1

Μηχάνημα που χρησιμοποιείται για τη μετακίνηση υγρών. Οι
αντλίες, γενικά, επιτυγχάνουν κίνηση του υγρού μέσω μηχα-
νικής δράσης.
Αστερισμός που σημειώθηκε πρώτη φορά το 1763 από τον
Λακάιγ και είναι ένας από τους 88 επίσημους αστερισμούς
που αναγνώρισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση.

Πρωτεΐνη ικανή να μεταφέρει ιόντα διαμέσου μίας κυτταρικής
μεμβράνης.

Έντυπη μηχανή συναρμολογημένη από σκόρπια λόγια, αδέ-
σποτα, παράταιρες φράσεις, που γρασάραμε με ιδέες για να
κολλήσουν.

Για επικοινωνία, συμμετοχή και σχόλια:
antliamagazine@gmail.com και facebook/AntliaMagazine. Η διαλογή και
επιμέλεια των κειμένων γίνεται από τη συντακτική ομάδα.

Τα προηγούμενα τεύχη είναι διαθέσιμα στο:
antliamag.blogspot.gr

Γλυπτά και φωτογραφίες
εξωφύλλου: Βασίλης Αδάμος - Transplant II, III
Σχεδιασμός εξωφύλλου
και σελιδοποίηση: Παναγιώτης Ξάνθος
Σκίτσα: BanAnna - σελ. 16, 47, 63
Παναγιώτης Ξάνθος - σελ. 55, 62, 79
Mαρια Eλισάβετ Κοτίνη - σελ. 94-95
Φωτογραφίες: Παναγιώτης Ξάνθος - σελ. 1, 22, 29, 52, 64
Βασίλης Αδάμος - σελ. 3
Χαρακτικά: Αχιλλέας Πασχαλίδης
(Aka Zofsalonika) - σελ. 5, 10, 14, 34, 57, 69, 75.
3
ΑΝΤΛΊΑ

Το κείμενο είναι δημιούργημα του συγγραφέα. Το κείμενο είναι
δημιούργημα του αναγνώστη.
Ο συγγραφέας δημιουργεί τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης δημι-
ουργεί τον συγγραφέα.
Το κείμενο δημιουργεί τον αναγνώστη. Το κείμενο δημιουργεί
τον συγγραφέα.
(Θέλω να είμαι στην αγκαλιά σου όταν γράφεις. Θέλω να είσαι
στην αγκαλιά μου όταν γράφω.)
Νόημα υπάρχει. Νόημα δεν υπάρχει. Νόημα και υπάρχει και δεν
υπάρχει.
(Έρχομαι σαν σκυλί να κοιμηθώ στα πόδια σου.)
Μάθαμε να περπατάμε στο κενό κι η ιστορία ξεχάστηκε.
Τώρα ο δρόμος είναι ανοιχτός προς όλες τις κατευθύνσεις κι εμείς
στεκόμαστε αμήχανοι στο ίδιο σημείο.
Αντικαταστήσαμε την πραγματικότητα με την εικόνα της και
ζούμε εκεί μέσα.
(Μπορώ να μπω μέσα σου από παντού, μα δεν μπορώ ν' αγγί-
ξω το σώμα σου.)
Η φωνή μας δεν ακούγεται πια, παρά μόνο ως θραύσματα πολυ-
αναφορικών ή αψυχολόγητα αυτοαναφορικών εκρήξεων.
(Θέλω να σ' αγαπάω συνέχεια.)
Καθώς, λοιπόν, απουσιάζουμε, μια αόρατη δύναμη μοιάζει να
κυβερνά τον κόσμο.
Η ιστορία, εν τέλει, παραμένει δεμένη στον ίδιο τροχό, ενώ ο
ζυγός της απόλυτης αλήθειας έγινε ο ζυγός της εξαφάνισης κάθε
αλήθειας.
Ο συγγραφέας, ο αναγνώστης και το κείμενο μετεωρίζονται άνευ
βαρύτητας.
Μετατρέπονται σε μια εύπλαστη μάζα, που παίρνει διάφορα
σχήματα.
Το χαρτί θεωρείται τροχοπέδη και ξεπερνιέται.
(Βρίσκεις τις λέξεις που χάνω κι εκείνες που δεν έχω ακόμα ορα-
ματιστεί.)
Υ.Γ. Αυτό το περιοδικό δεν είναι ένα μεταμοντέρνο αντικείμενο.
Κάποια απ' τα κείμενά του μπορεί και να το εγκαταλείψουν.

4
5
ΑΝΤΛΊΑ

Περιεχόμενα Σελίδα

Φώτης Γιαννικόπουλος
Kίνδυνος 8
Κλειστό κύκλωμα 9
Άτιτλο 9
Άννα Καντή
Το παρελθόν ξανάρχεται 11
Χρόνια ξερά 12-13
Ο καφές 14-15
Interregnum 15
Αντιγόνη Ηλιάδη
Η κλειδαρότρυπα 17-21
Μορφέας Ελευθερίου
Όταν ο Τρελο-Καπελάς από τη Wonderland
συνάντησε τη Frida Kahlo από την Coyoacán
στη Μικρή Πόλη για ένα espresso. 23-28
Παναγιώτης Παπαδόπουλος
Η ανάσταση της Ουρανίας 30-31
Ο Κυριάκος καταστρέφει την Ασημίνα 32-33
Στέλιος Ανδρεάδης
Η αρχαία θεραπεία 34-43
Γεωργία Τρούλη
Η περισσοδάκτυλη 44-45
Πατητή Τσιμεντοκονία 55
Πεδία μέτρησης
56
Ελένη Χασιώτη
Animal Kingdom 46-50
Εις το όνομα του Πατρός 70
Ηρώ Κ.
Τριάντα δύο σκύλοι 51-54

6
Ξένια Καλαϊτζίδου
τα φαινόμενα απατούν 58
σταθμός Θεσσαλονίκης ξημερώνει
Χριστούγεννα 58-59
Μ. 59-60
Χαρτονία 60-61
απω-θήκη 61
Όμικρον Μι
Κλεμμένη Παρθενογένεση 62
Μετά-φουτουριστικό 63
Δημήτρης Ζαχαριάδης
4 σύννεφα 65
Νεκροταφείο ελεφάντων 65
Αγία Χ.
Blue Wound 66-67
Παράλληλα πιώματα - Παράλληλα
πτώματα 68-69
Χριστίνα Παλάντζα
Πρωταντικρίζοντας το σκοτάδι 71
Δημήτρης Δουληγέρης
Λόγω Έρωτα 72-73
Γιάννης Μιχαηλίδης
Άνοιξη 74
Χ. Π. Σοφίας
Αγία Αναρχία 74
Γιάννης Παρασκευόπουλος
Περάσματα 76-81
Γιάννης Μαδεμλής
Τόμας Πύνσον: Το ουράνιο τόξο της
βαρύτητας (βιβλιοκριτική) 82-94
Μαρία Ελισάβετ Κοτίνη
Dark Hope (Children of the Sky) 95
Rugged 96

7
ΑΝΤΛΙΑ

Kίνδυνος

Ηλεκτρικές εκκενώσεις
αναζητούν συνεννόηση
με σπίθες
που βγαίνουν
από άλλα σημεία
το κύκλωμα
ανοίγει και κλείνει
ακατάπαυστα
σε μια ασυνάρτητη διαδοχή
όπου συναντά
τοίχους
δρόμους
και μικρά αδιαπέραστα
κενά
η υπέρβαση των οποίων
κρίνεται απολύτως αναγκαία
ειδάλλως
η αναπόφευκτη ανακολουθία
θα παγιωθεί
ολοκληρωτικά

8
Φώτης Γιαννικόπουλος

Κλειστό κύκλωμα

«Η Ροή φαίνεται να διατηρείται, εντός των ορίων του
συστήματος. Ορισμένες δε, εξωγενείς πιέσεις, δεν αποκλείουν
ενδεχόμενες αναταράξεις. Όλοι όμως γνωρίζουμε ότι στη Ροή
δεν υπάρχουν αδιέξοδα», φέρεται να δήλωσε ο Αρχιυδραυλικός,
προτού η οθόνη τρεμοπαίξει κάμποσο, για να σβήσει έπειτα
οριστικά. Βαθυκόκκινοι πίδακες ξεπετάγονταν παντού, μες στο
ξαφνικό σκοτάδι που σκέπασε την πόλη. Σκέφτηκε να βγει, μα
οι οδηγίες ήταν σαφείς - άπαντες έπρεπε να παραμείνουν στις
Εστίες τους, όπου θα ήταν ασφαλείς. Η πρωτόγνωρη ησυχία
αντηχούσε εκκωφαντικά, μ’ έναν ακατανόητο βόμβο, στο κέντρο
του εγκεφάλου του. Έκλεισε τα μάτια και βούλιαξε αργά στην
πολυθρόνα περιμένοντας. Κάπου μακρύτερα, στις παρυφές της
πόλης, οι παρίες παρατηρούσαν τις τελευταίες αναζωπυρώσεις.
Χωρίς να το καλοσκεφτούν μα σίγουροι ωστόσο, φορτώθηκαν,
δίχως χρονοτριβή, βρέφη και υπάρχοντα, για να χαθούν στα
βάθη της νύχτας.

*

Είμαι εδώ για να ’μαι
ήμουν εδώ και πριν
όμως τότε δεν ήξερα
πως ήμουν
τώρα
απλά
δεν θέλω
να είμαι
πουθενά αλλού
εκτός
από ’δω

9
ΑΝΤΛΊΑ

10
Άννα Καντή

Tο παρελθόν ξανάρχεται

Δεν υπήρξε αίμα, μα ήταν σφαγή. Κι ο χειμώνας έδειχνε
προκαταβολικά τα σχέδιά του. Άλλοι πηδούσαν απ’ τις ταρά-
τσες κι έπεφταν σε μια ανοιχτή σελίδα. Αποδημητικά πουλιά
σφύριζαν τότε τον χρησμό της. Δεν υπήρξε αίμα, μονάχα σφαγή.
Λέξη τη λέξη πέφταν νεκροί οι άνεργοι στρατιώτες. Κι αυτός που
δε φορούσε μαύρο στο χέρι, γέλαγε υστερικά και σάρκαζε: «Δεν
υπήρξε αίμα, δεν υπήρξε σφαγή».
Ύστερα έσπασαν τους τάφους, επικαλούμενοι τη χρήση
της γης για τις τηλεπικοινωνίες. Έτσι πηγαίνανε τα πτώματα
κατευθείαν στην ανακύκλωση. Ή έστω ό,τι είχε απομείνει απ’
αυτά.
Και τότε συνέβη: Η χροιά του χρόνου αλλοιώθηκε και,
μια για πάντα, το ποτάμι είχε εκτραπεί. Ορμητικό το παρελθόν
χύθηκε κατά πάνω τους. Όλα όσα είχαν μάθει στην ιστορία -κι
άλλα, κρυφά- συνέβαιναν μπροστά τους, τούς παγίδευαν, τα
γνώριζαν ήδη κι ήθελαν να τ’ αποφύγουν, μα δεν ήταν δυνατό.
Η μπότα, η γροθιά και το μαστίγιο, οι φόνοι, τα ουρλιαχτά, οι
θρήνοι, κάθε που είχε υπάρξει στον κόσμο ντροπή, έρχονταν
ξανά και ξανά, τους προσπερνούσαν κι έτσι τα έβρισκαν μπρο-
στά τους την επόμενη στιγμή.
Σ’ αυτό το μέρος, όπου το παρελθόν επανέρχεται αδιάκο-
πα και όπου το μέλλον είναι μονάχα ο αέναος πολλαπλασιασμός
του, οι άνθρωποι έχουνε χάσει κάθε αυταπάτη ελευθερίας και
απλώς υποδύονται ρόλους. Ως μαριονέτες του χρόνου, κουνούν
αδέξια τα μέλη τους, ανήμποροι να δημιουργήσουν οτιδήποτε,
αφού τίποτα καινούριο δεν μπορεί να γίνει, μπορεί μονάχα να
επαναληφθεί.
Αυτή η επίθεση του παρελθόντος στο μέλλον, μεθοδική
και αμείλικτη, με τα γεγονότα να προκύπτουν σε τυχαία σειρά,
αυτούσια όμως πάντα και συντριπτικά, δεν άφησε ανέπαφο τον
ανθρώπινο οργανισμό. Ανυπεράσπιστος μέσα στη χρονοθύελλα,
στράγγιζε λίγο-λίγο από αίμα, ώσπου να μείνει ένα άσπρο σαρ-
κίο, μια σχεδόν εξαϋλωμένη σιωπή.

Κι αυτός που δεν φορούσε μαύρο στο μπράτσο, γέλαγε ακόμα
υστερικά και σάρκαζε.

11
ΑΝΤΛΙΑ

Χρόνια ξερά

Χρόνια ξερά, ανίερα, μάς έφτυσαν σε έρημο.
Τσουβάλια με άμμο μάς ρίξανε στην πλάτη
τα άγχη τους οι άνθρωποι.
«Για το καλό σας» είπαν.
Κρίμα μοιραίο μάς έλουσε ο θεός
την ομορφιά μας.
«Για το καλό του κόσμου» είπε.
Κι εμείς ονειρευόμασταν θάλασσες,
θροΐσματα από στάρια.

Λαχτάρες μαύρο καραβόπανο
μάς τριγυρίζαν τα όρνεα.
Και περπατούσαμε.
Γλείφαμε τον ιδρώτα και τρέμαμε από έκσταση
μες στην κατάρα μας.
Τις νύχτες γονατίζαμε ανάποδα:
΄Ητανε ακόμα νωρίς για να συρθούμε με την κοιλιά.

Πίσω μας, από τη μαύρη τρύπα της αρχής,
οι παλιοί μάς ρίχνανε τις πέτρες και
τις συμβουλές τους. Για να συνεχίσουμε.
Και συνεχίζαμε.
Όταν ο πρωτοφάντης μας ένιωσε
τον σπασμό στη μήτρα του,
ξεπέταξε τα πρώτα σπίτια ο ορίζοντας.
Ήταν η ώρα.

Τραβήξαμε τη γραμμή που δεν θα περνούσαμε ποτέ
και μ’ έναν φονικό πυρρίχιο
γίναμε ο ένας.

Προσπάθησα να γλείψω τη γραμμή,
αλλά η γλώσσα μου καρφί και βάσανο
τη γάζωσε.
Ο ήλιος τραβούσε το σάλιο μου.
Η γη τα κόκκαλά μου.

12
Άννα Καντή

Άφησα στην άκρη τα σπλάχνα μου
- τροφή για τις ψυχές τις παρεπόμενες -
μοίρασα το κορμί στα δυο
και τους το έδωσα.

Ο καφές

Όταν αρρώστησε η μητέρα, άρχισα να ζωγραφίζω τον
καφέ. Παλιά οι άνθρωποι τον «έλεγαν», διάβαζαν, δηλαδή, στο
φλιτζάνι τα μελλούμενα. Τώρα τα μελλούμενα ήταν χαραγμένα
στην πλάτη τους.
Μα εμένα πάντα με γοήτευαν οι καφέ και οι άσπρες
γραμμές και βάλθηκα να τις σχεδιάζω στο χαρτί, ονομάζοντας
τον κάθε πίνακα αναλόγως με το σχέδιο και την έμπνευση της
στιγμής.
Μόλις τελείωσα τα «τάρταρα», η μητέρα πέθανε. Κρά-
τησα το πτώμα της μια βδομάδα στο σπίτι. Κάθε πρωί την
ανασήκωνα στο κρεβάτι, μισάνοιγα τα μελανά χείλη κι έριχνα
αργά ένα φλιτζανάκι ζεστό καφέ στο στομάχι του άψυχου σαρ-
κίου. Καμιά φορά το συνόδευα φυσώντας της στο στόμα καπνό
στριφτού τσιγάρου. Την υπόλοιπη μέρα, έκανα τις δουλειές του
σπιτιού κανονικά και ζωγράφιζα ό,τι δημιουργούσε το κατακάθι
στο φλιτζάνι της μητέρας.
Έτσι μπορούσα να ξέρω στο περίπου πώς τα περνούσε
μετά θάνατον. Μέχρι να βγει η βδομάδα και να μυρίσει το πτώ-
μα τόσο πολύ, ώστε να σπάσουν την πόρτα οι γείτονες, υπήρχε
χαρτογραφημένο στους τοίχους του σπιτιού ένα κομμάτι απ’ το
-μοναδικό που έχει απομείνει- άγνωστο και σκοτεινό ακόμα μέλ-
λον. Ένα κομμάτι διόλου ευκαταφρόνητο, καθώς φαινόταν πως
η πορεία μετά τον θάνατο παρουσίαζε ποικίλες μεταλλαγές και

13
ΑΝΤΛΙΑ

παραστάσεις τέτοιες, που όσο κι αν προκαλούσα τη φαντασία
μου, συχνά αδυνατούσα να δώσω ένα όνομα που να προσδιορί-
ζει το στίγμα του σχεδίου.
Προσπάθησα να τους εξηγήσω πως η ανάγκη για πρό-
βλεψη μπορούσε και πάλι να ικανοποιηθεί. Πως ξαναβρέθηκε το
ανεξερεύνητο και πως πρέπει ν’ αφήσουμε τους νεκρούς να μι-
λήσουν κι όπου χρειάζεται να γίνουμε διερμηνείς τους. Εδώ οδη-

14
Άννα Καντή

γούν τον άνθρωπο τα μονοπάτια του αίματος, που όσο στερεύει,
αφήνει ίχνη μυστικά για χάρη μας και που, αν δεν προσέξουμε,
θα χάνονται διαρκώς από τα μάτια μας, μέσα στα μονοπάτια της
φωτιάς και της στάχτης. Μονάχα αν αφήσουμε τους νεκρούς να
μιλήσουν, ίσως βρεθεί σωτηρία και ξεφύγουμε από τον βρόγχο
του χρόνου και το διαρκές παρελθόν.
Αυτά προσπάθησα να τους εξηγήσω, όμως η θέα και η
οσμή της αποσύνθεσης τούς θόλωναν τις αισθήσεις. Μ’ έκλεισαν
για ένα χρόνο στο άσυλο με τα ψυχοφάρμακα και μου απαγό-
ρεψαν τον καφέ.

Interregnum

Η ιστορία ατενίζει το κενό, το «μεσοδιάστημα».
Το παρελθόν έχει ξεχαστεί,
ενώ το μέλλον κατέστη ανεφάρμοστο.
Σαν φυσικό φαινόμενο περνάει από πάνω μας
η καταιγιστική ροή των καταστροφικών γεγονότων.
Η ανθρώπινη φυλή λουφάζει και αδημονεί
για τη στιγμή, που ο φόβος θα εκλείψει
και θ’ ανασάνει η επιθυμία.

Ίσως, πάλι, αυτός ο κόσμος να είναι ο καλύτερος δυνατός.
Κι ο άνθρωπος να ‘ναι μοναχά το όνειρο
στο μυαλό ενός άλλου ανθρώπου.
Κάθε αυγή ξυπνάει μες στη μοναξιά,
προσπαθώντας να διαλύσει τις νυχτερινές φαντασιώσεις.

Ώσπου, στο τέλος, δεν απομένει κανείς.
Και αποδεικνύεται τόσο μάταιος ο αδιάκοπος πόνος.
Τι θα γινόταν, άραγε, εάν η συνειδητοποίηση ερχόταν πιο νωρίς;
Πώς θα επηρέαζε τα πράγματα ο ξανακερδισμένος χρόνος;

Η ιστορία ατενίζει το κενό και αποδομεί το «μεσοδιάστημα».

15
ΑΝΤΛΊΑ

16
Αντιγόνη Ηλιάδη

Η κλειδαρότρυπα

Το γουρούνι ήταν στημένο πάνω στο τραπέζι και ρουθού-
νιζε. Έβγαζε χονδρή πράσινη μύξα που περιδιάβαινε τα τριχίδια
της μύτης του. Έβγαζε περίεργους ήχους χώνεψης. Είχε φάει
πιο μπροστά ένα συκώτι γάτας, δυο ανθρώπινα αυτιά και έναν
επεξεργασμένο ταύρο κονσέρβα. Γκουρμέ φαγητά. Το τελευταίο
του γεύμα. Δεν ήταν ήσυχο. Κουνιόταν πέρα δώθε. Οι φωνές του
ήταν κρυφές. Αλλά ακούγονταν. Το έβλεπες στις εκφράσεις του
που θύμιζαν αποτυχημένη αισθητική εγχείριση. Παρακαλούσε τα
πόδια του να μπορέσουν να στηρίξουν τα ιδρωμένα του πλευρά,
που έπεφταν πλημμυρισμένα από το λίπος και την τρίχα προς
τα κάτω. Βούιζε με μια απόκοσμη βραχνή φωνή. Το έβλεπα.
Μέσα στα μάτια του το απόλυτο κενό. Δεν είχε χρώμα ούτε
σου άφηνε κάποια ιδιαίτερη αίσθηση. Απλώς σε έσπρωχνε προς
τα πίσω. Σαν χέρι που σε σπρώχνει προς τα πίσω. Έγλειφε το
ξύλο του τραπεζιού. Μια λάμπα το φώτιζε από πάνω. Ο υπό-
λοιπος χώρος φωτιζόταν στο μαύρο. Μόνο το τραπέζι φαινόταν.
Και το γουρούνι στη μέση. Δεμένο με ένα χονδρό σκοινί με έναν
μεγάλο κόμπο. Ναυτικό. Γυρισμένο το σκοινί στο λαιμό του δυο
φορές. Δεν το έπνιγε. Είχε περιθώρια. Ο σκοπός δεν ήταν να
πνιγεί το γουρούνι.
Γύρω από το πέος του γουρουνιού υπήρχαν μεγάλα λα-
μπιόνια που αναβόσβηναν και έτριζαν, διεγείροντας συνεχώς το
ζώο. Αυτό καύλωνε και η τεντωμένη του πούτσα μαρτυρούσε
την απελπισία του. Μια μικρή πόρνη μπήκε μέσα στο δωμάτιο.
Φορούσε ένα μαύρο μπουρνούζι από μετάξι. Το πρόσωπό της
ήταν απομίμηση πορσελάνινης κούκλας. Χείλη πεταχτά, μάτια
γουρλωτά και μάγουλα ογκώδη στα ζυγωματικά. Ανοιγόκλεινε
τα βλέφαρά της που άγγιζαν τα πεντέμισι εκατοστά και σχεδόν
άκουγα το θρόισμα. Δεν μπορούσα ν' ακούσω, μα σχεδόν το
άκουγα. Ήταν εκεί, μπροστά μου. Πετάει το μπουρνούζι και φαί-
νεται ένας στηθόδεσμος διάτρητος σαν ελβετικό τυρί, από μαύρο
σκληρό πετσί και ένα μικρό κορμάκι-εσώρουχο από μαύρο πετσί
κάτω. Γυάλιζαν στο φως της λάμπας οι ρώγες της που εξείχαν.
Τα παπούτσια της ήταν θήκες υγρού και τα τακούνια τελείωναν
σε χονδρές σύριγγες. Κρατούσε ένα μαστίγιο. Τα μαλλιά της
πόρνης ήταν λυμένα και πιασμένα μονάχα με ένα κόκκαλο που

17
ΑΝΤΛΙΑ

έμοιαζε ανθρώπινο. Κάτω γνάθου μάλλον. Έτσι το είδα, στρογ-
γυλεμένο. Κάποιος δεν είχε αυτιά και σαγόνι. Μικρό το κακό.
Ακόμη μπορεί να περπατάει, να βλέπει, να νιώθει ηδονή. Μικρό…
μικρό.
Η πόρνη έσκυψε μπροστά κι έβγαλε από τους γλουτούς
της ένα πράγμα σε σχήμα κολοκυθιού. Το ξετύλιξε με αριστοτε-
χνία. Η έκφρασή της δεν άλλαξε. Τα χείλη της ήταν προτεταμένα,
λες και τα είχε φουσκώσει με ζελατίνα. Και γυάλιζε. Τα μάτια της
γυάλιζαν, τα πισινά της γυάλιζαν και τα βυζιά της πετάγονταν
μαύρα και δερμάτινα. Το μαστίγιο μόνο τράβηξε την προσοχή
μου από την πόρνη. Το τίναξε δυνατά. Μεμιάς αυτό έσκισε τον
αέρα. Με περισσή ταχύτητα το κούνησε και το έκανε κύκλους, με
δεξιοτεχνία. Καθόλου αθώο κοριτσάκι. Καθόλου. Θέλεις ξύλο. Θέ-
λεις πούτσο. Το μαστίγιο. Γαμήσου. Της ψιθύρισα. Τα μάτια της
κοίταξαν την κλειδαρότρυπα. Δεν με άκουγε. Σίγουρα όχι. Αλλά
τρόμαξα για μια στιγμή. Ένιωσα σαν να με χτύπησε κεραυνός.
Κανονικά δεν είναι έτσι. Δεν πρέπει να μιλάει. Δεν ακούει. Δεν
βλέπει. Αυτοί είναι οι κανόνες. Αν δεν τους τηρήσει θα τιμωρηθεί
με θάνατο. Ήξερε τους κανόνες. Ήταν καλά εκπαιδευμένη.
Γρήγορα άλλαξε το βλέμμα της. Κοίταξε τα μάτια του
γουρουνιού. Μια λάμψη τόνισε τη σάρκα του γουρουνιού που
έμοιαζε με ανοιχτό ζουμερό δαμάσκηνο. Η πόρνη το χάιδεψε. Με
τρυφερότητα. Είχε προετοιμαστεί γι' αυτό και μόνο. Φορούσε
μαύρα γάντια που είχαν μικρά κοπίδια στην παλάμη. Στημένα
όλα σαν φράχτες σύρθηκαν πάνω στη σάρκα του ζώου και την
κριτσάνισαν λίγο. Απαλά. Με ρυθμό. Χρειαζόταν περιποίηση και
προετοιμασία. Θα υποδεχόταν κάτι θεϊκό και πρωτόγνωρο αυτό
το πλάσμα. Αλλά το αγνοούσε. Γιατί ήταν ένα ζώο. Δίχως σκέ-
ψη και υψηλή νοημοσύνη. Μόνο έφτυνε σάλια. Ρευόταν, αεριζό-
ταν και βρώμιζε τον χώρο με τις φυσικές του εκκρίσεις. Του άξιζε.
Ήταν φτιαγμένο για μας. Τους ανθρώπους. Για την ικανοποίησή
μας. Είμαστε ανώτεροι από αυτό. Πολύ ανώτεροι. Ηδονίστηκα.
Εμείς συλλαμβάνουμε την ύπαρξη. Κάλμαρα τον πούτσο μου που
τεντωνόταν σαν μικρό κούτσουρο.
Αηδιαστικό εκτόπλασμα που ήρθες από τα άνανδρα βάθη
του υποκόσμου. Η ισορροπία. Έπαψε να υπάρχει. Πρέπει να είσαι
εκεί. Σε αυτό το τραπέζι. Για απόλαυση. Καταλαμβάνεις μια θέση
ψηλότερη από αυτό που σου αρμόζει. Εγώ πίσω από μια κλειδα-

