με καμιά μορφή και με οποιοδήποτε μέσο, ηλεκτρονικό ή μηχανικό, συμπεριλαμβανομένης και της φωτοαντιγραφής ή της εγγραφής σε μαγνητοταινία ή δίσκο, χωρίς την προηγούμενη άδεια του εκδότου.

ISBN 978-960-486-061-6

Π ΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

Ο Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος παρουσιάζει στο αναγνω- στικό κοινό το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, ένα μνημειώδες έργο, έκτασης 13 τόμων, που εκπονήθηκε με στόχο να αποτυ- πώσει τη διαχρονική εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από τους αρχαίους χρόνους ώς τις μέρες μας. Το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας δημιουργήθηκε και κυκλοφόρησε παράλληλα με την α΄ έκδοση της 61τομης Εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος-Λαρούς- Μπριτάννικα (1981-1996). Στην παρούσα έκδοσή του το λημ- ματολόγιο του λεξικού εμπλουτίστηκε με εκατοντάδες λήμμα- τα από όλο το φάσμα των γλωσσικών χρήσεων, επιστημονικών και μη, ώστε να καλυφθούν γνωστικοί τομείς αιχμής και όροι (πληροφορικής, τεχνολογίας κ.λπ.) που εμφανίστηκαν και εδραιώθηκαν στη χρήση τα τελευταία χρόνια. Το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας συντάχθηκε υπό τη γε- νική εποπτεία των εκδοτών της Εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος- Λαρούς-Μπριτάννικα, Γιάννη Α. Πουρνάρα και Ειρήνης Πουρ- νάρα. Στον σχεδιασμό του και τη συγκρότησή του σημαντική υπήρξε η συμβολή του καθηγητή της Γλωσσολογίας Γεωργίου Μπαμπινιώτη, ο οποίος είχε την εποπτεία των γλωσσολογικού περιεχομένου λημμάτων της Εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος-Λα- ρούς-Μπριτάννικα. Στη σύνταξη και την επιμέλεια του λεξικού συνεργάστηκαν, κατά την πολυετή περίοδο της συγγραφής του, ο καθηγητής της Φιλολογίας Γεράσιμος Χρυσάφης και οι φιλόλογοι Βίκτωρ Αθανασιάδης, Ναπολέων Μήτσης (πλέον καθηγητής της Γλωσσολογίας), Νίκος Γεροντάρης, Ευγένιος Σπανός, Νίκος Μπουγάς, Αλέξανδρος Μπεκιάρης, καθώς και οι Μαρία Ζαφειράτου, Κωνσταντίνα Κωστοπούλου, Μαριάννα Φαφαλιού, Αριστέα Ακριτίδου, Ελένη Γιαννακάκη, Κατερίνα Γιαννακοπούλου, Ελένη Γιαννακοπούλου, Ασημίνα Αναγνω- στοπούλου, αλλά και οι εκατοντάδες Έλληνες επιστήμονες που συνεργάστηκαν με την Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς- Μπριτάννικα. Στην παρούσα έκδοση του λεξικού συνεργάστη- καν επίσης οι Παναγιώτης Σουλτάνης, Κλεοπάτρα Καλαφατά, Σπύρος Καράμπαλης και Νίκος Κουμπιάς.

Όπως προαναφέρθηκε, το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας πε- ριέχει τον θησαυρό της αρχαίας, της μεσαιωνικής (βυζαντινής)

και της νεότερης γλώσσας μας. Ως προς την αρχαία και τη με- σαιωνική γλώσσα, για να μην προστεθεί απλώς ένα ακόμη λεξι- κό στα υπάρχοντα –ξένα κυρίως– ειδικά λεξικά, αλλά για να δοθεί στον Έλληνα αναγνώστη ένα πραγματικά νέο, πλήρες και εκσυγχρονισμένο όργανο πληροφόρησης, ακολουθήθηκαν οι εξής αρχές:

1) Δεν συμπεριλήφθηκε στο λεξικό οποιαδήποτε αρχαία και μεσαιωνική λέξη απαντά στα ειδικά λεξικά, αλλά επελέγη και εξαντλήθηκε, κατά το δυνατόν, το λεξιλόγιο των «δόκι- μων» αρχαίων και βυζαντινών συγγραφέων, το λεξιλόγιο δη- λαδή των κειμένων που διδάσκονται στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης και εκείνων στα οποία μπορεί να εντρυφήσει κάθε μορφωμένος αναγνώστης. Ακόμη συμπεριλήφθηκε στο Λεξικό κάθε ελληνική λέξη που –ασχέτως του συγγραφέα όπου απαντά– παρουσιάζει ενδιαφέρον (ιστορικό, σημασιο- λογικό, μορφολογικό κ.λπ.) για τη νεότερη γλώσσα μας. 2) Το βάρος στην πραγμάτευση κάθε γλωσσικού λήμμα- τος της περιόδου αυτής επικεντρώθηκε σκόπιμα στη σημασι- ολογική ιστορία των λέξεων, που φαίνεται ανάγλυφα τόσο στην παράθεση των διαφόρων σημασιών κατά γενετική-χρο- νολογική τάξη όσο και στην ετυμολογία των λέξεων. 3) Για πρώτη φορά σε ελληνικό λεξικό –στην έκταση και με τον τρόπο που επιχειρείται εδώ– αποτυπώθηκε συστημα- τικά η ετυμολογία των λέξεων, σύμφωνα με τις κατεξοχήν έγκυρες πηγές, όπως τα ετυμολογικά λεξικά του Frisk, του Chantraine ή του Pokorny. Ως προς τη νεοελληνική μας γλώσσα, κύριος στόχος του επιτελείου συντάξεως του λεξικού ήταν να διαμορφωθεί ένα πραγματικά «συγχρονικό» λεξικό της Νεοελληνικής, δηλαδή ένα έγκυρο, επιστημονικά –βάσει αρχών– συντεταγμένο λε- ξικό, που να περιγράφει πιστά τη λεξιλογική (σημασιολογική) κατάσταση της ζωντανής μας γλώσσας, αλλά και να αποτυ- πώνει τον διαλεκτικό της πλούτο. Αντίθετα προς τις λέξεις που η ίδια η χρήση και η εξέλιξη της γλώσσας έχουν θέσει στο περιθώριο και που γι’ αυτό ήταν επιβεβλημένο να μην περιληφθούν στο λεξικό, υπάρχει ένα άλλο πλήθος νέων λέξεων, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της σύγχρονης επιστημονικής, τεχνολογικής, κοινωνικής, πολιτιστικής κ.λπ. πραγματικότητας. Στο λεξικό αποτυπώθη- καν και συμπεριλήφθηκαν τα περισσότερα από τα νέα λεξι- λογικά στοιχεία, που δεν εκφράζουν μόνο τη σκέψη, τη νοο-

τροπία και τη στάση του Έλληνα όπως απεικονίζεται στη γλώσσα, αλλά και την όλη δομή και οργάνωση των διαφό- ρων μορφών δραστηριότητας (πνευματικής, πολιτιστικής, κοινωνικής τεχνολογικής κ.λπ.) του νεότερου ελληνισμού. Όσον αφορά την ορθογραφία, στην παρούσα έκδοση τη- ρήθηκαν οι ορθογραφικές επιλογές της πρώτης έκδοσης, με ορισμένες διαφοροποιήσεις που αφορούν κυρίως τον τονι- σμό των λέξεων (κατάργηση του τόνου από το άρθρο στη γενική πτώση ενικού και πληθυντικού, κατάργηση του τόνου από τους μονοσύλλαβους τύπους της προσωπικής αντωνυ- μίας κ.ά.). Εν κατακλείδι, το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας είναι ένας γλωσσικός θησαυρός που δίνει στον αναγνώστη τη δυ- νατότητα να αναζητήσει λεξιλογικό υλικό από όλες τις περι- όδους της ελληνικής γλώσσας, αλλά και να αποκτήσει εικόνα της σημασιολογικής και τυπολογικής εξέλιξης των λεξικών στοιχείων. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύει επίσης τη συνέ- χεια της ελληνικής γλώσσας, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν, συνδυάζοντας τη διαχρονία με τη συγχρονία. Κάθε λεξικογραφικό έργο, δεν είναι μια ψυχρή παράθεση τύπων, όρων και ερμηνευμάτων, αλλά εκφράζει ένα πολιτισμικό πε- ριεχόμενο: οι λέξεις είναι τα κλειδιά για τη σκέψη και την υλι- κή πραγματικότητα. Και το παρόν λεξικό παρουσιάζει μέσα από τις σελίδες του την πολιτισμική διαδρομή χιλιετιών που διήνυσε ο ελληνισμός από τους μυκηναϊκούς χρόνους ώς την αυγή του 21ου αιώνα.

Οργάνωση και λειτουργία του Λεξικού

Κάθε λήμμα του λεξικού δίνεται με απόλυτη αλφαβητική σειρά.

Το γλωσσικό λήμμα δίνεται στον βασικό (μορφολογικό) του τύπο και χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα η γλωσσική χρή- ση του, αν δηλαδή η λέξη είναι νεοελληνική, μεσαιωνική ή αρχαία. Παρά το γεγονός ότι οι χρονολογικές τομές στη γλώσσα είναι πάντοτε αυθαίρετες και συμβατικές, ως ασφαλέστερα όρια για τη μετάβαση από την Αρχαία στη Μεσαιωνική Ελληνική και από τη Μεσαιωνική στη Νεοελ- ληνική θεωρήσαμε τον 6ο και τον 15ο αι. αντιστοίχως. Ο χαρακτηρισμός του λήμματος ως αρχαίου, μεσαιωνικού ή νεότερου έγινε με βάση αυτές τις χρονολογικές οριοθετήσεις.

Ο νεοελληνικός τύπος της λέξης δεν έχει κανένα διακριτι- κό, αφού το λεξικό συντάσσεται στη Νεοελληνική. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, μέσα σε παρένθεση, δίνε- ται η ταυτότητα του λήμματος:

(Α) για το αρχαίο, (Μ) για το μεσαιωνικό.

Αν μια λέξη έχει τον ίδιο μορφολογικό τύπο στην Αρχαία και τη Νεοελληνική ή στη Μεσαιωνική και τη Νεοελληνι- κή ή στην Αρχαία και τη Μεσαιωνική, τότε υπάρχουν αντι- στοίχως οι χαρακτηρισμοί:

(ΑΝ), (ΜΝ), (ΑΜ).

αγκάθι το 1. λεπτή και μυτερή εκβλάστηση φυτών, αγκίδα· 2.

.

