ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

{16 }
Γεώργιος Βιζυηνός
ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΎ

το ΒΗΜΑ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

{ 16}
Γεώργιος Βιζυηνός
ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΤ

Ειδική έκδοση για την εφημερίδα
ΤΟ ΒΗΜΑ

Σχεδιασμός σειρός: Γιόννης Καρλόπουλος/το ΒΗΜΑ
Επιμέλεια εξωφύλλου: Χρήστος Τζοβάρας/το ΒΗΜΑ
Προεκτυπωτικές εργασίες:

ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ «ΓΡΑΜΜΑ»

Εκτύπωση, βιβλιοδεσία: TAVASLI

ISBN:

© Εκδόσεις

978-960-469-478-5

ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ

a11 ήghts reserved

© 2009 για αυτή την έκδοση

Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπρόκη Α.Ε.

Η πνευματική ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμία διατύπωσn και χωρίς mv ανάγκη ρήτρας,

απαγoρrorΙKής των προσβολών της. Επισημαίνεται, πάντως, ότι κατά τον Ν. 2387/20 (όπως έχει
τροποποιηθεί με τον Ν. 2121/93 και ισχύει σήμερα) και κατά τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης
(που έχει κυρωθεί με τον Ν. 100/1975) απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αποθήκευση σε
κάποιο σύστημα διάσωσης, και γενικά η αναπαραγωγή του παρόντος έργου, με οποιονδήποτε
τρόπο ή μορφή, τμηματικά ή περιληπτικά στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευπ,
χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ
ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

'Άλλην αδελφήν δεν είχομεν παρα μόνον την 'Αννιώ.
"Ητον ή χα"ί δεμένη της μικρας ήμων οικογενείας και
την ήγαπωμεν ολοι. 'Αλλ απ' ολοuς περισσότερον την
ήγάπα ή μήτηρ μας. Εις την τράπεζαν την έκάθιζε πά­
ντοτε πλησίον της και απο ο, τι ε'ίχομεν εδιδε το καλλί­
τερον εις έκείνη. Και ένω ήμας μας ένέδuε χρησιμοποι­
ουσα τα φορέματα του μακαρίτοu πατρός μας, δια την
'Α ννιω ήγόραζε σuνήθως νέα.
ΙΩς και εις τα γράμματα δεν την έβίαζεν. 'Άν ηθελεν,
έπήγαινεν εις το σχολεΤον, αν δε ηθελεν, εμενεν εις την
οΙκίαν. πραγμα το δποΤον εις ήμας δια κανένα λόγον δεν
έπετρέπετο.
'Εξαιρέσεις τοιαυται επρεπε, cpucrtx� τ� λόγ� να
γεννήσοuν ζηλοτuπίας βλαβερας μεταξυ παιδίων, μάλι­
στα μικρων, οπως ημεθα και έγω και οΙ αλλοι δύο μοu
αδελφοί, καθ' ην έποχην σuνέβαινον ταυτα.
'Αλλ' ήμεΤς έγνωρίζαμεν, οτι ή ένδόμuχος της μη­
τρος ήμων στοργη διετέλει αδέκαστος και 'ίση προς ολα
της τα τέκνα. "Ημεθα βέβαιοι, οτι αί έξαιΡέσεις έκεΤναι

6

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΎΗΝΟΣ

δεν ησαν παρα μόνον έςωτερικαΙ έκδηλώσεις φυσικωτέ­
ρας τινος εόνοίας προς το μόνον του ο'(κου μας κοράσιον.
ΚαΙ οχι μόνον ανειχόμεθα τας προς αότην περιποιήσεις
αγογγύστως, αλλα καΙ συνετελουμεν προς αυςησιν
αότών, οσον ηδυνάμεθα.
Διότι ή Άννιώ, έκτος οτι ητο ή μόνη μας αδελφή,
ητο κατα δυστυχίαν ανέκαθεν καχεκτικη καΙ φιλάσθε­
νος. 'Ακόμη καΙ αότος ό δστερότοκος του ο'(κου, ό όποΊος
ώς κ ο ι λ ι ά Ρ φ α ν ο ς έδικαιουντο να καρπουται πλέον
παντος άλλου τας μητρικας θωπείας, παρεχώρει τα δι­
καιώματά του εις την αδελφην τόσ� μαλλον ασμένως,
καθόσον ή Άννιω οϋτε φιλόπρωτος οϋτε δπεροπτικη
έγένετο δια τουτο.
'Απ' έναντίας ητο πολu προσηνης προς ήμας καΙ μας
ηγάπα ολους μετα περιπαθείας. ΚαΙ -πραγμα περίερ­
γον- ή προς ήμας τρυφερότης του κορασίου, αντΙ να
έλαττουται προ'ίούσης της ασθενείας του, απεναντίας
ηυςανεν.
Ένθυμουμαι τοuς μαύρους καΙ μεγάλους αότης
όφθαλμοuς καΙ τα καμαρωτα καΙ σμιγμένα της όφρύ­
δια τα όποΊα έφαίνοντο τόσ� μαλλον μελανώτερα,
οσον ώχρότερον έγένετο το πρόσωπόν της. Πρόσωπον
έκ φύσεως ρεμβώδες καΙ μελαγχολικόν, έπΙ του όποί­
ου τότε μόνον έπεχύνετο γλυκεΊά τις ίλαρότης, οταν
μας εβλεπεν ολους συνηγμένους πλησίον της.
Συνήθως έφύλαττεν δπο το προσκεφάλαιόν της τοuς
καρπούς, ους αί γειτόνισσαι τΌ εφερον ώς α ρ Ρ ω σ τ ι ­
κ ό ν , καΙ τοuς έμοίραζεν εις ήμας, έπανελθόντας έκ του
σχολείου. Άλλα το εκαμνε πάντοτε κρυφά. Διότι ή
μήτηρ μας έθύμωνε, καΙ δεν εστεργε να καταβροχθί-

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

7

ζωμεν ήμεΤς Ο,τι έπεθόμει να εΤχε γευθΌ καν ή άσθενής
της κόρη.
'Εν τοότοις ή άσθένεια της 'Αννιως όλονεν έδεινοuτο
καΙ όλονεν περισσότερον συνεκεντροuντο περΙ αύτην της
μητρός μας αΙ φροντίδες.
'Αφ' οτου άπέθανεν ό πατήρ μας, δεν εΤχεν έξέλθει
της οίκίας. Διότι έχήρευσε πολυ νέα καΙ έντρέπετο να
κάμ1} χρησιν της έλευθερίας, ητις καΙ έν αύτΌ τΌ Τουρ­
κί� ίδιάζει εις πασαν πολότεκνον μητέρα. 'Αλλ' άφ' ης
ήμέρας επεσεν ή 'Αννιώ σπουδαίως είς το στρωμα, εβα­
λε την έντροπην κατα μέρος.
Κάποιος ε'ιχεν αλλ οτε παρομοίαν άσθένειαν - ετρε­
χε να τον έρωτήση, πως έθεραπεόθη. Κάπου μία γραΤα
κρόπτει βότανα θαυμασίας ίατρικης δυνάμεως εσπευδε να τα έξαγοράσ1}. Κάποθεν ηλθε ξένος τις, πα­
ράδοξος το έξωτερικον, 11 φημιζόμενος δια τας γνώσεις
του - δεν έδίσταζε να έπικαλεσθη την άντίληΦίν του.
ΟΙ δ ι α β α σ μ έ ν ο ι , κατα τους λαοός, εΤναι παντογνω­
σται. ΚαΙ ύπο το πρόσχημα πτωχοί) όδοιπόρου κρό­
πτονται ένίοτε μυστηριώδη οντα πλήρη ύπερφυσικων
δυνάμεων.
(ο χονδρος της συνοικίας κουρεός, αύτος μας έπεσκέ­
πτετο αύτόκλητος καΙ δικαιωματικως. 'Ήτον ό μόνος
έπίσημος ίατρος έν τΌ περιφερεί� μας.
'Άμα τον εβλεπον έγω επρεπε να τρέχω είς τον
μ π α κ ά λ η ν . Διότι ποτε δεν έπλησίαζε την άσθενη, πρΙν
11 καταπί1} τούλάχιστον πενηντα δράμια ρακης.
- Είμαι γέρος, μωρή, ελεγε προς την άνυπόμονον
μητέρα, εΤμαι γέρος, καί, αν δεν το τ σ ο u ξ ω κομμάτι,
δεν βλέπουν καλα τα μάτια μου.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

8
.,

�,

',I,

'�

Δ'

"

,

Κ αι" φαινεται, οτι οεν εψεuοετο. ιοτι oσ� περισσοτερον επινε, τόσον ευκολώτερον ηδόνατο να διακρίνΌ ποία
είναι ή παχuτέρα της αυλης μας ορνιθα, δια να την λάβΌ
απερχόμενος.
(Η μήτηρ μοu, αν καΙ επαuσε πλέον να μεταχειρίζε­
ται τα ιατρικά τοu, εν τοότοις τον επλήρωνε τακτικα καΙ
αγογγόστως. Τοuτο μεν δια να μη τον δuσαρεστήσΌ,
τοuτο δέ, διότι πολυ cruxvιx δΙLσχuρίζετο παρηγορων
αυτήν, οτι ή πορεία της ασθενείας είναι καλή, καΙ
ακριβως τοιαότη, την όποία εδικαιοuτο να την περιμένΌ
ή επιστήμη απο τας σuνταγάς τοu.
Το τελεuτα1Όν τοuτο �τo δuστuχως λίαν αληθές. fH
κατάστασις της Άννιως εβαινεν αργα μεν καΙ απαρατη­
ρήτως, αλλ' όλονεν επι τα χείρω. ΚαΙ ή παράτασις
αότης της αορίστοu καχεξίας εκαμε την μητέρα μας
αλλην εξ αλλης.
Πασα νόσος αγνωστος εις τον λαόν, δια να θεωρηθΏ
ώς φuσικον πάθος, πρέπει � να uποχωρήσΌ εις τας στοι­
χειώδεις ιατρικας τοί) τόποu γνώσεις, � να επιφέΡΌ
εντος όλίγοu τον θάνατον. Ευθυς ώς παραταθΏ καΙ χρο­
νίσΌ, αποδίδεται εις uπερφuσικας αιτίας, καΙ χαρακτηρί­
ζεται ώς ε ξ ω τ ι κ ό ν .
�H ασθενης εκάθισεν εις αχρηστον τόπον. Έπέρασε
νόκτα τον ποταμόν, καθ' ην στιγμην αί Νηρηίδες ετέ­
λοuν αόρατοι τα οργιά των. Έδιασκέλισε μαuρον γά­
τον, ό όποίος �τo κuρίως ό ε ξ ω α π ο ε δ ω μεταμορ­
φωμένος.
(Η μήτηρ μοu �τo μαλλον ευλαβης παρα δεισιδαί­
μων. Κατ' αρχας απετροπιάζετο τας τοιαότας διαγνώ­
σεις, καΙ ηρνείτο να έφαρμόσΌ τας προτεινομένας γοη-

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

9

τείας, φοβουμένη μη άμαρτήστJ. 'Άλλως τε ό Ιερεuς ανέ­
γνωσεν ηδη επι της ασθενους τοuς εξορκισμοuς του κα­
κου, δια παν ενδεχόμενον. Άλλα μετ' όλίγον μετέβαλε
γνώμην.
�H κατάστασις της ασθενους εδεινουτο. � H μητρικη
στοργη ενίκησε τον φόβον της άμαρτίας. �H θρησκεία
επρεπε να συμβιβασθΌ με την δεισιδαιμονίαν.
Πλησίον εις τον σταυρόν, επι του στήθους της
'Αννιως, εκρέμασεν εν χ α μ α γ λ ί , με μυστηριώδεις
αραβικας λέξεις.
τα άγιάσματα διεδέχθησαν αΙ γοητείαι, καΙ μετα τα
εύχολόγια των ίερέων, ηλθον τα σ α λ α β ά τ ι α των μα­
γισσων.
' Αλλ' σλα παρήρχοντο εις μάτην.
Το παιδίον εχεφοτέρευεν αδιακόπως, καΙ ή μήτηρ
μας εγίνετο όλονεν αγνώριστος. Ένόμιζες, ση ελησμό­
νησε πως είχε καΙ άλλα τέκνα.
Ποίος μας ετρεφε, ποίος μας επλυνε, ποίος μας
εμβάλωνεν ήμας τα αγόρια, οϋτε ηθελε καν να το
γνωρίζΌ·
Μία Σοφηδιώτισσα γραία, προ πολλων ηδη ετων
παρασιτουσα εν τ(i) o'(κ� μας, εφρόντιζε περΙ ήμων, εφ'
σσον τΌ το επέτρεπεν ή μαθουσάλειος αύτης ήλικία.
την μητέρα μας δεν την εβλέπομεν ενίοτε όλοκλή,

ρους ημερας.
Πότε επήγαινε να δέσΌ μίαν λωρίδα απο το φόρεμα
της Άννιως επι θαυματουργου τινος τόπου, με την ελπί­
δα στι θα δεθΌ καΙ το κακον μακραν της πασχοόσης, πό­
τε μετέβαινεν εις τας πλησιοχώρους εκκλησίας, των
όποίων κατα τόχην ετελείτο ή μνήμη, κομίζουσα λα-

10

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΎΗΝΟΣ

μπάδα κιτρινου κηρου, χυμένην Ιδιαις αύτης χερσι, καΙ
'ίσην άκριβως προς της άσθενους το άνάστημα. Πλην
ολα, ολα ταυτα άπέβαινον άνωφελη. f H άσθένεια της
πτωχης μας άδελφης ητον άνΙατος.
'Όταν έξηντλήθησαν πλεον ολα τα μέσα, καΙ ολα τα
Ιατρικα έδοκιμάσθησαν, τότε προσήλθομεν εΙς το εσχα­
τον καταφόγων εΙς παρομοιας περιστάσεις.
f H μήτηρ μου έσήκωσε το μαρμάρινον κο ράσων εΙς
την άγκάλην της καΙ το εφερεν εις την έκκλησΙαν. 'Εγω
καΙ ό μεγαλότερός μου άδελφος έφορτώθημεν τα στρώ­
ματα καΙ ηκολουθήσαμεν κατόπιν. ΚαΙ έκεί, έπΙ των κα­
θόγρων καΙ ψυχρων πλακων, προ της εΙκονος της Πα­
ναγιας, έστρώσαμεν καΙ έπλαγιάσαμεν το γ λυκότερον
άντικειμενον των μεριμνων μας, την μιαν καΙ μόνην μας
άδελφήν.
'Όλος ό κόσμος το ελεγεν οτι εΤχεν έ ξ ω τ ι κ ό ν . f H
μήτηρ μου δεν άμφέβαλλε πλέον περΙ τοότο, καΙ αότη ή
πάσχουσα ήρχισε να το έννο'Ώ.
'Έπρεπε λοιπον να μεινυ σαράντα ήμερονόκτια έντος
της έκκλησιας, προ του άγιου Βήματος, ένώπιον της μη­
τρος του Σωτηρος, εμπεπιστευμένη εΙς μόνον το ελεος
καΙ τους οΙκτφμους αότων, 'ίνα σωθ'Ώ άπο το σατανικον
πάθος, το όποίον έμφωλευσαν, ήθελε τόσον άμειλικτως
το τρυφερον της ζωης αότης δένδρον.
Σαράντα ήμερονόκτια. Διότι μέχρι τοσοότου ημπο­
ρεί να άντισταθ'Ώ ή τρομερα ισχυρογνωμοσόνη των δαι­
μονιων, εΙς τον άόρατον πόλεμον, μεταξυ αότων καΙ της
θειας χάριτος.
Μετα την δωριαν ταότην το κακον ήττάται καΙ ύπο­
χωρεί κατυσχυμμένον. ΚαΙ δε.ν λειπουσι διηγήσεις, καθ'

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

11

ας οΙ πάσχοντες αΙσθάνονται έν τ<7> οργανισμ<7> των τους
τρομερους σφαδασμους της τελευταίας μάχης, καΙ
βλέπουσι τον έχθρόν αότων φεύγοντα έν παραδόξ� σχή­
ματι, προ πάντων, καθ' ην στιγμην διαβαίνουσι τα άγια
η έκφωνεΤται το «Μετα φόβου».
ΕότυχεΤς αότοί, έαν εχωσι τότε άρκετας δυνάμεις ν'
άνθέξωσιν εΙς τους κλονισμους τοϊ> άγωνος. ΟΙ άδύνατοι
συντρίβονται δπο το μέγεθος τοϊ> έν αότοΤς τελουμένου
θαύματος. Άλλα δεν μετανοοuσι δια τοUτο. Διότι αν
χάνουν την ζωήν, τοόλάχιστον κερδαίνουν το πολυτιμό­
τερον. Σώζουν την Φυχήν των.
Οόχ ηττον τοιαύτη τις ένδεχομένη περίπτωσις ένέ­
βαλλεν εΙς μεγίστας άνησυχίας την μητέρα ήμων, ητις
μόλις έτοποθετήσαμεν την Άννιώ, καΙ ηρχισε να την
έρωτ� περίφροντις πως αΙσθάνεται τον έαυτόν της.
� H Ιερότης τοϊ> τόπου, ή θέα των εΙκόνων, ή εόωδία
τοϊ> θυμιάματος, έπέδρασαν φαίνεται εόνο"ίκως έπΙ τοϊ>
μελαγχολικοϊ> της πνεύματος. Διότι, εόθυς μετα τας
πρώτας στιγμάς, έζωήρευσε καΙ ηρχισε να άστε"ιζεται με
ήμας.
- ΠοΤον άπο τους δύο θέλεις να παίζετε μαζί; την
ήρώτησε τρυφερως ή μήτηρ μου. Τον Χρηστάκη η το
Γιωργί;
� H άσθενης ερριΦε προς την λαλοuσαν πλάγιον άλλ'
έκφραστικον βλέμμα, καί, ώς έαν έπέπληττεν αότην δια
την προς ήμας άδιαφορίαν, τΌ άπήντησεν, άργα καΙ με­
τρημένα:
- ΠοΤον άπο τους δύο θέλω; Κανένα δεν θέλω
χωρΙς τον άλλον. τα θέλω τα άδέλφια μου, οσα καΙ αν
εχω.

12

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΙΎΗΝΟΣ

� H μήτηρ μοΙ.) σuνεστάλη καΙ έσιώπησε.
Μετ' ολίγον εφερε καΙ τον όλόμtκΡOν άδελφόν μας
εΙς την έκκλησίαν, άλλα μόνον δια την πρώτην έκείνην
ήμέραν.
ΤΟ έσπέρας άπέπεμΦε τοuς αλλοuς δύο, καΙ έκράτη­
σε μόνον έμε πλησίον της.
Ένθuμοuμαι άκόμη όποίαν έντύπωσιν εκαμεν έπΙ της
παιδικης μοΙ.) φαντασίας ή πρώτη έν τΌ έκκλησί� διανu­
κτέρεuσις.
Το άμuδρον φως των εμπροσθεν τοί) εΙκονοστασί­
ou λύχνων, μόλι έξαρκοuν να φωτίζη αότο καΙ τας
προ αότοί) βαθμίδας, καθ ίστα το περΙ ήμας σκότος
ετι ύποπτότερον καΙ φοβερώτερον, παρα έαν ημεθα
ολως δ ιόλοΙ.) εΙς τα σκοτεινά.
� Oσάκις το φλογίδιον μιας κανδήλας ετρεμε, μοΙ έφαί­
νετο πως ό Αγιος έπΙ της άπέναντι εΙκόνος ηρχιζε να ζω­
ντανεύΌ καΙ έσάλεuε, προσπαθων ν' αποσπασθΌ άπο τας
σανίδας, καΙ καταβΌ έπΙ τοί) έδάφοuς, με τα φαρδuα καΙ
κόκκινά τοΙ.) φορέματα, με τον στέφανον περΙ την κεφα­
λήν, καΙ με τοuς άτενείς οφθαλμοuς έπΙ τοί) ωχροί) καΙ
άπαθοuς προσώποΙ.) τοu.
� Oσάκις πάλιν ό Φuχρος ανεμος έσύριζε δια των
ύΦηλων παραθύρων, σείων θορuβωδως τας μικρας
αότων ύέλοuς, ένόμιζον, οτι οί περΙ την έκκλησίαν νε­
κροΙ άνερριχωντο τοuς τοίχοuς καΙ προσεπάθοuν να
εΙσδύσωσιν εις αυτήν. Καί, τρέμων έκ φρίκης, εβλεπον
ένίοτε άντικρύ μοΙ.) ενα σκελετόν, οστις έκ φρίκης, εβλε­
πον ένίοτε άντικρύ μοΙ.) ενα σκελετόν, οστις ήπλωνε να
θερμάνη τας άσάρκοuς τοΙ.) χείρας έπΙ τοί) μ α γ κ α λ ί ο u ,
το όποίον εκαιε προ ήμων.
.,

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

13

ΚαΙ ομως δεν έτόλμων να δηλώσω οόδε την παρ α­
μικροτέραν ανησυχίαν. Διότι ηγάπων την αδελφήν μου,
καΙ έθεώρουν μεγάλην προτίμησιν να είμαι διαρκως
πλησίων της καΙ πλησίον της μητρός μου, ητις χωρίς,
άλλο θα με απέστελλεν είς τον οίκον, εuθuς ώς ηθελεν
ύποπτευθΌ οτι φοβουμαι.
(Υπέφερον λοιπον καΙ κατα τας έπομένας νuκτας τας
,
"
,
,
φρικιασεις
εκεινας
μετ, αναγκαστικης
στωικοτητος
και,
έξετέλουν προθuμως τα καθήκοντά μου, προσπαθων να
καταστω οσον το δυνατον αρεστότερος.
'Ήναπτον πυρ, εφερον νερον καΙ έσκοuπιζα την
έκκλησίαν, οταν ητο καθημερινή. τας έορτας καΙ Ku­
ριακας κατα τον ορθρον, έχειΡαγώγουν την αδελφήν μου
να σταθΌ κάτω απο το Εόαγγέλιον, το όποΤον ανεγ(νω­
σκεν ό λειτουργος απο της ΙΩραίας ΠUλης. Κατα την
λειτουργίαν ηπλωνα χαμαΙ το χ ρ ά μ ι , έπΙ του όποίου
.,
επιπτεν ή ασθενης πρόμυτα, δια να περάσουν τα Α για
απο έπάνω της. Κατα δε την απόλυσιν, εφερον το προ­
σκέφαλόν της ένώπιον της αριστερας του ΙΙερου θuρας,
δια να γονατίζ'(1 έπ' αότου, ως ποu να ξ ε φ ο Ρ έ σ n ό
π α π α ς έ π ά ν ω τ η ς καΙ να της σταυρώσ'(1 το πρόσω­
πον με την Λόγχην, Φιθυρίζων το «Σταυρωθέντος σου
Χριστέ, αν'(1ρέθη Τι τυραννίς, έπατήθη ή δuναμις του
Έχθρου κτλ.».
ΚαΙ είς ολα ταυτα με παρηκολοuθει ή πτωχή μου
αδελφη με την ώχραν και μελαγχολικήν της οφιν, με το
αργον καΙ το αβέβαιον βημά της, έλκuοuσα τον οίκτον
των έκκλησιαζομένων καΙ προκαλουσα τας εόχας αότων
ύπερ αναρρώσεώς της αναρρώσεως, ητις δυστυχως
ηργει να έπέλθ'(1.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

14

'Απ' εναντίας, ή ύγρασία, το ψuχος το ασόνηθες και,
μα το ναί, φρtκαλέον των εν τ� να� δtανuκτερεuσεων
δεν .ηργησαν να επtδράσοuν βλαβερως επι της ασθενοuς,
της όποίας ή κατάστασtς .ηρχισε να εμπνέτι τώρα τοuς
εσχάτοuς φόβοuς.
fH μήτηρ μοι) το ηννόησε, και .ηρχισε, και εν αύτΌ τΌ
εκκλησί�, να δεικνότι θλιβεραν αδιαφορίαν προς παν Ο,τι
δεν ητο αύτη ή ασθενής. Δεν .ηνοιγε τα χείλη της προς
ούδένα πλέον, είμη προς την Άννιω και προς τοuς fΑγί_
οuς, όσάκις προσηόχετο.
Μίαν ήμέραν τη επλησίασα απαρατήρητος, εν�
εκλαιε γονuπετης προ της είκόνος τοu Σωτηρος.
- Πάρε μοι) ΟΠΟΙΟ θέλεις, ελεγε, και αφησέ μοι)
,
'
πως ειναι για' να γεν'Ώ. 'Ε ν θ uτο, κοριτσι.
Τ ο' βλ επω
μήθηκες την ά μαρτίαν μοι) και εβάλθηκες να μοu
πάρτις το παιδί, για να με τιμωρήστις. Εύχαριστω σε,
Κόριε!
Μετά τινας στιγμας βαθείας σιγης, καθ' ην τα δά­
κρuά της ηκοόοντο στάζοντα επι των πλακων, ανεστέ­
ναξεν Ε.κ βάθοuς καρδίας, εδίστασεν ολίγον και επειτα
επρόσθεσεν:
- Σοu εφερα ouo παιδιά μοι) στα πόδια crou . . . χάρι­
σέ μοι) το κορίτσι!
'Όταν .ηκουσα τας λέξεις ταότας, παγερα φρικίασις
διέτρεξε τα νεuρά μου και .ηρχισαν τα αύτία μοι) να
βο"tζοuν. Δεν ηδuνήθην ν' ακοόσω περιπλέον. Καθ' ην δε
στιγμην εΤδον, οτι ή μήτηρ μου, καταβληθείσα ύπο φο­
βερας αγωνίας, επιπτεν αδρανης επι των μαρμάρων,
εγώ αντι να δράμω προς βοήθειάν της, επωφελήθην την
εύκαιΡίαν να φόγω εκ της εκκλησίας τρέχων ώς εξαλλος
,

Τ

"

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

15

καΙ έκβάλλων κραuγάς, ώς εαν �πεLλει να με σuλλάβΌ
δρατος αυτος ό θάνατος.
Οί όδόντες μοu σuνεκροuοντο δπο τοίί τρόμοu, καΙ
έγω ετρεχον, καΙ ακόμη ετρεχον. ΚαΙ, χωρΙς να το
έννοήσω, εδρέθην εξαφνα μακραν της έκκλησίας. Τότε
έστάθην να πάρω την αναπνοήν μοu, καΙ έτόλμησα να
γuρίσω να ιδω όπίσω μοu. ΚανεΙς δεν μ' έκuνήγει.
"Ηρχισα λοιπον να σuνέρχωμαι όλίγον κατ' όλίγον,
καΙ ηρχισα να σuλλογίζωμαι.
Άνεκάλεσα εις την μνήμην μοu ολας τας προς την
μητέρα τρuφερότητας καΙ θωπείας μοu. Προσεπάθησα
να ένθuμηθω μήπως της επταισά ποτε, μήπως την �δί­
κησα, αλλ α δεν �δuνήθην. 'Απ' έναντίας εϋρισκον, οη
αφ' οτοu έγεννήθη αυτη ή αδελφή μας, έγώ, οχι μόνον
δεν �γαπήθην, οπως θα το έπεθuμοuν, αλλ α τοίίτ'
αυτό, παρηγκωνιζόμην όλον εν περισσότερον. Ένθuμή­
θην τότε καΙ μοΙ έφάνη, οη ένόησα διατΙ ό πατήρ μοu
έσuνήθιζε να με όνομάζΌ το α δ ι κ η μ έ ν ο τ ο u . ΚαΙ με
έπηρε το παράπονον καΙ ηρχισα να κλαίω. "Ω! είπον, ή
μητέρα μοu δεν με αγαπ�, καΙ δεν με θέλει! Ποτέ, ποτε
πλέον δεν πηγαίνω εις την έκκλησίαν! ΚαΙ διηuθuνθην
προς την οικίαν μας περίλuπος καΙ απηλπισμένος.
(Η μήτηρ μοu δεν ηργησε να με ακολοuθήσΌ μετα
της ασθενοίίς. Έπειδη ό ίερεός, οστις, ταραχθεΙς δπο
των κραuγων μοu, έμβηκεν εις την έκκλησίαν, οταν
εΤδε την ασθενη, σuνεβοuλεuσε την μητέρα μοu να την
μετακομίσΌ·
- (ο Θεος είναι μεγάλος, θuγατέρα, τΌ είπε, καΙ ή
χάρις τοu φθάνεις εις ολην την οίκοuμένη. "Αν είναι για
να γιάνΌ το παιδί crou, θα το γιάνΌ καΙ το σπίτι crou.