18
Αντιγόνη Ηλιάδη

ρότρυπα. Καθηλωμένος. Να βλέπω όλο το θέαμα κρυφά. Και συ
εκεί. Να γίνεσαι το θέαμα. Δεν γεννήθηκες ποτέ για κάτι τέτοιο.
Όμως είσαι εκεί. Πρωταγωνιστείς. Εσύ τώρα. Και σε βλέπω.
Το γουρούνι έσκουξε. Η πόρνη το χάιδεψε αισθησιακά
λίγο ακόμη. Αυτό αναστατώθηκε. Τα λαμπιόνια γύρω από τον
κορμό του δεν έπαυαν ποτέ να αναβοσβήνουν. Πάντα αισθαντι-
κά και ακαταμάχητα. Η πόρνη τίναξε το μαστίγιο. Με συντά-
ραξε συθέμελα. Και το γουρούνι το ίδιο. Το οπισθόφαρδο ζώο
τέντωσε περήφανο το κεφάλι του προς το ταβάνι και έβγαλε μια
γουρουνίσια έκδοση οργασμού. Χόρεψε μέσα στην κοιλιά του το
γεύμα του. Και στο πέος του το σπέρμα του εξέρρεε σε ασίγα-
στους πίδακες. Η πόρνη πήρε λίγο από το σπέρμα. Το μύρισε
πρώτα. Έδειχνε να το εγκρίνει. Τέλος το άλειψε στο μαστίγιο.
Τσάκισε το γουρούνι. Μια. Δυο. Τρεις. Αμέτρητες. Μετρούσα
βαριανασαίνοντας. Κι άλλη. Κι άλλη. Και μια ακόμη. Και δω. Κι
εκεί. Και παντού. Ξεροκατάπια και νόμιζα για μια στιγμή ότι το
σάλιο μου είχε γεύση γουρουνίσιου ιδρώτα, μετά από εκσπερμά-
τωση. Διαολοστάλθηκα.
Η πόρνη έχωσε το παλούκι του μαστίγιου απαλά στην
οπή του γουρουνιού. Το ζώο μούγκρισε από πόνο και ούρλια-
ξε. Ανατρίχιασα. Η πόρνη τράβηξε δυνατά το χερούλι και το
μαστίγιο βγήκε έξω. Χάιδεψε το γουρούνι. Χάθηκε για λίγο
στο σκοτάδι. Όχι. Πού πήγες; Ουρί του παραδείσου. Μιαμ.
Γιατί χάθηκες από το οπτικό μου πεδίο; Δεν έφυγε. Επέστρε-
ψε γρήγορα. Μου ξέφυγε ένα ξεφύσημα ανακούφισης. Η πόρνη
επανεμφανίστηκε. Ήταν εκεί. Δριμύτερη από ποτέ. Να μου φέρει
ενισχύσεις. Κουβαλούσε έναν κουβά με λευκή σούπα μέσα του.
Λευκή ολόλευκη, όπως το χιόνι που πέφτει μέρα και νύχτα στη
Φινλανδία. Τον κούνησε πέρα-δώθε και τον έριξε ολόκληρο πάνω
στη σάρκα του γουρουνιού. Αυτό έσκουξε. Το αίμα του έβγαι-
νε πηχτό και κόκκινο σε πίδακες από τις ερωτικές πληγές του.
Έχεζε. Βρωμερό ζώο. Τα υγρά του ανακατεύτηκαν με τη λευκή
σούπα και έβγαινε ένα ροζ χρώμα. Το γουρούνι βάφτηκε από τη
σούπα και το αίμα στο φυσικό του χρώμα. Μα τι οξεία αίσθηση.
Βράχηκαν τα παντελόνια μου, καθώς η πόρνη πήγε να αφήσει
τον κουβά.

19
ΑΝΤΛΙΑ

Ξανάρθε. Με μια καρέκλα. Κάθισε με τα πόδια της ανοιχτά
στην πλάτη της καρέκλας. Δεν έβλεπα το μπροστινό της μέρος.
Όμως έβλεπα το γουρούνι. Ο σκοπός παρέμενε πάντα ο ίδιος. Η
ηδονή. Η πόρνη σήκωσε τα δυο της πόδια ταυτόχρονα. Μάζεψε
τα γόνατα σαν αράχνη και τα τίναξε μπροστά με μια χορευτική
κίνηση. Τα τακούνια-σύριγγες έκαναν δυο τρύπες εκεί που ήταν
τα μάτια του γουρουνιού. Το μαύρο έγινε άσπρο. Το γουρούνι
έσκουζε και ρουθούνιζε και μύξωνε και γελούσε και χαχάνιζε και
γκάριζε και τρελαινόταν. Έκλαιγε. Ξενέρωτο γουρούνι. Πάψε. Το
άσπρο έγινε από ροζ, σκούρο κόκκινο. Δάκρυα κυλούσαν από τα
καρφωμένα μάτια του ζώου. Μαζί με τη σούπα χρώματος που
έσταζε και έβαφε το τραπέζι. Αφήστε με να πεθάνω κοιτώντας
αυτήν την κλειδαρότρυπα που έσεισε το είναι μου.
Ήθελα να μείνω για πάντα εκεί. Ξαναγεννιόμουν μπρο-
στά σε αυτό το υπερθέαμα. Όλα ήταν στην εντέλεια. Έμεινα
εκεί με τη στοματική κοιλότητά μου χάσκουσα και τα υγρά
να περιρρέουν από παντού. Σε μια προσπάθεια της ύπαρξής
μου να τιθασεύσει τον εαυτό της, άρχισα να χαχανίζω σιγανά.
Διαπεραστικά. Υπόγεια. Τα μάτια του γουρουνιού έλαμπαν. Η
πόρνη έβγαλε μια κραυγή. Ακούστηκε σαν ροή πετρελαίου σε
σήραγγα. Έπειτα, έκανε ένα σπαγγάτο με δεξιοτεχνία, για να
ανακουφίσει τις κλειδώσεις της. Ένιωσα να περιδινούμαι για λίγο.
Ανίκανος να αναπνεύσω, να μιλήσω. Σηκώθηκε και ρούφηξε όλο
το γαλακτερό υγρό που χύθηκε από τα μάτια του γουρουνιού.
Αναστέναξε με περισσή απόλαυση. Δεν θα πρέπει να ήταν και
ρόφημα διαίτης.
Υπήρχαν κάτι μικρά αποσπάσματα στο ύφος της που
έδειχναν μια δυσαρέσκεια. Μα η αύρα της δεν φανέρωνε τίποτε
από αυτήν. Ήταν απλώς φωτισμένη. Ένα πλάσμα κατασκευα-
σμένο αποκλειστικά και μόνο για αυτόν τον σκοπό. Υπηρετούσε
την αρμονία του κόσμου, διαταράσσοντάς τη με τα κατάλληλα
μέσα. Ή ακόμη περισσότερο, την αρμονία του σύμπαντος. Κάθε
κίνηση αυτού του πλάσματος ήταν μέρος της εκτέλεσης μιας ιερής
πράξης.
Από κάπου στο σκοτάδι, εμφάνισε μια μεγάλη πλαστική
μαργαρίτα. Είχε ένα πράσινο κλωνάρι ύψους ενός μέτρου, πά-
χους αρκετού και ένα πολύφυλλο λευκό άκρο. Λευκό. Χάιδεψε
το γουρούνι και κύλησε το χέρι της ως στην εσοχή του πισινού

20
Αντιγόνη Ηλιάδη

του. Αγάπησέ με! Μου ήρθε να της φωνάξω. Αλλά θυμήθηκα πού
ήμουν και κρατήθηκα. Το χέρι της κουνήθηκε εκεί μέσα, το γου-
ρούνι βογκούσε. Σε λίγο άφησε ένα βογκητό και μου επέτρεψε
με τον θόρυβο που έκανε να βγάλω κι εγώ την καταπιεσμένη
μου ηδονή σε ήχο. Ένιωθα την μαργαρίτα να εισρέει μέσα στην
παχυλή μου σάρκα διά της φαντασίωσης. Και ήταν άλλο πράμα.
Τυχερό γουρούνι. Ανίκανο να καταλάβεις. Να ρέει στα πόδια
μου το αίμα του γουρουνιού και να γλιστράει στο βλέφαρό μου.
Διαστάλθηκα ολάκερος και βόγκηξα. Ο σκληρός πούτσος μου
τρεμόπαιζε. Κι έπειτα, έχυσα. Παραπάτησα και έχασα την εικό-
να. Τελείωσε.
Έφυγα από την κλειδαρότρυπα. Το γουρούνι άφησε την
τελευταία του πνοή, όχι πολύ αργότερα. Είχε υποστεί πολλά.
Ανάρμοστα για ένα ταπεινό, ασήμαντο ζώο. Πράγματα που ένας
μόνο σαν και μένα θα τα δεχόταν και θα τα εκτιμούσε. Ήθελα
να δω και τον θάνατο. Το πιο ωραίο για το τέλος. Μα στο μυα-
λό μου ακόμη κουδούνιζαν τα μαύρα μάτια του γουρουνιού. Η
σάρκα του, γεμάτη από σπέρμα και ηδονή. Αυτό είναι ευτυχία.
Σκέφτηκα.
Κούμπωσα την καμπαρντίνα μου προσεχτικά. Έπιασα
τον δερμάτινο χαρτοφύλακά μου από τη ρεσεψιόν. Πλήρωσα
την καθαρίστρια που θα πλήρωνε την πόρνη και θα μάζευε το
κρέας. Το βράδυ θα τρώγαμε καλά. Άνοιξα την πόρτα. Βγήκα
από το κτίριο και ξεκλείδωσα το ιδιωτικό γκαράζ. Πήγα στο
αμάξι μου. Ακριβό. Γερό αμάξι. Από τα καλύτερα. Με ζηλεύουν
για αυτό. Η εταιρεία μου το έδωσε. Η εταιρεία μου δίνει τις πιο
εξελιγμένες ηλεκτρονικές συσκευές, πληρώνει τις διακοπές για όλη
την οικογένεια και μας κάνει πού και πού και έξτρα δώρα. Πικά-
ντικα. Μπήκα μέσα, στρώθηκα στη δερμάτινη καρέκλα, έφτιαξα
τα μαλλιά μου στον καθρέφτη μπροστά. Είχα βάλει όσο ζελέ
πρέπει. Έσιαξα τη γραβάτα μου. Για σαρανταπέντε χρονών,
κρατιέμαι πολύ καλά. Στο καντράν είδα τη φωτογραφία δυο
ξανθών παιδιών. Δεν συμπαθώ πολύ τα παιδιά. Δικά μου είναι.
Ευτυχώς είναι ήσυχα και αθόρυβα. Δεν ενοχλούν αν τους δώσεις
ό, τι ζητήσουν. Τους αρέσει το χοιρινό κρέας. Το λατρεύουν στον
φούρνο με μπαχαρικά και πατάτες. Χαμογέλασα στο αστρα-
φτερό μου είδωλο και έβαλα μπρος. Μια ωραία μέρα στη δουλειά
με περίμενε.

21
ΑΝΤΛΊΑ

22
Μορφέας Ελευθερίου

Όταν ο Τρελο-Καπελάς από τη Wonderland συνάντησε τη Frida
Kahlo από την Coyoacán στη Μικρή Πόλη για ένα espresso
(Μια σουρεαλιστική αναπόληση)
[απόσπασμα]

Γλυκιά μου Frida,
Θυμάσαι τι σου είπα πριν περίπου έναν χρόνο στη χοροεσπε-
ρίδα;
Ποιoν caballero θες;
Να σου τον φέρω και να φύγω.
Γιατί;
Γιατί έπρεπε να επιστρέψω στην Alice.
Ψιλόβρεχε και είχα βγει έξω στο κατάστρωμα για να αναπνεύ-
σω…
Και ήταν τόσο αποπνικτικά στη σάλα όπου τα φίδια με τις
σμέρνες λικνίζονταν σ’ ένα ακόμη to know us better…
Και εσύ καθόσουν μόνη σου στην τραμπάλα…
Και εγώ περίμενα ν’ ανέβω στο Carousel…
Μέχρι που, Εσένα θέλω!
Και καθώς ο Redmond Barry πλησίαζε, υπό τη συνοδεία της σο-
νάτας Piano trio opus 100 in e flat major d.929 second movement
του Franz Schubert, την Countess of Lyndon στη γέφυρα, μου ζή-
τησες να δούμε μαζί τα πυροτεχνήματα στον ουρανό…
Και είχα πολύ καιρό να δω πυροτεχνήματα στον κατάμαυρο
ουρανό!
Αλλά φαντάζομαι κι εσύ το ίδιο…
Και ένα βροχερό απόγευμα ήρθα στην Casa Azul.
Και μου ζήτησες να πίνουμε ανά τακτά χρονικά διαστήματα
ένα espresso μαζί, αφού μου είπες πρώτα ότι συνηθίζεις να πίνεις
espresso και με γυναίκες και ότι θα μπορούσαν να χυθούν στα-
γόνες από κόκκινο ξηρό στο λευκό μου ξεφτισμένο πουκάμισο…
Και την ίδια στιγμή που δεν ξέρω το πώς και το γιατί, από τη
βροχή γλίσχρων εκλάμψεων στου χρυσόψαρου τη μνήμη, μετά
από λίγο καιρό είχες κάνει γνωστό στους σωματοφύλακές σου
ότι δειπνούσαμε μαζί, παρόλο που ήθελες να πίνουμε μαζί μόνο
espresso και τα rendezvous για espresso δεν ανακοινώνονται στη
στήλη των κοινωνικών της εφημερίδας Η ΜΙΚΡΗ ΠΟΛΗ…

23
ΑΝΤΛΙΑ

Αλλά εσύ ήθελες μόνο espresso και εκ των προτέρων γνώριζες ότι
θα δειπνήσουμε μαζί…
Και εγώ δεν ήμουν ούτε για espresso.
Και μετά από λίγο καιρό μου είπες ότι οι σωματοφύλακές σου
πρότειναν να σε συνοδεύω στους περιπάτους σου, κρατώντας
σου για ombrellino, ένα λευκό κοχύλι με σκελετό από ξύλο ακα-
κίας.
All time classic γυναικεία ανασφάλεια ότι αν δεν περνά κάποιος
caballero ώρες μαζί τους, δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτές.
Αλλά εσύ ήθελες μόνο espresso και εκ των προτέρων γνώριζες ότι
θα δειπνήσουμε μαζί…
Και εγώ δεν ήμουν ούτε για espresso.
Και προσπάθησες να με τραβήξεις από τον τάφο μου και να με
αναστήσεις, να μοιραστείς μαζί μου τα παιχνίδια σου, να κάνουμε
πράγματα μαζί!
Αλλά εσύ ήθελες μόνο espresso και εκ των προτέρων γνώριζες ότι
θα δειπνήσουμε μαζί…
Και εγώ δεν ήμουν ούτε για espresso.
Δεν με αφορά με ποιο τρόπο η καλή σου φίλη Shiatsu παίζει trivial
pursuit με τη μητέρα της, ακόμη και αν εργάζεται.
H εμπειρία είναι σαν τo οδοντικό νήμα, μόνο που ο καθένας χρει-
άζεται το δικό του για να υφάνει την αιώρα που νανουρίζει τη
δική του μητέρα…
Η Shiatsu είναι η Shiatsu και ο Τρελο-Kαπελάς είναι ο Τρελο-Kα-
πελάς, ακόμη και αν ο Τρελο-Καπελάς δεν άκουσε τη συμβουλή
σου και δεν πήγε την Alice στον παιδότοπο που προσπαθούν
να βρουν τα χαμένα κομμάτια στο puzzle, γιατί απλά απόκαμα!
Αρκετά με τα νυχτοπερπατήματα του Leonard τόσα χρόνια!
Γιατί και με την Alice;
Kουράστηκα με τα μεταμεσονύχτια Awakenings!
Αλλά και σένα θα σε ταλαιπώρησε πολλά χρόνια φαντάζομαι
αυτό το γιατί του ατυχούς triple lutz στον τελικό του παγκόσμιου
πρωταθλήματος του καλλιτεχνικού πατινάζ στις 25 Νοεμβρίου
του 1970 και για να το διαχειριστείς αποφάσισες να γίνεις άτε-
γκτη με τον εαυτό σου και τους συνανθρώπους σου…
Kαι όσες φορές και να πατήσεις το rewind εκείνης της χορογρα-
φίας σου…
Αλλά δεν είμαι partenaire που δύναται να χορέψει patinage artistique

24
Μορφέας Ελευθερίου

σ’ ένα αυστηρά οριοθετημένο κύκλο από κιμωλία…
Οι κανόνες σου, über alles!
Και για να δύνασαι ν’ αγαπήσεις πραγματικά, πρέπει να απο-
γειώσεις τα χάρτινα αεροπλανάκια από το business room του
κομφορμισμού, διαφορετικά αγαπάς μόνο τις replicas σου!
Kαι για να δύναται ο Τρελο-Καπελάς να παρευρεθεί στο μυστικό
δείπνο μαζί σου, πρέπει να αφήσει την Alice στην Cuckoo’s nest!
Και όταν είδες ότι τα rendezvous για espresso περιορίζονταν, λόγω
των δικών μου βράχων, που κουβαλώ ως άλλος Σίσυφος, από
τις δύο στο μια φορά την εβδομάδα μου είπες: Θέλω να πίνουμε
espresso μαζί μια φορά την εβδομάδα!
Μάλλον τότε εκ των πραγμάτων συμβιβάστηκες ότι ήθελες μόνο
ένα espresso μαζί μου, ενώ εξαρχής ήθελες ένα δείπνο, ευελπιστώ-
ντας, κάποια στιγμή, ότι το ημιτελές θα ολοκληρωνόταν με το
valse sentimentale της παλίρροιας του Ευρίπου, που θα έλιωνε σαν
παγωτό τους βράχους του Σίσυφου…
Και εγώ δεν ήμουν ούτε για espresso, ακόμη και αν με γοήτευε
ο τρόπος που με περίμενες στο project για την ποδηλατοδρομία
των πρωτόπλαστων και που έτρεχες πρόσχαρη να με αγκα-
λιάσεις και να με φιλήσεις, που στη διάλεξη για την αγωγή
του καταπιεζόμενου με περίμενες στην πρώτη θέση, στην τρίχα
ντυμένη στα κόκκινα και με είχες πνίξει στα φιλιά, που κρατού-
σες συνεχώς το χέρι μου στο άνετο θέατρο που πήγαμε για
να ακούσουμε τον μονόλογο της Σταματίας, που έτρεχες να με
αποχαιρετήσεις σαν γάτα στο ascenseur και μου νιαούριζες Charlie
Brown θα τα καταφέρεις, που μου πρότεινες να με φιλοξενήσεις
στην China Town για να μελετήσω τη φιλοσοφία του Feng shui,
που στο café bar ΞουΛ με το που έφτασα ζήτησες από τον οι-
νογνώστη αδερφό της καλή σου φίλης Lhakpa Sherpa να κάτσει
παραπέρα για να μ’ έχεις δίπλα σου, που στα γενέθλιά μου
στις 8 Μαϊου μου πήρες ένα κομμάτι γλυκό κορμό και το βιβλίο
του Allan Percy, που προσπαθούσες να είσαι μαζί μου όσο το
δυνατόν περισσότερο, που αποζητούσες ένα δείπνο με όλα τα
παρελκόμενα, αυτό που πραγματικά σου λείπει Frida, γιατί οι
περισσότεροι άνθρωποι δειπνούν μόνοι τους στα εστιατόρια με
συντροφιά το tablet τους…
Θυμάσαι που σε πήρα τηλέφωνο, όταν ήσουν στο Tσιρικριά, για
να ακούσω τον ήχο των κυμάτων από το κινητό σου;

25
ΑΝΤΛΙΑ

Νομίζεις πραγματικά ότι δεν ήθελα να βρίσκομαι εκεί μαζί σου;
Ένα μακροβούτι στη σιωπή…
Και στο βυθό, δεν πιάνει το κινητό, όσο και αν η Alice ματαίως
αναζητά τον ερωτύλο Leonard να επιστρέψει στη Wonderland…
Και όταν αναδυθείς, η αρμύρα θα έχει σμιλέψει το διαβρωμένο
γλυπτό…
Αλλά έπρεπε να πάω με την Αlice για ελεύθερη κατάδυση στην
άβυσσο της λήθης…
Θυμάσαι την Πρωτομαγιά στους κρεμαστούς κήπους της Βαβυ-
λώνας;
Aκόμη θυμάμαι πώς κοίταζες τα κοάλα των φιλενάδων σου και
πόσο χαρούμενη ήσουν όταν κράτησες κάποιο στην αγκαλιά
σου.

Α little girl is learning to ride a bicycle…
Ι don’t know her name…
But I’d like to be her Stalker in a luna park…

Αλλά τα παιδιά δεν τα εξοστρακίζουν από το σπίτι όπου ο αγέ-
ρας δεν πληγώνει, αν όταν μεγαλώσουν αποκτήσουν την κακή
συνήθεια ν’ αγοράζουν σακουλάκια με καραμέλες από αγνώστους,
ούτε οι γονείς τους επιβάλλουν το δικό τους αξιακό σύστημα,
επιλέγοντας γι’ αυτά, χωρίς αυτά, τους κάθε λογής -ισμούς…
Γιατί τα παιδιά είναι ελεύθερα να κολυμπούν στο Big Blue…
Oι κανόνες επιδέχονται τροποποίησης, όπως και τα νομοσχέδια
επιδέχονται τροπολογιών, γιατί φτιάχνονται από ανθρώπους για
ανθρώπους…
Και στους κανόνες υπάρχει και η διασταλτική ερμηνεία, πέραν
της γραμματικής, ακόμη και αν ο camarero δεν είχε Β12 να σου
προσφέρει στο café bar του Νιχάι…
Kαι μετά νομίζεις ότι δεν ήθελα να έρθω για espresso μαζί με τους
σωματοφύλακές σου;
Ευτυχώς που προθυμοποιήθηκε ένας σωματοφύλακάς σου και με
πήγε με την άμαξά του μέχρι την πολυσύχναστη στάση που
περιμένουν τα μοναχικά ανθρωπάκια του Γαΐτη, για να πάρω το
magic bus και να επιστρέψω στη Wonderland.
Και το magic bus άργησε να ‘ρθει, επειδή η φίλη του αλαφιασμέ-
νου οδηγού έπαιζε ολημερίς με το μαγιόξυλό του στην τετριμμένη
παγανιστική γιορτή.

26
Μορφέας Ελευθερίου

Και έπρεπε να επιστρέψω στην Alice, η οποία έμεινε μόνη της
όλη την ημέρα και τα βρήκα μπριάμ στο σπίτι.
Πάλι είχε σκηνοθετήσει το μονότονο σκηνικό με τα marie claire
στο πάτωμα και το éclair που είχα φάει μου βγήκε ξινό.
Αναρωτιέμαι αν ο θιασάρχης θα κατεβάσει ποτέ αυτό το κακό-
γουστο μονόπρακτο που πληρώνει o ίδιος πάντα θεατής…
Φώναξε τις γάτες!
Μπήκαν αρουραίοι!
Αλλά αυτό είναι το δικό μου surreal σενάριο, γιατί αν τσιμπήσω
το δέρμα μου, θα με νιώσεις;
Και όταν πονέσει το λυγισμένο σου κλωνάρι, θα σε νιώσω;
Νομίζεις ότι δεν ήθελα να σε συνοδεύσω στο γλέντι που ακολού-
θησε τον γάμο της Νηρηίδας Θέτιδος με τον θνητό Πηλέα, όπου
είχες πάει με την καλή σου φίλη Lhakpa Sherpa, ιππεύοντας τους
Κενταύρους;
Δεν θα υπήρχε καλύτερος ξεναγός από μένα, γιατί το βουνό του
Vivaldi το γνωρίζω από μικρό παιδάκι σπιθαμή προς σπιθαμή.
Θυμάσαι τις δροσερές καλοκαιρινές βραδιές στο Εtapo, οι οποίες
θα μου λείψουν μαζί με τις γκριμάτσες σου!
Τόσο μα τόσο παραστατική στις αγορεύσεις σου στην αρχαία
αγορά…
Πόσο μου αρέσει να σε πειράζω…
Και μια πολύχρωμη écharpe ανέμιζε στο ανάλαφρο, υπό τις ιαχές
των ροζαλί επαναστατών που τραγουδούσαν ζαλισμένοι, λίγο
πριν το ενθουσιώδες και στεντόρειο ΟΧΙ, που θα γινόταν ένα
υπόκωφο και συγκαταβατικό ΝΑΙ…
Όλα υπό μια αίρεση πλανώμενη στον αέρα…
Λίγο μετά τη δύση του ηλίου και λίγο πριν φέξει το πρωί.
Ο βρυκόλακας ξεπόρτιζε να πάει στην καλή του και μετά να
επιστρέψει στον τάφο του.
Δεν θυμάμαι ποτέ να έσπασα το ρεκόρ των δύο παραστάσεων
την εβδομάδα με μια τρίτη…
Θυμάσαι ένα βράδυ που μου είπες ότι σέρνω το σώμα μου;
Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί ένα μαρσιποφόρο καγκουρό κάνει
autostop στη Xαμένη Λεωφόρο;
Γιατί η Alice με περιμένει στο σπίτι να της αφηγηθώ ιστορίες
για να κοιμηθεί!
Αλλά σε τούτο το ταξίδι με τον Υπερσιβηρικό, η Alice δεν θα με
θυμάται!