αγήρατος / ἀγήρατος, ­ον (Α)· αυτός που δεν γερνά, άφθαρτος,

. αβλαβής ­ές (AN) (Α ἀβλαβής, ­ές) [βλάβη]· 1. (με παθ. σημ.) αυ - τός που δεν έπαθε, δεν έχει υπo­

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

. . . . . . . . . . . . . . . .

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

. . . . . . . . . . . . . . .
. .
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.

Αν ο νεοελληνικός τύπος μιας λέξης διαφέρει μορφολογι- κά από τον αρχαίο ή τον μεσαιωνικό, ακόμη και στην περί- πτωση που η μορφολογική αυτή διαφορά βρίσκεται μόνο στις καταλήξεις, τότε προτάσσεται ο νεοελληνικός τύπος και ακολουθεί μέσα σε παρένθεση ο αρχαίος ή μεσαιωνι- κός τύπος με πρόταξη του χαρακτηρισμού:

άβατος ­η, ­ο (Α ἄβατος, ­ον) [βαίνω]· απάτητος, απροσπέλα- στος, αδιάβατος, δυσπρόσιτος· ||

άβιος (I) / ἄβιος, ­ον (Α)· 1. αυτός που δεν μπορεί κανείς να τον ζή-
άβιος (I) / ἄβιος, ­ον (Α)· 1. αυτός
που δεν μπορεί κανείς να τον ζή-
σει, να τον υποστεί, να τον ανε-
χθεί· 2. αυτός που του λείπουν τα
αναγκαία
της
ζωής,
φτωχός,
άπορος· 3. (πιθ.) νομάς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ­ (στερ.) + βίος].
. .
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
άβιος (II) / ἄβιος, ­ον (Α)· πλού -

Α ή Μ ή ΑΜ.

Αν δύο λέξεις εμφανίζονται με τον ίδιο τύπο, διαφέρουν όμως σημασιολογικά και ετυμολογικά, διακρίνονται με τις ενδείξεις (Ι), (II).

σιος.

[ΕΤΥΜΟΛ. < ­ (επιτ.) + βίος (= πε-

ριουσία)].

αγάπη η (Α ἀγάπη)· 1. αγαθά αι- σθήματα, φιλική διάθεση, στορ - γή, τρυφερότητα για κάποιον ή

Όταν οι σημασίες που έχει μια λέξη είναι περισσότερες από μία, τότε τα ερμηνεύματα δίνονται με αριθμημένη δια­ δοχή: 1, 2, 3

Κάθε ενότητα ερμηνευμάτων διακρίνεται από την άλλη με το διαχωριστικό σύμβολο ||.

Το ερμήνευμα κάθε λήμματος δίνεται αμέσως μετά τον χα- ρακτηρισμό της λέξης (αν δηλαδή είναι νεοελληνική, αρχαία ή μεσαιωνική). Αν μία λέξη έχει κοινές σημασίες στη Νεοελ- ληνική, την Αρχαία ή τη Μεσαιωνική, τότε προηγείται η πα- ράθεση των κοινών ερμηνευμάτων. Ακολουθούν διαδοχικά τα ερμηνεύματα που αντιστοιχούν είτε στη Νεοελληνική και τη Μεσαιωνική είτε στη Νεοελληνική και την Αρχαία με τις αντίστοιχες ενδείξεις, π.χ. (νεοελλ.­μσν.).

ενδείξεις, π.χ. (νεοελλ.­μσν.). χριστιανικής . . . . . . . . . . . .
χριστιανικής . . . . . . . . . . . . . .
χριστιανικής
. .
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.

κάτι· 2. γενετήσια έλξη ή πόθος, έρωτας· 3. (και ως προσαγόρευ - ση) το αγαπημένο πρόσωπο· || (νεοελλ.­μσν.) 1. εκδήλωση της

φιλαν-

θρωπία, αλτρουισμός· 2. συμφι­

.

.

της φιλαν - θρωπία, αλτρουισμός· 2. συμφι­ . . αγάπης, . . . . . .

αγάπης,

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Όταν μια λέξη αποκτά ειδική σημασία και χρησιμο­ ποιείται σε μια ορισμένη φράση, τότε παρατίθεται ολό - κληρη η σχετική φράση μετά την ένδειξη (φρ.). Με τη φράση ή τις φράσεις που ακολουθούνται από το ερμή­ νευμά τους ολοκληρώνεται το ερμηνευτικό φάσμα του γλωσσικού λήμματος.

Ερμηνεύματα που αντιστοιχούν αποκλειστικά και μόνο στη Νεοελληνική έχουν την ένδειξη (νεοελλ.), ερμηνεύματα που αντιστοιχούν αποκλειστικά στη Με­ σαιωνική έχουν την ένδειξη (μσν.) και όσα αντιστοιχούν αποκλειστικά στην Αρχαία έχουν την ένδειξη (αρχ.). Τα ερμηνεύματα δίνονται με τάξη εξελικτική, με τρόπο δηλαδή που δείχνει τη σημασιολογική εξέλιξη της λέ- ξης, προχωρώντας από τα βασικά και κυριολεκτικά ερ - μηνεύματα στα συνεκδοχικά, μεταφορικά κ.λπ.

αγάπη η (Α ἀγάπη)· 1. αγαθά αισθή- ματα, φιλική διάθεση, στοργή, τρυφε- ρότητα για κάποιον ή κάτι· 2. γενετή- σια έλξη ή πόθος, έρωτας· 3. (και ως προσαγόρευση) το αγαπημένο πρόσω - πο· || (νεοελλ.­μσν.) 1. εκδήλωση της χριστιανικής αγάπης, φιλανθρωπία, αλτρουισμός· 2. συμφιλίωση, ομόνοια, ειρήνη· || (νεοελλ.) 1. εκδήλωση των αγαθών αισθημάτων, στοργή, αφοσί- ωση· 2. προτίμηση· 3. (ως κύριο όνομα) η Αγάπη· ο εσπερινός του Πάσχα, η δεύτερη Ανάσταση· 4. (φρ.) «για την αγάπη κάποιου», για το χατίρι του· «εί- μαστε στις αγάπες μας», είμαστε στην περίοδο αγαθών σχέσεων «κάνω αγάπη με κάποιον», συμφιλιώνομαι, μονοιά­ ζω· || (μσν.) 1. χαιρετισμός σεβασμού, ασπασμός· 2. (για έθνη) συνθηκολόγη - ση, συμμαχία· || (αρχ.) η αγάπη του Θεού για τους ανθρώπους και αντί- στροφα.

τους ανθρώπους και αντί - στροφα. . . . . . . . . . .
τους ανθρώπους και αντί - στροφα. . . . . . . . . . .

τους ανθρώπους και αντί - στροφα. . . . . . . . . . .

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

άγγελος ο (Α ἄγγελος)· 1. αυτός που φέρνει ειδήσεις, αγγελιαφόρος· 2. αό - ρατο ον, πνεύμα που . Στη Μυκην. η λ. απαντά σε πινακίδα στην Πύλο και σημαίνει επάγγελμα ή αξίωμα (a­ke­ro)

.

.

.

Όταν η λέξη απαντά στη Μυκηναϊκή, δίνεται ο αντίστοι- χος τύπος με τη διεθνώς καθιερωμένη μεταγραφή του στη Λατινική και η σημασία της. Η ενσωμάτωση στο Λεξικό των λέξεων που αποκρυπτογραφήθηκαν από τις πινακίδες της Γραμμικής γραφής Β αποσκοπεί κυρίως στο να αποκαλύψει στον αναγνώστη το απώτερο πα- ρελθόν της ελληνικής γλώσσας.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Ο αστερίσκος στο τέλος της λέξης είναι παραπεμπτικό σύμβολο για τον ακριβή τύπο, στον οποίο πρέπει να αναζητηθεί το ερμήνευμα. Όταν όμως ο τύπος στον οποίο γίνεται η παραπομπή δεν έχει λημματογραφηθεί ως ανεξάρτητο λήμμα, τότε ο αστερίσκος ακολουθείται από παρένθεση, όπου διευκρι- νίζεται το λήμμα μέσα στο οποίο πρέπει να αναζητηθεί ο παραπεμπόμενος τύπος.

Η ετυμολογία του λήμματος (δηλαδή η αναζήτηση της προέλευσης της λέξης) δίνεται μετά το ερμήνευμα και αποτελεί χωριστή ενότητα που περικλείεται σε αγκύλες [ ] με τη συντομογραφική ένδειξη ΕΤΥΜΟΛ.

αγαπώντως / ἀγαπώντως (επίρρ.) (Α)· ἀγαπητῶς* (βλ. αγαπώντως αγαπητός ). αγαπητός).

(Α)· ἀγαπητῶς* (βλ. αγαπητός ). αγαθός ­ή, ­ό (Α ἀγαθός, ­ή, ­όν)·

αγαθός ­ή, ­ό (Α ἀγαθός, ­ή, ­όν)· κα- λός, χρηστός, ενάρετος· || (νεοελλ.) 1. καλόψυχος, άκακος· 2. υπερβολικά εύπιστος, αφελής, ανόητος· 3. (το ουδ. ως ουσ.) το αγαθό*· || (αρχ.) 1. συνετός, φρόνιμος· 2. ευγενής στην καταγωγή· 3. γενναίος, ανδρείος· [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. συνδέεται με το γοτθ. goÞs, γερμ. gut (= καλός), αγγλ. good (= καλός), τα αρχ. σλαβ. god (= έγκαιρος, στην κατάλλη - λη ώρα, πρβλ. ελλ. ωραίος), goditi (= αρεστός) ή με το σανσκρ. gádhya (= ό,τι κρατιέται γερά), αν δεχτούμε ότι η ΙΕ ρ. *ghadh ­ αρχικά σήμαινε «αγκαλιά- ζω», «κρατώ γερά» (πρβλ. ελλ. -γαθ-ὶς < *s m-ghadhi­). Ο τύπος ἀγαθός πιθ. < ­ αθροιστ. + καθός, που μαρτυρείται στο «ἀκαθόν· ἀγαθόν» του Ησύχιου. Η τροπή του κ σε γ πιθ. οφείλεται σε επί­

o
o

Στην ετυμολογία των λέξεων χρησιμοποιούνται για την εξοικονόμηση χώρου πλήθος συντομογραφίες (λ.χ. πιθ., γοτθ., γερμ., αγγλ., σλαβ. κ.λπ.), που η πλήρης γραφή τους μπορεί να αναζητηθεί στον Πίνακα Συντομογραφι- ών. Ειδικά στην ετυμολογική ανάπτυξη του λήμματος χρησιμοποιείται υποχρεωτικά ο καθιερωμένος επιστη - μονικός γλωσσολογικός συμβολισμός, με τον οποίο ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης πρέπει να εξοικειωθεί.