ΓΕΩΡΓ ΙΟΣ ΒΙΖΎΗΝΟΣ

16

Δυστυχης � μήτηρ, ητις τον ηκουσε! Διότι αυτοι
εΤναι οΙ τυπικοΙ λόγοι, με τοuς όποίους οΙ ΙερεΤς άπο­
πέμπουσι συνήθως τοuς έτοιμοθανάτους, δια να μη
εκπνεύσουν εν τΌ εκκλησί� καΙ βεβηλωθΌ � Ιερότης
του τοπου.
'Όταν επανεΤδον την μητέρα μου, ητον ύπερ ποτε
θλιβερά! Άλλα προς εμε ιδίως εφέρθη με πολλην γλυ­
κύτητα καΙ προσήνειαν. Με ελαβεν εις την άγκάλην της,
μ' εθώπευσε καΙ μ' εφίλησε τρυφερα καΙ επανειλημμέ­
νως. Ένομιζες οτι προσεπάθει να με εξιλεώση.
Έν τούτοις εγω την νύκτα εκείνην οϋτε να φάγω
ήμπόρεσα οϋτε να κοιμηθώ. Έκοιτόμην εις το στρώμα
με καμμυομένους οφθαλμους, άλλ' ετεινον τα ώτα προ­
σεκτικα προς πασαν κίνησιν της μητρός μου, � όποία,
οπως πάντοτε, ήγρύπνει παρ α το προσκεφάλαιον της
άσθενους.
Θα ητον 'ίσως μεσάνυκτα, οταν ηρχισε να πηγαινοέρ­
χεται εις το δωμάτιον. Ένόμιζον οτι εστρωνε να κοι­
μηθΌ, άλλ' ήπατώμην. Διότι μετ' ολίγον εκάθησε, καΙ
ηρχισε να μοιρολογΌ χαμηλοφώνως.
'�Ήτo το μοιρολόγι του πατρός μας. ΠρΙν άσθενήση �
" αλλ' αφ
' το\ "Φ
" .,οτου ησ
'
'Α ννιω,
' θ ενησε,
ε αλλ ε πο λυ\ συχνα,
το ηχουον δια πρώτην φοράν.
ΤΟ μοιρολόγιον τουτο εσύνθεσεν επι τCi> θανάτ� του
πατρός μου, κατ α παραγγελίαν αυτης, �λιoκαης ρακέν­
δυτος Γ ύ φ τ ο ς , γνωστος εις τα περίχωρά μας δια την
δεξιότητα εις το στιχουργεΤν αυτοσχεδίως.
ΜοΙ φαίνεται, οτι βλέπω άκόμη την μαύρην καΙ λι­
γδεραν κόμην, τοuς μικροuς καΙ φλογεροuς οφθαλμοuς
καΙ τ' άνοιχτα καΙ τριχωμένα στήθη του.
-

,

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

17

ΈκάθTjΤΟ ενδοθεν της αυλείου ήμων θύρας, περιστοι­
χισμένος ύπο των χαλκων αγγείων, οσα εσύναζε δια να
γανώσυ. Καί, με τ�ν κεφαλ�ν κεκλιμένTjν επι του ωμου,
συνώδευε τον πένθιμο αύτου σκοπον με τους κλαυθμTj­
ρους ηχους της τρι χόρδου του λύρας.
Προ αυτου ή μήΤTjΡ μου όρθία εβάσταζε τ�ν 'Λννιω εις
τ�ν αγκάλTjν ΤTjς καΙ ηκουε πpoσεκτικ� καΙ δακρύουσα.
Έγω τ�ν εκράτουν σφιγκτα απο του φορέματος καΙ
εκρυπτον το πρόσωπόν μου εις τας πτυχας αυτου, διότι
οσον γλυκείς ήσαν οΙ ήχοι εκείνοι τόσον φοβερα μοΙ
εφαίνετο ή μopφ� του αγρίου των Φάλ του.
<Όταν ή μήΤTjΡ μου εμαθε το θλιβερον αυτης μάθTj­
μα, ελυσεν από το ακρον της καλύπτρας ΤTjς καΙ εδωκεν
εις τον Άθίγγανον δύο ρ ο υ μ π ι έ δ ε ς . -Τότε ε'ίχομεν
ακόμΤ} άρκετούς.- 'Έπειτα παρέθTjκεν εις αυτον αρτον
καΙ οΊνον καΙ Ο, τι προσφάγιον εύρέθΤ} πρόχειρον. Ένίi> δε
εκείνος ετρωγε κάτω, ή μήΤTjΡ μου εις το α ν ω γ ι επα­
νελάμβανε το ελεγείον κατ' ιδίαν, δια να το στερεώσυ
εις τ�ν μνήμTjν ΤTjς. ΚαΙ φαίνεται οτι το εuρε πολυ
ώραίον. Διότι καθ' ην στιγμ�ν ό Κατσίβελος ανεχώρει,
εδραμε κατόπιν του καΙ τίi> εχάρισεν εν απο τα σ α λ ι ­
β ά Ρ ι α του πατρός μου.
- Θεος σχωρέσοι τον ανδρα σου, νύφTj! εφώνTjσεν
εκθαμβος ό pαΦ�δoς καΙ φορτωθεΙς τα χάλκινά του
σκεύΤ} εξηλθε της αυλης μας.
Λυτο λοιπον το ελεγείον εμΟιΡολόγει κατ' εκείνTjν
,
,
(
'
ΤTjν νυκτα Tj μTjΤTjΡ μου.
Έγω ηκουον, καΙ αφTjνα τα δάκρυά μου να ρέωσι σι­
γαλά, αλλα δεν ετόλμων να κινTjθω. Λ'(φνTjς, ΌσθάνθTjν
ευωδίαν θυμιάματος!

18

ΓΕΩΡΓ ΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

- "Ω! είπον, άπέθανε το καυμένο το Άννιώ μας!
ΚαΙ ετινάχθην άπο το στρωμά μου.
Τότε εύρέθην ενώπιον παραδόξου σκηνης.
�H'ασ θ ενης
'
.'
,
' ανεπνεε
'
"
Πλησιον
οπως
παντοτε.
β αρεως,
αυτης ητο τοποθετημένη άνδρικη ενδυμασία, καθ' ην τά­
ξιν φορεΤται. Δεξιόθεν σκαμνίον σκεπασμένον με μαυρον
υφασμα, επι του όποίου ύπηρχε σκευος πληρες υδατος,
καΙ έκατέρωθεν δύο λαμπάδες άναμμέναι. ·Η μ�τηp μου
γονυπετης εθυμίαζε τ' άντικείμενα ταυτα προσέχουσα
επι της επιφανείας του υδατος.
Φαίνεται οτι εκιτρίνισα άπο τον φόβον μου. Διότι,
ώς με είδεν, εσπευσε να με καθησυχάση:
- Μη φοβεΤσαι, παιδάκι μου, με είπε μυστηριωδως,
είναι τα φορέματα του πατρός σου. 'Έλα, παρακάλεσέ
τον καΙ σύ, να ελθΌ να γιατρέΦΌ το 'Αννιώ μας.
ΚαΙ με εβαλε να καθ�σω πλησίον της.
- 'Έλα, πατέρα -να με πάΡΌς εμένα- για να
γιάνΌ το Άννιώ! άνεφώνησα εγω διακοπτόμενος ύπο
των λυγμων μου. ΚαΙ ερριΦα επι της μητρός μου παρα­
πονετικον βλέμμα, δια να τΌ δείξω, πως γνωρίζω οτι
παρακαλεΤ να άποθάνω εγω άντΙ της άδελφης μου. Δεν
Όσθανόμην ό άνόητος οτι τοιουτοτρόπως εκορύφωνα την
άπελπισίαν της! Πιστεύω να μ' εσυγχώρησεν. 'Ήμην
πολυ μικρός τότε, καΙ δεν ηδυνάμην να εννo�σω την
καρδίαν της.
Μετά τινας στιγμας βαθείας σιγης ε.θυμίασεν εκ νέου
τα προ ήμων άντικείμενα, καΙ επέστησεν ολην αυτης την
προσοχην επι του υδατος, το όποΤον εύρίσκετο εις το επι
του σκαμνίου ευρύχωρον σκευος.
Α'ίφνης μικρα χρυσαλλίς, πετάξασα κυκλικως ε.π'

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

19

αυτου, l1γγισε με τα πτερά Τ1jς, καΙ έτάραξεν έλαφρώς
την έπιφάνειάν του.
�H μ ήΤ1jΡ μου εκυψεν ευλαβώς καΙ εκαμε τον σταυ­
ρόν Τ1jς, οπως οταν διαβαίνουν τα " Αγια έν τΌ έκκλ1jσΙ�.
- Κάμε το σταυρό σου, παιδί μου! έψιθύρισε, βα­
θέως συγκεκιν1jμέν1j καΙ μη τολμώσα να υψώση τα
Ομματα.
Έγω υπήκουσα μ1jχανικώς.
'Όταν ή μικρα έκειν1j χρυσαλλΙς έχάθ1j εις το βά­
θος του δωματίου, ή μήΤ1jΡ μου άνέπευσεν, έσ1jκώθη
Ιλαρα καΙ ευχαρισΤ1jμέν1j, καΙ -Έπέρασεν ή ψυχη
του πατέρα σου!- είπε παρακολουθουσα εισέτι την
πτ-ησιν του χρυσαλλιδιου με βλέμματα στοργ-ης καΙ
λατρείας. 'Έπειτα επιεν άπο του ϋδατος καΙ εδωκε καΙ
εις έμε να πίω.
Τότε μου ηλθεν εις τον νουν οτι καΙ αλλοτε μας έπό­
τιζεν άπο του αυτου σκεύους, ευθυς ώς έξυπνουμεν. ΚαΙ
ένθυμήθ1jν, οτι όσάκις εκαμνε τουτο ή μήΤ1jΡ μας, ητο
καθ' ολ1jν έκείν1jν την ήμέραν ζω1jρα καΙ περιχαρής, ώς
έαν είχεν άπολαύσει μεγάλ1jν τινα πλην μυστικην ευδαι­
μονίαν.
'Αφου μ' έπότισεν έμέ, έπλ1jσίασεν εις το στρώμα τ-ης
Άννιώς με το σκευος άνα χείρας.
�H άσθενης δεν έκοιματο, δεν ητο καΙ ολως διόλου
εξυπνος. τα βλέφαρά Τ1jς ησαν ήμίκλειστα· οΙ δε όφθαλ­
μοί Τ1jς, έφ' οσον διεφαίνοντο, έξέπεμπον παράδοξόν τι­
να λάμψιν δια μέσου τών πυκνών καΙ μελανών αυτών
βλεφαρίδων.
�H μήΤ1jΡ μου άνεσήκωσε το ισχνον του κορασίου
σώμα μετα προσοχ-ης καΙ ένc{) δια τ-ης μιας χειρος ύπε-

20

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

στήριζε τα νωτά τοu, δια της αλλης προσέφερε το σκεuος
εΙς τα μαραμένα τοu χείλη.
- 'Έλα, άγάπη μοu, της είπε. πιε άπ' αυτο το νερό,
να γιάνΌς.
rH άσθενης δεν ηνοιξε τους όφθαλμους, άλλα φαίνεται,
οτι ηκοuσε την φωνην καΙ ενόησε τας λέξεις. Γλuκυ καΙ
σuμπαθητικoν μειδίαμα διέστειλε τα χείλη της. 'Έπειτα
ερρόφησεν όλίγας σταγόνας άπο τοϊ> ϋδατος εκείνοu, το
όποιον εμελλε τii> οντι να την Ιατρεόσ'(1. Διότι μόλις το
εκατάπιε, καΙ ηνοιξε τους όφθαλμους και προσεπάθησε ν'
άναπνεόσ'(1, ελαφρος στεναγμος διέφuγε τα χείλη της καΙ
επανέπεσε βαρεια επι της ωλένης της μητρός μοu.
Το καϋμένο μας το Άννιώ! 'Εγλυτωσεν άπο τα βά­
σανά τοu!
ΠολλοΙ είχον κατηγορήσει την μητέρα μοu, οτι ενii>
αί ξέναι γuναικες εθρήνοuν μεγαλοφώνως επι τοϊ> νεκροϊ>
τοϊ> πατρός μοu, εκείνη μόνη εχuνεν αφθονα, πλην σι­
γηλα δάκρuα. rH δuστuχης το εκαμνεν εκ φόβοu μήπως
παρεξηγηθΌ, μήπως παραβΌ τα ορια της εις τας νέας
άνηκουσης σεμνότητος. Διότι, καθως είπον, � μήτηρ
μας εχήρεuσε πολυ νέα.
'Όταν άπέθανεν � άδελφή μας, δεν ητο πολυ γερο­
ντοτέρα. 'Αλλ' οuτε εσκέφθη καν τώρα τί θα είπΌ ό κό­
σμος δια τους σπαραξικαρδίοuς της θρήνοuς.
'Όλη � γειτονεια εσηκώθη καΙ ήλθε προς παρηγο­
ριαν της. 'Αλλα το πένθος αυτης ήτο φοβερόν, ήτο
άπαρηγόρητον.
- Θα χάσΌ τον vouv της, εΦιθυριζον οί βλέποντες
αυτην κεκλιμένην καΙ θρηνοuσαν μεταξυ των τάφων της
άδελφης καΙ τοϊ> πατρός μας.

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

21

- Θα τα άφήσ'Ώ μέσ' στοuς πέντε δρόμοuς, -έ'λεγον
οί σuναντωντες ήμας καθ' όδόν-, έγκαταλελειμμένα καΙ
άπεριποίητα.
ΚαΙ έχρειάσθη καιρός, έχρειάσθησαν αί νοuθεσίαι καΙ
επιπλήξεις της εκκλησίας, οπως σuνέλθη εΙς έαuτην καΙ
ενθuμηθ'Ώ τα επιζωντα τέκνα της, καΙ άναλάβη τα οΙκια­
κά της καθήκοντα.
Άλλα τότε παρετήρησε που μας είχε καταντήσει ή
μακρα της άδελφης μας άσθένεια.
fH χρηματική μας περιοuσία κατηναλώθη εΙς τοuς
Ιατροuς καΙ Ιατρικά. Πολλά Χ Ρ ά μ ι α καΙ κ ι λ ί μ ι α ,
εργα των Ιδίων αύτης χειρων, τα είχε πωλήσει δι' άσή­
μαντα ποσά, Τι τα εΤχε δώσει ώς άμοιβην εΙς τοuς γόη­
τας καΙ τας μαγίσσας. "Αλλα μας τα εκλεψαν αύτοΙ καΙ
οί ομοιοί των, επωφελούμενοι εκ της άνεπιβλεψίας, ητις
επεκράτησεν εν τφ o'ίκ� μας. Προς επίμετρον εξηντλή­
θησαν καΙ αί προμήθειαι των ζωοτροφιων μας, καΙ ήμείς
δεν ε'ίχομεν πλέον πόθεν να ζήσωμεν.
'Εν τούτοις αύτό, άντΙ να πτοήση την μητέρα μας, Τ'Ώ
άπέδωκεν άπ' εναντίας διπλην την δραστηριότητα, ην
είχε πρΙν άσθενήση το Άννιώ.
'Εμετρίασεν Τι, κuρίως εΙπείν, σuνεκάλuψε το πένθος
της υπερενίκησε την άτολμίνα της ήλικίας καΙ του φύ­
λοu της καί, λαβουσα την δίκελλαν άνα χείρας, ηρχισε
να ξ ε ν ο δ ο u λ ε u Τι, ώς εαν δεν είχε γνωρίσει ποτε τον
ανετον καΙ άνεξάρτητον βίον.
'ΕπΙ πολuν χρόνον μας διέτρεφε δια του ίδρωτος του
προσώποu της. τα ήμερομίσθια ήσαν μικρα καΙ αί άνά­
γκαι μας μεγάλα ι, άλλ' ομως εΙς κανένα εξ ήμων δεν
επέτρεψε να την άνακοuφίση σuνεργαζόμενος.

22

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

Σχέδια περι του μέλλοντος ήμων έγίνοντο και έπιθε­
ωρουντο καθ' έσπέραν παρα την έστίαν. (ο μεγαλύτερός
μοu αδελφός ωφειλε να μάθΌ την τέχνην του πατρός μοu,
δια να λάβΌ έν τΌ oικoγενεί� τόν τόπον έκείνοu. Έγω
εμελλον 11 μαλλον ηθελον να ξενιτεuθω και οuτω κα­
θεξης. 'Αλλα πρό τούτοu επρεπε να μάθωμεν ολοι τα
γράμματά μας, επρεπε να ξεσχολήσωμεν. Διότι, ελεγεν
ή μήτηρ μας, ανθρωπος αγράμματος, ξύλον απελέκητον.
Αί οικονομικαί μας δuσχέρειαι έκορuφώθησαν, οταν
έπηλθεν ανομβρία εις την χώραν και ανέβησαν αί τιμαι
των τροφίμων. 'Αλλ' ή μήτηρ, αντι ν' απελπισθΌ περι
της διατροφης ήμων αυτων, έπηύξησε τόν αριθμόν μας
δι' ένός ξένοu κορασίοu, τό όπο1Όν μετα μακρας προσπα­
θείας κατώρθωσε να uίοθετήσΌ.
Τό γεγονός τουτο μετέβαλε τό μονότονον και
αυστηρόν του οικογενειακου ήμων βίοu, και εισήγαγεν
έκ νέοu αρκετην ζωηρότητα.
'Ήδη αυτη ή uίοθέτησις έγένετο πανηγuρική. (Η μή­
τηρ μοu έφόρεσε τα γ ι ο Ρ τ ε Ρ ά της και μας ώδήγησεν
εις την έκκλησίαν καθαροuς και κτενισμένοuς, ώς έαν
έπρόκειτο να μεταλάβωμεν. Μετα τό τέλος της λειτοuρ­
γίας, έστάθημεν ολοι πρό της είκόνος του Χριστου, και
αυτου, έν μέσ� του περιεστωτος λαου, ένώπων των φu­
σικων αυτου γονέων, παρέλαβεν ή μήτηρ μοu το θετον
αυτης θuγάτρων έκ των χειρων του ίερέως, αφου πρώ­
τον ύπεσχέθη εις έπήκοον πάντων, οτι θέλει αγαπήσει
και αναθρέψει αυτό, ώς έαν ητο σαρξ έκ της σαρκός και
όστουν έκ των όστων της.
(Η ε'ίσοδός τοu εις τον οίκον μας έγένετο ουχ ηττον
έπιβλητικη και τρόπον τινα έν θριάμβ�. (ο πρωτόγερος

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

23

του χωρίου καΙ ή μήτηρ μου προηγήθησαν μετα του κο­
ρασίου, επειτα ηρχόμεθα ήμεΤς. ΟΙ συγγενείς μας καΙ οΙ
συγγενείς της νέας άδελφης μας ηκολούθησαν μέχρι της
αόλείου ήμων θύρας. 'Έξωθεν αότης ό πρωτόγερος εσή­
κωσε το κοράσιον ύΦηλα εις τας χείράς του καΙ το εδει­
ξεν επί τινας στιγμας εις τοuς παρισταμένους. 'Έπειτα
ηρώτησε μεγαλοφώνως:
- Ποίος άπο σας είναι η εδικος η συγγενης η γονιος
του παιδιου τούτου περισσότερον άπο την Δεσποινιώ
την Μιχαλιέσσα κι' άπο τοuς εδικούς της;
�O πατηρ του κορασίου ητον ώχρος καΙ εβλεπε περί­
λυπος εμπρός του. �H σύζυγός του εκλαιεν άκουμβημέ­
νη εις τον ώμόν του. �H μήτηρ μου ετρεμεν εκ του φόβου
μήπως άκουσθΌ καμμία φωνη -Έγώ!- καΙ μαται­
ώστι την εότυχίαν της. 'Αλλα καν εΙς δεν άπεκρίθη. Τότε
οΙ γονείς του παιδίου ησπάσθησαν αότο δια τελευταίαν
φοραν καΙ άνεχώρησαν μετα των συγγενων των. Έν�
οΙ εδικοί μας μετα του πρωτογέρου εισηλθον καΙ εξενί­
σθησαν παρ' ήμίν.
Άπο της στιγμης ταύτης ή μήτηρ μας ηρχισε να
επιδαΦιλεύη εις την θετήν μας άδελφην τόσας περιποι­
ήσεις, οσων 'ίσως δεν ηξιώθημεν ήμείς εις την ήλικίν
της, καΙ εις καιροuς πολu εότυχεστέρους. Έν� δε μετ'
όλίγον χρόνον εγω μεν επλανώμην νοσταλγων εν τΌ
ξένη, οι δε αλλοι μου άδελφοΙ εταλαιπωρουντο κακο­
κοιμώμενοι εις τα εργαστήρια των μ α σ τ ό Ρ ω ν , το ξέ­
νον κοράσιον εβασίλευεν εις τον οίκόν μας, ώς εαν ητον
εδικός του.
ΟΙ μικροΙ των άδελφων μου μισθοί, θα εξήρκουν
προς άνακούφισιν της μητρός, εφ' � καΙ τΌ εδίδοντο.

24

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

'Αλλ' έκεινη άντΙ να τους δαπαν� προς άνάπαυσίν της
έπροίκιζε δι' αυτων την θετην της θυγατέρα καΙ έξηκο­
λούθει έργαζομένη προς διατροφήν της. Έγω ελειπον
μακράν, πολυ μακράν, καΙ έπΙ πολλα ετη ηγνόουν τί
συνέβαινεν εις τον 01κόν μας. Πρίν κατορθώσω να έπι­
στρέΦω, το ξένον κοράσιον ηυξήθη, άνετράφη, έΠΡOLΧί­
σθη καΙ uπανδρεύθη, ώς έαν ητο άληθως μέος της οίκο­
γενείας μας.
� O γάμος αυτης, οστις φαίνεται έπίτηδες έπεσπεύ­
σθη, uπηρξε άληθης χ α ρ α των άδελφων μου. Οί δυ­
στυχείς άνέπνευσαν, άπαλλαγέντες άπο το πρόσθετον
φορτίον. ΚαΙ εΙχον δίκαιον. Διότι ή κόρη έκείνη, έκτος
οτι ποτε δεν ΤΙσθάνθη προς αυτους άδελφικην τινα στορ­
γήν, έπΙ τέλους άπεδείχθη άχάριστος προς την γυναίκα,
ητις περιεποιήθη την ζωην αυτης με τοσαύτην φιλο­
στοργίαν, οσην όλίγα γνήσια τέκνα έγνώρισαν.
Είχον λόγους λοιπον οΙ άδελφοΙ μου να είναι ευχαρι­
στημένοι καΙ εΙχον λόγους να πιστεύουν, οτι καΙ ή μή­
τηρ άρκετα έδιδάχθη έκ τοί) μαθήματος έκείνου.
'Αλλ' όποία uπηρξε ή εκπληξίς των, οταν όλίγας
μετα τους γάμους ήμέρας, την είδον να ερχεται είς την
οίκίαν, σφίγγουσα τρυφερως εις την άγκάλην της εν δεύ­
τερον κοράσιον, ταύτην την φοραν έν σπαργάνοις!
- ΤΟ κακότυχο! άνεφώνει ή μήτηρ μου, κύπτουσα
συμπαθητικως έπΙ της τοί) νηπίου' δεν το εφθανε πως
έγεννήθη κοιλιάρφανο, μόν' άπέθανε καΙ ή μάνα του καΙ
το αφησε μέσ' στη στράτα! Καί, ευχαριστημένη τρόπον
τινά, έκ της άτυχοuς ταύτης συμπτώσεως, έπεδείκνυε το
λάφυρόν της θριαμβευΤLΧως προς τους ένεους έκ της
έκπλήξεως άδελφούς μου.