27
ΑΝΤΛΙΑ

Και η Alice κάποτε μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά της και μου έλεγε
ιστορίες για να κοιμηθώ!
Καλά μου είχε πει κάποτε ο Τom ότι προσέχουμε υπέρμετρα
την υγεία της Ιοκάστης, με ρίσκο να αρρωστήσουμε εμείς, εάν δεν
έχουμε ήδη αρρωστήσει…
Αγχωμένη μαλακία στην αναμονή για τη γλυκιά φωνή της γκου-
βερνάντας στις οκτώ το πρωί!
Μόνο που από τότε που λιποθύμησε η Alice 2 φορές μπροστά
μου και έλαβε παράσημο για τον άθλο της στο μέτωπό της και
θα μπορούσε να συναντήσει τον Doctor Zhivago, τον κινηματο-
γραφικό έρωτα της ζωής της στον ουρανό της Wonderland, τότε
το άγχος δεν ήταν πια διαχειρίσιμο και από τότε όπου και να
πηγαίναμε και πηγαίνουμε με τον Tom κάπου κοντά σε ακτίνα
5 λεπτών από το λαγούμι μου, πάντα ο Tom τρύπωνε και τρυ-
πώνει στο λαγούμι μου, είτε μεσημέρι, είτε βράδυ, για να δούμε
τι κάνει η Alice!
Ο φόβος μαράζωσε τα λιγοστά ομιλούμενα λουλούδια στις
jardinières της Wonderland…
Μπορεί το νόμισμα του Ιανού που είχε απομείνει μέσα μου να το
έφτυσα με τη βοήθειά σου, μετά από αρκετό χρονικό διάστημα,
αλλά το άγχος μου για την Alice ουδέποτε!
Αλλά κι εσύ δεν άντεξες ούτε μια καλησπέρα να πεις στην Αlice
- δυο λεπτά σου ζήτησα πριν πάμε στην καθιερωμένη ετήσια
χοροεσπερίδα - παρόλο που σου πρότεινα αρκετές φορές να
γνωρίσω τη Matilde και να πιούμε ένα espresso!
Δεν το αντέχω να παίρνω συνεντεύξεις από ανθρώπους που δεν
θυμούνται το νόημα της ζωής τους!
Ακόμη ηχεί στ’ αυτιά μου σαν Gong!

28
29
ΑΝΤΛΙΑ

Η Ανάσταση της Ουρανίας

Στο τέλος του Αυγούστου, ο Κυριάκος ξεκίνησε να έχει μό-
νιμες σχέσεις με μια χήρα από ένα κοντινό χωριό, που τον έβαζε
τακτικά στο σπίτι της για δήθεν μαστορέματα και μερεμέτια και
του σέρβιρε γλυκό τριαντάφυλλο από τη μασχάλη της. Κι όχι
καμία στραπατσαρισμένη καρακάξα. Η Ουρανία ήταν μια χήρα
σαν μαυροφορεμένη μαντόνα. Είχε χηρέψει στα είκοσι δύο της,
όταν έπεσε πάνω στον άντρα της η αγαπημένη του φοράδα.
Γύρναγε από δουλειά στα χωράφια ο μακαρίτης, όταν την ένιω-
σε αναστατωμένη και πριν προλάβει ν’ αντιδράσει, έδωσε μια
το ζώο και σηκώθηκε στα δύο του πόδια, δεν το κουμαντάρισε
σωστά κι αυτός και ήρθε και γύρισε τούμπα το άλογο και τον
πλάκωσε. Γύρισε μόνο του το ζώο στο σπίτι κι όλοι έβαλαν το
κακό στο νου τους. Τον βρήκαν δυο ώρες αργότερα σκασμένο
εκεί που τον είχε ρίξει η φοράδα. Είχε ξεράσει αίμα από το
στόμα και το κορμί του, όπως έκαναν για να το σηκώσουν,
πήρε μια εντελώς αφύσικη στάση. Το άλογο τού είχε σπάσει τη
σπονδυλική στήλη, τα μισά πλευρά και του είχε ξεχαρβαλώσει
το αριστερό πόδι. Τον κήδεψαν την επόμενη μέρα το πρωί και
η χήρα μετά την κηδεία πήρε την φοράδα κάπου μέσα στα χω-
ράφια, την καταράστηκε που την έκανε χήρα προτού καλά-καλά
κλείσει ένα χρόνο παντρεμένη και την τουφέκισε.
Μέχρι που γνώρισε τον Κυριάκο είχε μείνει πιστή στον
μακαρίτη κι έσβηνε την αναστάτωση που ένιωθε από καιρό σε
καιρό με κρύα ντους και σωματική εξάντληση. Ήταν μια γυναίκα
πεισματάρα. Είχε λυγερή κορμοστασιά και μαύρα, κατάμαυρα,
κορακίσια μαλλιά. Τα μάτια της ήταν γατίσια και πράσινα και
το δέρμα της χρυσαφένιο κι απαλό σαν μετάξι. Το σώμα της είχε
τη μεστή ομορφιά των είκοσι οχτώ της χρόνων και κάτω από
την πένθιμη ενδυμασία έκρυβε τη λαχτάρα για τον έρωτα, που
δεν πρόλαβε να χορτάσει.
Είχε πάει ο Κυριάκος νωρίς στης χήρας να φορτώσει το
σιτάρι της και να το πάει για άλεσμα. Όπως φόρτωνε τα σακιά
στην καρότσα του φορτηγού, έπιασε με το βλέμμα του τη χήρα

30
Παναγιώτης Παπαδόπουλος

που τον κοίταζε ξελιγωμένα. Πέρασε από τα υπόλοιπα σπίτια
που είχε κανονίσει να φορτώσει σιτάρι και στον γυρισμό από
τον μύλο, φρόντισε να ξεφορτώσει το αλεύρι της χήρας τελευταίο.
Σαν έκανε η Ουρανία να τον πληρώσει, δεν δέχτηκε χρήματα κι
όταν εκείνη τον κάλεσε μέσα στο σπίτι για φαγητό για να του
το ανταποδώσει, εκείνος δέχτηκε, λέγοντας, πως αν έμενε για
φαΐ, θα έπρεπε να του ετοιμάσει και για ύπνο, γιατί δεν ήθελε
να οδηγάει το φορτηγό μετά που έπεφτε ο ήλιος. Τον κοίταζε
με τα μεγάλα πράσινα μάτια της κι έλεγε μέσα της πως κάπως
έτσι θα ήταν και ο Απόλλωνας. Όπως έμπαιναν στο σπίτι της
Ουρανίας, καυτά δάκρυα έσταζαν απ’ το μουνί της.
Η χήρα είχε ξαναβρεί τη χαρά της. Ο Κυριάκος δυο βρα-
διές την εβδομάδα της ζέσταινε το κρεβάτι και άναβε φωτιές
βαθιά μέσα της. Τέτοιες φωτιές που η φλόγα τους έκαιγε ακόμα
κι όταν αυτός έλειπε και η Ουρανία, για πρώτη φορά στην ζωή
της, ένιωθε μόνιμα ζεστή. Η πρώτη που κατάλαβε ότι κάτι είχε
αλλάξει ήταν μια γειτόνισσα και φίλη, που την έπιασε να μουρ-
μουρίζει ένα γαμοτράγουδο την ώρα που άπλωνε μπουγάδα.
Και δεν ήταν μόνο το τραγούδι, έλαμπε ολόκληρη. Όπως ένα
φυτό που έχει μείνει απότιστο και μαραμένο κι έρχονται οι πρώ-
τες βροχές του Απρίλη, το ξεδιψάνε και το φέρνουν πίσω στην
ζωή, έτσι και η Ουρανία είχε μπουμπουκιάσει κι ανάβλυζε ζωή
από παντού. Σταμάτησε να πηγαίνει και στο μνήμα του άντρα
της κάθε μέρα. Πήγαινε κάθε Κυριακή μόνο για να το συμμαζέ-
ψει. Έπλενε τα μάρμαρα, άναβε το καντήλι του, αν είχε σωθεί
το λάδι κι αν το είχε η εποχή, του έφερνε μικρά ανθάκια, που
μάζευε στον δρόμο για το νεκροταφείο για να κάνει το μνήμα
πιο χαρούμενο και εορταστικό. Και πλέον ούτε παράπονα ούτε
κατάρες ούτε κλάματα ούτε γιατί με άφησες μόνη και τα συνα-
φή, που κάθονται και μοιρολογούν οι χήρες στα μνήματα των
αντρών τους.

31
ΑΝΤΛΙΑ

Ο Κυριάκος καταστρέφει την Ασημίνα

Η Ασημίνα είχε αμπαρωθεί στην κάμαρά της από την ώρα
που πληροφορήθηκε τα νέα και τα μάτια της είχαν πρηστεί και
κοκκινίσει απ’ το κλάμα. Η μάνα της την παρακαλούσε να βγει
να φάει κάτι. Τρεις μέρες δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα της
και μονολογούσε η Μανώλενα, ότι θα χάσει το στερνοπούλι της,
αν δεν της περάσει ο καημός για εκείνο το διαβολόσπερμα, τον
γιο του σατανά, τον Κυριάκο. Κι όλη την ώρα τον μνημόνευε με
κατάρες για την ντροπή και το κακό που της έφερε στο σπίτι.
Τον Κυριάκο η Ασημίνα τον είχε αρραβωνιαστεί τρεις μή-
νες νωρίτερα, όταν επίσημα είχε πάει επίσκεψη στο σπίτι της
για να την ζητήσει. «Κυρ Μανώλη μου», είχε πει του πατέρα
της, «την Ασημίνα την αγαπάω και θέλω να τη στεφανωθώ».
Έβηξε κάπως να δώσει επισημότητα στον λόγο του και συνέχισε
λέγοντας του γέρου, «δώσε την συγκατάθεσή σου κυρ Μανώλη
και η Ασημίνα σου θα ζήσει βασιλικά μαζί μου». Όλα αυτά τα
έλεγε με μiα δυσκολία κι όλο απέφευγε να τον κοιτάει στα μά-
τια. Σαν να ήξερε ο άτιμος το κακό που του ετοίμαζε. Σαν να
ήξερε ότι θα του άφηνε την κόρη χαλασμένη, αστεφάνωτη και
γκαστρωμένη.
Αφού κανόνισαν οι άντρες μεταξύ τους τα της προίκας και
τις ημερομηνίες για τα στέφανα, φώναξαν τις γυναίκες να τους
τα ανακοινώσουν. Το επόμενο βράδυ ήρθε η μάνα του Κυριάκου
κι ο κυρ Μανώλης με κάθε επισημότητα τέλεσε τον αρραβώνα.
Της Ασημίνας της άρεσε ο γαμπρός που της κανόνισαν και στην
πραγματικότητα τον είχε ερωτευτεί εδώ και καιρό. Αν τύχαινε
και την έστελνε η μάνα της για κάνα θέλημα και τον πετύχαινε
έξω, το προσωπάκι της φωτιζόταν κι ένα αθώο χαμόγελο σχη-
ματιζόταν στο μπουμπουκένιο στόμα της. Όταν της ανταπέδιδε
κι αυτός το χαμόγελο,τα μάγουλά της κοκκίνιζαν από τη συστο-
λή και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Αυτές οι συναντήσεις
τέλειωναν με μiα αίσθηση αμηχανίας και μπόλικη αγαρμποσύνη
κι από τις δυο μεριές. Μια φορά, τελειώνοντας από μια τυχαία
συνάντηση με τον Κυριάκο, είχε τόσο ξεμυαλιστεί, που γύρισε

32
Παναγιώτης Παπαδόπουλος

από τον μπακάλη σπίτι της μ’ ένα κιλό ρύζι αντί για φακές και
μια πλάκα μαργαρίνη που της είχε παραγγείλει η μάνα της.
Μετά τον αρραβώνα, το ζευγάρι είχε την άδεια να κυκλο-
φορεί επίσημα στο χωριό κι όλες μακάριζαν την Ασημίνα που
της είχε τύχει τέτοιο παλικάρι. Η Ασημίνα ζούσε το όνειρό της.
Ο Κυριάκος είχε ένα φορτηγό και το μίσθωνε για μεταφορές.
Φόρτωνε και μετέφερε από καλαμπόκι και μπαμπάκι μέχρι γου-
ρούνια και κατσίκια για σφάξιμο, σε όλη την Πελοπόννησο και
την Αιτωλοακαρνανία. Οι δουλειές του πηγαίναν τόσο καλά, που
ετοιμαζόταν να πάρει δεύτερο φορτηγό και δεύτερο οδηγό για
να το δουλεύει. Στα είκοσι έξι του χρόνια, ήταν ο νούμερο ένα ερ-
γένης της περιοχής και το καμάρι της χήρας μάνας του, που τον
κανάκευε όλη την ώρα για την αξιοσύνη του και την λεβεντιά
του. Ήταν ψηλός κι από το φόρτωμα ξεφόρτωμα είχε φτιάξει
ένα σώμα μυώδες και σφιχτό. Είχε και κάτι μεγάλες ψωμωμένες
πλάτες που τον έκαναν, έτσι ογκώδης όπως ήταν, να φαίνε-
ται ανώτερος από τους άλλους άντρες. Το περπάτημά του είχε
μια παλικαριά και μια πρωτόγονη ευγένεια. Και ήταν όμορφος.
Πολύ όμορφος! Πέρναγε ο Κυριάκος και όλοι γυρνούσαν να τον
θαυμάσουν. Με όλους είχε να ανταλλάξει μια καλή κουβέντα. Η
Ασημίνα δίπλα του, δεκαεπτά χρονών μπουμπουκάκι, καμάρωνε
το κελεπούρι.

• Οι δύο βινιέτες είναι αποσπάσματα από τη συλλογή διηγημάτων «Ο Κυριάκος
κι ο Κυριάκος»

33
ΑΝΤΛΊΑ

Η αρχαία θεραπεία

Μικρές ψιχάλες βροχής έπεφταν με άγνωστη ταχύτητα από
τον ουρανό και κατέληγαν πάνω στη γυάλινη οθόνη ενός κινητού,
σκάζοντας άηχα και απαλά. Ο γκρίζος ουρανός φλέρταρε από νωρίς
με το στερεότυπο της βρετανικής κακοκαιρίας και η βροχή έμοιαζε
πια αναπόφευκτη. Στην οθόνη φώτιζε ο χάρτης της πόλης, με μία
σχεδιασμένη διαδρομή σε έντονο μπλε χρώμα. Αντίχειρας και δεί-
κτης ενώθηκαν και απομακρύνθηκαν, πάντα εφαπτόμενοι στο γυαλί
της συσκευής, για να αυξηθεί το ζουμ του χάρτη. Είχε ακολουθήσει
πιστά τις οδηγίες που την είχαν φέρει μέχρι το Πανεπιστήμιο, όμως
δεν μπορούσαν να την καθοδηγήσουν περαιτέρω. Ήταν αναγκα-

34
Στέλιος Ανδρεάδης

σμένη να συνεχίσει μόνη της και να εντοπίσει χωρίς διαδικτυακή
βοήθεια την αίθουσα του συνεδρίου.
Αφού σκούπισε τις σταγόνες που είχαν προλάβει να βρέξουν
το κινητό, το άφησε να γλιστρήσει μέσα στην Birkin τσάντα της.
Πέρασε τη μεγάλη καγκελόπορτα χρυσού χρώματος που καλω-
σόριζε επιβλητικά φοιτητές και επισκέπτες και προχώρησε στους
κατάφυτους κήπους του πανεπιστημιακού χώρου. Ήλπιζε ότι θα
συναντούσε τυχαία κάποιον συμμετέχοντα του συνεδρίου, τον οποίο
θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί για να την οδηγήσει στον προορι-
σμό της, ακολουθώντας τον κρυφά, χωρίς να χρειαστούν συστάσεις.
Δυστυχώς, πέρα από ελάχιστα αγέλαστα παιδιά που περνούσαν
γοργά από το πλάι της και εξαφανίζονταν αμέσως, επικρατούσε
απόλυτη ερημιά, με αποτέλεσμα να ηχούν μόνο τα τακούνια της
στον πλακόστρωτο δρόμο.
Αποκλειστική επιλογή ήταν να ζητήσει βοήθεια, έτσι πλησία-
σε το πρώτο κτίριο από όπου ξεμύτιζε φως μέσα στη μουντή ατμό-
σφαιρα και άνοιξε την παλιά πόρτα του. Ένας Άγγλος μεσήλικας, με
υβριδικό πόστο γραμματέα και επιστάτη, την καλημέρισε ένθερμα,
κρατώντας όλους τους τύπους. Αφού η σιγανή φωνή της διατύπωσε
την ερώτηση, εκείνος της εξήγησε λεπτομερώς πώς να πορευτεί και
δεν παρέλειψε να της προσφέρει μια καραμέλα βουτύρου. Παρότι
αρνήθηκε το κέρασμά του, εκτίμησε την έμφυτη ευγένεια που διακα-
τείχε τους πολίτες εκείνης της χώρας, σε πλήρη αντίθεση με τα μέρη
της υπόλοιπης Ευρώπης που είχε επισκεφτεί, ειδικά της νότιας. Της
άρεσε αυτό το κατάλοιπο αριστοκρατίας που ωθούσε την αβρότη-
τα στην καθημερινότητά τους.
Περνώντας μέσα από μια ερημική στοά, βγήκε σε μια αυλή
μικρής έκτασης, που ήταν περιστοιχισμένη από τέσσερα, ξεχωρι-
στά κτίρια, με την αντίστοιχη πλευρά τους καλυμμένη από αναρ-
ριχώμενο κισσό. Σε μια πρόχειρη πινακίδα, που ήταν καρφωμένη
στο χορτάρι της αυλής, αναγραφόταν το όνομα του συνεδρίου και
ένα βέλος. Ακολουθώντας την κατεύθυνση που έδειχνε η μύτη του
βέλους, πέρασε μέσα από έναν χαμηλοτάβανο διάδρομο σε μία
δεύτερη, μεγαλύτερη αυλή και ο αρχιτεκτονικός λαβύρινθος έλαβε
τέλος μπροστά σε μια γυάλινη αίθουσα, όπου το συνέδριο είχε ήδη
ξεκινήσει.
Για ένα δευτερόλεπτο πίστεψε πως η αργοπορημένη της άφι-
ξη θα τραβούσε μονομιάς όλα τα επικριτικά βλέμματα του κοινού.
Στην πραγματικότητα δε στράφηκε ούτε ένας προς το μέρος της,

35
ΑΝΤΛΊΑ

αφού άπαντες είχαν έναν φορητό υπολογιστή στα γόνατά τους.
Λίγοι ήταν αυτοί που δεν είχαν βυθίσει τη ματιά τους στην οθόνη,
αλλά έδιναν κάποια σημασία στον ομιλητή. Παρότι έμοιαζαν απο-
χαυνωμένοι, προσπάθησε να μην τους ενοχλήσει περνώντας από
μπροστά τους, έτσι έμεινε στην τελευταία γραμμή καθισμάτων, όσο
το δυνατόν πλησιέστερα στην πόρτα.
Δεν είχε ετοιμάσει την παρουσίασή της, μα δεν αγχωνόταν
για αυτό. Είχε ενημερωθεί για το πρόγραμμα των ομιλιών και η
δική της σειρά αργούσε τόσο πολύ που προλάβαινε να προετοι-
μαστεί με άνεση. Με ήσυχες κινήσεις άνοιξε τη δεύτερη τσάντα
που κουβαλούσε μαζί της για να βγάλει έναν Mac υπολογιστή και
πατώντας το κουμπί που θα τον έθετε σε λειτουργία, αφομοιώθηκε
πλήρως με το υπόλοιπο κοινό.
Καθώς έφτιαχνε τις διαφάνειες που θα πρόβαλε αργότε-
ρα στους αδιάφορους συμμετέχοντες, έριχνε διακριτικές ματιές στα
άγνωστα άτομα τριγύρω της, ζυγίζοντας την εξωτερική τους εμ-
φάνιση και το ντύσιμο. Οι άντρες περιορίζονταν σε βαρετά πουκά-
μισα, ενώ οι γυναίκες σε φτηνές φούστες και μπλουζάκια. Κάποιες
παρουσίες τσιγκλούσαν την αισθητική της, όπως ένας πενηντάρης
με ένα σαχλό καπέλο και σορτς ή μια παχουλή κοπέλα με αθλητικές
φόρμες. Ορθά την είχαν προειδοποιήσει οι συνάδελφοί της πως στα
συνέδρια πληροφορικής συνηθιζόταν το καθημερινό, αν όχι τελείως
ατημέλητο στυλ, σε αντίθεση με τις εμπειρίες της από προηγούμενα
συνέδρια του δικού τους κλάδου.
Εκτός από τη διαφορετική της ειδικότητα, αφού ήταν η μο-
ναδική ψυχολόγος ανάμεσα σε πληροφορικούς, ξεχώριζε ακόμη πε-
ρισσότερο από το σύνολο εξαιτίας του Hugo Boss ταγιέρ της και
των χαμηλοτάκουνων γοβών της, μάρκας Manolo Blahnik. Άλλη στη
θέση της ίσως υποτιμούσε τους υπόλοιπους, όμως εκείνη ένιωθε
μειονεκτικά. Το αρνητικό συναίσθημα πως έδειχνε σαν τη μύγα μες
το γάλα φούντωσε γρήγορα και άρχισε να την ενοχλεί. Επικεντρώ-
θηκε πάλι στην παρουσίασή της, ώστε να ξεχαστεί, αλλά και να
προφτάσει εντός χρόνου. Παράλληλα, προσπαθούσε να ακούει τους
διαδοχικούς ομιλητές, με μεγάλη δυσκολία να τους κατανοήσει, αφού
χρησιμοποιούσαν συνεχώς ορολογία της επιστήμης τους και έθιγαν
εξειδικευμένα πεδία, όλα άγνωρα για μια καθηγήτρια Ψυχολογίας.
Μετά από πολλές δυσνόητες παρουσιάσεις, συνειδητοποίησε
πως είχε φτάσει η σειρά της, με αποτέλεσμα το άγχος να ανεβάσει
αμέσως τους παλμούς της καρδιάς της και να δημιουργήσει μία πίε-

36
Στέλιος Ανδρεάδης

ση στο κέντρο της κοιλιάς της. Ένας από τους διοργανωτές ανέβηκε
στο βήμα για να την προλογίσει, ενώ εκείνη πήρε στα χέρια τον
υπολογιστή της και κατέβηκε προσεκτικά τις σκάλες για τη σκηνή,
η οποία βρισκόταν σε χαμηλότερο επίπεδο από τα καθίσματα. Σε
κάθε σκαλί που πατούσε εντεινόταν στη φαντασία της η δυσάρε-
στη αίσθηση πως τα βλέμματα όλων των παρευρισκόμενων ήταν
στραμμένα πάνω της, συνοδευόμενα από μουρμουρητά για επιτη-
δευμένη εμφάνιση.
«Θα κάνουμε ένα διάλειμμα από τις πολύ ενδιαφέρουσες
τεχνολογικές προσεγγίσεις, που μας παρουσίασαν οι κύριοι μέχρι
τώρα γύρω από τη νόσο Alzheimer, για να περάσουμε σε μια ειδική
προσκεκλημένη του συνεδρίου. Η Emily Chang, καθηγήτρια Κλινικής
Ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, θα μας μιλήσει για
την πρωτοβουλία του εργαστηρίου της να δημιουργήσουν έναν
ιστότοπο, όπου ερευνητές από όλο τον κόσμο μπορούν να μοι-
ραστούν τα αποτελέσματα των μελετών τους, σε μια ελπιδοφόρα
προσπάθεια να μεταλαμπαδεύεται ευκολότερα η γνώση γύρω από
τη νόσο Alzheimer. Ας μας πει περισσότερα η κυρία Chang» έκλεισε
ο διοργανωτής τον πρόλογο με ένα τεράστιο χαμόγελο και οπισθο-
χώρησε για να παραδώσει το βήμα στην ομιλήτρια.
Σαν οικεία τελετουργία ξέκλεψε μερικά δευτερόλεπτα ηρεμίας
συνδέοντας τον φορητό υπολογιστή της στον προβολέα της συνε-
δριακής αίθουσας, κλίκαρε με ένα ελαφρύ τρέμουλο το αρχείο της
παρουσίασης, έγειρε τον κορμό της ώστε τα χείλη της να πλησιά-
σουν το μικρόφωνο και ολοκλήρωσε την προετοιμασία διατρέχοντας
με τη ματιά της όλο το κοινό. Απότομα σταμάτησε σε μία από
τις μεσαίες σειρές. Ένας άντρας την κοιτούσε, μάλλον περιμένοντας
απλά να την ακούσει, όμως αυτό που είχε αιχμαλωτίσει τόσο ξαφ-
νικά το βλέμμα της ήταν τα γυαλιά μυωπίας που φορούσε. Ήταν
ένας παχύς, μαύρος σκελετός που σηκωνόταν ελαφρά στην αριστερή
και στη δεξιά άκρη, και θύμιζε να έχει ξεπηδήσει από τη δεκαετία
του πενήντα. Γνώριζε πως αυτό το στυλ ήταν πάλι στη μόδα,
επειδή πολλοί φοιτητές της κυκλοφορούσαν με τέτοια γυαλιά, όμως
στον συγκεκριμένο άντρα είχαν κάτι το ξεχωριστό. Τον έκαναν να
μοιάζει τρομακτικά με τον άνθρωπο που είχε αφήσει πίσω της στις
Ηνωμένες Πολιτείες.
Η απρόσμενη εικόνα την εμπόδιζε να ξεκινήσει. Εν αναμονή
της ομιλίας της δε μιλούσε κανείς και μέσα στην ησυχία του χώρου
πολλαπλασιάζονταν όλοι οι μικροί ήχοι, όπως το πάτημα ενός πλη-

37
ΑΝΤΛΊΑ

κτρολογίου, το νευρικό χτύπημα ενός παπουτσιού ή ο διακριτικός
βήχας για να καθαρίσει κάποιος στεγνός λαιμός. Ακόμη και εκείνοι
που αδιαφορούσαν αρχικά για την παρουσίαση, τώρα είχαν σηκώ-
σει τα μάτια τους από τις οθόνες λόγω της περίεργης καθυστέρησης
και της υπερβολικής σιωπής. Ο διοργανωτής με παγωμένο πλέον
χαμόγελο την κοιτούσε κατάματα, παρακαλώντας την από μέσα
του να μιλήσει.
Με την καρδιά να χτυπάει δυνατά, όχι πια από το άγχος,
μα από ένα μπερδεμένο συνονθύλευμα συναισθημάτων με αφετηρία
την ομοιότητα του άγνωστου άντρα, συγκράτησε τα δάκρυα που
δεν είχαν προλάβει να εμφανιστούν, συγκέντρωσε με κόπο τη σκέψη
της στο θέμα της παρουσίασης και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα για
να γεμίσει τα σφιγμένα πνευμόνια της, άφησε τη φωνή της να βγει
ελεύθερη.