Ο αστερίσκος που τίθεται στην αρχή μιας λέξης δηλώ - νει τύπο αμάρτυρο, υποθετικό, δηλαδή τύπο που υπο - τίθεται ως αρχικός ή ως αναγκαία ενδιάμεση βαθμίδα για τον σχηματισμό της λέξης που ετυμολογείται. Στον τύπο αυτόν φτάνουμε με τη μέθοδο της επανα- σύνθεσης, εξωτερικής ή εσωτερικής, από υλικό που προέρχεται από συγγενείς γλώσσες (εξωτερική επανα- σύνθεση) ή από την ίδια την ελληνική γλώσσα (εσωτε- ρική επανασύνθεση) λ.χ., *k rd­ > κραδίη, καρδία,

o

*yēk w rt > ἧπαρ, *k mtom > ἑκᾰτόν.

o

o

[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. συνδέεται με το γοτθ. goÞs, γερμ. gut συνδέεται με το γοτθ. goÞs , γερμ. (= καλός), αγγλ. good (= καλός), τα αρχ. (= καλός), αγγλ. good (= καλός), τα αρχ. σλαβ. god (= έγκαιρος, στην κατάλ- ληλη ώρα, πρβλ. ελλ. ωραίος), goditi (= αρεστός) ή με το σανσκρ. gádhya (= ό,τι κρατιέται γερά), αν δεχτούμε ότι η ΙΕ ρ. *ghadh ­ αρχικά σήμαινε

«αγκαλιάζω», «κρατώ γερά» (πρβλ.

ελλ. -γαθ-ὶς < *s m-ghadhi­). Ο τύπος

o
o

ἀγαθός πιθ. < ­ αθροιστ. + καθός, που μαρτυρείται στο «ἀκαθόν· ἀγαθόν» του Ησύχιου. Η τροπή του κ σε γ πιθ. οφείλεται σε επίδραση του ἄγα­, ἄγαν.

Αρχικά η λέξη δεν έχει ηθική σημα- σία. Στα Ομηρικά Έπη δηλώνει τον «γενναίο» (Ιλ. Ρ 631), τον «ευγενή στην καταγωγή» (Ιλ. Φ 109), τον «έμπειρο», τον «ικανό σε κάτι» (Ιλ. Β 408) και τον «συνετό», τον «φρόνιμο» (Ιλ. Ν 666). Ηθική σημασία αποκτά κατά τον 6ο π. Χ. αιώνα, ενώ στους Αττικούς συγγραφείς και στη φρ. «καλὸς κἀγαθός» αποτελεί το ένα από τα δύο συνθετικά στοιχεία μιας κοινωνικής αξίας και ενός παιδαγω - γικού ιδεώδους, που επιζητεί τη σύμ- μετρη ανάπτυξη σώματος και ψυ - χής. Η λέξη στην Αρχαιότητα βρί- σκεται σε συνεχή ανταγωνισμό με συνώνυμες λέξεις, όπως καλός, ἐσθλός και τελικά παραμερίζεται από το καλός. ΠΑΡ. (αρχ.) ἀγαθότης, ἀγαθύνω, ἀγαθῶ, ἀγαθωσύνη· (νεοελλ.) αγα­ θεύω, αγαθιάρης, αγαθούτσικος. ΣΥΝΘ. (αρχ.) ἀγαθοειδής, ἀγαθο­ εργός, ἀγαθοποιός· (νεοελλ.) αγα­ θόπιστος, αγαθοπροαίρετος, αγαθο­ φέρνω κ.ά.].

Οι γωνιώδεις αγκύλες (τα σύμβολα < >) δηλώνουν προέλευση, αντικαθιστούν δηλαδή τη φράση «προέρ - χεται από

Το σύμβολο + δηλώνει τη σύνθεση δύο λέξεων ή δύο λεξιλογικών στοιχείων.

Σε λέξεις σημαντικές για την εξέλιξη μιας έννοιας πα- ρατίθεται και η ιστορία της λέξης. Με τον τρόπο αυτό φωτίζεται η λειτουργικότητα της έννοιας στις διάφο - ρες περιόδους του ελληνικού πολιτισμού, από τους Ομηρικούς Χρόνους μέχρι τη Βυζαντινή ή και τη Νεό - τερη Εποχή. Η ιστορία της λέξης δίνεται στους μεγά- λους σταθμούς της και σε συσχετισμό προς άλλες λέ- ξεις, με τις οποίες έχει σημασιολογική συνάφεια ή με τις οποίες είναι ανταγωνιστική.

Στις περιπτώσεις όπου χρειάζεται να δειχθεί η ενότητα μιας ολόκληρης οικογένειας λέξεων, παρατίθενται οι παράγωγες λέξεις με την ένδειξη ΠΑΡ.

Όπου χρειάζεται να δειχθούν οι δυνατότητες συνθέσε- ως που έχει μία λέξη, παρατίθενται οι σύνθετες λέξεις με την ένδειξη ΣΥΝΘ.

λέξεις με την ένδειξη ΣΥΝΘ. Οι παράγωγες λέξεις δεν
λέξεις με την ένδειξη ΣΥΝΘ. Οι παράγωγες λέξεις δεν

Οι παράγωγες λέξεις δεν ετυμολογούνται. Σ’ αυτές μέσα σε αγκύλες [ ], αμέσως μετά τον χαρακτηρισμό του λήμματος, δηλώνεται μόνον η ετυμολογική τους σύνδεση με την πρωτογενή λέξη, στην οποία πρέπει κανείς να αναζητήσει την ετυμολογία τους.

αβρύνω / ἀβρύνω (Α) [αβρός]· Ι. (ενεργ.) 1. κάνω κάτι αβρό, μαλακό· 2. καλλωπίζω, ομορφαίνω, στολίζω·

2. καλλωπίζω, ομορφαίνω, στολίζω· αγγειοτασίνη η (άλλες ονομασίες:

αγγειοτασίνη η (άλλες ονομασίες:

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Η ετυμολογία περιλαμβάνει όχι απλώς την ετυμολό - γηση των καθαρά γλωσσικών λημμάτων αλλά και των επιστημονικών όρων. Στην περίπτωση αυτή δη - λώνεται,όπουείναι δυνατόν, η γλωσσική ή εθνική ταυ - τότητα του όρου,ο τρόπος παραγωγής του και ακολού - θως ο τρόπος μεταφοράς του στην ελληνική.

αγγειοτονίνη, αγγειοπιεσίνη, υπερ -

αγγειοτενσίνη·

. [ETYΜΟΛ. <αγγείο + τάση + ­ίνη, απόδοση στα Ελληνικά ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. angiotensin, νόθο σύνθ. <ελλ. αγγείο + ­te ns ­ (< της αγγλ. λ. tension, τάση) + ­ in (πρβλ. ­ίνη)].

.

.

τασίνη,

Συντομογραφίες

Α

αρχαίο αγγλικός, -ή, -ό Αγιολόγιο, Αγιολογία Αγροτική Οικονομική Ανώνυμη Εταιρεία Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα Αεροναυτική Αεροπορία Αθλητισμός αθροιστικός, -ή -ό αιώνας Αιγυπτιολογία αιολικός, -ή, -ό Αισθητική Ακουστική ακρωτήριο αλβανικός, -ή, -ό αλλιώς αρχαίο-μεσαιωνικό αμερικανικός, -ή, -ό αμετάβατος, -η, -ο αμετάβλητος, -η, -ο αμφίβολος, -η, -ο αρχαίο-νεοελληνικό αναθεωρημένος, -η, -ο ανατύπωση Ανατομία ανδρωνυμικό ανέκδοτος, -η, -ο Ανθρωπολογία αντίθετος, -η, -ο αντικείμενο αντίστοιχος αντωνυμία αόριστος αοριστολογικός Άρειος Πάγος απλολογία (-ικός, -ή, -ό) αποθετικός Αποκάλυψη απόλυτος Απολογητική απόσπασμα απαρέμφατο απρόσωπος αποφατικός αραβοτουρκικός, -ή, -ό αραμαϊκός, -ή, -ό άρθρο αριθμός Αριθμοί (β. της Βίβλου) αριθμητικός αρκτικός αρμενικός, -ή, -ό αρσενικός αρχαίος, -α, -ο Αρχαιολογία

Αρχιτ.

Αρχιτεκτονική Αστρονομία Αστροφυσική ασυναίρετος, -η, -ο αττικός, -ή, -ό αφηρημένος αφομοίωση αφρικανικός, -ή, -ό βιβλίο Βασιλειών (β. της Βίβλου) βεβαιωτικός βενετικός, -ή, -ό Βίβλος, βιβλικός, -ή, -ό Βιογεωγραφία βιογραφία Βιολογία Βιομηχανία Βιοφυσική Βιοχημεία βλέπε βοηθητικός, -ή, -ό βοιωτικός, -ή, -ό Βοτανική βουλγαρικός, -ή, -ό βραχυγραφία Βυζάντιο βυζαντινός, -ή, -ό γαλατικός, -ή, -ό γαλλικός, -ή, -ό γενική Γένεσις (β. της Βίβλου) Γενετική γερμανικός, -ή, -ό Γεωγραφία Γεωδαισία Γεωλογία Γεωμορφολογία Γεωπονία Γεωργία (-κός, -ή, -ό) Γεωφυσική Γεωχημεία Γλυπτική Γλωσσολογία γνωμικό γοτθικός, -ή, -ό γραμματικός, -ή, -ό Γραμματική δανικός, -ή, -ό Δανιήλ (β. της Βίβλου) διαφορετική γραφή διαφορετική ερμηνεία Δευτερονόμιο (β. της Βίβλου) δηλαδή δημοτικός, -ή, -ό δημώδης διαζευκτικός

διάθ.

διάθεση διάλεκτος (-ικός, -ή, -ό) διεθνής, -ές Δίκαιο διόρθωση δοτική διπλογραφή/-ία δυϊκός δωρικός, -ή, -ό (-ισμός) εβραϊκός, -ή, -ό έγκλιση εγκλιτικός, -ή, -ό εθνικός, -ή, -ό Εθνολογία εικόνα έκδοση εκκλησιαστικός, -ή, -ό Εκκλησία εκφορά, εκφέρεται έκφραση ελληνικός, -ή, -ό εμβαδό Εμπορικός, -ή, -ό εμπρόθετος, -η, -ο ενετικός, -ή, -ό εννοείται Εντομολογία Έξοδος (β. της Βίβλου) επέκταση, επεκτείνεται επιγραφή, επίγραμμα επικός, -ή, -ό επιστημονικός, -ή, -ό επιφώνημα εσφαλμένος, εσφαλμένα ευρωπαϊκός, -ή, -ό ευφημισμός (-ικός, -ή, -ό) εύχρηστος fragmentum, -a Ζαχαρίας (β. της Βίβλου) Ζωολογία Ζωοτεχνία Ηθική Ηλεκτρονική θέμα θαμιστικός Θέατρο, Θεατρολογία Θεολογία θετικός θηλυκός Θρησκειολογία ιαπωνικός, -ή, -ό ιατρικός, -ή, -ό Ιατρική ιδίωμα (-τικός, -ή, -ό) ινδοευρωπαϊκός Ιεζεκιήλ (β. της Βίβλου) Ιερεμίας (β. της Βίβλου) ινδικός, -ή, -ό

αγγλ.