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

25

Το υίικον σέβας ητο πολύ, καΙ η αόθεντία της μητρος
μεγάλη, αλλ' οί πτωχοΙ αδελφοί μου ησαν τόσον απο­
γοητευμένοι, ωστε δεν έδίστασαν να uποδείξουν εόσχή­
μως πως είς την μητέρα των, οτι καλον θα ητο να πα­
ραιτηθΌ τοί) σκοποί) της. Άλλα την ευρον αμετάπειστον.
Τότε έδήλωσαν φανερα την δυσαρέσκειάν των, καΙ τΌ
ηρνήθησαν την διαχείρισιν τοί) βαλαντίου των. 'Όλα είς
μάτην.
- Μη μοί) φέρετε τίποτε, ελεγε ή μήτηρ μου, έγω
δουλεύω καΙ το θρέφω, σαν πως εθρεψα καΙ σας. Καί,
οταν ελθΌ ό Γιωργής μου απο την ξενιτειά, θα το προι­
κίσΌ καΙ θα το πανδρέΨΌ. Άμ' τί θαρρείτε! 'Εμένα το
παιδί μου με το uποσχέθηκε! -'Εγώ, μάνα, θα σε θρέ"
,�
,r,
,r,
και" σενα και" το ψυχοπαωι
σου.- Ν αι." "ετσι με το
ψω
είπε, που ναΧΌ την εόχή μου!
'0 Γιωργης ημην έγώ. ΚαΙ την uπόσχεσιν ταύτην
την είχον δώσει αληθως, αλλα πολύ προτήτερα.
';"Ητο καθ' ην έποχην ή μήτηρ μας είργάζετο δια να
θρέΨΌ την πρώτην μας θετην αδελφήν, καθως καΙ ήμας.
'Εγω την συνώδευον κατα τας διακοπας των μαθημά­
των, παίζων παρ' αότΌ, lv<i> έκείνη εσκαπτεν η έξεβοτά­
νιζε. Μίαν ήμέραν διακόψαντες την εργασίαν επεστρέ­
φομεν απο τους αγρους φεύγοντες τον αφόρητον καύσω­
να, ucp' ου ολίγον ελειψε να λιποθυμήσΌ ή μήτηρ μου.
Καθ' όδον κατελήφθημεν uπο ραγδαιοτάτης βροχης, εξ
έκείνων αϊτινες συμβαίνουσι παρ' ήμίν συνήθως, μετα
προηγηθείσαν uπερβολικην ζέστην η λαύραν, καθως την
ονομάζουν οί συντοπίταί μου. Δεν ημεθα πλέον πολυ
μακραν τοί) χωρίου, αλλ' επρεπε να διαβωμεν ενα χεί­
μαρρον, οστις πλημμυρήσας εκατέβαινεν όρμητικώτα-

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

26

τος. (Η μήτηρ μου ήθέλησε να με σηκώσυ εις τον ώμόν
της. 'Αλλα έγω απεποιήθην.
- Είσαι αδόνατη απο τη λιποθυμία, Τ'Ό είπον. Θα με
ρίψυς μέσ' στον ποταμό.
ΚαΙ έσήκωσα τα φορέματά μου καΙ εισηλθον δρο­
μα1Ός είς το ρευμα, πρΙν έκείνη προφθάσυ να με κρα­
τήσυ. Είχον έμπιστευθ'Ό εις τας δυνάμεις μου πλέον 11
Ο,τι επρεπε. Διότι πρΙν σκεφθω να δποχωρήσω, τα γό­
νατά μου έλόγισαν, οί πόδες μου εχασαν το στήριγμά
των, καί, ανατραπείς, παρεσόρθην δπο του χειμάρρου
ώς κέλυφος καρόου.
Μία σπαρακτικη κραυγη φρίκης είναι παν ο, τι ένθυ­
μουμαι έκ των μετα ταυτα. Ί"Ήτον ή φωνη της μητρός
μου, ητις έρρίφθη εις τα ρεόματα δια να με σώσυ.
πως δεν εγινα αιτία να πνιγ'Ό καΙ έκείνη μετ' έμου,
είναι θαυμα. Διότι ό χείμαρρος έκεΤνος εχει κακην φή­
μην παρ' ήμΤν. ΚαΙ οταν λέγουν περί τινος «τον έπηρε
,
,
,
�,
"
,
"
το ποταμι», εννοουν οτι επνιγη εις αυτον τουτον τον
χείμαρρον.
ΚαΙ ομως ή μήτηρ μου, λιπόθυμος καθως ήτο, κατά­
κοπος, βεβαρημένη απο έπαρχιακα φορέματα, ίκανα να
πνίξουν καΙ τον δεξιώτερον κολυμβητήν, δεν έδίστασε να
έκθέσυ την ζωην αότης εις κίνδυνον. 'Επρόκειτο να με
,
' "
''
,
- Ι
σωσυ, και ας ημην εκεινο της το τεκνον, το οποιον προσέφερεν άλλοτε εις τον Θεον ώς αντάλλαγμα αντΙ της
θυγατρός της.
'Όταν εφθασεν εις τον οίκον καΙ με απέθεσε χαμαΙ
απο τον ώμόν της, ημην ακόμη παραζαλισμένος. Δια
τουτο αντΙ να αίτιαθω την απρονοησίαν μου δια το συμ­
βάν, απέδωκα αότο εις τας έργασίας της μητρός μου.
-

"

\

('

_

,

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

27

- Μη δουλεύΌς πιά, μάνα τΌ εΤπον, έν� έκεινΌ μ'
ένέδυε στεγνα φορέματα.
- 'Αμ ποιος θα μας θρέΦΌ, παιδί μου, σαν δεν δου, εγω;
"
"
λ ευω
, , ηρωτησεν
εκεινη
στενα' ξασα.
- 'Εγώ, μάνα! έγώ! τΌ απήντησα τότε μετα παιδι­
κου στόμφου.
- ΚαΙ το Φυχοπαίδι μας;
- Κ' έκείνο έγώ!
tH μήτηρ έμειδίασεν ακουσίως, δια την έπιβλητικην
στάσιν, ην ελαβον προφέρων την διαβεβαίωσιν ταύτην.
'Έπειτα διέκοΦε την όμιλιαν έπειπουσα:
- 'Αμ' θρέΦε δα πρώτα τον έαυτό σου καΙ ϋστερα βλέ­
πουμε.
Δεν παρηλθε πολuς καιρος καΙ απηρχόμην είς τα
ξένα.
tH μήτηρ βεβαίως οόδ' έσημειωσε καν την υπόσχεσιν
έκείνην. 'Εγω ομως ένθυμούμην πάντοτε, οτι ή αότα­
πάρνησίς της μοΙ έχάρισε δια δευτέραν φοραν την ζωήν,
την όποίαν τΌ ώφειλον. Δια τουτο εΤχον την όπόσχεσιν
έκείνην έπΙ της καρδίας μου καΙ οσον έμεγάλωνα, τόσον
σπουδαιότερον ένόμιζα τον έαυτόν μου υποχρεωμένον
προς έκπλήρωσιν της.
- Μη κλαίγΌς, μητέρα, τΌ εΤπον αναχωρών. 'Εγω
πηγαίνω πια να κάμω παράδες. 'Έννοια σου! 'Απο τώ­
ρα καΙ να πάγΌ θα σε θρέφω καΙ σένα καΙ το παραπαίδι
σου. 'Αλλα ακούεις; Δεν θέλω πια να δουλεύΌς.
Δεν ηξευρον ακόμη οτι δεκαετες παιδίον οχι την μη­
τέρα, αλλα οόδε τον έαυτόν του δεν δύναται να θρέΦΌ.
ΚαΙ δεν έφανταζόμην όποίαι φοβεραΙ περιπέτειαι με πε­
ριέμενον καΙ πόσας πικρίας, εμελλον ακόμη να ποτίσω

28

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

την μητέρα μου δια της ξενιτείας έκείνης, δι' ης ηλπιζον
να την άνακουφίσω.
ΈπΙ πολλά ετη, οχι μόνον βοήθειαν, άλλ' οόδε μίαν
έπιστολην κατώρθωσα να τΌ στείλω. ΈπΙ πολλα ετη
παρεμόνευεν εις τους δρόμους έρωτωσα τους διαβάτας
μη με είδον πουθενά.
Πότε τΌ ελεγον, οτι έδυστύχησα έν Κωνσταντινου­
πόλει καΙ έτούρκευσα.
- Να φανε τη γλωσσά τους που τωβγαλαν! άπεκρί­
νετο ή μήτηρ μου. - Αότος που λένε, δεν μπορεί να
ητον το παιδί μου!
'Αλλα μετ' ολίγον έκλείετο περίτρομος εις το εικονο­
στάσιόν μας και' προσηύχετο δακρυρροουσα προς τον
Θεόν, δια να με φωτίσΌ να έπανέλθω εις την πίστιν των
πατέρων μου.
Πότε τΌ ελεγον, οτι έναύαγησα εις τας άκτας της Κύ­
πρου, και' έπαιτω ρακένδυτος εις τους δρόμους.
- Φωτια να τους κάΨΌ, άπεκρίνετο έκείνη. ΤΟ λέν
άπο τη ζούλια τους. Το παιδί μου θε νακανε κατάστασι
και πά' στον 'Άγιο Τάφο.
'Αλλα μετ' ολίγον έξήρχετο εις τους δρόμους, έξετά­
ζουσα τους διαβατικους uπαίτας, και' μετέβαιον οπου
ήκούετο καν εΙς κ α ρ α β ο τ σ α κ ι σ μ έ ν ο ς με την θλι­
βεραν έλπίδα να άνακαλύΨΌ έν αότ� το 'ίδιόν της τέ­
κνον, με την πρόθεσιν να δώσΌ εις αότον τα στερήματά
της, οπως τα ευρω έγω εις τα ξένα άπο τας χείρας των
αλλων.
Και' ομως, όσάκις έπρόκειτο περΙ της θετης αότης θυ­
γατρός, τα έλησμόνει ολα ταυτα, και' έφοβέριζε τους
άδελφούς μου, οτι έλθων έγω άπο τα ξένα θα τους έντρο-

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

29

πιάσω δια της γενναιότητός μου, καΙ θα προικίσω καΙ θα
δπανδρεύσω την κόρην της έν πομπΌ καΙ παρατάξει.
- 'Έ; Άμ' τί θαρρεΤτε! 'Εμένα το παιδί μου με το
δποσχέθηκε! "Ας εΧΌ την εόχή μου!
Εότυχως αί κακαΙ έκεΤναι ε'ι'δήσεις δεν �σαν άληθεΤς.
Καί, οταν μετα μακραν άπουσίαν έπέστρεΦα είς τον
οίκον μας, ημην είς θέσιν να έκπληρώσω την δπόσχεσίν
μου, ώς προς την μητέρα καν, ή όποία ητο τόσον όλι­
γαρκής. (Ως προς το Φυχοπαίδι της ομως δεν μ' εuρεν τό­
σον πρόθυμον, οσον ηλπιζεν. 'Απ' έναντίας, μόλις είχον
φθάσει, καΙ έξεφράσθην έναντίον της διατηρήσεώς του,
προς μεγίστην της μητρός μου εκπληξιν.
Είναι άληθες οτι δεν ημην κυρίως έναντίον της άδυ­
ναμίας της μητρός μου. την προς τα κοράσια κλίσιν
της, την ευρισκον σύμφωνον προς τα αίσθήματα καΙ
τους πόθους μου.
Τίποτε αλλο δεν έπεθύμουν περισσότερον παρ α να
ευρω έπιστρέφων είς τον οίκόν μας μίαν άδελφήν, της
όποΤας ή φαιδρα μορφη καΙ αί συμπαθητιχαΙ φροντίδες
να έξορίσουν άπο της καρδίας μου την έκ της μονώσεως
μελαγχολίαν, καΙ να έξαλείΦουν άπο της μνήμης μου
τας κακοπαθείας, οσας δπέστην, έν τΌ ξένΌ. Προς άνταλ­
λαγην έγω θα έπροθυμούμην να τΌ διηγωμαι τα θαυ­
μάσια των ξένων χωρων, τας περιπλανήσεις καΙ τα κα­
τορθώματά μου, καΙ θα ημην πρόθυμος να τΌ άγοράζω
ο,ΤΙ άγαπ�· να την όδηγω είς τους χορους καΙ τας πα­
νηγύρεις να την προικίσω, καΙ τέλος να χορεύσω είς
τους γάμους της.
'Αλλ α την άδελφην ταύτην την έφανταζόμην ώραίαν
καΙ συμπαθητικήν, άνεπτυγμένην καί εξυπνον, με

30

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

γράμματα, μ� χεφοτεχνήματα, μ� ολας εν γένει τας
άρετάς, οσας είχον αί κόραι τών χωρών, οπου εζων μέ­
χρι τότε. Και άντί τούτων ολων τί εδρον; 'Ακριβώς το
άντίθετον.
ΙΗ θετή μου άδελφη ητον άκόμη μικρά, καχεκτική,
κακοσχηματισμένη, κακόγνωμος, και προ πάντων δύσ­
νους, τόσον δύσνους, ωστε εuθuς εξ άρχης μ' ενέπνευσε
άντιπάθειαν.
- Δός το πίσου το Κατερινιώ, ελεγον μίαν .ημέραν
εΙς την μητέρα μου. Δός το πίσου, αν μ' άγαπ�ς. Αότην
την φοραν σ� το λέγω μ� τα σωστά μου! 'Εγω θα σ� φέ­
ρω μίαν αλλην άδελφην άπο την Πόλι! <Ένα εuμορφο
κορίτσι, ενα εξυπνο κορίτσι, ποu να στολίσΌ μίαν .ημέραν
το σπίτι μας.
'Έπειτα περιέγραψα μ� τα ζωηρότερα χρώματα,
όποίΌν θα ητο το ορφανόν, το όποίΌν εμελλον να της φέ­
ρω, και πόσον πολu θα το ήγάπων.
<Όταν ϋψωσα τα βλέμματά μου προς αότήν, είδον
μετ' εκπλήξεώς μου, οτι τα δάκρυά της ερρεον σιγαλα
και μεγάλα επι τών ώχρών αότης παρειών, εν� οι τα­
πεινωμένοι της οφθαλμοι εξέφραζον μίαν άπερίγραπτον
θλίψιν!
- "Ω! είπε μετ' άπελπιστικης εκφράσεως. 'Ενόμισα
οτι au θα άγαπήσΌς την Κατερινιω περισσότερον άπο
τοuς αλλους, άλλα άπατήθηκα! 'Εκείνοι δ�ν θέλουν διό­
λου άδελφήν, και cru θέλεις μίαν αλλην. Και τί φταίγει
το φτωχό, σαν εγινεν οπως το επλασεν ό Θεός; ''Αν είχες
μίαν άδελφην ασχημην καΙ μ� ολίγον νουν, θα την εβγα­
ζες δι' αότο μέσα στοuς δρόμους για να πάΡΌς μίαν
αλλ ην εuμορφην και γνωστικήν;

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

31

- 'Όχι, μητέρα! Βέβαια οχι! απήντησα εγώ. Μα
εκείνη θα ητο παιδί σοu, καθως καΙ εγώ. Έν� αότη δεν
σου είναι τίποτε. Μας είναι ολως διόλοu ξένη.
- 'Όχι! ανεφώνησεν ή μήτηρ μοu μετα λuγμών,
οχι! Δεν είναι ξένο το παιδί! Είναι δικό μοu! ΤΟ επηρα
τριών μηνών απο πάνω απο το λείψανο της μάνας τοu·
καί, όσάκις εκλαιγε, του εβαζα το βuζί μοu στο στόμα
τοu, για να το πλανέσω· καΙ το ετύλιξα μέσ' στα σπάρ­
γανά σας, καΙ το εκοίμισα μέσ' στην κούνια σας. Είναι
δικό μοu το παιδί καΙ είναι αδελφή σας!
Μετα τας λέξεις ταύτας, τας όποίας επρόφερεν
ισχuρώς καΙ μετ' επιβλ ητικου τρόποu, ϋψωσε την κε­
φαλην αότης καΙ με παρετήρησεν ασκαρδαμuκτί. Έπερί­
μενε προκλητικώς την απάντησίν μοu. 'Αλλ' εγω δεν
ετόλμησα να προφέρω λέξιν. Τότε εχαμήλωσε πάλιν
τους όφθαλμους καΙ εξηκολούθησε με ασθενη φωνην καΙ
θλιβερον τόνον:
- 'Έ! τί να γίνΌ! Κ' εγω το ηθελα καλλίτερο, μα ή
άμαρτία μοu, βλέπεις, δεν εσώθηκεν ακόμη. ΚαΙ το εκα­
μεν ό Θεος τέτοιο, δια να δοκιμάσΌ την uπομονή μοu,
καΙ να με σχωρέσΌ. Εόχαριστώ σε, Κύριε!
ΚαΙ ταυτα λέγοuσα, εθηκε την δεξιαν επι του στήθοuς,
ϋψωσε τους όφθαλμους αότης πλήρεις δακρύων προς τον
οόρανόν, καΙ εμεινεν οϋτως επί τινας στιγμας σιγώσα.
- Κάτι θα εΧΌς στην καρδιά, μητέρα, είπον τότε με­
τά τινος δειλίας. Μη θuμώνης.
ΚαΙ λαβων εφίλησα την παγεραν αότης χείρα προς
εξιλέωσιν.
- Ναί! είπεν εκείνη αποφασιστικώς. 'Έχω κάτι εδώ
μέσα βαρύ, πολυ βαρύ, παιδί μοu. �Ως τώρα το γνωρίζει

32

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

μόνον ό Θεος καΙ ό πνευματικός μου. Έσυ είσαι διαβα­
σμένος καΙ συντυχαίνεις καμμια φορα σαν τον ϊδιον τον
πνευματικο καΙ καλλίτερα. Σήκω κλείσε τη θύρα, καΙ
κάτσε να σε το πω, ϊσως καΙ με παρηγορήσΌς όλίγο,
'ίσως με λυπηθΌς, καΙ αγαπήσΌς το Κατερινιώ, σαν
ναταν αδελφή σου.
ΟΙ λόγοι οδτοι, καΙ ό τρόπος με τον όποίΌν τους
επρόφερεν, ενέβαλον την καρδίαν μου εΙς μεγάλην τα­
ραχήν. Τί είχε να μ' εμπιστευθΌ ή μήτηρ μου χωριστα
απο τους αδελφούς μου; <Όλας τας κατα την απουσίαν
μου δυστυχίας της μοΙ τας είχεν αφηγηθη. <Όλον τον
προτού της βίον τον εγνώριζον ώσαν παραμύθι. ΤΙ ητο
λοιπον αότο που μας απέκρυπτε μέχρι τουδε; που δεν
ετόλμησε να φανερώσΌ εΙς κανένα πλήν του Θεου καΙ
του πνευματικου της;
<Όταν επανηλθον να καθήσω πλησίον της, ετρε­
μον τα γόνατά μου εξ αορ ίστου αλλ' ίσχυρου τινος
φόβου .
� H μήτηρ μου εκρέμασε την κεφαλήν, ώς κατάδικος,
οστις ϊσταται ενώπιον του κριτου του με την συναίσθη­
σιν τρομερου τινος εγκλήματος.
- Το θυμασαι το Άννιώ μας; με ήρώτησε μετά τι­
νας στιγμας πληκτικης σιωπης.
- Μάλιστα, μητέρα! πως δεν το θυμουμαι!
�Ή ταν ή μόνη μας αδελφή, κ' εξεΦύχησεν εμπρός στα
μάτια μου.
- Ναί! με είπεν, αναστενάξασα βαθέως, αλλα δεν
ητο το μόνο μου κορίτσι! Έσυ είσαι τέσσαρα χρόνια μι­
κρότερος απο το Χρηστάκη. <Ένα χρόνο κατόπι του,
εκαμα την πρώτη μου θυγατέρα.

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

33

ΤΗταν τότε κοντα ποu επαντρολογιέτο ό Φώτης ό
Μυλωνας.
� o μακαρίτης
ό πατέρας
σου "παράργησε
το
"
"
,
,
,
."
γαμο τους, ως που ν αποσαραντισω εγω, για να τους
στεφανώσουμε μαζί. 'Ήθελε να με βγάλΌ κ' εμένα στον
κόσμο, για να χαρώ σαν πανδρευμένη,
άφοί) κορίτσι δεν
,
,
μ αφηκεν η� γιαγια σου να χαρω.
, "
Το πρωΙ τοuς στεφανώσαμε, καΙ το βράδυ ηταν οΙ
καλεσμένοι στο σπίτι τους καΙ επαίζαν τα βωλια καΙ
ετρωγεν ό κόσμος μέσα στην αόλή, κ' εγόρνα ή κανάτα
με το κρασΙ άπο χέρι σε χέρι. ΚαΙ εκαμεν ό πατέρας σου
κέφι, σαν διασκεδασταος ποu ηταν ό μακαρίτης, καΙ μ'
ερριΦε τό μανδήλι του, να σηκωθώ να χορέΦουμε. Σαν
τον εβλεπα να χορεόΌ, μοί) ανοιγεν ή καρδιά μου καΙ
σαν νέα ποu ημουνα, άγαποuσα κ' εγω το χορό. Κ' εχο­
ρέΦαμε λοιπόν- κ' εχόρεΦαν καΙ οΙ αλλοι καταπόδι μας.
Μά εμείς εχορέΦαμε καλλίτερα καΙ πολότερα.
Σαν εκοντέΦανε τα μεσάνυχτα, επηρα τον πατέρα
σου παράμερα, καΙ τον εΤπα: "Ανδρα, εγω εχω παιδΙ
στην κοόνια, καΙ δεν 'μπορώ πια να μείνω. ΤΟ παιδΙ
πεινq· εγω εσπάργωσα. Πώς να το βυζάξω μέσ' στον κό­
σμο καΙ με το καλό μου φόρεμα! Μείνε σό, αν θέλΌς να
διασκεδάσΌς
άκόμα. 'Εγω θα πάρω το μωρό, να πάγω
,
,
στο σπιη.
- 'Έ, καλά, γυναίκα! εΤπεν ό σχωρεμένος, καΙ μ'
επαπάρισε πα στον ώμο. 'Έλα, χόρεΦε κι αότο το χορο
μαζί μου, καΙ uστερα πηγαίνουμε κ' οΙ δόο. ΤΟ κρασΙ
αρχισε να με χτυπα στο κεφάλι, καΙ άφορμη γυρεόω κ'
εγω να φόγω.
Σαν εξεχορέΦαμε κ' εκείνο το χορό, επήραμε τη
στράτα.

34

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

tQ γαμβρος εστε�λε τα πα�γνιo�α καΙ μας εξεπροβό­
οισαν ως το μ�σo το Ορόμο. Μα ε'{χαμεν άκόμη πολυ
ως το σπίτι. ΓιατΙ ό γάμος εγινε στον Καρσιμαχαλα.
tQ οοuλος επήγαινε μπροστα με το φανάρ�. tO πατέρας
σοΙ.> εσήκωνε το παιοί, καΙ βαστοuσε καΙ μένα άπο το
χέρι.
- Κοuράσθης βλέπω, γuναίκα!
- ΝαΙ, Mιχαλ�ό. Κοuράσθηκα.
- ''Αϊντε βάλ' άκόμη κομμάτι oύναμ� ως που να
φθάσοuμε στο σπΙτι. Θα στρώσω τα στρώματα μονα­
χός μοu. 'Εμετάνοιωσα που σ' εβαλα κ' εχόρεΦες τόσο
πολύ.
- Δεν πειράζει, ανορα, τοί) είπα. ΤΟ εκαμα γ�α το
χατήρι crou. Αϋριο ξεκοuράζομαι πάλι.
'Έτσι ηρθαμε στο σπΙτι. 'Εγω εφάσκιωσα κ' εβύζα­
ξα το παιοΙ κ' εκείνος εστρωσε. tO Χρηστάκης
εκοιματο μαζΙ με την Bενετ�ά, που την άφηκα να τον
φuλάγΌ. Σε λιγο επλαγιάσαμε καΙ μείς. 'Εκεί μέσα
στον uπνο μοu, μ' εφάνηκε πως εκλαΦε το παιοΙ Το
καuμένο! είπα, οεν εφαγε σήμερα χορταστικά. ΚαΙ
άκούμπησα στην κούνια τοΙ.> να το βuζάξω. Μα ημοuν
πολυ κοuρασμένη, καΙ οεν μποροuσα να κρατηθω. Το
εβγαλα λοιπόν, καΙ το εβαλα κοντά μοu, μέσ' στο
στρωμα, καΙ τοί) εοωσα τη ρόγα στο στόμα τοu. 'Εκεί
με ξαναπηρεν ό Uπνος.
Δεν ήξεύρω πόσην ωρα ηθελεν ως το ποuρνό. Μα σαν
ενοιωσα να χαράζΌ - ας το βάλω, είπα, το παιοΙ στον
τοπο τοu.
Μα κεί που πηγα να το σηκώσω, τι να οω! Το παιοΙ
οεν εσάλεuε!
,

35

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

Έξύπνησα τον πατέρα crou' το ξεφασκ�ώσαμε, το ζε­
στάναμε, του έτρίΦαμε το μuτουδί τοu, τίποτε!
"'Ηταν απεθαμένο!
- ΤΟ πλάκωσες, γuνα'ίκα, το παιδί μοu! - εΤπεν ό
πατέρας crou και τον έπηραν τα δάκρuα. Τότε έγω αρχι'
σα να, κλ αιγω
στα' δ uνατα' και" να ξ εφωνι'ζω. Μ'α ο πατέρας crou εβαλε το χέρ� τοu στο στόμα μοu και - Σούς!
με εΙπε. Τί φωνάζεις ετσι, βρε βώδι;» Λότο με το είπε,
Θεος σχωρέστονε. Τρία χρόνια είχαμε πανδρεuμένοι,
κακο λόγο δεν με εΙπε. Κ' έκείνη τη στιγμη με το είπε.
- "Ε; Τί φωνάζεις ετσι; Θέλε�ς να ξεσηκώστις τη γει­
τονιά, να πΌ ό κόσμος πως έμέθuσες κ' έπλάκωσες το
παιδί σου;
Και είχε δίκτιο, που ν' άγιάσοuν τα χώματα που κοί­
τεται. Γιατί, αν το μάθα�νεν ό κόσμος, επρεπε να σχίσω
τη γη να εμβω μέσα απο το κακό μοu.
'Λλλα τί τα θέλεις! tH άμαρτία είναι άμαρτία. Σαν
το έθάΦαμε το παιδί, κ' έγuρίσαμεν απο την έκκλησία,
τότε αρχισε το θρηνος το μεγάλο. Τότε π�α δεν εκλαιγα
κρuφά. - Eίσα� νέα και θα κάμτις κι αλλα, μ' ελεγαν.
ΙΩς τόσον ό καιρος περνουσε και ό Θεος δεν μας εδιδε τί­
ποτε. Ν ά! ελεγα μέσα μοu. ΙΩ Θεος με τιμωρεί, γιατι
δεν έστάθηκα αξ�α να προφuλάξω το παιδί που μ' εδω­
κε! Και έντρεπόμοuνα τον κόσμο, και έφοβούμην τον
πατέρα crou. Γιατι κ' έκείνος ολον τον πρώτο χρόνο εκα­
μνε τάχα τον αλύπητο και μ' έπαρηγορουσε, για να με
δώστι θάρρος.
<γ στερα ομως αρχισε να γίνεται σιγανος και σuλλoγι­
σμένος.
Τρία χρόνια πέρασαν χωρις να φάγω Φωμι να πάγτι
t

36

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

στην καρδιά μου. Στα τρία χρόνια κ' ϋστερα γεννήθηκες
εσύ. - ';Ήταν οΙ πολλες οΙ χάρες πο\; επηρα.
Σαν εγεννήθηκες εσύ, εκατάκατσεν � καρδιά μου, μα
δεν �μέρεΦε. fO πατέρας σου σε ηθελε κορίτσι καΙ μιαν
�μέρα με το είπε: - Κι αύτο καλως μας ωρισε, Δε­
σποινιώ, μα γω το ηθελα κορίτσι.
<Όταν επηγεν � γιαγιά σου στον (Αγιοντάφο, εστει­
λα δώδεκα πουκάμισα καΙ τρία κωνσταντινάτα, για να
με βγάλΌ ενα σχωροχάρτι. Καί, διες, εσύ! '1σα-'ίσα
εκείνον το μηνα, πο\; εγύρισεν � γιαγιά σου άπο τη Γε­
ρουσαλή, με το σχωροχάρτι, εκείνο το μην α εκοιλοπο­
νοuσα την Άννιώ.
Κάθε λίγο καΙ λιγάκι εφώναζα τη μαμίτσα. - 'Έλα
δά, κυρά, να διοuμε" κορίτσι είναι; - ΝαΙ, θυγατέρα,
ελεγεν � μαμή. Κορίτσι. Δεν βλέπεις; Δε σε χωροuν τα
ροuχα σου! - ΚαΙ να πια χαρα εγώ, σαν το ακουγα!
Σαν εγεννήθη το παιδί, καΙ βγηκεν άληθινα κορίτσι,
τότε πια ηρθεν � καριδά μου στον τόπο της. ΤΟ ώνομά­
σαμεν Άννιώ, το 'ίδιο το ονομα πο\; είχε το σχωρεμένο,
για να μην άποφαίνεται πως μας λείπει κανεΙς άπο το
σπίτι. - Εύχαριστω σε, Θεέ μου! ελεγα νύχτα καΙ μέ­
ρα. Εύχαριστω σε � άμαρτωλή, πο\; εσήκωσες την
εντροπη καΙ εξάλειΦες την άμαρτία μου!
ΚαΙ ε'ίχαμε πια την ' Αννιω σαν τα μάτια μας. ΚαΙ
εζούλευες εσύ, καΙ εγινες τοί) θανάτου άπο τη ζούλια
σου.
fO πατέρας σου σε ελεγε τ ο ά δ ι κ η μ έ ν ο τ ο υ ,
γιατΙ σ' άπόκοΦα πολ\; νωρίς, καΙ μ' έμάλωνε καμμια
φορά, γιατΙ σε παραμελοUσα. Κ' εμένα � καρδιά μου
ερράγιζε, σαν σ' εβλεπα να χαλνας. Μα ελα πο\; δεν

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

37

έμπορουσα ν' αφήσω την 'Αννιω απο τα χέρια μου!
'Εφοβούμην πως κάθε στιγμη μπορεί να της συμβτi τί­
ποτε. Και δ πατέρας σου, δ μακαρίτης, οσο και αν με
μάλωνε κ' έκείνος, την ηθελε πια να μη στάξτι και την
βρέξτι!
Μα έκείνο το εόλογημένο οσο περισσότερα χάδια,
τόσο δλιγώτερην ύγεία. 'Έλεγες πως έμετάνοιωσεν δ
Θεος γιατΙ μας το εδωκε. 'Εσείς ησασθε κόκκινα κόκκι­
να και ζωηρα και σερπετά. 'Εκείνο, ησυχο και σιγανο
και αρρωτιάρικο! 'Όταν το εβλεπα ετσι χλωμό-χλωμό,
μου ηρχετο εις τον νου μου το πεθαμένο, και ή ιδέα πως
έγω το έθανάτωσα αρχισε να ξανακυριεύτι μέσα μου. "Ως
ποu μίαν ήμέραν απέθανε καΙ το δεύτερο!
'Όποιος δεν το έδοκίμασε μοναχός του, παιδί μου,
δεν ξεύρει τί πικρο ποτήρι �ταν έκείνο. 'Ελπίδα να κάνω
αλλο κορίτσι δεν �ταν πλέον. �o πατέρας σου είχ' απο­
θάνει. "Αν δεν εύρίσκετο ενας γονιος να με χαρίστι το κο­
ρίτσι του, ηθελα πάρω τα βουνα να φόγω.
'Αλήθεια ποu δεν έβγηκε καλόγνωμο. Μα οσο το
είχα και το κήδευα και το κανάκευα, θαρρουσα πως το
είχα δικό μου, και ξεχνουσα κείνο πωχασα, κ' ήμέρωνα
τη συνείδησί μου.
Καθως το λέγ' δ λόγος, ξένος παιδί 'ναι παίδεΦι. Μα
για μένα ή παίδεΦι αότη είναι παρηγορια κ' έλαφροσύ­
νη. Γιατί, οσο περισσότεο τυραννηθώ καΙ χολοσκάσω,
τόσο λιγώτερο θα με παιδέΦτι δ Θεος για το παιδΙ ποu
πλάκωσα.
Γι' αότο -ναχτις την εόχή μου-·μη με γυρεύτις τώ­
ρα να διώξω την Κατερινιώ, για να πάρω ενα παιδι κα­
λόγνωμο καΙ προκομμένο.