Στις γυναικείες τουαλέτες το νερό του νιπτήρα έτρεχε θορυ-
βωδώς, καθώς τα βρεγμένα χέρια της ακουμπούσαν σε διάφορα ση-
μεία του λαιμού της και των ζυγωματικών για να δροσιστεί. Επιθυ-
μούσε όσο τίποτα να ρίξει μια γενναία χούφτα νερό στο πρόσωπό
της, όμως το μακιγιάζ δεν της το επέτρεπε. Κοίταξε το είδωλο στον
τετράγωνο καθρέφτη μπροστά της. Παρατήρησε τα ανιαρά, μαύρα,
ολόισια μαλλιά της και τα ερμητικώς σφιχτά χείλη της. Το αδύνατο
σώμα της. Τα θλιμμένα, σχιστά μάτια της που θα μπορούσαν να
παρερμηνευτούν από κάποιον ξένο ως ανέκφραστα.
Θα προτιμούσε να παραμείνει κρυμμένη μέσα στις τουαλέτες
μέχρι να αποχωρήσει και ο τελευταίος συμμετέχων του συνεδρίου,
όμως αισθανόταν αμήχανα έτσι που στεκόταν και καθυστερούσε
την έξοδό της, ενόσω πολυάριθμες γυναίκες έμπαιναν και έβγαιναν.
Με μικρά, άηχα βήματα, σαν να προσπαθούσε να μετατρέψει τη φυ-
σική της παρουσία σε αόρατη, κατευθύνθηκε στην κλειστή βεράντα
όπου είχαν συγκεντρωθεί όλοι για το διάλειμμα. Ντροπαλά ζήτησε
έναν ζεστό καφέ, ενώ αρνήθηκε κάποιο γλυκό. Παρότι τα διάφορα
κέικ που υπήρχαν στολισμένα σε έναν μακρύ πάγκο έδειχναν νόστι-
μα και λαχταριστά, ήταν βέβαιη πως δε θα μπορούσε να γευτεί τη
γλυκάδα τους. Ακόμη και ο καφές έπαιρνε τη γεύση του χώματος,
όταν έφτανε στη γλώσσα της, σαν να πίκραινε τα πάντα γύρω της.
Με το φλιτζάνι στο χέρι εντόπισε ένα κενό παγκάκι και κά-
θισε στην ξύλινη επιφάνεια, που ευτυχώς δεν ήταν κρύα. Ο κόσμος
γύρω της ήταν κυρίως όρθιοι, σε ομάδες των τεσσάρων ή πέντε

38
Στέλιος Ανδρεάδης

ατόμων και συνομιλούσαν δυνατά, διακόπτοντας κάθε τόσο τον
διάλογό τους με ηχηρά γέλια. Ήταν παράδοξο πως όλοι αυτοί οι
άνθρωποι είχαν παρατήσει με περισσή ευκολία τους υπολογιστές
τους και ξαφνικά έδειχναν τόσο διαφορετικοί, τόσο κοινωνικοί, με
αποτέλεσμα να ξεχωρίζει εκείνη ως η πιο μονόχνωτη.
Μια Ισπανίδα με κοντό, ξανθό μαλλί την αιφνιδίασε, σαν άρ-
χισε να της μιλά με βροντερή, ευδιάθετη φωνή και κακή προφορά.
Συζήτησαν λίγο για τα επιστημονικά τους ενδιαφέροντα, αλλά μέσα
σε μερικά λεπτά η κουβέντα τους βάλτωσε και η Ισπανίδα απομα-
κρύνθηκε βήμα-βήμα για μια πιο ζωντανή παρέα. Ένας κουστουμα-
ρισμένος Ινδός, ίσως ο δεύτερος πιο καλοντυμένος στο συνέδριο μετά
την Emily, ήταν ο επόμενος που αποπειράθηκε να την προσεγγίσει,
όμως ο τρόπος που παρουσίαζε τη δουλειά του της θύμισε πλασιέ
και σύντομα άφησε να φανεί η ενόχλησή της.
Έχοντας απομείνει πάλι μόνη στο παγκάκι, ήπιε μερικές ακό-
μη γουλιές από τον φρικτό καφέ της και συνέχισε να παρακολουθεί
σιωπηλά τους υπολοίπους, οι οποίοι στα μάτια της φάνταζαν να
καταβροχθίζουν με μανία τα κέικ και να κατεβάζουν μεγάλες ποσό-
τητες από ροφήματα στα γεμάτα στόματά τους για να μπορέσουν
να καταπιούν όσα μασουλούσαν. Το αηδιασμένο βλέμμα της συνά-
ντησε τυχαία μέσα στο πλήθος τον άντρα που της είχε προκαλέσει
νωρίτερα ταραχή και με έναν ανεξήγητο τρόπο εκείνος το κατάλαβε.
Την κοίταξε με ενδιαφέρον, που ίσως να είχε προκληθεί από την
ένταση της δικής της ματιάς. Τρομοκρατημένη τον παρακολούθησε
να εγκαταλείπει την κούπα του σε ένα τραπεζάκι και να πλησιάζει
προς το μέρος της με εμφανή διάθεση να τη γνωρίσει. Δεν μπορούσε
να το ανεχτεί αυτό. Δε θα επέτρεπε στον εαυτό της να συνομιλεί
ανέμελα μαζί του, όταν είχε χάσει οριστικά το δικαίωμα να αλληλε-
πιδρά με τον άντρα που τόσο τρομακτικά της θύμιζε.
Σε μια απεγνωσμένη κίνηση να τον αποφύγει άπαξ και διά
παντός, παράτησε τον καφέ στην άδεια θέση δίπλα της, άρπαξε τις
δύο τσάντες της, εγκατέλειψε την κατάμεστη βεράντα για να μπει
στο πανεπιστημιακό κτίριο και από εκεί κινήθηκε απευθείας προς
την έξοδο. Με την αναπνοή της να έχει κοπεί, πορευόταν τροχάδην
μέσα στους πολυδαίδαλους κήπους, δίχως να κοιτάξει στιγμή πίσω
της, από έναν παράλογο φόβο πως ο άγνωστος άντρας θα συνέχιζε
να την ακολουθεί. Μόνο όταν κατάφερε να βρει τη χρυσή πύλη και
να βγει εκτός της ζώνης του Πανεπιστημίου, μπόρεσε να αφήσει τον
αέρα να περάσει πάλι στους πνεύμονές της. Αν και ανακουφισμένη,

39
ΑΝΤΛΊΑ

αισθανόταν μεγάλη ντροπή που είχε αφήσει με τέτοιο τρόπο το συ-
νέδριο. Τουλάχιστον είχε προλάβει να ολοκληρώσει την παρουσίασή
της.

Βρισκόταν μόνη στους δρόμους της πόλης. Το πρωινό ψιλό-
βροχο είχε δώσει τη θέση του σε ένα τσουχτερό κρύο, το οποίο
είχε επιδεινωθεί με τη δύση του ηλίου, για αυτό οι περισσότεροι
κάτοικοι είχαν προτιμήσει να παραμείνουν σε εσωτερικούς χώρους,
αφήνοντας το κέντρο της πόλης έρημο. Λόγω της αιφνίδιας αποχώ-
ρησης από το συνέδριο, είχε άφθονο χρόνο μέχρι τη νυχτερινή πτή-
ση για Βοστόνη, χρόνο που έπρεπε να σκοτώσει στις γειτονιές της
αφιλόξενης πόλης. Περπάτησε για ένα μισάωρο στα δρομάκια του
κέντρου, χαζεύοντας τις βιτρίνες των κλειστών καταστημάτων που
το ωράριο λειτουργίας τους έμοιαζε ανορθόδοξα σύντομο, ώσπου τα
χέρια της κοκκίνισαν από το κρύο, έπαψε να αισθάνεται τη μύτη και
τα αυτιά της, και ένα τρέμουλο σκορπίστηκε σε όλο το κορμί της.
Δεν άντεχε άλλο τη χαμηλή θερμοκρασία και την κατάλληλη στιγμή
ανακάλυψε ένα εμπορικό κέντρο, από το οποίο προερχόταν ένα
κύμα ζέστης. Τα καταστήματα του εμπορικού ήταν ομοίως κλειστά,
όμως υπήρχε ζεστασιά, φως και άνετα παγκάκια όπου μπορούσε
να σπαταλήσει λίγο χρόνο με τον υπολογιστή της.
Καθισμένη απέναντι από ένα κατάστημα που πουλούσε αμέ-
τρητες ποικιλίες τσαγιού σε υψηλές τιμές, ετοιμάστηκε να ανοίξει την
τσάντα της, αλλά αντανακλαστικά σταμάτησε, γιατί αντιλήφθηκε
κάποιον να πλησιάζει. Ήταν ένας άντρας, λίγο μεγαλύτερός της,
γύρω στα πενήντα με εξήντα χρονών. Είχε σκουρόχρωμη επιδερμί-
δα, πεταχτά αυτιά και ξυρισμένο κεφάλι. Από τα χαρακτηριστικά
του συμπέρανε πως μάλλον ήταν Ταϊλανδός. Οι παλμοί της αυξήθη-
καν και όλοι οι μύες του σώματός της σφίχτηκαν ταυτοχρόνως, κα-
θώς ο άγνωστος έφτασε μπροστά της και επέλεξε το ίδιο παγκάκι.
Συνήθως δεν περνούσε από το μυαλό της ο φόβος πως κινδύνευε
από τους ξένους, όμως τη δεδομένη στιγμή βρισκόντουσαν οι δυο
τους ολομόναχοι σε ένα αδειανό εμπορικό κέντρο.
Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε σιωπηλός και ανέκφραστος,
ώσπου χαμογέλασε πλατιά και τη χαιρέτησε με ένα διακριτικό
«hello». Οι τρόποι της δεν επέτρεπαν να τον αγνοήσει ή να απο-
μακρυνθεί τρομαγμένη, για αυτό ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Την
απόφασή της ενίσχυσε το χαμόγελό του, που έδειχνε αληθινό και
πράο. Παρά το γκρίζο παλτό και το τζιν παντελόνι που φορούσε,
της έμοιαζε με βουδιστή μοναχό.

40
Στέλιος Ανδρεάδης

Σε άπταιστα αγγλικά τη ρώτησε αν ήταν τουρίστρια, λες
και ήταν αδιανόητο κάποιος ντόπιος να τριγυρνούσε σε ένα κλειστό
εμπορικό. Αφού ένευσε καταφατικά, του έκανε την ίδια ερώτηση
για να λάβει ως απάντηση πως ήταν από τη Βιρτζίνια και είχε
έρθει να επισκεφτεί τον γιο του. Η πληροφορία πως ήταν επίσης
Αμερικάνος την καθησύχασε πλήρως και εξαφάνισε τα όποια ίχνη
καχυποψίας είχαν απομείνει κατά τη διάρκεια του διαλόγου τους.
Δίχως να συστηθεί, μίλησε για τη δουλειά του ως ασφαλιστής, για
τη γυναίκα του που έφυγε από τη ζωή τρία χρόνια πριν και για τα
δύο παιδιά του που είχαν γίνει γιατροί. Όταν συνειδητοποίησε πως
μονοπωλούσε τη συζήτηση, ρώτησε με φανερές τύψεις τον λόγο του
ταξιδιού της και τότε αναφέρθηκε για πρώτη φορά το συνέδριο.
Αμέσως έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον και ζήτησε να μάθει περισσότερα,
έτσι του ανέπτυξε λεπτομερώς τη δουλειά της σχετικά με τον ιστό-
τοπο που συγκέντρωνε έρευνες από όλο τον πλανήτη για τη νόσο
Alzheimer.
«Το ξέρετε ότι στην αρχαία Κίνα είχαν ανακαλύψει τη θε-
ραπεία για την άνοια;» πέταξε γελαστός εν μέσω διαλόγου και το
πρόσωπό της πάγωσε μεμιάς. Με κομμένη την ανάσα περίμενε τη
συνέχεια, ακόμη και αν επρόκειτο για κάποιο άνοστο πείραγμα.
«Έχετε προσέξει πως όταν προσπαθούμε να θυμηθούμε κάτι, πολ-
λές φορές τρίβουμε το πάνω μέρος της κεφαλής; Ε λοιπόν, οι Κινέζοι
που έπασχαν από άνοια χτύπαγαν δυνατά το κεφάλι τους με μια
κόντρα πλακέ και αυτό τους βοηθούσε πράγματι να θυμηθούν!»
Δυσκολευόταν να ξεχωρίσει αν ο ξένος άντρας προσπαθούσε
να κάνει ένα αποτυχημένο αστείο ή αν όντως πίστευε πως μετέφερε
ένα αληθινό ιστορικό στοιχείο. Αρνούνταν να μπει στη διαδικασία
να του αποδείξει την παντελή απουσία επιστημονικής βάσης, είχε
χάσει κάθε διάθεση για κουβέντα μαζί του. Συνάμα άρχισε να φοβά-
ται πως ο άνθρωπος που καθόταν πλάι της δεν ήταν φυσιολογικός
και πως θα δυσκολευόταν να τον ξεφορτωθεί. Ενάντια στις προβλέ-
ψεις της, εκείνος σηκώθηκε απότομα όρθιος κοιτώντας το ρολόι του
και εξήγησε ευγενικά πως έπρεπε να φύγει γιατί είχε ραντεβού με
τον γιο του. Κατά έναν περίεργο τρόπο, ένιωσε τον εγωισμό της να
θίγεται, επειδή ο περίεργος άντρας έφευγε πρώτος μακριά της, αντί
να έτρεχε εκείνη να γλιτώσει από την παράδοξη γνωριμία τους.
Μόλις απέμεινε πάλι μόνη στο εμπορικό κέντρο, άνοιξε το
κινητό της, συνδέθηκε στο διαδίκτυο και χρησιμοποίησε τη μηχανή
αναζήτησης για να εντοπίσει την οποιαδήποτε πληροφορία γύρω

41
ΑΝΤΛΊΑ

από αυτήν την υποτιθέμενη κινέζικη θεραπεία. Μα δεν υπήρχε κα-
νένα αποτέλεσμα.

Επιστρέφοντας στο σπίτι της στη Βοστόνη, ακούμπησε τις
τσάντες της στο πάτωμα του χολ και χωρίς να βγάλει τις γόβες
της ή να αλλάξει ρούχα, περπάτησε βιαστικά μέχρι την κρεβατοκά-
μαρα. Δεν υπήρχε κανένας ουσιαστικός λόγος ανησυχίας, αφού για
το μικρό διάστημα που θα απουσίαζε, είχε προσλάβει μια απόλυτα
ικανή νοσοκόμα, όμως δεν μπορούσε να θεραπεύσει το μόνιμα κακό
προαίσθημα που τη διακατείχε.
Μπαίνοντας μέσα στο φωτεινό δωμάτιο, βρήκε την Αφροαμε-
ρικάνα νοσοκόμα, η οποία την καλωσόρισε εγκάρδια και τη διαβε-
βαίωσε πως όλα είχαν πάει καλά. Αφού την πλήρωσε και η φιλική
γυναίκα αποχώρησε, η Emily κάθισε στην κάτω μεριά του μεγάλου,
λευκού κρεβατιού. Θα έπρεπε να νιώθει κάποια αγαλλίαση που επι-
τέλους βρισκόταν πίσω στο σπίτι της, όμως η άσχημη αίσθηση που
της είχε αφήσει το ταξίδι, την είχε ακολουθήσει μέχρι τη Βοστόνη.
Παρατήρησε το γνώριμο περιβάλλον γύρω της. Στην κρεβα-
τοκάμαρα υπήρχε μόνο η κλίνη, μια ντουλάπα και ένα κομοδίνο. Ο
μινιμαλισμός δεν αποτελούσε πρόταση κάποιου διακοσμητή, απλώς
είχε προκύψει ως ανάγκη ασφάλειας στα προηγούμενα, πιο επιθε-
τικά στάδια. Πάνω στο μοναδικό κομοδίνο έστεκε παρατημένο ένα
αχρείαστο ζευγάρι γυαλιά. Ήταν εκείνα τα γυαλιά της δεκαετίας
του πενήντα με τον χοντρό, μαύρο σκελετό που η αριστερή και η
δεξιά άκρη του έτειναν προς τα πάνω. Εκείνα τα γυαλιά που όμοιά
τους υπήρχαν στο συνέδριο και εξαιτίας τους είχε χάσει τη γη κάτω
από τα πόδια της.
Η μία πλευρά της κρεβατοκάμαρας καλυπτόταν αποκλειστι-
κά από γυαλί και η συρόμενη πόρτα της τζαμαρίας οδηγούσε στον
κήπο του σπιτιού της. Μια μεγάλη έκταση καλυμμένη από γκαζόν,
με μερικές, ανθισμένες κερασιές που ακολουθούσαν την αισθητική
του ζεν, ένα μικρό σιντριβάνι γύρω από το οποίο συνήθιζαν κάποτε
να διοργανώνουν κοκτέιλ πάρτι, ένα κυκλικό κιόσκι που είχαν ως
αναγνωστήριο και μια πυραμίδα από ξύλα για το τζάκι.
«Όλα αυτά τα φτιάξαμε με όνειρα για τα γηρατειά μας»
είπε στον σιωπηλό άντρα δίπλα της. «Θα ήμασταν δύο συνταξιού-
χοι με μπόλικο ελεύθερο χρόνο και θα απολαμβάναμε αυτόν τον γα-
λήνιο κήπο, όταν δε θα ταξιδεύαμε σε όλο τον κόσμο. Θα ήμασταν
ένα ευτυχισμένο, βαρετό και γέρικο ζευγάρι. Αλλά εσύ βιάστηκες να

42
Στέλιος Ανδρεάδης

με αφήσεις» είπε σκληρά, ανάμεσα στον θυμό και στη θλίψη.
Ο άντρας της ξάπλωνε στο πλάι. Τα χέρια του και τα πόδια
του ήταν λυγισμένα, το σώμα του βρισκόταν σε εμβρυακή στάση.
Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα, χαμένα στο κενό, και το στόμα του
έχασκε στραβά, σε ένα απόλυτα ανέκφραστο πρόσωπο. Απελπι-
σμένη χώθηκε στο οπτικό του πεδίο για να τον εξαναγκάσει να την
κοιτάξει, μα η έκφρασή του δεν άλλαξε καθόλου.
«Εγώ είμαι, Ben... Η Emily. Η γυναίκα σου» του φώναξε,
λες και το πρόβλημα ήταν η ακοή. «Δε γίνεται να έχεις ξεχάσει τα
πάντα. Θυμήσου, σε ικετεύω».
Η βουρκωμένη και γουρλωμένη ματιά της τον κάρφωνε χωρίς
κανένα αποτέλεσμα. Τον αγκάλιασε ξεσπώντας σε λυγμούς και τον
τράνταξε από τα μπράτσα παρακαλώντας τον να θυμηθεί. Εκείνος
παρέμενε προσηλωμένος στην αυστηρή ευθεία του χαμένου βλέμμα-
τός του, χωρίς να απαντά, χωρίς να γνέφει, χωρίς να χαρίζει κάποια
ένδειξη του παλιού εαυτού του.
«Εγώ είμαι, Ben» συνέχισε να του ψιθυρίζει ξανά και ξανά κλαί-
γοντας.
Με το κορμί της να τρέμει σαν τρελό, τον άφησε από την
αγκαλιά της και εκείνος κράτησε την ίδια παγωμένη στάση. Τα
δακρυσμένα μάτια της αντίκριζαν το ίδιο δυσβάσταχτο θέαμα που
ανεχόταν εδώ και έναν χρόνο. Το ψυχικό σθένος της εξαφανιζόταν,
έχανε κάθε κουράγιο να αντιμετωπίσει τη δική του ασθένεια ή τη
δική της μοναξιά. Δεν άντεχε άλλο τον εφιάλτη που ζούσε. Ήθελε να
ξυπνήσει και να συνειδητοποιήσει πως τα πάντα ήταν ένα διαβολε-
μένο όνειρο. Ήθελε πίσω τον άντρα που αγαπούσε και λανθασμένα
πίστευε πως θα γερνούσε μαζί του.
Με δάκρυα να κυλούν στα ζυγωματικά σηκώθηκε από το
κρεβάτι και έσυρε την τζαμαρία για να βγει στον ασυνήθιστα
ηλιόλουστο κήπο. Με αργά, σταθερά βήματα πάτησε στο γκαζόν,
δημιουργώντας μικρές τρύπες με τα τακούνια της, ώσπου έφτασε
μπροστά από τη στοίβα με τα ξύλα για το τζάκι. Με τα δυο της
χέρια γράπωσε πολύ σφιχτά το πιο πλατύ κούτσουρο που βρήκε
και αδιαφορώντας για τις επίπονες ακίδες που χωνόντουσαν στην
παλάμη της, επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα, στάθηκε πάνω από
τον πετρωμένο άντρα με το απλανές βλέμμα και κατέβασε με όλη
της τη δύναμη το ξύλο στο πάνω μέρος της κεφαλής του.

43
ΑΝΤΛΙΑ

Η περισσοδάκτυλη

Λοιπόν κύριε ασπόνδυλε, θέλω να επενδύσω όλες μου τις κατα-
θέσεις στην έρευνα για κάποιο ζώο. Για την ζέβρα. Ναι, ξέρω,
χιλιοειπωμένα όλα. ’Ομως με εξιτάρει η κορμοστασιά, η ταχύτη-
τα, το φυσικό τους περιβάλλον, η διχρωμία τους, αυτό το δίπολο.

Το τόσο συζευκτικό, διαχωρισμένο, παλιοκαιρισμένο, το τόσο
χρωματικά ανυπόφορο και μη υπαρκτό, τόσο απαραίτητο και
τόσο ηλιθιωδώς συμβολικό, η ευγένεια του ίππου.

Θα κάνουμε μια έρευνα για το ποιες ζώνες υπερτερούν, ποιες
ρίγες. Πώς δεν μπερδεύονται και δεν ανακατεύονται τα χρώματα
όταν γεννιούνται, όταν βρέχει, όταν ιδρώνουν, όταν πηδιούνται.
Είναι τόσο κανονιστική η ζωή τους; Τόσο ακραία, τόσο ζυγια-
σμένη ή τόσο εκ διαμέτρου αντίθετες οι αποφάσεις τους; Πώς
βλέπουν εαυτό σε αντανάκλαση. Είναι γκρι;

Θα προτιμούσαν μονοχρωμία; Με την οπ αρτ νιώθουν οικεία;
Θεωρούν ότι εμπνέουν;

Εξαντλείται η σχάση και η σύνθεσή τους; Θυμίζουν πλακόστρω-
το, σκάκι ή σύστημα λειτουργικό; Επιμένουν σε διαχωρισμό όταν
κάνουν σχέσεις; Ανακατεύουν συναίσθημα;

Ναι λοιπόν, θα δώσω τα χρήματα όλα. Να μάθω πώς να σκορ-
πάω για ένα γούστο που θα μου λύσει την ύπαρξη.

Αχ, κύριε ασπόνδυλε, μην γελάτε και μην εκνευρίζεστε. Άλλαξα
γνώμη. Θα χαρίσω σε εσάς τα χρήματα. Να αγοράσετε κέλυφος
ευτυχίας. Σας λείπει. Θα χαρώ πολύ, αλήθεια. Εγώ έμαθα να
μεταμορφώνομαι. Η φυσική επιλογή μού επιβάλλει να γίνω η
επιθυμία μου.

Θα γίνω για κάποια χρόνια τετράποδο, θα έχω δίστηλο δέρμα.
Θα εφεύρω τρόπους να μαδάω, να τρίβομαι πάνω στα φυτά και
να αλλάζω χρώμα. Θα ξέρω σε ποιους ποταμούς και σε ποια
βροχή θα βουτάω. Θα ακυρώσω σταδιακά το μονόχρωμο της

44
Γεωργία Τρούλη

διχρωμίας. Θα ζευγαρώσω τόσες φορές με αρσενικές ζέβρες και
θα γεννήσω τόσες φορές το όλο χρώμα και το μη. Στο τέλος θα
πετύχω την απόχρωση, τη μετάλλαξη τη διαστρωμάτωση. Θα
αποκτήσει ροή η εικόνα.

Θα ξαναγυρίσω άνθρωπος αφού πρώτα θα έχω δώσει στις
ύαινες το τελευταίο μου γέννημα. Τυχερές ήταν. Κατάπιαν τέσ-
σερις αποχρώσεις. Ούτε ο ήλιος δεν καταπίνει έτσι μονοκόμματα
χρώμα νύχτας πριν το ξημέρωμα. Γιατί, ποιος θα τα βάλει με τη
φύση για να λύσει διλήμματα μιας ύπαρξης και ένα καπρίτσιο;

Θα έρθω να σας δω. Θα είστε ευτυχισμένος, ασφαλής, θα έχετε
βγάλει οστά, αλλά θα παραμένετε ασπόνδυλος. Τα παιδιά σας
θα παίζουν στην αυλή με λούτρινα σε σχήμα ζέβρας και χρώμα
τόξου συνταγματικού.
Πληθώρα το χώμα και οι αποφάσεις.

Εκείνη την στιγμή θα ακούτε στις ειδήσεις για ένα σπάνιο είδος
ζέβρας, περισσότερο συγγενικό στο άλογο. Έχει τέσσερα χρώ-
ματα τα οποία αλλάζουν με την διάθεση και ζει κυρίως στην
Ευρώπη. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι ύαινες δεν είναι ποτέ στην
ουσία πεινασμένες.

Θα σας χαμογελάσω. Θα φύγω με καλπασμό. Δεν θα με ανα-
γνωρίσετε.