Αστρον.

διαλ.

Αγιολ.

Αστροφ.

διεθν.

Αγρ. Οικ.

ασυναίρ.

Δίκ.

ΑΕ

αττ.

διόρθ.

ΑΕΙ

αφηρ.

δοτ.

αφομ.

δπλ.

Αερον.

αφρικ.

δυϊκ.

Αεροπ.

β.

δωρ.

Αθλ.

Βασιλ.

εβρ.

αθροιστ.

έγκλ.

αι.

βεβ.

εγκλιτ.

Αιγυπτ.

βεν.

εθν.

αιολ.

Βίβλ.

Εθνολ.

Αισθητ.

Βιογεωγρ.

εικ.

Ακουστ.

βιογρ.

έκδ.

ακρωτ.

Βιολ.

εκκλ.

αλβαν.

Βιομ.

Εκκλ.

αλλ.

Βιοφ.

εκφ.

ΑΜ

Βιοχ.

έκφρ.

αμερικ.

βλ.

ελλ.

αμτβ.

βοηθ.

εμβ.

αμτβλ.

βοιωτ.

Εμπ.

αμφβλ.

Βοτ.

εμπρόθ.

ΑΝ

βουλγ.

ενετ.

αναθ.

βραχγρ.

ενν.

ανατ.

Βυζ.

Εντομολ.

Ανατ.

βυζαντ.

Έξ.

ανδρων.

γαλατ.

επεκτ.

ανέκδ.

γαλλ.

επιγρ.

Ανθρωπολ.

γεν.

επικ.

αντίθ.

Γέν.

επιστημον.

αντικ.

Γενετ.

επιφών.

αντίστ.

γερμ.

εσφ.

αντων.

Γεωγρ.

ευρωπ.

αόρ.

Γεωδ.

ευφ.

αορστλ.

Γεωλ.

εύχρ.

ΑΠ

Γεωμ.

fragm.

απλολ.

Γεωπ.

Ζαχ.

αποθ.

Γεωργ.

Ζωολ.

Αποκ.

Γεωφ.

Ζωοτ.

απόλ.

Γεωχ.

Ηθ.

Απολογ.

Γλυπτ.

Ηλεκτρον.

απόσπ.

Γλωσσ.

θ.

απρμφ.

γνωμ.

θαμ.

απρόσ.

γοτθ.

Θέατρ.

απφ.

γραμμ.

Θεολ.

αραβοτουρκ.

Γραμμ.

θετ.

αραμ.

δαν.

θηλ.

άρθρ.

Δαν.

Θρησκειολ.

αριθ.

δ. γρφ.

ιαπ.

Αριθ.

δ. ερμ.

ιατρ.

αριθμητ.

Δευτ.

Ιατρ.

αρκτ.

ιδιωμ.

αρμεν.

δηλ.

ΙΕ.

αρσ.

δημ.

Ιεζ.

αρχ.

δημδ.

Ιερ.

Αρχαιολ.

διαζ.

ινδ.

ιρλδ.

ιρλανδικός, -ή, -ό ισπανικός, -ή, -ό Ιστορία, ιστορικός, -ή, -ό ιταλικός, -ή, -ό ιωνικός, -ή, -ό και και άλλοι, -ες, -α και ακολούθως, και αλλού Καλές Τέχνες κατάληξη καταχρηστικός, -ή, -ό κατ’ επέκταση κατάφαση (-τικός, -ή, -ό) Καινή Διαθήκη και επόμενα κελτικός, -ή, -ό και εξής κεφάλαιο κινεζικός, -ή, -ό κλίση κλητική και λοιπά κοινός, -ή, -ό (-ώς) Κοινωνιολογία και ούτω καθεξής και όπου παραπάνω κρητικός, -ή, -ό και τα όμοια και τα παρόμοια κυβικός, -ή, -ό κυριολεκτικός, -ή, -ό λέξη, λήμμα λακωνικός, -ή, -ό Λαογραφία λατινικός, -ή, -ό λατινογενής, -ές Λεξικό Λευϊτικόν (β. της Βίβλου) Λογική Λογοτεχνία λόγου χάρη Μεσαιωνικό Μαθηματικά Μακκαβαίοι (β. της Βίβλου) Μαλαχίας (β. της Βίβλου) Μαρτυρολόγιο μεγεθυντικό μέλλοντας μέλλοντας διαρκείας μέλλοντας στιγμιαίος μέσος μεσημβρινός Μεταλλειολογία Μεταλλουργία

Μετεωρ.

Μετεωρολογία μετάθεση (-τικός, -ή, -ό) Μετρολογία μετάφραση Μηχανολογία Μικροβιολογία μίλι, μίλια Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά του Γ. Χατζιδάκι Μουσική μεσαιωνικός, -ή, -ό μεταφορά (-ικός, -ή, -ό) μετοχή Μυθολογία μετά Χριστόν Ναυπηγική Ναυτικός, -ή, -ό νεοελληνικός, -ή, -ό νεολατινικός, -ή, -ό νεότερος, -η, -ο Νομική Νομισματική, Νομισματολογία νομοθεσία (-τικός,-ή, -ό) νορβηγικός, -ή, -ό νορμανδικός, -ή, -ό νοτιοαμερικανικός, -ή, -ό ξενικός ξένος Οικολογία Οικονομία ολλανδικός, -ή, -ό όμοιος ομοιόπτωτος, -η, -ο ομώνυμος, -η, -ο όνομα ονομασία, ονομαστική όπου και παραπάνω Ορυκτολογία ουγγρικός, -ή, -ό ουδέτερο (-ος, -η, -ο) ουσιαστικό παθητικός Παιδαγωγική Παλαιοντολογία Παπυρολογία παράγωγα παραγωγικός, -ή, -ό παραθετικός, -ή, -ό παρακείμενος παρερμηνεία παρετυμολογία παράλληλος παροιμία (-ακός, -ή, -ό) Παροιμίαι Σολομώντος (β. της Βίβλου) Πατρολογία πατρωνυμικός, -ή, -ό περιοδικό

ισπ.

μετθ.

Ιστ.

Μετρολ.

μετφρ.

ιταλ.

Μηχανολ.

ιων.

Μικρβλ.

κ.

μίλ.

κ.ά.

ΜΝΕ

κ.α.

Καλ. Τέχν.

Μουσ.

κατάλ.

μσν.

καταχρ.

μτφ.

κατ’ επέκτ.

μτχ.

κατφ.

Μυθ.

μ.Χ.

ΚΔ

Ναυπ.

κ.ε.

Ναυτ.

κελτ.

νεοελλ.

κ.εξ.

νεολατιν.

κεφ.

νεότ.

κινεζ.

Νομ.

κλ.

Νομισμ.

κλητ.

κ.λπ.

νομοθ.

κν.

νορβ.

Κοινων.

νορμ.

κ.ο.κ.

νοτιοαμ.

κ.ό.π.

ξεν.

κρητ.

ξέν.

κ.τ.ό.

Οικολ.

κ.τ.π.

Οικον.

κυβ.

ολλ.

κυριολ.

όμ.

λ.

ομοιόπτ.

λακων.

ομών.

Λαογρ.

όν.

λατ.

ονομ.

λατινογ.

ό.π.

Λεξ.

Ορυκτ.

Λευϊτ.

ουγγρ.

ουδ.

Λογ.

ουσ.

Λογοτ.

παθ.

λ.χ.

Παιδαγ.

Μ

Παλαιοντ.

Μαθημ.

Παπυρ.

Μακκ.

ΠΑΡ.

παραγ.

Μαλ.

παραθ.

παρακμ.

Μαρτλ.

παρερμ.

μεγεθ.

παρετυμολ.

μέλλ.

παρλλ.

μέλλ. δρκ.

παροιμ.

μέλλ. στ.

Παροιμ.

μέσ.

μεσμβρ.

Πατρολ.

Μεταλλ.

πατρων.

Μεταλργ.

περ.

περιληπτ.

περιληπτικός

περσ.

περσικός, -ή, -ό

Πετρογρ.

Πετρογραφία

πιθ.

πιθανός, -ή, -ό

πλάγ.

πλάγιος, -α, -ο

πληθ.

πληθυντικός

ποιητ.

ποιητικός, -ή, -ό

Ποιν.

Ποινικός, -ή, -ό

Πολιτειολ.

Πολιτειολογία

Πολ. Μηχ.

Επιστήμη Πολιτικού

πολων.

Μηχανικού πολωνικός, -ή, -ό

πορτογ.

πορτογαλικός, -ή, -ό

Πρακτ.

Πρακτικά

πρβλ.

παράβαλε

προηγ.

προηγούμενος

πρόθ.

πρόθεμα, πρόθημα,

ποθετ.

πρόθεση προθετικός

προσ.

πρόσωπο (-ικός,-ή, -ό)

προσδ.

προσδιορισμός

προσωδ.

προσωδία (-ακός, -ή, -ό)

πρότ.

πρόταση

προτρ.

προτρεπτικός

προφ.

προφέρεται, προφορά

π.χ.

παραδείγματος χάριν

π.Χ.

προ Χριστού

Πυρην.

Τεχνολ.

Πυρηνική Τεχνολογία

ρ.

ρήμα

ρηματ.

ρηματικός

Ρητ.

Ρητορική

ρομαν.

ρομανικός, -ή, -ό

ρουμ.

ρουμανικός, -ή, -ό

ρωμ.

ρωμαϊκός, -ή, -ό

ρωσ.

ρωσικός, -ή, -ό

σ.

σελίδα

σανσκρ.

σανσκριτικός, -ή, -ό

σαξον.

σαξονικός, -ή, -ό

σατ.

σατιρικός, -ή, -ό

σερβ.

σερβικός, -ή, -ό

σημ.

σημασία

σήμ.

σήμερα

σημερ.

σημερινός, -ή, -ό

σημιτ.

σημιτικός, -ή, -ό

σκανδ.

σκανδιναβικός, -ή, -ό

σλαβ.

σλαβικός, -ή, -ό

σουηδ.

σουηδικός, -ή, -ό

σπάν.

σπάνιος, -α, -ο

στερ.

στερητικός

στίχ.

στίχος

Στρ.

Στρατιωτικά

συγγ.

(Στρατιωτική ορολογία) συγγενικός

συγκ.

συγκοπτόμενος

συγκριτ.