38

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

'Όχι, σχι, μητέρα! άνέκραξα διακόΦας αυτην
άκρατήτως. Δεν γuρεuω τίποτε! ''Τ στερα άπο οσα μ'
άφηγήθΌς, σε ζητω σuγχώρησι δια την άσπλαχνίαν
μοu. Σε ύπόσχομαι ν' άγαπω την Κατερινιω σαν την
άδελφή μοΙ.) καΙ να μη της ε'(πω τίποτε πλέον, τίποτε
δuσάρεστον.
- 'Έτσι ναΧΌς την ευχη του Χριστου καΙ της Πανα­
γίας! εΤπεν ή μήτηρ μοΙ.) άναπνεόσασα. Γιατί, βλέπεις,
το πόνεσε ή καρδιά μοΙ.) το πολλακαμμένο, καΙ δεν θέλω
να το κακολογουνε. Ξέρω κ' Ιγω μαθές; της Τόχης
ητανε; Tou Θεου ητανε; Τόσο κακή καΙ άνεπιδέξια που
εΤναι - την πηρα στο λαιμό μοu, έτελείωσε.
rH e.κμuστήρεuσις αυτη εκαμε βαθuτάτην έπ' Ιμου
Ιντόπωσιν. Τώρα μου ήνοίγησαν οΙ οφθαλμοί, καΙ
έκατάλαβα πολλας πράξεις της μητρός μοu, αΙ όποΤαι
πότε μεν Ιφαίνοντο ώς δεισιδαιμονία, ότε δε ώς αυτό­
χρημα μονομανίας άποτελέσματα. ΤΟ φοβερον έκεΤνο
δuστuχημα έπηρέασε τόσον πολυ τον βίον της ολον,
οσον μαλλον άπλη καΙ Ινάρετος καΙ θεοφοβοόμενη
ητον ή μήτηρ μοu. rH σuναίσθησις του άμαρτήματος,
ή ήθικη άνάγκη της Ιξαγνίσεως καΙ το άδόνατον της
Ιξαγνισεως αυτου - τι φρικτη καΙ άμεLλικτoς Κόλα­
σις! ΈπΙ είκοσωκτω τώρα ετη βασανίζεται ή τάλαινα
γuνή χωρΙς να δuνηθΌ να κοιμίσΌ τον ελεγχον της cru­
νειδήσεώς της, ουτε εν ταΤς δuστuχίαις, οότε Ιν ταΤς
ευτuχίαις της!
'Αφ' ης στιγμης εμαθον την θλιβεράν της Ιστορ ιαν,
σuνεκέντρωσα ολην μοΙ.) την προσοχην εΙς το πως ν'
άνακοuφίσω την καρδία της, προσπαθων να παραστή­
σω είς αυτην άφ' ένος μεν το άπρομελέτητον καΙ άβοό-

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

39

λητον του άμαρτήματος, αφ' έτέρου δε την ακραν του
Θεου εύσπλαγχνίαν, την δικαιοσύνην αύτου, ητις δεν
ανταποδίδει 'ίσα αντΙ 'ίσων, αλλα κρίνει κατα τους δια­
λογισμους καΙ τας προθέσεις μας. ΚαΙ υπηρξε καιρός,
καθ' ον επίστευον, οτι αί προσπάθειαί μου δεν εμειναν
ανεπιτυχείς.
'Εν τουτοις, οταν μετα δύο ετων νέαν απουσίαν
ηλθεν ή μήτηρ μου να με ίδΌ εν Κωσταντινουπόλει,
εθεώρησα καλον να κάμω υπερ αύτης κάη επιβληη­
κώτερον.
'Εξενιζόμην τότε εν τ� περιφανεστέρ� της Πόλεως
o'ίκ�, εν � εσχον αφορμην να γνωρισθω με τον Πα­
τριάρχην ΊωακεΙμ τον δεύτερον. 'Eν� μίαν ήμέραν συ­
νεβαδίζομεν μόνοι uπο τας αμφιλαφείς του κήπου
σκιάς, τ� εξέθηκα την ίστορίαν κ' επεκαλέσθην την
επικουρίαν του. Το υΦιστον αύτου αξίωμα, το εξαίρε­
τον κυρος μεθ' οδ περιβάλλεται πασα θρησκευτική του
ρήτρα, εμελλεν αναμφιβόλως να εμπνεύσΌ είς την μη­
τέρα μου την πεπoLθησιν της αφέσεως του κρίματός
της. (ο αείμνηστος εκείνος γέρων, επαινέσας τον περΙ
τα θρησκευτικα ζηλον μου, μοΙ υπεσχέθη την πρόθυμον
' του.
,
ξ ιν
συμπρα
ουτω λοιπον ώδήγησα μετ'όλίγον την μητέρα μου
είς το Πατριαρχείον δια να εξομολογηθΌ είς την Πανα­
γιότητά του.
(Η εξομολόγησις διήρκεσεν πολλην ωραν, καΙ εκ των
νευμάτων καΙ των ρημάτων του Πατριάρχου, εννόησα,
οτι εχρειάσθη να διαθέσΌ ολην την δύναμιν της άπλης
καΙ εύλήπτου ρητορικης του, οπως επιφέΡΌ το ποθητον
αποτέλεσμα.

40

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

�H χαρά μου ητον άπερίγραπτος. �H μήτηρ μου άπε­
χαιρέτησε τον γεραρόν Πατριάρχην μετ' είλικρινοuς
ευγνωμοσόνης και έξηλθε των Πατριαρχείων τόσον
ευχαριστημένη, τόσον έλαφρά, ώς έαν ηρθη άπο της
καρδίας αυτης μία μεγάλη μυλόπετρα.
"Όταν έφθάσαμεν είς το κατάλυμά της, έξήγαγεν έκ
τοϊ> κόλπου της ενα σταυρόν, δωρον της Παναγιότητός
του, τον έφtλησε και ηρχισε να τον περιεργάζεται βυθι­
ζομένη ολίγον κατ' ολίγον είς σκέΦεις.
- Καλος άνθρωπος, τΌ είπον, αυτος ό Πατριάρχης.
�Opίστε; Τ ώρα πια πιστεόω, οτι ηλθεν Τι καρδιά σου στον
τόπον της.
�H μήτηρ μου δεν άπεκpLθη.
- Δεν λέγεις τίποτε, μητέρα; την ήρώτησα μετά τι­
νος δισταγμου.
- Τί να σε πω, παιδί μου! άπήντησε τότε σόννους
καθως ητον' ό Πατριάρχης είναι σοφος και αγιος άνθρω­
πος. Γνωρίζει ολες τες βουλες και τα θελήματα τοϊ> Θε­
ou, και συγχωpν� τες άμαρτίες ολου τοϊ> κόσμου. Μά, τί
να σε πω! Είναι καλόγερος. Δεν εκαμε παιδιά, για να
μποΡΌ να γνωρίσΌ τί πραγμα είναι το να σκοτώσΌ κα­
νεις το '(διο το παιδί του!
Οί οφθαλμοί της έπληρώθησαν δακρόων και έγω
έσιώπησα.

ΤΟ ΜΟΝΟΝ
ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

"Οτε μ' έστρατολόγουν δια το εντιμον των ραπτων
έπάγγελμα, ούδεμία ύπόσχεσίς των ένεποίησεν έπΙ της
παιδικης μου φαντασίας τόσον γοητευτικην έντύπωσιν,
οσον ή διαβεβαίωσης, οτι έν Κωνσταντινουπόλει εμελ­
λον να ράπτω τα φορέματα της θυγατρος του Βασιλέως.
Έγνώριζον πολΙ; καλα οτι OL β α σ ι λ ο π ο υ λ ε ς εχουν
έξαιρετικήν τινα άδυναμίαν είς τα ραφτόπουλα, μάλι­
στα, οταν ηξεύρουν να τραγουδουν τοuς έπαίνους των
θελγήτρων αύτων, ένCi) ράπτουν τα β λ α τ ι ά , με τα
όποΊα στολίζουσι τα κάλλη των.
Έγνώριζον πώς, οταν έρωτευθΌ καμμια βασιλοπού­
λα με το ραφτάκι της, δεν χωρατεύει, μόνον έρωτεύεται
είς τα γερά' καΙ άρρωστα· καΙ πέφτει στο κρεββάτι' καΙ
γίνεται του θανατα· καΙ καν εΙς Ιατρος δεν ημπορεΊ να
την ίατρεύσΌ, καμμία μάγισσα να την φέΡΌ στα καλά
της. "Ως ποΙ; φωνάζει έπΙ τέλους τον πατέρα της ή βασι­
λοπούλα καΙ του λέγει παστρικά-παστρικά: «Πατεράκι
μου, 11 το ραφτόπουλο ποΙ; τpαγoυδ� τόσον ευμορφα 11
θα πεθάνω!»

42

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΙΥΗΝΟΣ

ιο βασιλεύς αλλο παιδΙ δεν εχει. Τί να κάμη; Φο­
ρεΤ την κορώνα του στο κεφάλι καΙ πηγαίνει στα πό­
δια του ραφτόπουλου, καΙ: «Στον Θεο καΙ στα χέρια
σου! » του κράζει, «κάμε μου τη χάρι να πάρης την κό­
ρη μου. Κάμε μου τη χάρι να γενΌς γαμβρός μου.
'Αλλα δεΤξε δα προτήτερα καΙ καμμια παλληκαριά,
δια να μην πέσω άπο την υπόληΦί μου ώσαν βασιλέας
όποu είμαι».
ΤΟ ραφτόπουλο, του φαίνεται πως έχει σκαλώσει στο
λαιμό του κανένα στυφο μέσπιλο καΙ δεν ήμπορεΤ να κα­
ταπιΌ. ΙΗ άλήθεια ομως είναι οτι δεν εχει καταπι1j τί., και" το σα, λ ιο του ε' ξ ερα θη μεσ
" στο' λ αποτε, γιατι, ως
'
ρυγγά του. Τόσο πολu έφοβήθηκε σαν είδε τον βασιλέα
με την κορώνα!
ιο βασιλεuς με την κορώνα του π α π α Ρ ί ζ ε ι τον ώμο,
καΙ το ρωτ� να του ειπΌ καΙ καλά: τί είναι αξιο το ρα­
φτόπουλο να κάμΌ. Περιμένει δε με ένδόμυχον χαραν ν'
άκούσΌ οτι ό έπίδοξος γαμβρός του είναι αξιος να κατε­
βάσΌ κανένα ζωντανο λεοντάρι άπο τα βουνα Τι να σκο­
τώ� κανένα δράκοντα Τι να κυριεύσΌ κανένα βασίλειο.
ΤΟ ραφτόπουλο εις το μεταζu έπ1jρε θάρρος, άλλα δι'
αότο δεν εχασε καΙ το νου του να πά' να π ε τ σ ο κ ό β ε ­
τ α ι με τα θηρία δια να γίνΌ γαμβρος τ1jς Μεγαλειότη­
τός του. ΤΟ ραφτόπουλο είναι έν γένει ειρηνικος ανθρω­
πος. Και, έπειδη τα καταφέρνει καλλίτερα οταν Φάλλη,
παρ α οταν όμιλΌ, άποκρίνεται προς τον βασιλέα τρα­
γουδιστα-τραγουδιστα καΙ του λέγει, πως είναι αξιο καΙ
δυνατό
,

«να ράΨΌ τα νuφιάτικα χωρΙς ραφη καΙ ράμμα ».

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

43

«Καλα βρε ατιμε!» βάλλει με το νοϊ> τοu ό βασιλεύς,
ό όποιος δεν σuγκινεΤται πολu-πολu απο τραγούδια. «Θα
σοϊ> δείξω έγώ, πως ξεμuαλίζεις το παιδί μοu, αφοϊ> δεν
εχεις ένος λεπτοϊ> παλληκαρια μέσα στα στήθη σοuΙ>
'Έπειτα βλέπει το ραφτόποuλο με κάτι ασχημες ματιες,
και: «- Πολu καλά» , τοϊ> λέει, «xup γαμβρέ! ΡάΦε μοu
λοιπον σαράντα φορεσιες νuφιάτικες, καθως ταιριάζοuν
εΙς μίαν βασιλοπούλαν, και πρόσεξε να μην τύΧΩ και δια­
κρίνω καμμίαν ραφήν, καμμίαν κλωστην ποuθενά! Φρό­
ντισε ομως να τας εΧΌς έτοίμοuς αϋριον πρωι-πρωί, πριν
έβγ'Ό ό ηλιος, γιατι αλλοιως - Σοϊ> κόβω το κεφάλι!»
Και ό βασιλεuς με την κορώνα δεν χωρατεύει αύτην
την στιγμήν. Το εχει πάρει απόφασιν ό φιλόδοξος
ανθρωπος, να σκοτώσ'Ό το ραφτόποuλο για να δώσ'Ό την
κόρη τοu εΙς κανένα μεγαλοσιάνο.
Κατ' εuτuχίαν το ραφτόποuλο εχει σίγοuρη τη δοuλειά
τοu και δεν σκοτίζεται πολU-πολύ. Διότι είναι - αλλοι
μεν λέγοuν uίός, αλλοι δε λέγοuν έγγονος της Ν ερά'ίδας.
Και εχει μίαν δακτuλήθραν με πάτο, την όποίαν ποτε. δεν
αφαιρει απο το δάκτuλόν τοu.
'Όλην έκείνην την έσπέραν τρώγει και πίνει και δια­
σκεδάζει. 'Επάνω εΙς τα μεσάνuκτα ποu κοιμοuνται ό
μ ά σ τ ο ρ η ς και ο ι κ α λ φ ά δ ε ς , έβγάλλει την δακτuλή­
θραν απο το δάκτuλόν τοu, παίρνει μίαν xpucrijv τρίχαν
ποu εχει αύτοϊ> μέσα φuλαγμένη και καίει την ακρίτσα
της εΙς την φλόγα τοϊ> λuχναΡίοu. 'Εκει παροuσιάζεται
έμπρός τοu ή χρuσόμαλλ η Ν ερά'ί δα.
- Τι στενοχωρία εχεις, αγάπη μοu;
- ΤΟ και τό, αποκρίνεται το ραφτόποuλο, λέγοντας
την ιστορία.

44

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

(Η χρuσόμαλλη Νερά"ίδα, ποu τοί) είχε τάξει να τον
γλuτώνΌ όσάκις κινδuνεύει, χτuπq τα λεπτά της χερά­
κια τρείς φορες καΙ -διες έσύ!- σαράντα λεuκοντuμέ­
να Ν ερα"ίδόποuλα, τωνα εύμορφότερο άπό τ' αλλο, με
κάτι γλuκα τραγούδια, με κάτι μαργιόλικα λuγίσματα
είς τον άέρα, θέτοuν κάθε μία έμπρος είς το ραφτάκι τα
πολuτιμότερα δφάσματα τ1jς οΙκοuμένης.
ΤΟ ραφτόποuλο κόφτει καΙ οΙ Νερά"ίδες ράφτοuν· καΙ
ράφτοuν καΙ τραγοuδοuν καΙ άστεεζονται καΙ πειράζοuν
το ραφτόποuλο καμμια φορα τόσον έρωτότροπα, τόσον
γαργαλιστικά, πού, αν δεν ητον ή μητέρα τοuς έκεί κο­
ντά, θα τοί) επαιρναν τον νοί) ΤΟι,) χωρΙς αλλο. Μα Τι xpu­
σόμαλλη Νερά"ίδα τες προσέχει, τες όδηγεί καΙ τες πα­
ρακινεί καΙ τελειώνοuν τα νuφιάτικα πρΙν η λαλήσ' ό πε­
τεινός, πρΙν εβγ' ό ηλιος.
Μόλις προφθάνοuν να φύγοuν οΙ Ν ερά"ίδες, να καΙ ό
βασιλέας ποu έμβαίνει με την κορώνα στο κεφάλι καΙ με
τοuς δημίοuς καταπόδι τοu: 'Έρχεται να σφάξΌ το ρα­
φτόποuλο. 'Αλλά έκεί ποu έμβαίνει, βλέπει τες σαράντα
νuφιάτικες φορεσιες κρεμασμένες εΙς το σχοινΙ χωρΙς
ραφη καΙ ράμμα, καΙ θαμβώνοuνται τα μάτια τοu: Το
χρuσάφι καΙ το μαργαριτάρι, ποu έχοuν έπάνω κεντημέ­
νο, άξίζει σλο το Φωροβασίλειο!
(ο βασιλεuς με την κορώνα δαγκάνει τα χείλη τοu.
Παίρνει το ραφτόποuλο άπο το χέρι, το πηγαίνει στο
Παλάτι καΙ τοί) δίνει την κόρη τοu, καΙ τελειώνει ή
ίστορία.

Ταuτα πάντα μοΙ τα διηγείτο ό πάππος μοu, καΙ
μοΙ τα διηγείτο ώσαν να είχον σuμβ1j χθες άκόμη,

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

45

ώσαν να συνέβαινον ανα πασαν στιγμην εις τον κό­
σμον. 'Ενθυμουμαι δ' ετι καΙ σήμερον με πόσην παι­
δικην uπερηφάνειαν εισηλθον πρώτην φοραν εις την
Πόλιν ώς νεοσύλλεκτος του έ σ ν α φ ί ο υ τών ραπτών,
αναλογιζόμενος, οτι μετά τινας ήμέρας θα έξήλαυνον
έκ της δι' ης έπεζοπόρουν τώρα πύλης, έν θριάμβ�, συ­
νοδεύων την ώραιοτέραν βασιλοπούλαν εις το χωρίον
μου. ΚαΙ τουτο μοΙ το uπέδειξεν ό παππους. Καί
έπειδη ό παππους ητο δι' έμε ό πλέον κοσμογυρισμένος
καΙ κοσμομαθης ανθρωπος, έπίστευον τους λόγους του
μέχρι κεραίας.
'Εν τούτοις είχον παρέλθει αρκετοΙ μηνες απο της
αφίξεώς μου καΙ τίποτ' ακόμη δεν κατωρθώθη. Είναι
αληθες οτι ό μάστορής μου ητον αρχιρράπτης της Βα­
λιδε-Σουλτάνας, καί έπειδη έγω ημην ό μικρότερος τών
συμμαθητών μου, με εστελλε τακτικα εις το παρ α τον
Βόσπορον παλάτιον αότης, πότε φέροντα μέγαν μ π ό ­
γ ο ν έπΙ κεφαλης, πότε δ ε uπο μάλης την μεταξίνην καΙ
χρυσόκροσσον σ α κ κ ο ύ λ α ν , με τα κατάστιχά του έν
αότ'Ώ. Πολλάκις λοιπον διηλθον δια πολυτελών στοών
καΙ σκιερών διόδων εις τους μαγικους καΙ μυροβόλους
δ α ε Ρ έ δ ε ς του χαρεμίου της Βαλιδε-Σουλ τάνας. 'Αλλα
αί uπάρξεις, προς ας ηρχόμην εις σχέσεις έν αότ<{), ησαν
κυρίως οί μαυροι εόνουχοι, με το πλατύτατον αuτών
στόμα, με τους μεγάλους όδόντας απαισίως λευκάζο­
ντας μεταξυ τών χονδροειδών χειλέων των καΙ με κάτι
αγρια βλέμματα, που με εκαμναν να τρέμω απο την
φρίκην μου. 'Ενίοτε ηθελον -οί βασιλοπουλες αναμφι­
βόλως-να έκφράσουν ιδιαιτέραν τινα εόαρέσκειαν προς
το ραφτόπουλό των. Τότε ό πλέον φοβερος μαυρος επια-

46

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΎΗΝΟΣ

νε το πλέον φοβερο κ α μ τ σ ί κ ι , ενευε προς έμε καί εβαι­
νεν έμπρός.
'Εγω τον ήκολούθουν με το βλέμμα έπί του έδάφους.
'Ένας δεύτερος μαυρος με ενα δεύτερο κ α μ τ σ ί κ ι με
ήκολούθει κατα πόδας. Τοιουτοτρόπως, μεταξυ των δύο
έκείνων δημίων, προεχώρουν εις τα ένδοτέρω του χαρε­
μίου, έν τc;> όπoί� ομως δεν εβλεπον τίποτε αλλο, πλην
του έδάφους, που μεν στιλπνου οπως αί αρισται των
χορων α'ίθουσαι, που δε κεκαλυμμένου ύπο βαρυτίμων
ταπήτων.
'Αλλ' έαν δεν εβλεπον, ηκουον τουλάχιστον.
'Ήκουον γυναικείας φωνας καί γέλωτας καί άστεϊ­
σμους βαναύσους καί uβρεις άσέμνους άπευθυνομένας
προς τον προ έμου βαδίζοντα Κ ι σ λ ά Ρ ά γ α ν , ό
όποιος έφώναζε πάσαις δυνάμεσι να κρυβωσι φεύγου­
σαι κατα την προσέγγισίν μου αί άμφ ίπολοι καί όδα­
λίσκαι της Σουλτάνας, τύπτων άνηλεως δια της μά­
σηγός του τας τολμώσας να παρακύΦωσιν οπισθεν
των θυρων καί των παραπετασμάτων, οπως '(δωσι τό­
σον πλησίον των ενα άρσενικον ανθρωπον. � o μετ' έμε
άκολουθων ΑιθίοΦ, τουτο μεν με προεφύλαττεν άπο
του να γίνω άνάρπαστος ύπο των οπισθεν λαθραίως
καί άΦοφητί άκολουθουσων, τουτε δε με παραμόνευε
μη τολμήσω καί ύΦώσω τους όφθαλμους άπο του έδά­
φους καί βεβηλώσω δια του γ κ ι α ο υ Ρ ι κ ο υ μου βλέμ­
ματος τα Ιερα θύματα, τα προωρισμένα να θυσιασθωσί
ποτε εις στιγμιαίαν τινα ιδιοτροπίαν του μεγάλου των
Κυρίου.
'Εν τc;> μέσ� τοιούτων συγκινήσεων εφθανον τέλος
εις τον προς ον Ορον.

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

47

'Αλλ' εκεί, εΙς το τελεuταίοv δωμάτων, εν 4> με
αφηνον οΙ μαυροι κλείοντες οπισθέν μοu την θύραν, τί
νομίζετε οτι μ' επερίμενε; Καμμία ροδανθής, ξανθόκο­
μος βασιλοπούλα, ετοίμη να πετάξ-a απο την χαράν
της εΙς την αγκάλην μοu; Τίποτε, απολύτως τίποτε,
εντος του δωματίοu . 'Εντος του τοίχοu ομως, δι' OU το
δωμάτιον τουτο σuvεκοιvώvει προς αλλο, μ' επερίμενε
να τον θωπεύσω, παπαρίζων αύτον ώσάν να ητο Τι ερω­
μένη μοu, σαν ίδ ινος κύλινδρος, κατεσκεuασμέvος
οϋτως, ωστε να περιστρέφηται εν τΌ θέσει τοu περΙ κά­
θετον αξονα, χωρΙς να σε αφίν-a να ΙδΌς εκ των πλα­
γίων εις το παρακείμενον δωμάτιον. Μόλις τον εθώ­
πεuοv, ώς ανωτέρω, καΙ μία λεπτή, πολu λεπτη φωνη
ήκούετο εσωθεν:
- ';"Ηλθες, αρνί μοu;
- Μάλιστα, Σ ο u λ τ α v ή μ .
(ο σανίδινος κύλινδρος εστρέφετο περΙ εαuτόv, πα­
ροuσιάζωv τώρα προς εμε εΙς το αντίθετον μέρος τοu μι­
κραν θuρίδα, ητις τον εκαμνε να φαίνηται ώς ερμάριον.
Π α τ σ ο u λ ή , μόσχος, αμβρα καΙ ολα των 'Ινδιων τα
αρώματα εμοσχοβόλοuv οπισθεν της θuρίδος εκείνης.
Βεβαίως θα ητον αύτου μέσα Τι βασιλοπούλα μοu!
''Ηνοιγον την θύραν εναγωνίως καΙ εντος του περιστρε­
φομέvοu τούτοu μικρου ερμαρίοu με υπεδέχετο μuροβό­
λον καΙ όρεκτικον κανένα μ ο Χ α λ ε μ π ί, κανένα μ π ο u ­
ρ έ κ ι 11 μ π α κ λ α β α ς 11 αλλ ο τι γλuκύτατοv πραγμα,
απο εκείνα τα όποία δεν εχοuv μεν γλωσσαν, αΙσθάνε­
σαι ομως αμα τα ίδΌς οτι σοΙ λέγον επανειλημμένως
«φάγε με». τουθ' οπερ καΙ επραττον εγώ, εννοείται,
χωρΙς πολλων διατuπώσεωv.