45
ΑΝΤΛΙΑ

Animal Kingdom

ΜΕΡΟΣ 1 - Οι Κροκόδειλοι

Οι κροκόδειλοι έχουν πάρτυ σήμερα στις 9. Θα γιορτά-
σουν τις επιτυχίες και τα επερχόμενα projects τους. Είναι όλοι
τους γεμάτοι αυτοπεποίθηση και χαρά!
Όταν την επόμενη μέρα συναντιούνται, ανταλλάσσουν
απόψεις για τη χθεσινή νύχτα και σχολιάζουν τις φωτογραφίες
που τράβηξε ο καθένας με το smartphone του. Φυσικά, συγκε-
ντρώνονται γύρω από 'κείνον με την περισσότερο ευκρινή κάμε-
ρα.
Κάποιοι από αυτούς, ανεβάζουν τις φωτογραφίες στους
διάφορους διαδικτυακούς λογαριασμούς τους.
Η σημερινή μέρα είναι εξαιρετικά ωραία!
Όταν το απόγευμα της μεθεπόμενης μέρας ξανασυναντιού-
νται, αποφασίζουν να βγούνε για cocktails.
Ανάμεσα στις φωνές, τα γέλια, τις φωτογραφίες τους, τα
καλοφτιαγμένα - από ειδικά εκπαιδευμένο barista - mojitos τους, οι
κροκόδειλοι παίρνουν μια απόφαση, που φαίνεται απλή μα ίσως
αλλάξει τη ζωή τους σχεδόν ολοκληρωτικά. Όπως συμβαίνει με
τις περισσότερες απλές αποφάσεις!
Αποφασίζουν να ταξιδέψουν μέχρι την κοσμοπολίτικη
Custabra.
Είναι όλοι τους ενθουσιασμένοι.
Η Custabra συνδυάζει θάλασσα και βουνό, καλό φαγητό
και το σημαντικότερο... μερικοί από τους καλύτερους baristas της
ηπείρου δουλεύουν εκεί. Το φρεσκοστειμμένο lime και η καστανή
ζάχαρη ήδη γαργαλάει τους ουρανίσκους τους.
3 εβδομάδες μετά, συναντιούνται στο αεροδρόμιο.
Η σημερινή μέρα φαντάζει ονειρικά ωραία!
Αχ!

46
Ελένη Χασιώτη

ΜΕΡΟΣ 2 - Το Κουνέλι

Το κουνέλι ξύπνησε σήμερα από τον ήχο των παλμών κο-
ντά στους κροτάφους του. Είναι γεμάτο ανυπομονησία, αγωνία,
χαρά.
Το όνειρο της ζωής του σήμερα θα γίνει πραγματικότητα,
αν χειριστεί σωστά την κατάσταση και φέρει εις πέρας την απο-
στολή του.
Το κουνέλι τρώει 2 φρυγανιές και καπνίζει 3 τσιγάρα. Ο
καπνός των τσιγάρων το κάνει να αναπολεί, πάντοτε. Σήμερα,
του θυμίζει πώς ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία. Πώς έφτασε η
σημερινή μέρα να γίνει η σημαντικότερη της ζωής του.
Όλα ξεκίνησαν περίπου 1 μήνα πριν. Συνάντησε σε ένα
σπίτι έξω από την πόλη τα 8 κουνέλια-αρχηγούς. Του παρέδω-
σαν τη μαύρη τσάντα και του εξήγησαν το σχέδιο. Το κουνέλι,
αισθάνθηκε μεγάλη τιμή και βαθιά συγκίνηση που το εμπιστεύ-
τηκαν. Πήρε την τσάντα, και για τον τελευταίο μήνα, κάθε φορά
που την κοιτούσε, θυμόταν τον σκοπό του και η καρδιά του
αναθαρρούσε.
Στο σήμερα, πήρε την τσάντα και βγήκε από το σπίτι.
Οδήγησε μέχρι το αεροδρόμιο.
Η σημερινή μέρα φαντάζει μακάβρια ωραία για το κουνέλι.
Ωχ!

47
ΑΝΤΛΙΑ

ΜΕΡΟΣ 3 - Το Μήνυμα

Αν κάποιος από εσάς βρέθηκε εκείνη τη χθεσινή μέρα στο
ίδιο αεροδρόμιο με το κουνέλι και τους κροκόδειλους, ίσως και να
μύρισε στον αέρα εκείνη την εμετική μα γαληνευτική ανάσα του
θανάτου.
Μύριζε τόσο, που ταξιδιώτες από όλον τον κόσμο, ακόμα
και οι πιο έμπειροι, έκλειναν τις μύτες τους και έτρεχαν πανικό-
βλητοι.
Το κουνέλι καθόταν στο αυτοκίνητό του όταν χτύπησε
το κινητό του και είδε πως είχε μήνυμα από μια παλιά ερωμένη
του. Όχι όποια κι όποια βέβαια. Ήταν εκείνη που αγάπησε πε-
ρισσότερο απ' όλες, εκείνη που δε χόρταινε να της κάνει έρωτα.
Μετά από κείνη, δεν αγάπησε καμία άλλη. Τα κόκκινα μάτια της
συνόδευαν το μικρό κουνέλι σχεδόν κάθε βράδυ πριν πέσει για
ύπνο.
Εκτός φυσικά από τον τελευταίο μήνα. Τον τελευταίο
μήνα, η μαύρη τσάντα και μερικά από τα κόκκινα καλώδια στο
εσωτερικό της όριζαν τα όνειρά του.
Μόλις αντίκρισε το όνομά της στην οθόνη, έβαλε τα κλά-
ματα. Παρόλα αυτά, λίγα λεπτά μετά, σκούπισε τα μάτια του,
κούνησε τη ροζ μουσούδα του και άνοιξε τη μαύρη τσάντα.
Για πρώτη φορά, από τότε που ανέλαβε την αποστολή, ένιωσε
φόβο, δισταγμό.
Ξεντύθηκε και φόρεσε το γιλέκο που έβγαλε από την
τσάντα. Από πάνω, φόρεσε τα ρούχα του και γέμισε τις τσέπες
του με εκρηκτικά. Βγήκε από το αυτοκίνητο.
Ήταν τόσο ταραγμένο που με δυσκολία περπατούσε.
Όλον αυτόν τον καιρό, έζησε και ξανάζησε στο μυαλό του τη
σκηνή αυτή. Πάντοτε περπατούσε με αυτοπεποίθηση και σιγου-
ριά, πάντοτε έμπαινε στο αεροδρόμιο με ύφος νικητή και εν τέλει,
νικούσε!

48
Ελένη Χασιώτη

ΜΕΡΟΣ 4 - Η Κορύφωση

Οι κροκόδειλοι γελούσαν δυνατά και τα γέλια τους αντη-
χούσαν σε ολόκληρη την αίθουσα αναμονής. Σε λίγη ώρα, θα
έμπαιναν στο αεροπλάνο και θα ξεκινούσαν το όμορφο ταξίδι
τους, για το οποίο τόσο ανυπομονούσαν. Τον τελευταίο και-
ρό, είχαν δουλέψει πολύ στην εταιρεία. Για πολλά διαφορετικά
projects. Το ταξίδι αυτό, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ήταν οι
ιδανικές διακοπές. Έβγαζαν φωτογραφίες, έκαναν αστεία ο ένας
με τον άλλον και σχολίαζαν τις επόμενες μέρες τους. Ένα ζευγάρι
ηλικιωμένων δελφινιών αναγκάστηκε να τους κάνει παρατήρηση.
Μα δεν πτοήθηκαν!
Τη στιγμή που το κουνέλι μπήκε στην κεντρική αίθου-
σα, αποσυντονισμένο και σχετικά φοβισμένο, με τη σκέψη της
αγαπημένης του στο μυαλό, οι κροκόδειλοι είχαν ησυχάσει και
ετοιμάζονταν να επιβιβαστούν.
Σε δυο λεπτά, το κουνέλι θα έπρεπε να ενεργοποιήσει το
μηχανισμό, να ανατιναχτεί και να πάρει μαζί στο μακρινό ταξίδι
του και μερικές εκατοντάδες ταξιδιώτες. Η εξυπηρέτηση του με-
γάλου στόχου του, η τιμωρία των αποστατών και των απίστων,
και ο φόβος που θα προκαλούσε η δική του θυσία, το έκαναν να
νιώθει ζωντανό κι ολοκληρωμένο.
Όπως τον έκανε να νιώθει η αγαπημένη του.
Αααχ (βαθύ)!

Τα δυο λεπτά έχουν περάσει. Το κουνέλι ξεσπά σε κλά-
ματα και βγαίνει από την κεντρική αίθουσα του αεροδρομίου.
Τηλεφωνεί σ' εκείνη και της ζητά να συναντηθούν. Τα κόκκινα
μάτια της, σκέφτεται, είναι η μόνη αλήθεια!

ΜΕΡΟΣ 5 - «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι»

Οι κροκόδειλοι επιβιβάστηκαν και ταξιδεύουν. Πετούν ήδη
πάνω από τα σύννεφα. Κανένας απ' αυτούς δεν κατάλαβε πόσο
κοντά στο θάνατο βρέθηκαν σήμερα. Κανένας απ' αυτούς δεν
ένιωσε τον φόβο που θα άλλαζε την ανυπομονησία για το ταξίδι

49
ΑΝΤΛΙΑ

με τη λαχτάρα για να ζήσουν. Μύρισαν μόνο την αποστροφική
εκείνη μυρωδιά, δυσανασχέτησαν κι έπειτα έβγαλαν φωτογραφί-
ες με γκριμάτσες αηδίας.
Έφτασαν στην Custabra και ήπιαν πολλά κοκτέιλ. Κι ήταν
εξαι ρετικά χαρούμενοι.
Το κουνέλι βρέθηκε με την αγαπημένη του και της έκανε
έρωτα. Πάντοτε αγαπούσε να ενώνεται μαζί της. Ο έρωτας τους
ήταν ο μόνος που μπορούσε να καταλαγιάσει το μένος και τον
φανατισμό που είχε από παιδί.
Πιθανότατα έφυγε από τη χώρα και έζησε για πάντα μαζί
της σε ένα μικρό χωριό, μακριά από όλους και απ' όλα.

ΜΕΡΟΣ 6 - Το Τέλος

(Η ιστορία αυτή είναι φυσικά ένα μεγάλο παραμύθι.) Στην
πραγματικότητα οι εκρηκτικοί μηχανισμοί θα είχαν ενεργοποιη-
θεί, το κουνέλι θα είχε γίνει χίλια κομμάτια, εκπληρώνοντας το
σκοπό του, η αγαπημένη του θα λυπόταν πολύ που εν τέλει ο
έρωτας που του χάρισε δεν ήταν δυνατότερος από το φανατικό
του μίσος. Και οι κροκόδειλοι θα πέθαιναν από την έκρηξη, καθώς
η κεντρική αίθουσα με την αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου
βρίσκονται αρκετά κοντά.
Θα πέθαιναν τρομοκρατημένοι και όχι χαμογελαστοί όπως
πιθανόν να δει κάποιος από εσάς στις φωτογραφίες που ανέβα-
σαν στο ίντερνετ ένα λεπτό πριν την υποτιθέμενη έκρηξη. Μα
και πάλι, θα είχαν λησμονήσει τη μεγάλη τύχη του να ζεις, έστω
και μέχρι εδώ.

50
Ηρώ Κ.

Τριάντα δύο σκύλοι

• Ο σκύλος, μοναχικός, σε προσπερνάει και αδιαφορεί πλήρως
για την ύπαρξή σου. Έχει χορτάσει από τα εφήμερα χαμόγελα
και τα στιγμιαία χάδια των περαστικών, ακόμα, όμως, συνεχίζει
πεινασμένος.
• Το σκυλί και η γάτα. Αυτοί κατέρριψαν τους φυσικούς νόμους
του ανταγωνισμού. Πλέον, ζουν μονιασμένα μέσα στα διαμερί-
σματα υπό χωροκρατικούς κανόνες και μόνο, αναγνωρίζοντας τη
μαγεία της διαφορετικότητας.
• Έχω δύο λέιζερ πίσω στην πλάτη μου καρφιτσωμένα και μία
προέκταση ουράς που κουνιέται με τα βήματά μου. Μου δίνει
δύναμη να προχωράω μπροστά μα συχνά κρατάει τον νου μου
πίσω βαθιά.
• Φαΐ εγώ, φαΐ ο σκύλος. Νερό εγώ, νερό ο σκύλος. Μπάνιο εγώ
μπάνιο και ο σκύλος. Νάνι εγώ, ύπνο ο σκύλος. Χαίρομαι εγώ,
καλά ο σκύλος. Πολλές φορές το εγώ μου καταφέρνει να γαβγίζει.
• Βόλτα ο σκύλος, βόλτα και ‘γω. Παιχνίδι ο σκύλος, παίζω και
‘γω. Χάδια ο σκύλος, χαϊδεύω και ‘γω. Γλείφει ο σκύλος, σαλιώ-
νομαι εγώ. Θλίψη ο σκύλος, κλόουν εγώ. Χωρίς λουρί ο σκύλος,
τρέχω εγώ. Την ίδια γλώσσα μιλάμε χωρίς τα σύμφωνα.
• Οι σκύλοι μάς βλέπουν αποχρωματισμένους, σκούρους. Είναι
ικανοί να βλέπουν το σκοτάδι μέσα μας.
• Έχω ένα όνειρο να ζήσω κάποιο βράδυ. Να με βγάλει βόλτα
ο σκύλος για λυσσασμένες κραιπάλες στα σκουπίδια και περι-
πέτειες στα σοκάκια. Στο τέλος θα γλείψουμε τις πληγές μας
χορτάτες.
• «Είμαστε ήρωες μιας άτολμης πράξης
Δυο ραγισμένοι αχώριστοι βράχοι
Καθηλωμένοι στη σκιά μιας αγάπης
Μ΄ αυτό που οι σκύλοι βαφτίσαν αγάπη» Γ. Αγγελάκας
• Έχεις εμμονή να τρως κόπρανα. Ή έχεις οικολογική συνείδηση
μέσα στην πόλη ή συμμετέχεις σε κάποιον εξελιγμένο κύκλο ζωής
των στοιχείων. Για χρόνια χρέωνα τη συνήθειά σου αυτή σε
μένα. Το ξεπέρασα.
• Όταν ο σκύλος θέλει σημασία αφήνει σημείωμα μια κηλίδα
ούρα. Όταν οι άνθρωποι θέλουν σημασία τσιρίζουν, κράζουν ή

51
ΑΝΤΛΊΑ

52
Ηρώ Κ.

κρύβονται. Εσύ μου απλοποιείς τη σκέψη.
• Οι σκύλοι ακονίζουν τα νύχια τους στους δρόμους. Εμείς, οι
πολιτισμένοι, χρησιμοποιούμε νυχοκόπτες.
• Μ’ αρέσουν αυτοί που δεν φροντίζουν σκυλί γιατί έχει μικρό-
βια. Το κενό τούς φροντίζει αποστειρωμένους.
• Η σκύλα μου είναι αρσενικιά. Ο σκύλος μου είναι θηλυκός.
• Ανθρωποκεντρικός άνθρωπος μέσα στις κοινωνίες σχολιάζει
ενθουσιασμένος ότι ακόμα και το σκυλί του τού μοιάζει. Ιδεατό
να προσπαθούμε για το αντίθετο.
• Διασκεδαστικό όταν σου επιτίθενται με μένος και αγριότητα
στα πάρκα, επειδή δεν μάζεψες τα σκατά του σκύλου. Αλλά η
ψήφος, ψήφος. Κι ας μου εγκλωβίζεις τη ζωή μου ολόκληρη μέσα
στο συμφέρον σου και στην απαιδευσιά σου.
• «Ναι, ναι... εσείς που παίρνετε σκυλιά είστε ανίκανοι να κάνετε
παιδιά, γι’ αυτό τα παίρνετε», είπε και τραβολόγησε τα εγγόνια
της αποσβολωμένα.
• Μια φορά, γνώρισα ένα τετράποδο που έγινε τρίποδο. Είναι
όλο και πιο χαρούμενο, λες και κάθε μέρα βγάζει ένα καινούριο
πόδι, παρ’ ότι σκοντάφτει με τα μούτρα συχνά σαν να της βάζει
κάτι αόρατο τρικλοποδιά. Ρεβέκκα.
• Καμιά φορά, η σκύλα κουτσαίνει και αυτή πλάι στο τρίποδο.
Ένδειξη αλληλεγγύης ή χιουμοράκι μεταξύ τους. Και στα δύο
έχουν ξεπεράσει τα ταμπού.
• Τα σκυλιά σκίζουν τα βιβλία γιατί δεν μπορούν να τα διαβά-
σουν. Μας διακατέχει η ίδια αδυναμία προς την μόρφωση.
• Η σκύλα μου, όταν πηγαίνουμε σε κατάμεστη παραλία, κατα-
λαβαίνει ότι μας αγριοκοιτάνε. Βουτάει, χέζει μέσα στο νερό, ενώ
εγώ μαζεύω όλες τις τρίχες από την άμμο, μήπως και μαλακώ-
σουν τα βλέμματα. Μετά απομακρυνόμαστε. Όλοι ικανοποιού-
νται. Πιο πολύ από όλους η σκύλα μου.
• Πριν χρόνια, μερικοί αριανοί της πόλης έβαψαν έναν ασπρό-
μαυρο σκύλο κίτρινο με σπρέι. Οι παοκτζήδες μετά έψαχναν έναν
κίτρινο. Πέρα από φίλαθλοι είναι και φιλότεχνοι.
• Οι παππούδες μου μού έλεγαν πως τα σκυλιά δεν είναι για
χάδια. Έχουν χρηστική αξία, να σου φέρνουν το θήραμα. Το θή-
ραμα ψόφιο. Τα εργαλεία πεινασμένα, για να κυνηγάν καλύτερα.

53
ΑΝΤΛΙΑ

Τα αφεντικά σχολιάζουν υπεροπτικά και δέχονται συγχαρητήρια
ανδρισμού, κρασοπίνοντας και χαϊδεύοντας τις κάνες τους.
• Το υπαίθριο παιχνίδι του κυνηγού έχει συγκεκριμένα βήμα-
τα. Αγοράζει σκυλί ράτσας και το βάζει να γεννοβολάει. Όταν
αποδυναμωθεί πλήρως, το πετάει στα χωράφια να ψοφήσει. Και
αγοράζει άλλο. Καμιά φορά παραδέχομαι τους online gamers που
αυτοκαταστρέφονται μόνοι τους, χωρίς να προκαλούν κακό σε
κανέναν.
• Αδυνατώ και αποφεύγω να εκφέρω άποψη για τα σκυλιά
που κατασπαράζουν παιδάκια. Ίσως, εν δυνάμει εγκληματίες σε
βρασμό ψυχικής ορμής, είμαστε όλοι.
• Καμιά φορά, η σκύλα μου εκεί που κοιμάται κλάνει και αμέσως
ξυπνάει τρομαγμένη και ανοιγοκλείνει τα ρουθούνια της. Γελάω
τόσο πολύ, που ακόμα γελάω.
• Τα σπίτια με σκυλιά μυρίζουν σκυλίλα. Τα ρούχα των καλε-
σμένων γεμίζουν τρίχες και σάλια. Ξεπεράστε το άγχος και τη
ντροπή, γιατί για λίγα χρόνια θα το βιώνετε. Μετά θα βρίσκετε
τρίχα και θα κλαίτε για τρίχες.
• Σαν άσκηση, αφήνω τον εαυτό μου σε σκέψεις μελλοντικές,
πώς θα είναι όταν θα φύγει. Πλέον, ξέρω, επειδή ακόμα την έχω
δίπλα μου.
• Η σκύλα μου μασάει τόσο ψυχαναγκαστικά τα ξύλα και τα
κουκουνάρια που ματώνουν τα ούλα της και γεμίζει παντού ρο-
κανίδια και κλαράκια. Μπράβο της. Είναι παθιάρα.
• Στο ελεύθερο κάμπινγκ πηγαίνει και κλέβει φαγητά απ τις
καβάντζες των άλλων. Μετά έρχονται και με επιπλήττουν να την
δέσω. Ξέρει να είναι σωστός σκύλος. Οι άνθρωποι αδυνατούν
να είναι.
• Ο άνθρωπος φοβάται τον σκύλο, γιατί γνωρίζει τι θα ήταν
ικανός να κάνει με τέτοια δύναμη στα σαγόνια.
• Τη σκύλα μου την λένε Naru και είναι στειρωμένη.

54
Γεωργία Τρούλη

Πατητή τσιμεντοκονία

Σου είπα θα έρθω
Όταν θα έχουμε χορτάσει πανύψηλα λάθη
Μια εξομολόγηση που θα έρχεται
Από τα βάθη της γης
Που δεν έχει κέντρο βάρους και εύπλαστο χώμα

Σου είπα θα ακονίσω την γλώσσα μου

Τα οβάλ των ονείρων μου θα έχουν αγκυλώσεις
Γωνιώσεις και εσοχές
θα μ΄ακούσεις
Και θα χτίσω εκ νέου

Σου είπα ότι πηγαίνω τοίχο τοίχο
Τη διαδρομή, διαβάζω συνθήματα
Γράφω αποτυπώνω μουτζουρώνω
Και περιμένω το πιο τρυφερό λουλούδι
Να 'χει αντέξει
Να 'χει τολμήσει
Να βγει
Απ’ το τόσο τσιμέντο

55
ΑΝΤΛΙΑ

Πεδία μέτρησης

Άρχισαν ξαφνικά να συναρμολογούνται
Από τους ώμους οι άνθρωποι

Και όταν κάποιοι ανακοίνωσαν πως
Δεν υπάρχουν άλλα μετρήσιμα πεδία
Και στατιστικές ζωής
Κάποιοι άλλοι αποφάσισαν
Πως
Με κάποιο τρόπο
Θα ήταν όλα εύκολα
Από την αρχή
Σαν ανάσα
Θα αφήναν να κουρνιάσουν στον αυχένα
Τα συναισθήματα
Και να φωλιάσουν στα μαλλιά
Τεράστιες αποφάσεις
Με απολήξεις νευρώνα
Καμιά κλίση της κεφαλής
Κανένα τρεμούλιασμα
Κανείς πόνος
Γιατί μια απόφαση θα ευθυγραμμίζει την πλάτη τους
Θα μένουν σταθερά τα οπίσθια
Και ένα ύφασμα
Θα νομίζει πως δένει την τρέλα
Πισθάγκωνα
Σε αυτή την αγέρωχη όψη
Θα κοιτούσαν ευθεία μπροστά
Πυκνωμένη ιστορία που ξεχειλίζει επεισόδια
Και άρρωστη θάλασσα
Αλλά τόσο θα είχαν ξεχωρίσει
Την ύπαρξη από την ύλη
Που το είναι θα είχε μετατοπιστεί
Ένα βήμα μπροστά
Θα χαμογελούσαν
Ένας διαχωρισμός θα είχε προκύψει
Και μια αίσθηση εκτός ορίων

56
Γεωργία Τρούλη

Η αναπνοή θα γινόταν από όλα τα κύτταρα
Όπως πάντα άλλωστε

Μόνο που τώρα θα την ένιωθαν όλοι
Απροετοίμαστοι και
Μέχρι το κόκκαλο.

Από τον ώμο έλεγαν θα γίνει η συναρμολόγηση
Έκοψαν όλοι το ένα τους χέρι - Δεν συμμορφώθηκαν
Μείναν ολόκληροι

57
ΑΝΤΛΙΑ

τα φαινόμενα απατούν

Πάμε πάλι
χωρίς εισιτήριο σε μια εποχή
που όλες οι μυρωδιές μαζί ορμάνε
μηχανάκια αδέσποτα
θυμίζουν τα αδιέξοδα
λουσμένα στην πίσσα της μνήμης —
όλα τα σκεπάζει και λίγοι είν’ αυτοί
που διαβάζουν το λευκό,
πόσες σελίδες να ‘χει;
Όσες χωράνε θα λες
χωρίς πολλά πολλά όταν σε ρωτάνε
αν είσαι πάνω ή κάτω Ρακτιβάν.
Στα γουναράδικα στήνουν πάρτυ
κάθε λογής εργολάβοι —
είναι βαθιά νυχτωμένοι
κι αυτοί.

σταθμός Θεσσαλονίκης ξημερώνει Χριστούγεννα

Οι μέρες ταξιδεύουν
μουντές στα μάτια των επιβατών —
μάτια με δυο κόρες πρωινές,
ορφανές κι αυτές,
χαραγμένες στην περίφραξη με μπετόν
«Χάνομαι».
Στην άκαρπη μέθη του πόνου
ήχοι ηλεκτρικοί βουλιάζουν
με γλύκα ανήκουστη
για τους ουρανούς του Βαν Γκογκ.
Εκεί στα ύψη της
που ξαφνικά στα πόδια μου σκορπίσαν

58
Ξένια Καλαϊτζίδου

όλα τα ονειρεύτηκα πια.
Εκεί βαθιά κι απρόσμενα
στα μύχια της θύελλας
φίλησέ με.
Το σώμα θυμάται
γιατί στέκομαι όρθια κι ανοιχτή
σε ανέμους φυματικούς
όταν θερίζουν τα καραβάνια.
Θυμάται —
να το ντύνεις νύχτα με προσοχή
όπως στόλιζε η Λένκα η καπνεργάτρια
τα καμένα σωθικά της
με λευκό λινό.
Σε όσα χειρόγραφα και όσα σπίτια
οι διαδρομές της καρδιάς μου χωράνε
χωρίς διαλογή σού τα ‘χω δώσει.

Μ.

Όταν μετρώ τις ηλιαχτίδες
στην πίκρα ν' αγκυροβολούν
γιατί μετρούσαμε παρέα
κύμα το κύμα της καρδιάς
στο νου τα μάτια σου ποτάμια
μέσα απ' τα βράχια αντηχούν —
το κρύσταλλό τους όμως λέω
στο πάτωμα να μη σκορπάς.

Θα ψάχνεις μεσ' στης μουσικής τη δίνη —
ατμός στο οινόπνευμα η ψυχή,
πού πάει να γίνει συννεφάκι;
Ποιους ουρανούς θε να διαβεί;
Ποια πολιτεία φωτισμένη
πάει να χαρίσει με βροχή;
Σαν του νερού τα παραμύθια
είναι η στάλα ακριβή.