συγκριτικός

συγκρμ.

συγκεκριμένος, -η, -ο

σύγχρ.

σύγχρονος, -η, -ο,

συλλ.

συγχρονικός, -ή, -ό συλλαβή

συμβ.

συμβολικός, -ή, -ό σύμβολο συμπερασματικός συναίρεση σύνδεσμος συνεκδοχή, συνεκδοχικά Συναξάριο, Συναξαριστής συνώνυμο, συνωνυμία (-κός,-ή, -ό) Σχόλια σχετικός σχετλιαστικός τύπος

τελικ.

τελικός τετελεσμένος τετραγωνικός, -ή, -ό τεύχος Τεχνολογία τμήση τόμος τόνος τοπικός τουρκικός, -ή, -ό τροπικός, -ή, -ό

τσεχ.

τσεχικός, -ή, -ό υπονοείται Υφαντουργία υψόμετρο φόλιο χειρογράφου Φαρμακολογία Φιλολογία Φιλοσοφία Φιλοτελισμός φλαμανδικός, -ή, -ό φοινικικός, -ή, -ό φράση, -εις Φυσική

σύμβ.

 

τετ.

υπον.

συμπερ.

τετρ.

Υφαντ.

συναίρ.

τεύχ.

υψόμ.

σύνδ.

Τεχνολ.

 

φ.

συνεκδ.

 

τμ.

Φαρμ.

Συνξ.

τόμ.

Φιλολ.

συνων.

τόν.

Φιλοσ.

τοπ.

Φιλοτελ.

Σχόλ.

τουρκ.

φλαμ.

σχτ.

τροπ.

φοινικ.

σχτλ.

Τροφ.

   

φρ.

τ.

Τεχνολ.

Τροφίμων Τεχνολογία

Φυσ.

 

Σειρές έργων και περιοδικά

 

Φυσιολ.

Φυσιολογία Φυτοπαθολογία Φωνητική Φωνολογία Φωτογραφία Χημεία χιλιόμετρα χρόνος, χρονικός, -ή, -ό Χρονογραφία Ψαλμοί (β. της Βίβλου) Ψυχαγωγία Ψυχιατρική Ψυχολογία

Ωκεαν.

Ωκεανογραφία

CIL

Corpus Inscriptionum Latinarum Eranos. Acta Philologica Suecana Fragmente der griechischen Historiker (εκδ. F. Jacoby) Fragmenta Historicorum Graecorum (εκδ. C. Müller) Glotta. Zeitschrift für griechische und lateinische Sprache Hesperia. Journal of the American School of Classical

Φυτοπαθ.

Ωρολ.

Ωρολογοποιία

Φωνητ.

ΒΕΠ

Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστι- κών Συγγραφέων (έκδ. Αποστολικής Διακονίας) Byzantinische Zeitschrift. München Corpus Inscriptionum Atticarum Corpus Inscriptionum Graecarum

Eranos

Φωνολ.

Φωτογρ.

FGrH

Χημ.

χλμ.

FHG

χρόν.

ByzZ

Χρονογρ.

Glotta

Ψαλμ.

CIA

Ψυχαγ.

Ψυχιατρ.

CIG

Hesperia

Ψυχολ.

Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς, αρχαίοι, μεσαιωνικοί

 

Studies at Athens. Athens Inscriptiones Graecae Klio, Beiträge zur alten Geschichte Berlin Patrologiae cursus completus, series Graeca (εκδ. J.P. Migne) Patrologia cursus completus, series Latina (εκδ. J.P. Migne) Patrologia Orientalis (εκδ. R. Graffin και F. Nau) Rheinisches Museum für Philologie

Προμ.

Προμηθεύς Δεσμώτης

Μετά τα Φυσ. Μετά τα Φυσικά

IG

Χοηφ.

Χοηφόροι

Όργ.

Όργανον

Klio

Αίσωπ.

Αίσωπος

Ποιητ.

Ποιητική

Αλκ.

Αλκαίος

Πολ.

Πολιτικά

PG

Αλκμ.

Αλκμάν

Ρητ.

Ρητορική

Αμβρ.

Αμβρόσιος

Τοπ.

Τοπικά

Ανακρ.

Ανακρέων

Φυσ.

Φυσικά

PL

Αναξαγ.

Αναξαγόρας

Αριστοφ.

Αριστοφάνης

Αναξίμανδ.

Αναξίμανδρος

Αχ.

Αχαρνής

ΡΟ

Αναξιμέν.

Αναξιμένης

Βάτρ.

Βάτραχοι

Ανδ.

Ανδοκίδης

Ειρ.

Ειρήνη

RhM

Ανθ. Παλ.

Ανθολογία Παλατινή

Εκκλ.

Εκκλησιάζουσαι

Αντισθ.

Αντισθένης

Θεσμ.

Θεσμοφοριάζουσαι

ZKG Zeitschrift für

Αντιφ.

Αντιφών

Ιππ.

Ιππής

 

Kirchengeschichte. Stuttgart

Απολλόδ.

Απολλόδωρος

Λυσ.

Λυσιστράτη

Αέτ.

Αέτιος Αθηναίος Αιλιανός Αινείας Τακτικός Αισχίνης Αισχύλος Αγαμέμνων Επτά επί Θήβας Ευμενίδες Ικέτιδες Πέρσαι

Βιβλιοθ.

Βιβλιοθήκη

Νεφ.

Νεφέλαι

Αθήν.

Απολλ. Ρόδ.

Απολλώνιος Ρόδιος

Όρν.

Όρνιθες

Αιλ.

Αππ.

Αππιανός

Πλούτ.

Πλούτος

Αιν. Τακτ.

Αριστείδ.

Αίλιος Αριστείδης

Σφ.

Σφήκες

Αισχίν.

Αριστοτ.

Αριστοτέλης

Αρποκρ.

Αρποκρατίων

Αισχύλ.

Αθ. Πολ.

Αθηναίων Πολιτεία

Αρρ.

Αρριανός

 

Αγ.

Αν. Πρ.

Αναλυτικά Πρότερα

Αρχίλ.

Αρχίλοχος

Επτά

Αν Υστ.

Αναλυτικά Ύστερα

Αχ. Τάτ.

Αχιλλεύς Τάτιος

Ευμ.

Ηθ. Ευδ.

Ηθικά Ευδήμεια

Αυγουστ.

Αυγουστίνος

 

Ικ.

Ηθ. Νικ.

Ηθικά Νικομάχεια

Βακχυλ.

Βακχυλίδης

Πέρσ.

Κατ.

Κατηγορία

Βεργ.

Βεργίλιος

Βιτρ.

Βιτρούβιος Βοήθιος Γαληνός Γιουβενάλης Γρηγόριος Ναζιανζηνός Γρηγόριος Νύσσης Δείναρχος Δημάδης Δημόκριτος Δημοσθένης Διογένης Λαέρτιος Διόδωρος Σικελιώτης Διονύσιος Αλικαρνασσεύς Δίων Κάσσιος Δίων Χρυσόστομος Εκαταίος Εμπεδοκλής Επίκουρος Επίκτητος Ερατοσθένης Ευκλείδης Ευριπίδης Άλκηστις Ανδρομάχη Βάκχαι Ελένη Ηλέκτρα Ιππόλυτος Ιφιγένεια εν Αυλίδι Ιφιγένεια εν Ταύροις Κύκλωψ Μήδεια Ορέστης Ρήσος Τρωάδες Φοίνισσαι Ευσέβιος Ευστάθιος Ζήνων Ζηνόβιος Ζωναράς Ηράκλειτος Ηρόδοτος Ηρωδιανός Ηρώνδας Ησίοδος Έργα και Ημέραι Θεογνία Ησύχιος Θαλής Θέογνις Θεόκριτος Θεόπομπος Θεόφραστος Θουκυδίδης Ιάμβλιχος Ιερώνυμος Ιουλιανός

Ιουστ.

Ιουστίνος Ιπποκράτης Ισοκράτης Ιωάννης Χρυσόστομος Ιώσηπος Καίσαρ Καλλίμαχος Κάτουλλος Κικέρων Κλήμης ο Αλεξανδρεύς Λακτάντιος Λίβιος Λιβάνιος Λουκανός Λουκιανός Λιουκρήτος Λυκούργος Λυκόφρων Λυσίας Μαρτιάλης Μάρκος Αυρήλιος Μένανδρος Μίμνερμος Κορνήλιος Νέπως Νικόμαχος Νόννος Διονυσιακά Ξενοφών Ξενοφάνης Οβίδιος Όμηρος Ιλιάς Οδύσσεια Οππιανός Οράτιος Ορφεύς Ουάρρων Ουλπιανός Παρμενίδης Παυσανίας Πίνδαρος Πλάτων Αλκιβιάδης Απολογία Γοργίας Ευθύδημος Ευθύφρων Θεαίτητος Ιππίας Κρατύλος Κριτίας Κρίτων Λάχης Μενέξενος Νόμοι Παρμενίδης Πολιτεία Πολιτικός

Πρωτ.

Πρωταγόρας Σοφισταί Συμπόσιον Τίμαιος Χαρμίδης Πλαύτος Πλίνιος ο Πρεσβύτερος Naturalis Historia Πλούταρχος Πλωτίνος Πολύβιος Πολύαινος Πολυδεύκης Πορφύριος Ποσειδώνιος Προκόπιος Πρόκλος Προπέρτιος Προυντέντιος Πτολεμαίος Σαλλούστιος Σαπφώ Σενέκας Σέξτος Εμπειρικός Σέρβιος Σημωνίδης ο Αμοργίνος Σιμπλίκιος Σιμωνίδης ο Κείος Σκύλαξ Σουητώνιος Σοφοκλής Αίας Αντιγόνη Ηλέκτρα Ιχνευταί Οιδίπους επί Κολωνώ Οιδίπους Τύραννος Τραχίνιαι Φιλοκτήτης Σπεύσιππος Στάτιος Στέφανος Βυζάντιος Στησίχορος Στοβαίος Στράβων Συνέσιος Τάκιτος Τερέντιος Τερτυλλιανός Τζέτζης Τίβουλος Υπερείδης Φίλων Φιλόστρατος Φρύνιχος Φωκυλίδης Φώτιος Ωριγένης

Βοήθ.

Ιπποκρ.

Σοφ.

Γαλ.

Ισοκρ.

Συμπ.

Γιουβ.

Ιωάνν. Χρυσ.

Τίμ.

Γρηγ. Ναζ.

Ιώσ.

Χαρμ.

Γρηγ. Νύσσ.

Καίσ.

Πλαύτ.

Δείν.

Καλλ.

Πλίν.

Δημάδ.

Κάτουλλ.

Nat. Hist.

Δημόκρ.

Κικ.

Πλούτ.

Δημοσθ.

Κλήμ. Αλ.

Πλωτ.

Διογ. Λαέρτ.

Λακτ.

Πολ.

Διόδ.

Λίβ.

Πολύαιν.

Διον. Αλ.

Λιβάν.

Πολυδ.

Δίων Κάσσ.

Λουκαν.

Πορφ.

Δίων Χρυσ.

Λουκιαν.

Ποσειδ.

Εκατ.

Λουκρ.

Προκ.

Εμπ.

Λυκούργ.

Πρόκλ

Επίκ.

Λυκόφρ.

Προπ.

Επίκτ.

Λυσ.

Προυντ.

Ερατοσθ.

Μαρτ.

Πτολ.

Ευκλ.

Μ. Αυρ.

Σαλλ.

Ευρ.

Μεν.

Σαπφ.

Άλκ.

Μίμν.

Σεν.

Ανδρ.

Νέπ.

Σέξτ. Εμπ.

Βάκχ.

Νικόδ.

Σέρβ.

Ελ.

Νόνν.

Σημων.

Ηλ.

Διον.

Σιμπλ.

Ιππ.

Ξεν.

Σιμων.

Ιφ. Αυλ.

Ξενοφ.

Σκύλ.

Ιφ. Ταύρ.

Οβίδ.

Σουητ.

Κύκλ.

Όμ.

Σοφ.

Μήδ.

Ιλ.

Αί.

Ορ.

Οδ.

Αντ.

Ρήσ.

Οππ.

Ηλ.

Τρωάδ.

Οράτ.

Ιχν.

Φοίν.

Ορφ.

Οιδ. Κ.

Ευσ.

Ουάρρ.

Οιδ. Τ.

Ευστ.

Ουλπ.

Τραχ.

Ζήν.

Παρμ.

Φιλ.

Ζηνόβ.

Παυσ.

Σπεύσ.

Ζων.

Πίνδ.

Στάτ.

Ηράκλ.

Πλάτ.

Στέφ. Βυζ.

Ηρόδ.

Αλκ.

Στησίχ.

Ηρωδιαν.

Απολ.

Στοβ.

Ηρώνδ.

Γοργ.

Στράβ.

Ησίοδος

Ευθύδ.

Συν.

Έργα

Ευθύφρ.

Τάκ.

Θεογ.

Θεαίτ.

Τερ.

Ησύχ.

Ιππ.

Τερτ.

Θαλ.

Κρατ.

Τζέτζ.

Θέογν.

Κρι.

Τίβ.

Θεόκρ.

Κρίτ.

Υπερ.

Θεόπ.

Λάχ.

Φίλ.

Θεόφρ.

Μενέξ.

Φιλόστρ.

Θουκ.

Νόμ.

Φρύν.

Ιάμβλ.

Παρμ.

Φωκ.

Ιερών.

Πολ.

Φώτ.

Ιουλ.

Πολιτ.

Ωριγ.

A

Α, α (άλφα)· το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Το α ως πρόθεμα 1. στερητικό· δηλώνει έλλειψη, στέρηση και γενικά το αντίθετο από ό,τι δηλώνει το β’ συν- θετικό. Εμφανίζεται με τις εξής μορφές:

α- / ἀ- (αρχ.-νεοελλ.) προ συμφώνου, π.χ. ά-γνωστος, ά-κακος, ά-τιμος κ.ά., και αν- (αρχ.- νεοελλ.) προ φωνήεντος, π.χ. αν-ελεήμων, αν- ελεύθερος, αν-ομβρία, άν-υδρος κ.ά.· || (νεο- ελλ.) πολλές φορές το α- στερητ. χρησιμοποιεί- ται πλεοναστικά πριν από το στερητικό πρό- θημα ξε-, για να επιτείνει τη σημασία της άρ- νησης, π.χ. α-ξεδιάντροπος, α-ξεσκέπαστος, α-ξέστρωτος κ.ά. Ως α- στερητ. θεωρήθηκε και το αρκτικό α- ρηματικών επιθέτων ύστερα από αναβιβασμό του τόνου, π.χ. αραδιάζω > αρα - διαστός (= ο τοποθετημένος στη σειρά) > αρά - διαστος (= ο μη τοποθετημένος στη σειρά). [ΕΤΥΜΟΛ. Το α- ή αν- στερητ. προήλθε από IE *n . - που εμφανίζει συνεσταλμένη βαθμίδα και

αντιστοιχεί στο σανσκρ. α(n)-, π.χ. an -udr -ά- (= άνυδρος), a -jñā ta - (= άγνωστος), στο λατ. in -, π.χ. in - ops (= ενδεής), στο γερμ. un -, π.χ. un - klar (= ασαφής), στο αγγλ. un-, π.χ. un - able (= αδύνα- τος, ακατόρθωτος) κ.ά. Η πλήρης βαθμίδα του ΙΕ *- εμφανίζεται στο ελλ. νέ-ποδες (= άπο- δες), στα στερητ. νη-, νω- (νή-νεμος < *νεανε- μος, νω-δός < *νε-οδος), στα λατ. ne -fas (= ανό- σιο), ne - scio (= αγνοώ) κ.ά. Συχνά εμφανίζεται σε αρχαίες λέξεις α- στερητ. αντί αν- προ φω- νήεντος, όταν έχει προηγουμένως σιγηθεί σ ή F μεταξύ του στερητικού και του β’ συνθετι- κού, π.χ. άισος (αλλά και άνισος) < *ά-Fύσoς, αεργός (και συνηρ. ᾱργός) < *α-Fεργός, άοπλος (και άνοπλος) < α-όπλον < έπω < *σέπω (= φρο- ντίζω), άυπνος < *α-hυπνος < ΙΕ*sup -no - s. Έτσι το α- αντί αν- επεκτείνεται αναλογικά και σε

άλλες λέξεις, π.χ. ά-οσμος, ά-ορνος, ά-οκνος]. ανα- και ανε- κυρίως νεοελληνικό, ήδη μτγν. (ανά-γνωστος = άγνωστος) και μσν. αντί απλού α- στερητ., π.χ. ανά-βαθος, ανα-βροχιά, ανά-μελος και ανέ-μελος, ανε-πρόκοπος κ.ά. [ΕΤΥΜΟΛ. Οι τύποι ανα-, ανε- δημιουργήθη-

15 15

καν αναλογικά από λέξεις, που είχαν στερητι- κό αν- και αρκτικό φωνήεν θέματος α- ή ε-, π.χ. αν-άλατος, αν-εφάρμοστος, αν-άξιος, αν-άρμοστος, αν-εξήγητος κ.ά.].· (αρχ.) το στερητικό ἀνα- (πρβλ. ομηρ. ἀνά- εδνος, ἀνά-Fελπος στον Ησύχιο κ.ά.). [ΕΤΥΜΟΛ. Θεωρείται υστερογενής σχηματι- σμός αντί του α-, ίσως από επίδραση της πρό- θεσης ανά ή αναδιπλασιασμός (αν-α-) του

στερητ. α- (πρβλ. και πρακριτ. στερητ. an a -)].

2. αθροιστικό· (αρχ.) δηλώνει συγκέντρωση,

συνένωση, συμμετοχή, ισότητα και εμφανίζε- ται ως - ή -, π.χ. ἁθρόος, -παξ, -πας, -πλοῦς, αλλά ἀδελφός, -κόλουθος, -λοχος, -τάλαντος κ.ά. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο αρχικός τύπος ήταν - και προ- ήλθε από IE *sm -, με τροπή του *m σε α και του *s σε δασύ πνεύμα. To IE *sm αποτελεί τη μηδε- νισμένη βαθμίδα που εμφανίζεται στο σανσκρ. s ά-, π.χ. s ά-n ā man (= συνώνυμος), στο

λατ. sem - > sim -, π.χ. sem - el (= άπαξ), sim - plex (= απλός) κ.ά. Η πλήρης ΙΕ βαθμίδα *sem - βρί- σκεται στο ελλ. εἷς (βλ. λ.). Ο τύπος - προήλ- θε αρχικά από ανομοίωση σε λέξεις που είχαν δασύ σύμφωνο (ἀδελφός, ἄλοχος) ή από ψί- λωση ιωνικών τύπων (Ἀπατούρια) και με επέ- κταση σε πολλές άλλες λέξεις].

3. επιτατικό· (αρχ.) επιτείνει την έννοια του β’

συνθετικού, π.χ. -βιος (= πολύ πλούσιος), -ξυλος (= γεμάτος δέντρα), -τενής (= πολύ

τεντωμένος), -χανής (= αυτός που έχει ορθά- νοιχτο στόμα, που χάσκει) κ.ά. [ΕΤΥΜΟΛ. Η έννοια της επίτασης του δη- μιουργήθηκε από την εξέλιξη της σημασίας του - αθροιστ. που κατέληξε να σημαίνει «τον εφοδιασμένο με κάτι» και κατ’ επέκταση «αυτόν που έχει κάτι σε μεγάλη ποσότητα»].

4. προθετικό ή προθεματικό· (αρχ.-νεοελλ.)

καθαρώς φωνολογικό στοιχείο που δεν προ- σθέτει καμία ιδιαίτερη έννοια ή απόχρωση στη σημασία του β’ συνθετικού, π.χ. (νεοελλ.) αβ- δέλλα, α-μασχάλη, α-ράθυμος, ἀδράχνω κ.ά. [ΕΤΥΜΟΛ. Προήλθε από συνεκφορά με προ- ηγούμενες λέξεις που τελείωναν σε -α, όπως:

α

αβάδιστος

μια, τα, ένα, για, να, θα κ.ά., π.χ. μια βδέλλα > μι’ αβδέλλα-αβδέλλα]. (αρχ.) -βληχρός, -λείφω, -λίνω, ἀμέλγω κ.ά. [προθεματικό φωνήεν -, παράλληλα με τα προθεματικά φωνήεντα -, - (-ρυθρός, -ρύσσω), εμφανίζεται σπανιότερα σε λέξεις που αρχίζουν κυρίως από ρ, λ, μ, ν και F ]. 5. αρκτικό αντί άλλου φωνήεντος· (νεο- ελλ.) δεν επιφέρει μεταβολή στη σημασία των λέξεων και προέρχεται κυρίως από συνεκφο- ρά, κατά την οποία υπερισχύει το τελικό α- των προηγούμενων λέξεων (μια, τα, θα, να κ.ά.), π.χ. (αντί ε-) αλαφρός < ελαφρός, άντερο < έντερο, άξαφνα < έξαφνα, εξαίφνης κ.ά. (αντί ι-, η-, υ-) απόχη < μσν. ὑπόχη, ατσίδα < αρχ. αιτ. ἰκτίδα, αχός < ἠχώ κ.ά. (αντί ο-, ω-) αβγό (βλ. λ.) < ὠόν, αφαλός < ὀμφαλός κ.ά. Πολλά από τα παραδείγματα που έχουν στη β’ συλλαβή α είναι δυνατόν να θεωρηθούν και προϊόντα προληπτικής αφομοίωσης, π.χ. αρ - γαλειός < εργαλείο, αργαστήρι < εργαστήρι, απάνω < επάνω, αντάμα < φρ. ἐν τῷ ἅμα κ.ά. Το α ως κατάληξη · (νεοελλ.) κατάληξη μεγεθυντική θηλυκών ουσ. αρχικά από ουδ. σε -ι, π.χ. το γυαλί - η γυάλα, το πανί - η πάνα, το σπαθί - η σπάθα, το σταμνί - η στάμνα κ.ά. και τελικά από κάθε ουδ. ουσ., π.χ. το άλογο - η αλόγα, το κόκκαλο

- η κοκκάλα, το πουκάμισο - η πουκαμίσα κ.ά. Η παραγωγική κατάληξη προέκυψε από τη σημασιολογική σχέση των τύπων: η γάστρα

(αρχ. γάστρα)· το γαστρί (αρχ. γαστρίον), η δά - δα (αρχ. δᾴςτο δαδί (αρχ. δαδίον), η μάντρα - το μαντρί, η σούβλα - το σουβλί κ.ά. Τα ουδ. (δαδί, μαντρί κ.λπ.) θεωρήθηκαν υποκοριστι- κά παράγωγα των θηλυκών (δάδα, μάντρα κ.λπ.) που συγκριτικά έδιναν την εντύπωση μεγεθυντικών· έτσι σχηματίστηκαν μεγεθυ- ντικά θηλ. σε -α από άλλα ουδ. σε -ι. · (νεοελλ.) κατάληξη θηλυκών ουσ., συνή- θως αφηρημένων, που παράγονται από ρήμα- τα, π.χ. ανάσα (ανασαίνω), άχνα (αχνίζω), βρό - μα (βρομώ), κάπνα (καπνίζω), κάψα (καψώνω), σπίθα (σπιθίζω) κ.ά. Η κατάληξη δημιουργή- θηκε σύμφωνα με τους αρχαίους υποχωρητι- κούς σχηματισμούς: δίψα από το διψώ, πείνα από το πεινώ, λύσσα από το λυσσώ κ.ά. -α· (νε- οελλ.) κατάληξη θηλυκών αφηρημένων ουσ. από επίθετα, π.χ. αλμυρός - αλμύρα, γλυκός - γλύκα, ζεστός - ζέστα, νεκρός - νέκρα, πικρός

- πίκρα, τρελός -τρέλα κ.ά. Η κατάληξη, κατά

τον Κόντο, από το θηλ. του επιθέτου (τυφλός - τυφλή - τύφλα). Κατά τον Χατζιδάκι, από ρή- ματα που είναι παράγωγα επιθέτων αρχικά σε -ρός κατά το αρχαίο σχήμα: εχθρός - εχθαί - ρω - έχθρα, ψυχρός - ψυχραίνω - ψύχρα κ.ά.]

α / ἁ (Α)· δωρ. τύπος του άρθρου (βλέπε ).

α (I) και παρατεταμένο αά, άα, ααά, άαα (Α ἆ)· επιφώνημα που εκφράζει έντονη συναισθη- ματική κατάσταση.

16

α (II) και άι (προτρεπτικό μόριο)· πήγαινε. [ΕΤΥΜΟΛ. Το α < άι < αε < ἄγε (αντίστοιχο αρχ. προτρεπτικό μόριο)].

α / ἅ (Α)· δωρ. τύπος της αναφ. αντωνυμίας

(βλ. , αντων.). αα / ἅ ἅ ή ἇ ἇ (AM)· επιφώνημα που εκφράζει γέλιο. αάατος / ἀάατος, -ον (Α)· συνήθως ερμηνεύε- ται: 1. απαράβλαπτος, απαραβίαστος· 2. άψο- γος, καθαρός, αποφασιστικός· 3. αήττητος, ακαταμάχητος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. συνδέεται με το ἀάω και το ἄτη, πρβλ. ἀάβακτοι του Ησύχ. (= αβλαβείς), ή με το *ἄω (= χορταίνω), απρμφ. αόρ. ἆσαι, οπότε ἀάατος = ἄατος]. ααγής / ἀαγής, -ές (Α) [ἄγνυμι]· άθραυστος, σκληρός. αάζω / ἀάζω (Α)· αναπνέω με ορθάνοιχτο το στόμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. λ. ηχομιμητική. Σύμφωνα με άλλη άποψη συνδέεται με το ἄημι (= φυσώ)]. άανθα / ἄανθα, η (Α)· είδος σκουλαρικιού. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. ξένη λ. Η προέλευση από *αὐς-άνθᾱ (θ. συγγενές με το οὖς + *ἄνθᾱ < ἄνθος, οπότε ο τύπος θα ήταν ἀάνθα) θεωρείται αμφίβολη]. άαπτος / ἄαπτος -ον (Α)· συνήθως ερμηνεύε- ται: αυτός που δεν μπορεί κανείς να τον αγγί- ξει, ακαταμάχητος, ακατάβλητος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η σύνδεση της λ. με το ἅπτομαι πιθ. να οφείλεται σε παρετυμολογία, εάν το α- αντί αν- δεν δικαιολογείται από τη δασεία του ἅπτομαι. Οι σχολιαστές παραδίδουν τύπο ἄε- πτος και τον ετυμολογούν συνήθως, ανάλογα με τα χωρία, από το εἰπεῖν (= άρρητος, άφατος) ή από το ἕπομαι (= αυτός που δεν μπορεί να ακολουθήσει). Το ἄεπτος θεωρήθηκε από ορι- σμένους ο αρχικός τύπος (< *ἄFεπτος= άρρη- τος, άφατος, απερίγραπτος: χεῖρες ἄεπτοι = χέρια των οποίων το μέγεθος δεν μπορεί να ειπωθεί), που συναιρέθηκε σε *ἆπτος (πρβλ. ἀπτοεπής < *-Fεπτο-Fεπής = αυτός που λέει ό,τι δεν πρέπει να ειπωθεί) και τελικά, με διέ- κταση, έγινε ἄαπτος]. αασμός / ἀασμός, ο (Α) [ἀάζω]· εκπνοή. άατος / ἄατος και συνηρ. ἆτος, -ον (Α)· ακόρεστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < *-σα-τος < α- στερητ. + απαρέμ- φατο αόρ. ἆσαι < *ἄω (= χορταίνω)].

αάω ἀάω και συνηρ. ἄω (Α)· 1. βλάπτω (τον νου), παραπλανώ, εξαπατώ, ξεμυαλίζω· 2. (μέσ.) είμαι ανόητος, ενεργώ απερίσκεπτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < *ἀFάω, άγνωστ. ετυμ. ΠΑΡ. ἄτη. ΣΥΝΘ. ἀεσίφρων, ἄνατος]. αβάγιστος -η, -ο [βαγίζω]· 1. άκαμπτος, αλύγι- στος· 2. (για πρόσωπα) αμετάπειστος. αβάδιστος -η, -ο (Μ ἀβάδιστος, -ον) [βαδίζω]· ο μη βατός, μη διαβατός· || (νεοελλ.) αυτός που

αβαείο

αβάλε

δεν έχει περπατήσει. αβαείο το· 1. μοναστήρι ρωμαιοκαθολικών, που διοικείται από αβά ή αβάισσα· 2. κατοικία του αβά. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στα Ελληνικά του γαλλ. abbaye (εκκλ. λατ. abbatia)]. αβάζος ο· αυτός που έχει δυνατή φωνή. [ΕΤΥΜΟΛ. < αβάζι (= κραυγή) < περσοτουρκ. avar (= κραυγή)]. αβάθεια η [αβαθής]· 1. έλλειψη βάθους, ρηχό- τητα· 2. (μτφ.) επιπολαιότητα, κουφόνοια. αβαθής -ές (Α ἀβαθής, -ές) [βάθος]· ο χωρίς με- γάλο βάθος, ρηχός· || (νεοελλ.)· αυτός που δεν έχει βάθος σκέψης, επιπόλαιος, κούφος. 2. (το ουδ. ως ουσ.) τα αβαθή. — αβαθή, τα (κν. ρηχά νερά)· όρος της ναυτιλί- ας και της υδρογραφίας, με τον οποίο χαρα- κτηρίζονται οι ανωμαλίες του πυθμένα της θάλασσας (συνήθως πετρώδεις εξάρσεις), που βρίσκονται σε μικρό βάθος. αβαθμίδωτος -η, -ο [βαθμιδωτός]· ο χωρίς βαθ- μίδες, ακλιμάκωτος. αβαθμολόγητος -η, -ο [βαθμολογώ]· αυτός που δεν βαθμολογήθηκε ή δεν μπορεί να βαθμολογηθεί.

-η, -ο [βάθος]· ο χωρίς μεγάλο

βάθος, ρηχός. άβαθος (II) -η, -ο· ο πολύ βαθύς, άπατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α (επιτατ.) + βάθος]. αβαθούλωτος -η, -ο [βαθουλωτός]· αυτός που δεν είναι βαθουλωτός ή δεν έχει σκαφτεί για να γίνει βαθουλωτός. άβαθρος / ἄβαθρος, -ον (Μ) [βάθρον]· ο δίχως θεμελίωση, αθεμελίωτος. αβαθύρριζος -η, -ο [βαθύρριζος]· (για φυτά) αυτός που δεν έχει βαθιές ρίζες. αβάισσα η [αβάς]· ηγουμένη γυναικείου μονα- στηριού των ρωμαιοκαθολικών (αβαείου). αβάκα η· 1. η από κοινού κατάθεση χρημάτων (σε τυχερά παιχνίδια, σε επιχείρηση κ.λπ.), συ- νεταιρισμός με κοινά κέρδη και ζημίες· 2. συμ- φωνία· 3. (ως επίρρ.) από κοινού, συντροφικά, συνεταιρικά. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. αρχικά η λ. σήμαινε κρυφά, απαρατήρητα (πρβλ. σημα- σία του αβάκα στην Τσακωνική), οπότε μπορεί να είναι συγγενής με το αρχ. ἀβακής*]. άβακας ο 1. όργανο εκτέλεσης αριθμητικών πράξεων 2. το επάνω τμήμα του κιονοκράνου· 3. τετράγωνο πλακάκι για επένδυση τοίχων ή επίστρωση δαπέδων· || (νεοελλ.) 1. μικρή πλάκα από σχιστόλιθο πάνω στην οποία έγραφαν με πετροκόνδυλο οι μικροί μαθητές, η πλάκα, το αβάκιο· 2. το επάνω επίπεδο τμή- μα της πρύμνης των ξύλινων πλοίων, όπου συνήθως γράφουν τα στοιχεία του σκάφους (κν. καθρέφτης ή αϊνάς)· 3. μικρή ορθογωνι- σμένη πλάκα που χρησιμοποιείται σε

άβαθος

(I)

17

τοπογραφικές εργασίες· 4. τμήμα της σκοπευ- τικής διόπτρας του πυροβόλου· || (αρχ.) 1. τε- τράπλευρη σανίδα ή τραπέζι που χρησιμοποι- ούσαν τα αθηναϊκά δικαστήρια για την αρίθ- μηση των δικαστικών ψήφων 2. (στον πληθ.) οι άβακες· τμήμα του θεάτρου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η προέλευση της λ. από το εβρ. ᾽ᾱ bq (= σκόνη) δεν θεωρεί- ται σημασιολογικά ικανοποιητική. ΠΑΡ. (αρχ.) ἀβάκιον, ἀβακίσκος· (νεοελλ.) αβακωτός]. αβακέω / ἀβακέω (Α) [ἀβακής]· (μόνο στον αόρ.) συνήθως ερμηνεύεται: δεν δίνω προσοχή. αβακής / ἀβακής, -ές (Α) (αιολ. αιτ. ἀβάκην)· συ- νήθως ερμηνεύεται: ήρεμος, ήσυχος, πράος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. < - (στε- ρητ.) + βάζω (= ομιλώ), οπότε ἀβακής = άλα- λος, άφωνος (πρβλ. Ησύχ.)]. αβακίζομαι / ἀβακίζομαι (Α)· αβακέω*. αβάκιο το (AM ἀβάκιον) [ἄβακας]· (νεοελλ.) η μαθηματική πλάκα, ο άβακας· || (μσν.) έκθε- ση μπροστά από εργαστήρια των εμπορευμά- των που προορίζονταν για πώληση (συνών. προβολή, κραββατίνα, καθέδρα)· || (αρχ.) ως υποκ. του ἄβαξ. αβακίσκος / ἀβακίσκος, ο (Α) [άβακας]· 1. μι- κρή πέτρα ή ψήφος κατάλληλη για ψηφιδω- τό· 2. το ίδιο το ψηφιδωτό ή μέρος του. αβακοειδής -ες (Μ ἀβακοειδής) [ἄβακας]· αυ- τός που έχει σχήμα άβακα. αβακοπλάστης ο· αυτός που κατασκευάζει αβακοειδείς πλίνθους για οικοδομές. [ΕΤΥΜΟΛ. < άβακας + πλάστης]. αβακοπώλης ο· πωλητής αβακίων (πλίνθων, πλακών κ.λπ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < άβακας + -πώλης < πωλώ]. αβακοστρώνω · στρώνω, καλύπτω το έδαφος με αβακοειδείς πλάκες, πλακοστρώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < άβακας + στρώνω. ΠΑΡ. αβακοστρώστης]. αβακοστρώστης ο [αβακοστρώνω]· τεχνίτης που ασχολείται με την πλακόστρωση του εδάφους. αβάκτις / ἂβάκτις ή ἂβ ἄκτις, ο (άκλιτ.) (Μ)· αρ- χειοφύλακας ή συντάκτης ιδιωτικών εγγρά- φων δημόσιου τύπου. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. ab actis]. αβάκχευτος / ἀβάκχευτος -ον (Α) [βακχεύω]· 1. αυτός που δεν έχει μυηθεί στα μυστήρια του Βάκχου· 2. αυτός που δεν κατέχεται από βακ- χική μανία και (συνεκδ.) ο δίχως ενθουσιασμό, χαρά ή έμπνευση. αβακωτός ή, -ό· 1. αβακοειδής· 2. πλακοστρω- μένος.

αβάλε / ἀβάλε και ἀβάλα και ἀβάλαι (επιφών.) (Μ)· αλίμονο. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. σημιτικής

άβαλε

αβαντζάρω

προέλευσης]. άβαλε ἄβαλε και ἀβάλε, κυρίως ἆ βαλε (επι- φών.) (AM)· είθε, μακάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιφών. + βάλε, πιθ. προστ. αόρ. του βάλλω]. αβαλσάμωτος -η, -ο [βαλσαμώνω]· ο μη βαλ- σαμωμένος, αταρίχευτος. άβαλτος -η, -ο [βαλτός]· 1. αυτός που δεν έχει τοποθετηθεί στη θέση για την οποία προορί- ζεται· 2. (για φυτά, δέντρα) αφύτευτος· 3. (για ενδύματα ή υποδήματα) αμεταχείριστος, αφό- ρετος· 4. (μτφ.) αυτός που ενεργεί αυτόβουλα, χωρίς να είναι όργανο κάποιου άλλου. αβάναυσος -η, -ο (AM ἀβάναυσος, -ον) [βάναυ - σος]· αυτός που έχει καλούς τρόπους, κόσμιος, ευγενικός, σεμνός. αβάν-γκαρντ ή αβανγκάρντ, η (άκλιτ.)· 1. όρος που αναφέρεται σ’ εκείνους που επινο- ούν ή εφαρμόζουν νέες, πρωτότυπες ή πειρα- ματικές ιδέες και τεχνικές σε κάθε πεδίο, ιδι- αίτερα στις καλές τέχνες· έτσι η αβάν-γκαρντ δηλώνει την πρωτοπορία και τους πρωτοπό- ρους, αυτούς που με την τόλμη τους προη- γούνται της εποχής τους, τους προάγγελους του μέλλοντος· 2. ομάδα (συγγραφέων, καλ- λιτεχνών κ.ά.) που αμφισβητεί την ιδεολογι- κή ή καλλιτεχνική νόρμα και βρίσκεται σε ρήξη με την παράδοση· καμιά φορά ο όρος χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια τέτοια ομάδα, που τη χαρακτηρίζει ο εξτρεμισμός, η εκκεντρικότητα, ο καλλιτεχνικός μιμητισμός ή η εκζήτηση· 3. οι υπέρμαχοι ή οι οπαδοί της αβάν-γκαρντ. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. avant-garde]. αβανγκαρντισμός ο· η τάση για την εφαρμο- γή διανοητικών ή καλλιτεχνικών πειραματι- σμών, η συμμετοχή στη δραστηριότητα της αβάν-γκαρντ ή η προσπάθεια σύνδεσης με αυτή. αβανγκαρντιστής ο· αυτός που συμμετέχει στην αβάν-γκαρντ. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. avant- gardiste]. Αβανέζος και Αβανός, ο· ο Χαβανέζος. αβανεύω [αβανιά]· 1. συκοφαντώ, κακολογώ· 2. αδικώ. αβανήθ / ἀβανήθ (Μ)· (λ. εβραϊκή) η ζώνη του αρχιερέα. αβάνης ο [αβανιά]· 1. συκοφάντης, διαβολέας, κακολόγος· 2. άδικος, πλεονέκτης.

αβανιά η· 1. διαβολή, συκοφαντία, κακολογία· 2. ατυχία, συμφορά, ζημιά, βλάβη. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. < ιταλ. avania (= βαρύς φόρος, καταπίεση, αδικία, προσβολή) < αραβ. hav n (= περιφρόνηση, προσβολή). ΠΑΡ. αβανεύω, αβάνης, αβανιάζω, αβανίζω, αβανιάρης]. αβανιάζω [αβανιά]· 1. διαβάλλω, συκοφαντώ, κακολογώ· 2. προδίδω, καταδίδω.

αβανιάρης -α, -ικο [αβανιά]· συκοφάντης, δια- βολέας, κακολόγος. αβανίζω [αβανιά]· συκοφαντώ, διαβάλλω. αβάν-πρεμιέρ η (άκλιτ.)· η ανεπίσημη πρώτη παράσταση θεατρικού έργου / προβολή κινη- ματογραφικής ταινίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. avant-première]. αβάντα η· 1. κέρδος, συνήθως αθέμιτο (από χαρτοπαιξία κ.λπ.)· 2. υποστήριξη, βοήθεια, επικουρία. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. κατά τα θηλ. σε -α < αβάντι (= κέρδος) < ιταλ. avanti (= πριν, εμπρός) ή < τουρκ. avanta (= κέρδος) < ιταλ. avanti, με αφομοίωση του i προς το α]. αβαντάγιο το· 1. ωφέλεια, κέρδος, υπεροχή, πλεονέκτημα· 2. θάρρος, υπομονή· 3. ηθική ενίσχυση, στήριγμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. Λατιν. avantagium (= κέρδος), πρβλ. μσν. ἀβαντάτζιον (= κέρδος, ωφέλεια)]. αβανταδόρικος -η, -ο [αβανταδόρος]· αυτός που χαρακτηρίζει τον αβανταδόρο ή που ται- ριάζει σ’ αυτόν. αβανταδόρος ο (θηλ. -α και -ισσα)· 1. αυτός που παίζοντας εικονικά με χρήματα χαρτο- παικτικής λέσχης έχει σκοπό να παρασύρει και άλλους στο παιχνίδι· 2. αυτός που αγορά- ζει εικονικά από μικροπωλητή του πεζοδρομί- ου για να προσελκύσει αγοραστές· 3. γενικά, όποιος ζει με χρήματα που κερδίζει παρέχο- ντας βοήθεια σε ύποπτες επιχειρήσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < αβάντα. ΠΑΡ. αβανταδόρικος]. αβαντάζ το (άκλιτ.)· πλεονέκτημα, κέρδος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. avantage]. αβαντάτζιον / ἀβαντάτζιον, το (Μ)· προνόμιο, κέρδος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. avantage, πρβλ. ιταλ. avan - taggio · πρβλ. επίσης λ. αβαττάζια, σήμερα σε χρήση στην Κύπρο]. αβάντζα και -ντσα, η και αβάντσο και -ντζο, το· 1. πλεονέκτημα, κέρδος, αβάντα· 2. προκα- ταβολή· 3. (φρ.) «πάμε αβάντζο»· συνηθίζεται στα χαρτιά, στο μπιλιάρδο ή το τάβλι, όταν οι παίχτες ζητούν παράταση σε παιχνίδι που έληξε χωρίς αποτέλεσμα ή νικητή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. avanzo (= πλεόνασμα, κέρδος)].

αβαντζάρισμα το [αβαντζάρω]· 1. πλειοδοσία·

2. καθαρό κέρδος· 3. πλεόνασμα, περίσσευμα.

αβαντζάρω και -αίρνω· (Ι) (μτβ.) 1. προκατα- βάλλω· 2. προσφέρω περισσότερα, πλειοδο- τώ· 3. αυξάνω· 4. αυξάνω την τιμή, υπερτιμώ·

5. είμαι ανώτερος από κάποιον, υπερβάλλω,