48

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Μίαν ήμέρα, μόλις έτελείωσα την ευχάριστον ταύτην
ένασόλησίν μοu, καΙ ή λεπτη έκείνη φωνη με έρωτα έαν
θέλω καΙ αλλ ο τίποτε καλλίτερο.
- 'Όχι, Σοuλτανήμ, αλλ ο τίποτε καλλίτερο απο
σενα δεν θέλω.
- ' Α φ ε ρ ή μ , αρνί μοu! Μεγάλος είναι, μεγάλος;
fΕτοιμαζόμην να της ε'ίπω οτι είμαι τόσος, ωστε
ήμπορουσα να εμβω εις το έρμαράκι έκεϊνο, να κλείσω
την θuρίδα, να δώσω ενα γυρον εις τον κύλινδρον καΙ να
εύρεθω ώσαν μ π ο u Ρ έ κ ι έμπρος εΙς τοuς όφθαλμούς
της. 'Αλλα ό μαυρος εόνουχος, ό όποϊος εΙς το μεταξυ
είχεν εισέλθει χωρΙς να τον έννοήσω, έξεστόμισεν υπερ­
θεν της κεφαλης μοΙ.) ασεμνον υβριν, αποπνίξας την
φωνην εις τον λάρuγγά μοu.
fH καϋμένη μοΙ.) ή βασιλοπούλα επρεπε να λάβ'Ό την
απάντησιν απο το αγριον το φοβερόν τοι.) στόμα!
- Μεγάλος ε; χά, χά, χά! εκραξεν ό Κισλαρ αγας
γελων σαρδόνιον γέλωτα. Είναι τόσο μικρος ακόμα,
που για να τον κρεμάσω αΦηλά, στα μάτια crou, έπα­
ράγγειλα καινούργιο σκαμνΙ να πατήσ'Ό πάνω.
'Έπειτα μοΙ ενεuσε να τον ακολοuθήσω . . .
Τώρα, έαν σuνέβαινε ν α εΧΌ ή Βαλιδε-Σοuλτάνα,
οπως αλλοτε βασιλεϊς τινες της 'Ασίας, εις κάθε θύραν
του παλατίοΙ.) της ενα σοφον γραμματέα, διατεταγμέ­
νον να έκθέΤΌ εις λιπαρότατον υφος λόγοΙ.) παν ο, τι cru­
νέβαινε περΙ έαuτόν, δεν αμφιβάλλω, οτι εκαστος
αυτων ανεξαιρέτως θα έσημείωνεν εις το χρονικόν
τοu, οτι έγω καΙ κατ' έκείνην την ήμέραν έξηλθον έκ
του χαρεμίοu, οπως πάντοτε, με τον ενα ευνουχον
έμπρός, έκσοβουντα τας όδαλίσκας μακραν της οΦεώς

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΙΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

49

μου, με τον ετερον εόνουχον κατόπιν, αμυνόμενον
προς τας οπισθεν προσπαθοόσας να με σόρωσιν απο
του φορέματος. Έγω ομως διαβεβαιώ, οτι αφ' ης
στιγμης ό φοβερος εκεΤνος α ρ ά π η ς εΤπεν, οτι παρήγ­
γειλε κ α ι ν ο ό ρ γ ι ο σ κ α μ ν Ι δ ι α ν α μ ε κ ρ ε μ ά σ n ,
απ' εκείνης της στιγμης το εδαφος του δωματίου, εν �
εύρισκόμην, ύπεχώρησεν α'ίφνης ύπο τους πόδας μου
καΙ εγω κατεκρημνίσθην εΙς αΦογον σκοτεινον χάος
με τον 'ι'λιγγα της κεφαλης, με την λιποθυμίαν της
καρδίας, ην αΙσθανόμεθα ονειρευόμενοι οτι πίπτομεν,
πίπτομεν, πίπτομεν απο αμετρήτου ϋΦους αποτόμου
βραχώματος, ϊνα διαφόγωμεν τον επαπειλουντα την
ζωην ήμών κίνδυνον εκ μέρους τερατώδους τινος κα­
ταδιώκτου.
Πώς εύρέθην πάλιν εΙς το εργαστήριόν μας, περΙ
τοότου αδυνατώ να δώσω ακριβεΤς πληροφορίας. Τινες
τών συμμαθητών μου ελεγον, οτι εχασα τον δρόμον
απο την φοβέραν μου, τινές, οτι εχασα καΙ το μυαλό
μου. Έγω τους αφινα να αστεΙζωνται. Μόνον οταν
εσηκώθηκαν οΙ προ εμου κομίσαντες καΙ αότοΙ μ π ό ­
γ ο υ ς εΙς τό παλάτι, καΙ ηρχισαν να φλυαρουν πως τά­
χα καΙ αότοΙ εφαγαν γλυκίσματα απο το στρογγυλόν,
το περΙ τον αξονά του κινητον εκεΤνο έρμάριον, καΙ οτι
το δωμάτιον με θ' ου συνεκοινώνει στρεφόμενον δεν ητο
ή α'ίθουσα η ό κοι των της βασιλοποόλας, αλλα το κ ε ­
λ ά Ρ ι του χαρεμίου, καΙ οτι ή γ λυκεΤα, ή πολυ γ λυκεΤα
εκείνη φωνή, δεν ητο της αγάπης μου της βασιλοποό­
λας, αλλα του γηραλεωτάτου εόνοόχου του παλατίου
- μόνον τότε κατεξανέστη το α'ίσθημα της φιλοτιμίας
μου καΙ εμάλωσα με ολους, καΙ περιηλθον εΙς τοιαότην

50

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΎΗΝΟΣ

προς αότους δ�άστασ�ν, ωστε οϋτε τους ώμίλησα καν
εκτοτε.
'Ότ� δεν εξαναπάτησα εις το χαpέμ� εννοείτα� άφ'
έαuτοU. Δ�ότ�, οσον και αν έθλιβόμην, άναλογιζόμενος
οτι ή βασ�λoπoύλα μου τήκεται οπισθεν τοί) στρογγυ­
λοί) έρμαρίου παρα τας οχθας τοί) Βοσπόρου, αλλο τό­
σον δεν έκαταλάμβανα, διατί δεν εστελνε τέλος πά­
ντων τον πατέρα της να με ζητήσΌ δια σύζυγόν της,
οπως εκαμαν ολες οι βασιλοποuλες που εγνώρισεν ό
πάππος μου.
Μετα την θλιβεραν εκείνην άπογοήτευσιν, ή άηδης
και άνιαρα εκείνη μονοτονία τοί) πρακτικοί) βίου, αι δυ­
σχέρειαι τοί) άρχαρίου περι τα στοιχεία της τέχνης, μοι
εφαίνοντο δυο και τρείς φορας βαρύτεραι. 'Υπο το βάρος
αότών ηpχ�σα να καχεκτώ και να μαραίνωμαι καθειρ­
γμένος εκεί, εντος τοί) Τσαρσίου της Σταμπούλ, οπισθεν
τών σιδηρών πυλών τοί) Κεμπετση-Χανίου, προς τους
μολυβδοσκεπείς τοί) όποίου θόλους άνέπεμπον ό δυ­
στυχης τώρα οόχι πλέον θελκτικους ηχους ερωτικών
�σμάτων, άλλα τους κλαυθμους και οδυρμους παιδικης
καρδιοβόρου νοσταλγίας!
Προ πάντων ηρχισα ν' άπεχθάνωμαι τον μάστορήν
μου, μικρόσωμον, καχεκτ�κoν γερόντων, το όποίον,
έν� συνώδευε δια τών γελοίων κινήσεων της νωδης
του σ�αγόνoς τα τραγανα μασσήματα τοί) Φαλιδίου
του, τοί) άδηφάγου, δεν επαυεν επιτηρών με ϋπερθεν
τών μ εγάλων και σΤΡΟΎγυλών αότοί) δ ιοπτρών,
μη τυχον εκτείνω ολίγον τον μαργωμένον πόδα, 11
ορθώσω έπι μικρον την κατάκοπον σπονδυλικήν μου
στήλην.

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΎ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

51

Μίαν ήμέραν, ε'{τε έ ξ άδυναμίας, ε'ίτε έ κ πείσματος,
έπέμενον παραβαίνων τον ίερον τοuτον κανόνα ραπτικης
εόπρεπείας τόσον συνεχώς, ωστε εσχον την τιμην να
γνωρισθώ, τότε πρώτον, και με την β ο υ β η ν μ α σ τ ό ­
Ρ ι σ σ α ν , δηλαδη την παρα το πλευρον τοί> μαστόρου
μου κειμένην π�χην. Αuτο έξηΦε την άγανάκτησίν μου
μέχρις άσεβείας. Διότι ένθυμοuμαι πολυ καλά, Ότι κατα
το ένδόμυχον έκείνο πείσμά μου llρχισα να μεμΦιμΟιΡώ
και να έλέγχω αότον τον Θεόν, διότι εσχε την πρωτο­
βουλίαν να ράΦΌ Ιδίαις χερσι τον περίφημον έκείνον δερ­
μάτινον χιτώνα περι την γυμνότητα της Εuας και να
δώσΌ τοιουτοτρόπως άρχην και γένεσιν εΙς το τών ρα­
πτών έπάγγελμα. Έαν llμην έγω Θεός, ελεγον κατ'
έμαυτόν, θα την αφηνα την Εuα μου καθως την είχα
πλάσει. Τί θα μ' εβλαπτε τάχατες ή καuμένη γυμν�
καθως llτο; Θαρρώ μάλιστα, πως θα ήτο και ώραιοτέ­
ρα. 'Έπειτα, ένόσ� είχε την γυναίκα εΙς τον Παράδει­
σον, llγουν εΙς το σπίτι του, ό μ α σ τ ρ ο - Θ ε ό ς , την αφι­
νε γυμν�ν" Όταν Όμως άπεφάσισε να την φορτώση δια
παντος εις τον γ ι α κ α ν τοί> δυστυχοuς 'Αδάμ, να την
έβγάλΌ εΙς τον κόσμον, τότε την έπροίκισε και μ' ενα
στολίδι. Δεν βλέπεις τί κακον εχει κάμει; "Ίδρυσε με τα
'{δια του χέρια το κακοδαιμονέστατον έ σ ν ά φ ι τών ρα­
πτών, καταδικάσας με να κάθημαι έδώ σταυροποδητος
και έσκυμμένος άπο πρωίας μέχρι βαθυτάτης νυκτός,
και ί'Ορυσε την κακίστην συν�θειαν, να προικίζουν οί πα­
τέρες τας θυγατέρας των οχι μ' έσωτερικας άρετάς,
ένόσ� τας εχουν εΙς τους ο'{κους των, άλλα με έξωτε­
ρικην πολυτέλειαν, Όταν τας φορτώνουν εΙς την ράχην
τών γαμβρών.

52

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

τας τελευταίας ταύτας σχολαστικότητας, είμαι βέ­
βαιος στι ηθελον τας διατυπώσει αφελέστερον, τότε,
έαν γνωστή τις φωνη δεν έκάλει κάτωθεν το ονομά μου,
διακόψασα α'ίφνης το ρεuμα των έλεγειακων μου σκέ­
ψεων, πρΙν 11 λάβωσι τελειωταως την λογικην αυτων
διατύπωσιν.
Μ' ολας τας έπανειλημμένας νουθεσίας, τας αναγ­
γελλούσας μοι έκ μέρους της μητρός, στι ή τέχνη είναι
χρυσοuν βραχιόλιον, το όποιον ώφειλον να κατακτήσω
αντΙ πάσης θυσίας, οτι ή πέτρα ποu κυλ� δεν κάμνει θε­
μέλιον, καΙ τα τοιαuτα, έγω έπέμενον μηνύων (τότε δεν
ηξευρον ακόμη να γράφω) καΙ παρακαλων αυτην να με
ανακαλέστι 11 να με βάλτι να μάθω ανθρωπινωτέραν τινα
τέχνην. ΚαΙ δεν είχον μεν πολλας πιθανότητας έπιτυ­
χίας, ηλπιζον ομως ν' απαλλαγω καν απο τον μάστορην
έκεΤνον, δια να αναπνεύσω τον έκτος τοί) Τ σ α Ρ σ ί ο υ
καΙ των χ α ν ί ω ν καθαρώτερον, έλεύθερον αέρα. Προ
πάντων είχον κρυφην έπιθυμίαν να στοιχίσω εις τον
αρχιρράπτην τοί) έν Ντολμα-Μπαχτσε σουλτανικοί) χα­
ρεμίου, ό όποΤος κατψκει εις την ασιατικην τοί) Βοσπό­
ρου οχθην, απέναντι τοί) ανωτέρω παλατίου. ΈκεΤ,
,
,
,
,
, θ α' με" ακουουν
εσκεπτομην
κατ, εμαυτον,
οι( β ασι λ0ποuλες, σταν τραγουδω καί, 11 θα έμβαίνουν εις τον π α ­
ν τ ε να ερχωνται, 11 θα με γνεύουν απο το παράθυρον να
πηγαίνω κολυμβωντας να τας ευρίσκω. Βλέπετε, με ολα
τα παθήματά μου, την βασιλοπούλαν δεν την εβγαλα
ακόμα απο το κεφάλι· καΙ τοuτο, διότι ώς είπον, είχον
απόλυτον έμπιστοσύνην εις τοuς λόγους τοί) παπποU.
Αυτος ητο δι' έμε ό πλέον κοσμογυρισμένος, ό πλέον πο­
λύπειρος ανθρωπος. Καί έαν δεν εβαζα καμμίαν βασι-

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ Τ ΑΞΙΔΙΟΝ

53

λοπούλαν είς το χέρι έδώ, έντος της Πόλεως, ό παπ­
ποuς, θα με ώδήγει έπΙ τέλους ποϊ> εύρίσκονται αύτες οΙ
βασιλοποuλες που έρωτεύονται τόσο εuκολα τα ραφτά­
κια. Διότι, δεν εΤναι δυνατόν- ό παπποuς πρέπει να τες
εΤδε, πρέπει να τες ήξεύρη· 'ίσως-'ίσως καΙ θα έρωτεύθη­
κεν ό 'ίδιος με καμμίαν, αν καΙ δεν ητον ό καϋμένος οuτε
ράπτης, οuτε τραγουδιστής περίφημος.
<Όταν λοιπόν ηκουσα την φωνην έκείνην να καλΌ το
ονομά μου, έσκίρτησα έξ αγαλλιάσεως, διότι ητο Τι
φωνη τοϊ> Θύμιου, τοϊ> ύπηρέτου τοϊ> παπποϊ> μου.
Το δωμάτιον, έν ω είργαζόμεθα, ητο τ ζα μ ε κ ι ά ­
ν ι ο ν , τουτέστι μικρον ανώγειον, έκτισμένον ώς φωλεα
χελιδόνος ύφηλά, μεταξυ δύο θολοσκεπών άφίδων, είς
ας απολήγουν αί περΙ την αύλην τών χανίων λιθόκτιστοι
στοαΙ Εις το ανώγεον τοuτο ανέβαινέ τις απο της στοας
δια στενης κλίμακος στηριζομένης κατα το ανω ακρον
είς αύτο δάπεδον, έφ' ου καΙ έκαθήμεθα έργαζόμενοι.
Μόλις λοιπον παρηλθε μία στιγμή, αφ' ης ηκουσα το
ονομά μου, καί, οπισθεν τών σαθρών κιγκλίδων της κλί­
μακος ταύτης, προέβαλε πρώτα-πρώτα Τι κεφαλη τοϊ>
αναβαίνοντος Θύμιου. ΤΟ προαίσθημά μου έπηλήθευ­
σεν, οΙ σοβαροΙ τοϊ> Θύμιου όφθαλμοΙ ανεζήτουν τινα με­
ταξυ τών συμμαθητών μου. Δεν έπερίμενα να με καλέ­
ση' δεν έπερίμενα ν' αναβΌ την κλίμακα όλόκληρος,
οπως πεισθώ, οτι δεν με απατώσιν αΙ αίσθήσεις μου.
Έτινάχθην απο της θέσεώς μου ώς αίχμάλωτον πτηνόν,
το όποίον εύρίσκει απροσδοκήτως ανοικτην την θύραν
τοϊ> κλωβίου του.
- ιο παπποuς παλεύει με τον αγγελο! εΤπεν ό Θύ­
μιος έν4) ανέβαινεν ακόμη καΙ χωρίς τινος εισαγωγικης

54

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Οιατuπώσεως. (ο παππους ψuχομαχ� καΙ σε γuρεύει·
ελα, παμε γρήγορα. Γιατί, διές, αν οεν προφθάξ'(jς, θ'
άποθάν'(j καΙ θα μείνοuν άνοικτα τα μάτια τοu.
ΚαΙ στηριχθεΙς επι του κ ε φ α λ ο σ κ ά λ ο u ό Θύμιος
εοωκεν εις τους λόγοuς τοu μίαν πρόσθετον βαρύτητα,
νεύσας προς εμε ώς άνθρωπος, οστις οεν είχε καιρον να
περtμέν'(j.
Δεν �ξεύρω αν ητο ό τόνος της φωνης, το σοβαρον
του βλέμματος η το περιεχόμενον των λόγων τοu το
σuντελέσαν περισσότερον εις την ταραχήν μοu. Ένθu­
μουμαι μόνον, οτι πολλην ωραν άφου εσιώπησεν ό
Θύμιος, εγω ίστάμην άκόμη άκίνητος καΙ ενεός, εις ην
θέσιν εδρέθην καθ' ην στιγμην επρόφερε τας πρώτας
τοu λέξεις, καΙ ενθuμουμαι οτι δπο την επήρειαν
αυτων άλλεπάλληλοι ριγηλαΙ φρικιάσεις εκλόνισαν τα
νευρά μοu.
(ο παππους παλεύει με τον άγγελον! -Λυτο βεβαί­
ως οεν ητο καλη Οοuλεtά. 'Αλλ' ό παππους γuρεύεt καΙ
μένα.- Λυτο ητον άκόμη χειρότερο! Λυτο θα ειπΏ πως
ό παππους μοναχός τοu δεν �μπoρεί να τα βγάλ'(j πέρα
με τον άγγελο καΙ με καλεί να τον βοηθήσω.
(Η παιοικη αυτη σκέψις μοΙ επηλθε, οιότι άλλοτε
εσuνήθιζον να παλαίω με τον παππουν, άναρριχώμενος
επι της ράχεως καΙ των δψηλων αυτου ωμων, προ πά­
ντων όσάκις τον κατελάμβανον καθήμενον επι του μ ε ­
ν τ ε Ρ ί ο u τοu παρα την εστίαν. ( ο παππους κατα τους
θορuβώοεις εκείνοuς άγων ας εκηρύττετο πάντοτε ήττη­
μένος καΙ πάντοτε με άνεγνώριζεν ώς ισχuρότερον, cru­
νιστων με εις τους παρατuγχάνοντας επισήμως ώς τον
π ε Χ λ η β ά ν η ν τοu, οηλαοη τον εξ επαγγέλματος πα-

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

55

λαιστή, ον οΙ πασσάδες τρέφουν συνήθως, ετοιμον να
παλαίσΌ προς τον οστις ηθελε καυχηθΌ οτι είναι ό δυ­
νατώτερος της χώρας, και η να τον καταβάλΌ, η να
ύποχωρήσΌ εις τον νικητην την θέσιν του. 'Αφου λοιπον
μετα τοσούτου κόμπου εφερον αλλοτε τον τίτλον
εκείνον, μοι εφάνη πολu φυσικόν, εαν ό παππους, μη
ήξεύρων τώρα πώς να ξ ε κ ά μ Τ1 μόνος του με τον αγγε­
λον, προσεκάλει εμε τον π ε Χ λ η β ά ν η ν του δια να τον
βοηθήσω να βροντήξΌ τον άντίπαλόν του χαμαί, δια να
άναλάβω '{σως-'ίσως εγω αυτος τον φοβερον εκείνον
άγώνα περι ζωης και θανάτου! . . .
Και πώς θ α το καταφέρω; Και που θ α παλαίσω με
τον αγγελον; επάνω εις το μεντέρι του παππου, η μέσ'
στο μαρμαρόστρωτο τ' άλώνι;
'Όχι, οχι, οχι! Φοβουμαι! Δεν βαστώ!
Και συνεκρούοντο τα γόνατά μου εκ τρόμου, και
εκλινον να καθήσω επιστραφεις εις την θέσιν μου. 'Αλλ'
εκεί εσυλλογίσθην εξαίφνης οτι αυτη ητο ή μόνη
ευνοϊκη περίστασις, οχι μόνον ν' άπαλλαγώ άπο τας
χείρας του μαστόρου μου, άλλα κια να προφθάξω,
ενόσ� ητον άκόμη καιρός, να ερωτήσω τον παππου, εις
ποίον μέρος του κόσμου συνήντησε τας βασιλοπούλας,
περι ων ώμLλει, ώσαν να εφαγε και επιε και εκουβέ­
ντιασε μαζί των.
'Αλλ' ό μάστορης; Να ιδουμεν τί λέγει ό μάστορης!
Θα με άφήσΌ άρα γε να ύπάγω; Καλέ, αυτος προ μιας
ωρας διεβεβαίου, οτι ολοι οΙ μαθηται ε'ίμεθα άναπαλλο­
τρίωτα κτήματά του, και τώρα θα με άφήσΌ να του ξε­
φύγω; ''Ω, συμφορά μου! Αυτο επρεπε να σκεφθώ
πρώτα-πρώτα!

56

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

(ο μάστορης, άφ' ης στιγμης ανηλθεν ό Θύμιος εις το
δωμάτιόν μας, άφηκε το Φαλίδιον αότοϊ) μετα κρότοu
επι τοϊ) προ αότοϊ) τ ε ζ ι α χ ί ο u καί δΦώσας τας μεγάλας
αδτοϊ) διόπτρας άπο τών οφθαλμών επι τοϊ) ρuτιδωμέ­
vou μετώποu τοu, εστήριξε τας χεΊρας προκλητικώς επι
των λαγόνων καΙ διετέλει εξακοντίζων άπειλητικώτατα
βλέμματα κατα τοϊ) τολμήσαντος να εισχωρήσ'(} ουτως
εις το τuραννοκρατικον αότοϊ) βασίλειον, χωρίς τινος
προηγοuμένης διατuπώσεως. ΟΙ σuμμαθηταί μοu ησαν
πάντες σuγκεκινημένοι, οόδεΙς ομως ετόλμησε να κινηθΌ
11 ν' άνακύΦ'(}. Ταuτα πάντα ησαν κακοΙ οιωνοί: Βεβαί­
ως δεν θα με άφήσ'(} ν' άναχωρήσω.
- (ο παπποuς τοu παλεύει με τον αγγελο! ειπεν ό
Θύμιος τώρα προς αότόν κρεμων ετι μαλλον τα κατε­
βασμένα μοUτρα. (ο παπποuς τοu μας άφίνει χρόνια, κ'
εγόρεΦε να διΌ το παιδΙ Ξέρεις, ειναι ή δστερινή τοu
θέλησι.
(ο μάστορης, τοϊ) όποίοu ή οργη εφαίνετο εις το
επακρον κορuφωμένη, ηνοιγεν ηδη τα σπασμωδικως
κινούμενα χείλη δια να βλασφημήστι, ώς εσuνήθιζε
κατα τας βιαίας εκρήξεις τοϊ) θuμοu τοu. 'Αλλ' ή τε­
λεuταια φράσις τοϊ) Θύμιοu, προφερθεΊσα μετά τινος
μuστηριώδοuς εόλαβειας καΙ με παρηλλαγμένον τόνον
φωνης, ενήργησεν ώς μαγεία επι τοϊ) σκληροu, τοϊ)
άπανθρώποu εκεινοu γέροντος. ΤΟ εξημμένον αότοϊ)
πρόσωπον ήμέρωσεν εόθύς, το προκλητικον τοϊ) σώμα­
τος παράστημα χατέπεσεν εν άχαρει, χαΙ μετ' άγαθό­
τητος, ην πρώτην φοραν εβλεπα παρ' άuτ�, ετεινε προς
εμε την χεΊρά τοu να την άσπασθώ. Τοuτο ητο αδεια
προς άναχώρησιν μοu.

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΙΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

57

�H σύγχυσις καΙ � απειρία με εκαμαν να πιστεύσω
εκείν'ην την στιγμην οη ό Θύμιος, οπως ηξευρε να δα­
μάζη τους ατίθασους του πάππου του ταύρους δ ια της
στεντορείας φωνης καΙ των χαλυβδίνων χειρων του,
ουτως είχε την μυσΤ'ηριώδ'η δύναμιν να επάδη μακρό­
θεν εξ'ημερων την θ'ηριωδίαν του αγριωτέρου μαστό­
ρου. 'Εξ οσων ομως συμπεραίνω σήμερον, την απροσ­
δόΚ'ητον εκείν'ην μεταβολην προεκάλεσεν � κοινΌ
οφειλομέν'η προς τους αποθνήσκοντας θΡ'ησκευτικη
ευλάβεια.
Είναι αλ'ηθως θαυμαστη � προθυμόΤ'ης καΙ � ευσέ­
βεια, μεθ' ης καΙ ό δυστροπώτερος των ανθρώπων υπα­
κούει παρ' �μΊν εις την τελευταίνα επιθυμίαν των απο" 'η�ευρω
'
εαν
πιστευεται,
ΟΤΙ
, ,
,
., οι� μ'η, συt: '
θν'ησκοντων.
Δ εν
ντείναντες προς εκπλήρωσιν αυτης προκαλουσιν εφ'
έαυτων την του ούρανου δυσμένειαν. 'Ίσως -κατα την
φιλοσοφιχωτάΤ'ην ηθικην του λαου- αποφεύγει εκα­
στος να πράξη ο, τι δεν επιθυμεΊ να συμβΌ εις αυτόν. ΤΟ
βέβαιον είναι, οτι � αποδ'ημουσα ψυχή, εφ' οσον εχει
ακόμ'η επιθυμίαν τινα ανεκπλήρωτον, δεν δύναται να
αποσπασθΌ του ξένου πλέον αυτΌ σώματος καΙ αναχω­
ρήση, αλλα τριγυρίζει γογγύζουσα καΙ παραπονουμέν'η
επι των χειλέων του ψυχορραγουντος φριχτον δε θεω­
ρεΊται καΙ στιγματίζεται ώς ασέβεια, εαν οί συγγενεΊς
καΙ οί οικεΊοι δεν σπεύδουν να πράξωσι παν το επ'
αύτοΊς, οπως έτοιμάσωσιν ησυχον καΙ ευχαρισΤ'ημέν'ην
την αναχώΡ'ησιν της ψυχης απο ενα κόσμον, εις τον
όποΊον δεν ανήκει μεν πλέον, μετα του όποίου ομως την
συνδέει ακόμ'η � τελευταία Τ'ης επιθυμία. 'Εκ της εκφρά­
σεως μάλιστα, ην λαμβάνει το πρόσωπον του νεκρου

58

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

άφου εκπνεύσΌ δύναται να άποφανθ'Ό ης άλανθάστως,
εαν τουτο εγένετο 11 Οχι.
'Εκ τούτου συμβαίνει να λαμβάνωσι χώρα παρα
τ�ν κλίνην τών θανατιώντων σκηναΙ συγκινητικώτα­
ται, σπαραξικάρδιοι ενίοτε. 'Εδώ, ό άσωτος υΙός, ή
άπερίσκεπτος κόρη, ων ή ελαφρα διαγωγή, εξοργίσασα
τον αυστηρον πατέρα, άπέκλεισεν αυτους άπο της όλο­
μελείας του ο'ίκου, συνιστώνται υπο της όλιγοδρανους
πλέον μητρός των εις τ�ν επιείκειαν του πατρός, οστις
όλολύζων τοίς άνοίγει πάλιν φιλοστόργως τας άγκά­
λας εν μέσ� τών θαλερών δακρύων τών παρισταμέ­
νων. 'Εδώ, ή άνέκαθεν μισητοτάτη παρα τοίς <ΙΕλλησι
μητρυιά, εμπιστευομένη παρα του Φυχορραγουντος
πατρος εις τ�ν στοργην του εκ της προτέρας συζύγου
τέκνου του, εuρίσκει παρ' αυτ4} τ�ν θερμοτέραν, τ�ν
μαλλον άφωσιωμένην περίθαλΦιν . 'Εδώ συμβιβάζο,
, δ ιχονοιαι·
'
' !:: λ ειφονται
'
νται μικραι, οικογενειακαι
ε�α
υπ ου λα μεταξυ άδελφών μίση· διαλύονται εχθραι, καΙ
αυταΙ αί θανασιμώτεραι, μεταξυ συγγενών καΙ οικεί­
ων. 'Εδώ, τέλος πάντων, τα μέλη της οΙκογενείας, μέ­
χρι καΙ αυτών τών άπωτάτων, συνέρχονται άπο τών
περάτων της χώρας επι το αυτό, ουχι εκ χαιρεκάκου,
εξ άσεβους προσδοκίας υλικης κλ ηρονομίας, άλλα διό­
τι αί ΦυχαΙ αυτών συνδεδεμέναι uπο της φύσεως στε­
νώτερον προς τ�ν άποδημουσαν υπαρξιν, ελκονται
όρμεμφύτως να συναντηθώσιν ετι απαξ μετ' άυτης,
ενόσ� ευρίσκεται άκόμη πλησίον των, εν τ4} επιγεί�
κόσμ�, ν' άνταλλάξωσι μυστηριωδώς το τελευταίον
πνευματικον αυτών φίλημα. Δ ιότι -ποίος δεν το βλέ­
πει; (Η Φυχή, ή άνιπταμένη εν μέσ� τών ευχών καΙ

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

59

των ευλογιων των, δπάγει έκεΊ οπου εδρίσκονται τα
προαποθανόντα μέλη της οικογενείας. ιο αποχωρι­
σμος λοιπον ουτος, ό μερικός, είναι γενικη συνάντησις
μετα των ψυχων έκείνων, είναι εμμεσος προς τους νε­
κρους συγκοινωνία των ζώντων. ΙΗ αποδημοuσα ψυχη
θα εδρεθΌ μετ' ολίγον έν τ<{) μέσ� των φιλτάτων
αυτων εις τας δπερκοσμίους χώρας, καΙ θα περικυ­
κλωθΌ δπ' αυτων έρωτωμένη, έαν είδε, καΙ πως είδε,
τους έπΙ γης αγαπητοός των. Δεν πρέπει λοιπον να
λείπ'(1 απο της κλίνης τοί) αποθνήσκοντος οικείου ό μη
ων αμοφος καΙ της έσχάτης προς τους νεκροός του
ευσεβείας καΙ στοργης. 'Εάν τις έκ των οικείων, 11
ασθενων βαρέως, 11 ευρισκόμενος πολό μακραν εις τα
ξένα, δεν ημποΡΌ να παρευρεθΌ κατα την τελευταίαν
έκείνην συνάντησιν, οί παρόντες αποφεόγουσιν έπι­
μελως να κάμωσι μνείαν τοί) ονόματός του, μη τυχον
ακοόσας έπιθυμήση ό ασθενης να τον 'ίδ'(1. Διότι τότε,
έαν ό ποθοόμεος δεν προφθάσΌ να ελθΌ, θα μείνουν οί
οφθαλμοΙ τοί) νεκροί) ήμίκλειστοι, προσδοχωντες την
αφιξίν του, καΙ οταν ακόμη ή έν αυτοΊς ζωη προ πολ­
λοί) απεσβέσθη.
Ίδου τί έννόει κυρίως ό Θόμιος λέγων προς έμέ, οτι
έαν δεν προφθάσω, θ' αποθάνΌ ό παπποuς καΙ θα μεί­
νουν ανοικτα τα μάτια του.
Δια τοuτο οταν παρηλθεν ή πρώτη έκείνη σόγχυσίς
μου, οτε, λαβων την αδειαν προς αναχώρησιν, έξήλαυνον
έκ τοί) ' Ε δ ι ρ ν ε - Κ α π ο υ σ ο υ της Κωνσταντινουπόλεως,
οχι έπΙ χρυσοχαλίνου α τ ί ο υ , αλλ' ο π ι σ ω κ ά π ο υ λ α
έπΙ τοί) αυτοί) μετα τοί) Θόμιου καμηλοuψοuς ϊππου τοί)
παππου μου, καΙ σφίγγων αμφοτέραις ταΊς χερσΙν αντΙ

60

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

της ξανθης βασιλοποuλας, ην εμελλον να όδηγ�σω εΙς
την καλuβην τοϊ> πατρός μου, την έρυθραν τοϊ> Θuμιου
ζώνην, έκ φόβου μ�πως oλισθ�σας κατακρημνησθω απο
των Ισχνοτάτων οπισθίων τοϊ> ζώου - περΙ ούδενος
έφρόντιζον, περΙ ούδενος ανησuχουν τόσον, οσον περΙ τοϊ>
μ�πως δεν προφθάσωμεν έγκαίρως εΙς το χωρίον, καΙ
αποθάνΌ ό καuμένος ό παπποuς, καΙ απομείνουν ανοικτα
τα μάτια του.
(ο μακροσκελέστατος έκείνος ϊππος ετρεχεν, οσον
έπέτρεπεν εΙς τα γηρατείά του το διπλοuν αύτοϊ> φορ­
τίον αφ' ένός, ή έλεεινη των όδων κατάστασις αφ' έτέ­
ρου. 'Εν τοuτοις ό δρόμος ον επρεπε να διανuσωμεν ητο
μακρός, καΙ ό Θuμιος αφηκε τον παπποuν, απο της
προχθες ηδη, έτοιμοθάνατον. Καθ' ολον αύτο το διά­
στημα ό παπποuς δεν ήμποροuσε βεβαίως ν' αντέΧΌ
παλαίων με τον αγγελον. τα ένεν�κoντα οκτω χρονά­
κια τοϊ> είχον κυρτώσει προ πολλοϊ> ηδη το λεβέντικόν
του ανάστημα. Βέβαια, βέβαια! (ο αγγελος θα μοϊ> τον
έξαπλώσΌ τον καuμένον χαμαί, πρΙν τον προφθάξω,
καΙ θ' αποθάνΌ ό παπποuς, καΙ θα μείνουν ανοικτα τα
μάτια του!
(ο Θuμιος, οστις δεν μοΙ απέτεινε τον λόγον εΙμη
όσάκις ένθυμείτο να μ' έρωτ�σΌ, έαν κάθημαι ακόμη εΙς
τα οπίσθια τοϊ> ϊππου, φαίνεται οτι κατείχετο δπο των
αύτων μετ' έμοϊ> σκέψεων, διότι δεν επαυε μαστίζων τον
ϊππον δια να τρέΧΌ οσον το δυνατον ταχUτερον.
(Υπό τοιαuτας περιστάσεις δεν ητο απίθανον να έρω­
τ�σΌ μετ' ολίγον, χωρΙς να δπάΡΧΌ πλέον κανεΙς έπΙ
των οπισθίων τοϊ> ϊππου να τCi) απαντ�σΌ. (ο Θuμιος το
uπωπτεuθη έγκαίρως κατ' εύτυχίαν. 'Εξεζώσθη λοιπόν

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ τσΥ τΑΞΙΔΙΟΝ

61

εν μέρος της πολυγόρου έρυθρας του ζώνης καΙ το έτό­
λιξε δύο-τρε1'ς φορας περΙ έμε καΙ περΙ την μέσην του
συγχρόνως. Τοιουτοτρόπως προσηρτημένος πλέον
ασφαλως ε�ς αότόν, ώς έαν ημην κανεν άΦυχον παράρ­
τημα έξ οσων φέρουν οΙ χωρικοΙ συνήθως έσφιγμένα
περΙ την ζώνην των, έξηκολοόθησα το φανταστικον
έκε1'νο ταξίδιον, τοί) όποίου τας έντυπώσεις ποτε δεν
έλησμόνησα.
"Ήτο φθινόπωρον καΙ ηρχιζεν ηδη να καλονυκτώνπ
ΦυχροΙ πλέον οΙ άνεμοι έσύριζον δια των αραιων τοί)
δάσους δέντρων, ταράσσοντες τον ριγηλον uπνον των
ήμιγύμνων αότων κλαδίων, αφ' ων, κλαυθμηρως γογ­
γόζοντα, έστροβιλίζοντο έπΙ τοί) έδάφους αναρίθμητα
φύλλα. Κατα τοιαότας νύκτας, ή έκ διαλειμμάτων οπι­
σθεν θολερων συννέφων προφαίνουσα σελήνη, αόξάνου­
σα την αγρίαν μελαγχολίαν της φόσεως δια των
ώχρων, των ν ε κ ρ ο χλ ώ μ ω ν αδτης έπιχρώσεων, αντΙ
να παρηγορήσυ, πληρο1' την καρδίαν τοί) όδοιπόρου αο­
ρίστων φόβων καΙ έπανειλημμένων φρικιάσεων. την
αγριότητα τοί) ήμετέρου ταξιδίου έπηόξανεν ή ανώμα­
λος ταχότης, με θ' ης ό δΦηλος ήμων ϊππος παρήλαυνεν
εμπροσθεν των έ,κατέρωθεν της όδοί) ήμων αντικειμέ­
νων, πρΙν η προφθάσω να διακρίνω τα αμφ(βολά των
σχήματα προς καθησόχασιν της δπόπτου καρδίας μου.
fH διαρκης καΙ έπίσημος σιγη τοί) Θόμιου, το απρομε­
λέτητον της όδοιπορίας, ό σκοπός, δι' ον αuτη έγίνετο,
ό τρόπος της φανταστικης έκείνης Ιππασίας, έν Ό κατα
μεν το �μισυ έκρεμάμην απο της ζώνης τοί) Θόμιου,
κατα δε το �μισυ έλιχνιζόμην έπΙ των όπισθίων τοί)
ϊππου - ταuτα πάντα, ένι{) έκράτουν την παιδιχήν μου

62

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

καροίαν εις οιαρκη ανησuχίαν, ε.ξηπτον την φαντασίαν
μοu μέχρι παραισθησιας.
"
,
"
Δ εν
' νομι'ζω να' ητενισα
κατα" την νuκτα εκεινην
παραοόξοuς σuμπτώσεις νεφων, των μεν ε.πΙ των οε φερο­
μένων δπο του ανέμοu, χωρΙς να τα σuμπληρώσω τη
βoηθεί� του σεληνιακου φωτος καΙ της προκατειλημμέ­
νης φαντασίας μοu εις πελώρων σύμπλεγμα παλαιστων
αγωνιζομένων τον δπερ των ολων xuvouvov. �o εΙς με
το λεuκον και πολύπτuχον αότου ε.σώβρακον ανεμιζό­
μεν ον εις τον αέρα, με τα εόρέα, τα κεντητα μ α ν ί κ ι α
του uποκαμίσοu τοu, ήτον αναμφιβόλως ό παππους
μοu. �o ετερος με την μακραν καΙ λuτην αδτου κόμην
κuμαινομένην, με τας λεuκας έπΙ των ώμων πτέρuγας,
με τον φολιοωτόν τοu θώρακα περΙ το στηθος καΙ την
φλογίνην ρομφαίαν εις την γuμνην οεξιάν τοu, αότος
ήτο βεβαίως ό αγγελος. Τόσας φορας τον είχον ιοη έπΙ
της αριστερας θύρας του �ArLou Βήματος, ε.ν τη έκκλη­
σί� του χωρίοu μας.
�o καuμένος ό παππους! πως θα τα βγάλll πέρα με
,
λ ον '. . . .
τοσον
φο β ερον
' αντιπα
"
�Oσάκις, απηuοημένος πλέον εκ τ ε του κόποu καΙ
της υπερβολικης ε.ντάσεως των νεύρων, εκλινον την κε­
φαλην ε.πΙ του ώμοu καΙ εκλεων τους όφθαλμούς, ωνει­
ρεuόμην τον παππουν μακρυν-μακρυν, ε.ξηπλωμένον
χαμαΙ εις την σ ά λ α ν της γιαγιας, μέσα εις το ζωγρα­
φημένον σάβανον, το όποίον τ� είχε φέρει έξ �Ιεροuσα­
λήμ, με την εικόνα του Σωτηρος έπΙ του στήθοuς αότου,
με τα κίτρινα κηρία κολλημένα εις τα κοκκαλιασμένα
οάκτuλα των έσταuρωμένων χειρων. Βασιλικός, θρύμ­
βος, έλίχρuσος, μuροφόροι καΙ οσα αλλα ανθη είναι

το ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ τσΥ' τ ΑΞΙΔΙΟΝ

63

εθος να κοσμωσι τοuς γέροντας νεκρούς, έκάλuπτον τον
παππουν απο τΤις μέσης καΙ κάτω. τα θuμιατα καΙ δύο
λαμπάδες εκαιον έστημέναι υΦηλα έκατέρωθεν τΤις κε­
φαλΤις τοu καΙ μεταξu των λαμπάδων τούτων εκuτπεν,
έπΙ σκαμνίοu καθήμενον, παιδίον του σχολείοu, ανα­
γινωσκον μεγαλοφώνως το Ψαλτήριον καΙ φέρον έπι­
δεικτικως την προκαταβεβλημένην αυτ<i'> αμοιβην έπΙ
του ωμοu: κόκκινον κεντητον μανδήλιον με ενα κόμβον
εις την ακραν. το προσκεφάλαιον του παππου ητο το
ημισu του μεταξωτου έκείνοu προσκεφαλαίοu, το
όποίον τόσας φορας μας εδειξεν υπερηφάνως ή γιαγιά,
λέγοuσα οτι αυτο ητο το μαξιλάρι, έπΙ του όποίοu προ
ένενήκοντα περίποu χρόνων έπάτησεν αυτη καΙ ό νοι­
κοκύρης της, οταν έστεφανώνοντο έν τΌ έκκλησί�. τα
πράγματα, με τα όποία ητο γεμισμένο το προσκέφα­
λαιον του παππου, ησαν το ημισu αυτων έκείνων των
αγνωρίστων πλέον τώρα ανθέων καΙ λοuλοuδίων, με τα
όποία τοuς ερραναν οΙ παρεuρεθέντες ώς νεονύμφοuς
κατα την εξοδον αυτων απο τΤις έκκλησίας. τα οξέα
των θρην�δων μοιρολόγια, Ικανα να κινήσωσιν εις δά­
κρuα καΙ αυτον τον απαθέστατον ανθρωπον, παρίστων
τον πάππον μοu ώς τον μαλλον αγαθόν, τον μαλλον
ένάρετον ανθρωπον. Διατί λοιπον ή κεφαλή τοu δεν
αναπαυεται έπΙ του προσκεφαλαίοu έν ήσuχί�; ΈπΙ τΤις
μορφΤις αυτου διατί δεν βασιλευει ή άγία ήμερότης, ή
βαθέως ονειρεuτικη έκείνη εκφρασις, ή σuνήθης έπΙ των
έν ειρήνη δια παντος κεκοιμημένων γερόντων; ΈπΙ των
πελιδνων αυτου χειλέων Φuθuρίζει, νομίζεις, θλιβερώ­
τατον παράπονον! �γπο τας λεuκας καΙ πuκνας αυτου
οφρυς, οΙ οφθαλμοί τοu xuvoucrt λάμΦιν θαμβου xpu-

64

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

στάλλου, ανοικτοί, ατενείς, προς την θόραν της οίκίας.
Ποίον περιμένει; Ποίον εκ των αγαπητων του επεθόμει
λοιπον ετι να Ι'δΌ, καΙ απέθανεν ό καϋμένος ό παπποuς,
καΙ εμειναν ανοικτα τα μάτια του;
ΚαΙ έξόπνων τεταραγμένος εκ της φρίης τοί) όνείρου,
καΙ ωρθωνα όλίγον τον μαργωμένον μου λαιμόν, καΙ
εκλινον την κεφαλην προς το αντίθετον μέρος αποκοι­
μώμενος εκ νέου.
Έκεί μοΙ εφαίνετο ώσαν να επέρασε πολυς καιρός,
αφ' στου απέθανεν ό παπποuς, ώσαν να τον εΤχον θάΦει
πλέον είς ενα τάφον εμπροσθεν της εκκλησίας. �o τά­
φος ητον αύτοί) νεοσκαφής, αλλ' ό παπποuς εκειτο μέ­
σα είς το κ ι β ο ό ρ ι του· εκάθητο επι τοί) χώματος
,
' υπο
'
' τον
� ,
' λ ι' θ ινον σταυρον,
ακουμ
εις
βημενος
" τον λ ευκον,
το φως της σελήνης. Είς τον πόδα τοί) σταυροί) εκαιε μι­
κρος λόχνος καΙ εκάπνιζε θυμιατήριον· παρέκει δπηρχε
μικρον μελίχριστον τ σ ο υ ρ έ κ ι ο ν καΙ πήλινον αγγείον
γεματον εκ μαόρου παλαιοί) ο'{νου. 'Αλλ' ό παπποuς με
την κουλουροειδη αδτοί) σ ε ρ β ά τ α ν χαμηλα περΙ το
μέτωπον, με τα λευκά του όφρόδια κατεβασμένα, δεν
εφαίνετο εύχαριστημένος απ' αύτά, δεν εΤχεν ορεξιν να
τα εγγίσΌ, αλλ' εκράτει το θλιβερόν του βλέμμα προ­
σηλωμένον είς τον δρόμον, καΙ εβλεπεν, εβλεπεν, ώσαν
να επερίμενε κανένα να ελθΌ μεθ' όλονεν αύξοόσης ανυ­
πομονησίας. Έκεί εξαφνα, ώσαν να εξηντλήθη πλέον ή
δπομονή του, ό παπποuς ετινάχθη εκ της θέσεώς του,
δΦηλος-δΦηλός, καΙ μαζΙ με αύτον εσηκώθη καΙ ό
σταυρός, εφ' ου εστηρίζετο, ό όποίος σμως δεν ητο πλέ­
ον ό σταυρός, αλλ' αύτο εκείνο το λευκόν, το καμηλοϋ­
φες τοί) παπποί) αλογον, επι τοί) όποίου επέστρεφον

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

65

εγω εΙς το χωρίον, άσέλωτον, άχαλίνωτον, ύπέρ ποτε
Ισχνον καΙ άγριωμένον. t O παπποuς επήδησεν επι τΤις
ράχεώς τοu, καΙ ό ιππος ερρίφθη μανιώδης εΙς τον άέ­
ρα, με φλογώδεις όφθαλμοός, με τεταμένοuς άχνίζο­
ντας ρώθωνας, με την χαίτην άτάκτως κuμαινομένην.
<Ίππος καΙ άναβάτης εφαίνοντο τρέχοντες προς εμε
μετ' άπεριγράπτοι; εκφράσεως όργΤις καΙ εκδικήσεως.
'Αλλ' ενι'i) άμφότεροι εφέροντο εΙς τον αερα, εγω ηκοu­
ον τους κρότοuς τοί) καλπάζοντος ΙΠΠΟΙ; καΙ ύφιστάμην
τους εκ των βημάτων αότοί) κλονισμοός, ώς εαν εκα­
θήμην εγω επι των νώτων τοu. tH μεγάλη τοί) παπποί)
σ ε Ρ β έ τ α ξεσφι χθεΤσα κατα το εν ακρον καΙ εκτuλι­
χθεΤσα, εσείετο, άναπεπταμένη εΙς τους άνέμοuς καΙ
καθιστωσα την εμφάνισίν τοι; τόσον φανταστικως φρι­
κώδη, ωστε, εφ' σσον με προσήγγιζεν ουτως εφιππος,
επι τοσοuτον ηuξανεν ή στενοχωρία μοu, σuνεσφίγγετο
ή καρδία, ίλιγγία ό νοuς, εξέλιπον αΙ αΙσθήσεις μοu.
Δuό-τρεΤς φορας εδοκίμασα να ωνάξω βοήθειαν, να
ζητήσω ελεος, αλλ' ή φωνή μοι; ητο κρατημένη. <Ότι
δε ύπο το κράτος καταπληκτικΤις αγωνίας εξέβαλον
ίσχuράν κραuγην φρίκης, τότε μοι εφάνη στι εσηκώθη
απο το στΤιθός μοι; μία μεγάλη μuλόπετρα. - Διότι
εξόπνησα.
Περιττον να ε'ίπω στι μετα τοιαότας σuγκινήσεις δεν
ετόλμησα να νuστάξω εκ νέοu. "Αλλως τε ητον ηδη περΙ
τα εξημερώματα καΙ ενόμιζον να είσέλθωμεν μετ' ολί­
γοι; εΙς το χωρίον.
'Εν τοότοις, σταν εξεπεζεόσαμεν προ τΤις οΙκίας τοί)
παπποu, είχε παρέλθει καΙ ή μεσημβρία. t O Θόμιος,
χωρΙς να προφέΡΌ λέξιν, διηuθuνθη προς τους σταuλοuς,

66

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

δια να περιποιηθΌ τον αποκαμόντα ϊππον. Έγω
εΙσηλθον εΙς το πλακόστρωτον κατώγειον, ανοίξας αθο­
ρύβως την θύραν. ΒαθεΤα σιωπη έπεκράτει ανα την
οίκίαν. Άλλα τα πάντα περΙ Ιμε ησαν αμετάβλητα' ή
αύτή, ώς καΙ άλλοτε καθαριότης παντου, ή αύτη τάξις,
ή αύτη ακρίβεια περΙ την τοποθέτησιν ένος έκάστοu
οικιακου σκεύοuς, μέχρι καΙ αύτου του δια ποικιλοχρό­
ων τσοχίνων λωρίδων κεκοσμημένοu σαρώθροu. Μόνον
τα ύποδήματα του παππου, τα πάντοτε ξεσκονισμένα
καΙ γ λ α μ π ε Ρ ά , μόνον αύτα δεν εύρίσκοντο με τας μύ­
τας αύτων Ιστραμμένας προς την εξοδον, προ της θύρας
του δωματίοu, Ιν � σuνήθως διημέρεuεν ό γέρων. �H
ελλειΦις αuτη εκαμε την οικίαν να φανΌ εις τους όφθαλ­
μους μοu κενή, ερημος, Ιγκαταλελειμμένη. �o παππους
ελειπεν! ΚαΙ έπειδη δεν ηδuνάμην να ύποθέσω οτι ελει­
πεν είς κανεν ταξίδιον, θλιβερον προαίσθημα ανεβίβασε
τα δάκρuα εις τους όφθαλμούς μοu.
'Έξαφνα έκ του βάθοuς του κατωγείοu προς τα δεξιά,
οποu ητον ή θύρα του κελλαρίοu ανοικτή, ηκοuσα γογγύ­
ζοuσαν την φωνην της γιαγιας μοu. Παρέβαλον το ους καΙ
ηκροάσθην. �H γιαγια e.γόγγuζεν, ώς σuνήθηως, καλοθέ­
τοuσα τα σκεύη καΙ μαλώνοuσα έν τCi) μεταξυ πρός τινα:
- "Ε; θέλεις να σε θρέφω; θέλεις να θρέφω μ ο ύ χτ η ,
μωρε τ ε μ π έ λ η ; 'Αμ' τα κοuλα crou γιατΙ σε τά 'δωσ' ό
Θεός; Για να 'λογuρνας καταπόδι μοu; "Α'ιντε, πάνε να
δοuλέΦης, χα'ι μ α ν ά , γιατΙ τώρα σε τινάζω τη γουνά
crou, ά!
ΚαΙ έκ του κρότοu τον όποΤον εκαμνον οί χ α λ έ ­
ν τ ζ ε ς (ύΦηλότατα τσόκαρα ) αύτης έπΙ των πλακων
του έδάφοuς έσuμπέρανα οτι ετρεχε κuνηγουσά τινα

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΙΩΗΣ ΤΟΎ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

67

προς πραγματοποίησιν της άπειλης εκείνης. 'Εκεί
εξώρμησε της θύρας του κελλαρίου τρέχων πάσαις δυ­
νάμεσιν ό γάτος της οικίας με τ�ν οόραν 6Φηλα σηκω­
μένην, καΙ με μίαν εκφρασιν των οφθαλμων, ώς εαν
ηθελε να ε'ίπ'{j καΙ εις εμε «ό σώζων σωζέτω τ�ν εαυτου
Φυχήν» .
"Ω -εσκέφθην κατ' εμαυτον- ό καuμένος ό παπ­
πους άπέθανε, καΙ ή γιαγιά, άφου δεν εχει πλέον με
ποίον να τα βάλ'{j, μαλοκοπιέται με το γάτο της!
'Εκεί επρόβαλε καΙ ή γιαγιά, γογγύζουσα μεν οπως
πάντοτε, άλλα με τον βραχίονα 6Φωμένον, καΙ με το
γλιτηρι* εις τ�ν χείρά της.
Δεν θα λησμονήσω ποτε τ�ν εκφρασιν του προσώπου
καΙ τ�ν στάσιν του σώματος αότης, οταν με ειδεν οuτως
άπροσδοκήτως εν τΌ oΙκί�.
- 'Εγου! άνεφώνησεν ή γιαγια μετά τινας στιγμας
άφώνου εκπλήξεως, καΙ άφηκε το γλιτηρι να πέσ'{j χα­
μαί, καΙ εκτύπησε δι' άμφοτέρων των χειρων τα γόνα­
τά της. 'Έπειτα, οuτω προσκεκλιμένη με τας χείρας
επι των γονάτων, με ήτένισεν εκ νέου διαπορουσα καί,
- ώς εαν εκοινολόγει το πραγμα προς τ�ν καρδίαν
αότης. - ΤΗλθε το Ξειδερό μας! ειπε μετ' άληθους
άγαλλιάσεως.
'Εγω ωρμησα να χυθω εις τας άγκάλας της. 'Αλλ' ή
γιαγιά, συνοφρυωθείσα α'ίφνης καΙ παρατηρουσα προς
εμέ, ώς εαν άμφέβαλλε τώρα περΙ της ταυτότητός μου:
- 'Α μ' άπο που ερχεσαι, μωρε πολλακαμένε; ειπεν
επιπληκτικως προσβλέπουσα, ε, άπο που ερχεσαι; 'Απο
*

Είλιτήριον: Το λεγόμενον τ υ λ ι γ ά δ ι .

68

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΙΎΗΝΟΣ

το φεγγάρι ερχεσαι; ''Η μήπως εφαγες ολο το θειάφι των
(Εβραίων καΙ ηλθες να μοu φέΡΌς τέτοια κίτρινα μοuτρα;
'Erou στην ντροπή! 'Erou που να κατακάγεσαι, φόνισ­
σα! 'Erou, έγοu, έγοu! Μωρ' τί στέκεις αuτοu σαν κρε­
μασμένος; 'Έ; Τί στέκεις αuτοu; Πιάσε να φέΡΌς λίγο
νερο γρήγορα!
ΚαΙ λαβοuσα ή γιαγιά μου, μοΙ ένεχείρισε μίαν λα­
γήναν εις έ,κατέραν των άδρανως κρεμαμένων χειρων
μου. τας ελαβον μηχανικως, άλλα δεν έκινήθην.
Έγνώριζον, οη οόδείς ποτε ύπερέβη το κατώφλιον
της γιαγιας χωρΙς να άγγαρευθη παρ' αότης ε'ίς τινα
ύπηρεσίαν. Ήξίουν ομως, ϋστερον άπο τον τρόπον καθ'
ον, καΙ τον σκοπον δι' ον άνεκαλούμην έκ Κωνσταντι­
νουπόλεως, να πληροφορηθω τί άπέγινεν ό καϋμένος ό
παπποuς κατα τον μεταξυ τοu άγγέλου καΙ αuτοu
άγωνα. (Ιστάμην λοιπον αuτοu, κρατων τας λαγήνους
άκουσίως καΙ άπορων πως να θίξω το ζήμημα τοuτο,
μετα την συμπεριφοραν της συζύγου του καΙ την ύπο­
δοχήν, ητις έγένετο εις έμε τον έπίκουρον. 'Αλλ' ή για­
γιά, μη συνηθισμένη εις τοιαύτας άναβολας των προ­
σταγων της:
- Τί στέκις ετσι, μωρε σ α ψ ά λ η ; "Ε! τί στέκεις
ετσι; έφώναξε. - Φοβασαι να μην πέσουνε τα νεφρά
σου; ου! που να κατακάγεσαι, που μοu ήθελες καΙ
πουκάμισο με κολάρο! 'Αχρημάτιστε! Πολλακαμένε!
'Ακαμάτη! . . .
( Η γιαγιά, εΙς τοιαύτας περιστάσεις, ώμοίαζε με
τους μηχανισμους έκείνους οί όποΙοι, οταν απαξ χορδι­
σθωσι, πρέπει να παίξωσι πλέον την μουσικην αότων
μέχρι καΙ τοu τελευταίου τόνου. Διαφορα ύπηρχε μόνο

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΙΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

69

έν ΤOόΤ�, οτι την μουσικην της γιαγιας ούδεΙς ύπέμεινε
να την ακοόσ"!} ποτε μέχρι τέλους. Μόλις λοιπον προε­
λόγισεν έκείνη ώς ανωτέρω, έγω εσφιγξα τας λαγήνους
καΙ εσπευσα ν' απέλθω διευθυνόμενος προς την βρόσιν.
(Η ύπακοή μου έν τοότοις δεν 'ίσχυσε να την διακόΦ"!}.
(Η γλώσσα της γιαγιας έξηκολοόθησε τον σκοπον
αότης τίς οίδε πόσην ωραν καΙ μετα την αναχώρησίν
μου, διότι, οταν έπέστρεΦα έγώ, έκείνη έγόγγυζεν ακό­
μη πολυ ισχυρότερον, παρ' ο, τι εκαμνε συνήθως, χωρίς
τινος αίτίας. Δια τοuτο, οταν, λαβοuσα τας γεμάτας
λαγήνους έκ τών χειρών μου, αντικατέστησεν αότας
δια δόο κενών, δεν έσκέφθην να διστάσω ποσώς, αλλ'
εδραμον προς την βρόσιν προθυμότατα τώρα, ϊνα την
έξιλεώσω.
- Ποϊ> είναι ό παπποuς, γιαγιά; ήρώτησα εύλαβώς,
έπιστρέΦας μετ' όλίγον καΙ εύρων αύτην εις τα καλά
της, πιθανώς διότι δεν ύπηρχεν αλλη τις έργασία πρό­
χειρος δι' έμέ.
- Άμ' πουν' τος γιά; πουν' τος! ανέκραξεν έκείνη,
χορδισθεΤσα τώρα έπΙ αλλου τόνου. Έπηγε καΙ με αφη­
κε. ( ο χα"ί μ α ν ά ς ! ( ο τ ε μπ έ λ α ρ ο ς ! (ο αχρημάτι,
., κα θ ε�ης
ι:- ο
( . . . ο . . . ο . . . μεχρι
στος., (ο ακαματης.
, και, ουτε
τέλους.
(Η γιαγιά -έσκέφθην κατ' έμαυτον- θα εχ"!} την
απαίτησιν να βγαίν"!} ό παπποuς απο τον τάφον να κάμν"!}
τας έργασίας μ' οσας τον έπεφόρτιζεν έν oσ� εζη, και το
έ.σπέρας να γυρίζ"!} πάλιν όπίσω είς τον λάκκον του.
- Τώρα που δεν εχει δουλειά, τί να κάμν"!} αρά γε ό
καϋμένος ό παπποuς; είπον επειτα χαμηλωφώνως καΙ
τρόπον τινα προς έμαυτον διαλεγόμενος
'

(

(

,

70

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

- "Αμ' λιάζεται! uπέβαλεν ή γιαγιά, χορδιζομένη
εΙς uΦηλότερον τόνον. Λιάζει την κοιλιά του! �o Φωμο,
κατα λυτης.
, (ο χαραμοφας.
'
' , (ο ανα
' , ξιος., ο( ... ο( . . . ο( ... παλιν μέχρι τέλους.
Περίεργον πραγμα! έσκέφθην έγώ. (Ως και στον
&λλον κόσμο τον παραφυλάγει τον &νθρωπο, για να
ξεόΡΌ τί κάμνει!
- ΚαΙ που την λιάζει την κοιλιά του, γιαγιά; �ρώ­
τησα τώρα μετα δειλίας, διότι την uπέθεσα ίκανην να
�ξεόΡΌ και αν ό παππους λιάζεται εΙς το θάλπος του Πα­
ραδείσου η εΙς τον καόσωνα της Κολάσεως.
- 'Άμ πάνου στην Μ π α ή Ρ α ! έφώναξεν έκείνη έξα­
φθεΤσα καΙ πάλιν. Πάνου στην Μπαήρα! Δεν τον ξεόρεις;
Τον σαχλιό! Τ ο ν σ ο υ ρ τ ο ό κη ! Τ ο ν χ ο υ λ ο ό ζη ! . . .
Τον . . . τον . . . τον . . .
Ταότην την φοραν δεν έπερίμενα ν α τελειώσΌ. Έξέ­
δραμον της οΙκίας χωρΙς να ε'(πω λέξιν.
(Η Μ π α ή Ρ α είναι το προς βορραν της οΙκίας του
παππου μέγα βραχώδες uΦωμα, έφ' ou &λλοτε ητον
έκτισμένη ή άκρόπολις του τόπου, νυν δε uφουται έπΙ
τών πελασγικών αυτης τειχών το τουρκικον διοικητή­
ριον καΙ οΙκίαι τινες τών έγκρίτων Όθωμανων, γραφι­
κώτατον παρέχουσαι θέαμα έν τΌ πoικιλί� τών χρωμά­
των καΙ τΌ άνωμαλί� του ρυθμου αυτών. τα οΙκοδομή­
ματα ταυ τα, προστατεόοντα την μεσημβρινην του uΦώ­
ματος πλευραν άπο τών βορείων καΙ τών άνατολικών
άνέμων και συγκεντρουντα και άντανακλώντα τας έλευ­
θέρας του ήλικακου φωτος άκτΤνας, παρέχουσι θαλ,
,
"
,
,
περον
προ" αυτων
καταφυγιον
και' κατ" αυτον
ακομη
τον
χειμώνα.

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ Τ ΟΥ Τ ΑΞΙΔΙΟΝ

71

( ο παπποuς, όσάκις έβαρύνετο πλέον τα συναξάρια
της γιαγιας, δπεξέκλεπτεν έαυτον έπιτηδείως καΙ ανερ­
ριχατο το αναντες έκεινο βράχωμα, οπως καθήσΌ έπί
τινας ωρας δΦηλα εις τον ηλιον. την έκλογην της θέσε­
ως την έδικαιολόγει διαβεβαιών ό παπποuς, οτι μαζ!. με
το θάλπος έκει έπάνω απελάμβανε καΙ το μαγευτικον
θέαμα τοί) πανοράματος της χώρας.
'Όλος ό κόσμος έν τούτοις έγνώριζεν οτι ό παπποuς
ανέβαινε τόσον δΦηλά, διότι ενεκα τών ρευματισμών
της ή γιαγια μόνον αύτοί) έπάνω δεν ήμποροuσε να
αναβΌ δια να τον περιμαζεύστ}.
Έκει έπάνω λοιπόν, εις το δΦηλότατον μέρος της
ακροπόλεως, εσπευσα ν' αναβώ, κ' έκει, της συνήθους,
της γνωστης αύτοί) θέσεως, είδον τον παπποuν καθήμε­
νον εις τον ηλιον με την κουλουροειδη αύτοί) σ ε Ρ β έ τ α ν
περΙ την κεφαλήν, με το λευκότατον αύτοί) έσώβρακον.
ΤΟ τσόχινόν του σαλιβάριον δεν έπέτρεπεν ή γιαγια να
το φορέσΌ ειμη μόνον κατ α τας έορτας καΙ την ήμέραν
τοί) όνόματός της. Εις τας χειράς του έκράτει ό παπποuς
μίαν κάλ τσαν -της γιαγιας δποθέτω- πλέκων αύτην
με μεγάλας πυξίνας βελόνας, τας όποίας τόσον έπιτη­
δείως ηξευρε να κατασκευάζΌ καΙ να χεφίζηται. ΈπΙ
μίαν στιγμην ένόμισα οτι όνεφεύομαι ακόμη.
'Αλλ' δπο τοuς σπεύδοντας πόδας μου κυλιόμενα τα
χαλίκια καΙ τα χώματα τοί) ανωφεροuς έδάφους προε­
κάλεσαν την προσοχην τοί) γέροντος. Μόλις έσήκωσε το
βλέμμα απο τοί) έργοχείρου του καΙ με ανεγνώρισε:
Γεωργάκη μοu, ποιάν αγαπqς
κ' όλημερης την τραγοuδας;

72

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Αύτο ητο το οίσΤLχον, OL' ου με δπεοέχετο πάντοτε
με άνOLΚτας τας άγκάλας ό άγαθώτατος γέρων.
Αύτο οεν ητο πλέον άπάτη. Δεν ητο φάντασμα. ιο
παπποόλης έβρόντηξε τον αγγελον χαμαι και την
έ σ κ α π ο ό λ η σ ε ν ! - έσκέφθ ην κατ' έμαuτόν. - Τί χα­
ρά! ΤL άγαλλίασLς! . . .
- Έπηγες εις την ΠόλL, ψuχή μοu, εΤπεν ό παππους
οταν έτελείωσαν αί πεΡLπτόξεLς καΙ τα φLλήματα καΙ
έστέγνωσαν τα οάκρuά μοu. Έπηγες εις την ΠόλL; Είοες
πολuν κόσμον;
- ΝαΙ παππου. ΕΤοα την ΣηλuβΡLα με το Παραπόρ­
ΤL άψηλά άψηλα καΙ με κάΤL μόλοuς ποι.> εχοuν φτερα
και γuρίζοuν με τον ανεμο.
- "Ας τα αύτά! εΤπεν ό παππους. Έπέρασες άπο την
χώρα ποι.> ψήν' ό ηλLος το ψωμί; ΚαΙ εΤοες τοuς Σκuλο­
κεφάλοuς;
- 'ΌΧL, παππου, οεν τοuς εΤΟα. που εΤναL αύτοι οί
ΣκuλοκέφαλΟL;
- Νά, κομμάΤL παρ' έοω άπο την χώρα, ποι.> ψήν' ό
ηλLος το ψωμί, εΤπεν ό παππους, σημεLων το π α ρ ' έ Ο ω
εις τον όρίζοντα ΟLα OεLΚτLκης χεφονομίας, ώς κάμνοuν
οί γεωγράφΟL, OcrOL έπεσκέφθησαν τα μέρη περΙ ων OL­
ΟάσκοuσL.
- 'Απ " εμπρος
, εLναL
...
" θ ρωΠΟL- ε' ξ ηκο λ ou' θ ησεν ο
αν
παππους - καΙ άπο πίσω σκόλΟL. 'Απ' έμπρος μLλουν
καΙ άπο πίσω γαuγίζοuνε. 'Απ' έμπρος σε καλΟΠLάνοuν
καΙ άπο πίσω σε τρωνε! rL' αύτό, ψuχή μοu, καλλίτερα
ποΙ.> οεν έπηγες.
- 'Ώ! βέβαLα καλλίτερα! εΤπον έγώ. Καλλίτερα ποΙ.>
οεν μ' εφαγαν κ' έπηγα στην ΠόλL με το κα'ΙΚL. Να ΙO'fις
-

ι

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ Τ ΑΞΙΔΙΟΝ

73

δά, παππου, καΙ τη θάλασσα! 'Έτσι ως πάνου γεμάτη
νερό! καΙ μέσα στο νερο τα καΙκια. - Φσσσσσ! φσσσσσ!
περπατουν με τα πανια φουσκωμένα!
- "Ας τ' αύτά! εΤπεν ό παππους πάλιν. Έπέρασες
απο της θάλασσας τον αφαλο καΙ είδες το νερο που γυ­
ρίζει γόρω, γόρω, γόρω, σαν που γυρίζ' ή γιαγιά σου ή
Χατζίδενα την αρμη στην μ π α κ ή ρ α , καΙ γίνεται μια
τρυπα μεσ στην μεση;
- 'Όχι, παππου, δεν το είδα!
- "Ωχ! ψυχή μου, δεν είδες τίποτε λοιπόν!
- ΚαΙ που είναι αύτό, παππου;
- Αύτο είναι, ετσι κομμάτι παρ' έδώ, είπεν ό παππους, δεικνόων ε�ς τον όρίζοντα δια της χειρός - έκεί
οπου εύρίσκεται ή Φώκια, ή μάνα τ' 'Αλέξανδρου.
Αύτην την είδες καν, την είδες;
- 'Όχι, παππου, δεν την είδα!
- ''Αχ! ψυχή μου!, αναστέναξε βαθότερον ό παππους, τίποτε δεν είδες, τίποτε!
- ΚαΙ πώς είναι ή Φώκια, παππου;
- Ν α ετσι, - είπεν ό παππους χειρονομών οUτως,
ώς έαν είχε την Φώκιαν ένώπιόν του καΙ μοΙ ωριζεν
ανατομικώς τα μέλη της. - Άπο τον αφαλο καΙ πάνου
εΤναι ή έμορφότερη γυναίκα, απο τον αφαλο καΙ κάτω
είναι το φοβερώτερο ψάρι. Κάθεται στον πάτο της θά­
λασσας. Μα κεί που σκιαχθ'Ώ κανένα καράβι που περν�
απο πάνω, κάνει μία χόπ! καΙ βγαίνει στην επιφάνεια,
κάνει μια χάπ! καΙ άρπάζει το καράβι με το χέρι της καΙ
σταματ�. 'Απαί, φωνάζει τον καπετάνιο καΙ τον έρωτ�:
'Αλέξανδρος ό βασιλεός, ζ'Ώ καΙ βασιλεόει; τρείς φορες
τον έρωτα, ψυχή μου, καΙ τρείς φορες ό καπετάνιος σαν
-

"

,

,

74

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

της είπΌ πως ζΌ και βασιλεόει, τον άφήνει και πάγει
στην δοuλειά τοu. Σαν της είπΌ πως δεν ζΌ, τον βοuλ�
και τον πνίγει.
Και άναποδίσας την κάλτσαν της γιαγιας και σεί­
σας αυτήν, ωστε να πέση το έντος αυτης κοuβάριον, μοι
εδειξε πως ναuαγουν τα πλοια ό παππους, και - γι'
αυτό, έπρόσθεσε, καλλίτερα, φuχή μοu, που δεν την
είδες.
- "Ω, βέβαια καλλίτερα, παππου! γιατι διές, πως
θα έπήγαινα στην Πόλη σαν έπνιγόμοuν; Να ίδΌς δά,
παππου, τ( μεγάλη που είναι ή Πόλη, και τ( λογης­
λογης ανθρωποι που είν' αυτου και χανοόμισσες και βα­
σιλοποόλ . . .
, " δ ιεκοψεν
' ,1. ο� παπποuς παλ ιν, ως εαν
- "Α ς τ' αuτα.
ώμ(λοuν περι πραγμάτων κοινων και τετριμμένων.
Είδες τον τόπο, που είναι οΙ ανθρωποι οΙ μαρμαρωμένοι;
- 'Όχι παππου, δεν τον είδα!
- 'Αάχ, φuχή μοu! Τ(ποτε δεν είδες στη ζωή crou,
τ(ποτες!
- Και που είν' αυτό, παππου;
- Αυτό, είπεν ό παππους ώς ανθρωπος σuγκεντρων
την μνήμην τοu, αυτο είναι βαθεια μέσα σ' ενα δάσος.
Μέσα σ' ενα σπήλαιο. 'Έτσι καθως εμβ'Ώς, άπ' αυτην
την μεριά, βλέπεις ολοuς τους άνθρώποuς που εγιναν
μάρμαρα. Γιατί αυτου μέσα είναι μια Μάγισσα, που
οποιον διΌ πως περν� και τον άγαπήσ'Ώ, τον παρα­
πλαν� να εμβ'Ώ μέσα καΙ τον κάμνει μάρμαρο και τον
εχει αυτου πέρα στημένο, για να μη της φόγ'Ώ. 'Όποτε
θέλει αυτή, πα(ρνει το άθάνατο νερο και του στάζει
τρεις κόμβοuς έπάνω στην κορφη καί, έκει στη στιγμη

-

,

, ,

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ Τ ΑΞΙΔΙΟΝ

75

το μάρμαρο μαλακώνει καΙ γίνεται ανθρωπος έμορφό­
τερος απο πρώτα. Τότε κάθεται καΙ τρώγει καΙ πίνει
καΙ διασκεδάζει μαζί του' σαν διασκεδάσΌ κι' uστερα,
μια τον βλέπει καλα-καλα στα μάτια καΙ τον κάμνει
πάλι μάρμαρο. Γι' αuτό, Φυχή μου, καλλίτερα που δεν
την είδες!
ποτε δεν αμφέβαλλον οτι ό παπποuς μου ητο κο­
σμογυρισμένος ανθρωπος. 'Αλλ' όπωσδήποτε έπέ­
στρεφον καΙ έγω απο το μακρότερον -μετα τον
<f Αγtoν Τάφον- ταξίδtoν, απο την Πόλιν . Είχον ιδεί
τόσα καΙ τόσα πράγματα. 'Ενόμιζον λοιπον οη εφε­
ρον μετ' έμαυτοϊ> αφηγητικην uλ ην, ίκανην να απα­
σχολήση έπί τινας τοuλάχιστον ήμέρας την προσο­
χήν, αν ouXL τον θαυμασμον τοϊ> γέροντος. 'Αλλ' οτε
τον ηκουσα να προφέρη οuτως ακαταδ έκτως καΙ πε­
ριφρονητικώς έκείνο το «ας τ' αuτά», να δ ιακόπτη τα
σπουδαιότερά μου θέματα, ώς έαν ησαν μ ηδεν δι'
αuτόν, καΙ να ανηκαθιστ� ταuτα δ ι' ιδίων τόσον θαυ­
μαστών, τόσον αγνώστων εις έμε διηγημάτων, επτυ­
ξα κατησχυ μένος uπο το μέγεθος της ανεξαντλήτου
κοσμογονίας αuτοu καΙ δεν έτόλμησα πλέον να ε'ίπω
τίποτε.
Μετα πολλην ωραν σιωπης, καθ' ην Όσθανόμην τον
παπποuν θριαμβεύοντα έπΙ της απειρίας μου, uΦωσα έκ
νέου τους οφθαλμους προς αUτόν.
- Πολλα ταξίδια θα εκαμες εις την ζωήν σου, τφ
είπον. ΚαΙ έπρόφερα τας λέξεις μετα θαυμασμοu, πολ­
λης μετέχοντος της κολακείας.
(ο παπποuς έξαφνίσθη. Προφανώς, ή έρώτησις τφ
ηλθεν απροσδόκητα. 'Επί τινας στιγμας με ήτένισεν ώς

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

76

ανθρωπος σιγηλα διαμαρτυρόμενος κατά τινος συκοφα'
' ειπεν. 'Ε γω
ΙΗ γιαγια'
Ε7ιτα, - 'Ε γω;
Ι:'�
\ τα';,ιοια;
ντιας.
σου ή Χατζίδενα!
'Εν Τ'Ό πpoφop� των λέξεων τούτων ύπεννοεΤτο όλό­
κληρος ίστορία. 'Επειδη ομως εγω δεν εδειξα οτι εκα­
τάλαβα την σημασίαν αυτης, ό παπποuς προσέθηκε την
ίστορίαν χαμηλ'Ό Τ'Ό φων'Ό:
- Μια φορά -τότε δεν ητον άκόμη Χατζίδενα-,
Ψυχή μου, της λέγω, ετάχθηκα να πάγω στην Σαρα­
κηνοu, στο πανηγύρι. - «Να π�ς, βέβαια, να π�ς», λέ­
γει αυτή. «'Έ, τί σε θέλω δω πέρα; Τί σε θέλω; Να κά­
θεσαι να με φυλάγΌς;» - και χαμηλώσας ετι μαλλον
την φωνήν, - ό τέτοιος καΙ τέτοιος καΙ τέτοιος», προ­
σέθηκεν ό γέρων εκφραστικως. - Πολυ καλά, εξηκο­
λούθησεν επειτα. Σοu κάμνω, Φυχή μου, ολες τες έτοι­
μασίες. Ξουρίζουμαι, στολίζουμαι σελώνω τ' αλογο,
βάλλω το σταυρό μου να καβαλλικέΦω -να σου την
καΙ παρουσιάζεται.- ΚαΙ χαμηλώσας την φωνην
οΒτως ωστε μόλις ν' άκούεται ό παπποuς:
- Μωρέ, που να πάθΌς, που να δείξΌς, ποu θα πας;
είπε, μιμούμενος της γιαγιας τα σχήματα. 'Έ; ποu θα
πας;
- Στην Παναγία, Φυχή μου, στην ΣαρακηνοU.
- Μωρέ, θ' άφήσΌς την αγελάδα, να π�ς στην Παναγία; Μωρέ, τέτοιε καΙ τέτοιε, το πανηγύρι το συλλο­
γιέσαι, καΙ την άγελάδα, την γκαστρωμένη την άγελάα
δεν την συλλογιέσαι; που είναι στην έβδομάδα της, δεν
την συλλογιέσαι;
- Τώρα, θέλω να της συντύχω, είπεν ό παπποuς
, λ α β ων
\
\
,
ανα
την
στασιν
του, «μα\ που\ οεν
"
� \ σ ' αφηνει
τ

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗ Σ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

77

ναρθτJς στ�ν άράδα; Σαν είδα ποu δεν τα βγάζω στο
κεφάλι:
- Καλό, Φuχή μοu, της λέγω, έγω - έ β α σ κ έ ­
στtσα .
- 'Αμ' ό κόσμος, ό κόσμος τί θα π'Ό; nou εκαμες
έτοtμασίες xt' άγόρασες τα κερtα και το λάδt και το θu­
μίαμα! Και τ' αλογο τί θα Π'Ό ποu το καλίβωσες και το
σάλωσες; Τ' αλογο θέλει δρόμο! είπεν ό παππους κλεί­
σας προς έμε εκφρασταως τον όφθαλμον και περtμένων
να τον εννοήσω. Καί περtμένων είς μάτην:
- Δ'εν καταλ αμ βανεtς;
-ανεφωνησεν
επt
Ι
,
Ι
, , τε'λ οuςό καuγας ηταν για το πάπλωμα! - T�ν έσήκωσα, Φu­
χή μοu, τ�ν εκάθtσα πάνω στ' αλογο και την εστεtλα
στο πανηγόρι με τον άδελφό της.
- Κ' έσό, παππου;
- 'Εγώ, Φuχή μοu, εφόλαγα μέσ' στον σταόλο να
γεννήσΌ ή άγελάδα. Και αφησε σό, ποu δεν εγέννησε, το
γδάρμα, προσέθηκεν επειτα, ωσαν να επταιε το ζωον
δtα την άποτuχίαν, «μόνο μου έσήκωσε τ' ό γ ο u ρ ι άπο
τα ταξίδια, και οσες φορες εκίνησ' άπο τότε γtα ταξίδt,
Φuχή μοu, βρέθηκεν έμπόδιο μέσ' στο δρόμο μοu!
- πως, παππου;
- Α'{! εΤπεν εκείνος, άμηχανων πως να σuνδuάστJ τα
όδοtπορtκά τοu άτuχήματα με τον καθuστερήσαντα το,
" κ " εγω
, της
- αγε λ αοος.
Α uτο
, οεν
<;:Ο , το' ξ ερω.
/ <;:Ο
Ι
Μ α,
Ι σαν
,
κετον
είναι μέσα νεκατωμένη ή γιαγιά crou, ή Χατζίδενα,
πανε cru πλεα ναϋΡτJς λογαρtασμό! πως σου το κατέ­
φερνε, Φuχή μοu, πως σου το μαστόρεuε - είναt να
χάσΌς το νου crou! 'Όσες φορες έτοιμάστηκα να ταξι­
δεόσω - πότ' εγεννουσε κανα πραμμα, πότε ξεπετουσε

78

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

το μελίσσι, πότ' άρρωστουσε κανένας, πότε ηρχονταν
μ ο υ σ α φ ί ρ η ς - θαρρείς που τα είχε παραγγελμένα,
ψυχή μου, 'ίσα-'ίσα την ωρα που εκαμνα τον σταυρόν
μου να καβαλικέψω!
Τόσα χρόνια πανδρεμμένος, εγω εκαμνα τες έτοι­
μασίες κ' εκείνη πήγαινε στο ταξίδι! 'Έτσι στο Ραιδε­
στό' ετσι στη Σηλυβρία' ετσι στη Μήδεια' ετσι πα­
ντου. 'Ένα ταξίδι, ψυχή μου, αύτο το μελετουσα στα
κρυφά, το φύλαγα για λόγου μου. Καφους καΙ χρό­
νους εμάζευα τα μαδια καΙ τα εκρυβα οπου κι οπως
ήμπορουσα. Σαν εμάζωξα πενηντα χιλιάδες γρόσια,
το βάλλω μια μέρα κ έ φ ι και φωνάζω τη γιαγιά σου
- οταν το είχα στο κέφι δεν την εγιόρταζα πολύ-πο­
λύ. - της λέγω, λοιπόν, ψυχή μου, ετσι δα μ' άπό­
φαση: - Χρουση! εβάλθηκα να πάγω σε ταξίδι, κύτ­
ταξε μην είναι κανένα πραμμα έτοιμόγεννο, 11 αρρω­
στο 11 χρειαζούμενο, και κύτταξε μην εμβ'!} κανένας
μ ο υ σ α φ ί ρ η ς στο σπίτι γιατί διές, του σπάζω τα πό­
δια του! Και ό παππους εκαμεν ώς έαν εθαύμαζε τον
έαυτόν του πως τα κατάφερε. «Σε ηθελα», εΤπεν είτα
προς εμέ, να την δΌς πως τα εχρειάσθηκε! Τσιμουδια
δεν εβγαλε! Κ' εγω αύτο ηθελα. Στέλνω, ψυχή μου,
στον πνευματικο κ' ερχεται κ' εξομολογουμαι' φωνά­
ζω τη γιαγιά σου μπροστά του και της γράφω ολο τον
βιον επάνω της. Φωνάζω τους χωριανους και παίρνω
συγχώρεσι άπο τον καθένα, γιατί, διές, ψυχή μου, το
ταξίδ είναι το μακρύτερο ταξίδι του κόσμου κ' εμείς
εχουμε ζωη και θάνατο.
την αλλη την .ημέρα τραβω το αλογο καΙ κάμνω το
σταυρό μου να καβαλικέΨω. (Η γιαγιά σου -τότε δεν

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΙΩΗ Σ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

79

ητον ακόμη Χατζίδενα- εσκυΦεν απο την θόρα να με
δι'Ώ· κ' έγω το είχα τ σ α τ ι σ μ έ ν ο · κότταξε! Μια να μ'
εβγαζε τίποτε στη μέση, τωπαφνεν � ευχή! fH γιαγιά
σου το 1lξευρε· δεν είπε λόγο. Κ' έγω αυτο 1lθελα. Σαν
εκαμα τον σταυρό μου να καβαλαέΦω.
- "Ελλα, Χρουση, της είπα, εχουμε ζωη καΙ
θανατο, συχώρα με καΙ Θεος σχωρέσοι σε! 'ΕκεΤ, Φυ­
χή μου, την παίρνουν τα κλάμματα, εΤπεν ό παππους
τεταραγμένος, ώς έαν συνέβαινε το πραγμα ταότην
την στιγμην ένώπιόν του. Καί, προσπαθών οσον το
έπ' αυτφ να παραστήση την μεγάλην της συζόγου
θλΤΦιν.
- "Αχ! που να μην εσωνα! που να μην εδειχνα!
εΤπεν ό παππους μιξοκλαίων. fH ατυχη, � κακόμοφη, �
αρίζικη! που θα χάσω το ταΤρι μου, τον νοικοκόρη μου!
τον αφέντη μου!
ΚαΙ έκπεπληγμένος έκ τών κοσμητικών τοότων του
έπιθέτων ό παππους: - Αυτό, Φυχή μου, είπε, δεν το
έπερίμενα. <Όλος ό κόσμος να χαλουσε - το είχα τσα­
τισμένο. Μά, σαν είδα τη γιαγιά σου, τη γυναΤκά μου,
να κλαίη έκόπησαν τα ηπατά μου! Πώς να την αφήσω,
να πάγω στην ακρηα του κόσμου!
- Είμαι ταμμένος στον <Άγω Τάφο, της λέγω, Φυ­
χή μου· πώς να κάμω τώρα; Σαν δεν πάγω θα κριματι­
σθοϊίμεν.
- Σαν είσαι ταμμένος, νοαοκόρη μου, ανδρόγυνο
δεν ε'ίμασθε; <Ένα πραγμα ε'ίμασθε: Ε'ίτε σε έπηγες, ε'ίτ'
έγώ, το 'ίδω πραμμα κάνει.
- τα δάκρυα στα μάτια της! είπεν ό παπποϊίς,
αλλάξας τον τόνο της φωνης του, τί να πώ; την ανεβά-

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

80

ζω, ψuχή μοu, στ' αλογο καΙ την στέλνω στον <Άγιο Τά­
φο με τον αδερφό Τ1jς.
- 'Απο τότε καΙ να πάγτJ, είπεν ό παππους κροτων
'
' " τοτε και να
, παλαμας
( εαν
"
τας
ως
τας ε�εσκoνι
' Ι:
' ζεν - απο
πάγτJ δεν έδοκίμασα να ταξιδεύσω.
- ΚαΙ τον κόσμο που έγύρισες, παππου, τα μεγάλα
ταξίδια που εκαμες, θα τα εκαμες, λοιπόν, πρΙν πάpτJς τη
γιαγιά; (Ορίστε;
(ο παππους ανέλαβε πάλιν το έργόχειρόν τοu' θλι­
βερον μειδίαμα έκάθ1jΤΟ έπΙ των χειλέων τοu.
- ΠρΙν με δώσοuν στη γιαγιά crou τη Χατζίδενα,
είπε ταπεινώσας τους οφθαλμούς, δεν ημοuν αγόρι.
- Άμ τί, παππου, κορίτσι ησοuνα;
- πες πως ημοuνα κορίτσι, ψuχή μοu, είπεν ό παππους με το θλιβερόν τοu μειδίαμα, αφου κ' έγω το θαρ,,
,
,
, 1jμοuνα
ροuσα πως
κι , οι κοσμος
το, επιστεuεν.
' l:
' t:
"
"
Α(ι λ ε�εις
εντuπωσιν.
(ο
παpα�ενoν
μοι' ενεΠΟΙ1jσαν
παππους έκράτει είς τας χεΊρας τοu γuναικεΊον έργόχει"
"
poV' και, -μ, <Ιλ
ο ον το' λ ε β εντικον
τοu ανασΤ1jματο,
έπιμελως έξοuρισμένον πρόσωπον, ό φιλαρέσκως έπΙ
των όρίων του ανω χείλοuς ψαλιδισμένος μύσταξ, ή ολ1j
της μορφη τοu εκφρασις μοΙ έφάν1j την στιγμην έκείν1jν
ένέχοuσα πολυ το θ1jλuπρεπες καΙ γuναικεΊον.
- ΝαΙ, ναί, ψuχή μοu, είπεν ό παππους, αναστενά­
ξας καΙ γενόμενος σύννοuς. 'ΕσεΊς ζητε σε χρuσους και­
ρους τώρα, σε χρuσους καιρούς! Ταξιδεύετε σ' ο,ΤΙ ωρα
θέλετε, σ' οποια χώρα θέλετε. Καί το κάτω-κάτω, ψu­
χή μοu, ξέρετε τί είστε. 'ΕμεΊς έζούσαμε σε δίσεκτοuς
καιρούς, δuστuχισμένοuς ΧΡόνοuς! Οί μάννες μας έγο­
νάτιζαν μπρος στες είκόνες, ψuχή μοu, καΙ εκλαιαν στην
"

_

,

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΙΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

81

Παναγία 11 να τους δώσΌ κορίτσι, η να σκοτώσΌ το
παιδι που ε'ίχανε στα σπλάγχνα τους, δια να μη γεν­
νηθΌ άγόρι.
- Γιατί, παππου;
- Γιατί κάθε λίγο και πολό, εΤπεν ό παππους όλονέν σκυθρωπότερος, εβγαινε, Φυχή μου, το Γιαννιτσαριό
-κάτι μεγάλοι και φοβεροι Τουρκαλάδες, με τ' άΦηλα
,
'�
, ζαν
- κ" εγυρι
τα, κ α β ο υ' κ ι α , με" τα κοκκινα
κα β ααια,
άρματωμένοι στα χωριά, με τον ί μ ά μ η ν εμπρός, με
τον τ σ ε λ ά τ η καταπόδι, κ' εμάζωναν τα εόμορφότε­
ρα, τα εξυπνότερα χριστιανόπαιδα, Φυχή μου, και τα
τοόρκευαν.
- Γιατί, παππου;
- Για να τα κάμουν Γιαννιτσάρους, εΤπεν ό γέρων
άγανακτων. Για να τα κάμουν σαν τον εαυτό τους να
ερχωνται πίσω στη χώρα, σαν μεγαλώσουν και ξεχά­
σουν που εΤναι Ρωμηόπουλα, να σφάξουν τους 'ίδιους
των γονείς που τους γέννησαν, και ν' άτιμάζουν τες 'ίδιες
των αδελφες που βόζαξαν άπο ενα γάλα!
,Ανάθεμα την ωρα,
την πρώτην ' Αρπριλιά,
ποιι βγηκε το Ίζάμι
καΙ μάζωξε παιδιά!

Έστέναξεν απαγγεtλας ό παππους και απέμαξε τα
δάκρυά του.
.,
"
, , ε' ξηκο λ ου' θ ησεν επειτα, .οταν εγεννη' θηκα
- Γ ι ' αυτο,
εγω Φυχή μου, και μ' εβάπτισαν, με εβγαλαν Γ ε ω ρ ­
γ ι ά , που θα πΌ μου εδωκαν θηλυκον ονομα, καί μαζ!. με.

82

ΓΕΩΡΓ ΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝ ΟΣ

το ονομα, καθως εβγαζαν τότε Κωνσταντινια καΙ Θα­
να σία καΙ Δημήτρω -ολο άρσενικα παιδιά, Φυχή μου,
με θηλυκον ονομα,- καΙ μαζt με το ονομα, μ' εφόρεσαν
καΙ κοριτσίστικα ροUχα.
<Όσα χρονάκια πέρασαν, Φυχή μου, τόσες φορες άπο
την θύρα τοί) σπιτιοί) μας δεν εβγηκα σαν καΦοκόριτσο
ποu θάρρευα να είμαι. Σαν εγινα καμμια δεκαρια
χρονω, με πιάνει μιαν ήμέρα -Θεος σχωρέσ' τονε- ό
κύρης μου, με καθίζει στο σκαμνί, με κόφτει τες μεγά­
λες μου πλεξοuδες, μοί) βγάζει τα φουστανέλια καί:
- Διες εδω, με λέγει, Γιωργιά, άπο σήμερο καΙ να
πάτο είσαι Γ ε ώ ρ γη ς , είσαι άγόρι· άπο αύριο καΙ να
πάτο είσαι άνδρας, ό άνδρας της Χρυσης ποu παίζετε
κάθε μέρα τες κοuκλες καΙ τα πεντόβολα.
Λότο ήταν ολο κι ολο ποu με είπε, καΙ μ' εφόρεσε τ'
άγορίστικα ροUχα.
- την άλλη την ήμέρα, Φυχή μου, ήλθαν τα βιολια
καΙ τα λαγοuτα καΙ μ' επηραν στην εκκλησια καΙ μ'
εστεφάνωσαν με τη γιαγιά σου.
- πως παπποu; 'Έτσι μικρος ποu llσουνα;
- Ναί, Φυχή μου, είπεν ό παπποuς συναπορων καΙ
αότός. 'Ακόμα δεν εμαθα πως να δένω το καινούργιο
μου καβάδι, καΙ μ' εδωσαν καΙ γυναίκα για να κυβερνή­
σω! Μά -είπεν είτα συνωφρυωμένος- επρεπε να
γένΌ. Περισσότερον καφο δεν ημποροuσαν να με κρύ­
Φουν- καΙ το φερμάνι ελεγε, πως μόνον τοuς άνύπαν­
δρους να παίρνουν οί Γιαννίτσαροι. Μ' επάνδρεΦαν
λοιπον ε ν π ο μ π τι κ α Ι π α ρ α τ ά ξ ε ι , καί ετσι, Φυχή
μου, άντΙ να με πάΡΌ κανένας Γιαννίτσαρος - μ' επηρεν
ή γιαγιά σου.

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

83

- ΚαΙ ποu θα πΌ, λοιπόν, παππου, έσu δεν εκαμες
κανένα ταξίδι στη ζωή crou! Μήτε πρΙν πανδρεuθΌς, δεν
έταξίδεuσες;
ο παππους έπί τινας στιγμας έφάνη άμηχανων πως
πρέπει ν' άπαντήστJ. 'Έπειτα, χαμηλώσας αΙδημόνως το
βλέμμα.
- ΤΙ να σε πω, Φuχή μοu; είπε. ΠρΙν πανδρεuθω,
εκαμα ενα ταξίδι μα τΙ τα θέλεις - εμεινε κι' αότο στη
μέση. 'Έμειν' άτέλειωτο . . .
- πως παππου; Πότε;
�O γέρων παΡΌτησε το έργόχειρόν τοu καΙ χαμαί, καΙ
τείνας το βλέμμα προς τον όρίζοντα έφαίνετο ένα­
σχολων σιγηλά τοuς όφθαλμούς τοu με την θέαν της προ
ήμων έκτεινομένης χωριογραφίας.
(ο οόρανος ητον άνέφελος ό ηλιος χαμηλα εΙς τον
όρίζοντα· καΙ το ύΦηλον της θέσεως, έφ' ης εόρισκόμεθα
παρείχεν είς τον θεατην λίαν άχανες καΙ ομως εόπερί­
ληπτον πανόραμα.
ΠερΙ τα κράσπεδα της άκροπόλεως, άμέσως ύπο τα
βλέμματά μας, εκειντο κατα σuγκεχuμένας όμάδας αΙ
οίκίαι της πολίχνης, έν ταίς αόλαίς των όποίων εβλε­
πέ τις ανδρας, γuναίκας, παιδία, ένασχολοuμένοuς να
εΙσαγάγωσι τα φθινοπωρινα αότων προ·ί όντα είς τας
άποθήκας. 'Αμέσως περΙ την πόλιν έφαίνοντο οΙ λαχα­
νόκηποι με τα γηραλέα, τα φuλλορροοuντα δέντρα
περΙ τοuς λελuμένοuς φραγμούς των" καΙ τοuς τελεu­
ταίοuς τρuγητας φορτώνοντας τα οΦιμα λαχανικά των
έπΙ των άμαξων των" αότου πλησίον έκάπνιζον καιό­
μενα τα αχρηστα άπομεινάρια των έρήμων πλέον
άλωνίων. Παρέκει ηρχοντο έκτεινόμενοι ήμικuκλικως
(

84

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

είς μεγίστην άκτίνα οι καρποφορώτατοι της χώρας
άγροί, εν 01ς ομως δεν εσείοντο πλέον βαρείς των δη­
μητριακων καρπων οι στάχεις ώς επιφάνεια ξανθης κυ­
μαινομένης θαλάσσης, άλλ' εβοσκον ελευθέρως, δα­
πανωντα καΙ την τελευταίαν χλωραν βοτάνην, τα βρα­
δέως προς την πόλιν επιστρέφοντα ποίμνια καΙ άγέλαι.
Είς το άπώτατον του όρίζοντος βάθος εκλειον, ώς
δΦηλον περιθώριον, την άχανη ταότην είκόνα OL
άμπελωνες του τόπου, ερημοι καΙ ουτοι μετα τον τρυ­
γητον κ' εγκαταλελειμμένοι. �H λαμπρά ποικιλία των
τελευταίων φθινοπωρινων χρωμάτων, οι κατα συχνα
διαστήματα διαυλακουντες την χώραν ποταμίσκοι, τα
παρα τας οχθας αυτων γραφικως εγειρόμενα συμπλέγ­
ματα δένδρων καΙ οίκοδομων, οι κατα τόπους ώς μέ­
γιστα κωνοειδη χώματα δΦοόμενοι των 'Οδρυσων
τόμβοι, οχι μόνον διέκοπτον την συνήθη των επιπέδων
χωριογραφιων μονοτονίαν, άλλα καΙ παρείχον είς την
άπέραντον εκείνην είκόνα εκτακτον, θαυμασίαν ε.νότη­
τα καΙ ποικιλίαν.
ΚαΙ ομως προ του τερπνοτάτου τοότου θεάματος -το
ενθυμουμαι άκόμη- μυστική τις άνησυχία, θλιβερόν τι
προαίσθημα συνεΤχε την καρδίαν μου. Ένόμιζες, οτι ή
ζωή, ή αλλ οτε τόσον σφριγωδως επι της χώρας ταότης
επανθίσασα, δπεχώρει τώρα βραδέως άλλα σταθερως
προς τους ενδοτάτους μυχους της φόσεως ή δ' επι της
οΦεως αυτης εναπομένουσα λαμπρότης δεν ητο είμη το
τελευταΤον, το ϋστατον μειδίαμα επι των χειλέων του θα­
νατιωντος.
� o παππους, άφ' ου εφ' ικανήν ωραν ενησχολήθη με
το θέαμα τουτο, σιωπηλος καΙ άφ-Ω ρημένος, εστήριξε

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

85

το βλέμμα έπι ένος τών άπωτέρων κωνοειδών χωμά­
των είς το βάθος του όρίζοντος, και δείξας δ ια του δα­
κτόλου:
- την βλέπεις, Φυχή μου, είπεν, έκείνην την
τοόμβα;
- Ποιάν, παππου;
- Νά, έκείνην την άΦηλότερη, άπο ολες τες &λλες,
που φαίνεται έκει που τελειώνει της γης το πρόσωπο.
- την βλέπω' έγγίζει τον ούρανο με την κορφή της,
παππου.
- " Α ϊ Χ ά κ ! είπεν ό παππους εύχαριστημένος έκ
της άπαντήσεως. �o ούρανος άκoυμβ� πάνου της. Δεν
άκoυμβ�;
- Ναί, παππου! �H γης τελειώνει αύτου πέρα και
άρχίζει ό ούρανός.
- "Α·ί χάκ! , άνεφώνησεν ό γέρων ετι μάλλον
εύχαριστημένος. Είτα προσηλώσας έπ' έμου ύπερή­
φανον βλέμμα · ως έκει πέρα, είπε, μ' έβάσταξε να
ταξιδέΦω.
Και έπρόφερε τας λέξεις με υφος τόσον έναβρυντικόν,
ωστε δεν ήννόησα εύθός, έαν του παππου του έβάσταξε
να ταξιδέΦΌ μέχρι του ούρανου, 11 μέχρι της τ ο ό μ β α ς ,
έφ' ης έφαίνετο ό ούρανος στηριζόμενος.
�o παππους έξηκολούθησεν:
"
,
' " το παρ α, θυρο' μας απο
- �H τ ο υ' μ β α φαινεται
απο
μικρο παιδι την εβλεπα και το είχα ενα μ ε ρ ά κ ι -μια
μεγάλη έπιθυμία- να ητανε βολετο να πήγαινα έκει
κάτω, ν' άνέβω στην κορυφη της τ ο ό μ β α ς , να μβώ είς
τα ούράνια. Μα ελα που ημουνα κορίτσι! Πώς να βγώ
μέσα στους δρόμους;

86

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ

Σαν μ' εκοΦε ό κύρης μου τα μαλλια και μ' εβαλε
καβάδι, και μ' εκαμεν, ετσι δια μιας, αγόρι -εκεΊνοι
εΦαλίδιζαν χαρτια και επλεκαν τοί) γάμου τα στεφά­
νια-, εγώ, μια κλωθογυρνώ στ�ν ακρην-ακρη και
βγαίνω στ�ν αυλή. ΤΟ ταξίδι ε1χα στον νοί) μου και μό­
νο το ταξίδι.
Μετά τινα σιωπήν, καθ' ην ό παπποuς εφαίνετο συ­
γκεντρών τας αναμνήσεις του.
- 'Έξω απ' τ' ορνιθαριό, ε1πεν, ήταν ενα ξύλο στημέ'
, ξυ λ ακια
, πανω
,
νο, με, κατι
σταυρωτα,
σ' αυτο
καρφωμε"
,
να, για να πατοuν οί ορνιθες ν' αναβαίνουν στες φωλιές
των. ΤΟ ε1χα απο μιας αρχης στο μάτι. Θα τ' ακουμβή­
σω στο γυαλι τοί) ουρανοu, ελεγα με τον νοί) μου, σαν
σκάλα, θ' ανέβω, θα τρυπήσω μια τρuπα - θαμβω μέ­
σα. 'Έτσι, Φυχή μου, σοί) παίρνω το ξύλο στον ώμο καί,
σαν με otouv, ας με γράΦουν.
Βγαίνω απο τ�ν αυλή, στρίβω δεξια καί - δρόμο!
ιο κόσμος που μ' εβλεπε, ποί) να με γνωρίσ1} πως ήμουν
ή Γεωργια ή θυγατέρα τοί) Σύρμα! "'Ηταν σαν να ήρθα
πρώτη φορα στον κόσμο.
ΙΩς και ή Χρουση ή γιαγιά σου, που με ε1δεν ετσι με
το καβάδι, μ' εβαλε μπροστα με τες πέτρες. 'Όχι τάχα
,
,
πως
μ" εγνωρισε·
μα, ετσι
τα, κατετρεχεν
απο
μιας
"
,,
,
αρχης τ' αγόρια. Έγω - δρόμο. 'Απο τέτοιο ταξίδι
ποιος μπορεί να μ' εμποδίσ1}; Βγαίνω στους κήπους,
'μβαίνω στα χωράφια· περνώ τον ποταμό · τα μάτια
καρφωμένα στ�ν τ ο ύ μ β α - και δρόμο. Πάγω ενα μί­
λι, πάγω δυό. Μα - τί θαρρείς, Φυχή μου; ΙΗ τ ο ύ μ ­
β α , οσο προχωρώ, τραβιέται μακρύτερα! ιο ουρανός,
οσο κοντεύω, σηκώνεται τ' αΦηλότερα! "Α! αυτό, Φυχή

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

87

μου, μ' εκοψε τα γόνατα. Κουρασμένος ημουν άπο πολυ
πρωτύτερα, μα δεν μ' άποφάνηκε παρα σαν είδα πως ή
άκρα του ουρανου επήγαιν' όλονεν μακρύτερ' άπο την
τ ο ύ μ β α ν , που ελογάριαζα να τον ευρω. Τότε μου εκό­
πησε το Χ α β έ σ ι , καΙ ενοιωσα, πως είμαι κουρασμένος,
πως πεινω, πως το ξύλο που σηκώνω βαραίνει σαν
μολύβι, πως άρχισε να βραδυάζη καΙ -τί τα θέλεις,
ψυχή μου;- τότες εγύρισα πίσω καΙ άφηκα το ταξίδι
άτελείωτο!
- Γιατί διές, επρόσθεσεν είτ' άμέσως ό γέρων, εσυλ­
λογίσθηκα κοντα είς τ' άλλα καΙ τον κύρη μου. Αυτος Θεος σχωρέσ' τον ε- δεν εμοιαζε την γιαγιά σου την
Χατζίδενα.
- πως, παππου;
- Χμ! είπεν εκείνος εκφραστικως μειδιάσας. �H γιαγιά σου, ψυχή μου, μπουμπονίζει, μα δεν βρέχει. �o κύ­
ρης μου εβρεχε, μα δεν εμπουμπούνιζε! Γι' αυτό, ψυχή
μου, εγύρισα πίσω. ';"Ηταν τ ο μ ό ν ο τ α ξ ί δ ι τ η ς ζ ω η ς
μ ο υ , επρόσθεσεν είτα σύννους ό γέρων, μ ά - εμειν'
άτελείωτο!
- ΚαΙ τα πράγματα που είδες, παππου, καΙ ξεύρεις;
- ήρώτησα εγω τότε εν μεγίστη άπoρί�. Στην χώρα
που ψήν' ό ηλιος το ψωμί, εκεί κοντα που ζουν οί Σκυ­
λοκέφαλοι πότε επηγες, παππου;
- "Ω! είπεν εκείνος τότε. Αυτου, ψυχή μου, δεν
επηγα· με τ' άφηγήθηκεν ή γιαγιά μου, οταν μ' εμάθαι­
νε να πλέκω.
- ΚαΙ στης θάλασσας τον άφαλό, παππου, που
βγαίν' ή Φώκια καΙ πιάνει τα καράβια καΙ τα ρωτq για
τον 'Αλέξανδρο τον βασιλέα. Κ' εκεί δεν επηγες;

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟ Σ

88

- 'Όχι, ψυχή μου! κι αότο μ' αψηγήθηκ' ή γιαγιά
μου.
- ΚαΙ το σπήλαιον, παπποu, ποu είν' ή Μάγισσα
ποu μαρμαρώνει τοuς ανθρώπους, κι' εκεί δεν επηγες;
- 'Όχι, ψυχή μου! �H γιαγιά μου με τ' αφηγήθηκε,
ή γιαγιά μου.
'Απερίγραπτος είναι ή αuξουσα εντασις της απογοη­
τεόσεώς μου ανα πασαν αότοί) απόκρισιν. 'Όλη λοιπον
ή μεγάλη εκείνη ίδέα μου περΙ των ταξιδίων τοί) παπ­
ποu, ολη μου ή προς αότον ύπόληψις καΙ εμπιστοσόνη
δια την κοσμογνωσίαν καΙ πολυπειρίαν του περιωρίζετο
εξαφνα είς τας διηγήσεις, δηλαδη τα παραμόθια, τα
όποία ηκουσεν απο την μάμμην του, καθ' ον χρόνον είχε
την αφέλειαν να πιστεόστι ό πτωχος οτι ητο θηλυκοί) καΙ
οόχΙ αρσενικοί) γένους! 'Απελπισία καΙ αγανάκτησις κα­
τείχε την καρδίαν μου.
- ΚαΙ τες βασιλοποuλες, παπποu, καΙ αότες λοιπον
δεν τες είδες με τα μάτια σου; καΙ δεν εφαγες καΙ δεν
εκουβέντιασες μαζί των;
- ποιες βασιλοποuλες, ψυχή μου;
- Ν ά! αότες ποu ερωτεόονται με τα ραφτόπουλα,
καΙ αρρωστοuν απο την αγάπη καΙ στέλνουν τον πατέρα
' με" την κορωνα, να" παγτι να, παρακα, β ασι λ εα
τους, τον
λέστι τον γαμβρό; Δεν θυμασαι ποu με τώλεγες; Δεν
θυμασαι την χρυσόμαλλη Νερά"ίδα καΙ τα λευκονδυμένα
Ν ερα"ί δόπουλα, ποu τραγουδοuν, παπποu, καΙ γελοuν
καΙ χωρατεόουν, καΙ ράφτουν τα νυφιάτικα χωρΙς ραφη
καΙ ράμμα;
- ''Αχ! ψυχή μου! είπεν ό γέρων τότε λυπημένος.
«Αότο το ακουσα απο την γιαγιά μου, οταν μ' εμάθαινε
,

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΙΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

89

να κεντώ καΙ να ράφτω! Μα θαρρώ, ψυχή μου, πως μήδ'
εκείνη δεν το είδε με τα μάτια της!
Τοuτο διέλυσε καΙ την ελαχιστην μου πλάνην! . . . Είς
το χαρέμιον της Βαλιδε-Σουλτάνας, οπισθεν τοϊ> στρογ­
γύλου ερμαρίου εν τ� τoίχ�, δεν μ' επερίμενε λοιπον ή
βασιλοπούλα! ΚαΙ δεν ητον αυτη που μ' εδιδε τα μο­
σχομυρισμένα εκείνα γλυκύσματα, άλλα τις οίδε τί πο­
νηρός, ριχνοπρόσωπος, πλατύστομος, γέρο-' Αράπης!
Είχον δίκαιον οΙ συμμαθηταί μου!
'Αλλα λοιπον αΙ κακουχία ι καΙ τα βάσανα, οσα ύπέ­
στην, καΙ οσα εμελλον να ύποστώ, με την γλυκείαν
ελπίδα να επιστρέψω ποτε είς το χωρίον μου με μίαν
βασιλοπούλαν είς το πλευρόν μου, επήγαιναν είς τα χα­
μένα; επηγαν δια τίποτε. Καλά, παπποu! "Αν με δι'Ώς
καΙ σύ ποτε να ξαναπιάσω βελόνι, πες πως είμαι θη­
λυκος καΙ δεν το ξεύρω!
ΚαΙ τον ενδιάθετον τοuτον λόγον ητοιμαζόμην να
προφέρω, ελέγχων συνάμα τον παπποuν, διότι εγινεν
αίτια να ύπάγω είς την Πόλιν να κακουχηθώ επι μα,
T�
"
f ,1,
ται�. 'Αλλ' οτε,
τους οφ θ αλ μους, εωον
τον
υψωσας
παπποuν με το ονεφοπολοuν αυτοϊ> βλέμμα διαρκώς
προσηλωμένον μακραν επι τοϊ> κωνοειδοuς εκεινου χώ­
ματος, άπο τοϊ> όποίου ηλπισέ ποτε να είσέλθ'Ώ είς τα
ουράνια, δεν ηξεύρω ποία μυστηριώδης δύναμις εδέ­
σμευσε την φωνην επι της γλώσης μου.
f O ηλιος είχε κατέλθει πολυ χαμηλότερα προς την
δύσιν Πασα υπαρξις, πασα εκδήλωσις ζωης άπεσύρετο
σιγαλα καΙ βραδέως προς τα ενδοτέρω της πόλεως.
f H εκφρασις της χωριογραφίας μοΙ εφάνη τώρα με­
λαγχολικωτέρα, θλιβερωτέρα. f H καρδία μου εταράι

ι

"

ι

90

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

χθη έκ νέου. Μεταξυ της φυσωγνωμίας της σκηνης και
της έκφράσεως τοϊ> ώχροϊ> και μαραμένου τοϊ> παπποϊ>
προσώπου, οπως έφωτίζετο δπο των τελευταίων τοϊ>
.ηλίου άκτίνων, δπηρχε τόση όμοιότης, τόση στενη συγ­
γένεια!. . .
f Q καϋμένος ό παπποuς! έσκέφθην προς έμαυτόν,
έπάλαισε κ' ένίκησε τον αγγελον χωρις της βοηθείας
μου, άλλα έξηντλήθη και άδυνάτισε τόσο πολύ, πού, αν
ξανακυλήσυ, ετσι, καθως είναι, καν εις δεν τον γλυτώνει.
- 'Άρχισε να κάμνυ κρύο, Φυχή μου - είπεν ό γέ­
ρων εξαφνα - ελα να πάμε.
T� ετεινα σιωπηλως την χεϊρα καί δποστηρίζων
αύτον οσον ηδυνάμην, τον συνώδευσα είς την οίκίαν του.
την νύκτα έκείνην εκαμε τ� ονη πολύ ΦUχος. ΤΌ δε
πρωί� της έπωύσης παχεία πάχνη εκειτο λευκάζουσα
έπι των μεμαραμένων φύλλων των καλυπτόντων το
εδαφος τοϊ> κήπου μου. Μόλις άφυπνίσθην και εδραμον
είς την οίκίαν τοϊ> άγαπητοϊ> μου πάππου. 'Αλλ' όποία
διαφορα άπο της χθες μέχρι σήμερον! Πληθος συγγενων
και οίκείων συνωστίζοντο σοβαροι και αφωνοι είς την
αύλην, είς το κατώγεων, είς την σ ά λ α ν της γιαγιάς, έν
τ� μέσ� της όποίας εκειτο μακρυς ό παπποUς. Έφαίνε­
το πως δεν έξύπνησεν άκόμη.
Βαθεία είρήνη έβασίλευεν έπι της μορφης του. Μία
δπερκόσμως α'ίγλη έν ει'δει μειδιάματος βαθμηδον άπο­
σβεννυμένου επαιζε με τα χαρακτηρισταα τοϊ> προσώ­
που του.
fH γιαγια με τας χείρας θηλυκωμένας περι τα γό­
νατά της, με το άπελπισμένο της βλέμμα άπλανες έπι
της οΦεως τοί) παππού, έκάθητο ώχρά, βωβή, άκίνη-

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΙΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ

91

τος ώς άπολιθωμένη παρα το πλευρόν του. �H ταλαί­
πωρος! Τ( δε.ν θα εδLδεν οπως τον έμποδίστι άπο τουτο
το ταξ(διον. Δ LόΤL το μεLδίαμα του παππου ητον ή
λάμψLς, ην εσυρε όπίσω της ή προς τον οόρανον άπο­
δημουσα ψυχή του.
Διότι ό καϋμένος ό παππους συνεπλήρωνεν ά λ η θ ω ς
τώρα το μόνον της ζωης του ταξίδ Lον.
( 1884 )