59
ΑΝΤΛΙΑ

Όταν μες στο χορό πως είμαι
λέω σε φίλους μου παλιούς
και μ' απαντούν ότι ζηλεύουν
που ζω με χάρη κι ομορφιά,
θυμάμαι, μόνο που αναπνέω,
κατηγορώ και σβήνω ποιους —
περίμεναν να μη χορεύουν
στις πίστες που έβαλαν φωτιά.

Μα οι μελωδίες μουσαμάδες
στους δρόμους πόλεων στοιχειών
απ΄ τις ταράτσες κρεμασμένοι
που ζωγραφίζουν τη ζωή —
κάτω απ' αυτούς καρδιές και κάνες,
μακριά απ' τις βόμβες των εχθρών:
μόνο με πόνο οπλισμένοι
και μια αλήθεια φλογερή.

Έτσι και πάλι στο πλευρό σου
μαζί στη μάχη του φωτός
θα είναι οι μικροί ζωγράφοι
με ηχοχρώμα να χτυπούν
όσους μαυρίσαν τ' όνειρό σου.
Μα ο όρκος σου ο πιο πιστός
μόνο στα μάτια σου να γράφει
για κύματα που αντηχούν.

Χαρτονία

Πλέον τα πρωινά επιδιορθώνω ζημιές
αναλαμβάνονται
υδραυλικές-ηλεκτρολογικές εργασίες
άγραφο αντίτιμο
των απανωτών ανακαινίσεων
που ταξιδεύουν
με το χάρτινο πύργο του Τάτλιν

60
Ξένια Καλαϊτζίδου

σε πολιτείες που κατήργησαν
τον γραπτό λόγο.
Γι’ αυτό αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δε φτάνει πια η αλμύρα της Μακρονήσου
μπροστά στην ατελείωτη ουρά από σαπιοκάραβα
στα συσσίτια των τρωκτικών.
Δε μου χωράει πια αυτό το όνειρο
μα για ένα άλλο ύφασμα αντάξιο δε βρίσκω
σε κανένα πανηγύρι ούτε εμπορικό
(έστω ότι θα μηρυκάσουμε κάποτε
δίπλα στη λεγόμενη καλή κοινωνία).
Γι’ αυτό το νταντεύω ακόμα
μήπως ξημερώσει Κυριακή στην κοιλιά μου
αλλά το μόνο θαύμα της εποχής είναι
να κάνεις έναν άνθρωπο να μη νιώθει ξένος.
Γι’ αυτό για μένα πλέον
το ανεκπλήρωτο της επανάστασης
μυρίζει αίμα με οξύ
κι εσένα να μου κρατάς το κεφάλι.

απω-θήκη

Αποθηκεύω προσωρινά
απομαγνητισμένα όνειρα
σκονισμένες δισκέτες
σε συρτάρια
σπιτιών που δε μένω πια
ανοίγω παράθυρα
να φύγουν τα αναλώσιμα της ημέρας
μόνο πουλιά ζώα λουλούδια
πόσο μεγάλος ο παράδεισος ενός παλιού στρώματος
ανάμεσα στις φωτιές της πόλης.

61
ΑΝΤΛΙΑ

Κλεμμένη Παρθενογένεση

Σαν ένας μεγάλος
λευκός καμβάς
διψασμένος για χρώμα,
ποθώ το άγγιγμα σου.
Θέλω να σε νιώσω.
Να με διεγείρεις
όπως ο ζωγράφος
που πετάει
τα πινέλα του,
και με τα γυμνά του χέρια
χαϊδεύει το γυμνό σώμα
του άσπιλου λευκού καμβά
αναμειγνύοντας επάνω του
χρώματα και συναισθήματα
για να αποτυπώσει
το σημάδι του
στην αιωνιότητα.
Έτσι δημιουργεί
τη δικιά του ποίηση.

62
Όμικρον Μι

Μετά-φουτουριστικό

Ένα τραίνο
στην μπανιέρα
και ο απορροφητήρας
να ρουφά
τις σαπουνόφουσκες
απ’ την ατμομηχανή.
Ο ουρανός
έχει ανθίσει
και το έδαφος
συννέφιασε.
Μετά έπεσε
η νύχτα
και απλώς
κοιμήθηκα.

63
ΑΝΤΛΊΑ

64
Δημήτρης Ζαχαριάδης

Μα την ομορφιά απ' τα μάτια μου να κλέψουνε δεν μπόρεσαν

Και η μουσική περίμενε τον ταξιδιώτη να ξεκινήσουνε μαζί

4 σύννεφα

1. 2.
Έτσι όπως γέρνουνε τα σύννεφα Του ενός σύννεφου η σκιά
φοβάμαι μήπως πέσουν. έπεφτε στο άλλο
σαν όνειρο λευκό
σαν ακτή χωρίς νερό
σαν πούπουλο στον άνεμο
σα να' ναι εγώ
όλο το κενό του ορίζοντα.
3.
Ποτάμια σύννεφα κυλούσαν στον αέρα
και ρίχνονταν στο πουθενά και πέρα
οι εκβολές εξαερίζονταν και γίνονταν πουλιά
που πέφτανε με φόρα χαμηλά και ανεβαίνανε ψηλά ξανά
σαν τις κορδέλες απ' τις κοπέλες που χορεύουνε
με δακρυσμένα μάτια.

4.
Πότε θα προσγειωθούμε;
Κουράστηκα να βλέπω τα σύννεφα από
πάνω
και να τα περνώ για κύματα.

Νεκροταφείο ελεφάντων

Σε μια μάντρα αραγμένα
όλα μου τα πλάνα,
«νεκροταφείο ελεφάντων» τα όνειρά μου,
στάχτη στην κόλαση η ματιά μου,
και οι σκέψεις μου ναυάγια αεροπλάνα.

65
ΑΝΤΛΊΑ

Blue Wound
(The end always comes at 33.)

Σιωπή σώσε με - σιωπή σώσε με - σιωπή πάρε με κοντά σου -
σιωπές τέρμα, Σιωπές Σαπίστε! - σου το λέω, οι σιωπές τέρμα,
σιωπές σαπίσανε, σιωπές σαπίστε, Σιωπές Τέρμα!
Ζω από την ποίηση - (χα χα χα) - αυτήν τη σάπια γη, τη σά-
πια γη, τη σάπια πόρνη
Κι αυτή ζει από εμένα - ζει από εμένα, από εμένα, είναι το γέλιο
μου, η ψυχή μου, η Ζωή μου, ψέμα ΜΟΥ πικρό μα νόστιμο, πι-
κρό και πρόστυχο - ζωή, ζωή ζεις από Εμένα, ποίηση σώσε με,
σώσου ζωή ζήσε από μένα, ζήσε ζήσε με!
Σώσου από μένα
Πίνω από την κόρα σου, τρώω από τα βυζιά σου
Που ‘ναι μεγάλα, κόκκινα, ΥΓΡΑ, ικανά να με ταΐζουν - να με σαστί-
ζουν - να με Ταΐζουν - να με ποτίζουν ως το τέλος, ως το τέλος -
Τέλος
Τέλος
(σιωπή σώσε με)
Είναι τα ψέματά σου
Γεμάτα απ’ οργισμένο
Μαύρο
Μαύρο γάλα
(Ποίηση ζήσε με)
Ως το τέλος
Κι ως το πιο τέλειο τέλος
Ικανά

Τέλεια
Με περιγελούν - με αποπλανούν - με περιπαίζουν - με εμπαίζουν -
σιωπή σώσε με!

Σώσε με σου λέω
Ως το τέλος
Ως το τέλος
Των πραγμάτων

Των θεών
Των ανθρώπων
Των ανθρώπινων πραγμάτων
(σιωπή σώσε με)

66
Αγία Χ.

Κι αυτή, αυτή
ΑΥΤΗ!
Είναι Βασίλισσα, και ζει και ζει, και πεθαίνει, και πεθαίνει, ΚΑΙ ΧΑ-
ΝΕΤΑΙ, και Σώζεται απ' τα φτωχά μου όνειρα, - ΑΠΟ ΤΑ ΦΤΩΧΑ
ΜΟΥ ΟΝΕΙΡΑ - και χάνεται, Και χάνεται και πεθαίνει ΚΑΙ ΖΕΙ
Μες στα φτωχά μου όνειρα, που είναι, γενικά, μικρά
Μικρά
Πολύ μικρά κι αστεία - αστεία
Αστεία (χα χα χα...)
Και τελικά χάνεται
(και γι αυτό σώζεται).
Αυτά λοιπόν...

Και τώρα Σιωπή.

Γιατί, ξέρετε ο χρόνος ΜΟΥ είναι λίγος - πολύ λίγος
Μα ο κόσμος μεγάλος - τόσο μεγάλος! που χωράει στο λακκάκι
ενός μωρουδιακού Μάγουλου
Και δυο τσιγάρα δρόμος είναι πολύς - πάρα πολύς
Και μακρύς - πάρα πολύ μακρύς, φίλοι και φίλες μου
Για οποιοδήποτε λογικό πνεύμα - κι όχι, αυτό το πνεύμα δεν
είναι, δεν είναι, δεν είναι Δικό μου σας λέω, δεν είναι το δικό μου,
όχι σου λέω, δεν είναι το δικό μου πνεύμα, Όχι σας λέω!
Δεν είναι, δεν είναι, δεν είναι δικό μου
Αυτό το πνεύμα
Μονάχα
Αυτή η μπλε μπλε μπλε πληγή
Από έναν μπλε μπλε μπλε χειμώνα
Είναι δική μου
Ολόδική μου
Δική σας
Όλη
Η μπλε μπλε μπλε πληγή
Η μπλε πληγή
Είναι δική μου, δική μου, ολόδική μου κι ολάνοιχτη, ολάνθιστη,
όλο ανοιχτή, όλο Ανθιστή!
Η μπλε πληγή
Η μπλε πληγή
Η μπλε πληγή
Δική μου.

67
ΑΝΤΛΊΑ

Παράλληλα πιώματα Παράλληλα πτώματα

Ο ίλιγγος του τρένου Μύριζε σαν βασιλικός, σκάλιζε
τη μνήμη σου
Του θυμίζει Ξάφνιασε τη συνείδησή σου
Τις πρώτες ευτυχισμένες μέρες Πόσο θα ήθελες να τις διαλύσεις
Που φυσικά παρήλθαν... Τις γριές αυτού του κόσμου
Τη γλυκιά ζάλη του χρήματος Που σε κοιτούν απελπισμένες
Τα καθημερινά ανασφαλή σουαρέ Η τεκίλα όπως και οι τύψεις
Τις ζουμερές φράουλες Που είχες φυλαγμένες στο
ντουλάπι σου
Τα παγωμένα βλέμματα Πάγωσαν και σε περιμένουν
Τα γεμάτα γεύση φιλιά των φιλε-
νάδων του Κάτι σε λύπησε αίφνης...
Τις πρώτες ευτυχισμένες μέρες... Τα βλέπεις;
Όλα αυτά μετά από καιρό Ίσως ξανά, και πάλι ίσως σαν
από ποτέ
Τα ξαναφορά Και σαν από πάντα
Σαν αγαπημένο γυμνασιακό σα- Τα σκουριασμένα καρφιά που
κάκι που έμπηγες στη σάρκα του
γιου σου

Ύστερα από λίγο βλέπει

Πως ο ένας γιακάς του είναι πλη- Νιώθεις τη μάχη που δίνει
γωμένος ακόμη κι ο αέρας για να μην
Και το αίμα ακόμα στάζει Εισχωρήσει στα συρτάρια του
στομαχιού σου
Αν και περάσαν τόσα χρόνια. «Μικρός, πίστευα πως εκεί
ταξινομούνται είδος προς είδος
Ο έρωτας συνεχίζει να διαρρέει Τα φαγητά που έτρωγα.
Μεγαλώνοντας, άρχισα να
Από τη βρύση των ματιών του Πιστεύω ακράδαντα πως
μέσα σε κάθε συρτάρι της
Κρίμα Της κοιλιάς μου, κρύβεται
ένα πτώμα

68
Αγία Χ.

Είναι ακόμα ερωτευμένος με Σκοτωμένο το καθένα
φαντάσματα
Ίσως μπορέσει να το ζήσει ξανά Κι από άλλης
για λίγο
Με την ίδια αλλοτινή ένταση, Ράτσας
αυτήν που σαν καλή νεράιδα
Του χάρισε τα πρώτα του Θεσπέσιο
ερωτικά παιχνίδια
Αλλά μόνο όταν του χαμογέλασε Πιώμα».
Μπόρεσε να δει τα κοφτερά της δόντια
Ένα παιδάκι... δυο δοντάκια... τσακισμένα!

69
ΑΝΤΛΊΑ Ελένη Χασιώτη

Εις το όνομα του Πατρός

Δεν έχει κλείσιμο η μέρα.
Παλεύω με τη βαθιά μου ανάγκη,
να μη σε φοβηθώ σήμερα.
Ασημένια μπουκάλια
φεγγίζουν μες στο δωμάτιο,
εκεί που οι δυο μας
βαριανασαίνουμε
ο ένας μέσα στο στόμα του άλλου.
Η κουκουβάγια που μας κοιτάζει περήφανη από τη βιβλιοθήκη,
φωνάζει
«Μα τον Δία! Δεν ξανάδα σώματα να ταιριάζουν τόσο το ένα
με το άλλο»
«Πόσο;» τη ρωτάς εσύ, και ξεκαρδιζόμαστε.
«Κι απόψε την κοροϊδέψαμε την κουκουβάγια» μου λες.

Μικροπρεπείς ανακρίβειες,
τις νύχτες που ξεχνώ το απόλυτο που μπορώ να πετύχω.
Ή με ξεχνάει εκείνο.
Κανονικά, δε θα ‘πρεπε να μας δουν μαζί.
Περπατάμε μασκαρεμένοι στην πόλη,
για να αποφύγουμε τις ανεπιθύμητες, άβολες συναντήσεις,
για να ξορκίσουμε τα ψεύτικα λόγια που μας λένε,
όταν τους μιλάμε για τα σώματα,
την κουκουβάγια,
και τη σκόνη της βιβλιοθήκης ακόμα ακόμα.
«Αν με ρωτήσει ακόμα ένας τι κάνω, θα βγάλω, μα τον Δία, το
πιστόλι μου και θα τον πυροβολήσω».
Έτσι είχες πει, και αποφασίσαμε τη μασκαράδα.
Για την ησυχία μας, και για το καλό όλων.

Η σημερινή νύχτα όμως,
διαφέρει κατά πολύ από τις άλλες.
Σήμερα, αγνόησα το κρυφτό που παίζουμε,
το αναίρεσα.
«Μα τον Δία, σου είπα πριν φύγω, θα το φωνάξω παντού, κι ας
σκοτωθούμε έπειτα μαζί με το πιστόλι σου».
Εσύ γελάς, «θα έχουμε τουλάχιστον ο ένας τον άλλον» μου λες,
μου βάζεις το παλτό μου, κι ανοίγεις την πόρτα να περάσω.

70
Χριστίνα Παλάντζα

Πρωταντικρίζοντας το σκοτάδι

Επωαζόμουν στο αβγό μου
κι έβλεπα όνειρα.
Όνειρα για έναν κόσμο όπου θα έβγαινα,
έναν κόσμο με ήχους, χρώματα, γεύσεις, μυρωδιές, υφές και συ-
ναισθήματα.
Και τώρα που το τσόφλι έσπασε
ανακαλύπτω κάτι υπερβολικά πραγματικά καινούριο.
Αυτός ο κόσμος έχει ολόκληρος ένα βρώμικο μπεζ χρώμα,
ακούγεται σαν ένα συνονθύλευμα μουσικής χαμηλής ποιότητας
και μηχανών αυτοκινήτων,
μυρίζει τσιγάρο, αποπνικτικά πολύ τσιγάρο, και κάτουρο,
και έχει υφή παλιού πλαστικού με κολλημένες τσίχλες.
Προσπαθεί να ξεπλυθεί σε κόκα κόλα.
Αφού νιώσω το πρώτο στριμωξίδι
κοντοστέκομαι μια στιγμή, μόνο μία.
Βάζω τα μάτια μου στην κατάψυξη,
πρώτα πρώτα και κρυφά τα δάκρυα,
μετά τα μάτια, δε χρειάζεται να τα κρύψω.
Και προχωράω μες στο στριμωγμένο πλήθος.
Κανείς δεν ανοίγει τα χέρια φυσικά.

71
ΑΝΤΛΙΑ

Λόγω Έρωτα

Θα βγω στους δρόμους να φωνάζω,
δεν το περίμενα μπροστά μου να σε δω,
καλή μου εσύ, γλυκιά νεράιδα ξωτικένια,
το 'χεις πάρει μύτη; Έπεσα από άλλον πλανήτη
και γυρνάω κάθε μέρα στο σπίτι με ζόρικες διαθέσεις,
ναι, έλα κι εσύ αν μπορέσεις,
ν’ αγριέψουμε μαζί από χαρά πάνω σε ταράτσες και στέγες
κι απ’ την ανάποδη να βγούμε την πλευρά
του καθρέφτη που μας δείχνει μεγάλους,
για να βρούμε τους άλλους, που θα μείνουνε για πάντα τους παιδιά
σαν νωπή πλαστελίνη, χωρίς να έχουνε ευθύνη.

Από τη Γη θα σε αρπάξω,
σαν τον προφήτη νιώθω ψεύτη τον καιρό
κι έρχεσαι εσύ γλυκιά νεράιδα ξωτικένια,
τυχερό μου να ‘σαι; Θα ‘ρθω να σε δω να κοιμάσαι
κι αν στο όνειρο σε φάω, μη φοβάσαι, σου έχω εξηγήσεις,
ναι, το αίνιγμά μου να λύσεις,
μια πεταλούδα, που κουνώντας τα φτερά, γίνεται σεισμός στη σελήνη
και στο μυαλό σου μπαίνει περιστροφικά
και φουσκώνει η εικόνα και σκάει,
το τηλέφωνο σπάει και η πίστη σου ριζώνει στην καρδιά
σε ασπρόμαυρα βράδια και υποσυνείδητα σκοτάδια.

Καρφί στα μάτια θα κοιτάξω,
για να διαβάσω της ψυχής σου το χρησμό,
χρυσή μου εσύ γλυκιά νεράιδα ξωτικένια,
θες να μάθεις κάτι; Έρχομαι με τ’ άσπρο μου άτι
από ένα μαγικό μονοπάτι μιας άγνωστης πατρίδας,
ναι, πολεμιστής της ελπίδας,
πως μία μέρα θα ‘ρθει για να θυμηθώ πάθη βρεφικής ηλικίας
κι απ’ του μαστού σου τη θηλή θα κρεμαστώ,
ασφαλής από πομπώδη λογάκια
και γλοιώδη ναζάκια, σε μιας στείρας συστολής τον παγετό,
ερευνώντας τους λόγους, παραληρώντας μονολόγους.

72
Δημήτρης Δουληγέρης

Θέλω τη μοίρα μου ν’ αλλάξω,
ξέρω ποιο κύμα θα με ρίξει στο κενό,
δεν είσ’ εσύ γλυκιά νεράιδα ξωτικένια,
μήπως θες να γίνεις; Έλα στη φωλιά μου να μείνεις,
του ανθού σου τους χυμούς να μου δίνεις και να σε προσκυνάω,
ναι, από αγάπη πονάω,
μια σοκολάτα μου ‘χει κάτσει στο λαιμό, θέλω στο γιαλό να σε πάω
και σλίπινγκ-μπαγκ σου έχω στρατιωτικό
και καφέ από κεχρί και κριθάρι,
φρυγανιές από στάρι και τ’ αστέρια γύρω δένουν το ρυθμό,
όπως στάζει το μέλι από μια σάρκινη κυψέλη.

Έναν παράδεισο θα φτιάξω,
να μπουσουλάω πέρα-δώθε σαν μωρό,
μωρό μου εσύ, γλυκιά νεράιδα ξωτικένια,
μ’ αγαπάς λιγάκι; Καίγομαι για ένα φιλάκι,
παγωτό σε ραγισμένο χωνάκι, στα πόδια σου θα στάξω,
ναι, στο άγγιγμά σου θ’ αλλάξω
και η μορφή μου θα θυμίζει ερπετό, αφιερωμένο για πάντα
σε κάποιον πράσινο κανίβαλο θεό,
που γυρνάει στη σπηλιά του να κλάψει,
στη φωτιά που θ’ ανάψει μ’ έναν φάλτσο, φλογοβόλο εμετό,
ζητιανεύοντας λίγη απ’ τη δροσιά που σε τυλίγει...

73
ΑΝΤΛΙΑ Γιάννης Μιχαηλίδης

Άνοιξη

Αφού όλα μικραίνουν
τα λόγια θα ανθίζουν μαράσματα
εκεί που δεν αφεντεύει χειμώνας
Τι χειμώνας ο καθρέφτης μου.
Τι άνοιξη το γράπωμα του διπλανού χεριού.

Χ. Π. Σοφίας

Αγία Αναρχία

Δαγκώνει τα χείλη της καθώς η αστροβροχή συνεχίζει
να πέφτει
Αγκαλιάζει τα παιδιά της
Τους μιλά για την Αγία Αναρχία
Το οπλισμένο χέρι της
Τη νεανική της φλόγα
Την περπατησιά της
Το θάρρος της όταν πυροβολεί τον καθρέπτη και τις
μισές λέξεις
Την ιερή οργή της για τους ανθρώπους που σιωπούν
στο φως της ψυχής.

• Το παρόν ποίημα περιλαμβάνεται στην ομώνυμη συλλογή «Αγία Αναρχία»,
εκδόσεις Κουκκίδα.

74
75
ΑΝΤΛΙΑ

Περάσματα
Ι
Αρχή της Αθωότητας

Θα πρέπει να είναι κανείς τρελός ή ερωτευμένος για να ζει περιπε-
τειωδώς τόσο αργά μέσα στην νύχτα.

Δεν είμαι κουρασμένη να ξέρεις. Προς το παρόν προτιμώ να μείνω
έξω, μαζί σου. Δεν είμαι ποτέ κουρασμένη την νύχτα. Την ημέρα
έχω όρεξη να κοιμηθώ.
Βρίσκονται στην γωνία της οδού Μονζ.

-Michèle Bernstein
Η Νύχτα

Το ξεπέρασμα της τέχνης συντελέστηκε απρόσμενα και
εγγράφτηκε σε μια αόρατη ιστορία που μόνον εκείνοι που την
βίωσαν γνωρίζουν. Και αυτό γιατί στην εποχή του Θεάματος,
η πραγματική ιστορία μένει εκτός αναπαράστασης, παραμένει
σιωπηλή, μέσα στις σκιές της μνήμης και στην πάροδο του τώρα.
Η αθωότητα παραμένει η πιο ρηξικέλευθη στάση του
βλέμματος που ανακαλύπτει τον κόσμο γύρω του, με τα μάτια
μικρού παιδιού που ψηλαφεί τις πετρώδεις προσόψεις σπιτιών
και κτιρίων αναζητώντας την σύνδεσή του με τα πράγματα.
Η απόπειρα της επανένωσης με τον περιβάλλοντα χώρο, μέσω
μιας ενωτικής πάλης ξεκινά εδώ. «Η πειραματική περιπλάνηση
-που είναι άρρηκτα δεμένη με τις συνθήκες ζωής στις πόλεις,
σ’ αυτά τα μεταμορφωμένα από τη βιομηχανία μεγάλα κέντρα
δυνατοτήτων και νοημάτων- ανταποκρίνεται μάλλον στη φράση
του Μάρξ: «Ό, τι βλέπουν γύρω τους οι άνθρωποι είναι το
πρόσωπό τους, τα πάντα τους μιλούν για τον εαυτό τους… Το

1.Ιnternationale Situationniste, Το Ξεπέρασμα της Τέχνης, μτφρ: Γιάννης Ιωαννίδης,
Ύψιλον, Αθήνα 1985, σ.86.

76
Γιάννης Παρασκευόπουλος

ίδιο το τοπίο τους είναι ζωντανό»1. Το βίωμα του τοπίου από
εκείνον που το ζωοποιεί, από τον περιπλανώμενο, από εκείνον
που συμμετέχει με την δράση μέσα σε αυτό, από εκείνον που
γίνεται αναπόσπαστο μέρος του και έτσι καταφέρνοντας να απε-
λευθερώσει τις δυνατότητες του τοπίου, το τοπίο ζει. Παύει να
βρίσκεται υπό την ομηρία του Θεάματος, αυτού του απεχθούς
μηχανισμού απονέκρωσης του χώρου.
Η νύχτα στον Ντεμπόρ, πέρα από την κυριολεκτική σημα-
σία της, εκείνης της χρονικής διάρκειας της μέρας όπου τα επανα-
στατικά υποκείμενα ξοδεύουν τα αποθέματά τους «ζώντας στο
περιθώριο της οικονομίας» αποκτά την σημασία της οικειοθελούς
τύφλωσης μπροστά στην ζωή που προσφέρει το Θέαμα. Αποκτά
έτσι την μη-αποδοχή της ζωής αυτής και μαζί την μοναξιά της
νυχτερινής πόσης και την τρέλα της ημέρας. Η σύγχρονη ζωή
και η κυρίαρχη ιδεολογία της - αυτή του μετα-νεωτερισμού (ο
οποίος έχει αρχίσει και ξεφτίζει) - επιβεβαιώνεται μόνον μέσα
από το Θέαμα, δηλαδή μόνον μέσα από το μηδέν. Αυτό που
φαίνεται ως το κατ’ εξοχήν ορατό είναι το θεμελιώδες ψεύδος του
Θεάματος. Τα κατά Ντίνο Χριστιανόπουλο αλαμπουρνέζικα του
μετά-μοντερνισμού κρύβουν μέσα τους την ολισθηρή αποξένωση
του ανθρώπου από την γλώσσα, από το (επί-)κοινωνείν και
τέλος από την συμπαντική ενότητα.
Εξήντα χρόνια έπειτα από τις πρώτες διαπιστώσεις, πα-
ρακολουθούμε την εξελισσόμενη πορεία του ολοκληρωτικού χα-
ρακτήρα του Θεάματος: αυτό που οι Tiqqun ονομάζουν Μπλουμ,
τον άνθρωπο που έχει ταυτιστεί σε τέτοιο βαθμό με την αλλο-
τρίωσή του που θα ήταν παράλογο να θέλει να διαχωριστεί
από αυτήν2. Η αλλοτρίωσή του έχει γίνει η πραγματική του ιδι-
οκτησία: δεν έχει τίποτα άλλο πέρα από αυτήν. Αυτό το πλήρες
αλλοτριωμένο ον, που έχει απολέσει το είναι του σε τέτοιο βαθμό
που δεν μπορεί πλέον να το διακρίνει, καταβυθιζόμενο στον
στρόβιλο του μηδενός, που αρέσκεται σαν ένας άλλος Νάρκισσος

2. Tiqqun, Théorie du Bloom, La Fabrique, Paris 2000, σ. 26.

77
ΑΝΤΛΙΑ

να κοιτάζει τον κενό του εαυτό στον καθρέπτη της ανυπαρξίας
του, έχει ταυτιστεί σε τέτοιο βαθμό με την ταυτότητά που του
δίνει το Θέαμα, που το ευγνωμονεί.
Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο δεν
υπάρχει πια, ο πληθυσμός δεν είναι μόνον «θαμμένος στους ορό-
φους», είναι και θαμμένος στον εξωτερικό του χώρο. Χώρο που
απλώς προσπερνά το σύγχρονο ον, το οποίο χάνει τις εκλάμψεις
και το βάθος της στιγμής, που προχωρά ημιπαράλυτο συνδεδε-
μένο με καλώδια μικρών οθονών που κατευθύνουν το βλέμμα του,
που μαγεύουν την ακοή του και που ημερεύουν την συνείδησή
του. «Η Τεχνική παράγει η ίδια την αλλαγή της» επισημαίνει
ο Ελλύλ. Ο χώρος της πραγματικότητας και η πραγματικότητα
του χώρου δεν είναι πλέον κατοικήσιμοι. Ο κοινόχρηστος χώ-
ρος, το πολεοδομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο τα όντα ζούνε,
γίνεται μια ζωντανή αφαίρεση. Το έδαφος γίνεται επιχείρηση
(Amoros). Ο πλήρης διαχωρισμός μέσω της μικροφυσικής του χώ-
ρου αποτελεί το ξερίζωμα τόσο των πραγμάτων όσων και των
ανθρώπων. Τα πράγματα βρίσκονται εκεί αλλά δεν υφίσταται.
Οι άνθρωποι πραγματοποιούν το πέρασμά τους, αλλά δεν επη-
ρεάζουν τα πράγματα.
Το τοπίο των αλλοτινών καρτ-ποστάλ έχει δώσει την
θέση του στο μεταμορφωμένο, μέσα από το υπερσύγχρονο κι-
νητό τηλέφωνο, στο εικονικό τοπίο των «ιστιότοπων», χώρων
ανύπαρκτων, τόσο εικονικά όσο και πολεοδομικά. Διότι η εικόνα
του ιστιότοπου είναι η πλήρης αλλοτρίωση του είναι της εικόνας,
αποτελεί έναν χώρο απεμπόλησης του πραγματικού χώρου, που
όσο περισσότερο αυξάνει η ισχύς του τόσο περισσότερο απο-
δυναμώνει τον πραγματικό χώρο και τον κάνει μια έρημη χώρα.
Από την στιγμή που οι λειτουργίες του ανθρώπου διαμεσολα-
βούνται μέσω της εικόνας, ο άνθρωπος αλλοτριώνεται από την
φυσική του πράξη και πρακτική μέσα στον χώρο.
Το έδαφος αποκτά την αφηρημένη οικουμενικότητα του
πολλαπλώς μεταλλασσόμενου διαδικτυακού εδάφους, γίνεται ο
μη τόπος, όπου η εξουσία επιτελεί το έργο του κατακερματισμού
μέσω του τεχνικού συστήματος δημιουργώντας ένα δυστοπικό

78
Γιάννης Παρασκευόπουλος

τοπίο. Έτσι, το τοπίο μας κατοικεί και όχι εμείς αυτό. Το τοπίο
μας απορροφά και ταυτόχρονα μας σπρώχνει έξω από αυτό
βιαίως μέσα στο πλέγμα απομόνωσης που προορίζει για τον
καθένα. «Η πολεοδομία», σημειώνει ο Dell’ Umbria, «που γίνεται
κατά βάση αντιληπτή ως μια τεχνική εξορίας και απομόνωσης ως
ιεραρχική και αυταρχική οργάνωση του ανθρώπινου κατοικείν»3.

ΙΙ
Η Διαλεκτική ανάμεσα στον Κινηματογράφο και την Ζωή

Ο Ντεμπόρ σε αυτή την τριάδα ταινιών που ονόμασε Ενά-
ντια στον Κινηματογράφο δεν εξέφρασε μιαν ιδέα για το παρο-
ντικό χρόνο της κινηματογραφικής αφήγησης και για την πραγ-
ματικότητά της. Οι ταινίες αυτές αποτελούν τον κατ’ εξοχήν

3.Racaille, «αν αυτοί είναι αποβράσματα τότε είμαι κι εγώ»,
μτφρ: Μάρθα, Λέσχη, Αθήνα 2008, σ. 41.

79
ΑΝΤΛΊΑ

στοχασμό για το απολεσθέν παρελθόν που χάνεται στην σκόνη
του χρόνου και για ένα μέλλον που αρχίζει ίσα-ίσα να προσδι-
ορίζεται μέσα από τις αντιξοότητες ενός έρημου παρόντος. «Τα
συμπεράσματα ακόμη δεν έχουν βγει - οι υπολογισμοί πρέπει
να ξαναγίνουν» λέει στο τέλος της Κριτικής του Διαχωρισμού ο
Ντεμπόρ. Η ολική του κριτική που συνίσταται στην μεταστροφή
των εικόνων, αποτελεί την πράξη καθαυτή που θα οδηγήσει στο
απόλυτο: στην απελευθέρωση της ζωής.
Για τον «θεατή» των ταινιών Ντεμπόρ απομένει η νύχτα
και οι διαδρομές της, ο έρωτας που γίνεται μια πράξη δίχως
εικόνες, η καθαρή στιγμή που βιώνεται εκστατικά σε ένα τώρα
που είναι αδύνατον να πιαστεί και να ενσωματωθεί μέσα σε
μιαν αναπαράσταση. Η ολοκλήρωση της διαδρομής των ταινιών
αυτών στο σήμερα φαινομενικά μόνον τις προσδίδει μια υποτι-
θέμενη ενσωμάτωση στο Θέαμα. Η τάση εμπορευματοποίησης
της ντεμπορικής κοσμοθεώρησης καθώς και της καταστασιακής
θεωρίας και πρακτικής αποτελεί μια απόπειρα μεταστροφής της
καταστασιακής μεταστροφής από τον καπιταλισμό, πράγμα που
αποδεικνύει το γκροτέσκο και την φαυλότητα του εγχειρήματος.
Καθ’ ότι το Θέαμα βρίσκει σήμερα στην σκέψη του Ντεμπόρ και
των μεταγενέστερων καταστασιακών ή φιλοκαταστασιακών τον
μοναδικό αντίπαλο, ίσως τον μόνο που αναγνωρίζει στον άνθρω-
πο την δυνατότητά του για την ενότητα του κόσμου.
«Ό,τι έπρεπε να καταργηθεί συνεχίζεται, και μαζί συνε-
χίζεται και η φθορά μας. Μας χωρίζουν. Τα χρόνια περνάνε και
εμείς δεν έχουμε αλλάξει τίποτα». Αυτή η συνεχιζόμενη αποικιο-
ποίηση της ζωής από εικόνες του μηδενός, που εισχωρούν ανάμε-
σά μας και που μας διαχωρίζουν, η αλλοτρίωση του χρόνου από
τον ψευδο-κυκλικό χρόνο των υποσχέσεων μιας ψεύτικης ζωής
συντελούν όλο και περισσότερο στην κίνηση ιδιοποίησης του
κόσμου από το Θέαμα.
Η πράξη του Ντεμπόρ να πραγματώσει το ξεπέρασμα
μιας ακόμη τέχνης -εκείνης του κινηματογράφου- να ιδιοποιηθεί
δηλαδή τα μέσα της κινηματογραφικής τεχνικής καθώς και την
τυποποιημένη έκφρασή της (κοντινά πλάνα, πανοραμικά, τρά-

80
Γιάννης Παρασκευόπουλος

βελινγκ, κ.λ.π.) αναδεικνύει μιαν ακόμη μεταστροφή, εκείνη που
αποδομεί την ψευδή πραγματικότητα της κινηματογραφικής ει-
κόνας, αφήνοντάς τον χώρο στην πράξη αλλαγής της πραγματι-
κού. Αυτό δηλώνεται από το τέλος της Κριτικής του Διαχωρισμού
που παραθέτει τον υπότιτλο: συνεχίζεται.
Το μοντάζ του Ντεμπόρ φανερώνει την ψευδή πραγ-
ματικότητα των συγκαιρινών του. Και αυτό γιατί η επίσημη
προπαγάνδα λαμβάνει χώρα πρώτον μέσω των μεταδιδόμενων
εικόνων και θρύλων που παράγει ο καπιταλισμός. Αυτές οι ει-
κόνες μεταφέρονται μέσα στο πραγματικό κατασκευάζοντας μια
πραγματικότητα απαρτιζόμενη από εικόνες ανθρώπων-εμπορευ-
μάτων. Η αντιπαραβολή των πανοραμικών πλάνων πάνω σε
φωτογραφίες φίλων του με εικόνες από διαφημίσεις και επίκαιρα
αντιδιαστέλλει δύο κόσμους: έναν φανερό και εγγεγραμμένο στην
μαζική συνείδηση και έναν άφατο και άγραφο που είναι εκείνος
της απόπειρας για μια μορφή ζωής μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Με
άλλα λόγια ο υπότιτλος «συνεχίζεται» αναφέρεται σε ένα παρόν
πέραν του κινηματογραφικού. Αναφέρεται στο άτομο που παραι-
τείται της θεαματικής ζωής -όποια μορφή κι αν αυτή αποκτά και
σε όποια περίοδο και αν αυτή λαμβάνει χώρα- και που αναζητά
έναν διαφορετικό χώρο και χρόνο για τον εαυτό του και τους
άλλους.

Και σε αυτόν τον άλλο χώρο και χρόνο ξεκινά να αχνο-
φαίνεται το είναι με όλες τις εκφάνσεις και τις μορφές που μπορεί
να αποκτήσει αυτό, μέσω ενός καταστρεπτικού ανοίγματος, μιας
καινούργιας άνοιξης. Η χαρά του είναι αποκρυσταλλώνεται στο
παρακάτω τετράστιχο του Ομάρ Καγιάμ:

Ωσάν νερό του ποταμού κι αγέρας της ερήμου
Κάθε νέα ημέρα χάνεται από την ύπαρξή μου…
Μα για δυο μέρες μοναχά δε νοιάστηκα ποτέ μου,
Για κείνηνε που πέρασε και για την αυριανή μου.

Στην ξεριζωμένη ημέρα απομένει ο χρόνος της νύχτας.

81
ΑΝΤΛΙΑ

Τόμας Πύνσον: Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας
(Gravity’s Rainbow, 1973)

«…η ανθρώπινη συνείδηση, αυτή η φτωχή ανάπηρη, αυτή η πα-
ραμορφωμένη και καταδικασμένη ουσία, είναι έτοιμη να γεννηθεί.
Αυτός είναι ο κόσμος πριν τους ανθρώπους. Πολύ έντονος και ορ-
μητικός και ζωντανός και σε συνεχή ροή, τόσο που οι άνθρωποι δεν
μπορούν να τον δουν γύρω τους. Μπορούν να τον δουν μόνο νεκρό,
σε ακίνητα γεωλογικά στρώματα, αποσυντεθειμένο σε πετρέλαιο
ή γαιάνθρακα. Ζωντανός, ήταν απειλή: ήταν οι Τιτάνες, ήταν μια
κορύφωση της ζωής τόσο έντονη και έξαλλη, ένα φωτοστέφανο
γύρω από το σώμα της Γης τόσο πράσινο, που έπρεπε να βρεθεί
κάποιος καταστροφέας πριν τιναχτεί στον αέρα ολόκληρη η Δημι-
ουργία. Έτσι σταλθήκαμε εμείς εδώ, οι ανάπηροι φύλακες, για να
πολλαπλασιαστούμε, να κυριαρχήσουμε. Οι θεόσταλτοι καταστρο-
φείς. Εμείς. Αντεπαναστάτες. Η αποστολή μας είναι να προωθούμε
το θάνατο. Ο τρόπος που σκοτώνουμε, ο τρόπος που πεθαίνουμε,
είναι μοναδικός σε όλα τα Πλάσματα. Ήταν κάτι που χρειάστηκε
να βελτιώσουμε, ιστορικά και προσωπικά. Να το χτίσουμε από
το μηδέν και να το φτάσουμε στη σημερινή του κατάσταση ως
αντίδραση, σχεδόν με την ίδια δύναμη που έχει η ζωή, για να κα-
ταστείλουμε την πράσινη εξέγερση. Αλλά μόνο σχεδόν με την ίδια
δύναμη.» (μετάφραση: Γιώργος Κυριαζής)

Προς το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ το Λον-
δίνο σφυροκοπάται από γερμανικές ρουκέτες V-2 (τεχνολογικούς
προδρόμους των διαστημικών πυραύλων), σε ένα πρώην άσυ-
λο ψυχασθενών («Λευκή Οπτασία») έχει στηθεί μία συμμαχική
επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου. Στόχος της είναι να διαχέει
προπαγάνδα στη ναζιστική επικράτεια. Ταυτόχρονα, ο Αμερι-
κανός Λοχαγός Ταϊρόν Σλόθροπ γίνεται αντικείμενο διακριτικής
παρατήρησης από τους επικεφαλής της Λευκής Οπτασίας, όταν
οι σεξουαλικές του περιπέτειες στο βομβαρδιζόμενο Λονδίνο κα-
θιστούν αντιληπτό το παράδοξο γεγονός πως κάθε στύση του

82
Γιάννης Μαδεμλής

προηγείται χρονικά, κατά μερικές μέρες, της πρόσκρουσης ενός
πυραύλου V-2 στο ακριβές εκείνο σημείο της πόλης. Αυτή είναι
η αφετηρία μίας πολύμηνης περιπέτειας στην κατεστραμμένη,
χαοτική, άνευ κρατικών συνόρων και υπό συμμαχική στρατιω-
τική κατοχή Ευρώπη της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου (τη
«Ζώνη»), όπου για ελάχιστους μήνες τα πάντα μοιάζουν δυνατά
και επιτρεπτά πριν η ήπειρος λάβει τη νέα της μορφή. Στόχος
του να βρει μία μοναδική και μυστηριώδη Ρουκέτα τύπου V-2
με τον ακανόνιστο κωδικό παραγωγής 00000, που φαίνεται να
περιέχει μία άγνωστη συσκευή κατασκευασμένη από το καινο-
τόμο συνθετικό πλαστικό «ιμιπόλεξ», ίδιο με αυτό στο οποίο
είχε παλαιότερα εκτεθεί ακούσια ο Ταϊρόν ως νήπιο στο πλαίσιο
πειραμάτων συμπεριφορικής ψυχολογίας… Την κεντρική ιστο-
ρία του Σλόθροπ συμπληρώνει ένας καμβάς από δεκάδες ακόμα
ανάγλυφους χαρακτήρες, είτε επίσης περιπλανώμενους στη Ζώνη
είτε επιφορτισμένους με την παρακολούθηση και παρατήρηση
του ήρωα. Ορισμένοι από αυτούς έχουν παθιαστεί εξίσου με τη
Ρουκέτα…
Το 1973, ο απομακρυσμένος από τη δημοσιότητα Τόμας
Πύνσον – συγγραφικός θρύλος σήμερα – παρέδωσε το αδιαμ-
φισβήτητο magnum opus του, έχοντας ήδη εξελίξει το καθαρά
προσωπικό του ύφος καθ’ όλη την προηγούμενη δεκαετία. Ο
Πύνσον αποτελούσε επίγονο των μπίτνικ του ’50, γνήσιο τέκνο
της αντικουλτούρας του ’60, συνοδοιπόρο της Νέας Αριστεράς
και καλλιτεχνικό προπομπό του μεταμοντέρνου αναρχισμού του
’70. Το μυθιστόρημά του είναι ογκώδες, πολύπλοκο, πλούσιο,
προκλητικό, αστείο, δυσανάγνωστο κι ωστόσο γοητευτικό. Πα-
λεύοντας διανοητικά ενάντια σε κάθε όψη της νεωτερικής εμμονής
με το Κέντρο και τον Έλεγχο, ο συγγραφέας αξιοποιεί μία εποχή
ολικού πολιτισμικού μετασχηματισμού της Δύσης – τον Β’ Πα-
γκόσμιο Πόλεμο – ως καμβά στον οποίον ζωγραφίζει ανάγλυφα
με λέξεις την ατελείωτη μάχη ανάμεσα στη χειραφέτηση και
την υποδούλωση, ανάμεσα στην Ελίτ και στους Ευτελείς, στους
άρχοντες και στους αρχόμενους. Ως αλληγορικούς φορείς του Κέ-

83
ΑΝΤΛΙΑ

ντρου και του Ελέγχου, το βιβλίο χρησιμοποιεί δύο βασικά θέμα-
τα: την παράνοια (τα πάντα διασυνδέονται) και τον μυστικισμό
(τα πάντα είναι ένα). Η λύτρωση εντοπίζεται στη διαφυγή και
από τα δύο, στην κατάρριψη των ορθολογικών υποστηριγμάτων
της νεωτερικότητας και των καλλιτεχνικών τους αναλόγων, στην
επαναμάγευση του κόσμου. Ο Πύνσον επαναδιαπραγματεύεται
τα όρια ανάμεσα στο αποδεκτό και στο ανεπίτρεπτο, με το
βλέμμα του στραμμένο στην αποδόμηση του Λευκού Ευρωπαίου
Αρπακτικού και διεισδύοντας όχι στις συνωμοσίες της εξουσίας,
αλλά στην εξουσία ως συνωμοσία.
Ένα συγκαλυμμένο μανιφέστο του μεταμοντερνισμού σε
κάθε του έκφανση, το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας αγγίζει σχε-
δόν κάθε όψη της γνώσης και της ύπαρξης, την περιπλέκει, την
αποδομεί και την απεικονίζει μεταμορφωμένη στον αναγνώστη,
προσπαθώντας να του μεταφέρει ένα αίσθημα επίγνωσης της
εγγενώς παράλογης, αποδιοργανωμένης και ακατάληπτης φύσης
του σύγχρονου κόσμου – ένα βιβλίο των πάντων με στόχο το
τίποτα. Στις εκατοντάδες σελίδες του βιβλίου θα βρει κανείς υπο-
πλοκές και αναφορές κυμαινόμενες από τον ναζιστικό αποκρυφι-
σμό και τον εβραϊκό μυστικισμό μέχρι τη μαντεία των ταρώ, από
τις εγκυκλοπαιδικές λεπτομέρειες εξισώσεων της οργανικής χη-
μείας και της αεροδυναμικής μέχρι τεχνολογικές φαντασιώσεις με
επιστημονική αφετηρία, από τη θρησκεία και την αίρεση μέχρι τα
κόμικς υπερηρώων, από τη συνωμοσιολογία περί των Ιλουμινάτι
μέχρι δολοπλοκίες και καρτέλ πολυεθνικών βιομηχανιών, από εξό-
ριστους Αργεντινούς αναρχικούς μέχρι Σοβιετικούς κατασκόπους,
από τη μαρξιστική διαλεκτική μέχρι τον Φρανκ Σινάτρα, από
παιδόφιλους Ναζί μέχρι κοπρολάγνους Συμμάχους, από μαζοχί-
στριες πορνοστάρ μέχρι πανταχού παρόντες ρατσιστές. Σ’ αυτό
το πολύχρωμο αφηγηματικό καλειδοσκόπιο, ο συγγραφέας έχει
κεντήσει παράξενες ιστορίες δεύτερων χαρακτήρων, εξίσου γοη-
τευτικές με τις ευφάνταστες περιπέτειες του Σλόθροπ στη Ζώνη.
Όπως η πολύχρονη έχθρα του Σοβιετικού αξιωματικού Τσιτσέ-
ριν και του ετεροθαλούς αδερφού του Έντσιαν, ενός… Αφρικανού

84
Γιάννης Μαδεμλής

αξιωματικού των SS και «υποτακτικού» της Ρουκέτας, τα βάσα-
να της σοσιαλίστριας Λένι Πέκλερ στο μεσοπολεμικό Βερολίνο, ή
η ταραχώδης ζωή του… ηλεκτρικού λαμπτήρα Μπάιρον.
Το βιβλίο χαρακτηρίζουν οι τεράστιες αφηγηματικές πα-
ρεκβάσεις, η θρυμματισμένη σε δεκάδες νήματα μη γραμμική ιστο-
ρία με πολλαπλούς ανεξάρτητους αφηγητές, η απαιτητική, πυκνή
και συνεχώς ελισσόμενη γραφή με περιόδους εκτεινόμενες σε πα-
ραγράφους, τα αμφίσημα λογοπαίγνια, οι εσωτερικοί μονόλογοι
και οι ενότητες συνειρμικού τύπου. Ακόμα, οι σποραδικά και
ανεξήγητα εμβόλιμοι στίχοι αλλοπρόσαλλων τραγουδιών που
σχολιάζουν κωμικά τα δρώμενα, ένα τεράστιο και ετερόκλητο
πλήθος χαρακτήρων οι περισσότεροι από τους οποίους εμφα-
νίζονται ή αναφέρονται ελάχιστα, το περιοδικό γκρέμισμα του
τέταρτου τοίχου με το κείμενο να απευθύνεται άμεσα στον ανα-
γνώστη, τα σουρεαλιστικά ιντερμέδια, η τάση του συγγραφέα
να συμπιέζει τα όρια μεταξύ φανταστικού και πραγματικού μέχρι
εξαφάνισης, τα διάσπαρτα αποσπάσματα αφιερωμένα σε εξειδι-
κευμένες τεχνικές λεπτομέρειες, οι συνεχείς αναφορές στη λαϊκή
κουλτούρα της μεσοπολεμικής Γερμανίας, της Βρετανίας ή των
ΗΠΑ, η δυναμική και αυτοτελής φύση της αφήγησης που μοιάζει
κάποτε να «προσπαθεί» να παρατήσει την πλοκή ή τη μυθιστο-
ρηματική μορφή, η πλήρης αποσάθρωση της ιστορίας προς το
φινάλε – συνοδευόμενη από εμφανώς παραισθητικά παραληρή-
ματα – και ο γιγάντιος όγκος του (1000 σελίδες στην ελληνική
έκδοση). Όλα αυτά, καθιστούν το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας
ιδιαιτέρως δυσανάγνωστο και την κατανόησή του έναν μικρό
άθλο – φαινόμενο που απαλύνεται μονάχα από τις διάσπαρτες
χιουμοριστικές πινελιές. Αυτό φυσικά είναι και το μόνο – ωστόσο
μοιραίο – ελάττωμα ενός μυθιστορήματος που ο συγγραφέας του
κατέχει μία εξαιρετικά ευρεία γκάμα συγγραφικών μεθόδων και
προσεγγίσεων.
Ο Πύνσον επιχειρεί να υπονομεύσει κάθε καλλιτεχνική
σύμβαση όσον αφορά την πλοκή και την ανάπτυξη των χαρα-
κτήρων, υπερβαίνοντας τους μοντερνιστές προδρόμους του των

85
ΑΝΤΛΙΑ

αρχών του 20ου αιώνα. Δίνει πληροφορίες και μετά τις αναιρεί,
εισάγει χαρακτήρες και μετά τους αγνοεί, καταγράφει τις σκέψεις
τους και μετά τις υπονομεύει από ουδέτερη σκοπιά. Στην πο-
ρεία καταρρίπτει και ανατρέπει κάθε επιβεβλημένο στην κοινωνία
ταμπού ή κριτήριο καλού γούστου (π.χ. όσον αφορά τη σεξου-
αλικότητα, τη βία, το ανθρώπινο σώμα, τις ψυχοτρόπες ουσίες),
πνίγοντας γλαφυρά την αφήγηση σε κάθε τύπου σεξουαλική
«διαστροφή», υβρεολόγιο ή νοσηρή βιαιότητα και περιγράφο-
ντας περίπου κάθε χαρακτήρα – είτε με την πλευρά των Συμμά-
χων, είτε των Ναζί, είτε πρόσφυγα ή λιποτάκτη – ως ναρκομανή,
σεξομανή, αλκοολικό, έκφυλο. Πεινασμένο όμως πάντα για μια
αλήθεια, μια αγκαλιά ή μια αίσθηση του θαυμαστού μεγαλύτερη
απ’ τον ίδιο, που θα φέρει στην επιφάνεια κάποια πολυπόθητη
μετασχηματιστική και λυτρωτική ποιότητα. Έτσι, πέρα από τις
λογοτεχνικές, κάθε άλλη σύμβαση ή προειλημμένη αντίληψη του
αναγνώστη για τον Πόλεμο ή τα όρια του ηθικά «επιτρεπτού»
αναιρείται σαρκαστικά από τον συγγραφέα, με τη σεξουαλική
καταπίεση να συμπλέκεται με τη φροϋδική ορμή του θανάτου
και να στηλιτεύεται ως πηγή κάθε δεινού και κάθε κυριαρχικής
δομής: «Αλλά γιατί μας μαθαίνουν να νιώθουμε αντανακλαστική
ντροπή όποτε προκύπτει αυτό το θέμα [ο σαδομαζοχισμός]; Γιατί
το Σύστημα επιτρέπει όλες τις άλλες μορφές σεξουαλικής συμπε-
ριφοράς εκτός από αυτήν; Διότι η υποταγή και η κυριαρχία είναι
πρώτες ύλες που χρειάζεται για την επιβίωσή του. Δεν μπορούν
να σπαταλιούνται σε ιδιωτικό σεξ. Σε οποιοδήποτε είδος σεξ.
Χρειάζεται την υποταγή μας για να μπορεί να μείνει στην εξουσία.
Χρειάζεται τους πόθους μας για κυριαρχία για να μπορεί να μας
βάλει στο δικό του παιχνίδι εξουσίας. Δεν υπάρχει ηδονή σ’ αυτό,
μόνο εξουσία. Να ‘σαι σίγουρος, αν ο σαδομαζοχισμός μπορούσε
να επιβληθεί παγκόσμια, σε οικογενειακό επίπεδο, το Κράτος θα
παρέλυε”. Αυτό είναι σαδοαναρχισμός, και ο Θάνατς είναι ο κορυ-
φαίος θεωρητικός του στη Ζώνη αυτή την εποχή.»
Το δυσανάγνωστο του βιβλίου και η ασυνήθιστη δομή
του συνιστούν εσκεμμένα χαρακτηριστικά του, ίσως έναν παραλ-

86
Γιάννης Μαδεμλής

ληλισμό με την τερατώδη και τεχνητή πολυπλοκότητα ενός νεω-
τερικού κοινωνικού περιβάλλοντος ακατανόητου στον κοινό νου.
Δεν είναι καθόλου συμπτωματικός ο ακατάληπτος, περίπλοκος
ιστός σχέσεων, εξαρτήσεων και παρασκηνιακών διασυνδέσεων
μεταξύ πολυεθνικών εταιρειών, ερευνητών και κυβερνήσεων, ο
οποίος αποκαλύπτεται σταδιακά στο υπόβαθρο της ιστορίας.
Πρόκειται για έναν τρόπο σχολιασμού του μοντέρνου κόσμου,
μίας ψευδούς μεγάλης αφήγησης συγκροτημένης από την εξουσία
για τους ιδιοτελείς σκοπούς της, ώστε να κρυφθεί το απλό γεγο-
νός ότι ο πολιτισμός αυτός είναι ερωτευμένος με τον θάνατο. Πο-
λύτιμο βοήθημα στο έργο του συγγραφέα είναι η Επιστήμη της
νεωτερικότητας, η σύγχρονη ιερή αφήγηση της Προόδου δια της
τεχνολογίας, τόσο ως εργαλείο στην υπηρεσία του Ελέγχου όσο
και ως μύθος νομιμοποιητικός του Κέντρου. Η φαλλική Ρουκέτα,
σύμβολο της τεχνοκρατίας και της ανάπτυξης, δηλαδή της πε-
μπτουσίας του μοντέρνου εγχειρήματος, είναι το υπέρτατο σύμ-
βολο της τεχνοεπιστήμης χάρη στην εγγενώς διπλή της φύση:
μπορεί να ανοίξει στην Ανθρωπότητα τον δρόμο για τ’ αστέρια,
αλλά και να καταστρέψει τον κόσμο σε μια φονική φωτιά.
Από τον θεμελιώδη αυτόν συμβολισμό, μιας έννοιας και
μιας αντίφασης που απλώνει τα δίχτυα της παντού στον 20ο
αιώνα, προκύπτει τόσο η εμφανής παράνοια του ήρωα, αφού
«τα πάντα συνδέονται με τα πάντα» σε ένα πλέγμα ύποπτων
εξαρτήσεων και επιρροών με σκοτεινά κίνητρα το οποίο νιώθει
αναγκασμένος να ξεδιαλύνει, όσο και η λατρεία της Ρουκέτας που
διατρέχει το βιβλίο, οι εμμονές αρκετών χαρακτήρων μαζί της.
Είδωλο της σχιζοφρένειας ενός πλανήτη βυθισμένου στη αχλή
της «ορθολογικής» επιστήμης, του «αποτελεσματικού» κεντρι-
κού σχεδιασμού, του «αποδοτικού» συγκεντρωτικού ελέγχου,
των «καλοκουρδισμένων» μηχανιστικών συστημάτων, μα στην
πραγματικότητα άλλης μιας παραπλανητικής μεγάλης αφήγησης.
Ενός αντιπερισπασμού στοχευμένου να αποκρύπτει την παρα-
φροσύνη, τον κατακερματισμό, την παράλογη ιεραρχική δόμηση
του δυτικού πολιτισμού. Την συγκαλυμμένη λατρεία του για τον

87
ΑΝΤΛΙΑ

θάνατο και την καταστροφή, πηγή κάθε ισχύος και του πλού-
του που αυτή επιφέρει. Τη σκοτεινή όψη της νεωτερικότητας,
του νευρωτικού τέκνου του Διαφωτισμού, και των ελίτ που τη
διαχειρίζονται («αυτή είναι η πιο καθαρή μορφή ευρωπαϊκής πε-
ριπέτειας»). Κι εμείς, για τον Πύνσον όπως και για κάθε μεταμο-
ντέρνο, δεν κινούμαστε παρά μέσα στο άδοξο τέλος της Ιστορίας,
μάρτυρες της βύθισής της σε μία σταδιακή και αναπόδραστη
παγωμένη παρακμή, όπου τα πάντα απλώς ανακυκλώνονται και
το νόημα χάσκει χαμένο για πάντα.
Ο συγγραφέας, για να πετύχει τον στόχο του, συνθέτει τη
φόρμα του ιστορικού μυθιστορήματος με κάποια αύρα επιστημο-
νικής φαντασίας, διηγούμενος μία εναλλακτική, υπόγεια ιστορία
του Β' Παγκοσμίου Πολέμου εστιασμένη όχι τόσο στη σκιαγρά-
φηση χαρακτήρων, όσο στην απόδοση μιας αίσθησης για τους
θανατηφόρους, κρυφούς μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργεί
ο πολιτισμός μας στα παρασκήνια, ως συνολικό σύστημα: «Η
ιστορία με τους Γερμανούς και τους Ιάπωνες ήταν μόνο μία, κάπως
σουρεαλιστική, εκδοχή του πραγματικού Πολέμου. Ο πραγματικός
Πόλεμος διεξάγεται σε μόνιμη βάση. Οι θάνατοι μειώνονται πού
και πού. Αλλά ο Πόλεμος σκοτώνει ακόμα πολλούς ανθρώπους.
Μόνο που τώρα τους σκοτώνει με πιο διακριτικούς τρόπους. Πολ-
λές φορές, με τρόπους τόσο περίπλοκους που ακόμα κι εμείς, σ’
αυτό το επίπεδο, δεν μπορούμε να τους ανιχνεύσουμε. Αλλά πά-
ντα πεθαίνουν οι σωστοί άνθρωποι, όπως και όταν μάχονται οι
στρατοί. Αυτοί που, στη βασική εκπαίδευση, στέκονται στη μέση
της διάταξης των πολυβόλων. Αυτοί που δεν έχουν εμπιστοσύνη
στους λοχίες τους. Αυτοί που ολισθαίνουν και δείχνουν μια στιγμή
αδυναμίας στον Εχθρό. Αυτοί είναι που ο Πόλεμος δεν μπορεί να
χρησιμοποιήσει, κι έτσι πεθαίνουν. Και οι σωστοί επιζούν.» Ή ακό-
μα: «Όχι, δεν έχουμε ειρήνη. Κι αυτό προπαγάνδα είναι. Κάτι που
διαδίδει η P.W.E. Λοιπόν κύριοι, όπως έχετε δει από τις μελέτες, η
καλύτερη στιγμή είναι η 8η Μαΐου, λίγο πριν την παραδοσιακή μας
έξοδο της Πεντηκοστής, τα σχολεία είναι κλειστά, οι προβλέψεις
για τον καιρό μιλάνε για μια εξαιρετική εποχή για τις καλλιέργειες,

88
Γιάννης Μαδεμλής

η ζήτηση για κάρβουνο αρχίζει την εποχιακή της κάμψη, δίνοντάς
μας έτσι μια περίοδο χάριτος αρκετών μηνών για να ορθοποδήσουν
τα συμφέροντά μας στο Ρουρ – όχι, βλέπει μόνο τα ίδια ρεύματα
εξουσίας, τις ίδιες ένδειες μέσα στις οποίες σφάδαζε από το ’39.
Η κοπέλα του θα πρέπει να πάει στη Γερμανία, όπου μάλλον θα
αποστρατευτεί όπως όλοι. Δεν υπάρχει κανένα κανάλι με αντίθετη
φορά για να τους δώσει κάποια ελπίδα διαφυγής. Ακόμα κάτι γί-
νεται, μην το πείτε “πόλεμο” αν αυτό σας δημιουργεί νευρικότητα,
ίσως το ποσοστό θανάτου έχει πέσει μια-δυο μονάδες, κυκλοφορεί
και πάλι η μπύρα σε κουτάκια, και όντως υπήρχε πολύς κόσμος
στην πλατεία Τραφάλγκαρ κάποια νύχτα τώρα πρόσφατα…
αλλά η επιχείρησή Τους συνεχίζεται.» Και επίσης: «Μην ξεχνάς
ότι το πραγματικό αντικείμενο του πολέμου είναι η αγορά και η
πώληση. Ο φόνος και η βία είναι αυτό-αστυνόμευση, και μπορούν
να ανατεθούν σε μη επαγγελματίες. Η μαζική φύση του θανάτου
σε περίοδο πολέμου είναι χρήσιμη κατά πολλές έννοιες. Χρησιμεύει
ως θέαμα, ως αντιπερισπασμός από τις πραγματικές κινήσεις του
Πολέμου. Προμηθεύει πρώτη ύλη η οποία θα καταγραφεί στην
Ιστορία, έτσι ώστε τα παιδιά να διδάσκονται την Ιστορία ως
αλληλουχία βίας, μάχη με μάχη, και να προετοιμάζονται για τον
κόσμο των μεγάλων. Και, το καλύτερο απ’ όλα, ο μαζικός θάνατος
είναι ένα ερέθισμα για τον απλό κοσμάκη, τα ανθρωπάκια, για να
προσπαθούν να αρπάξουν ένα κομμάτι από την πίτα όσο βρίσκο-
νται εδώ για να το καταπιούν. Ο πραγματικός πόλεμος είναι ένα
πανηγύρι αγορών. Οργανικές αγορές, που με πολλή προσοχή οι
επαγγελματίες τιτλοφορούν “μαύρες”, ξεπηδούν παντού. Τα δολά-
ρια, οι στερλίνες και τα μάρκα του ράιχ εξακολουθούν να κινούνται,
αυστηρά σαν σε κλασικό μπαλέτο, μέσα στις αντισηπτικές μαρ-
μάρινες αίθουσές τους. Εδώ έξω όμως, εδώ κάτω ανάμεσα στους
ανθρώπους, γεννιούνται τα αληθινά νομίσματα. Έτσι, οι Εβραίοι
γίνονται εμπορεύσιμοι. Τόσο εμπορεύσιμοι όσο τα τσιγάρα, το
μουνί ή οι σοκολάτες Χέρσι.»
Ο Πύνσον υπονομεύει την επίσημη εξουσιαστική αφήγηση
περί του Πολέμου από τη σκοπιά των απόκληρων, των στε-

89
ΑΝΤΛΙΑ

ρούμενων κάθε ισχύος και, επομένως, ικανών να διακρίνουν με
σαφήνεια το διάχυτο, ασφυκτικά καθολικό πλέγμα των σχέσεων
εξουσίας. Συνεπής με την αχρονική αντίληψη της ιστορικής ανα-
κύκλωσης χωρίς προδιαγεγραμμένο προορισμό, προεκτείνει αυ-
τόν του τον αντίλογο στο παρόν της συγγραφής (αρχές του ’70,
όταν είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται η οριστική ήττα της αντι-
κουλτούρας εν μέσω της «αντεπανάστασης» του Νίξον) μέσω
διακριτικών παραλληλισμών. Οι τελευταίες 100 σελίδες κρύβουν
το κλειδί της αποκρυπτογράφησης του κειμένου, με καβαλιστικές
φλυαρίες του εβραϊκού μυστικισμού, ανακλώμενες και στην ορ-
γανωτική δομή του βιβλίου όπως έχει φέρει στο φως η ανάλυση
του Weisenburger, να τονίζουν μία ανάγκη επιστροφής σε μία
αρχέγονη καθολική ενότητα στον πυρήνα της ύπαρξης. Όλα δη-
λωτικά μιας ατέρμονης προσπάθειας για τον εντοπισμό κάποιου
εγγενούς, κρυμμένου νοήματος στην επίγεια παρουσία μας, πολύ
πριν ο Διαφωτισμός προσδώσει ορθολογικό χαρακτήρα σ’ αυτή
την αναζήτηση: «Για παράδειγμα, κάποιοι από τους Θεμελιωτές
της Αμερικής ήταν Μασόνοι. Κυκλοφορεί μια θεωρία ότι οι ΗΠΑ
ήταν, και είναι ακόμα, μια γιγάντια μασονική συνωμοσία κάτω από
τον έλεγχο μιας ομάδας γνωστής ως Ιλουμινάτι. Είναι δύσκολο να
κοιτάς το παράξενο μοναδικό μάτι που στεγάζει την πυραμίδα που
υπάρχει στο χαρτονόμισμα του ενός δολαρίου, και να μην αρχίσεις
να πιστεύεις αυτή την ιστορία, έστω και λίγο. Πάρα πολλοί αναρ-
χικοί στην Ευρώπη του 19ου αιώνα – ο Μπακούνιν, ο Προυντόν,
ο Σαβέριο Φρίσα – ήταν Μασόνοι, και αυτό δεν μπορεί να είναι
τυχαίο. Οι εραστές των παγκόσμιων συνωμοσιών, που δεν είναι
όλοι Καθολικοί, μπορούν πάντα να υπολογίζουν στους Μασόνους
για να νιώσουν λίγο τρόμο και λίγο κενό, όταν όλα τα υπόλοιπα
δεν επιδρούν πια… …Όταν ο Μπλαντ έγινε μέλος τους, οι Μασόνοι
είχαν πια εδώ και πάρα πολύ καιρό εκφυλιστεί σε επιχειρηματική
λέσχη. Είναι πράγματι κρίμα. Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες
κάθε είδους, ανά τους αιώνες, είχαν κάνει να ατροφήσουν κάποιοι
αισθητήριοι δέκτες και κάποιες περιοχές του ανθρώπινου εγκεφά-
λου, έτσι ώστε, για τους περισσότερους από τους συμμετέχοντες,

90
Γιάννης Μαδεμλής

οι σημερινές τελετουργίες δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια
φτηνή μασκαράτα… …Η μαγεία σ’ αυτές τις μασονικές τελετές εί-
ναι πάρα πολύ παλιά. Και εκείνες τις εποχές λειτουργούσε. Καθώς
περνούσε ο καιρός, και άρχισε να χρησιμοποιείται για θέαμα, για
να στερεοποιήσει αυτό που ήταν απλά κοσμική μορφή εξουσίας,
άρχισε να χάνει τη δραστικότητά της. Αλλά οι λέξεις, οι κινήσεις
και ο μηχανισμός έχουν μεταφερθεί λίγο-πολύ πιστά μέσα στις χι-
λιετίες, μέσα από τον ζοφερό εξορθολογισμό του Κόσμου, κι έτσι η
μαγεία υπάρχει ακόμα, αν και σε λανθάνουσα μορφή, και το μόνο
που χρειάζεται για να ζωντανέψει είναι να αγγίξει το κατάλληλο
ευαίσθητο μυαλό.»
Στον αντίποδα, βρίσκει κανείς συνεχείς αναφορές στη διά-
λυση, την πολυδιάσπαση, την έλλειψη κεντρικής αρχής, βαθέως
νοήματος και ενοποιητικής λειτουργίας: ένας κόσμος σε συνεχή
μετασχηματισμό, με μυριάδες ασυντόνιστες εστίες αλλαγής χωρίς
πραγματικό στόχο. Έτσι, το μοντέρνο εγχείρημα που στιγμάτι-
σε τη νεωτερικότητα, φθάνοντας στην κορύφωσή του με τον Β’
Παγκόσμιο Πόλεμο, πνιγμένο στην επιστήμη, στον θετικισμό, στις
τεχνολογίες του ελέγχου και στην καθολική υποταγή σε κάποιο
άπιαστο ορθολογικό σχέδιο, παραλληλίζεται με μυστικιστικές
ψευδαισθήσεις. Το νόημα είναι άφαντο, η ολιστική γνώση του
κόσμου αδύνατη, η Πρόοδος ένας μύθος, η υπεσχημένη ουτοπία
τίποτε άλλο από ένας ξερότοπος της Ιστορίας, πλασμένος από
τα ψέματα της εξουσίας και ποτισμένος με αίμα: «Νομίζω πως
υπάρχει μια τρομερή πιθανότητα τώρα, μέσα στον Κόσμο. Δεν
μπορούμε να την παραμερίσουμε, πρέπει να την κοιτάξουμε κατά-
ματα. Είναι πιθανό ότι Εκείνοι δεν θα πεθάνουν. Ότι είναι δυνατόν
πλέον γι’ αυτούς να ζούνε αιώνια – αν και εμείς, φυσικά, θα συνε-
χίσουμε να πεθαίνουμε όπως πάντα. Ο Θάνατος ήταν πάντοτε η
πηγή της δύναμής τους. Ήταν εύκολο για εμάς να το δούμε αυτό.
Αν ερχόμαστε εδώ μόνο για μια φορά, τότε προφανώς έχουμε έρθει
για να πάρουμε ό,τι μπορούμε για όσο μπορούμε. Αν Εκείνοι έχουν
πάρει πολύ περισσότερα, όχι μόνο από τη Γη αλλά και από εμάς
– γιατί να Τους φθονούμε, αφού είναι καταδικασμένοι να πεθάνουν,

91
ΑΝΤΛΙΑ

όπως κι εμείς; Είμαστε όλοι στο ίδιο καζάνι, και βράζουμε μαζί…
ναι, ναι. Αλλά είναι αλήθεια αυτό; Ή μήπως είναι το καλύτερο και
το πιο προσεκτικά διαδεδομένο απ’ όλα τα ψέματά Τους, γνωστά
και άγνωστα; Πρέπει να συνεχίσουμε έχοντας υπόψη την πιθα-
νότητα ότι πεθαίνουμε μόνο γιατί το θέλουν Εκείνοι: γιατί Εκείνοι
έχουν ανάγκη για την επιβίωσή Τους τον δικό μας τρόμο. Εμείς
είμαστε η σοδειά Τους…»
Η άλογη πολυδιάσπαση και συνύπαρξη πολλαπλών
ασύμβατων στοιχείων αντικατοπτρίζεται στην ίδια τη φύση του
βιβλίου, που μοιάζει να συμπεριλαμβάνει τα πάντα χωρίς ποτέ
να τα συναρμολογεί σε κάποιο ενιαίο όλον – έστω κι αν περιο-
δικά υπονοείται πως ένα τέτοιο καθολικό όραμα υπάρχει και το
περίγραμμά του μπορεί να αποκαλυφθεί ανά πάσα στιγμή, όπως
ακριβώς υποσχόταν ο Διαφωτισμός. Η κεντρική συνωμοσία τε-
λικά δεν ξεδιαλύνεται πλήρως, η μεγάλη εικόνα παραμένει εκτός
εστίασης, οι συμβατικές αναγνωστικές μας προσδοκίες προσκρού-
ουν στο συγγραφικό τείχος του επιστημολογικού σχετικισμού και
της έκλειψης του νοήματος. Από το ξεγύμνωμα αυτό, το μόνο
που μένει είναι ένα συνονθύλευμα αποκλινόντων αντιλήψεων, πά-
ντα πιασμένων στην τεχνοεπιστημονική μέγγενη της νεωτερικής
εξουσίας: «Η Ρουκέτα πρέπει να επιβιώσει από αιρέσεις ισχυρές,
που δεν μπορούν να ανατραπούν… και θα υπάρξουν αιρετικοί:
γνωστικοί που έχουν φτάσει μέσα σε μια ροή ανέμου και φωτιάς ως
τους θαλάμους του Θρόνου της Ρουκέτας… Καββαλιστές που με-
λετούν τη Ρουκέτα σαν Τοράχ, γράμμα με γράμμα – καρφιά, καυ-
στήρες και μπρούντζινες πυξίδες, το κείμενό της είναι στη διάθεσή
τους για να το μεταλλάξουν και να το συνδυάσουν σε νέες αποκα-
λύψεις, που πάντα θα ξεδιπλώνονται… Μανιχαϊστές που βλέπουν
δύο Ρουκέτες, μία καλή και μια κακή, που μιλούν μαζί στην ιερά
ιδιόλεκτο των Αρχέγονων Διδύμων (κάποιοι λένε πως τα ονόματά
τους είναι Έντσιαν και Μπλίτσερο), μιας καλής Ρουκέτας που θα
μας πάει στ’ αστέρια και μιας κακής Ρουκέτας για την αυτοκτονία
του Κόσμου, και οι δυο τους θα μάχονται αιώνια. Αλλά αυτοί οι
αιρετικοί θα κυνηγηθούν και το κράτος της σιωπής θα μεγαλώσει

92
Γιάννης Μαδεμλής

καθώς θα σκοτώνονται ένας-ένας… όλοι θα κυνηγηθούν. Ο καθένας
θα έχει την προσωπική του Ρουκέτα.» Η καθολική, αντικειμενική
γνώση του κόσμου μέσω του ορθού λόγου, αυτό το άγιο δι-
σκοπότηρο της διαφωτιστικής σκέψης, στιγματίζεται έτσι ως ένα
άπιαστο όνειρο, ένα καθησυχαστικό παραμύθι των ισχυρών που
προϋποθέτει την επιβολή της δικής τους αλήθειας ως μοναδικής,
παγκόσμιας αλήθειας – οι αντιρρησίες όμως θα υπάρχουν για
πάντα και δεν θα ησυχάσουν ποτέ από τους διώκτες τους.
Δεν είναι σύμπτωση ούτε η εντροπική φύση της σταδιακά
αποσαθρωνόμενης αφήγησης, ούτε η εμμονή του συγγραφέα με
τη σκιαγράφηση θετικιστών επιστημόνων ως τραγικών χαρα-
κτήρων, όπως ο Ρότζερ Μέξικο ή ο Πόιντσμαν, οι οποίοι προ-
σπαθούν να προδιαγράψουν την ίδια τους τη ζωή στα μοτίβα
ελεγχόμενων εργαστηριακών πειραμάτων ή μαθηματικών μοντέ-
λων με αφετηρία απλουστευτικές παραδοχές, αποτυγχάνοντας
τελικά παταγωδώς. Ωστόσο, παρά την ολική κατάρρευση του
θετικισμού όταν αυτός έρχεται σε σύγκρουση με την πραγματι-
κότητα, η Επιστήμη συνεχίζει να κυριαρχεί – με κάθε αρνητική
χροιά του εν λόγω ρήματος – γιατί αυτό συμφέρει την εξου-
σία. Ο συγγραφέας προσπαθεί, και πετυχαίνει, να μην υπάρχει
αναγνώστης που θα τελειώσει το βιβλίο χωρίς να έχει έρθει ένα
βήμα εγγύτερα στη συνειδητοποίηση του «πόσο πολύ το σύμ-
βολο του διπλού ολοκληρώματος μοιάζει με το έμβλημα των SS».
Τα περισσότερα νήματα της πλοκής, για λόγους αφηγη-
ματικής οικονομίας, αρχίζουν να συγκλίνουν ήδη μετά τα 2/3
του βιβλίου, αλλά η σκοτεινή και αποτρόπαια κορύφωση του
φινάλε – μία πολυαναμενόμενη αναδρομή στη στιγμή της χρησι-
μοποίησης της 00000 πριν τη λήξη του Πολέμου, την ημέρα του
Πάσχα του 1945 – φθάνει πολύ μετά την ουσιαστική «εξαφάνι-
ση» του πρωταγωνιστή Σλόθροπ από την ιστορία, τη διάλυση
μιας προσωπικότητας τεχνητά συγκροτημένης και με κόπο συ-
γκρατημένης (μέχρι τότε) ως ενιαίας. Ο Άνθρωπος της Ρουκέτας,
ο μοντέρνος Άνθρωπος, ο Τρελός των ταρώ, ο αναζητητής του
νοήματος, το γέννημα της Επιστήμης, ο ξεριζωμένος αντιήρωας

93
ΑΝΤΛΙΑ Γιάννης Μαδεμλής

με την κλεμμένη ταυτότητα και τους ακατανόητους στόχους,
έχει ήδη κατακερματιστεί και το απρόσμενο τέλος γράφεται με
τη «σταυρική» θυσία της αθωότητας. Όποιος αναγνώστης έχει
αντέξει ως εκεί, με έναν πύραυλο στραμμένο πάνω του στην
τελευταία σελίδα, ανταμείβεται με την πραγματική εικόνα της
Δύσης – βγαλμένη από την Κόλαση. Όπως και το ίδιο αυτό το
βιβλίο.

94
Mαρία Eλισάβετ Κοτίνη

Dark Hope
(Children of the Sky)

You can fly through this universe
stepping on a pile of confronted selves
the Head will seek the Sky
and the Wings will wide open
following a plan that was never spoken
The Children of the Sky seek for the Light
while they're walking on Earth
to satisfy their Birth
And look up high
the Children of the Sky
for up is where they whole can rest
but happen to forget...

Descendants of the Earth
yet they happen to forget
They cover their feathers with skin
cover their faces with grin
Cover their bareness with guilt
and cover their eyesight with needs
of deeds, purposes and poor beliefs
And blinded by the ashes
they only cherish flashes
for they can't face the Sun
without a veil
The Children of the Sky seek for the Light
while they're grounded on Earth
yes, they're grounded on Earth
to satisfy their Birth.

95
ΑΝΤΛΊΑ Mαρία Eλισάβετ Κοτίνη

Rugged

I am Almighty and I sail the sea
my spirit is there where the lusty sirens meet
the wind is sometimes a friend to me
and sometimes it blows me like an old known enemy
My compass doesn’t point to the north and west
it’s stuck in my chest and it drags me through my quest
I hold a map with no signs on it
and watch my traces unfold into the route that I seek

“Come on over… Hail to the Rover”
I can hear the sirens sing
their luring voices won't tempt me in

I am my own captain and commander
Sailing above the sea or sailing under
I am my own captain and commander
I roam the sea and plunder

Death doesn’t scare me I feel his breath
stretching my arm and I can touch his forehead

And all the treasures I find behind I leave
for I see nothing is worth to keep
Gold is as heavy as a ball and chain

Come on over
Come on Pirate of the Streets
Hail to the Rover
Their luring voices won’t tempt me in

• Τα ποιήματα Dark Hope (Children of the Sky) και Rugged έχουν μελοποιηθεί
από τους M.A.t.E.

96

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful