Vous êtes sur la page 1sur 97

Τίτλος πρωτοτύπου:

Reprobate Lord, Runaway Lady


© Isabelle Goddard 2010. All rights reserved.
© 2012 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ
για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με
τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.à.r.l.
ISSN 1108-4324
Μετάφραση: Έφη Αρβανίτη
Επιμέλεια: Μυρτώ Αντωνοπούλου
Διόρθωση: Σωτηρία Αποστολάκη
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή
άδεια του εκδότη.
ΚΛΑΣΙΚΑ ΑΡΛΕΚΙΝ - ΤΕΥΧΟΣ 282
Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα.
Made and printed in Greece.
Κεφάλαιο 1

Λονδίνο, 1817
«Αμελί, θα το κάνεις αυτό για μένα, για την οικογένειά μας». Ήταν περισσότερο διαταγή παρά ερώτηση.
Η νεαρή γυναίκα κράτησε το κεφάλι της ψηλά και εμπόδισε τα δάκρυα να τρέξουν παίζοντας γρήγορα τα βλέφαρά της.
Παρά το κουράγιο της, τα γλυκά καστανά μάτια της είχαν ένα ηττημένο βλέμμα.
«Μπαμπά, δεν μπορώ. Ζήτα μου ό,τι άλλο θέλεις, όμως δεν μπορώ να παντρευτώ αυτό τον άντρα».
Ο πατέρας της, που βημάτιζε νευρικά πέρα δώθε πάνω στο φθαρμένο χαλί της βιβλιοθήκης, σταμάτησε ξάφνου απέναντί της
και την κοίταξε με διαπεραστικό, άγριο βλέμμα. «Ο σερ Ρούφους Γκλάιντ είναι ένας αξιοσέβαστος ευγενής, ένας άντρας που
θα σου χαρίσει ένα κομψό σπίτι και ασφαλές μέλλον. Επιπλέον είναι ο άνθρωπος που θα σώσει τούτη την οικογένεια από την
καταστροφή».
Κοίταξε πίσω από τον πατέρα της στο ανοιχτό παράθυρο, χωρίς όμως να βλέπει τα τριαντάφυλλα που πλημμύριζαν τον
κήπο μ’ ένα όργιο χρωμάτων μέσα στον ήλιο του δειλινού.
«Μα, μπαμπά, η κατάσταση δεν μπορεί να είναι τόσο απελπιστική».
Ο λόρδος Σίλβερντεϊλ έμεινε σιωπηλός. Το όμορφο πρόσωπό του φαινόταν καταβεβλημένο και ωχρό. Μίλησε ήσυχα αλλά
κατηγορηματικά.
«Η οικογένεια είναι κυριολεκτικά κατεστραμμένη. Τους τελευταίους μήνες αναγκάστηκα να πουλήσω το στάβλο με τα
άλογά μου και να νοικιάσω το Νίδερκοτ Πλέις σ’ έναν εύπορο αστό. Τόσες γενιές των Σίλβερντεϊλ ατιμασμένες από το
αστικό χρήμα! Και τώρα ο εθισμός του Ρόμπερτ στη χαρτοπαιξία θα μας κοστίσει την τελευταία δικλείδα ασφαλείας μας: το
σπίτι μας εδώ στην Γκρόβενορ Σκουέαρ».
«Και γιατί να μη βρει ο Ρόμπερτ έναν τρόπο να ξεπληρώσει τα χρέη του;» Ο παρακμιακός τρόπος ζωής του αδερφού της
ήταν ασυγχώρητος. «Γιατί δεν κάνει εκείνος έναν πλούσιο γάμο;»
Ο λόρδος Σίλβερντεϊλ κοίταξε την κόρη του, εκθαμβωτικά όμορφη ακόμα και με το απλό φόρεμα από εμπριμέ μουσελίνα.
«Αμελί», της είπε σε μαλακό τόνο, «ξέρεις ότι αυτό δεν είναι δυνατόν. Τι έχει εκείνος να προσφέρει σε μια γυναίκα εκτός από
χρέη και αστάθεια; Δεν είναι δα κανένας περιζήτητος γαμπρός. Ενώ εσύ έχεις νιάτα, ομορφιά και ισχυρό χαρακτήρα. Ο
Ρούφους Γκλάιντ σε θαυμάζει και θέλει να σε κάνει γυναίκα του».
«Μα έχει σχεδόν τα διπλάσια χρόνια μου».
«Είναι κάπου δεκατέσσερα χρόνια μεγαλύτερός σου. Δεν είναι πολλά. Κι άλλωστε είναι καλό για έναν άντρα να έχει
μεγαλύτερη πείρα απ’ τη σύζυγό του, να της διδάσκει πώς να συμπεριφέρεται στην κοινωνία».
Στο νου της ήρθε το λάγνο βλέμμα του Ρούφους Γκλάιντ και τα λεπτά χείλη του με το σαρκαστικό χαμόγελο, και η Αμελί
ανατρίχιασε. Δε θα ήθελε να διδαχτεί τίποτα από ένα τέτοιον άντρα. Από την αποστροφή της έστριψε δυνατά το βατιστένιο
μαντιλάκι της.
«Δε θα μπορέσω ποτέ να τον συμπαθήσω», δήλωσε.
«Γιατί, μήπως συμπαθείς κανέναν άλλον; Είχες μια ολόκληρη σεζόν να βρεις κάποιον του γούστου σου, μια σεζόν που μετά
βίας μπόρεσα να αντεπεξέλθω στα έξοδα. Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Ήσουν απόμακρη και απρόσιτη απέναντι στους
νεαρούς που γνώρισες. Μόνο ένας ήταν αρκετά πρόθυμος να αψηφήσει την ψυχρότητά σου και να σου κάνει πρόταση γάμου
κι αυτόν τον απέρριψες χωρίς δεύτερη σκέψη. Τι θέλεις λοιπόν;»
«Θέλω να μείνω ανύπαντρη, μπαμπά. Είμαι ευγνώμων για όσα έκανες, όμως οι άντρες που γνώρισα ήταν επιφανειακοί και
ανήθικοι. Ποτέ δε θα παντρευτώ αν δε βρω έναν άντρα που θα μπορώ στ’ αλήθεια να αγαπώ και να σέβομαι... κι αυτό μοιάζει
απίθανο».
«Θα είσαι τυχερή αν βρεις οποιονδήποτε άντρα στο μέλλον. Δε θα υπάρξουν άλλες κοινωνικές σεζόν, ούτε καν σπίτι δε θα
έχουμε αν ο σερ Ρούφους κατάσχει την υποθήκη μας», πρόσθεσε με πίκρα ο πατέρας της.
Η Αμελί τα έχασε. «Τι εννοείς;»
«Δεν είχα σκοπό να σου το πω, αλλά πρέπει να ξέρεις πώς έχει η κατάσταση. Ο αδερφός σου έχασε αυτό το σπίτι από τον
Ρούφους Γκλάιντ. Πάνω σε μια τρέλα το έπαιξε στα χαρτιά. Αν δεν παντρευτείς τον Ρούφους, θα μείνουμε άστεγοι».
«Πώς του επιτρέπεις να μας απειλεί έτσι;»
«Έλα τώρα, παιδί μου, ο άνθρωπος είναι πρόθυμος να συμβιβαστεί και να επιστρέψει την υποθήκη αν τον παντρευτείς.
Είμαι σίγουρος ότι πάντοτε θα σου φέρεται με σεβασμό και θα έχεις άφθονα χρήματα και χρόνο για τα ενδιαφέροντά σου.
Τέτοια προξενιά γίνονται συχνά στον κύκλο μας. Το ξέρεις αυτό». Ο λόρδος Σίλβερντεϊλ σώπασε όταν σκέφτηκε το δικό του
γάμο από έρωτα και το μεθυστικό πάθος που μετά βίας διήρκεσε ένα χρόνο. «Συχνά πετυχαίνουν πολύ περισσότερο από
ορισμένους γάμους από έρωτα».
Η Αμελί γύρισε από την άλλη μεριά για να κρύψει την αηδία της.
«Δεν έχω άλλη επιλογή», είπε ο πατέρας της με ύφος βαρύ. «Είναι ένα χρέος τιμής και πρέπει να πληρωθεί, με τον έναν ή με
τον άλλον τρόπο».
«Και θα το πληρώσω εγώ λοιπόν», ξέσπασε εκείνη. «Θα γίνω το εξιλαστήριο θύμα της οικογένειας, έτσι δεν είναι;» Άρχισε
να πηγαινοέρχεται θυμωμένη στο δωμάτιο, ανάμεσα στις σκονισμένες, γεμάτες με βιβλία βιβλιοθήκες, και οι καστανές
μπούκλες της χοροπηδούσαν γύρω από το όμορφο πρόσωπό της.
Μ’ ένα μουρμούρισμα απόγνωσης ο λόρδος Σίλβερντεϊλ ήρθε κοντά της και κράτησε τα χέρια της. «Αρκετά. Ξεχνάς τη
θέση σου. Είσαι όμορφη και έξυπνη, κόρη μου, αλλά και υπερβολικά ανεξάρτητη. Αυτό απωθεί τους άντρες και όσους δεν
απωθεί δεν μπορείς να τους έχεις. Να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό που ο σερ Ρούφους εκτιμά το πνεύμα όσο και την
ομορφιά σου. Ήταν πολύ ευπρεπής όταν μου ζήτησε την άδεια να σου εκφράσει το ενδιαφέρον του και συμφώνησα».
«Όχι, όχι, δεν μπορώ να το κάνω», είπε εκείνη με μια πνιχτή κραυγή. «Ζήτα μου οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ αυτό! Προτιμώ
να δουλέψω και να κερδίσω μόνη το ψωμί μου».
«Να κερδίσεις το ψωμί σου; Τι είναι αυτά που λες; Έχεις μια θλιβερή τάση για μελοδραματισμούς, η οποία θυμίζει τις
γαλλικές καταβολές σου», είπε ο πατέρας της περιφρονητικά και απομακρύνθηκε προς τα μεγάλα παράθυρα.
Ξαναγυρίζοντας κοντά της είχε μια έκφραση σκληρή και φωνή που δε σήκωνε καμία διαφωνία.
«Σου έγινε μια εξαιρετικά προνομιακή προσφορά, Αμελί, η οποία θα διασφαλίσει το μέλλον της οικογένειας και το δικό
σου. Πήγαινε αμέσως στο δωμάτιό σου και μείνε εκεί. Το πρωί περιποιήσου τον εαυτό σου, γιατί ο σερ Ρούφους θα μας
επισκεφτεί το μεσημέρι και θα δεχτείς την προσφορά του. Έγινα σαφής;»
Η συζήτηση είχε τελειώσει. Ο λόρδος κάθισε βαριά στο γραφείο του και άρχισε να ξεφυλλίζει ανόρεχτα τα σκορπισμένα
χαρτιά του. Η κόρη του, έτοιμη να ξεσπάσει σε δάκρυα οργής, έκανε μεταβολή και βγήκε από το δωμάτιο κοπανώντας με
δύναμη τη δρύινη πόρτα.
Μόλις βρέθηκε στην κάμαρά της κάθισε πάνω στο δαμασκηνό κάλυμμα του κρεβατιού και έκλαψε. Η θλίψη της ήταν
αβάσταχτη μα η οργή της μεγαλύτερη. Ήταν υποχρεωμένη να υποστεί έναν σιχαμερό γάμο εξαιτίας της βλακείας του
αδερφού της! Ήξερε ότι ο πατέρας της ήταν αυταρχικός, όχι όμως και τόσο σκληρός ώστε να την πουλήσει στον πλειοδότη
γαμπρό. Πάντοτε ήταν ένας στοργικός γονιός. Διάβαζε μαζί της, της μάθαινε ιππασία όταν η Αμελί απέκτησε το πρώτο της
πόνι και της χάριζε όμορφα δώρα στα γενέθλιά της. Εντούτοις, όταν θύμωνε, μπορούσε να γίνει ανελέητος.
Μέχρι τώρα δεν είχε αντιμετωπίσει αυτή την πλευρά του χαρακτήρα του, αλλά ήξερε πόσο βασανιστική υπήρξε για τη
σύζυγό του. Η καρδιά της πόνεσε στη θύμηση της νεκρής μητέρας της. Η Λουίζ Σεν Κλαιρ δεν είχε ζήσει μια ευτυχισμένη
ζωή. Μετανάστρια απ’ τη Γαλλία, έζησε δυστυχισμένη πλάι σ’ έναν Άγγλο αριστοκράτη ώσπου πέθανε πρόωρα.
Ο λόρδος Μάιλς Σίλβερντεϊλ θα πρέπει να είχε φανεί στην Λουίζ σαν ένας ιππότης πάνω σε άσπρο άλογο όταν τον
πρωτογνώρισε, λίγους μήνες μετά το επικίνδυνο ταξίδι της από τα περίχωρα του Παρισιού στην εξορία της Αγγλίας. Ένα
χρόνο πριν πέσει η Βαστίλη κι ενώ η επανάσταση ήταν έτοιμη να ξεσπάσει. Παντού υπήρχαν εκδηλώσεις εξέγερσης, κι όταν η
κατοικία των Σεν Κλαιρ λεηλατήθηκε, χωρίς οι υπηρέτες να εμποδίσουν την εισβολή, η Μπριέλ Σεν Κλαιρ αποφάσισε πως
δεν ήταν πια ασφαλές να μείνουν εκεί. Πήρε τη δεκαοχτάχρονη κόρη της και, ντυμένες και οι ίδιες σαν υπηρέτριες, ξεκίνησαν
μέσα στη νύχτα το αργό και βασανιστικό ταξίδι τους ως την ακτή της Μάγχης. Προχωρούσαν με το σκοτάδι και την ημέρα
ξεκουράζονταν κρυμμένες πίσω από θάμνους, τρέμοντας μήπως τις ανακαλύψουν.
Για μια μετανάστρια σε ξένη γη, η πρόταση γάμου του λόρδου Σίλβερντεϊλ θα πρέπει να φάνηκε σαν θαύμα. Της
υποσχέθηκε ευτυχία, ασφάλεια κι ένα καινούριο μέλλον για το νεαρό, άστεγο κορίτσι. Όμως η ευτυχία διήρκεσε μόνο ένα
χρόνο, μέχρι τη γέννηση του Ρόμπερτ. Μετά η Λουίζ ήταν άρρωστη για μήνες, ανήμπορη να συμμετέχει στις κοινωνικές
δραστηριότητες του συζύγου της. Ο Μάιλς Σίλβερντεϊλ, έχοντας ερωτευτεί παράφορα ένα νεανικό κορμί κι ένα όμορφο
πρόσωπο, στερήθηκε ξαφνικά τη συντροφιά και των δύο.
Οι αλλεπάλληλες αποβολές που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια τούς απομάκρυναν ακόμα περισσότερο. Η γέννηση της
Αμελί και η αναπάντεχη επιβίωσή της είχαν φέρει στο ζευγάρι μόνο μια πρόσκαιρη συμφιλίωση. Ακόμα και ως παιδί είχε
αντιληφθεί τον πόνο στο πρόσωπο της μητέρας της όταν ο σύζυγός της έφυγε για μια ακόμα πολυήμερη παραμονή στην
εξοχική κατοικία κάποιου φίλου, ξέροντας πως εκεί θα περνούσε τον περισσότερο χρόνο του απολαμβάνοντας τη συντροφιά
άλλων γυναικών.
Αυτό όμως δε θα συνέβαινε στην ίδια! Είχε κληρονομήσει την ομορφιά της μητέρας της, ήταν σίγουρο, αλλά είχε και το
ελεύθερο πνεύμα της γιαγιάς της. Η Λουίζ μπορεί να είχε τρελαθεί από το φόβο της στο ταξίδι διαφυγής από τη Γαλλία, μα η
Μπριέλ Σεν Κλαιρ το ευχαριστήθηκε. Οι ιστορίες της για τις περιπέτειές τους είχαν συναρπάσει την Αμελί. Η κατοπινή ζωή
της Μπριέλ θα γινόταν η σκιά της χαράς που είχε γνωρίσει. Έχοντας αντιληφθεί προφανώς αυτή την αλήθεια, έφτιαξε το νέο
σπιτικό της στη λουτρόπολη του Μπαθ. Η Αμελί χαμογέλασε πικρά όταν φαντάστηκε τη συναρπαστική γιαγιά της να
ανταλλάσσει ανούσια κουτσομπολιά με την πληκτική αριστοκρατία του Μπαθ στην αίθουσα γευμάτων μετά τα ιαματικά
λουτρά. Είχε επισκεφτεί και η ίδια το Μπαθ όταν ήταν παιδί, αλλά η τελευταία φορά που είχε δει την Μπριέλ ήταν πέντε
χρόνια νωρίτερα, στην κηδεία της μητέρας της, μια περίσταση επώδυνη.
Της ήρθε μια ιδέα. Αυτό ήταν. Θα πήγαινε στη γιαγιά της. Η Μπριέλ θα γινόταν το καταφύγιό της και θα την υπεράσπιζε
απέναντι στον άντρα τον οποίο κατηγορούσε για την κατάπτωση και τον πρόωρο θάνατο της κόρης της. Είχε προειδοποιήσει
τη Λουίζ να μην παντρευτεί τον λόρδο Σίλβερντεϊλ, απελπισμένη όμως για λίγη σταθερότητα η κόρη της δεν την είχε
ακούσει.
Η Αμελί σηκώθηκε όρθια και ίσιωσε τις πράσινες κορδέλες γύρω από τη μέση της. Η γιαγιά της θα γινόταν ο ήρωάς της,
ήταν σίγουρη. Πώς όμως να την έβρισκε, πώς να πήγαινε στο Μπαθ; Βυθισμένη καθώς ήταν στις σκέψεις της δεν άκουσε το
χτύπημα στην πόρτα του δωματίου της, ώσπου μια διστακτική φωνή διέκοψε τους συλλογισμούς της. Η καμαριέρα της, με
πρόσωπο χλομό και γεμάτο αγωνία, στεκόταν στην είσοδο.
«Ω, μις, είναι αλήθεια; Θα παντρευτείτε πράγματι τον σερ Ρούφους Γκλάιντ;»
«Όχι, Φάνι, δεν είναι αλήθεια». Η φωνή της ήταν κοφτή και ζωηρή. «Έχει δυο φορές τα χρόνια μου και δεν είναι
κατάλληλος για σύζυγος».
«Ναι, αλλά είναι πολύ πλούσιος, έτσι λέει η μαγείρισσα. Και έχει επαφές με την υψηλή αριστοκρατία».
«Μπορεί να είναι έτσι, όμως ψιθυρίζεται πως είναι ένας διεστραμμένος και έκφυλος άντρας. Με αηδιάζει».
Η Φάνι έκλεισε πίσω της την πόρτα. «Ο κύριος Σίμοντς είπε στη μαγείρισσα ότι αύριο ο σερ Ρούφους θα έρθει εδώ για να
σας προτείνει γάμο», είπε με χαμηλή φωνή.
«Να μην ακούς κουτσομπολιά», τη μάλωσε η Αμελί. «Αυτός μπορεί να έρχεται εδώ, αλλά εγώ δε θα τον συναντήσω».
«Μα πώς θα γίνει αυτό, μις Αμελί;» Η καμαριέρα πήρε τη βούρτσα των μαλλιών και άρχισε να βουρτσίζει αφηρημένη τις
μπούκλες της κυράς της.
«Θα δραπετεύσω... Θα πάω στο Μπαθ, στη γιαγιά μου. Το νου σου όμως, ούτε λέξη σε κανέναν!»
Η καμαριέρα της έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Μα πώς θα πάτε ως εκεί;»
«Δεν είμαι σίγουρη ακόμα. Εσύ πώς θα πήγαινες ως εκεί, Φάνι;»
«Με τη δημόσια άμαξα, υποθέτω, μις, αν και δε θα ’θελα να ταξιδέψω τόσο δρόμο μοναχή μου. Σίγουρα το ταξίδι διαρκεί
μια ολόκληρη μέρα. Ο παλιός υπηρέτης του κυρίου επισκεπτόταν καμιά φορά την κόρη του στο Μπαθ και πάντα γινόταν
μεγάλη συζήτηση για το πόσο θα έλειπε».
«Ξέρεις από πού έπαιρνε την άμαξα;»
«Από ένα πανδοχείο στη Φέτερ Λέιν. Άσπρο Άλογο το λέγανε θαρρώ. Συνήθως έφευγε πρωί πρωί».
«Τότε αυτό θα κάνω κι εγώ. Θα με ξυπνήσεις νωρίς».
«Σκέφτεστε στα σοβαρά να πάρετε μια κοινή άμαξα, μις Αμελί;»
«Γιατί όχι; Είναι ένα δημόσιο μέσο μεταφοράς. Τι κακό μπορεί να πάθω;»
«Μα δεν είναι σωστό. Κάθε λογής άξεστοι άνθρωποι παίρνουν την άμαξα. Θα στριμωχτείτε μαζί με υπαλλήλους,
γυρολόγους και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Κι έχω ακουστά πως είναι επικίνδυνο. Υπάρχουν ληστές στο Χάουνσλο Χιθ που
είναι ικανοί να σας σφάξουν για ένα περιδέραιο. Ή ο αμαξάς μπορεί να μεθύσει και να σας ρίξει σε κανένα χαντάκι». Η Φάνι
κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της δυσοίωνα.
«Ανοησίες. Αφού ταξιδεύουν κάποιοι άνθρωποι με την άμαξα, μπορώ να ταξιδέψω κι εγώ».
«Μα, μις, εσείς είστε της καλής κοινωνίας, δεν κάνει να ταξιδεύετε με τη δημόσια άμαξα», επέμεινε η Φάνι. «Ούτε πρέπει να
πάτε μόνη».
«Πρέπει να το κάνω και κανείς δεν πρέπει να μάθει πού έχω πάει. Χρειάζομαι χρόνο για να βρω τη λαίδη Σεν Κλαιρ και να
της εξηγήσω την κατάσταση πριν καταλάβει ο πατέρας μου πού βρίσκομαι».
«Μα έτσι ασυνόδευτη θα δεχτείτε ανεπιθύμητες προτάσεις». Η φωνή της Φάνι έδειχνε τρόμο καθώς πρόφερε τις τελευταίες
δύο λέξεις.
«Τότε λοιπόν πρέπει να κάνω κάτι για να περάσω απαρατήρητη», αντιγύρισε η κυρά της.
Έμεινε για λίγο σκεφτική. «Πώς θα περνούσε κάποια απαρατήρητη μέσα σε μια δημόσια άμαξα άραγε; Με το να γίνει
καμαριέρα σαν εσένα; Θα μεταμφιεστώ σε καμαριέρα κι εσύ θα μου δανείσεις τα ρούχα».
«Όχι, μις, δεν μπορώ».
«Φάνι, είσαι η μοναδική φίλη που έχω σ’ αυτό το σπίτι. Πρέπει να με βοηθήσεις. Κανείς δε θα το μάθει και μόλις
εγκατασταθώ στης γιαγιάς μου θα στείλω κάποιον να σε φέρει εκεί. Τώρα πρέπει να κάνουμε σχέδια. Πρώτα χρειάζομαι ένα
εισιτήριο».
Άνοιξε το κάτω συρτάρι της σιφονιέρας από καρυδιά και έβγαλε από μέσα ένα μικρό τσίγκινο κουτί. Πόσο τυχερή ήταν που
είχε ακόμα το τριμηνιαίο επίδομά της! Πήρε ένα ρολό από χαρτονομίσματα και τα έβαλε μέσα στην παλάμη της απρόθυμης
Φάνι.
«Να, πάρε αυτά για να αγοράσεις ένα εισιτήριο με την αυριανή άμαξα».
«Ναι, αλλά, μις, ακόμα κι αν μπορέσω να αγοράσω εισιτήριο, εσείς πώς θα πάτε ως τη Φέτερ Λέιν;»
«Θα τα καταφέρω. Θα περπατήσω ώσπου να βρω μια αγοραία άμαξα μέχρι το πανδοχείο. Εκεί θα κρυφτώ εύκολα ως την
αναχώρηση της άλλης άμαξας. Φαντάζομαι πως θα έχει δρομολόγια και για άλλους προορισμούς εκτός από το Μπαθ, άρα θα
υπάρχει πολύς κόσμος».
Η καμαριέρα της δε φάνηκε να πείθεται και η Αμελί έβαλε τα χέρια στους ώμους της για να την καθησυχάσει. «Μην
ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά. Όταν επιστρέψεις, ετοίμασέ μου μερικά κατάλληλα ρούχα, αλλά φύλαξέ τα στο δικό σου
δωμάτιο. Κι ύστερα μείνε μακριά μου για όλη την υπόλοιπη μέρα, ώστε να μην υποψιαστεί κανείς το παραμικρό».
Η Φάνι δεν έλεγε να το κουνήσει από τη θέση της. «Εμπρός», την παρότρυνε η κυρά της, «κάν’ το γρήγορα πριν το δείπνο,
για να μη σε αναζητήσουν. Φέρε μου τα ρούχα και το εισιτήριο αύριο το χάραμα. Δε θα σου το ζητούσα αυτό, Φάνι, αν δεν
ήμουν απελπισμένη. Αλλά πρέπει να δραπετεύσω απ’ αυτό τον εφιάλτη».

Στην πόλη και μερικά μίλια μακριά από την Γκρόβενορ Σκουέαρ, ο Γκάρεθ Ντένβιλ σχεδίαζε επίσης μια απόδραση. Ένιωθε
άβολα μέσα στα άθλια γραφεία τα οποία στέγαζαν την εταιρεία νομικών συμβούλων Χάρμπεν, Ρίγκλεϊ & Σπενς, κι ευχόταν
να βρισκόταν αλλού. Η στάση του όμως δε μαρτυρούσε στο ελάχιστο τα αισθήματά του. Τα ψυχρά γαλάζια μάτια του
κρατούσαν τον κόσμο σε απόσταση. Απέναντί του, ο κύριος Σπενς έκανε τη σκέψη πως αν δεν υπήρχε εκείνο το σκληρό
βλέμμα θα μπορούσε κανείς να τον θεωρήσει όμορφο άντρα. Και, βέβαια, αν δεν ήταν τόσο άκομψα ντυμένος. Ήταν ένας
καλοφτιαγμένος άντρας, λίγο ψηλότερος από το μέσο ύψος, με δυνατούς ώμους και θαυμάσια κορμοστασιά την οποία θα
αναδείκνυαν θαυμάσια τα εφαρμοστά παντελόνια που ήταν στη μόδα. Αντί γι’ αυτό όμως εκείνος φορούσε σουέτ βερμούδα,
σακάκι που έπεφτε πολύ χαλαρά στους φαρδιούς ώμους του για να θεωρείται μοντέρνο και ατημέλητα δεμένη γραβάτα. Αντί
για τις καλογυαλισμένες μπότες ιππασίας που συνήθιζαν να φορούν οι αριστοκράτες, εκείνος φορούσε μπότες εκστρατείας,
σκονισμένες ακόμα από το μακρύ ταξίδι του.
Ο κύριος Σπενς μάζεψε τα σκόρπια χαρτιά πάνω στο μεγάλο δρύινο γραφείο του και στέναξε νοερά. Ο νέος λόρδος Ντένβιλ
θα δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στη ζωή της πρωτεύουσας. Συνάντησε το αυστηρό βλέμμα του Γκάρεθ και ξεκίνησε τη
δουλειά του. Για τα επόμενα δεκαπέντε λεπτά ο κύριος Σπενς απαρίθμησε προσεκτικά όλα τα περιουσιακά στοιχεία της
κληρονομιάς του Γκάρεθ Ντένβιλ, ο οποίος στο μεταξύ παρέμενε εκνευριστικά σιωπηλός.
Η είδηση του θανάτου του παππού του μερικές βδομάδες νωρίτερα είχε συνοδευτεί από μια ευγενική παράκληση των
δικηγόρων για άμεση επιστροφή του Γκάρεθ στην Αγγλία. Η πρώτη του αντίδραση στην επιστολή τους ήταν να σηκώσει
αδιάφορα τους ώμους και να συνεχίσει τη ζωή του, όμως ο οικονομικός διαχειριστής του παππού του ήταν ιδιαίτερα επίμονος
και, μετά από αρκετές επείγουσες ειδοποιήσεις, ο Γκάρεθ αναγκάστηκε να υποταχτεί στο αναπόφευκτο. Ταξίδεψε μια νύχτα
και μια μέρα χωρίς διακοπή, αλλά η δυνατή κορμοστασιά του δε φανέρωνε ιδιαίτερα σημάδια κούρασης, ενώ κι εκείνο το
ψυχρό, αποστασιοποιημένο ύφος δεν έφυγε στιγμή από το πρόσωπό του.
Φυσικά η κατάσταση είχε και το κωμικό στοιχείο της, αλλά αυτό δε μετρίαζε την οργή που έκαιγε μέσα του. Είχε έρθει στην
Αγγλία ύστερα από εφτά χρόνια απουσίας, ξέροντας πως ήταν ο νέος κόμης του Ντένβιλ είτε το ήθελε είτε όχι. Καθώς όμως ο
κύριος Σπενς διάβαζε ανέκφραστα τις σελίδες της δια-θήκης του παππού του, το μέγεθος της κληρονομιάς άφηνε τον Γκάρεθ
κατάπληκτο. Επιπλέον τον εξόργιζε, όσο αναλογιζόταν πόσα προσχήματα είχε αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει προκειμένου να
διατηρήσει τη στάση ενός τζέντλεμαν. Ο Τσαρλς Ντένβιλ είχε διαχειριστεί καλά την περιουσία του. Τι ειρωνεία της τύχης να
αναγκαστεί να κληροδοτήσει την ευθύνη της στο μαύρο πρόβατο της οικογένειας, στον εγγονό με τον οποίο είχε κόψει κάθε
επαφή. Ο παππούς του δε θα μπορούσε να του αρνηθεί τον τίτλο, όμως θα πρέπει να είχε προσπαθήσει, αν και χωρίς επιτυχία,
να αφήσει την περιουσία του σε άλλον. Ο Γκάρεθ φανταζόταν τον ηλικιωμένο να εξοργίζεται στη σκέψη πως τελικά παρέδιδε
τον τίτλο σ’ έναν τόσο ανάξιο διάδοχο.
«Είστε βέβαιος, κύριε Σπενς, πως δεν υπάρχουν άλλοι κληρονόμοι;» ρώτησε κοφτά.
«Κανένας, λόρδε Ντένβιλ. Το διερευνήσαμε πολύ προσεκτικά, ιδίως...» κι εδώ ξερόβηξε «... ενόψει των ιδιαίτερων
συνθηκών οι οποίες συνόδευαν την κληρονομιά της ευγενείας σας», είπε.
Ο δικηγόρος ήταν πολύ ευγενικός για να αναφέρει λεπτομέρειες, όμως ο Γκάρεθ ήξερε καλά ότι ο κύριος Σπενς εννοούσε
τον εκτοπισμό του νεαρού από τους αριστοκρατικούς κύκλους εξαιτίας του βαρύτερου των αδικημάτων. Είχε κλέψει στα
χαρτιά, ή τουλάχιστον αυτό υποστηρίχτηκε, ένα παράπτωμα που ντρόπιασε αυτομάτως τον ίδιο και την οικογένειά του. Ο
παππούς του τον έδιωξε από τη χώρα εν μία νυκτί, αρνούμενος να ακούσει τη δική του εκδοχή των γεγονότων.
«Το μήλο έπεσε κάτω απ’ τη μηλιά», είχε σχολιάσει βλοσυρός ο λόρδος Ντένβιλ. «Έκανα την ανοησία να αφήσω τον
πατέρα σου να μείνει με την ελπίδα πως θα άλλαζε τον τρόπο ζωής του, εκείνος όμως πέθανε στο βούρκο όπου ανήκε. Θα
φροντίσω τουλάχιστον να μην ατιμάσεις περισσότερο το όνομα αυτής της οικογένειας. Και να, σκέφτηκε ο Γκάρεθ, σε ποιον
κατέληξε τελικά αυτό το όνομα...
Κάποτε όλα ήταν διαφορετικά. Ο Γκάρεθ σήμαινε τα πάντα για τον παππού του, ένα αναπάντεχο φως μετά τα μαύρα χρόνια
της πανωλεθρίας του δικού του πατέρα. Θυμόταν την παιδική του ηλικία στο Γουέντοβερ Χολ, εκεί όπου ο λόρδος του
μάθαινε ιππασία και σκοποβολή, παρακολουθώντας την εξέλιξή του σε άντρα με χαρά και προσμονή. Ώσπου ήρθε η
καταστροφή. Μόλις τρεις μήνες στην πόλη, και κατηγορήθηκε ότι σημάδευε τα χαρτιά του.
Εκείνη η νύχτα είχε χαραχτεί στο μυαλό του. Η ζέστη του δωματίου, τα άδεια ποτήρια, οι τέσσερις άντρες γύρω του στο
τραπέζι. Ο καλός του φίλος Λούκας Έιβερι, ο στρατηγός Τίλνι, παλιός σύμμαχος του παππού του, η νωχελική μορφή του
λόρδου Πίτερσαμ, η συνηθισμένη υπνηλία του οποίου διέψευδε την ευφυΐα του, και ο Ρούφους Γκλάιντ, ο οποίος το βράδυ
εκείνο έπαιζε απερίσκεπτα συγκρατώντας ασυνήθιστα την κοφτερή του γλώσσα. Πρώτος ο στρατηγός διέκρινε το σημάδι στο
τραπουλόχαρτο και σήμανε συναγερμό. Θυμήθηκε τα γεμάτα δυσπιστία βλέμματα των συντρόφων του, καθώς έγινε
προφανές σε όλους ποιος είχε κλέψει.
Όμως ο Γκάρεθ δεν είχε κλέψει. Το είχε κάνει κάποιος από τους άλλους, αλλά το πώς και το γιατί έμεινε ανεξερεύνητο. Οι
άντρες με τους οποίους έπαιζε ήταν πλούσιοι και δεν είχαν ανάγκη να κλέψουν. Μόνο ο ίδιος ζούσε μ’ ένα περιορισμένο
επίδομα, περιμένοντας με αγωνία το επόμενο τρίμηνο. Ήταν κοινό μυστικό πως του έλειπαν χρήματα. Φυσικά είχε
διαμαρτυρηθεί έντονα υποστηρίζοντας την αθωότητά του, όμως ο παππούς του αγνόησε τόσο αυτόν όσο και τις εκκλήσεις
για επιείκεια του Λούκας, ο οποίος επέμενε ότι ο φίλος του ήταν ένας έντιμος άνθρωπος. Ο λόρδος Ντένβιλ έμεινε
ασυγκίνητος, ενώ ανέχτηκε μόνο την αμήχανη αφήγηση του στρατηγού Τίλνι για τα γεγονότα της βραδιάς. Η ατίμωση και η
επακόλουθη εξορία του Γκάρεθ ήταν ακαριαία.
«Μιλόρδε, αν έχετε την καλοσύνη, υπάρχουν μερικά έγγραφα στα οποία χρειάζομαι την υπογραφή σας».
Ο δικηγόρος προσπαθούσε να κερδίσει πάλι την προσοχή του. Ο Γκάρεθ διέκοψε το νοερό ταξίδι του σ’ εκείνο το
μισοσκότεινο δωμάτιο της λέσχης του Γουέτερ και επέστρεψε στο ακατάστατο γραφείο του δικηγόρου. Ένιωθε να ασφυκτιά,
μολονότι το παράθυρο ήταν ορθάνοιχτο.
«Θέλω να κάνω μια βόλτα. Έχω ανάγκη από λίγο αέρα».
«Φυσικά, κύριε». Ο δικηγόρος σηκώθηκε και υποκλίθηκε ευγενικά. «Θα περιμένω τον κύριο όποτε είναι έτοιμος».
«Μένω στο Κρίλον. Θα σας ειδοποιήσω από εκεί όταν είμαι έτοιμος να συνεχίσουμε».
«Ασφαλώς, μιλόρδε».
Βγήκε γρήγορα από το αποπνικτικό γραφείο και κατέβηκε τις σκάλες. Ο φρέσκος αέρας τον αναζωογόνησε αμέσως. Έδιωξε
μ’ ένα νεύμα τον αμαξά που πρόσφερε τις υπηρεσίες του και άρχισε να περπατάει προς το δυτικό τομέα της πόλης. Βάδιζε
γρήγορα χωρίς να προσέχει προς τα πού κατευθυνόταν. Μέσα του έβραζε από θυμό. Η οικονομική κατάστασή του είχε
αλλάξει, όμως η αίσθηση της προδοσίας μέσα του παρέμενε ίδια. Δεν είχε καμία επιθυμία να κληρονομήσει οτιδήποτε ανήκε
στον παππού του. Η περηφάνια θα τον εμπόδιζε πάντα να συνηθίσει το νέο τίτλο του κόμη του Ντένβιλ ή να ενταχθεί σε μια
κοινωνία την οποία θεωρούσε σάπια ως το μεδούλι.
Χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά, προσπέρασε τη στροφή για το Σεντ Τζέιμς, το δρόμο όπου στεγάζονταν μερικές από τις
διασημότερες λέσχες κυρίων του Λονδίνου, και σαν από ένστικτο τράβηξε προς το Πικαντίλι. Σταμάτησε έξω από το
νούμερο ογδόντα ένα και τη λέσχη Γουέτερ, το Διάσημο Στέκι, όπως το αποκαλούσαν τα μέλη του. Με κάποιο τρόπο τα
βήματά του τον είχαν οδηγήσει πίσω στη σκηνή της ατίμωσής του. Ανέβηκε αργά τα σκαλοπάτια και ετοιμάστηκε να
αντιμετωπίσει τους δαίμονές του.
Ο πορτιέρης, μεγαλοπρεπής με τη μαύρη γκρο στολή και την κόκκινη υφασμάτινη ζώνη του, υποκλίθηκε βαθιά.
«Καλησπέρα, λόρδε Ντένβιλ», είπε με φωνή μελωδική. «Εκ μέρους του Γουέτερ σας εκφράζω τα συλλυπητήριά μας για το
θάνατο του παππού σας και τη μεγάλη χαρά μας που σας ξαναβλέπουμε».
Ο Γκάρεθ δεν απάντησε, κάνοντας την κυνική σκέψη ότι στο εμπόριο δεν υπήρχαν ηθικές αποχρώσεις. Ο πορτιέρης τον
παρέπεμψε σ’ έναν υπηρέτη ο οποίος στεκόταν δίπλα στην είσοδο της σάλας. Ο Γκάρεθ θυμήθηκε αμέσως το χώρο. Το χαλί
Ομπουσόν, οι χρυσαφιές μεταξωτές κουρτίνες και η ατελείωτη σειρά των πολυελαίων ήταν ίδια.
Μια παρέα αντρών γύρισε και τον κοίταξε. Ήταν αφοσιωμένοι σε μια παρτίδα χαρτιά, αλλά μόλις τον είδαν διέκοψαν το
παιχνίδι και η συζήτησή τους σταμάτησε. Ο ένας από αυτούς, εκείνος προφανώς που κρατούσε την μπάνκα της ημέρας, είπε
κάτι χαμηλόφωνα και η συντροφιά γέλασε. Ο λόρδος Πίτερσαμ, λίγο πιο αδύνατος και γερασμένος πια, έκανε τον άλλον να
σωπάσει και το παιχνίδι συνεχίστηκε. Το περιστατικό κράτησε μόλις μια στιγμή, όμως για τον Γκάρεθ ήταν σαν να είχε
σταματήσει ο χρόνος. Ο νέος τίτλος και τα πλούτη του μπορεί να του άνοιγαν τις πόρτες της κοινωνίας, αλλά ποτέ δε θα τον
άφηναν να ξεχάσει το σκάνδαλο. Γι’ αυτό ήταν τόσο απρόθυμος να γυρίσει στην Αγγλία, έστω και για μερικές εβδομάδες.
Δεν είχε καμιά θέση εδώ κι ούτε ήθελε να έχει.
Κατέβηκε βιαστικά τα σκαλοπάτια και κατευθύνθηκε προς το ποτάμι. Τα γκρίζα νερά του κυλούσαν μελαγχολικά δίπλα
στην όχθη, σαν αντανάκλαση της κακής διάθεσής του. Αποφάσισε να πνίξει τη δυσθυμία του στο ποτό μέχρι να εγκαταλείψει
μια για πάντα την Αγγλία, κι έτσι αναζήτησε ένα στέκι σε κάποια από τις φτωχογειτονιές του Βόξχολ, γνωστό στον Γκάρεθ
από τα χρόνια της νεανικής απερισκεψίας του. Παρήγγειλε ένα μπράντι που το ήπιε μονορούφι. Ύστερα παρήγγειλε ένα
δεύτερο και το κατέβασε κι αυτό. Ήθελε να βουλιάξει στη λήθη. Συνέχισε να πίνει επί ώρες και το κάθε ποτό ήταν σαν να τον
απομάκρυνε ένα βήμα παραπάνω από τη μισητή γενέτειρα. Κόντευε να χαράξει όταν τελικά ισορρόπησε στα πόδια του και
αναζήτησε το ξενοδοχείο του. Όμως ο θολωμένος από το μπράντι εγκέφαλός του τον οδήγησε προς λάθος κατεύθυνση. Ο
Γκάρεθ χάθηκε γρήγορα σ’ έναν λαβύρινθο από άγνωστους δρόμους.
Η Φάνι ξύπνησε την κυρά της στις τέσσερις τα χαράματα. Κρατούσε ένα σετ από τα δικά της ρούχα και το εισιτήριο για την
άμαξα. Φαινόταν νευρική και τα χέρια της έτρεμαν καθώς ταρακουνούσε ελαφρά την Αμελί. Η ταραχή της ήταν εύλογη.
«Μις Αμελί, δε νομίζω ότι μπορείτε να φύγετε. Ο κύριος Σίμοντς κάθεται στο χολ όλη νύχτα. Θα πρέπει να μείνετε να
συναντήσετε τον σερ Ρούφους. Ίσως να μην είναι τόσο άσχημα τα πράγματα. Θα γίνετε πλούσια και θα διευθύνετε το δικό
σας σπιτικό, θα ’χετε ακριβά ρούχα και άμαξες και...»
«Θες να πεις ότι ο πατέρας μου έβαλε τον μπάτλερ να με κατασκοπεύει;» Η Αμελί ανασηκώθηκε απότομα.
«Όχι ακριβώς να κατασκοπεύει, μις. Αλλά πάντως βρίσκεται εκεί, αυτό είναι σίγουρο. Και δεν υπάρχει καμία περίπτωση να
περάσετε δίπλα του χωρίς να σας δει».
«Πρέπει να προλάβω την άμαξα, Φάνι. Πρέπει να βρω άλλη έξοδο... Να βγω από την πίσω πόρτα;»
«Οι λαντζέρισσες έχουν κιόλας πιάσει δουλειά στην κουζίνα. Αν σας δουν, σίγουρα θα το αναφέρουν στη μαγείρισσα κι
εκείνη θα το πει στον κύριο Σίμοντς. Ακόμα κι αν κατεβαίνατε από τον τοίχο του κήπου, θα σας βλέπανε πριν διασχίσετε την
αυλή».
«Τότε θα πρέπει να φύγω από μπροστά. Θα μπορούσες να απασχολήσεις τον κύριο Σίμοντς;»
Η Φάνι έμεινε σκεφτική.
«Το βρήκα. Θα κατέβω απ’ το παράθυρο... Είμαστε στον πρώτο όροφο, οπότε θα μπορέσουμε να δέσουμε μερικά σεντόνια
έτσι ώστε να φτάσω στο έδαφος».
«Δε θα το κάνετε αυτό, μις Αμελί, είναι πολύ επικίνδυνο. Τα σεντόνια μπορεί να σκιστούν».
«Όχι αν τα δέσουμε πολύ προσεκτικά. Και τέλος πάντων είναι πολύ πιο επικίνδυνο αν μείνω εδώ. Γρήγορα, ας βιαστούμε».
Φόρεσε βιαστικά τα ρούχα που της είχε φέρει η Φάνι. Ύστερα, αφού τράβηξε τα σεντόνια από το κρεβάτι, άρχισε να τα δένει
γρήγορα, ζητώντας τη βοήθεια της καμαριέρας. Έβγαλαν κι άλλα σεντόνια από τη μεγάλη λινοθήκη δίπλα στον τοίχο και
πολύ σύντομα είχαν φτιάξει ένα σκοινί.
«Πρέπει να σιγουρευτούμε ότι δέσαμε τα σεντόνια πολύ σφιχτά. Μπορεί να μην είμαι βαριά, αλλά είναι αρκετά μέτρα μέχρι
κάτω».
«Το έφτιαξα όσο πιο ασφαλές μπορούσα...» Η Φάνι κοίταξε με αγωνία την κυρά της. «Πάντως είναι ασφαλέστερο από το
ταξίδι που θα κάνετε ολομόναχη ως το Μπαθ».
«Δεν έχω άλλη επιλογή. Πρέπει να φτάσω ως τη γιαγιά μου. Σου υπόσχομαι ότι θα προσέχω. Μην ξεχνάς», την καθησύχασε
η Αμελί, «ότι θα ταξιδεύω μεταμφιεσμένη και κανείς δε θα δώσει ιδιαίτερη σημασία σε μια υπηρέτρια».
«Πάντως θα είστε μια πολύ όμορφη υπηρέτρια, μις. Και οι άνθρωποι θα σας κοιτούν. Πρέπει να φορέσετε την κάπα μου και
να καλύπτετε με την κουκούλα το κεφάλι σας όποτε βρίσκεστε σε δημόσιο χώρο».
Η κυρά της άγγιξε το μαύρο βελούδινο ύφασμα. «Αυτή είναι η πιο καλή κάπα σου, Φάνι, δεν μπορώ να την πάρω».
«Ο κόσμος θα σκεφτεί πως είστε η καμαριέρα κάποιας αριστοκράτισσας, οπότε δε θα σας ενοχλήσουν. Και θα σας κρατήσει
και ζεστή. Δεν έχετε ξαναταξιδέψει με δημόσια άμαξα, μις Αμελί. Απ’ ό,τι λένε, είναι τα πιο κρύα μεταφορικά οχήματα και
θα ταξιδεύετε για ώρες!»
«Φάνι, είσαι η καλύτερη φίλη που είχα ποτέ». Η καμαριέρα κοκκίνισε από ευχαρίστηση. «Μόλις φτάσω στη λαίδη Σεν
Κλαιρ, θα φροντίσω να στείλει αμέσως να σε φέρουν εκεί. Κι ύστερα θα είμαστε και οι δύο ασφαλείς. Ο πατέρας μου δε θα
τολμήσει να μας ακολουθήσει ως εκεί».
Φόρεσε γρήγορα το μανδύα και κατέβασε την κουκούλα πάνω στις μπερδεμένες μπούκλες της. Σ’ έναν μικρό ταξιδιωτικό
σάκο βρίσκονταν τα πιο πολύτιμα υπάρχοντά της. Δεν μπορούσε να πάρει τίποτα περισσότερο μαζί της, μα η Αμελί δε
λυπόταν. Κάποτε αυτή η κάμαρα ήταν ένας ευλογημένος παράδεισος, τώρα όμως είχε γίνει φυλακή. Ο σερ Ρούφους Γκλάιντ
θα ερχόταν το μεσημέρι, αλλά ως τότε η Αμελί θα βρισκόταν μίλια μακριά και η οικογένειά της θα τα είχε χαμένα. Ήξερε ότι
η Φάνι δε θα τη μαρτυρούσε ακόμα κι αν κινδύνευε να απολυθεί.
«Πρέπει να φύγω. Δώσε μου το εισιτήριο».
«Όταν φτάσετε στο πανδοχείο, μις, φροντίστε να κρυφτείτε καλά μέχρι την αναχώρηση της άμαξας».
«Αυτό θα κάνω. Μόλις φύγω, γύρισε αμέσως στο δωμάτιό σου και μην αποκαλύψεις την απουσία μου σύντομα. Να
παρακαλάς το Θεό να μην ανακαλύψουν ότι εσύ ήσουν αυτή που με βοήθησε».
«Μη νοιάζεστε, μις Αμελί, δε θα μάθουν τίποτα από μένα». Η Φάνι ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα και η φωνή της έτρεμε.
«Και τώρα φύγετε γρήγορα».
Έδεσε επιδέξια τη μια άκρη του σεντονιού στο στύλο του κρεβατιού και άνοιξε διάπλατα το παράθυρο. Το πάνινο σκοινί
έπεσε και οι δυο γυναίκες κράτησαν την ανάσα τους. Όμως δεν ακούγονταν παρά μόνο κάποιοι μακρινοί ήχοι απ’ την
κουζίνα. Ανέπνευσαν ξανά. Η Φάνι έριξε τα σεντόνια πάνω από το περβάζι και βοήθησε την κυρά της να ανέβει στο πεζούλι.
Η αυγή σκόρπιζε ένα γκριζωπό φως πάνω στους ήσυχους δρόμους. Μια φρέσκια αύρα χάιδεψε τα μάγουλα της Αμελί καθώς
σκαρφάλωνε σβέλτα πάνω στο πεζούλι και άρχισε να κατεβαίνει κρατώντας το σκοινί. Η κάθοδος δεν ήταν εύκολη υπόθεση,
αφού έπρεπε να κατεβαίνει με μία κίνηση τη φορά, ενώ ο σάκος, αν και ελαφρύς, εμπόδιζε την κάθοδό της. Αναρωτήθηκε αν
τολμούσε να τον ρίξει κάτω, αλλά ο Σίμοντς μπορεί να άκουγε το θόρυβο και να έβγαινε να δει τι ήταν. Έτσι συνέχισε να
κατεβαίνει πολύ προσεκτικά, με το σάκο περασμένο στον ώμο της.
Από πάνω η Φάνι παρακολουθούσε κατάχλομη ψιθυρίζοντας ενθαρρυντικά: «Τα πηγαίνετε πολύ καλά, μις. Μην κοιτάτε
κάτω, όπου να ’ναι φτάνετε».
Όμως η εκτίμησή της αποδείχτηκε αισιόδοξη. Το πάνινο σκοινί που της είχε φανεί μακρύ μέσα στο δωμάτιο έδειχνε πολύ
κοντό τώρα. Είχαν ξεχάσει και οι δυο τους πόσο βαθιά κατέβαιναν τα μπροστινά σκαλοπάτια ως την είσοδο του κελαριού, κι
έτσι είχαν υπολογίσει μόνο την απόσταση ως το πεζοδρόμιο. Η Αμελί είχε φτάσει τώρα στο τελείωμα του σκοινιού, αλλά
απείχε ακόμα τουλάχιστον τέσσερα μέτρα ως το έδαφος.
Κοίταξε ψηλά στην επιβλητική, γεωργιανού ρυθμού πρόσοψη κι ύστερα πάλι κάτω, τα τρομακτικά μαύρα και χρυσά
κάγκελα στο πεζοδρόμιο. Τι φρικτή θα ήταν μια τέτοια μοίρα! Ένιωσε ναυτία. Πώς θα έφτανε τώρα κάτω στο έδαφος;
Μπορούσε βέβαια να πηδήσει, όμως το πιθανότερο ήταν να έσπαζε κανένα πόδι ή τίποτα χειρότερο. Και τότε κάθε ελπίδα
απόδρασης θα έσβηνε. Θα έπρεπε να υποστεί τις άγριες επιπλήξεις του πατέρα της. Τον φανταζόταν να την κοιτάζει κόκκινος
και συνοφρυωμένος, με βλέμμα φαρμακερό.
Έτσι όπως η μικρή σιλουέτα της κρεμόταν μπροστά στην άσπρη πρόσοψη του σπιτιού, ένα σφύριγμα αντήχησε μέσα στην
ησυχία. Παράφωνο και κάπως μελαγχολικό, το σφύριγμα πλησίαζε όλο και περισσότερο. Μήπως ήταν κάποιος ξενύχτης
γλεντζές που γύριζε στο σπίτι του; Σίγουρα θα την έβλεπε. Η Φάνι είχε ακούσει κι εκείνη το θόρυβο και προσπάθησε
απελπισμένα να τραβήξει τα σεντόνια.
«Δεν ωφελεί», της ψιθύρισε άγρια η Αμελί, «δε θα καταφέρεις ποτέ να με ανεβάσεις επάνω».
Ήλπιζε μόνο ότι ο άγνωστος που κατευθυνόταν προς το μέρος της θα ήταν πολύ μεθυσμένος για να προσέξει μια νεαρή
γυναίκα που κρεμόταν από ένα παράθυρο. Αλλά η ελπίδα της διαψεύστηκε, γιατί ο ξενύχτης πλησίασε και στάθηκε κοιτώντας
την για κάμποση ώρα, πασχίζοντας προφανώς να καταλάβει τι ακριβώς έβλεπε.
Η Αμελί κοίταξε κάτω κι έσφιξε περισσότερο την μπέρτα γύρω της. Δεν τον αναγνώριζε και δεν έμοιαζε με κανέναν από
τους γνωστούς αριστοκράτες οι οποίοι συνήθιζαν να ξενυχτούν, να επιστρέφουν παραπατώντας τα χαράματα. Όμως είχε
πάνω του έναν αδιαμφισβήτητο αέρα εξουσίας που την έκανε να αναρωτηθεί μήπως τον είχε δει σε καμιά από τις πολλές
δεξιώσεις αυτής της κοινωνικής σεζόν. Δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να την αναγνωρίσει.
Παρά το μεθύσι του, φαινόταν σε εγρήγορση. Στα χείλη του χαράχτηκε αργά ένα χλευαστικό χαμόγελο.
«Τι έχουμε εδώ λοιπόν; Ένα μυστήριο, πράγματι. Σίγουρα μιλάμε για απόδραση, αλλά από τι ακριβώς δραπετεύεις; Γιατί
μια υπηρέτρια δραπετεύει πριν ξυπνήσει όλο το σπιτικό; Μήπως έκλεψες και προσπαθείς να το σκάσεις με τα κλοπιμαία; Να
ειδοποιήσω άραγε τα αφεντικά σου για την πράξη σου;»
«Όχι, κύριε, δεν είμαι κλέφτρα».
«Τότε λοιπόν γιατί κατεβαίνεις απ’ το παράθυρο; Το σπίτι έχει και πόρτα, ξέρεις».
Η Αμελί επιστράτευσε όση αξιοπρέπεια μπορούσε. «Οι συνθήκες με αναγκάζουν να φύγω μ’ αυτό τον τρόπο. Δεν πρέπει να
με δουν».
Ευχήθηκε να μην της έκανε άλλες ερωτήσεις και να συνέχιζε το δρόμο του. Αλλά οι αναθυμιάσεις του μπράντι τύλιγαν
ακόμα το μυαλό του Γκάρεθ Ντένβιλ. Αδιαφορούσε για το γεγονός ότι είχε ξεμακρύνει μίλια από το ξενοδοχείο του και δεν
είχε ιδέα πού βρισκόταν. Ένιωθε παράτολμος και ευχάριστα αποκομμένος από έναν μισητό κόσμο. Δεν είχε καμία πρόθεση
να φύγει, αντίθετα του έκανε μεγάλο κέφι να απολαύσει αυτή την αστεία υπόθεση.
«Γιατί όμως δεν πρέπει να σε δουν; Ακούγεται αναίτια δραματικό», την προκάλεσε.
«Έχω τους λόγους μου», του απάντησε εκείνη σφιγμένη. «Σας παρακαλώ, αφήστε με».
«Σύμφωνοι, μα θα ήταν φρόνιμο; Ίσως να ήταν φρονιμότερο αν ζητούσα λίγη βοήθεια. Φυσικά θα χρειαστεί να μάθω ποια
βοηθάω και γιατί».
«Ονομάζομαι Αμελί και είμαι καμαριέρα της νεαρής κυρίας αυτού του σπιτιού. Δραπετεύω για να ξεφύγω από τις
παρενοχλήσεις του αδερφού της».
Ο Γκάρεθ διέκρινε μια καστανή μπούκλα και κοίταξε επίμονα το οβάλ πρόσωπο που κρυβόταν πίσω από το μανδύα. «Έχει
καλό γούστο», παραδέχτηκε. «Όπως κι εγώ άλλωστε».
Ταλαντεύτηκε ελαφρά πάνω στις φτέρνες του. «Θα κάνουμε μια συμφωνία, εντάξει;» της είπε τελικά. «Θα σας σώσω υπό
έναν όρο».
«Ό,τι θέλετε, κύριε», του είπε απερίσκεπτα. Τα μπράτσα της έκαιγαν σαν να είχαν ξεριζωθεί από τις αρθρώσεις τους και
ήξερε πως δε θα άντεχε για πολύ ακόμα. Οι κοφτερές μύτες των κάγκελων φαίνονταν ήδη να τη ζυγώνουν.
«Μάλλον βιαστική υπόσχεση, αλλά θα τη θυμάμαι. Θα σας βοηθήσω να κατεβείτε, αλλά σε αντάλλαγμα θα έρθετε μαζί
μου... σαν ψυχαγωγία, ας πούμε».
«Δεν μπορώ, κύριε. Πρέπει να ταξιδέψω. Πηγαίνω στο... Μπρίστολ», αυτοσχεδίασε, προτιμώντας να μην αποκαλύψει
εντελώς τα σχέδιά της. «Πρέπει να φτάσω ως το Άσπρο Άλογο στη Φέτερ Λέιν κι από εκεί να πάρω την άμαξα».
«Θαυμάσια. Μπρίστολ, γιατί όχι; Υπάρχουν μπόλικα πλοία εκεί», πρόσθεσε αινιγματικά. «Θα πάμε μαζί».
Είχε ανάγκη να ξεφύγει και εκείνο το όμορφο πρόσωπο που κρυβόταν πίσω από την μπέρτα κέντριζε το ενδιαφέρον του. Ο
κύριος Σπενς θα έπρεπε να περιμένει κι άλλο για την υπογραφή των εγγράφων του. Ίσως να μην τα υπέγραφε ποτέ, να μην
επωφελούνταν από την κληρονομιά του. Θα κατάφερνε να επιβιώσει... όπως είχε κάνει τα τελευταία εφτά χρόνια.
«Τέλεια λύση λοιπόν», της είπε. «Θα σε απομακρύνω από τις δυσκολίες σου και θα ταξιδέψουμε μαζί για το Μπρίστολ».
Είδε το έντρομο πρόσωπό της. «Δε θα χρειαστεί να με γνωρίζεις καιρό... λίγες ώρες μονάχα. Ίσως ακόμα και να με
συμπαθήσεις», πρόσθεσε με τραχύτητα. «Θα ζητήσω ένα ιδιωτικό σαλόνι μόλις φτάσουμε στο πανδοχείο. Εσύ θα έχεις ένα
καλό πρόγευμα κι εγώ... ε, ας πούμε ότι θα έχω την ευχαρίστηση της συντροφιάς σου».
Η Αμελί άκουσε την καμαριέρα της να βογκάει. Η Φάνι είχε κρύψει το κεφάλι της κάτω από το περβάζι, αλλά μπόρεσε να
ακούσει όλα όσα ειπώθηκαν. Ο χειρότερος φόβος της είχε γίνει πραγματικότητα, αλλά ήταν ανήμπορη να επέμβει. Αν το
έκανε, ο άντρας θα ανακάλυπτε την απάτη της Αμελί. Θα μπορούσε να διαδώσει φήμες για την κυρά της και η Αμελί θα
απομονωνόταν από την κοινωνία. Ύστερα δε θα έβρισκε ποτέ σύζυγο, ούτε καν έναν διεστραμμένο με τα διπλά χρόνια της.
Καθώς η Φάνι αγωνιούσε, η απόφαση πάρθηκε μόνη της.
«Ναι, θα έρθω μαζί σας», βόγκησε η Αμελί νιώθοντας τα μπράτσα της έτοιμα να σπάσουν. «Μόνο κατεβάστε με από δω,
παρακαλώ, αμέσως!»
«Στις υπηρεσίες σας, κυρία». Και ο περιπλανώμενος ιππότης της πήδησε πάνω στα κάγκελα κι από εκεί κατέβηκε τα σκαλιά
προς την είσοδο του κελαριού. Με τα μπράτσα τώρα άνευρα, η Αμελί έπεσε στην αγκαλιά του. Εκείνος την κράτησε πάνω
στο στήθος του, απολαμβάνοντας για μια στιγμή την απαλότητα του νεανικού κορμιού της.
«Επιτρέψτε μου να συστηθώ», είπε ακουμπώντας την απότομα στο έδαφος και αναζητώντας στα γρήγορα ένα όνομα. «Είμαι
ο Γκάρεθ Γουέντοβερ».
Κεφάλαιο 2

Τον άφησε να την απομακρύνει από το σπίτι. Αντί να τραβηχτεί μακριά της όταν έφτασαν στο πεζοδρόμιο, ο σωτήρας της
κρατούσε ακόμα το μπράτσο της σφιχτά, σαν να ήθελε να εμποδίσει τυχόν απόδρασή της. Η Αμελί πρόσεξε ότι τα χέρια του
ήταν δυνατά και καλοσχηματισμένα, αλλά ηλιοκαμένα, σαν να ήταν συνηθισμένα σε υπαίθριες εργασίες. Φαινόταν
μυστηριώδης, ένας τζέντλεμαν εξοικειωμένος με χειρωνακτική εργασία. Η προηγούμενη ανεμελιά και το κέφι του τώρα είχαν
εξαφανιστεί. Κοιτώντας τον κλεφτά είδε πως το ύφος του είχε γίνει βλοσυρό. Κάποια σκοτεινή διάθεση τον είχε κυριέψει
καθώς προχωρούσε ζωηρά στο δρόμο τραβολογώντας τη μαζί του. Το πιγούνι του ήταν προτεταμένο με μια επιθετική
έκφραση και τα μαύρα μαλλιά του έπεφταν στο μέτωπό του. Όταν τελικά γύρισε προς το μέρος της, τα μάτια του έμοιαζαν με
μπλε ατσάλι.
«Γιατί αργοπορείς;» τη ρώτησε απότομα. «Νόμιζα πως ήσουν αποφασισμένη να δραπετεύσεις».
«Είμαι. Περπατώ όσο πιο γρήγορα μπορώ και πονάτε το μπράτσο μου. Τι με τραβολογάτε έτσι;»
Αγνοώντας τα λόγια της, εκείνος συνέχισε να τη σέρνει δίπλα του. «Έλα, Αμέλια... αυτό δεν είναι το όνομά σου;
Προσπάθησε κι άλλο. Πρέπει να φύγουμε γρήγορα».
Θα πρέπει να είναι πιο μεθυσμένος απ’ όσο νόμιζα... σκέφτηκε η Αμελί. Η φωνή του ήταν καλλιεργημένη και τα ρούχα του,
αν και τσαλακωμένα, αριστοκρατικά. Όμως η συμπεριφορά του ήταν κυκλοθυμική. Τη μια στιγμή έδειχνε να διασκεδάζει με
την κατάστασή της και την επόμενη κατσούφιαζε. Είχε πιστέψει πως ήταν καμαριέρα και χωρίς αμφιβολία τη βοήθησε επειδή
τη βρήκε όμορφη. Αλλά ύστερα από την ατυχή στιγμή που η Αμελί προσγειώθηκε στα χέρια του δεν της είχε ρίξει ούτε
ματιά· και τώρα την απομάκρυνε γρήγορα από το σπίτι σαν να εξαρτιόταν απ’ αυτό η ζωή του, τόσο γρήγορα, που της είχε
κοπεί η ανάσα.
Εκνευρισμένη από τη συμπεριφορά του φρέναρε απότομα και παραλίγο να τον ρίξει κάτω. «Ίσως δεν ακούσατε τι είπα. Δεν
μπορώ να περπατήσω πιο γρήγορα απ’ όσο περπατώ. Και επίσης», πρόσθεσε ψυχρά, «το όνομά μου είναι Αμελί, όχι
Αμέλια».
«Όσο παράξενο κι αν είναι το όνομά σου, παραμένεις φυγάς», της αντιγύρισε ξερά, «και υπό τις διαταγές μου. Και η διαταγή
μου τώρα είναι να βιαστείς».
«Θα βιαστώ, αλλά με πιο κόσμιο ρυθμό».
«Κόσμιο... παράξενη λέξη για κορίτσι που δραπετεύει απ’ τα παράθυρα».
Η Αμελί, αν κι εκνευρισμένη, ήταν πολύ κουρασμένη για να λογομαχήσει περισσότερο, κι έτσι ακολούθησε το ταχύ βήμα
του, ώσπου συνάντησαν μια αγοραία άμαξα.
«Ανέβα», είπε κοφτά ο άντρας και την έσπρωξε μέσα στη βρομερή καμπίνα. Μουρμούρισε μερικά λόγια στον αμαξά και
ξεκίνησαν.
Το να κρατάει συντροφιά σ’ έναν μεθυσμένο άντρα δεν ήταν μέρος των σχεδίων της, όμως η Αμελί αποφάσισε να μην
προσπαθήσει ακόμα να δραπετεύσει. Θα έμενε με τον κύριο Γουέντοβερ όσο αυτό εξυπηρετούσε το σκοπό της. Μέχρι
στιγμής της είχε φανεί χρήσιμος και θα την πήγαινε ως το πανδοχείο Το Άσπρο Άλογο, απ’ όπου και θα ξεκινούσε το ταξίδι
της για το Μπαθ. Μόλις έφτανε στην αυλή του πανδοχείου θα του ξεγλιστρούσε εύκολα και θα κρυβόταν μέχρι την ώρα που
η άμαξά της θα αναχωρούσε.
Κάθονταν αντικριστά μέσα στην άμαξα, ζυγιάζοντας σιωπηλά ο ένας τον άλλον. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε καλά τον
σωτήρα της. Ήταν ένας άντρας με γεροδεμένη κορμοστασιά, ατημέλητα ντυμένος, αλλά απέπνεε δύναμη. Η Αμελί τον
κοίταξε με οξυμένο ενδιαφέρον καθώς εκείνος έγειρε πίσω στο φθαρμένο κάθισμα. Δεν είχε ιδέα ποιος ήταν, πέρα από το
όνομα που της είχε δώσει, και ήταν φανερό πως δε σκόπευε να της προσφέρει με τη θέλησή του περισσότερες πληροφορίες.
Καθόταν σιωπηλός και την κοιτούσε αποτιμώντας την σχεδόν σαν να ήταν ένα εμπόρευμα που μόλις είχε αγοράσει. Η σκέψη
της έφερε οργή. Όμως ο άντρας αυτός δε θα προλάβαινε να ανακαλύψει πως η Αμελί είχε άλλα σχέδια. Θα τον εγκατέλειπε
αμέσως μόλις της παρουσιαζόταν η κατάλληλη ευκαιρία. Το δίχως άλλο, ο άντρας θα άρχιζε και πάλι να πίνει στο πανδοχείο,
κι όταν μεθούσε, δε θα τον ενδιέφερε πια τι της είχε συμβεί.
Σ’ αυτό έπεφτε έξω. Παρά τη θολούρα του, ο Γκάρεθ την παρακολουθούσε στενά και την είχε δει να ζαρώνει με αηδία όταν
αναγκάστηκε να καθίσει στο λεκιασμένο κάθισμα της καμπίνας. Η κουκούλα της μπέρτας της σκίαζε αρκετά το πρόσωπό της,
αλλά εκείνος μπορούσε να δει πως ήταν πολύ όμορφη, από τις λαμπερές καστανές μπούκλες ως τα φίνα ζυγωματικά και την
άψογη επιδερμίδα. Πολύ παράξενη υπηρέτρια, μα την αλήθεια, σκέφτηκε. Παράξενη κατάσταση.
Καθώς οι αναθυμιάσεις του μπράντι άρχισαν να ξεθυμαίνουν άφηναν στη θέση τους έναν πονοκέφαλο κι ένα μυαλό
παραζαλισμένο. Τι γύρευε τόσα μίλια μακριά από το ξενοδοχείο του, παρατώντας το δικηγόρο του και τα νομικά έγγραφα
που έπρεπε να υπογράψει; Πώς είχε μπλεχτεί σ’ αυτή την τρελή περιπέτεια με μια άγνωστη γυναίκα η οποία θα μπορούσε
κάλλιστα να είναι μια κλέφτρα; Ίσως να είχε ήδη αρχίσει η καταδίωξή της. Κι εκείνος είχε φροντίσει να διαφύγει,
απομακρύνοντάς την από κάθε πιθανό κίνδυνο. Θα πρέπει να ήταν στ’ αλήθεια πολύ μεθυσμένος. Γι’ αυτό θα χρειαζόταν να
την έχει από δίπλα ώσπου να αποφασίσει τι θα έκανε μαζί της. Στο μεταξύ θα πρέπει να είχαν μερικές ώρες καιρό πριν φύγει
η άμαξα για το Μπρίστολ, οπότε θα της υπενθύμιζε την υπόσχεσή της. Η νεαρή δραπέτισσα θα του χάριζε ένα όμορφο
διάλειμμα.
Η άμαξα χοροπηδούσε πάνω στο λιθόστρωτο τρέχοντας με αρκετή ταχύτητα. Μια τόσο πρωινή ώρα δεν υπήρχε καθόλου
κίνηση στο δρόμο και δεν άργησαν να φτάσουν στο Άσπρο Άλογο. Ο Γκάρεθ τη βοήθησε με το ένα χέρι να κατέβει από την
άμαξα και με το άλλη πλήρωσε τον αμαξά. Έτσι δε γίνεται να το σκάσω τώρα, σκέφτηκε εκείνη. Ας ήταν, η ευκαιρία της θα
ερχόταν, φτάνει η Αμελί να φερόταν λίγο έξυπνα.
«Προτείνω να πάμε μέσα και να ζητήσουμε πρόγευμα. Κάποιο ιδιωτικό σαλόνι θα υπάρχει σ’ αυτό το αχούρι».
Αναγκάστηκε να σκύψει και να της μιλήσει κατευθείαν στο αυτί, γιατί ο θόρυβος που ερχόταν από την αυλή του πανδοχείου
ήταν έντονος. Η Αμελί απόρησε που τόσο μεγάλο πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί σ’ έναν τόσο μικρό χώρο. Παντού
υπήρχαν αποσκευές. Μπαούλα, πορτ μαντό, σακιά με προϊόντα, κλουβιά πουλιών, όλα στοιβαγμένα φύρδην μίγδην.
Σταβλίτες πηγαινοέρχονταν φέρνοντας ξεκούραστα άλογα, αμαξάδες έπιναν τις μπίρες τους πριν σφυρίξουν τις κόρνες για
την αναχώρηση. Παντού άνθρωποι φώναζαν εντολές που δεν άκουγε κανείς. Ήταν σωστό τρελοκομείο και η σχετική ησυχία
της ταβέρνας του πανδοχείου φάνηκε σαν ένα ευπρόσδεκτο καταφύγιο.
Ο πανδοχέας βγήκε φουριόζος, τρίβοντας τα χέρια του με ικανοποίηση, αφού συνήθως δεν είχε πελάτες μια τόσο πρωινή
ώρα. Το μόνο που ζητούσαν συνήθως οι ταξιδιώτες ήταν μια γουλιά καυτού καφέ στα γρήγορα. Τώρα όμως έβλεπε έναν
τζέντλεμαν και τη συνοδό του, που ήταν σίγουρα καλύτεροι πελάτες, παρά τα τσαλακωμένα ρούχα του άντρα και το
κρυμμένο πρόσωπο της γυναίκας.
Ο πανδοχέας χαμογέλασε με δουλοπρέπεια. «Πώς μπορώ να σας βοηθήσω, κύριε;»
Ο Γκάρεθ συνοφρυώθηκε. «Να ετοιμάσεις ένα ιδιωτικό σαλόνι για μένα και την κυρία», είπε κοφτά. «Φεύγουμε με την
άμαξα για Μπρίστολ. Πρώτα όμως θέλουμε να προγευματίσουμε».
«Φυσικά, κύριε. Αμέσως. Ελάτε μαζί μου, παρακαλώ».
Το δωμάτιο όπου τους οδήγησε ο πανδοχέας ήταν μικρό και στενάχωρο, μ’ ένα χαμηλό παράθυρο που έβλεπε στον πίσω
κήπο. Όμως ήταν ήσυχο κι αυτό αρκούσε. Οι κουρτίνες ήταν λιγδιασμένες και τα έπιπλα φαίνονταν ξεφτισμένα και άβολα. Η
Αμελί χτύπησε το μαξιλάρι μιας από τις πολυθρόνες και αμέσως σηκώθηκε ένα σύννεφο σκόνης. Ο σωτήρας της την κοίταξε
με ύφος κοροϊδευτικό. «Η φασίνα μπορεί να περιμένει».
Η Αμελί τον αγριοκοίταξε. «Αν δε σας πειράζει, κύριε Γουέντοβερ, θα προτιμούσα να βρίσκομαι έξω».
«Είμαι σίγουρος πως θα το προτιμούσες, αλλά θα μείνουμε εδώ. Έτσι θα σε προσέχω και μπορούμε να φάμε μαζί ένα
πρόγευμα σαν δυο καλοί φίλοι, σωστά;»
Ο τόνος του ήταν ανέμελος και ειρωνικός, για κάποιο λόγο όμως η φωνή του έκανε τη φράση να ακουστεί απαλή σαν χάδι.
Ωστόσο το ύφος του δήλωνε άλλα. Την αποτιμούσε και πάλι, σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει αν ήταν σωστή η επιλογή
του να την σώσει. Η Αμελί άρχιζε να νιώθει ασυνήθιστα ευάλωτη, έτσι φυλακισμένη καθώς ήταν σ’ αυτό το απομονωμένο
δωμάτιο μ’ έναν άντρα άγνωστο και απρόβλεπτο. Μα η αγανάκτηση για τη φυλάκισή της της έδωσε κουράγιο.
«Δεν ξέρω τι εννοείτε με το ‘φίλοι’, κύριε Γουέντοβερ. Σας ευχαριστώ για τη βοήθειά σας σήμερα το πρωί, αλλά δε
χρειάζομαι φαγητό και προτιμώ να περιμένω την άμαξά μου έξω στη αυλή. Γι’ αυτό, αν μου επιτρέπετε να περάσω, μπορείτε
να απολαύσετε ανενόχλητος το γεύμα σας».
«Μη βιάζεσαι. Δεν έχω καμία διάθεση να μείνω ανενόχλητος. Αντιθέτως, θα ήθελα πάρα πολύ να ενοχληθώ».
Καθώς της μιλούσε χαμογελούσε χλευαστικά, το βλέμμα του όμως παρέμενε σκληρό και εξεταστικό. «Παραείσαι περήφανη
για υπηρέτρια, έτσι; Αλλά μια πρόκληση είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη».
Δεν του απάντησε. Για πρώτη φορά η Αμελί ένιωσε φόβο. Το παμπάλαιο ρολόι στη γωνία του δωματίου μετρούσε τα
δευτερόλεπτα πολύ δυνατά μέσα στην τεταμένη σιωπή. Η Αμελί ένιωθε πολύ δυσάρεστα κάτω από το αδιάκριτο βλέμμα του.
Κι ύστερα, χωρίς καμία προειδοποίηση, ο άντρας άρχισε να πλησιάζει αργά προς το μέρος της κοιτώντας τη με ένταση. Δεν
της φαινόταν πια σαν ένας άκακος μεθύστακας. Η τόσο κοντινή παρουσία και το βλέμμα του την τρόμαζαν. Την κοιτούσε
σαν να την καταβρόχθιζε. Την εξόργιζε που τολμούσε να την κοιτάζει έτσι, την ίδια στιγμή όμως το στομάχι της είχε σφιχτεί
από το φόβο.
Προσπάθησε απελπισμένα να ανακτήσει τον έλεγχο της κατάστασης. «Δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς θέλετε από μένα».
Ακόμα και στα δικά της αυτιά τα λόγια της ακούστηκαν αδύναμα και βλακώδη.
«Αλήθεια; Εκπλήσσομαι. Τόσο αθώες είναι οι καμαριέρες στις μέρες μας; Ίσως θα πρέπει να σου υπενθυμίσω ότι κάναμε
μια συμφωνία. Εγώ σε βοήθησα να ξεμπλέξεις κι εσύ υποσχέθηκες να μείνεις μαζί μου μέχρι την ώρα που η άμαξά σου...
συγνώμη, η άμαξά μας θέλω να πω, θα αναχωρήσει από το πανδοχείο».
«Μα γιατί;»
«Έλα τώρα, δεν μπορεί να είσαι τόσο αφελής. Τι μπορεί να θέλει ένας άντρας από μια όμορφη νεαρή γυναίκα όταν της
ζητάει να μείνει μαζί του;»
Η Αμελί πισωπάτησε βιαστικά και συγκρούστηκε με τον ξεφτισμένο καναπέ. «Δεν μπορείτε να ισχυρίζεστε πως έχετε
αισθήματα για μένα. Δε με γνωρίζετε καθόλου».
«Είναι αλήθεια, μα χρειάζεται να σε γνωρίζω; Θα είσαι μια όμορφη αναψυχή τη στιγμή ακριβώς που την έχω ανάγκη. Έλα,
κατέβασε αυτή την κουκούλα».
Πριν προλάβει να τον εμποδίσει, ο Γκάρεθ έριξε πίσω την μπέρτα, αποκαλύπτοντας εντελώς το πρόσωπό της. Την κοίταξε
απορημένος. Μια μάζα από μεταξένιες μπούκλες έπεσαν στους ώμους της. Τα μάτια της είχαν το χρώμα του φθινοπώρου και
τον κοιτούσαν διάπλατα ανοιχτά και τρομαγμένα, ενώ τα ντελικάτα μάγουλά της είχαν ροδίσει απαλά. Της φάνηκαν αιώνας
εκείνα τα δευτερόλεπτα που την κοιτούσε.
Όταν τελικά μίλησε, η φωνή του ακούστηκε βραχνή από τον πόθο. «Είσαι στ’ αλήθεια όμορφη», είπε. Η Αμελί μόρφασε και
τύλιξε σφιχτά την μπέρτα γύρω της.
«Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι», μουρμούρισε σε ήπιο τόνο. «Είμαι σίγουρος ότι θα τα πάμε μια χαρά οι δυο μας».
«Όχι, κύριε, κάνετε λάθος», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Είμαι μια τίμια γυναίκα και δε θα με αγγίξετε».
«Τίμια», είπε συλλογισμένος. «Ενδιαφέρουσα λέξη. Οι τίμιες γυναίκες δεν το σκάνε απ’ τα παράθυρα των σπιτιών τους στις
τέσσερις το πρωί. Ούτε φεύγουν μακριά με άγνωστους άντρες. Άσε τα κόλπα σου σ’ εμένα κι ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ
μας. Εγώ χρειάζομαι λίγη διασκέδαση κι εσύ μαντεύω πως είσαι μια μικρή τυχοδιώκτρια που δέχεται ό,τι της προκύψει».
Άρπαξε το χέρι της και την τράβηξε κοντά του. Την επόμενη στιγμή τα μπράτσα του τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση της,
κίνηση που την σόκαρε και ταυτόχρονα τάραξε τις αισθήσεις της. Για μια στιγμή έμειναν ακίνητοι, ύστερα η Αμελί
τραβήχτηκε μακριά του.
Το πρόσωπό της κοκκίνισε από αγανάκτηση. «Πώς τολμάτε να μ’ αγγίζετε!»
«Πολύ εύκολα, όπως θα διαπιστώσεις. Οι γυναίκες είναι φτιαγμένες για ηδονή και θα μου την παράσχεις».
Πήγε να την αρπάξει και πάλι, αλλά τον διέκοψε το άνοιγμα της πόρτας. Ήταν ο ιδιοκτήτης που έφερνε χοιρομέρι, αβγά,
κάτι παραψημένα νεφρά και φρυγανισμένο ψωμί. Ένας υπηρέτης ακολουθούσε πίσω του με μια μεγάλη κανάτα αχνιστό
καφέ.
«Ορίστε, κύριε», είπε τραγουδιστά ο πανδοχέας αγνοώντας επιδεικτικά όσα είχε δει μπαίνοντας. «Ό,τι πρέπει για ένα κρύο
μαγιάτικο πρωινό. Αν και πιστεύω ότι είναι καλός καιρός για ταξίδι». Συνέχισε να φλυαρεί, ενώ η Αμελί μαζεύτηκε σε μια
γωνιά του δωματίου προσπαθώντας να ηρεμήσει το δυνατό χτυποκάρδι της.
Όταν ο πανδοχέας έφυγε, ο Γκάρεθ κάθισε στο τραπέζι και άρχισε ήρεμος να κόβει φέτες από το χοιρομέρι και να τις
τοποθετεί προσεκτικά στα πιάτα τους.
«Έλα στο τραπέζι, Αμελί, πρέπει να φας», τη συμβούλεψε. «Δεν υπάρχει λόγος να λιμοκτονήσεις, έχεις να κάνεις μεγάλο
ταξίδι».
Η εξαίσια αίσθηση που ο Γκάρεθ είχε νιώσει νωρίτερα είχε εξαφανιστεί τώρα, συνέχιζε παρ’ όλα αυτά να διασκεδάζει. Δεν
είχε ιδέα με ποια είχε να κάνει ούτε τι θα συνέβαινε. Αλλά είχε νιώσει εκείνο το όμορφο κορίτσι ζεστό και τρεμάμενο μέσα
στην αγκαλιά του και ήθελε να ξαναγευτεί την εμπειρία. Εκείνο που του χρειαζόταν ήταν να ξεφύγει για λίγο απ’ την
πραγματικότητα και η ευκαιρία είχε πέσει κυριολεκτικά στην αγκαλιά του εξ ουρανού.
Η Αμελί αρνήθηκε ακόμα και να κοιτάξει το φαγητό.
«Έλα στο τραπέζι!» Ο τόνος του ήταν επιτακτικός.
Εκείνη δεν κουνήθηκε από τη θέση της στη γωνιά του δωματίου. «Δεν πεινάω», του είπε με παγερή φωνή.
«Μην είσαι ανόητη. Φυσικά και πεινάς. Έλα, θέλω να φάω το χοιρομέρι, όχι εσένα. Κάθισε... πριν σε αναγκάσω».
Πανικόβλητη στη σκέψη και νέας σωματικής επαφής, η Αμελί άφησε τη γωνιά της και προχώρησε ως το τραπέζι με όσο
περισσότερη αξιοπρέπεια μπορούσε. Κάθισε άκρη άκρη και τσιμπολόγησε λίγο ζαμπόν και μια φέτα ψωμί. Ο καφές ήταν
δυνατός και ζεστός, και ήπιε με ευχαρίστηση δυο φλιτζάνια. Εκείνος έτρωγε με όλη του την άνεση, σαν να είχε ολόκληρο το
πρωινό στη διάθεσή του. Η Αμελί σκέφτηκε έντρομη ότι αποτελούσε το επόμενο πιάτο στο μενού του.
Θα έπρεπε να δραπετεύσει γρήγορα χωρίς να δημιουργηθεί κι άλλη τρομερή σκηνή. Δεν μπορούσε να βασίζεται στη βοήθεια
του πανδοχέα, ο οποίος είχε κοιτάξει με ένα ύφος γεμάτο κατανόηση τον πελάτη του όταν έφερε το φαγητό. Δε θα έκανε
τίποτα για να τη βοηθήσει. Έπρεπε η ίδια να σώσει τον εαυτό της.
Ξερόβηξε. «Επιθυμείτε να πάτε στο Μπρίστολ, κύριε Γουέντοβερ;»
«Και τι σε νοιάζει εσένα αυτό;»
«Αν πρόκειται να ταξιδέψουμε μαζί, θα μπορούσαμε τουλάχιστον να γνωριστούμε λίγο». Αναρωτήθηκε με αγωνία αν
εκείνος θα τσιμπούσε το δόλωμά της χαλαρώνοντας λίγο την επιφυλακή του.
«Αλλάξαμε στάση; Όταν πριν από λίγο προσπάθησα να σε γνωρίσω, δε μου φάνηκες πολύ πρόθυμη», της είπε σαρκαστικά
ο Γκάρεθ.
«Λυπάμαι γι’ αυτό, αλλά εδώ μέσα κάνει υπερβολική ζέστη, κι έτσι όπως με τραβήξατε κοντά σας...» η φωνή της έσπασε
στη σκέψη «... μου ήρθε λιποθυμία».
«Α, αυτό έγινε λοιπόν. Ναι, σίγουρα δε μου χρειάζεται μια λιπόθυμη γυναίκα στα χέρια, γι’ αυτό θ’ ανοίξω λίγο το
παράθυρο και θα είμαστε καλύτερα. Έλα εδώ, Αμελί, και άσε με να κοιτάξω το βραβείο μου».
Μάζεψε το κουράγιο της και προχώρησε αργά προς το μέρος του. Εκείνος στάθηκε απέναντί της και χαμογέλασε. Η Αμελί
διαπίστωσε ξαφνιασμένη πως, όταν χαμογελούσε, στο πρόσωπό του την απειλητική σκληρότητά του αντικαθιστούσε μια
γοητευτική ζεστασιά. Τα μπλε μάτια του έχαναν την παγερότητά τους και χαμογελούσαν κι αυτά, υποδηλώνοντας χιούμορ
και μια φύση καλοπροαίρετη. Τα άσπρα δόντια του ήταν ίσια και τα χείλη του σαρκώδη. Τον κοιτούσε απολαμβάνοντας την
εικόνα που παρουσίαζε.
«Δεν εκπλήσσομαι που αντιμετώπισες προβλήματα με τους εργοδότες σου», της είπε διακόπτοντας την έκστασή της. «Είσαι
πολύ όμορφη για να σε αφήνουν δίπλα σε έναν μέσο νεαρό άντρα». Γέλασε μαλακά. «Εγώ όμως δεν είμαι ο μέσος άντρας,
έτσι δε χρειάζεται να έχουμε τέτοιους φόβους».
Ξάφνου η Αμελί βγήκε από το ονειροπόλημά της και συνειδητοποίησε τον κίνδυνο που διέτρεχε. Πήρε το τσαντάκι της και
άρχισε να κάνει αέρα με το χέρι της ζωηρά. «Λυπάμαι, κύριε, αλλά εξακολουθεί να κάνει πολλή ζέστη εδώ μέσα.
Αναρωτιέμαι μήπως το χοιρομέρι δεν ήταν καλό».
«Τι ακριβώς εννοείς τώρα μ’ αυτό;»
«Απλώς ότι είχε μια ελαφριά απόχρωση, έτσι μου φάνηκε. Αλλά εμένα το χοιρομέρι πάντα με πειράζει, άρα μάλλον ήταν
καλό».
«Αφού σε πειράζει, τότε γιατί στην οργή το έφαγες;»
«Επιμένατε, κύριε Γουέντοβερ. Σας φοβήθηκα κι έτσι το έφαγα. Τώρα όμως δεν αισθάνομαι καθόλου καλά». Πίεσε το
μαντιλάκι της στο στόμα και έκλεισε τα μάτια της. «Νομίζω πως αυτή τη φορά θα λιποθυμήσω αληθινά».
Ο Γκάρεθ βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του και έβαλε μια φωνή στον πανδοχέα, ο οποίος μπήκε εκπληκτικά γρήγορα.
Ήταν σίγουρη ότι ο παλιόγερος παραμόνευε πίσω από την πόρτα, περιμένοντας να δει τι θα συνέβαινε.
«Η συνοδός μου είναι αδιάθετη, φαίνεται πως φταίει το χοιρομέρι», είπε αυστηρά ο Γκάρεθ.
«Δεν μπορεί να είναι έτσι, κύριε, το χοιρομέρι ήταν ολόφρεσκο. Η κυρία Φόλι θα στενοχωρηθεί πολύ αν μάθει ότι της το
κακολόγησαν. Είναι το καλύτερο στην πόλη. Δε θα βρείτε καλύτερο αλλού».
«Καλά, καλά», είπε εκνευρισμένος ο Γκάρεθ, «μπορεί να είναι κι έτσι. Η φίλη μου από δω όμως δε νιώθει καλά και
χρειάζεται να ξαπλώσει. Έχετε κανένα δωμάτιο γι’ αυτήν;»
«Ναι, κύριε, φυσικά. Θα καλέσω αμέσως τη σύζυγό μου».
Η κυρία Φόλι εμφανίστηκε γρήγορα στο κατώφλι με ύφος επιθετικό. Ήταν προφανές ότι είχε ακούσει όλη τη συζήτηση και
ήταν έτοιμη να υπερασπιστεί το ζαμπόν της. Όταν όμως είδε την Αμελί έτσι μικροκαμωμένη, χλομή και αναμφισβήτητα
αδιάθετη, τη λυπήθηκε αμέσως.
«Έχω τη δική μου άποψη για τη λιποθυμία της δεσποινίδας», είπε ρουθουνίζοντας και συνόδευσε την Αμελί σ’ ένα μικρό
αλλά καθαρό υπνοδωμάτιο του επάνω ορόφου με θέα στην αυλή.
Μόλις βρέθηκε μόνη της η Αμελί κλείδωσε την πόρτα και ξάπλωσε στο κρεβάτι, εξαντλημένη από τις περιπέτειες του
πρωινού. Απ’ ό,τι φαινόταν, είχε ξεφύγει από τον έναν διώκτη της για να πέσει στα χέρια ενός άλλου. Μόλις την τελευταία
στιγμή κατάφερε να γλιτώσει το βιασμό της. Είχε μια έμφυτη δυσπιστία απέναντι στους άντρες και αναρωτιόταν πώς είχε την
ανοησία να φανταστεί πως ο Γκάρεθ Γουέντοβερ δεν αποτελούσε απειλή γι’ αυτήν.
Όταν τον πρωτοείδε της φάνηκε επικίνδυνος όσο κι ένας ξενύχτης που γύριζε μεθυσμένος από το νυχτερινό γλεντοκόπι του.
Παρ’ ότι τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα, για κάποιο λόγο της ενέπνευσε εμπιστοσύνη. Ύστερα, όταν της φέρθηκε με τόση
τραχύτητα σέρνοντάς τη στο δρόμο, ρίχνοντάς τη μέσα στην άμαξα και τέλος... τραβώντας τη με βία στη αγκαλιά του, η
Αμελί κατάλαβε το λάθος της.
Και πάλι όμως παραδεχόταν μέσα της ντροπιασμένη ότι ήταν μεγάλος πειρασμός να παραμείνει στην αγκαλιά του και να
αφήσει εκείνα τα δυνατά μπράτσα να την τυλίξουν. Φυσικά δεν ήταν παρά μόνο μια αντίδραση στους κινδύνους που την
καταδίωκαν τις τελευταίες μέρες, αλλά ευτυχώς που ο πανδοχέας μπήκε έγκαιρα. Τώρα η πρόφαση της αδιαθεσίας την είχε
σώσει άλλη μια φορά, αν και ήταν σίγουρη ότι σύντομα ο Γκάρεθ θα χτυπούσε την πόρτα της ζητώντας να περάσει. Και μια
κρεβατοκάμαρα ήταν ακόμα χειρότερο μέρος για να τον συναντήσει απ’ το σαλόνι του κάτω ορόφου. Γι’ αυτό, έπρεπε να
φύγει πριν έρθει ο Γκάρεθ.
Έπλυνε γρήγορα τα χέρια και το πρόσωπό της και έστρωσε τα μαλλιά της στον θαμπό καθρέφτη που κρεμόταν στραβά
πάνω σ’ έναν τοίχο. Όταν η ιδιοκτήτρια τη συνόδευε στον επάνω όροφο, η Αμελί πρόσεξε πως υπήρχε και μια δεύτερη σκάλα
για κάτω. Ήταν πολύ μικρότερη και κατά πάσα πιθανότητα τη χρησιμοποιούσαν οι υπηρέτες. Η Αμελί ήταν σίγουρη πως αυτή
η σκάλα υπηρεσίας θα οδηγούσε στον κήπο. Αν μπορούσε να φτάσει μέχρι εκεί, εύκολα θα ξεγλιστρούσε απαρατήρητη ως τη
μπροστινή αυλή.
Κοίταξε το ρολόι της και σάστισε βλέποντας την ώρα. Η άμαξα για το Μπαθ έφευγε σε πέντε μόλις λεπτά. Ξεκλείδωσε
προσεκτικά την πόρτα και κοίταξε έξω. Παντού υπήρχε ησυχία, κι έτσι προχώρησε ακροπατώντας ως τη σκάλα υπηρεσίας και
αφουγκράστηκε ξανά. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν κάποια χαρούμενα πειράγματα από την ταβέρνα. Ο Γκάρεθ
Γουέντοβερ πίστευε ότι η Αμελί θα ταξίδευε στο Μπρίστολ, οπότε δε θα γνώριζε ότι η άμαξα για το Μπαθ ήταν έτοιμη να
ξεκινήσει. Αυτή ήταν η ευκαιρία της.
Δυστυχώς θα έπρεπε να αφήσει τον ταξιδιωτικό σάκο της κάτω στο σαλόνι, τουλάχιστον όμως είχε μαζί το τσαντάκι της κι
εκεί μέσα υπήρχε το πολύτιμο εισιτήριο. Σ’ ένα λεπτό κατέβηκε τα σκαλιά και σήκωσε το σύρτη της πόρτας που έβγαζε στον
κήπο. Μια υπηρέτρια εμφανίστηκε ξαφνικά από την κουζίνα και κοίταξε απορημένη την Αμελί, η οποία βγήκε βιαστικά και
πήρε το μονοπάτι για την μπροστινή αυλή του πανδοχείου.
Το σκηνικό ήταν λιγότερο χαοτικό και πολλές από τις άμαξες είχαν ήδη αναχωρήσει. Της ήταν εύκολο να διακρίνει εκείνη
που έφευγε για το Μπαθ και, μόλις έδειξε το εισιτήριό της στο φύλακα, τη βοήθησαν να ανέβει. Διάλεξε μία από τις μεσαίες
θέσεις του ενός από τους δύο τετραθέσιους πάγκους που υπήρχαν στην κάθε πλευρά. Πιθανόν ήταν η πιο άβολη, αλλά έτσι
θα έμενε καλύτερα κρυμμένη αν κάποιος απέξω κοιτούσε μέσα. Ένας μεγαλόσωμος αγρότης κάθισε από τη μια πλευρά της κι
από την άλλη μια στρουμπουλή χωριάτισσα μ’ ένα τεράστιο καλάθι στην ποδιά της. Η Αμελί σχεδόν εξαφανιζόταν ανάμεσά
τους.
Της φάνηκε πως πέρασε ένας αιώνας ώσπου ο φύλακας να σφυρίξει και η άμαξα να βγει απ’ την αυλή. Ο βασανιστής της δε
φαινόταν πουθενά. Ήταν σίγουρη πως θα είχε αρχίσει και πάλι να μπεκροπίνει και πως δε θα είχε προσέξει καν την απουσία
της. Παραδόξως όμως δεν ένιωθε τόσο ανακουφισμένη από την απόδρασή της όσο θα έπρεπε. Ήταν γελοίο, αλλά σχεδόν
φανταζόταν πως τον είχε απογοητεύσει με κάποιο τρόπο. Στο κάτω κάτω, της είχε προσφέρει λίγη φροντίδα. Αν δεν ήταν
εκείνος, η Αμελί θα εξακολουθούσε να κρέμεται από το αυτοσχέδιο σκοινί με τα σεντόνια ή, ακόμα χειρότερα, θα βρισκόταν
καρφωμένη πάνω στα μπροστινά κάγκελα του σπιτιού. Την είχε βοηθήσει να κατέβει, βρήκε μια άμαξα και τη συνόδευσε ως
το πανδοχείο. Της είχε προσφέρει καταφύγιο και τροφή. Την είχε κρατήσει σφιχτά στην αγκαλιά του. Το μυαλό της
σταμάτησε. Όχι. Αυτή την εικόνα έπρεπε να την αφήσει πίσω της.
Διέσχιζαν κιόλας την Μπελγκρέβια κι έστριβαν για να βγουν στη λεωφόρο που πήγαινε στα δυτικά. Η Αμελί ευχήθηκε η
οικογένειά της να μην είχε ακόμα αντιληφθεί την απουσία της. Η Φάνι θα είχε τρελαθεί από ανησυχία και, όσο το
συντομότερο κατάφερνε να ειδοποιήσει την καμαριέρα της πως όλα ήταν εντάξει, τόσο το καλύτερο. Όλα ήταν μια χαρά,
διαβεβαίωσε τον εαυτό της. Είχε μια φρικτή εμπειρία αλλά πέτυχε το στόχο της. Δε θα βρισκόταν στο σπίτι για να υποδεχτεί
τον Ρούφους Γκλάιντ αυτό το πρωί. Αντί γι’ αυτό ταξίδευε προς τη γιαγιά της, όπου θα ήταν ασφαλής.

Ο Γκάρεθ ήπιε την τελευταία γουλιά απ’ τον καφέ του και αποφάσισε να πάει να αναζητήσει την απρόθυμη συνταξιδιώτισσά
του. Δεν ήταν σίγουρος αν του είχε πει την αλήθεια για το χοιρομέρι, όμως η νεαρή είχε αρχίσει να χλομιάζει υπερβολικά και
ο Γκάρεθ δεν ήθελε να ρισκάρει μια δυσάρεστη εξέλιξη. Η αλήθεια ήταν πως φαινόταν τόσο μικρή και ευάλωτη που ένιωσε
περισσότερο την επιθυμία να την προστατεύσει παρά να την καταδιώξει. Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι με την ανοησία του.
Το δίχως άλλο ήταν κι αυτή το ίδιο παραδόπιστη όπως και ο υπόλοιπος κόσμος. Η εκδοχή της για την απόδραση από έναν
ενοχλητικό γιο ίσως είχε κάποια μικρή δόση αλήθειας, δεδομένης την αναμφίβολης ομορφιάς της, αλλά ο Γκάρεθ ήταν
σίγουρος ότι του έκρυβε κι άλλα πράγματα. Ίσως ήταν πράγματι κλέφτρα. Ή ίσως είχε δώσει στο νεαρό πάρα πολύ θάρρος
και τώρα φοβόταν να μιλήσει στην κυρία της για το αναπόφευκτο αποτέλεσμα.
Χάρη στο δυνατό καφέ είχε ξεμεθύσει τελείως μέσα στη μία ώρα που εκείνη έλειπε. Ακόμα δεν καταλάβαινε τι του είχε
έρθει να μπλεχτεί μαζί της. Ίσως η αιτία να ήταν μια ξαφνική αίσθηση του γελοίου ή κάποια μικρή περιέργεια... Μια
καμαριέρα με γαλλικό όνομα και λεπτούς τρόπους που έκρυβε το πρόσωπό της... Όμως ένιωθε τώρα πολύ κουρασμένος για
να προβληματιστεί περισσότερο. Οι δυο ξάγρυπνες νύχτες είχαν αρχίσει να τον νικούν και αυτό που ήθελε εκείνη τη στιγμή
ήταν απλώς να απαλλαχτεί απ’ αυτήν. Γι’ αυτό θα την έβαζε απλώς στην άμαξα για το Μπρίστολ και θα γύριζε στο
ξενοδοχείο του. Ήταν ανόητο από μέρους του να σκεφτεί πως μπορούσε να αποφύγει τις υποχρεώσεις του. Αύριο θα έστελνε
ειδοποίηση στο δικηγόρο του και θα υπέγραφε ό,τι έπρεπε να υπογράψει.
Κοίταξε τον ταξιδιωτικό σάκο που η Αμελί είχε αφήσει πάνω στον πάγκο. Καλύτερα να της τον έδινε και να τη διαβεβαίωνε
πως δεν είχε να φοβηθεί τίποτα από εκείνον. Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα, αλλά τη βρήκε άδεια. Πιστεύοντας πως είχε
κάνει λάθος στο δωμάτιο κοίταξε σε ένα άλλο, όπου μια καμαριέρα έστρωνε το κρεβάτι.
«Ψάχνω μία νεαρή κυρία», είπε. «Ένιωθε άσχημα και ανέβηκε να ξεκουραστεί».
Η καμαριέρα τον κοίταξε με βλέμμα απλανές. «Δεν είναι εδώ», του είπε.
«Το βλέπω ότι δεν είναι εδώ. Μήπως όμως την είδες;»
«Δε νομίζω». Η καμαριέρα συνέχισε να στρώνει τα σκεπάσματα με μια βαριεστημένη έκφραση στο πρόσωπό της. «Δεν
ανεβαίνουν πολλοί εδώ πάνω». Σώπασε και κοίταξε με άδειο βλέμμα έξω απ’ το παράθυρο. «Ήταν μια ξένη στις σκάλες πριν
από κάμποση ώρα».
«Μια νεαρή γυναίκα;»
«Δεν μπορώ να ξέρω».
«Μα πώς δεν μπορείς;» τη ρώτησε ανυπόμονος.
«Γιατί είχε μια μπέρτα».
«Μια μαύρη βελούδινη μπέρτα;» Η καμαριέρα έγνεψε καταφατικά αφηρημένη.
«Αυτή είναι. Πού βρίσκεται;»
«Πού να ξέρω εγώ; Κατέβηκε τις σκάλες και βγήκε από την πόρτα».
«Ποια πόρτα;» Ο Γκάρεθ τέθηκε σε επιφυλακή.
«Την πίσω πόρτα, φυσικά». Η καμαριέρα κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της με την κουταμάρα του. «Μπορεί να βγήκε στον
κήπο να πάρει αέρα», είπε για να τον βοηθήσει.
Βλαστημώντας τον εαυτό του, ο Γκάρεθ κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά. Ο κήπος ήταν άδειος όπως το περίμενε, αλλά είδε το
μονοπάτι που έζωνε ολόγυρα το πανδοχείο και το ακολούθησε ως την αυλή. Κι αυτή όμως ήταν σχεδόν άδεια. Η τελευταία
πρωινή άμαξα είχε αναχωρήσει και οι υπηρέτες του πανδοχείου καθάριζαν το χώρο απ’ όσα είχαν αφήσει πίσω τους επιβάτες
και αμαξάδες.
Πλησίασε έναν αδύνατο, άχαρο νεαρό που σκούπιζε με θλιβερό ύφος τα τελευταία άχυρα από το λιθόστρωτο.
«Η άμαξα για το Μπρίστολ;» τον ρώτησε κοφτά.
«Δεν έχει άμαξα για Μπρίστολ σήμερα», αποκρίθηκε πρόσχαρα ο νεαρός και στηρίχτηκε στη σκούπα του, διακόπτοντας με
προθυμία τη δουλειά του. «Για το Μπαθ, μπορεί. Κι απ’ το Μπαθ μπορείτε να συνεχίσετε».
«Πού είναι η άμαξα για το Μπαθ;»
«Πού; Κάπου κοντά στο Άουνσλο μάλλον». Το αγόρι χαμογέλασε με αναίδεια. «Εσύ τι λες, Τζεμ;»
Ο Τζεμ σταμάτησε παραπατώντας, σκυφτός κάτω απ’ το βάρος της σέλας που κουβαλούσε στους ώμους του. «Με το γερο-
Τράντερ αμαξά, μάλλον δεν έχουν βγει ακόμα ούτε απ’ το Κένσινγκτον», σάρκασε εκείνος.
Οι άλλοι άντρες σταμάτησαν τη δουλειά τους και ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια. Ένας ηλικιωμένος σταβλίτης έγειρε
τεμπέλικα στον τοίχο του πανδοχείου μασουλώντας ένα άχυρο. Χαμογελούσε πλατιά, απολαμβάνοντας τη δυσφορία του
Γκάρεθ.
«Το επόμενο, αύριο, κύριος. Αν βέβαια δε σε πειράζει να περιμένεις λιγάκι», κάγχασε.
«Κουνήσου και βρες μου ένα άλογο αμέσως», του αντιγύρισε απότομα ο Γκάρεθ και πήγε τρέχοντας στο πανδοχείο. Έριξε
μερικά χρήματα στο τραπέζι και άρπαξε τον ταξιδιωτικό σάκο της Αμελί. Ήταν πρόθυμος να την αφήσει να φύγει όσο
μπορούσε να παίξει το ρόλο του ευεργέτη. Πώς τόλμησε όμως να τον ξεγελάσει; Η συμφωνία ήταν συμφωνία κι ο Γκάρεθ θα
την ανάγκαζε να πληρώσει.
Ξαναβγήκε γρήγορα στην αυλή και περίμενε με ανυπομονησία.

Χρειάστηκαν περίπου δεκαπέντε λεπτά ώσπου να ετοιμαστεί το άλογο και στο μεταξύ ο Γκάρεθ είχε γίνει έξαλλος από θυμό.
Έριξε το σάκο πάνω στη σέλα, ανέβηκε στην πλάτη του αλόγου κι έκανε στροφή για να βγει από την αυλή.
«Μπορεί και να τους προλάβεις», είπε ο γερο-σταβλίτης μασώντας πάντα το άχυρό του. «Αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος
γι’ αυτό».
Αντί για άλλη απάντηση, ο Γκάρεθ σπιρούνιασε το άλογό του και κάλπασε μακριά.
Κεφάλαιο 3

Στριμωγμένη ανάμεσα στους συνεπιβάτες της, η Αμελί υπέμεινε τη διαδρομή καθώς απομακρύνονταν όλο και περισσότερο.
Τώρα πλέον θα πρέπει να είχαν ανακαλύψει την απόδρασή της. Ο πατέρας της θα είχε πια σηκώσει θύελλα στο σπίτι. Θα του
ήταν αδύνατον να εξηγήσει την απουσία της στον Ρούφους Γκλάιντ όταν ο τελευταίος θα έκανε την επίσκεψή του. Για μια
στιγμή η Αμελί σκέφτηκε την αντεκδίκηση του Γκλάιντ κι αυτή η σκέψη τής προκάλεσε ναυτία, αμέσως όμως την έδιωξε
αποφασιστικά από το μυαλό της. Ο λόρδος Σίλβερντεϊλ θα έπρεπε να βρει άλλον τρόπο για να σώσει την οικογένεια.
Δεν ήξερε ακριβώς τι ώρα ήταν, αλλά θα πρέπει να πλησίαζε μεσημέρι. Από στιγμή σε στιγμή ο σερ Ρούφους θα περνούσε
το κατώφλι του σπιτιού της Γκρόβενορ Σκουέαρ, περιμένοντας πως θα ξαναέφευγε από εκεί με νύφη. Της ήρθε αναγούλα.
Αυτό ήταν χειρότερο από οτιδήποτε άλλο, ακόμα κι απ’ την παρενόχληση του κυρίου Γκάρεθ Γουέντοβερ.
Χαιρόταν που είχε απαλλαγεί και απ’ αυτόν, αν και δεν μπορούσε ακόμα να διώξει από μέσα της μια μικρή ενοχή. Της είχε
φερθεί απαίσια, αλλά ούτε και η δική της συμπεριφορά ήταν αυτή που άρμοζε σε μια νεαρή γυναίκα με καλή ανατροφή. Αν ο
Γουέντοβερ ήξερε την πραγματική κατάστασή της, δε θα είχε επιχειρήσει να της κάνει έρωτα. Ή ίσως και να μην είχε καμία
σημασία γι’ αυτόν αν η Αμελί ήταν αγνή ή όχι. Είχε φανεί αποφασισμένος να την κρατήσει σφιχτά στην αγκαλιά του και θα
του ήταν αδιάφορο αν ήταν κόρη του λόρδου Σίλβερντεϊλ ή καμαριέρα της κόρης του.
Δυστυχώς, ούτε για την ίδια έπαιζε κανένα ρόλο αν ήταν ο τζέντλεμαν κύριος Γουέντοβερ ή κάποιος τυχάρπαστος
αμφίβολης προέλευσης. Η Αμελί είχε απολαύσει την αίσθηση εκείνης της αγκαλιάς. Έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε τη
δύναμη και την αρρενωπή ζεστασιά που υποσχόταν τόσο τέρψη όσο και ασφάλεια. Αλλά πόσο ανόητη ήταν! Δεν είχε κανένα
σκοπό να αφεθεί στο έλεος οποιουδήποτε άντρα... ποτέ. Μόλις είχε γλιτώσει από ένα μπλέξιμο και θα πρέπει να φυλαγόταν
από κάθε άλλο, ιδίως μ’ έναν άντρα που δεν έδειχνε να υπόσχεται παρά μόνο μπελάδες.
Ανακάθισε στη θέση της προσπαθώντας να βολευτεί περισσότερο, αλλά σε μια τόσο μικρή καμπίνα αυτό ήταν δύσκολο. Τα
πόδια της είχαν ήδη μουδιάσει από την ακινησία και το αριστερό μπράτσο της πονούσε από το καλάθι της παχουλής
χωριάτισσας που ακουμπούσε πάνω της. Ένας υπάλληλος με ισχνό πρόσωπο την αγριοκοίταξε όταν προσπάθησε να
μετακινηθεί, η χωριάτισσας όμως της χαμογέλασε με μητρική κατανόηση.
«Δεν έχει και πολύ χώρο μέσα σ’ αυτές τις άμαξες, μις, κι εμείς με τα πάχη μας δεν το κάνουμε πιο εύκολο».
Ο αγρότης ρουθούνισε και άλλαξε θέση ξανά, παγιδεύοντας τώρα το μπράτσο της Αμελί ακόμα χειρότερα από πριν. Εκτός
του ότι πονούσε από την κορφή ως τα νύχια, είχε αρχίσει να πεινάει κιόλας. Στο πανδοχείο είχε φάει μόνο μια μπουκιά,
έχοντας στο νου της πώς θα ξεφύγει από τον Γκάρεθ. Σαν να διάβασε τις σκέψεις της, η καλή κυρία έσκυψε στο καλάθι της
που τώρα το είχε ακουμπήσει στο δάπεδο. Έβγαλε μερικές φέτες πίτα, τυρί και μήλα και πρότεινε χαμογελώντας να
μοιραστούν το κολατσιό της. Η φυσική ευγένεια θα έκανε κανονικά την Αμελί να αρνηθεί την προσφορά της γυναίκας, αλλά
η πείνα της ήταν βασανιστική και τα γεγονότα του πρωινού είχαν έτσι κι αλλιώς παραμερίσει κάθε ιδέα ευγένειας. Έτσι
δάγκωσε με απόλαυση την πίτα τη στιγμή που έφευγαν από το Χάουνσλο Χιθ.
Η ευεργέτιδά της έστρωσε το λευκό βαμβακερό μπονέ της και αναστέναξε με ικανοποίηση. «Χαίρομαι πολύ που φύγαμε
από το Χιθ. Τρομερά πράγματα συμβαίνουν εδώ. Μόλις την περασμένη βδομάδα η γειτόνισσά μου είπε ότι επιτέθηκαν στο
γιο της μέρα μεσημέρι και τον λήστεψαν, παίρνοντας ως και το άλογό του. Αναγκάστηκε να περπατήσει μέχρι την πόλη και
δεν κατάφερε να πιάσει τον κλέφτη».
Αλλά και η Αμελί χαιρόταν, γιατί τα λόγια της Φάνι αντηχούσαν ακόμα στο μυαλό της. Είχε γλιτώσει από έναν ακόμα
κίνδυνο. Μόλις χόρτασε την πείνα της ήταν εύκολο να αποκοιμηθεί. Ήξερε πως θα έφτανε στον προορισμό της μετά από
οχτώ ώρες περίπου, κι αν δεν ξεκουραζόταν έστω για λίγο, το ταξίδι θα γινόταν πολύ κοπιαστικό. Πρόβαρε με το νου της τι
θα έλεγε στη γιαγιά της όταν επιτέλους τη συναντούσε και, στα μισά μιας τρομακτικής νοερής περιγραφής της μελλοντικής
ζωής της με τον Ρούφους Γκλάιντ, το κεφάλι της έγειρε μπροστά και η Αμελί βυθίστηκε σ’ έναν βαθύ ύπνο. Ο
κοκκινοπρόσωπος αγρότης κοιμόταν κι αυτός δίπλα της ροχαλίζοντας ρυθμικά, αλλά εκείνη δεν άκουγε τίποτα. Ακόμα κι
όταν η άμαξα σταματούσε στις προγραμματισμένες στάσεις της, εκείνη συνέχιζε να κοιμάται.

Κοιμόταν ακόμα, όταν η άμαξα σταμάτησε μ’ ένα τράνταγμα ακριβώς στη στροφή του Τσίπεναμ. Η Αμελί πετάχτηκε
ξαφνιασμένη και στην αρχή νόμιζε πως είχαν φτάσει στη μικρή πόλη του Ρόξχολ, η οποία απείχε μόλις τριάντα δύο μίλια από
το Μπαθ. Ευχήθηκε κάποιοι από τους επιβάτες να κατέβαιναν εκεί έτσι ώστε να μείνει λίγο περισσότερος χώρος μέσα στην
καμπίνα. Τέντωσε το λαιμό της μπροστά από το χοντρό αγρότη που κοιμόταν ακόμα και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο. Και
τότε το σοκ της έφερε ζαλάδα.
Ο Γκάρεθ Γουέντοβερ άνοιξε απότομα την πόρτα της άμαξας. Χαμογελούσε επικίνδυνα και στο χέρι του κρατούσε τον
παρατημένο ταξιδιωτικό σάκο της. «Φαίνεται πως ξέχασες κάτι, Αμελί».
Ο αμαξάς εμφανίστηκε δίπλα του. «Έλα, έλα, δεν μπορείς να σταματάς μια άμαξα στη βασιλική λεωφόρο για να επιστρέψεις
ένα σάκο», του φώναξε.
«Α, μα και βέβαια μπορώ», είπε ήρεμα ο Γκάρεθ. «Βλέπεις, αυτός δεν είναι ένας απλός ταξιδιωτικός σάκος, ούτε τον
επιστρέφω. Σκοπεύω να τον κρατήσω γιατί πρόκειται για... αποδεικτικό στοιχείο!»
Οι συνταξιδιώτες της τώρα είχαν ξυπνήσει για τα καλά και παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τις εξελίξεις. Στο άκουσμα των
λέξεων αποδεικτικό στοιχείο γύρισε να κοιτάξει τον διώκτη της.
Το χαμόγελο του Γκάρεθ έγινε πιο σατανικό. «Περιέχει μερικά πανάκριβα κοσμήματα που σούφρωσε αυτή εδώ η νεαρή από
τους εργοδότες της. Πάνω στη βιασύνη της όμως να το σκάσει, ξέχασε πίσω της το σάκο. Μα εγώ θα φροντίσω να
λογοδοτήσει για το αδίκημά της. Έχω σκοπό να την παραδώσω αμέσως στον τοπικό δικαστή. Εκείνος σίγουρα θα ξέρει πώς
να χειριστεί μια ανέντιμη υπηρέτρια».
Η στρουμπουλή γυναίκα δίπλα της έβγαλε ένα επιφώνημα. «Σίγουρα όχι, κύριε. Αυτή η νεαρή γυναίκα δεν μπορεί να είναι
κλέφτρα».
«Δεν της φαίνεται, πράγματι, αλλά η εμφάνιση μπορεί να εξαπατήσει, ξέρετε. Δυστυχώς μια νεαρή και δήθεν αθώα νέα
μπορεί να κρύβει επικίνδυνα ένστικτα».
«Πώς τολμάτε!» ξέσπασε η Αμελί. «Ξέρετε πολύ καλά πως όλα αυτά είναι ψέματα. Ο σάκος είναι σίγουρα δικός μου, αλλά
περιέχει απλώς μερικά προσωπικά αντικείμενα».
«Ώστε έτσι, ε;» Ο Γκάρεθ ήταν εξοργιστικά ήρεμος. «Τότε προτείνω, κυρίες και κύριοι», είπε απευθυνόμενος στους
επιβάτες της άμαξας που παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τη σκηνή που διαδραματιζόταν μπροστά τους, «να αποφασίσετε
εσείς αν μια καμαριέρα μπορεί να κουβαλάει τέτοιου είδους προσωπικά αντικείμενα».
Και με μια θεατρική κίνηση άδειασε τα περιεχόμενα της τσάντας στο πάτωμα της καμπίνας. Η Αμελί είδε ντροπιασμένη τα
ρούχα της να σκορπίζονται, αλλά ο τρόμος της μεγάλωσε όταν ανάμεσά τους διέκρινε μια γυναικεία διαμαντένια καρφίτσα,
μια καρφίτσα γραβάτας στολισμένη με πολύτιμες πέτρες κι ένα παλιό αλλά ακριβό αντρικό ρολόι.
«Τώρα τι γνώμη έχετε;» ρώτησε ο βασανιστής της. «Νομίζετε πως αυτά είναι αντικείμενα μιας καμαριέρας; Εγώ δεν το
πιστεύω. Μοιάζουν περισσότερο με είδη που θα μπορούσε να κλέψει από το υπνοδωμάτιο του εργοδότη της».
Τελικά η Αμελί βρήκε τη φωνή της. «Είναι όλα ψέματα. Δεν έχω ξαναδεί αυτά τα πράγματα στη ζωή μου», φώναξε με
αγανάκτηση.
«Κι όμως με κάποιο τρόπο βρίσκονται στο σάκο σου. Δεν είπες πως είναι δικός σου αυτός ο σάκος;»
Οι συνταξιδιώτες της μουρμούρισαν διάφορα σχόλια, η στοργική κυρία ορκιζόταν ακόμα πως ήταν σίγουρη ότι είχε γίνει
κάποιο λάθος, αλλά ο δηλητηριώδης υπάλληλος στη γωνία μονολογούσε για την ηθική κατάπτωση των υπηρετών στις μέρες
μας. Ακόμα και ο αγρότης είχε ξυπνήσει και διαμαρτυρόταν γι’ αυτή την καθυστέρηση, λέγοντας πως αν δεν ξεκινούσαν
σύντομα θα σκοτείνιαζε πριν προλάβουν να φτάσουν στα σπίτια τους. Οι υπόλοιποι συμφώνησαν και έδειξαν να χάνουν το
ενδιαφέρον τους για τη δυσχερή θέση της Αμελί.
Ο Γκάρεθ άπλωσε το χέρι και έπιασε το μπράτσο της. «Και τώρα, αγαπητή μου, καλύτερα να έρθεις μαζί μου».
Την τράβηξε έξω από την άμαξα ενώ ο αμαξάς παρακινούσε τα άλογά του να ξεκινήσουν και πάλι. Ο Γκάρεθ χαιρέτησε
χαμογελώντας την άμαξα που απομακρυνόταν. «Μην ανησυχείτε, θα φροντίσω αυτή εδώ η νεαρή να τιμωρηθεί όπως της
αξίζει».
Όλα τελείωσαν μέσα σε δευτερόλεπτα. Τη μια στιγμή η Αμελί βρισκόταν δίπλα στην άμαξα και την επόμενη στεκόταν στη
μέση ενός έρημου επαρχιακού δρόμου με τον Γκάρεθ Γουέντοβερ να την κρατάει από το μπράτσο. Το άλογό του έβοσκε
ήσυχο στην άκρη.
«Είστε αποτρόπαιος!» ξέσπασε. «Τι σας έχω κάνει και μου φέρεστε τόσο άσχημα;»
«Με εγκατέλειψες μήπως;» ρώτησε εκείνος. «Δε σου έχουν πει ποτέ ότι είναι ανέντιμο να κάνεις μια συμφωνία και να μην
την τηρείς; Σκέφτηκα λοιπόν πως σου χρειαζόταν ένα μάθημα».
«Δε χρειάζομαι κανένα μάθημα για το πώς θα συμπεριφέρομαι, ιδίως από εσάς», είπε έξαλλη εκείνη. «Την τελευταία φορά
που είχα τη δυστυχία να βρεθώ στη συντροφιά σας, φερθήκατε απαράδεκτα ακόμα και για μεθυσμένος».
Το χαμόγελό του έσβησε. «Μπορεί να ήμουν λίγο μεθυσμένος», της είπε, «αλλά οι αισθήσεις μου λειτουργούσαν. Είσαι
πολύ όμορφη γυναίκα, Αμελί, αλλά υπερβολικά ατίθαση. Σαν καμαριέρα, σου χρειάζονται μερικά μαθήματα».
Αγνόησε την έμμεση απειλή του. «Πώς τολμάτε να με κατηγορείτε για κλοπή; Πώς με προσβάλλετε έτσι;»
«Λες δηλαδή ότι δεν είσαι κλέφτρα; Η συμπεριφορά σου πάντως ήταν αρκετά ύποπτη».
Στάθηκε και τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια με θάρρος. «Ποτέ δεν έχω κλέψει το παραμικρό στη ζωή μου κι ούτε έχω
ξαναδεί τα αντικείμενα που βγάλατε από τον ταξιδιωτικό μου σάκο».
«Όχι, φυσικά και δεν τα έχεις ξαναδεί. Το ρολόι και η καρφίτσα γραβάτας είναι δικά μου, ενώ η γυναικεία καρφίτσα ανήκε
στη μητέρα μου κι έτυχε να βρίσκεται στην τσέπη μου».
Τον κοίταξε άναυδη. «Τότε γιατί σκαρφιστήκατε μια τέτοια κακοήθη ιστορία;»
«Μα για να σε αναγκάσω να κατέβεις από την άμαξα, φυσικά», της αποκρίθηκε ωμά. «Για τι άλλο; Δεν μπορούσα βέβαια να
σταματήσω την άμαξα και να σου ζητήσω να κατέβεις. Θα αρνιόσουν και οι συνεπιβάτες σου θα σε υποστήριζαν, πιστεύοντας
όμως ότι είσαι κλέφτρα ήθελαν απλώς να συνεχίσουν το δρόμο τους».
«Είστε ανυπόφορος. Με κατεβάσατε στη μέση του πουθενά επειδή δεν τήρησα μια αισχρή συμφωνία. Να είστε σίγουρος
όμως ότι δεν πρόκειται να την τηρήσω ποτέ».
«Εδώ θα διαφωνήσουμε». Ο τόνος του ήταν ανυποχώρητος. «Τι άλλο δηλαδή μπορείς να κάνεις; Όπως πολύ σωστά
επισήμανες, βρίσκεσαι στη μέση του πουθενά και το μοναδικό μέσο μεταφοράς είναι εκείνο το άλογο, που όμως ανήκει σ’
εμένα. Γι’ αυτό μάλλον θα πρέπει να το ξανασκεφτείς».
«Κάνετε λάθος. Θα προτιμούσα να περπατήσω όλη την υπόλοιπη μέρα παρά να πάω οπουδήποτε μαζί σας». Και μ’ αυτά τα
λόγια ξαναέβαλε τα λιγοστά υπάρχοντά της πίσω στην τσάντα της και άρχισε να απομακρύνεται γρήγορα στο δρόμο.
«Το κοντινότερο χωριό απέχει περίπου δέκα μίλια», φώναξε πίσω της.
«Τότε θα περπατήσω για δέκα μίλια», του απάντησε οργισμένη.
Ο Γκάρεθ ανέβηκε στη σέλα και έφερε το άλογό του κοντά της. «Πάντα πετυχαίνω αυτό που θέλω, ξέρεις. Μπορείς να
υποχωρήσεις και να απολαύσεις αυτή την εξαίσια απομόνωσή μας εδώ. Τα παπούτσια που φοράς δε φαίνονται φτιαγμένα για
περπάτημα σε επαρχιακό δρόμο». Η κακία είχε δώσει τώρα τη θέση της στην κοροϊδία.
Η Αμελί κοίταξε τα κομψά γοβάκια της, ενοχλημένη με τον εαυτό της που δεν είχε σκεφτεί να φορέσει ένα ζευγάρι γερά
παπούτσια της Φάνι. Σφίγγοντας τα χείλη συνέχισε να προχωρεί, ενώ ο Γκάρεθ Γουέντοβερ με το άλογό του ακολουθούσε
ένα βήμα πίσω της.
«Έλα, Αμελί, είναι ανόητο. Ανέβα στο άλογο και δεσμεύομαι να σε πάω ως το κοντινότερο πανδοχείο».
«Ευχαριστώ, κύριε, αλλά αρνούμαι την πρότασή σας. Γνωρίζω πολύ καλά ποια θα είναι η τύχη μου εκεί. Έχω ήδη εμπειρία
από τη συμπεριφορά σας σε ένα άλλο πανδοχείο».
«Είσαι ξεροκέφαλη γυναίκα, αλλά θα κερδίσω. Καλά θα κάνεις να παραιτηθείς και να έρθεις μαζί μου για να γλιτώσεις από
όλη αυτή την ταλαιπωρία».
Ο τρόπος του ήταν άνετος και έδειχνε σαν να είχε όλον το χρόνο δικό του, τόσο σίγουρος φαινόταν για την υποχώρησή της.
Τα πέλματά της ήδη πονούσαν και ήξερε ότι οι σόλες των παπουτσιών της δεν θα άντεχαν δέκα μίλια κακοτράχαλου δρόμου,
όμως ο θυμός την έσπρωχνε μπροστά. Η πρώτη εικόνα του χαμόγελού του και η ευχαρίστηση της αγκαλιάς του είχαν σβήσει
εντελώς από τη μνήμη της. Ήταν ένας διώκτης, τίποτα περισσότερο. Επικίνδυνος όσο κι ο Ρούφους Γκλάιντ και, όπως η
Αμελί είχε νικήσει τον Γκλάιντ, έτσι θα νικούσε κι αυτόν.
Βράζοντας ακόμα απ’ το θυμό της συνέχισε να περπατάει και τώρα έμειναν και οι δύο σιωπηλοί. Ο Γκάρεθ δε σπαταλούσε
δυνάμεις. Έβλεπε πως ήταν ανώφελο να προσπαθήσει να τη μεταπείσει. Τον είχε κυριέψει οργή όταν ανακάλυψε τη φυγή της
και πήρε παρορμητικά την απόφαση να την κυνηγήσει για να πάρει την εκδίκησή του. Ήταν ανόητο από μέρους του, αλλά δεν
είχε συνηθίσει να τον ξεγελά μια γυναίκα. Από την πρώτη στιγμή που τη συνάντησε συμπεριφερόταν διαρκώς παράλογα. Τον
είχε επηρεάσει βαθιά, κι αυτή ήταν πρωτόγνωρη αίσθηση για τον Γκάρεθ.. Οι γυναίκες ήταν προορισμένες για ερωτικό
παιχνίδι, μια φευγαλέα διασκέδαση πριν προχωρήσει παραπέρα. Δεν έπρεπε να τις παίρνει στα σοβαρά, να όμως τώρα που
είχε βρεθεί σ’ αυτή τη γελοία κατάσταση.
Ήταν πρόθυμος να παραδεχτεί πως η Αμελί είχε κάθε λόγο να είναι θυμωμένη. Της είχε φερθεί άσχημα, αλλά και η δική της
συμπεριφορά δεν ήταν δα και άψογη. Του έλεγε ψέματα από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν, ήταν σίγουρος γι’ αυτό.
Και τον είχε χρησιμοποιήσει καταπώς τη βόλευε. Θα της έδειχνε πως κανένας, πολύ λιγότερο ένα κοριτσόπουλο, δεν του
συμπεριφερόταν ποτέ με τέτοιο τρόπο χωρίς να υποστεί τις συνέπειες. Ας περπατούσε λοιπόν για να ξεθυμάνει και να
καταστρέψει τα παπούτσια της. Έτσι θα υποτασσόταν πιο εύκολα όταν ο Γκάρεθ θα έκανε την επόμενη κίνησή του.
Καθώς σκεφτόταν όλα αυτά, δεν άκουσε την άμαξα που πλησίαζε. Σε πολύ μεγαλύτερη εγρήγορση από εκείνον, η Αμελί
άκουσε πρώτα το μακρινό κροτάλισμα από τις ρόδες κι ύστερα είδε την ελαφριά δίτροχη άμαξα με τα τέσσερα άλογα να
έρχεται απ’ τη στροφή με επικίνδυνη ταχύτητα. Σαν σε ένα τρομακτικό όραμα είδε τέσσερα υπέροχα γκρι άλογα να περνούν
με ορμή από μπροστά της και ίσα που πρόλαβε να φυλαχτεί. Χαμένος στις σκέψεις του, ο Γκάρεθ αντέδρασε πολύ αργά. Το
άλογό του σηκώθηκε αφηνιασμένο στα πίσω πόδια και εκείνος τινάχτηκε πάνω από το κεφάλι του αλόγου και προσγειώθηκε
με γδούπο μέσα στο χαντάκι. Η άμαξα προσπέρασε ενώ ο οδηγός της, ντυμένος με βαριά κάπα, δεν τους έριξε ούτε ματιά.
Ζαρώνοντας στην κρυψώνα της πίσω από ένα χορταριασμένο ανάχωμα, η Αμελί νόμισε πως διέκρινε ένα οικόσημο στη μια
πλευρά της άμαξας. Ήταν δυνατόν να ανήκε στον Ρούφους Γκλάιντ; Κι όμως, ήταν. Ήξερε πολύ καλά εκείνο το οικόσημο. Η
φυγή της θα πρέπει να είχε ανακαλυφθεί νωρίτερα απ’ όσο εκείνη ήλπιζε ή ίσως ο Γκλάιντ είχε πάρει την πρωτοβουλία να την
κυνηγήσει μόνος του. Η Φάνι δε θα την πρόδιδε ποτέ. Ο πατέρας της θα πρέπει να μάντεψε ότι η Αμελί κατέφυγε στη γιαγιά
της στο Μπαθ. Τρέμοντας μήπως ο Γκλάιντ γυρίσει την άμαξα για να δει τι είχε κάνει, η Αμελί παρέμεινε κρυμμένη για
αρκετή ώρα πριν βρει το κουράγιο να ξαναβγεί στο δρόμο.
Ο Γκάρεθ Γουέντοβερ ήταν άφαντος. Το άλογό του συνέχιζε να βόσκει στο γρασίδι, ο αφέντης του όμως δεν υπήρχε
πουθενά. Ήταν μια τέλεια ευκαιρία να δραπετεύσει. Το άλογο βρισκόταν κοντά και φαινόταν υπάκουο. Αν το οδηγούσε μέχρι
τον κοντινότερο φράχτη του αγροκτήματος, θα κατάφερνε να σκαρφαλώσει στη σέλα κι ύστερα να καλπάσει ως το Ρόξχολ.
Από εκεί θα έπαιρνε την επόμενη άμαξα προς τα δυτικά, όπου και να πήγαινε. Όσο γρηγορότερα έφευγε απ’ αυτά τα μέρη
τόσο το καλύτερο. Ήξερε ότι ο Γκλάιντ δεν είχε έρθει ως εδώ για αναψυχή. Την έψαχνε και ήταν βέβαιο πως θα ξαναγύριζε.
Ένα βογκητό ακούστηκε από το χαντάκι μερικά μέτρα μακριά. Ακροπατώντας ως την άκρη του χορταριού η Αμελί κοίταξε
κάτω. Ο Γκάρεθ ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, αλλά το πόδι του είχε στρίψει σε μια αφύσικη στάση. Τα μάτια του ήταν
κλειστά και το πρόσωπό του κάτωχρο.
«Είστε καλά;» τον ρώτησε, ξέροντας πως ήταν άσκοπη ερώτηση.
Άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε. «Φαίνομαι καλά; Όχι, δεν είμαι καλά, αλλά αυτό δεν είναι δικό σου πρόβλημα».
«Τι έπαθε το πόδι σας;»
«Μάλλον έσπασα τον αστράγαλό μου... δεν ξέρω. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να κουνηθώ, άρα δεν υπάρχει περίπτωση να
περπατήσω».
Τον κοιτούσε σιωπηλή, ώσπου ο Γκάρεθ ξέσπασε. «Δεν πειράζει, πανηγύρισε όσο θες. Τώρα είσαι ελεύθερη να φύγεις.
Πάρε το άλογο και δραπέτευσε όσο ακόμα μπορείς».
«Κι εσείς τι θα κάνετε;»
«Νοιάζεσαι πραγματικά; Δεν το φαντάζομαι. Θα μείνω εδώ... Δεν έχω πολλές επιλογές, ξέρεις. Αργά ή γρήγορα, όλο και
κάποιος θα περάσει».
«Θα σας βοηθήσω να σηκωθείτε». Κατέβηκε το μισό χαντάκι και πέρασε το χέρι της κάτω από τον έναν ώμο του. Ο Γκάρεθ
επιχείρησε να ανακαθίσει, αλλά η προσπάθεια του στοίχισε πολύ. Το πρόσωπό του έγινε ακόμα πιο άσπρο.
«Δεν μπορώ», είπε και ξάπλωσε πάλι στο υγρό χορτάρι, «αλλά σ’ ευχαριστώ που προσπάθησες. Μάλλον δεν αξίζω τη
βοήθειά σου».
«Όχι, δεν την αξίζετε», του είπε κοφτά. «Αυτή μάλιστα μπορεί να είναι η τιμωρία για τη συμπεριφορά σας».
«Άσε το ηθικό κήρυγμα και φύγε».
Η Αμελί δίστασε, μετά όμως πήγε στο δρόμο και οδήγησε το άλογο προς το φράχτη. Ο Γκάρεθ είδε τα καστανά μαλλιά της
να ανεμίζουν στον αέρα καθώς χανόταν μακριά.
Ίππευε καλά, κι έτσι δεν άργησε να διασχίσει τα λίγα μίλια ως το κοντινότερο πανδοχείο. Μπήκε με το άλογο στην έρημη
αυλή του πανδοχείου Τζορτζ φωνάζοντας βοήθεια. Δεν ήρθε κανείς. Αναγκάστηκε να ξεπεζέψει και να περπατήσει ως την
ταβέρνα, ώσπου μια γυναίκα με κοκαλιάρικο σώμα και επιθετικό ύφος μπήκε στο δρόμο της. Η φθαρμένη ποδιά της και τα
ανασηκωμένα μανίκια μαρτυρούσαν πως ήταν η γυναίκα του πανδοχέα.
Έκλεισε το δρόμο της Αμελί διπλώνοντας τα μπράτσα και κοιτώντας την επιθετικά. «Τι γυρεύεις, κοπελιά;» τη ρώτησε
εκνευρισμένη κοιτώντας την απ’ την κορφή ως τα νύχια με απροκάλυπτη αηδία. «Δεν είμαστε τέτοιο μαγαζί εμείς. Να πάρεις
δρόμο λοιπόν. Στο Κρος Κηζ, εκεί να πας».
Η Αμελί τα έχασε. Ποτέ δεν της είχαν ξαναμιλήσει έτσι. Θα πρέπει να είχε φρικτή όψη ύστερα από το πολύωρο ταξίδι με την
άμαξα και το κύλισμά της στα χώματα. Το στρίφωμα του φορέματός της είχε λασπωθεί και τα παπούτσια της ήταν
κυριολεκτικά διαλυμένα. Ήταν αλήθεια πως δε θύμιζε σε τίποτα μια αριστοκράτισσα, όχι όμως και να την περνούν για πόρνη!
«Καλή μου κυρία, λυπάμαι που σας ενοχλώ. Φοβάμαι όμως πως έγινε ένα ατύχημα και η απρεπής αυτή εμφάνισή μου
οφείλεται στο γεγονός ότι έπεσα από το άλογό μου».
Η γυναίκα του πανδοχέα δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται. Τα μπράτσα της παρέμειναν διπλωμένα και η έκφρασή της δύσπιστη.
«Βλέπετε, ο αδερφός μου κι εγώ ταξιδεύαμε για αναψυχή», αυτοσχεδίασε, «και το άλογό μου χτύπησε στο πόδι, έτσι
χρειάστηκε να το αφήσουμε πίσω σε κάποιο αγρόκτημα και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε την επιστροφή μας στο σπίτι με το
άλογο του Γκάρεθ. Τότε όμως μια άμαξα πέρασε με τρομακτική ταχύτητα, το άλογο αφήνιασε και μας έριξε και τους δυο σ’
ένα χαντάκι».
Η γυναίκα άρχισε να δείχνει λίγο περισσότερο ενδιαφέρον, είχε όμως πάντα τα μπράτσα δεμένα μπροστά της.
«Ο Γκάρεθ, ο αδερφός μου, χτύπησε τον αστράγαλό του... φοβάμαι ότι τον έσπασε... Έτσι αναγκάστηκα να τον αφήσω στο
χαντάκι και να φύγω για να αναζητήσω βοήθεια». Έβγαλε ένα νευρικό γελάκι. «Και να με λοιπόν», κατέληξε αδύναμα. «Το
πρώτο πανδοχείο που συνάντησα ήταν το δικό σας».
Η εκνευριστική σιωπή της γυναίκας συνεχιζόταν και η Αμελί έψαξε να βρει άλλο τρόπο για να διαπεράσει την ατσάλινη
αντίστασή της. Το βλέμμα της έπεσε στο κακόγουστα φανταχτερό σχέδιο κάποιας κουρτίνας που φαινόταν καινούρια.
«Ω, τι όμορφα!» αναφώνησε. «Υπέροχες κουρτίνες! Η μητέρα μου έψαχνε παντού για τέτοια χρώματα, αλλά δεν μπόρεσε να
βρει τις αποχρώσεις που ήθελε!»
Ζήτησε νοερά συγχώρεση από τη νεκρή μητέρα της. Το παίνεμα όμως ήταν ευπρόσδεκτο και η κυρία Σκίνερ έδειξε να
μαλακώνει κάπως.
«Πού είπες πως είναι ο αδερφός σου;»
«Λίγα μίλια πιο πέρα, στο δρόμο προς τα δυτικά. Αν μπορούμε να στείλουμε κάποιον χειροδύναμο άντρα μ’ ένα κάρο, τότε
θα μπορούσαμε να τον φέρουμε ως εδώ».
«Δεν μπορούμε», τόνισε με έμφαση η γυναίκα, «να κάνουμε τίποτα. Θα πρέπει να περιμένεις ώσπου να ’ρθει ο κύριος
Σκίνερ από το Ρόξχολ. Τότε βλέπουμε».
«Ναι, φυσικά», είπε η Αμελί πειθήνια και αναρωτήθηκε με αγωνία σε πόση ώρα θα γινόταν αυτό.

Τελικά πέρασαν δυο ατέλειωτες ώρες πριν ακούσει το κάρο να μπαίνει στην αυλή. Επί δύο ώρες πηγαινοερχόταν νευρική και
κοίταζε από το παράθυρο του σαλονιού, έτοιμη να το σκάσει και πάλι αν έβλεπε τον Ρούφους Γκλάιντ να εμφανίζεται ξανά.
Επί δύο ώρες σκεφτόταν τον Γκάρεθ να τουρτουρίζει μόνος σ’ εκείνο το χαντάκι. Ίσως τον είχε βρει κανένας αγρότης που
επέστρεφε από τη δουλειά του, μα ήταν απίθανο κάποιος περαστικός να έψαχνε στο χαντάκι χωρίς λόγο. Κι ο Γκάρεθ θα είχε
σίγουρα χάσει τις δυνάμεις του και δε θα κατάφερνε να τραβήξει την προσοχή. Μήπως τελικά δεν έπρεπε να τον
εγκαταλείψει; Κι αν ανέβαζε πυρετό ή, ακόμα χειρότερα, αν πέθαινε; Θα έφταιγε η Αμελί. Όχι, είπε θυμωμένη στον εαυτό της,
εκείνος ο ίδιος θα έφταιγε. Αν δεν είχε σταματήσει την άμαξα, αν δεν είχε πει τόσα απαράδεκτα ψέματα γι’ αυτήν
αναγκάζοντάς την να τον ακολουθήσει, τίποτε απ’ όλα αυτά δε θα είχε συμβεί. Ο Γκάρεθ δε θα κείτονταν σοβαρά
τραυματισμένος μέσα σ’ ένα χαντάκι και η Αμελί θα είχε φτάσει ασφαλής στο σπίτι της γιαγιάς της αντί να παγιδευτεί σ’
αυτό το άθλιο πανδοχείο.
«Άκουσα πως πάθατε ατύχημα». Ο κύριος Σκίνερ ήταν τόσο χοντρός όσο η γυναίκα του ήταν αδύνατη. Το ευτύχημα ήταν
πως δεν είχε το δύστροπο χαρακτήρα της. Χαμογέλασε ευχάριστα στην Αμελί. «Λυπάμαι που δεν ήμουν εδώ να βοηθήσω,
αλλά είπα στον Γουίλ να φορτώσει το κάρο με κουβέρτες και λίγο μπράντι κι ύστερα να πάει σβέλτα να φέρει τον γιατρό.
Όταν ταϊστεί το άλογο, ο Γουίλ κι εγώ θα πάμε να φέρουμε τον αδερφό σας».
«Σας ευχαριστώ πραγματικά, κύριε Σκίνερ. Ανησυχώ πολύ γι’ αυτόν». Και προς μεγάλη της έκπληξη δάκρυα έτρεξαν από
τα μάτια της.
«Μη φοβάστε, μις. Όλα θα πάνε καλά. Είναι Μάης και ο καιρός δεν είναι πολύ κακός. Μπορεί να πονάει και να κρυώνει
λίγο, αλλά θα γίνει μια χαρά».
«Μπορώ να έρθω μαζί σας;»
«Όχι, κοπέλα μου, καλύτερα να μείνεις εδώ. Σκοτεινιάζει και δε θέλουμε κι άλλο ατύχημα».
Η Αμελί υπάκουσε πειθήνια. Τώρα όμως που είχε σκοτεινιάσει για τα καλά, σκεφτόταν πως θα ήταν δύσκολο να εντοπίσουν
τον τραυματισμένο άντρα με το φανάρι. Αν την είχαν αφήσει να τους συνοδεύσει, ήταν σίγουρη πως θα μπορούσε να βρει
εύκολα την τοποθεσία. Έτσι αναγκάστηκε να παραμείνει στη θέση της δίπλα στο παράθυρο κοιτώντας έξω το σκοτάδι με
ένταση, σαν να ήθελε να ανοίξει με το βλέμμα της ένα μονοπάτι προς τον Γκάρεθ και να τον βοηθήσει η ίδια.

Για καμιά ώρα από τη στιγμή που έφυγε η Αμελί ο Γκάρεθ παρέμεινε αισιόδοξος. Η νεαρή κοπέλα είχε την ευκαιρία να
ελευθερωθεί και να τον εγκαταλείψει, αλλά τον ξάφνιασε όταν την είδε να διστάζει. Σκέφτηκε τις προσπάθειές της να τον
βοηθήσει. Το πόδι του πονούσε φρικτά, αλλά το άντεξε επειδή εκείνη νοιαζόταν αρκετά ώστε να προσπαθήσει, αλλά και
επειδή βρισκόταν τόσο κοντά του. Τι είχε τέλος πάντων αυτό το κορίτσι που τον έκανε να φέρεται τόσο παρορμητικά;
Κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται στο άνετο ξενοδοχείο του στο Λονδίνο, να στέλνει ένα μήνυμα στο δικηγόρο του και να
προετοιμάζει τη φυγή του στην Ευρώπη. Ναι, ήταν κι αυτό ένα είδος φυγής, αν και δε θα το διάλεγε ηθελημένα.
Τα λεπτά περνούσαν αργά και κρύωνε όλο και περισσότερο καθώς ο ήλιος χανόταν και έπεφτε γύρω του σκοτάδι. Άρχισε να
βυθίζεται σ’ ένα ταραγμένο όνειρο στο οποίο ένα χαρτοπαικτικό τραπέζι κι ένας πολυέλαιος αιωρούνταν στην περιφέρεια της
όρασής του, ενώ μια όμορφη καστανομάλλα χόρευε μπροστά του. Σιγά σιγά έπεσε σε μια πυρετώδη κατάσταση και τα όνειρα
έγιναν πιο ζωηρά και πιο τρομακτικά. Το κορίτσι τώρα είχε εξαφανιστεί και ο πολυέλαιος τύφλωνε τα μάτια του. Τα χαρτιά
υψώνονταν από το τραπέζι και τον χτυπούσαν δυνατά στο πρόσωπο. Αναδύθηκε σε μια θολή πραγματικότητα όπου ένα χέρι
χτυπούσε απαλά το μάγουλό του και μια συμπαθητική φωνή με χωριάτικη προφορά του μιλούσε ενθαρρυντικά. «Έλα, κύριε,
ώρα να πηγαίνουμε. Θα σε βάλουμε στο κάρο στο άψε σβήσε κι ύστερα θα σε πάμε σ’ ένα ζεστό κρεβάτι».
Το ογκώδες σώμα του κυρίου Σκίνερ δε συνοδευόταν από ανάλογη δύναμη για να τραβήξει τον Γκάρεθ μέσα από το βαθύ
χαντάκι. Τότε ο Γουίλ έσκυψε να βοηθήσει και μαζί τον ανέβασαν στο δρόμο. Ο Γκάρεθ είχε γίνει αδύναμος σαν γατί, αν και
προσπαθούσε φιλότιμα να κάνει ευκολότερο το έργο τους. Τον τράβηξαν, τον σήκωσαν από το χορταριασμένο έδαφος και
τελικά τον έσπρωξαν πάνω στις τραχιές σανίδες του κάρου. Όχι και στο άψε σβήσε, σκέφτηκε μέσα στον αβάσταχτο πόνο
του. Κάποια στιγμή θα πρέπει να λιποθύμησε. Συνήλθε βήχοντας βίαια από το μπράντι που ο κύριος Σκίνερ έριξε στο στόμα
του. Οι κουβέρτες που τον τύλιγαν βρομούσαν λίγο και τα τραντάγματα του κάρου έστελναν δυνατές σουβλιές στο πόδι του.
Όταν νόμιζε ότι δε θα άντεχε άλλο αυτό το μαρτύριο, έφτασαν επιτέλους στο πανδοχείο Τζορτζ.
Το πρώτο πρόσωπο που αντίκρισε ήταν της Αμελί. Του φάνηκε απίστευτο που την είδε εκεί. Ήταν πολύ ζαλισμένος για να
αναρωτηθεί πώς τον είχαν βρει οι σωτήρες του, τώρα όμως έβλεπε ποιον έπρεπε να ευχαριστήσει.
«Βρήκατε τον αδερφό μου!» φώναξε η Αμελί τρέχοντας κοντά και έσφιξε με ευγνωμοσύνη το χέρι του κυρίου Σκίνερ.
Ήλπιζε ότι ο Γκάρεθ ήταν σε θέση να ακούσει την υποτιθέμενη συγγένειά τους. Ο πανδοχέας τον σήκωσε προσεκτικά από το
κάρο και τον μετέφερε στον ξενώνα. Ο Γκάρεθ δεν ήταν ελαφρύς και ο Γουίλ ανέφερε λαχανιασμένος ότι ο γιατρός θα
ερχόταν από στιγμή σε στιγμή. Ο Γκάρεθ ξάπλωσε κατάχλομος στο κρεβάτι.
Με μεγάλη δυσκολία γύρισε να μιλήσει στον κύριο Σκίνερ. «Η αδερφή μου κι εγώ είμαστε ευγνώμονες που είχατε την
καλοσύνη να μας βοηθήσετε».
Η Αμελί ήταν κι εκείνη ευγνώμων για την ευστροφία του. Γιατί, αν διέψευδε τη σχέση τους, ήταν σίγουρη ότι ο κύριος
Σκίνερ θα την πετούσε στο δρόμο, παρά το σκοτάδι.

Αφού ο γιατρός επισκέφτηκε τον καινούριο ασθενή του και τον εξέτασε, η Αμελί τρύπωσε πάλι διακριτικά στο δωμάτιο του
Γκάρεθ.
«Τι είπε;» ρώτησε με αγωνία.
Ο Γκάρεθ την κοίταξε και χαμογέλασε. Ήταν το ίδιο ζεστό χαμόγελο που η Αμελί είχε δει στο πανδοχείο του Λονδίνου.
«Δεν έχω σπάσει τον αστράγαλό μου, δόξα στο Μεγαλοδύναμο, αλλά τον έχω στραμπουλήσει άσχημα και μάλλον θα
πρέπει να μείνω ακίνητος για μερικές μέρες. Μου έδωσε ένα φάρμακο για τον πόνο και είπε ότι θα ξαναέρθει μεθαύριο για να
αλλάξει τους επιδέσμους».
Η Αμελί χαμογέλασε αυθόρμητα, αλλά δεν κατάφερε να μιλήσει. Είχε συγκλονιστεί βαθιά από την έντονη ανακούφισή της
όταν είδε να φέρνουν τον Γκάρεθ στην αυλή του πανδοχείου αλλά και από την αγωνία της μπροστά στον πόνο του. Παρά την
προσπάθειά της να τα ελέγξει, μια σειρά από δυνατά αισθήματα είχαν αναδυθεί από μέσα της. Έπεσε μια αμήχανη σιωπή. Το
παυσίπονο άρχισε να επιδρά και ο Γκάρεθ τώρα λαγοκοιμόταν. Η Αμελί ετοιμαζόταν να βγει ακροπατώντας από το δωμάτιο,
όταν άκουσε τη φωνή του.
«Θα πρέπει να σ’ ευχαριστήσω».
«Δε χρειάζεται», του είπε γρήγορα.
«Θα μπορούσες να με εκδικηθείς παρατώντας με στη μοίρα μου».
«Δεν είμαι τόσο ανέντιμη», του είπε, «ούτε και άσπλαχνη. Έπαθες ένα ατύχημα και χρειαζόσουν βοήθεια. Θα έκανα το ίδιο
για κάθε άνθρωπο».
«Θα μπορούσες να τους ειδοποιήσεις εδώ για το ατύχημα κι ύστερα να συνεχίσεις το δρόμο σου. Δε χρειαζόταν να μείνεις».
Το χαμόγελό του είχε εξαφανιστεί και η φωνή του έγινε σχεδόν απότομη. Ήταν σαν να μνησικακούσε για τη βοήθειά της,
σαν να την κατηγορούσε που τον έκανε να νιώθει υποχρεωμένος απέναντί της.
«Μην ανησυχείς, δε θα μείνω πολύ», του είπε με ψυχρή φωνή. «Μόνο απόψε κι ύστερα θα φύγω».
«Πού θα κοιμηθείς; Φαίνεται πως αυτό είναι το μοναδικό δωμάτιο».
«Θα μοιραστώ μια κάμαρα με την Μπέτσι, τη λαντζέρισσα», του είπε.
«Ωραία», αποκρίθηκε εκείνος αινιγματικά.
Η ίδια δεν έβλεπε τίποτα το ωραίο σ’ αυτό. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε μοιραστεί μια κρεβατοκάμαρα κι ούτε θα διάλεγε ποτέ
μια λαντζέρισσα για συντροφιά. Σαν πιο έμπειρος, ο Γκάρεθ έμεινε ικανοποιημένος απ’ την απάντησή της. Αν η Αμελί ήταν
πράγματι η αθώα νεαρή γυναίκα που ισχυριζόταν, τότε η συντροφιά της Μπέτσι θα ήταν ανεκτίμητη.
«Το δίχως άλλο θα σε δω το πρωί πριν φύγεις, σωστά;» Ο τόνος του ήταν αδιάφορος. Ήταν ξεκάθαρο πως την έδιωχνε
προτιμώντας να μείνει μόνος.
«Αν το επιθυμείς», του απάντησε αδιάφορα.
Έκλεισε τα μάτια του κουρασμένος. Φαινόταν τόσο άρρωστος και εξασθενημένος που η Αμελί μετάνιωσε αμέσως για την
ψυχρότητά της. Το πρωί θα έπρεπε να φύγει όπως είχε υποσχεθεί, όμως μια μικρή φωνή μέσα της την παρότρυνε να μείνει
μέχρι να σιγουρευτεί πως ο Γκάρεθ ανάρρωνε σωστά. Έδιωξε αμέσως αυτή τη σκέψη. Ήταν αδύνατον να μείνει στο
πανδοχείο. Είχε περάσει όλη τη μέρα της προσπαθώντας να ξεφύγει από την καταδίωξή του, γιατί λοιπόν τώρα να θέλει να
μείνει κι άλλο στο πλευρό του;
Κεφάλαιο 4

Η Αμελί στριφογύρισε ανήσυχη μόλις έκλεισε η πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Μια μικρή αχτίδα φωτός τρύπωνε ανάμεσα στα
φύλλα της κουρτίνας, κατά τα άλλα το δωμάτιο της σοφίτας ήταν σκοτεινό. Μισοκλείνοντας τα μάτια της προσπάθησε να
διακρίνει την ώρα στο παλιό ρολόι πάνω στο τραπέζι και είδε πως ήταν μόνο πέντε και μισή. Θα πρέπει να την είχε ξυπνήσει η
υπηρέτρια, που έφυγε για τις πρωινές αγγαρείες της. Έπρεπε να σηκωθεί και η ίδια και να ξεκινήσει για το Ρόξχολ όσο το
δυνατόν συντομότερα. Τέτοια ώρα δε θα είχε κανέναν άλλο τρόπο να φτάσει ως την πόλη, παρά μόνο με τα πόδια, κι αυτό θα
έπαιρνε ώρες. Θα έπρεπε επομένως να παρακαλέσει την Μπέτσι να της δώσει ένα ζευγάρι γερά παπούτσια.
Προσπάθησε να υπολογίσει τι ώρα θα έφτανε στο Ρόξχολ κι αν θα ήταν δυνατόν να βρει ένα μέσο το ίδιο απόγευμα για το
Μπαθ. Ίσως να σταματούσαν και ταχυδρομικές άμαξες στην πόλη. Ήταν πολύ γρηγορότερες από τις αργοκίνητες δημόσιες
άμαξες και με μια τέτοια θα έφτανε στο Μπαθ προτού νυχτώσει. Όμως το εισιτήριο θα ήταν ακριβότερο και αυτή δεν είχε
πολλά χρήματα. Θα μπορούσε ακόμα να χάσει τις άμαξες που περνούσαν από εκεί, κι έτσι να αναγκαστεί να διανυκτερεύσει
στην πόλη. Αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελε ούτε να το σκεφτεί.
Είχε ξεκινήσει αυτή την περιπέτεια φοβισμένη, αλλά σίγουρη πως θα τα κατάφερνε να φτάσει στη γιαγιά της μέσα σε λίγες
ώρες. Δεν είχε υπολογίσει επιπλοκές σαν αυτές που προέκυψαν με τον Γκάρεθ Γουέντοβερ. Σε κάθε περίπτωση αυτός ο
άνθρωπος της είχε φερθεί σκληρά, κι όμως ένιωθε να την συνδέει κάτι ισχυρό μαζί του, ένας δεσμός που της ήταν πολύ
δύσκολο να σπάσει. Ωστόσο δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πως έφερνε πρόσθετο κίνδυνο στη ζωή της κι ήταν φρονιμότερο
να τον εγκαταλείψει. Ο πανδοχέας και ο γιατρός θα τον φρόντιζαν όπως έπρεπε. Άλλωστε ένας τόσο ρωμαλέος άντρας δε θα
έμενε στο κρεβάτι για πολύ. Αν έφευγε τώρα που ήταν αρκετά νωρίς, θα γλίτωνε και την αποχαιρετιστήρια επίσκεψη. Κάτι
τέτοιο θα ήταν αγένεια, φυσικά, αλλά θα τη διευκόλυνε πολύ αν έφευγε αμέσως. Αν τον ξαναέβλεπε, ίσως και να έμπαινε
στον πειρασμό να μείνει κι άλλο. Οι σκέψεις της γύριζαν όλο στα ίδια και στα ίδια, ώσπου το κουρασμένο μυαλό της
παραιτήθηκε απ’ την προσπάθεια να πάρει μια απόφαση και η Αμελί ξανακοιμήθηκε.

«Μις Γουέντοβερ, μ’ ακούτε;» Η φωνή του πανδοχέα την έβγαλε από τα όνειρά της. Είχε μια νότα πανικού και η Αμελί
αναρωτήθηκε ποιον να φώναζε και γιατί, ώσπου συνειδητοποίησε ότι καλούσε την ίδια. Εκείνη ήταν η μις Γουέντοβερ!
«Μις Γουέντοβερ, μπορείτε να έρθετε γρήγορα, σας παρακαλώ;»
Η Αμελί σηκώθηκε βιαστικά από το κρεβάτι και φόρεσε τα ίδια ρούχα που φορούσε και την προηγούμενη μέρα. Στην πόρτα
ο κύριος Σκίνερ είχε ένα ύφος απολογητικό αλλά πολύ ανήσυχο.
«Λυπάμαι που σας ξύπνησα, μις, αλλά ο κύριος Γουέντοβερ φαίνεται άσχημα. Καίγεται στον πυρετό και δε μας ακούει. Ο
Γουίλ κι εγώ προσπαθήσαμε να του δώσουμε το φάρμακο του γιατρού, αλλά δεν αφήνει να τον πλησιάσουμε».
Ξέχασε μεμιάς την απόφασή της να φύγει από το πανδοχείο το συντομότερο δυνατόν και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες για
το δωμάτιο του Γκάρεθ. Το θέαμα που είδε την έκανε να τρομάξει. Στο κομοδίνο κάπνιζε ακόμα ένα μισολιωμένο κερί, ενώ
οι κουρτίνες παρέμεναν κλειστές. Στο μισοσκόταδο η Αμελί είδε τα ανακατωμένα σεντόνια, μισά να σέρνονται στο πάτωμα
και μισά στοιβαγμένα ένα σωρό πάνω στο κρεβάτι. Όσο για τον ασθενή, στριφογύριζε συνέχεια μη μπορώντας να βολευτεί,
πότε τινάζοντας τα σεντόνια από πάνω του και πότε σφίγγοντάς τα με φλογισμένα χέρια, ενώ όλη την ώρα μουρμούριζε
ακατάληπτα. Η Αμελί πλησίασε στο κρεβάτι και ακούμπησε το χέρι της στο μέτωπό του. Ψηνόταν στον πυρετό και τα μάτια
του την κοιτούσαν θολά χωρίς να την βλέπουν.
«Ειδοποιήσατε το γιατρό;» ρώτησε η Αμελί πανικόβλητη.
«Όχι ακόμα, μις, δεν ξέραμε τι να κάνουμε αν δε μας λέγατε εσείς».
«Μα γιατί δε με φωνάξατε νωρίτερα;»
«Το σκεφτήκαμε», παραδέχτηκε ο κύριος Σκίνερ, «αλλά δε φαινόταν τόσο άσχημα».
«Τώρα όμως σίγουρα φαίνεται». Η αγωνία έκανε τον τόνο της απότομο.
«Α, τι σου είναι ο άνθρωπος, ένα τίποτα!» Ο πανδοχέας κοίταξε περίλυπος τον άρρωστο που χτυπιόταν στο κρεβάτι και
κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι του.
Η Αμελί προσπάθησε να συγκρατήσει τα νεύρα της. Κατά τα φαινόμενα θα χρειαζόταν όση βοήθεια μπορούσε να βρει.
«Στείλτε, παρακαλώ, τον Γουίλ αμέσως στο γιατρό και ζητήστε από την κυρία Σκίνερ να φέρει ένα σφουγγάρι και λίγο νερό
λεβάντας».
«Καλύτερα να σας το φέρω εγώ, μις».
«Στ’ αλήθεια δε με νοιάζει ποιος θα το φέρει, απλώς φέρτε το παρακαλώ», του είπε εκνευρισμένη με τη φοβερή τροπή των
γεγονότων.
Δεν υπήρχε άλλη επιλογή, έπρεπε να μείνει. Οι Σκίνερ τη θεωρούσαν αδερφή του Γκάρεθ και δεν μπορούσε να τα μαζέψει
απλώς και να φύγει. Άλλωστε, βλέποντάς τον τόσο άρρωστο και μόνο, δεν της έκανε καρδιά να τον εγκαταλείψει. Όταν ο
κύριος Σκίνερ επέστρεψε με το νερό λεβάντας, η Αμελί τον ρώτησε αν μπορούσε να ανασηκώσει λίγο τον ασθενή ώστε
εκείνη να τακτοποιήσει τα μαξιλάρια του σε μια πιο άνετη θέση. Μετά κάθισε στο πλευρό του Γκάρεθ και σκούπισε απαλά το
πρόσωπό του. Αυτό φάνηκε να ανακουφίζει τον άρρωστο και για λίγο ησύχασε. Όταν όμως η Αμελί πήγε να σηκωθεί από το
κρεβάτι, το χέρι του τινάχτηκε και άρπαξε τον καρπό της.
«Μη μ’ αφήνεις», μουρμούρισε άγρια.
Ο γιατρός δεν άργησε να έρθει. Δε φάνηκε να εκπλήσσεται ιδιαίτερα που ο ασθενής του είχε ανεβάσει πυρετό. Στο κάτω
κάτω, είχε μείνει σ’ ένα υγρό χαντάκι για ώρες και, κατά την άποψη του δόκτορα Φένιμορ, πιθανόν είχε ταξιδέψει μεγάλη
απόσταση, με αποτέλεσμα να εξαντληθεί. Πάντως η ταραχή του ασθενή του φαινόταν υπερβολική.
Ο γιατρός σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και κοίταξε σκεφτικός την Αμελί. Το βλέμμα του ήταν διαπεραστικό και εξεταστικό. «Ο
πυρετός του είναι ασυνήθιστα ψηλός. Εκτός απ’ τη σωματική του ασθένεια δείχνει ανήσυχος και στο νου. Μήπως ξέρετε αν
υπάρχει κάτι που τον βασανίζει;»
Η Αμελί απέφυγε την ερώτηση. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας είχαν αναστατώσει
τόσο πολύ έναν ψύχραιμο, τολμηρό άντρα. Όμως ο Γκάρεθ Γουέντοβερ αποτελούσε ένα μυστήριο και η Αμελί διαισθανόταν
πως υπήρχαν σκοτεινές σκιές στη ζωή του οι οποίες πιθανόν να δυσκόλευαν την ανάρρωσή του. Κάθισε δίπλα στο
ξεχαρβαλωμένο τραπέζι, προβληματισμένη και χλομή.
Ο γιατρός έσφιξε το χέρι της με ζεστασιά. «Μην ανησυχείτε, μις Γουέντοβερ. Είμαι σίγουρος ότι ο πυρετός του είναι κάτι
περαστικό. Ο αδερφός σας δείχνει να είναι δυνατός άντρας, σίγουρα δε θα τον καταβάλουν μερικές ώρες σ’ ένα χαντάκι».
Άλλαξε απότομα ύφος. «Θα σας αφήσω ένα πιο δυνατό φάρμακο. Να του το δίνετε κάθε τρεις ώρες. Αν η κατάστασή του
χειροτερέψει, ειδοποιήστε με αμέσως. Ελπίζω να ξαναβρεί τις δυνάμεις του σε λίγες μέρες. Ο αστράγαλός του ήδη
παρουσιάζει σημάδια βελτίωσης».
Σαν υποτιθέμενη αδερφή του Γκάρεθ, η Αμελί όφειλε να γίνει η νοσοκόμα του. Αν και ήταν αναγκασμένη να μείνει κοντά
σ’ έναν άντρα που δε γνώριζε σχεδόν καθόλου, δεν μπορούσε να διαμαρτυρηθεί χωρίς να κινήσει υποψίες για τη σχέση τους.
Σκέφτηκε πως ο εφιάλτης της δεν είχε τέλος, αλλά δεν ήταν στιγμή για τέτοια. Ο Γκάρεθ χρειαζόταν τη φροντίδα της.
Για τις επόμενες δυο μέρες συνέχισε να πλένει το μέτωπό του, να του δίνει το φάρμακο και να φτιάχνει τα σκεπάσματά του.
Στους παροξυσμούς του πυρετού ο Γκάρεθ παραληρούσε. Πάλευε να ξεφύγει από ένα δωμάτιο και χρειαζόταν επειγόντως να
βρει ένα πλοίο. Τίποτα απ’ όλα αυτά όμως δεν έβγαζε νόημα για την Αμελί, η οποία έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ απασχολημένη
για να δίνει σημασία στα παραμιλητά του.
Η κυρία Σκίνερ ήταν συνεχώς δύστροπη και γκρίνιαζε για την πρόσθετη δουλειά που της είχε φορτώσει ο Γκάρεθ. Κάποιες
φορές η Αμελί γινόταν έξω φρενών μαζί της. Ευτυχώς ο σύζυγός της είχε διαφορετική στάση. Αντικαθιστούσε την Αμελί στη
φροντίδα του Γκάρεθ και την έστελνε για ύπνο πριν το χάραμα. Η Αμελί ήταν πολύ κουρασμένη για να διαμαρτυρηθεί και
αποσυρόταν με ευγνωμοσύνη στο μικρό δωμάτιό της στη σοφίτα, δίχως να νοιάζεται αν η Μπέτσι δίπλα της ροχάλιζε δυνατά.
Ήταν τόσο εξουθενωμένη που θα μπορούσε να κοιμηθεί ακόμα και στο χαντάκι που έπεσε ο Γκάρεθ.

Το τρίτο πρωί ο κύριος Σκίνερ ανέφερε ότι ο πυρετός είχε πέσει κατά τα χαράματα και ο ασθενής κοιμόταν γαλήνιος. Μετά
από ένα βιαστικό πρόγευμα η Αμελί μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο του Γκάρεθ μ’ ένα μπολ ζωμό κότας το οποίο είχε πειστεί
να φτιάξει η φοβερή κυρία Σκίνερ. Ο άρρωστος ήταν ανάσκελα –ένας δυνατός άντρας εξασθενημένος από τον πολυήμερο
πυρετό. Μια ξαφνική τρυφερότητα την κυρίεψε βλέποντας το αδυνατισμένο, χλομό πρόσωπό του.
Εκείνος άνοιξε τα μάτια του και πήρε μια σαστισμένη έκφραση. Φάνηκε να μην αναγνωρίζει το περιβάλλον του. Ένιωθε
απίστευτα κουρασμένος και βλαστήμησε τον εαυτό του για την αδυναμία του. Τα πρόσφατα γεγονότα των τελευταίων
ημερών άρχισαν να επιστρέφουν στο μυαλό του... Ένα εφιαλτικό πέσιμο, αβάσταχτος πόνος και δυο απαλά, τρυφερά χέρια
μέσα στην κόλαση. Θυμήθηκε ένα ατύχημα που του φαινόταν σαν να είχε γίνει έναν αιώνα πριν. Το όμορφο κορίτσι ήταν
εκεί, αλλά είχε φύγει μακριά με το δικό του άλογο. Τι γύρευε λοιπόν τώρα στο δωμάτιο; Σκέφτηκε για λίγο το γεγονός, αλλά
παρέμενε ανεξήγητο.
«Είσαι ακόμα εδώ», μουρμούρισε.
Η Αμελί έσκυψε από πάνω του, τακτοποιώντας απαλά τα μαξιλάρια πίσω από τους ώμους του. Ο Γκάρεθ ένιωσε αμέσως
την απαλή ζεστασιά της και μύρισε το άρωμά της που πλανήθηκε στον αέρα.
«Πιείτε λίγο από τον εξαιρετικό ζωμό που έφτιαξε για σας η κυρία Σκίνερ. Έχετε μέρες νηστικός».
Ο Γκάρεθ παραιτήθηκε από την προσπάθεια να κατανοήσει τον κόσμο και ήπιε πειθήνια από το κουτάλι που του έβαλε στο
στόμα.
Λίγες μέρες αργότερα ο Γκάρεθ είχε συνέλθει αρκετά ώστε να αφήσει την αποπνικτική κάμαρα και να κατέβει με τη βοήθεια
του Γουίλ τα σκαλοπάτια ως τον κήπο του πανδοχείου. Η Αμελί τους ακολούθησε μ’ ένα σκαμνί και κουβέρτες για την
περίπτωση που έκανε ψύχρα. Όμως ο ήλιος έλαμπε στον ασυννέφιαστο μπλε ουρανό και ο Γκάρεθ, στηρίζοντας τον
αστράγαλό του στο σκαμνί, έγειρε πίσω στην καρέκλα του και απόλαυσε τη λιακάδα. Δίπλα του η Αμελί απολάμβανε το
άρωμα των ανθών της μηλιάς και την πλούσια μυρωδιά που ανέδιδε το φρέσκο γρασίδι.
Ο Γκάρεθ κοίταξε υποτιμητικά το ποτήρι που του έτεινε εκείνη.
«Ο γιατρός είπε να πίνετε όσο περισσότερο γάλα μπορείτε», τον μάλωσε. «Θα σας βοηθήσει να ξαναβρείτε τις δυνάμεις
σας».
«Χρειάζεσαι πιο πολλή δύναμη για να πιεις αυτό το πράγμα», γκρίνιαξε. «Νομίζω πως προτιμώ την παρούσα κατάσταση της
υγείας μου».
«Είστε ξεροκέφαλος άντρας».
«Κι εσύ ξεροκέφαλη γυναίκα. Γιατί είσαι ακόμα εδώ; Αν θυμάμαι καλά, σε είχα διώξει».
«Με διώξατε αρκετές φορές μάλιστα. Αλλά θα ήταν παράξενο αν η αδερφή εγκατέλειπε τον άρρωστο αδερφό της».
«Α, ναι, είχα ξεχάσει πως απέκτησα καινούριο συγγενή. Μεγάλη έκπληξη για μένα... αν και απολύτως ευεργετική».
Τα μπλε μάτια του είχαν τη ζεστή λάμψη που τόσο αναστάτωνε την Αμελί.
«Δεν μπορεί να ήταν ευχάριστο να περιποιείσαι έναν άρρωστο άντρα που σου είναι άγνωστος, και μάλιστα χωρίς καμιά
βοήθεια από εκείνη τη στρίγκλα».
Ήθελε να του πει ότι τώρα τον ήξερε πολύ καλύτερα, αλλά αρκέστηκε να μουρμουρίσει σε ουδέτερο τόνο: «Ακόμα
λιγότερο ευχάριστο για σας, φοβάμαι. Όμως ο κύριος Σκίνερ ήταν πολύ εξυπηρετικός. Σας πρόσεχε διαρκώς και έπεισε
μάλιστα τη σύζυγό του να μαγειρέψει για μας».
«Εκείνη ήταν πολύ κουραστική;»
«Ας πούμε ότι δεν την ευχαριστεί πολύ που φιλοξενεί δυο περιπλανώμενους». Η Αμελί χαμογέλασε πλατιά καθώς σκέφτηκε
τις φιλονικίες της με την κυρία Σκίνερ όσο καιρό ο Γκάρεθ κείτονταν ανήμπορος στο επάνω δωμάτιο.
«Έκανα μια σκέψη», είπε ο Γκάρεθ συλλογισμένος. «Οι Σκίνερ θα πρέπει να αναρωτιούνται πώς και δεν ήρθε κανείς από
την οικογένειά μας να μας αναζητήσει».
«Τους είπα ότι έστειλα ένα μήνυμα με το τοπικό ταχυδρομείο που πέρασε από εδώ προχτές».
«Και σε πίστεψαν;»
«Η κυρία Σκίνερ μάλλον όχι, αλλά αυτή δεν πιστεύει τίποτα. Κατέληξε από την αρχή ακόμα πως είμαστε απατεώνες, και
φυσικά έχει δίκιο».
Για μια στιγμή ο Γκάρεθ ξαφνιάστηκε. Πώς ήταν δυνατόν η Αμελί να έχει μαντέψει πως δεν ήταν αυτός που ισχυριζόταν
πως ήταν;
«Εννοώ», του εξήγησε εκείνη βλέποντας την έκπληξη στο πρόσωπό του, «αυτό το θέατρο που παίζουμε, ότι είμαστε
αδέρφια». Τον κοίταξε με ερωτηματικό ύφος. «Έχετε και στην πραγματικότητα αδερφή;»
«Όχι».
«Δεν έχετε κανένα συγγενή; Δε θα αναρωτιούνται πού βρίσκεστε;»
«Όχι και στις δύο ερωτήσεις σου», απάντησε σε πιο συμφιλιωτικό τόνο. «Ο μοναδικός συγγενής μου ήταν ο παππούς μου, ο
οποίος πέθανε».
«Λυπάμαι πολύ». Η συμπόνια στη φωνή της άγγιξε ένα ευαίσθητο σημείο του.
«Μη λυπάσαι. Είναι ένα θέμα που μου είναι αδιάφορο».
Η Αμελί όμως δεν πτοήθηκε. «Αφού δεν έχετε κανέναν στο Μπρίστολ, τότε γιατί θέλετε να πάτε εκεί;»
Μετακινήθηκε στη θέση του, αλλά παρέμεινε σιωπηλός.
«Όταν παραληρούσατε από τον πυρετό, είπατε πως θα παίρνατε ένα πλοίο να δραπετεύσετε», επέμεινε η Αμελί. «Τι
εννοούσατε;»
«Δεν έχω ιδέα. Όταν οι άνθρωποι ψήνονται στον πυρετό, λένε ένα σωρό ανοησίες».
Ήταν σαν να κλείστηκε πίσω από μια σιδερόφραχτη πύλη. Η Αμελί δε θα μάθαινε τίποτα περισσότερο. Με αρκετή
επιδεξιότητα ο Γκάρεθ πέρασε στην αντεπίθεση και άρχισε να ρωτάει για τη δική της ιστορία.
«Κι εσύ γιατί ήσουν αποφασισμένη να ταξιδέψεις στο Μπρίστολ;»
Θα πρέπει να είχε καταλάβει ότι τουλάχιστον ως προς τον προορισμό της η Αμελί δεν είχε πει την αλήθεια.
«Μια οικογένεια είχε βάλει αγγελία για προσωπική καμαριέρα και είχα σκοπό να ζητήσω τη δουλειά».
«Έχουν περάσει μέρες από τότε. Η θέση ίσως καλύφθηκε ήδη». Προφανώς ήταν αποφασισμένος να διατηρήσει τα
προσχήματα.
«Μάλλον έχετε δίκιο. Σίγουρα θα έχουν προσλάβει κάποια άλλη κοπέλα ως τώρα».
«Και τι θα κάνεις λοιπόν όταν φτάσεις στο Μπρίστολ;»
«Νομίζω», του είπε προσεκτικά, «πως θα δοκιμάσω την τύχη μου στο Μπαθ. Υπάρχουν πολλές χήρες που αποσύρονται
εκεί, κι όλο και κάποια θα χρειάζεται βοήθεια».
«Σου εύχομαι καλή τύχη. Μήπως θα ήθελες κάποιο πιστοποιητικό από μένα;» αστειεύτηκε. Ύστερα το πρόσωπό του έγινε
πιο σοβαρό. «Χωρίς συστάσεις από την προηγούμενη οικογένεια όπου εργαζόσουν, θα δυσκολευτείς να βρεις δουλειά»,
παρατήρησε.
«Θα τα καταφέρω. Δεν έχω κανένα λόγο να ντρέπομαι. Θα τους πω την αλήθεια για τους λόγους που με ανάγκασαν να
φύγω».
«Θα σε πιστέψουν όμως; Σαν εργοδότης σου, εγώ θα δυσκολευόμουν να δεχτώ ότι η κατάστασή σου ήταν τόσο
απελπιστική που κατέβηκες από το παράθυρο δένοντας τα σεντόνια σου. Τέτοια πράγματα συμβαίνουν μόνο στα
μυθιστορήματα. Αν έλεγες απλώς στην εργοδότριά σου τι σκάρωνε ο γιος της, θα επενέβαινε η ίδια».
«Όχι, δε θα το έκανε. Είναι κακομαθημένος και παραχαϊδεμένος και κανείς δεν του πηγαίνει κόντρα, και λιγότερο απ’ όλους
η μητέρα του, που τον λατρεύει. Ποτέ δε θα με πίστευε. Θα με κατηγορούσε ότι προσπαθώ να τον τυλίξω και θα με έδιωχνε
την ίδια στιγμή».
«Και βελτιώθηκε η κατάστασή σου; Παραμένεις άνεργη και χωρίς συστάσεις».
«Όμως δεν αναγκάστηκα να υποστώ ψέματα και άδικες κατηγορίες».
Σ’ αυτό ο Γκάρεθ δεν έφερε αντιρρήσεις. «Ώσπου γνώρισες εμένα, υποθέτω».
«Ναι, ώσπου γνώρισα εσάς».
Τον κοιτούσε κατάματα και ο Γκάρεθ υπνωτίστηκε από το βλέμμα της. Πώς μπορούσαν δυο μάτια να αστράφτουν με τόση
μαχητικότητα κι όμως η γοητεία τους να πνίγει έναν άντρα στα βάθη τους;
«Δεν υπήρχε κανένας άλλος μέσα στην οικογένεια στον οποίο μπορούσες να στραφείς;» τη ρώτησε. «Η νεαρή κυρά σου
μήπως;»
«Ήταν καλή φίλη μου», παραδέχτηκε η Αμελί, υφαίνοντας πρόθυμα τη φανταστική ιστορία της. «Όμως πρόκειται να
παντρευτεί παρά τη θέλησή της μ’ έναν πλούσιο άντρα. Είναι ανήμπορη να μου προσφέρει προστασία».
«Θα μπορούσες πάντα να παντρευτείς κι εσύ. Τότε θα είχες όση προστασία χρειάζεσαι. Θα πρέπει να είχες πολλούς άντρες
θαυμαστές. Οι όμορφες και έξυπνες καμαριέρες σπανίζουν στις μέρες μας».
«Δε θα παντρευτώ ποτέ μου εγώ», δήλωσε αποφασισμένη.
Ο Γκάρεθ χαμογέλασε. «Είσαι ακόμα παιδί, δεν μπορείς να ξέρεις πώς θα νιώθεις στο μέλλον».
Ο κοροϊδευτικός τόνος του την έκανε να αρπαχτεί αμέσως. «Αντιθέτως, ξέρω καλά ότι θα νιώθω όπως ακριβώς και τώρα.
Σκοπεύω λοιπόν να μείνω ανύπαντρη, όσο περνάει από το χέρι μου».
«Τότε διαφέρεις πολύ από τις άλλες γυναίκες. Γιατί είσαι τόσο κατηγορηματική;»
«Δε θέλω να υποταχτώ σε κανέναν άντρα».
«Ένας σωστός άντρας μπορεί να γίνει ισχυρός υπερασπιστής σου».
«Οι άντρες που ξέρω εγώ είναι είτε ακόλαστοι είτε ματαιόδοξοι και επιφανειακοί».
«Υπάρχουν άντρες που δεν είναι τίποτα από τα δύο».
Ανασήκωσε τα φρύδια της με σκεπτικισμό. «Εσείς, για παράδειγμα;»
Γιατί έπρεπε να τον βάζει μονίμως στη θέση του; Είχε φερθεί φρικτά απέναντί της, ο Γκάρεθ το ήξερε καλά. Μόνο και μόνο
για να της πάρει τον αέρα και να τσαλακώσει την όμορφη εικόνα της. Ναι, ήταν πολύ όμορφη.
Δεν μπορούσε παρά να παραδεχτεί την ενοχή του. «Φέρθηκα ανόητα όταν γνωριστήκαμε, ίσως παραπάνω από ανόητα».
Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι του σαν να απορούσε με το μέγεθος της ανοησίας του. «Χειροτέρεψα μια ήδη άσχημη
κατάσταση μεθώντας υπερβολικά».
Η Αμελί τον κοίταξε απορημένη, ήταν όμως προφανές ότι ο Γκάρεθ δεν είχε καμία πρόθεση να αποκαλύψει την αιτία της
εκκεντρικής συμπεριφοράς του. Μέσα της αναρωτήθηκε αν είχε καμία σχέση με τον παππού για τον οποίο ο Γκάρεθ είχε
μόλις δηλώσει απόλυτη αδιαφορία.
Θέλησε να δοκιμάσει άλλη τακτική. «Μπορεί να μην έχεις συγγενείς στην Αγγλία, φίλους όμως;»
«Ούτε και φίλους», είπε άγρια ο Γκάρεθ. «Είμαι ένας περιπλανώμενος Ιουδαίος, Αμελί, οι φίλοι και η οικογένεια δεν
παίζουν κανένα ρόλο στη ζωή μου».
Διαισθάνθηκε ότι πίσω από την ψυχρή αποστασιοποίησή του υπήρχε μια ανομολόγητη τρωτότητα. Τα μάτια της
πλημμύρισαν από συμπόνια και, χωρίς να το σκεφτεί, άπλωσε το χέρι και χάιδεψε απαλά το μπράτσο του.
Τότε εκείνος το έπιασε, το κράτησε σφιχτά και κοίταξε με ένταση το γεμάτο έγνοια πρόσωπό της. Για μια στιγμή έμειναν
έτσι αμίλητοι. Ύστερα άπλωσε και το δικό του χέρι και της χάιδεψε το μάγουλο. Ο σφυγμός της άρχισε έναν τρελό χορό
καθώς το άγγιγμά του ζέστανε το πρόσωπό της. Μετά το χέρι του γλίστρησε μέσα στις γυαλιστερές μπούκλες που έπεφταν
στους ώμους της. Στρέφοντας το κορμί του προς το μέρος της αγκάλιασε το πρόσωπό της και με τις δυο του παλάμες και το
ανασήκωσε προς τα πάνω. Η Αμελί είδε τα χείλη του να πλησιάζουν και χωρίς δεύτερη σκέψη του πρόσφερε τα δικά της. Το
φιλί του ήταν δυνατό, ζεστό, παρατεταμένο.
Δεν είχε ιδέα πόση ώρα φιλιούνταν, ώσπου ο κύριος Σκίνερ εμφανίστηκε ξαφνικά στο δωμάτιο με το γιατρό να ακολουθεί.
Η Αμελί αναπήδησε κατακόκκινη. Ο Γκάρεθ φαινόταν ενοχλημένος. Αν ο κύριος Σκίνερ είχε δει το φιλί τους, τότε είχαν
πρόβλημα. Πώς θα ισχυρίζονταν τώρα πως ήταν αδέρφια; Η Αμελί πετάχτηκε όρθια και έγνεψε κοφτά στον δόκτορα
Φένιμορ, ύστερα έφυγε γρήγορα για την κρεβατοκάμαρά της πάνω στη σοφίτα. Έριξε λίγο νερό στον ραγισμένο νιπτήρα και
ξέπλυνε τα ξαναμμένα μάγουλά της. Θα πρέπει στ’ αλήθεια να είχε χάσει τα λογικά της. Τι δουλειά είχε να φιλήσει έναν
άντρα για τον οποίο δεν ήξερε τίποτα, ή τουλάχιστον τίποτα το αξιόπιστο; Κάθισε στο κρεβάτι της και έμεινε εκεί για αρκετή
ώρα, προσπαθώντας με δυσκολία να ηρεμήσει το τρελό χτυποκάρδι της και να διώξει απ’ το μυαλό της την ανάμνηση του
καυτού στόματος του Γκάρεθ.
Η επίσκεψη του γιατρού υπήρξε σύντομη. Προφανώς έμεινε ικανοποιημένος από την πρόοδο του ασθενή και δε χρειαζόταν
να ξαναέρθει. Τον άκουσε να τον αποχαιρετά και μετά άκουσε τον Γουίλ να βοηθάει τον Γκάρεθ να ανέβει από την αυλή ως
το δωμάτιό του. Ώσπου να φύγει από το πανδοχείο, η Αμελί δεν έπρεπε να ξαναβρεθεί μόνη μαζί του. Δεν μπορούσε να του
έχει εμπιστοσύνη. Άφησε τον εαυτό της να δείξει λίγη συμπόνια και η αντίδρασή του ήταν άμεση. Κι εκείνη δεν έκανε καμία
προσπάθεια να τον αποφύγει. Ούτε και τον εαυτό της μπορούσε λοιπόν να εμπιστευτεί. Το βλέμμα του είχε κάνει την καρδιά
της να χτυπήσει σαν τρελή, ένα απλό του άγγιγμα είχε κόψει την ανάσα της. Κι όσο για εκείνο το φιλί... Όχι, δεν έπρεπε να
σκέφτεται το φιλί του.

Καθώς ο ήλιος χαμήλωνε στον ορίζοντα, ο κύριος Σκίνερ εμφανίστηκε στην πόρτα της μ’ ένα μήνυμα. «Ο αδερφός σας θα
ήθελε να ξέρει αν θα δειπνήσετε απόψε μαζί του. Νιώθει πολύ καλύτερα και θα του άρεσε να γιορτάσει την ανάρρωσή του».
Ο πανδοχέας πρόφερε τις φράσεις του με κόπο, προσπαθώντας να θυμηθεί τα ακριβή λόγια του Γκάρεθ.
Είμαι σίγουρη γι’ αυτό, σκέφτηκε θυμωμένη. Και φανταζόταν το είδος της γιορτής που είχε στο μυαλό του.
«Πείτε στον αδερφό μου ότι λυπάμαι, αλλά έχω πονοκέφαλο και δε θα δειπνήσω απόψε», απάντησε διστακτικά. «Θα ήταν
πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, κύριε Σκίνερ, αν μπορούσατε να φέρετε ένα μπολ με σούπα στο δωμάτιό μου».

Για πρώτη φορά από την ημέρα που ήρθε στο πανδοχείο Τζορτζ, η Αμελί δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί τη νύχτα. Στο μυαλό της
στριφογύριζαν αδιάκοπα τα γεγονότα της ημέρας και δεν μπορούσε να βρει γαλήνη. Δεν μπορούσε να αρνηθεί την έλξη που
ένιωθε για τον Γκάρεθ Γουέντοβερ, η καρδιά της την έσπρωχνε κοντά σ’ έναν άντρα με τον οποίο θα ήταν τρέλα να μπλεχτεί.
Ήταν αλαζόνας και ιδιότροπος, εσωστρεφής και ακοινώνητος. Υποψιαζόταν μάλιστα πως κάποια άσχημα μυστικά κρύβονταν
στο παρελθόν του. Από την άλλη μεριά υπήρξε και η ίδια ανειλικρινής μαζί του. Από την πρώτη στιγμή του είχε πει ένα σωρό
ψέματα.
Το σίγουρο ήταν πως έπρεπε να φύγει για το Μπαθ όσο πιο σύντομα μπορούσε. Δεν έπρεπε να μπλεχτεί περισσότερο σ’
αυτή την ιστορία. Δεν έπρεπε να τον ερωτευτεί. Αν ποτέ αναγκαζόταν να παντρευτεί, η κόρη του λόρδου Σίλβερντεϊλ θα
όφειλε να στοχεύει πολύ ψηλότερα από έναν κοινό κύριο Γουέντοβερ άγνωστης και πιθανώς ύποπτης καταγωγής. Αλλά δε θα
αναγκαζόταν ποτέ να παντρευτεί, το είχε αποφασίσει. Δε σκόπευε να έχει τη θλιβερή μοίρα της μητέρας της. Η ασφάλεια και
η πνευματική ισορροπία της βρίσκονταν μόνο στην άγαμη ζωή. Κι αυτό σήμαινε μακριά από ερωτοτροπίες, όσο ελκυστικός
κι αν ήταν κάποιος άντρας.

Μετά το πρόγευμα πήγε στο δωμάτιο του Γκάρεθ για να του ανακοινώσει πως έφευγε. Ήταν άλλο ένα όμορφο μαγιάτικο
πρωινό και τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα για να μπει ήλιος στο δωμάτιο. Ο Γκάρεθ, που καθόταν ντυμένος δίπλα στο
παράθυρο, χαμογέλασε κοροϊδευτικά μόλις την είδε να μπαίνει από την πόρτα.
«Ελπίζω να είσαι καλύτερα», της είπε.
Για μια στιγμή τον κοίταξε απορημένη.
«Για τον πονοκέφαλο μιλάω. Απ’ ό,τι κατάλαβα ήταν τόσο οδυνηρός που μπόρεσες να πιεις μόνο λίγη σούπα χτες βράδυ».
Ο τόνος του ήταν ειρωνικός.
«Είμαι καλά, ευχαριστώ», του απάντησε αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια. «Κι εσείς;»
«Κι εγώ είμαι καλά... Ο παλιός καλός εαυτός μου, για την ακρίβεια. Μήπως αυτό σε τρομάζει;»
«Όχι φυσικά, γιατί να με τρομάζει; Μπορώ να φροντίσω μια χαρά τον εαυτό μου».
Κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε εκνευρισμένος. «Ας μη λογομαχούμε, Αμελί. Έλα να καθίσεις κοντά μου».
Πλησίασε προς το παράθυρο και την άδεια καρέκλα. Για πρώτη φορά τον κοίταξε στα μάτια κι αμέσως το βλέμμα του της
έφερε έξαψη. Όμως αγνόησε τη σωματική ανταπόκρισή της, όπως και το τεντωμένο χέρι του. Η Αμελί βρισκόταν ακόμα σε
επικίνδυνο έδαφος και έπρεπε να βαδίζει προσεκτικά.
«Πότε σκοπεύετε να φύγετε για το Μπρίστολ;» τον ρώτησε. «Υποθέτω πως θέλετε ακόμα να πάτε εκεί».
«Ίσως. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα».
«Αν όμως δε συνεχίσετε για το Μπρίστολ, τι άλλο μπορεί να κάνετε; Θα επιστρέψετε στο Λονδίνο;»
«Πιθανόν».
«Είστε λοιπόν ελεύθερο πουλί».
«Έτσι φαίνεται».
Οι μονολεκτικές απαντήσεις του την εκνεύρισαν και η Αμελί άλλαξε στάση. «Δηλαδή δε θα λείψετε σε κανέναν σ’ αυτό τον
κόσμο αν παραμείνετε άφαντος;»
«Κάτι τέτοιο».
Δεν τον καταλάβαινε. Οι ερωτήσεις της ήταν αρκετά αθώες και η άρνησή του να απαντήσει έδειχνε καθαρά πως δεν την
εμπιστευόταν. Ήταν αρκετά καλή για να τη φιλάει, αλλά όχι και για να την εμπιστεύεται. Διαισθανόμενος το θυμό της, της
χάρισε το ζεστό, γοητευτικό χαμόγελό του.
«Γιατί δεν απολαμβάνουμε απλώς αυτό το πρωινό; Υποθέτω πως ήρθες να μου πεις ότι φεύγεις».
«Τώρα που ο αστράγαλός σας έγινε καλά, πρέπει να πηγαίνω». Την ενοχλούσε που ακουγόταν τόσο απολογητική.
«Φυσικά, αυτό πρέπει να κάνεις. Δεν μπορώ να σε καθυστερήσω. Άλλωστε τήρησες τη συμφωνία μας».
Για μια στιγμή εκείνη έδειξε να μην καταλαβαίνει, άλλωστε η Αμελί είχε ξεχάσει εντελώς την παλιά διαμάχη τους. Ύστερα
χαμογέλασε με αυτοσαρκασμό. «Ναι, την τήρησα... όχι όμως με τον τρόπο που σχεδιάζατε εσείς».
«Καλύτερα, στην πραγματικότητα. Μου παραστάθηκες σε μερικές πολύ δύσκολες μέρες, γι’ αυτό ας μην περάσουμε τις
τελευταίες στιγμές μας φιλονικώντας».
Η Αμελί κάρφωσε το βλέμμα έξω απ’ το παράθυρο στο παραμελημένο περιβόλι. Όταν ο Γκάρεθ μίλησε ξανά, η φωνή του
ήταν τόσο τρυφερή που άγγιξε την καρδιά της.
«Σ’ εσένα οφείλω την καλή κατάσταση στην οποία βρίσκομαι τώρα. Πρέπει να ξέρεις ότι σου χρωστώ βαθιά ευγνωμοσύνη».
«Δε θέλω την ευγνωμοσύνη σας».
«Τι θέλεις;» τη ρώτησε και για μια ακόμα φορά άπλωσε το χέρι του να πιάσει το δικό της.
Όταν θυμήθηκε τη νυχτερινή απόφασή της πετάχτηκε όρθια. «Αυτό που θέλω είναι να φύγω αύριο. Στο μεταξύ όμως είμαι
σίγουρη ότι το πανδοχείο θα μπορέσει να μας προσφέρει λίγη διασκέδαση. Πάω κάτω για να δω τι έχουν».
Και μ’ αυτά τα λόγια εξαφανίστηκε γρήγορα από μπροστά του. Ο Γκάρεθ κοίταξε προς την πόρτα ελαφρά ταραγμένος. Το
να τείνει χέρι φιλίας σε μια γυναίκα ήταν καινούρια εμπειρία γι’ αυτόν. Το ίδιο και το να τον απορρίπτουν.

«Ψάχνω για ντόμινο ή ντάμα», είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. «Ο αδερφός μου νιώθει πολύ καλύτερα και θα είναι ένας
ευχάριστος τρόπος να περάσουμε την ώρα μας».
Η κυρία Σκίνερ ρουθούνισε σαν να γνώριζε πολύ καλά με ποιο τρόπο σκόπευαν να περάσουν τις ώρες τους, παρ’ όλα αυτά
την οδήγησε απρόθυμα σ’ ένα κρυφό δωμάτιο, άνοιξε έναν παλιό δρύινο μπουφέ και ψαχούλεψε μέσα. Μια δυνατή μυρωδιά
από ναφθαλίνη πλημμύρισε τον ήδη δύσοσμο χώρο.
«Υπάρχει μια τράπουλα και ένα παιχνίδι με ξυλάκια». Έβαλε απότομα τα αντικείμενα στα χέρια της Αμελί και έμεινε να την
αγριοκοιτάζει.
Καταλαβαίνοντας πως την έδιωχνε, η Αμελί γύρισε να φύγει. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον Γκάρεθ να παίζει ένα παιδικό
επιτραπέζιο παιχνίδι, γι’ αυτό θα άφηνε τα ξυλάκια στο δωμάτιό της. Ευχαριστώντας βιαστικά την κυρία Σκίνερ πήρε τα
παιχνίδια και ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες.
«Κάτι βρήκα!» φώναξε χαρούμενη μπαίνοντας στο δωμάτιο. «Μία τράπουλα! Ή μάλλον η κυρία Σκίνερ τη βρήκε, χωμένη
σε κάποιο συρτάρι ενός πελώριου μπουφέ που έδειχνε να μην έχει ανοιχτεί εδώ και τριάντα χρόνια. Δυστυχώς τα χαρτιά
μυρίζουν ναφθαλίνη, αλλά ούτε κι ετούτος εδώ ο χώρος μοσχοβολάει φρεσκάδα, ακόμα και με το παράθυρο ορθάνοιχτο».
Καθώς μιλούσε μάζεψε από το μικρό τραπέζι τα άδεια ποτήρια και τα μπουκαλάκια με τα φάρμακα. «Ορίστε, τι θέλετε να
παίξουμε; Ξέρω μερικά παιχνίδια, φαντάζομαι όμως πως εσείς μπορείτε να μου μάθετε περισσότερα».
«Όχι». Η κοφτή, μονοσύλλαβη άρνηση την ξάφνιασε.
«Συγνώμη;»
«Είπα όχι. Δεν μπορώ να σου μάθω κανένα παιχνίδι με χαρτιά, ούτε και θέλω να παίξω».
Η Αμελί έδειξε να τα έχει χαμένα. «Πόσο δύσκολο είναι να το καταλάβεις; Δε θέλω να παίξω».
«Μα είναι μόνο ένα παιχνίδι... για διασκέδαση».
«Για τελευταία φορά, δε θέλω να παίξω».
Η γνώριμη ψυχρότητα είχε επιστρέψει στο πρόσωπο του Γκάρεθ. Το βλέμμα του έγινε πάλι παγερό και τα ολόισια μαύρα
φρύδια έσμιγαν άλλη μια φορά απειλητικά. Έγειρε πίσω στην καρέκλα του, αρνούμενος να την κοιτάξει.
«Δεν πειράζει», του είπε αμήχανη η Αμελί. «Δεν ήθελα να σας στενοχωρήσω».
«Δε με στενοχώρησες. Μάθε απλώς να το δέχεσαι όταν σου δίνουν μια αρνητική απάντηση».
Η Αμελί συγκράτησε την οργή της. Από την επόμενη μέρα δε θα ξανάβλεπε ποτέ τον Γκάρεθ Γουέντοβερ. Δεν άξιζε τον
κόπο να τσακώνεται μαζί του, παρά την ασυνήθιστη αγένειά του. Όμως δυσκολευόταν να αναγνωρίσει τον άντρα που με τόσο
πάθος την είχε φιλήσει μόλις μια μέρα πριν. Είχε μεταμορφωθεί εντελώς και αυτή η αλλαγή την πλήγωνε βαθιά.
«Θα βρω κάτι άλλο να παίξουμε», ψέλλισε με ταραχή.
Λίγα λεπτά αργότερα επέστρεψε με τα ξυλάκια. Το σκληρό βλέμμα του Γκάρεθ εξαφανίστηκε μεμιάς και βλέποντας τα
ξυλάκια έβαλε τα γέλια.
«Ξέρω πως ήσουν η νοσοκόμα μου αυτές τις τελευταίες μέρες, αλλά πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι είναι ανάγκη να παίξεις μαζί
μου ένα επιτραπέζιο παιχνίδι;»
«Δεν έχουν τίποτε άλλο κάτω, ας επωφεληθούμε όσο μπορούμε».
Σήκωσε όρθια τη δέσμη με τα ξυλάκια και τα άφησε να πέσουν στην τύχη. Αυτά σκορπίστηκαν παντού πάνω στο τραπέζι.
«Τα μπλε παίρνουν τους περισσότερους βαθμούς, μετά ακολουθούν τα κόκκινα, τα κίτρινα και τελευταία είναι τα πράσινα»,
του εξήγησε.
«Θα είμαι τυχερός αν σηκώσω ένα απ’ αυτά μονάχο του, όποιο χρώμα κι αν έχει. Αναρρώνω από ένα ατύχημα, εξάλλου»,
ειρωνεύτηκε.
«Τον αστράγαλό σας στραμπουλήξατε, όχι τον καρπό σας», του αντιγύρισε εκείνη.
«Ναι, αλλά οι γυναίκες είναι πολύ πιο επιδέξιες, δεν είναι δίκαιο».
«Σίγουρα δεν πιστεύετε πως μια γυναίκα μπορεί να σας νικήσει, κύριε Γουέντοβερ».
«Γκάρεθ, παρακαλώ. Αν πρόκειται να γίνουμε σοβαροί ανταγωνιστές, πρέπει να μιλάμε στον ενικό. Έτσι οι βρισιές που θα
πετάμε θα είναι προσωπικές κι ωραίες».
«Δεν έχω καμία πρόθεση να πετάω βρισιές. Παιχνίδι είναι, όχι ανταγωνισμός».
Παρ’ όλα αυτά έβαλε τα δυνατά της για να νικήσει. Όταν ήρθε η σειρά της εξάντλησε το χρόνο που είχε στη διάθεσή της για
να υπολογίσει τη θέση όλων των ξύλων, πριν αποφασίσει ποιο θα προσπαθούσε να απομακρύνει από τη θέση του χωρίς να
μετακινήσει τα υπόλοιπα. Ο Γκάρεθ είχε ξεκινήσει πρώτος και διάλεξε να σηκώσει το πιο εύκολο, καθώς όμως το παιχνίδι
προχωρούσε ήταν αναγκασμένοι και οι δυο να συγκεντρώνονται όταν ερχόταν η σειρά τους. Κάποια στιγμή ο Γκάρεθ φάνηκε
να κουνάει ένα από τα ξυλάκια που προσπαθούσε να αποφύγει και η Αμελί τον κατηγόρησε για ζαβολιά.
«Απλώς κουνήθηκε από μόνο του με την ανάσα μου», διαμαρτυρήθηκε εκείνος.
Η Αμελί έβαλε τα γέλια. «Ωραίο ήταν αυτό! Δέχομαι τη δικαιολογία σου επειδή ήταν εφευρετική».
Ο Γκάρεθ γέλασε μαζί της κι η καρδιά του γέμισε από μια παράξενη ευτυχία. Το παιχνίδι συνεχίστηκε ώσπου έμεινε μόνο
μια μικρή στοίβα από ανακατωμένα ξυλάκια στο κέντρο του τραπεζιού. Μέχρι στιγμής ήταν ισόπαλοι, αλλά τώρα τους
έμεναν οι πιο δύσκολες κινήσεις, κι έτσι μελετούσαν το τραπέζι πολύ προσεκτικά πριν αποφασίσουν την επόμενη κίνησή
τους. Στο τέλος ο Γκάρεθ κατάφερε να αποσύρει το τελευταίο κομμάτι του χωρίς να πειράξει το άλλο που είχε απομείνει.
«Βουαλά!» αναφώνησε.
«Μανιφίκ», απάντησε χωρίς να το σκεφτεί η Αμελί, επαινώντας αυθόρμητα το επιδέξιο παιχνίδι του.
«Μια καμαριέρα που μιλάει γαλλικά εκτός του ότι έχει γαλλικό όνομα! Γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρον». Την κοίταξε
εξεταστικά.
«Δε θα έλεγα ότι μιλάω γαλλικά», είπε αμήχανη, ψάχνοντας έναν τρόπο να στρέψει τη συζήτηση σε λιγότερο επικίνδυνο
έδαφος.
«Και πάλι είναι ασυνήθιστο για μια καμαριέρα να ξέρει έστω και λίγα γαλλικά. Κι εσύ είσαι στ’ αλήθεια ασυνήθιστη
καμαριέρα, σωστά; Περήφανη και ανεξάρτητη, με την ομιλία και τους τρόπους μιας κυρίας».
Από τα βάθη της καρδιάς της ευχαρίστησε τη Φάνι για τη δανεική γκαρνταρόμπα της και βάλθηκε να κοιμίσει τις υποψίες
του.
«Η νεαρή κυρία μου μ’ έκανε στενή φίλη της, κι έτσι έμαθα από εκείνη πώς να συμπεριφέρομαι σωστά».
Ο Γκάρεθ το σκέφτηκε για μια στιγμή. «Μπορεί να πήρες από εκείνη τους τρόπους, όχι όμως και το θάρρος σου».
«Τι εννοείς;»
«Δεν είπες ότι η κυρία σου πρόκειται να παντρευτεί παρά τη θέλησή της;»
«Ναι, αλλά το θάρρος δε θα τη βοηθήσει. Ο αδερφός της έχασε στα χαρτιά την οικογενειακή περιουσία και ο γάμος είναι ο
μοναδικός τρόπος για να την πάρουν πίσω. Έχουν την απαίτηση να θυσιαστεί για την οικογένεια».
«Τρομερή θυσία! Αναρωτιέμαι, εσύ θα την έκανες;»
«Εγώ όχι», του δήλωσε κατηγορηματικά, μ’ ένα ζήλο που τον ξάφνιασε.
Την κοίταξε κατάματα από την απέναντι πλευρά του τραπεζιού. Το λευκό δέρμα της έλαμπε διάφανο στο ηλιόφως που
έλουζε το δωμάτιο και το ζεστό καφέ των ματιών της ακτινοβολούσε ζωηρά. Ποτέ δεν του είχε φανεί πιο γοητευτική.
«Ούτε και θα έπρεπε», της είπε με φωνή βραχνή από συγκίνηση.
Η ατμόσφαιρα ξαφνικά φορτίστηκε από ένταση και η χιουμοριστική διάθεσή τους εξαφανίστηκε. Ο Γκάρεθ ήξερε πως
έπρεπε να πει κάτι, να κάνει ένα αστείο, να αλλάξει τη συζήτηση. Η Αμελί είχε ήδη αποφασίσει να βάλει απόσταση ανάμεσά
τους και είχε δίκιο. Όμως παρ’ όλα αυτά σηκώθηκε γρήγορα από την καρέκλα του αδιαφορώντας για τον τραυματισμένο
αστράγαλό του και πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά του. Τη σήκωσε αργά κι εκείνη και την τράβηξε στην αγκαλιά του.
Έτσι κλεισμένη μέσα στα δυνατά μπράτσα του, η Αμελί ένιωσε την ίδια ανόητη παρόρμηση να γίνει ένα μαζί του. Άρχισε να
τρέμει κάτω από τα χέρια του. Ο Γκάρεθ άγγιξε το πρόσωπό της, τους ώμους της, χάιδεψε τη ζεστή μεταξένια επιδερμίδα στο
στήθος της. Φίλησε απαλά τα μαλλιά, τα αυτιά, το μάγουλό της. Την επόμενη στιγμή η γλώσσα του έκανε τα χείλη της να
ανοίξουν και εξερεύνησε αργά την απαλότητα του στόματός της. Το σώμα του κινήθηκε πάνω στο δικό της κι εκείνη άθελά
της βόγκησε από ευχαρίστηση. Ήθελε να δια-λυθεί μέσα σ’ αυτή την ανείπωτη ηδονή, μια φωνή σύνεσης όμως την έφερε
πίσω στην πραγματικότητα. Αυτός που την αγκάλιαζε ήταν ένας άντρας που ερχόταν από το πουθενά. Ποτέ δε θα τον
ξαναέβλεπε μόλις χωρίζονταν. Την είχε κάνει να νιώθει ευάλωτη, ξυπνούσε μέσα της έναν πόθο που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ
της. Ο πόθος σήμαινε αδυναμία, της το είχε μάθει αυτό η μοίρα της μητέρας της. Έτσι, τον έσπρωξε πάλι μακριά της και
άρχισε να μαζεύει τα σκορπισμένα ξυλάκια, με βλέμμα θολό από τα αισθήματα που την κυρίευαν.
«Αυτό δεν έπρεπε να συμβεί».
Στεκόταν ακόμα κοντά της, η ανάσα του ήταν ταραγμένη και η φωνή του τραχιά. Φαινόταν πολύ θυμωμένος με τον εαυτό
του.
«Ύστερα απ’ ό,τι έγινε χτες, ορκίστηκα να μη σε ξαναγγίξω», της είπε.
Έστρωσε αφηρημένη τα μαλλιά της κι έπειτα έβαλε τα τελευταία ξυλάκια μέσα στο κουτί τους.
«Συγχώρησέ με αν σε στενοχώρησα».
«Δεν είναι σημαντικό. Δε θέλω να το συζητήσουμε άλλο», κατάφερε να του πει μόνο. Η εξωτερική ηρεμία της δε συμβάδιζε
με την εσωτερική ταραχή της. «Ίσως είναι ώρα να τσιμπήσουμε κάτι», συνέχισε ήρεμη. «Θα πάω να δω τι υπάρχει στην
κουζίνα».
Η Αμελί κοίταξε φευγαλέα έξω απ’ το παράθυρο καθώς γύριζε να φύγει. Μια άμαξα είχε σταματήσει απέξω. Το γεγονός από
μόνο του ήταν ασυνήθιστο, αλλά δεν ήταν μια οποιαδήποτε άμαξα. Ήταν ένα ελαφρύ κομψό όχημα που το έσερναν τέσσερα
γκρι άλογα, ενώ πάνω στην πόρτα της καμπίνας υπήρχε το γνώριμο οικόσημο. Θα πρέπει να ήταν η άμαξα του Ρούφους
Γκλάιντ. Τελικά την είχε εντοπίσει. Βρισκόταν εδώ. Γύρισε κάτωχρη και το κουτί έπεσε από τα χέρια της.
«Με συγχωρείς», είπε ξέπνοη. «Πρέπει να φύγω».
Και μ’ αυτά τα λόγια όρμησε έξω από το δωμάτιο αφήνοντας τον Γκάρεθ σύξυλο.
Κεφάλαιο 5

Ο Ρούφους Γκλάιντ δεν ήταν στα κέφια του. Οδηγούσε σχεδόν ασταμάτητα για μέρες χωρίς να ανακαλύψει πουθενά το
θήραμά του. Επιπλέον είχε αναγκαστεί να ανεχτεί την κοφτερή γλώσσα της Μπριέλ Σεν Κλαιρ όταν τη βρήκε στο σπίτι της
στο Μπαθ και τόλμησε να τη ρωτήσει για την εγγονή της. Ήταν μια δυσάρεστη συνάντηση και για τους δύο, για τον ίδιο ίσως
χειρότερη. Η Μπριέλ Σεν Κλαιρ του δήλωσε πως η ανάμειξή του στα οικογενειακά ζητήματα ήταν ανεπιθύμητη. Ήταν η
πρώτη φορά που η Μπριέλ μάθαινε πως υπήρχε κάποιο πρόβλημα με την εγγονή της και είχε γίνει έξω φρενών που ο λόρδος
Σίλβερντεϊλ δεν ήρθε ο ίδιος να την ενημερώσει για τη φυγή της Αμελί παρά έστειλε στη θέση του αυτόν το σαρκαστικό και
αυταρχικό ξένο. Πάνω απ’ όλα η Μπριέλ ανησύχησε πολύ. Αρρώσταινε στη σκέψη του τι θα μπορούσε να έχει συμβεί στη
νεαρή κοπέλα. Και ο τρόμος της ακόνισε τόσο πολύ την καυστική γλώσσα της που ο Γκλάιντ ένιωθε ακόμα να τον καίει.
Μπαίνοντας στο πανδοχείο Τζορτζ είχε την εντύπωση πως έψαχνε ψύλλους στ’ άχυρα. Για μια στιγμή πίστεψε πως ίσως
βρήκε τα ίχνη της. Στο Ρέντινγκ όπου σταμάτησε για διανυκτέρευση είχε κρυφακούσει μια συζήτηση μεταξύ δυο ταξιδιωτών
που τον έκαναν να κοντοσταθεί. Ένας απ’ αυτούς διηγήθηκε μια παράξενη ιστορία για μια ληστεία άμαξας στο δρόμο προς
το Μπαθ, κατά την οποία ο κλέφτης δεν πήρε κοσμήματα ή χρήματα, αλλά μια νεαρή γυναίκα η οποία ταξίδευε με την άμαξα
αυτή. Το περιστατικό είχε προκαλέσει αρκετή αίσθηση και οι επιβάτες άρχισαν να μιλούν γι’ αυτό όταν κατέβηκαν στο Μπαθ.
Αφού ανέκρινε όσους μπορούσε, ιδίως κάποιους αδαείς χωριάτες, ο Γκλάιντ κατάφερε να μάθει σε ποια περιοχή είχε γίνει η
ληστεία κι ύστερα άρχισε να ρωτάει στα πανδοχεία ένα γύρω μήπως είχαν ακούσει κάτι για την περιπλανώμενη Αμελί. Μέχρι
στιγμής είχε αποβεί άκαρπη η προσπάθεια και το πανδοχείο Τζορτζ δε φαινόταν να υπόσχεται περισσότερα.
Μπήκε στη λοκάντα με τα άχαρα, παλιομοδίτικα έπιπλα που μύριζε μπαγιάτικη μπίρα και καπνό. Έκανε μια πλήρη
περιστροφή γύρω από τον εαυτό του. Ο απογευματινός ήλιος που τρύπωνε απ’ τα βρόμικα παράθυρα τόνιζε ακόμα
περισσότερο την εικόνα ερείπωσης εκείνου του χώρου. Σίγουρα η Αμελί Σίλβερντεϊλ δε θα μπορούσε ποτέ να μείνει εκεί. Οι
ένοικοι, αν υπήρχαν, είτε θα ήταν νεκροί είτε θα κοιμόνταν. Τίποτα δεν κουνιόταν. Χτύπησε εκνευρισμένος το κουδούνι πάνω
στον πάγκο, κι όταν δεν πήρε απάντηση, το χτύπησε πιο δυνατά. Η κυρία Σκίνερ εμφανίστηκε στη σκάλα που ανέβαινε από
το κελάρι και τον αγριοκοίταξε.
«Θες κάτι;»
Η φωνή της δεν ήταν ενθαρρυντική. Ο Γκλάιντ κοίταξε τη γυναίκα από πάνω ως κάτω. Ήταν λιπόσαρκη, κακοντυμένη και
με πρόσωπο που έδειχνε δύστροπο χαρακτήρα.
«Έτσι φαίνεται, αφού χτύπησα το κουδούνι», της αντιγύρισε σαρκαστικά.
«Λοιπόν, τι είναι; Έχω δουλειά».
Ο Γκλάιντ προσπάθησε να κρύψει απ’ τη φωνή του τον εκνευρισμό. Είχε ανάγκη τη βοήθεια αυτής της γυναίκας. Έτσι, της
είπε την ίδια ιστορία που είχε ήδη διηγηθεί και σε μια ντουζίνα άλλα πανδοχεία. Ταξίδευε με κάποιο άτομο, αλλά
αναγκάστηκαν να χωριστούν. Φρόντισε να μην αναφέρει το φύλο του συνταξιδιώτη του. Αυτό το άτομο δεν εμφανίστηκε στο
ραντεβού και ο Γκλάιντ φοβόταν πως ο σύντροφός του είχε πάθει κάποιο ατύχημα. Μήπως η καλή κυρία είχε κάποιον ένοικο
στο πανδοχείο που θα μπορούσε να είναι αυτός ο άνθρωπος;
«Δεν είναι κάποιος που ξέρεις». Η γυναίκα ρουθούνισε περιφρονητικά.
«Έχετε κάποιον ένοικο δηλαδή;» επέμεινε ο Γκλάιντ.
Η κυρία Σκίνερ δεν το αρνήθηκε αυτό. «Δεν είναι ο φίλος σου», πρόσθεσε. «Δεν είναι κάποιος αριστοκράτης σαν και του
λόγου σου».
«Ο φίλος μου δεν είναι αριστοκράτης. Μπορώ να ρωτήσω ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;»
«Μπορείς, αλλά εγώ δε θα σου πω».
Άλλη μια φορά προσπάθησε να ελέγξει το θυμό του. «Είμαι σίγουρος πως έχω τον τρόπο να βοηθήσω τη μνήμη σας».
Με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο ο Γκλάιντ έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα χαρτονόμισμα. Η κυρία Σκίνερ τα έχασε μπροστά
σ’ αυτή την αναπάντεχη γενναιοδωρία και σκέφτηκε αμέσως πως θα μπορούσε να ντύσει και τα επάνω παράθυρα με τις
ωραίες κουρτίνες της.
«Τον λένε Γουέντοβερ και σου είπα πως δεν είναι αριστοκράτης. Πώς να ’ναι δηλαδή με τα παλιόρουχα που φοράει;»
Οι ελπίδες του Γκλάιντ εξανεμίστηκαν. Για μια στιγμή ήλπισε πως επιτέλους τα είχε καταφέρει, αλλά ένας ένοικος με
παλιόρουχα δε μπορεί να παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον.
«Κι αυτός είναι ο μοναδικός σας πελάτης;»
«Σαν πολύ περίεργος να είσαι!» Το χέρι της κυρίας Σκίνερ έσφιξε το χαρτονόμισμα. «Μένει με την αδερφή του. Πάθανε
ατύχημα κι ετούτοι. Πολλά ατυχήματα γίνονται τριγύρω τελευταία».
Το μυαλό του Γκλάιντ πήρε αμέσως στροφές. Αυτή η αδερφή μπορεί και να ’ταν μια νεαρή γυναίκα, άρα ταίριαζε στο
αντικείμενο της έρευνάς του. Βέβαια ήταν μάλλον απίθανη περίπτωση, μα έπρεπε να βεβαιωθεί. Κοίταξε τριγύρω ψάχνοντας
κάποιον τρόπο να παραπλανήσει την κυρία Σκίνερ, η οποία δεν έλεγε να ξεκολλήσει από εκεί. Ξαφνικά η τύχη του
χαμογέλασε. Ο Γουίλ, ο οποίος δούλευε στο κελάρι μαζί με την αφεντικίνα του, εμφανίστηκε ξάφνου στην κορυφή της
σκάλας.
«Πού θέλετε να βάλω τα καινούρια βαρέλια, κυρία Σκίνερ;» ρώτησε.
«Εσύ πού λες, κουφιοκέφαλε;» ήταν η προσβλητική αντίδραση της κυρίας Σκίνερ.
«Δεν έχει πολύ χώρο πίσω από τα παλιά βαρέλια», συνέχισε με γενναιότητα ο Γουίλ.
«Αναθεματισμένοι άντρες», μουρμούρισε η ιδιοκτήτρια, «ανίκανοι για όλα, τρομάρα τους!» Και με μια τελευταία
περιφρονητική ματιά προς τον Γκλάιντ, εξαφανίστηκε και πάλι κάτω στο κελάρι.
Αμέσως μόλις έμεινε μόνος ο Γκλάιντ, πήγε προς τη σκάλα για τα επάνω δωμάτια, σε αναζήτηση του κυρίου Γουέντοβερ
και της μυστηριώδους αδερφής του.

Ο Γκάρεθ κοιτούσε αφηρημένος από το παράθυρο την άμαξα που εξαφανίστηκε προς τους στάβλους. Από πίσω φαινόταν
σαν το όχημα κάποιου ευγενή, όμως δεν είχε ιδέα σε ποιον ανήκε ή γιατί είχε έρθει στο πανδοχείο Τζορτζ. Η Αμελί προφανώς
την είχε δει καλύτερα και την είχε αναγνωρίσει. Ίσως να ήταν ο πρώην εργοδότης της που την έψαχνε οργισμένος με την
ξαφνική φυγή της. Ο Γκάρεθ συνειδητοποίησε ότι οι αρχικές υποψίες του είχαν σβήσει και δεν τη σκεφτόταν πια σαν
απατεώνισσα. Όμως, ακόμα κι αν η Αμελί ήταν στ’ αλήθεια μια ανέντιμη καμαριέρα, ό,τι και να είχε κάνει κι όσο έξαλλος κι
αν είχε γίνει ο ευγενής εργοδότης της, θα ήταν εξαιρετικά απίθανο να την αναζητά σ’ ένα εξαθλιωμένο επαρχιακό πανδοχείο.
Στην ενόχλησή του από την απότομη αναχώρησή της προστέθηκε και η αυτοκατηγόρια. Είχε καταστρέψει μόνος του τη
ζεστή ατμόσφαιρα του πρωινού. Τη μια στιγμή γελούσαν και αντάλλασσαν αστεία και την επόμενη όλα άλλαξαν. Την άγγιξε
ενώ δε θα έπρεπε να το έχει κάνει. Ήταν ακαταμάχητη, όμως θα έπρεπε να της αντισταθεί. Δόξα τω Θεώ, είχε αρκετή εμπειρία
στην αποφυγή ερωτικών επιπλοκών, σε τι λοιπόν διέφερε η τωρινή κατάσταση; Η αγανάκτηση για το οικογενειακό χρέος είχε
κάνει την ομορφιά της να φαντάζει συγκλονιστική, τα μάτια της να πετούν φωτιές και τη διάφανη επιδερμίδα της να λάμπει
ξαναμμένη. Όμως ήταν κάτι περισσότερο από τη φυσική ομορφιά της εκείνο που γκρέμισε την αυτοκυριαρχία του. Εκείνη τη
στιγμή ήταν σαν να ξεγυμνώθηκε μπροστά του η ίδια η ψυχή της και να μίλησε στη δική του. Έλα στα σύγκαλά σου, είπε
στον εαυτό του, τι ανοησίες είναι αυτές! Όποια κι αν ήταν πάντως η αιτία, δεν είχε σταθεί ικανός να εμποδίσει τον εαυτό του
απ’ το να τη φιλήσει. Ακόμα και τώρα ένιωθε το στόμα της, απαλό μα πρόθυμο, να μισανοίγει γλυκά κάτω απ’ το δικό του.
Όταν άκουσε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας να ανοίγει γύρισε με ύφος συντετριμμένο. Αντί όμως να αντικρίσει την Αμελί,
βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Ρούφους Γκλάιντ, τον οποίο ο Γκάρεθ είχε να δει εφτά ολόκληρα χρόνια. Οι δυο άντρες
κοιτάχτηκαν έκπληκτοι. Ο Γκλάιντ ήταν ο πρώτος που βρήκε τη φωνή του.
«Δεν είναι δυνατόν να είσαι ο Γκάρεθ Ντένβιλ!» χλεύασε. «Εσύ δεν είχες βρει άσυλο κάπου στην Ευρώπη; Μη μου πεις ότι
γύρισες να διεκδικήσεις την κομητεία; Ακόμα και ο πιο άσωτος άνθρωπος θα έπρεπε να δείξει λίγη αξιοπρέπεια μένοντας
μακριά».
Ο Γκάρεθ τον κοιτούσε σιωπηλός, με πρόσωπο ανέκφραστο και ανεξιχνίαστο βλέμμα. Χρόνια ολόκληρα τον τυραννούσαν
κάποιες αόριστες υποψίες για το ρόλο του Γκλάιντ σ’ εκείνη τη μοιραία παρτίδα με τα χαρτιά.
«Δε θα μου πεις να καθίσω, κύριε Γουέντοβερ;» είπε ειρωνικά ο Γκλάιντ. «Έτσι δε σε λένε; Γιατί άραγε χρησιμοποιείς
ψεύτικο όνομα; Αναρωτιέμαι. Ανόητη ερώτηση, θα μου πεις. Μάλλον έχεις πολλούς λόγους για να κρατήσεις κρυφή την
αληθινή σου ταυτότητα. Αλλά και για να μένεις σ’ ένα τέτοιο μέρος, επίσης!»
Ο Γκάρεθ παρέμεινε όρθιος. Η φωνή του ακούστηκε παγερή και απότομη. «Το τι κάνω εδώ είναι δική μου υπόθεση. Εσύ τι
θέλεις;»
«Όπως πάντα ευέξαπτος, βλέπω. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ. Αν και γέρασες κάπως από τότε που σε είδα
τελευταία φορά. Για να δούμε, πότε ήταν; Α, ναι. Στο Διάσημο Στέκι. Τρομερή νύχτα, θυμάμαι, τρομερή υπόθεση!»
«Μπες στο ψητό, Γκλάιντ, τι θέλεις;»
«Όχι εσένα πάντως, αυτό είναι σίγουρο. Δε συνηθίζω να συναναστρέφομαι τα κατακάθια της κοινωνίας. Όμως με ενδιαφέρει
αρκετά μια αδερφή την οποία φαίνεται πως απέκτησες. Αν δε με απατά η μνήμη μου... και φυσικά θα μπορούσα να κάνω
λάθος, ποτέ δεν ήμουν καλός σ’ αυτά, ο πατέρας σου –άλλος ένας δυστυχής απ’ ό,τι ξέρω– είχε μόνο ένα παιδί κι αυτό
ήσουν εσύ. Λοιπόν, ποια είναι αυτή η αδερφή;»
Ο Γκάρεθ ζύγισε την πιθανότητα να διώξει με τις κλοτσιές τον ανταγωνιστή του απ’ το δωμάτιο, όμως αποφάσισε ότι
μάλλον δεν άξιζε να προκαλέσει τόσο πόνο στο πόδι του. Θα του έδινε τις λιγότερες δυνατές πληροφορίες και θα τον έστελνε
από εκεί που ήρθε.
«Είναι απλώς μια γνωστή μου η οποία τυχαίνει να μένει στο πανδοχείο».
«Μια γνωστή που όμως αποκαλείς αδερφή σου. Έλα τώρα, Ντένβιλ, το ψέμα σου δεν περνάει σ’ εμένα. Ποια είναι;»
«Μια καμαριέρα, δεν την ξέρεις κι ούτε παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον».
«Καμαριέρα; Πολύ χαμηλά έπεσες, αγαπητέ Ντένβιλ. Καμαριέρα λοιπόν... και ερωμένη σου, υποθέτω».
Ο Γκάρεθ έσφιξε δυνατά τις γροθιές του ώσπου οι αρθρώσεις του άσπρισαν. «Βγες έξω!»
«Πω πω νεύρα, να τος πάλι ο ευέξαπτος χαρακτήρας σου. Σωστά κατάλαβα, η ερωμένη σου. Και για να εξευμενίσεις αυτή τη
φρικτή μέγαιρα κάτω, την παρουσιάζεις σαν αδερφή σου. Έχεις δίκιο, φυσικά, δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον για μένα.
Η γυναίκα που ψάχνω δε θα περνούσε ούτε μια ώρα μαζί σου. Κι όσο για το να υποδυθεί την καμαριέρα και να μείνει εδώ, σ’
αυτό το άθλιο καταφύγιο, ούτε λόγος».
«Τώρα που διασκέδασες είσαι ελεύθερος να φύγεις».
«Πράγματι, και θα το κάνω σύντομα. Πρώτα όμως πες μου, πώς επιβιώνει ένας χαρτοκλέφτης στην Ευρώπη; Έβγαλες
κανένα εισόδημα;» Ο Γκλάιντ κοίταξε το κομψό πανωφόρι που φορούσε ο ίδιος κι ύστερα τα κουρελιασμένα πια ρούχα του
Γκάρεθ. «Και πάντα έλεγα ότι τόσο έμπειροι απατεώνες στο τέλος πλουτίζουν», μουρμούρισε. «Φαίνεται όμως πως δε
συμβαίνει αυτό».
Αγνοώντας τον έντονο πόνο στον αστράγαλό του, ο Γκάρεθ όρμησε με αναπάντεχη σβελτάδα προς τον εχθρό του και τον
άρπαξε βίαια από το λαιμό.
«Αν με ξαναπείς χαρτοκλέφτη θα πεθάνεις», γρύλισε.
Η πόρτα είχε παραμείνει ανοιχτή σ’ όλη τη διάρκεια της αψιμαχίας τους και, με τα χέρια ακόμα τυλιγμένα γύρω από το
λαιμό του Γκλάιντ, ο Γκάρεθ έσπρωξε τον αντίπαλό του και τον πέταξε από τις σκάλες.

Τη στιγμή που ο Γκλάιντ κατέβαινε από την άμαξά του, η Αμελί είχε κιόλας βγει από την πίσω πόρτα του πανδοχείου. Έτρεξε
σαν τρελή μπροστά από τις ερειπωμένες αποθήκες και βγήκε από το μικρό παραπόρτι της αυλής έξω στον ανοιχτό
βοσκότοπο. Έντρομη και πανικόβλητη καθώς ήταν, δε σκεφτόταν προς τα πού πήγαινε. Στο μυαλό της υπήρχε χάος,
αρνιόταν να δεχτεί ότι ο σερ Ρούφους την είχε ξετρυπώσει σ’ αυτό το απομονωμένο μέρος. Ήταν αδύνατο. Κανείς άλλος
εκτός από τον Γκάρεθ Γουέντοβερ δεν ήξερε πού βρισκόταν, κι αυτός αγνοούσε την αληθινή ταυτότητά της.
Σιγά σιγά, ανάμεσα στις ταραγμένες σκέψεις της, άρχισε να σχηματίζεται μια φρικτή υποψία. Μήπως είχαν κάποια σχέση
αυτοί οι δύο; Μήπως ο Γκάρεθ ήταν συνεργός του Γκλάιντ και όλον αυτό τον καιρό ήξερε με ποια είχε να κάνει; Ήταν άραγε
σύμπτωση που ο Ρούφους Γκλάιντ εμφανίστηκε από το πουθενά, λίγο μετά την απαγωγή της από την άμαξα; Το γεγονός ότι
η άμαξά του είχε ρίξει τον Γκάρεθ σ’ ένα χαντάκι ήταν πιθανόν ένα απρόβλεπτο ατύχημα στο σχέδιό τους. Ο Γκάρεθ είχε
αρνηθεί κατηγορηματικά να της πει το παραμικρό για τον εαυτό του. Μήπως για να μην τον ξεσκεπάσει ως τη στιγμή που ο
Γκλάιντ θα τους έβρισκε; Κι όσο σκεφτόταν ότι λίγο έλειψε να υποκύψει στη γοητεία του...
Είχε λαχανιάσει και αναγκάστηκε να σταματήσει για να πάρει ανάσα. Δεν είχε νόημα να τρέξει άλλο στον αγρό. Δεν είχε
ιδέα πού πήγαινε, κι αν γύριζε για να ξαναβγεί στο δρόμο, από στιγμή σε στιγμή σίγουρα θα έπεφτε πάνω στην άμαξα του
Γκλάιντ. Θα κρυβόταν λοιπόν σε μια συστάδα δέντρων εκεί δίπλα και θα παρακολουθούσε το πανδοχείο από απόσταση
ασφαλείας. Στάθηκε πίσω από το χοντρό κορμό μιας βελανιδιάς ακουμπώντας την πλάτη της πάνω στο τραχύ ξύλο. Ο ήλιος
του καλοκαιριού τρύπωνε μέσα από τη φυλλωσιά του δέντρου και το τραγούδι των πουλιών πλημμύριζε γλυκά τον αέρα.
Ήταν δύσκολο να φανταστεί πως υπήρχε κάτι κακό στον κόσμο. Σταδιακά η αναπνοή της ηρέμησε και οι ταραγμένες σκέψεις
της άρχισαν να ξεκαθαρίζουν. Ήταν παρανοϊκό να σκέφτεται πως ο Γκάρεθ συνεργαζόταν με τον διώκτη της. Πώς θα
μπορούσε να περάσει σκόπιμα έξω από το σπίτι της τη στιγμή που η Αμελί κατέβαινε από το παράθυρο; Ήταν γελοίο. Ακόμα
πιο γελοίο ήταν να τον θεωρεί συνεργό του Γκλάιντ. Γιατί το ήξερε με την ίδια βεβαιότητα που ήξερε και τον εαυτό της πως ο
Γκάρεθ θα σιχαινόταν και θα περιφρονούσε έναν άνθρωπο σαν αυτόν.
Ο χρόνος περνούσε βασανιστικά αργά. Είπε στον εαυτό της ότι ο διώκτης της δε θα έμενε για πολύ στο πανδοχείο. Ακόμα κι
αν ο Γκλάιντ συναντούσε τον Γκάρεθ θα του ήταν άγνωστος, ενώ η όποια περιγραφή της δεσποινίδας Γουέντοβερ δε θα
ταίριαζε σε τίποτα με την αριστοκρατική γυναίκα που αναζητούσε ο Γκλάιντ. Σίγουρα δε θα έβλεπε την ώρα να φύγει από ένα
τέτοιο περιβάλλον σαν το πανδοχείο Τζορτζ και να επιστρέψει στις χαρές του Λονδίνου. Μόλις έφευγε, η Αμελί θα παρέμενε
κρυμμένη άλλη μια νύχτα. Νωρίς το επόμενο πρωί θα έβρισκε μεταφορικό μέσο για το Ρόξχολ κι από εκεί θα επιβιβαζόταν
για το Μπαθ, όπου τα βάσανά της θα έπαιρναν τέλος.
Περίμενε για ένα χρονικό διάστημα που της φάνηκε αιώνας, αν και στην πραγματικότητα δεν είχε περάσει παραπάνω από
ένα μισάωρο από τη στιγμή που έφυγε από το πανδοχείο τρέχοντας. Στο μεταξύ δεν είχε δει καμία κίνηση ούτε είχε ακούσει
κάποιον ήχο από το κτίριο. Μήπως η κρυψώνα της βρισκόταν πολύ μακριά για να ακούσει την άμαξα που έφευγε;
Αναρωτήθηκε τι μπορούσε να κάνει. Έτσι όπως πήγαινε, θα καθόταν πίσω από τη βελανιδιά μέχρι να νυχτώσει. Μαζεύοντας
το κουράγιο της αποφάσισε να το διακινδυνέψει. Άρχισε πολύ προσεκτικά να πλησιάζει προς το πανδοχείο και, καθώς δε
συνάντησε κανέναν, τρύπωσε από την πίσω είσοδο στο διάδρομο που διέσχιζε το κτίσμα ως την ανοιχτή εξώπορτα.
Σχεδόν αμέσως είδε την άμαξα του Γκλάιντ να μπαίνει πάλι στην αυλή και η Αμελί γύρισε μονομιάς να ξαναφύγει. Την ίδια
στιγμή όμως ακούστηκαν από πάνω δυνατές φωνές κι ήταν σίγουρη πως μια απ’ αυτές ανήκε στον Γκάρεθ. Στάθηκε να
αφουγκραστεί, αλλά οι ήχοι ήταν ακαθόριστοι. Την επόμενη στιγμή ένα ξαφνικό τρίξιμο ακούστηκε από τις σανίδες του
επάνω ορόφου και η Αμελί κρύφτηκε γρήγορα στη σκιά πίσω από τις σκάλες. Ίσα που πρόλαβε. Ο Ρούφους Γκλάιντ
κατέβηκε κουτρουβαλώντας τη σκάλα με το πρόσωπο αλλοιωμένο από οργή. Ήταν τόσο κοντά της που αν η Αμελί άπλωνε
το χέρι θα τον άγγιζε. Έμεινε παγωμένη στη θέση της καθώς ο Γκλάιντ έβγαινε τρέχοντας στην ηλιόλουστη αυλή, όπου
πήδησε μεμιάς πάνω στη θέση του αμαξά και μαστίγωσε τα άλογά του με μανία.
Η Αμελί έτρεμε ανεξέλεγκτα και η πρώτη σκέψη της ήταν να αναζητήσει καταφύγιο στο άδυτο της κρεβατοκάμαράς της.
Όμως αμέτρητες σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό της και χρειάζονταν απαντήσεις. Η σκηνή που μόλις είχε δει της φαινόταν
ακατανόητη. Η προηγούμενη υποψία της επέστρεψε. Έπρεπε να μάθει τι σχέση υπήρχε μεταξύ των δύο αντρών.
Ο αστράγαλος του Γκάρεθ πονούσε φρικτά, αλλά άξιζε τον κόπο να σβήσει εκείνο το αυτάρεσκο χαμόγελο από το πρόσωπο
του εχθρού του. Ο Γκλάιντ θα συνδεόταν πάντα στη μνήμη του με τη σκηνή της ατίμωσής του και η καρδιά του αγαλλίαζε
στη σκέψη πως είχε πετάξει έξω αυτό τον άνθρωπο. Κατά βάθος όμως αυτό που τον εξόργισε περισσότερο ήταν η εικόνα του
Γκλάιντ και της Αμελί μαζί. Μια εικόνα που τον τρέλαινε. Δεν είχε ιδέα γιατί ο Γκλάιντ εμφανίστηκε σ’ αυτό το
απομονωμένο πανδοχείο, ούτε τι σχέση μπορεί να είχε με τη νεαρή γυναίκα, αλλά οι εικασίες που έκανε τον βασάνιζαν.
Αμφέβαλλε αν θα αποσπούσε ποτέ την αλήθεια από την ίδια. Και θα ήταν πολύ ανόητος να την εμπιστευτεί.
Στεκόταν ακόμα δίπλα στο παράθυρο, ακριβώς στο σημείο όπου τον είχε αφήσει η Αμελί. Αν δεν είχε ακούσει τον καβγά,
μπορεί να είχε σκεφτεί πως έλειψε από κοντά του μόνο μερικά λεπτά και πως δε μεσολάβησε παρά ένα κακό όνειρο. Όμως
κοιτάζοντας το πρόσωπο του Γκάρεθ κατάλαβε αμέσως πως ήταν εξοργισμένος. Ακούγοντας τα βήματά της γύρισε. Τα μπλε
μάτια του πετούσαν σπίθες και τα χείλη του ήταν σφιγμένα. Η Αμελί πήγε να μιλήσει, αλλά εκείνος την έκοψε απότομα.
«Γιατί έφυγες έτσι;» της είπε αμέσως. «Τι σου είναι αυτός ο άντρας;»
Προσπάθησε να ηρεμήσει το δυνατό χτυποκάρδι της πριν του απαντήσει με ήρεμη φωνή. «Δε μου είναι τίποτα. Το έβαλα
στα πόδια γιατί φοβήθηκα μην αποκαλυφθώ».
«Γιατί δεν ήθελες να σε δει;»
«Σου είπα, δεν ήθελα να με δει... κανείς».
«Κανείς; Με περνάς για ανόητο; Ήρθε εδώ αναζητώντας μια γυναίκα και νομίζω πως αυτή η γυναίκα ήσουν εσύ. Έγινες
κάτασπρη όταν είδες την άμαξά του στην αυλή. Το έσκασες. Και περιμένεις στ’ αλήθεια να πιστέψω πως έφυγες επειδή ήρθε
ξαφνικά κάποιος ξένος;»
«Μπορείς να πιστέψεις ό,τι θέλεις, δεν έχω ιδέα ποιον αναζητούσε. Το έβαλα στα πόδια επειδή δεν ήθελα να με βρουν εδώ.
Είμαι μια ανύπαντρη γυναίκα και μένω κάτω από την ίδια στέγη μαζί σου από την προηγούμενη εβδομάδα».
«Θέλεις να μου πεις ότι μία κοπέλα που δε διστάζει να αφήσει την τύχη της στα χέρια ενός άγνωστου άντρα ανησυχεί μήπως
τη δει ο κόσμος μαζί του;»
«Ποτέ δεν άφησα την τύχη μου στα χέρια σου. Εσύ με ανάγκασες να σε ακολουθήσω».
«Κι αυτό δεν έδειξε να θίγει ιδιαίτερα τη σεμνότητά σου».
«Κορόιδεψέ με όσο θέλεις. Εσύ μπορεί να μην έχεις υπόληψη για να υπερασπιστείς, εγώ όμως έχω. Πρέπει να κερδίσω το
ψωμί μου και δε θέλω το όνομά μου να μπλεχτεί σε κουτσομπολιά».
Ήλπιζε ότι του είχε δώσει μια πειστική απάντηση, ο Γκάρεθ όμως έστρεψε τα λόγια της εναντίον της.
«Αφού δε γνωρίζεις αυτό τον άντρα, πώς θα μπορούσε να θιχτεί η υπόληψή σου;»
«Δεν είπα ότι δεν τον γνωρίζω», παραδέχτηκε.
«Επιτέλους», μουρμούρισε ο Γκάρεθ βλοσυρός, «πλησιάζουμε την αλήθεια, ή τουλάχιστον όσο αυτό είναι δυνατόν μαζί
σου».
«Τι θέλεις να πεις μ’ αυτό;»
«Απλώς ότι φαίνεσαι να έχεις μια κάπως ασταθή σχέση με την αλήθεια».
«Αν αρχίσουμε να αποκαλούμε ο ένας τον άλλον ψεύτη, τότε ούτε κι εσύ πας πίσω. Τι έχεις να πεις για τα ψέματα που
αράδιασες στους συνεπιβάτες μου στην άμαξα; Αυτό ήταν άνω ποταμών!»
«Ενώ αυτό εδώ δεν είναι;»
«Δεν έλεγα ψέματα όταν σου είπα πως δεν ήθελα να αποκαλυφθώ. Όμως γνωρίζω αυτό τον άντρα, είναι γνωστός του
αδερφού της νεαρής κυρίας μου και επισκεπτόταν τακτικά το σπίτι. Αν και ήμουν μόνο μια καμαριέρα που μάλλον δεν είχε
προσέξει ποτέ του, ανησύχησα παρ’ όλα αυτά μήπως με αναγνωρίσει».
Ο Γκάρεθ έμεινε σιωπηλός, φαινόταν σαν να το ζύγιζε μέσα στο μυαλό του. Δεν ήταν σίγουρη αν την πίστευε ή όχι και, για
καλό και για κακό, συνέχισε την επίθεσή της.
«Σου είπα πώς τον γνώριζα εγώ, αν και δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό σε αφορά. Τώρα ίσως μπορείς να μου πεις πώς τον
γνωρίζεις κι εσύ».
Κοίταξε αφηρημένος έξω απ’ το παράθυρο και για άλλη μια φορά μεταφέρθηκε νοερά σ’ εκείνο το πολύ ζεστό, γεμάτο
έπιπλα σαλόνι. Οι φλυαρίες των πλουσίων που διασκέδαζαν πλημμύρισαν τ’ αυτιά του, ύστερα η ξαφνική σιωπή, τα γεμάτα
δυσπιστία βλέμματα, το σύρσιμο ποδιών και τελικά η παγερή αποστασιοποίησή τους όταν διαπίστωσαν ποιον δαίμονα είχαν
ανάμεσά τους.
Ακλόνητη η Αμελί περίμενε την απάντησή του, χωρίς ούτε στιγμή να πάρει τα μάτια της από το πρόσωπό του. Εκείνος
συνάντησε κάποια στιγμή το βλέμμα της, αλλά η έκφρασή του ήταν κενή.
«Η γνωριμία μου μαζί του είναι πολύ αμυδρή».
Η δυσφορία του ήταν παραπάνω από εμφανής και η Αμελί αποφάσισε να την εκμεταλλευτεί μήπως βγάλει κάποια άκρη.
«Λογοφέρατε», επέμεινε. «Δεν μπορεί, θα πρέπει να τον γνωρίζεις καλά για να λογοφέρνετε».
«Με εξόργισε. Εισέβαλε στο δωμάτιό μου χωρίς άδεια και δεν έλεγε να φύγει».
«Κι αυτό ήταν αρκετό για να τον πετάξεις από τις σκάλες;»
«Είναι ένας ιδιαίτερα αποκρουστικός άνθρωπος και δε μ’ άρεσε ο τόνος του».
«Αν το μόνο που σε ενόχλησε ήταν η συμπεριφορά του, πολλή ώρα καβγάδισες μαζί του. Γιατί δεν τον ξεφορτωνόσουν
νωρίτερα;»
«Ίσως να μην τον πρόσεξες», σάρκασε ο Γκάρεθ, «αλλά έχω τραυματισμένο πόδι. Έφυγες ξαφνικά και έμεινα να τον
αντιμετωπίσω μόνος. Στο τέλος κουράστηκα από τη φορτικότητά του και αδιαφόρησα για τον αστράγαλό μου. Πονούσα
φρικτά, αλλά δε μετανιώνω που τον πέταξα έξω».
Είχε χάσει την παγερή έκφρασή του που τόσο φοβόταν πλέον η Αμελί. Σχεδόν μπήκε στον πειρασμό να του μιλήσει για την
κατάστασή της... όμως συγκρατήθηκε. Αν το έκανε, θα έβαζε όλα τα σχέδιά της σε κίνδυνο. Αν ο Γκάρεθ ήταν ο άνθρωπος
που πίστευε η Αμελί πως ήταν, τότε θα ένιωθε υποχρεωμένος να καταδιώξει τον Γκλάιντ όταν μάθαινε το μέγεθος της
αχρειότητάς του. Αυτό θα προκαλούσε ένα σκάνδαλο που θα τη συνόδευε μια ολόκληρη ζωή. Κι αν δεν ήταν αυτός ο έντιμος
άνθρωπος αλλά κάποιος αναξιόπιστος, τότε η Αμελί θα κινδύνευε πραγματικά να την απαγάγει ή να την εκβιάσει μόλις
μάθαινε την αληθινή ταυτότητά της.
«Ξέρει πως έχεις μια αδερφή που μένει εδώ;» τον ρώτησε διστακτικά.
«Το ξέρει», ήταν η κοφτή απάντησή του.
«Δεν του είπες το όνομά μου;»
«Όχι», απάντησε εκείνος με απόμακρη φωνή.
Το πρόσωπό της πήρε μια τέτοια έκφραση ανακούφισης που η δυσπιστία του αμέσως ξαναφούντωσε.
«Δε χρειάζεται να φοβάσαι, αγαπητή μου, η ταυτότητά σου είναι ασφαλής». Ο τόνος του ήταν καυστικός. «Αμφιβάλλω πως
ένας άντρας με την κοινωνική θέση του Γκλάιντ θα έμπαινε ποτέ στον κόπο να ενδιαφερθεί για μια καμαριέρα, ακόμα κι αν
γνώριζε το όνομά της».
Μέσα στην αγαλλίασή της η Αμελί δεν πρόσεξε το σαρκασμό του και συνέχισε να εκδηλώνει τη χαρά της.
«Σ’ ευχαριστώ που δε με πρόδωσες». Κι όταν εκείνος δεν της απάντησε, του το επανέλαβε. «Σ’ ευχαριστώ».
«Κράτησε την ευγνωμοσύνη σου».
Έγινε μια παύση καθώς την κοιτούσε εξεταστικά στο πρόσωπο, διερωτώμενος πώς είχε επιτρέψει στον εαυτό του να
εξαπατηθεί από μια τέτοια ψεύτρα. Είχε αρχίσει να αμφισβητεί την κρίση του σε ό,τι αφορούσε το γυναικείο φύλο, φαινόταν
όμως πως η Αμελί έμοιαζε με όλες τις άλλες εκπροσώπους του είδους της. Δε διέφερε σε τίποτα απ’ όσες γυναίκες είχαν
περάσει από τη ζωή του.
«Νομίζει πως είσαι η ερωμένη μου», της είπε σκόπιμα, πριν προσθέσει με απροκάλυπτη πικρία: «Και ποιος θα μπορούσε να
τον κατηγορήσει;» Έτσι ακριβώς συμπεριφέρθηκες... τρέχοντας γρήγορα να κρυφτείς αντί να τον αντιμετωπίσεις θαρρετά».
Τα λόγια αυτά ήρθαν από το πουθενά κι έπεσαν σαν κεραυνός επάνω της. Κατακόκκινη από ντροπή, η Αμελί βγήκε
τρέχοντας απ’ το δωμάτιο. Πώς μπορούσε ο Γκάρεθ να της εκτοξεύει μια τέτοια προσβολή; Ακόμα κι αν ήταν η ταπεινή
καμαριέρα την οποία παρίστανε, ήταν απολύτως δικαιολογημένη να προστατεύσει το καλό όνομά της. Όμως σύμφωνα μ’
εκείνον είχε διαπράξει ένα ασυγχώρητο αδίκημα όταν έφυγε τρέχοντας, και δεν ήταν καλύτερη από μια φτηνή πόρνη.
Μόλις βρέθηκε στο δωμάτιό της άρπαξε τον ταξιδιωτικό σάκο της κι έβαλε μέσα τα λιγοστά πράγματά της. Ύστερα
κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και βγήκε στην πίσω αυλή. Ο Γουίλ έπλενε το πλακόστρωτο.
«Γουίλ, έλα εδώ», του φώναξε βιαστικά. «Ο κύριος Γουέντοβερ ξαφνικά χειροτέρεψε. Χρειάζεται γρήγορα το φάρμακο που
του έγραψε ο γιατρός. Πρέπει να πάω στο Ρόξχολ αμέσως».
Ο Γουίλ σταμάτησε τη δουλειά του κι έγειρε πάνω στο σκουπόξυλο ξύνοντας το κεφάλι του.
«Μα ο κύριος Γουέντοβερ ήταν καλά σήμερα το πρωί. Μπορεί να συνέλθει και πάλι σύντομα».
«Όχι, Γουίλ, δε θα συνέλθει. Νιώθει άσχημα εδώ και ώρες αλλά δεν παραπονέθηκε. Τώρα ο πυρετός φαίνεται πως ανέβηκε
και πάλι. Πρέπει να πάμε στο Ρόξχολ».
«Θα ήθελα να βοηθήσω, μις Γουέντοβερ», της είπε με αμφιβολία, «αλλά θα πρέπει να ρωτήσω την κυρία Σκίνερ. Θέλει
πάντα να ξέρει πού είμαι. Και δε θα της αρέσει καθόλου αν η άμαξα φύγει χωρίς την άδειά της».
«Η κυρία Σκίνερ λείπει», του είπε, «το ίδιο και ο κύριος Σκίνερ. Τους είδα που έφευγαν για να επισκεφτούν κάτι γείτονες».
Ο Γουίλ κούνησε αργά το κεφάλι του πέρα δώθε. Δυσκολευόταν να φανταστεί τα αφεντικά του να κάνουν κάτι τέτοιο.
«Σε παρακαλώ, βοήθησέ με», τον εκλιπάρησε. «Δε θέλεις να αρρωστήσει ξανά ο κύριος Γουέντοβερ, έτσι δεν είναι;»
Ο Γουίλ έγνεψε αρνητικά, αλλά ήταν ακόμα διστακτικός.
«Μπορεί να είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, Γουίλ. Αλλιώς δε θα σου το ζητούσα».
Ένιωσε ένοχη που τον εξαπατούσε, αλλά αρνιόταν να σκεφτεί την πιθανή τιμωρία του Γουίλ αν τη βοηθούσε. Έπρεπε να
φύγει πάση θυσία.
Ο Γουίλ ακούμπησε απρόθυμα τον κουβά και τη βούρτσα του και πήγε προς το μόνιππο που ήταν στηριγμένο στη γωνία της
αυλής. Το έφερε προσεκτικά μέχρι το κέντρο και τακτοποίησε τα δερμάτινα λουριά. Ύστερα πήρε τη φοράδα από το στάβλο
και την έζεψε. Για την Αμελί, που βιαζόταν απεγνωσμένα να φύγει από το πανδοχείο, κάθε λεπτό φάνταζε αιώνας. Από
στιγμή σε στιγμή κάποιος από τους Σκίνερ μπορεί να εμφανιζόταν και να εμπόδιζε την απόδρασή της.
Ο Γουίλ ήταν αργός αλλά μεθοδικός. Επιτέλους το μόνιππο ετοιμάστηκε και η Αμελί ανέβηκε στη θέση του συνοδηγού.
«Βιάσου, σε παρακαλώ», τον παρότρυνε μόλις έστριψαν και βγήκαν από την αυλή στη δημοσιά.
Ο Γουίλ άρχισε να το ευχαριστιέται που γλίτωσε από την αγγαρεία του πλυσίματος και να μπαίνει σιγά σιγά στο πνεύμα της
περιπέτειας. Χτύπησε με το καμουτσίκι του την ήρεμη φοράδα που ξεκίνησε με ένα ζωηρό τροχασμό. Σύντομα είχαν
απομακρυνθεί από το πανδοχείο και η Αμελί αναστέναξε με ανακούφιση. Δεν ήθελε να ξαναδεί τον Γκάρεθ Γουέντοβερ. Τα
λόγια που τόσο παγερά της είχε απευθύνει είχαν κόψει τον οποιονδήποτε δεσμό είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους.
Κεφάλαιο 6

Η Αμελί στεκόταν κάτω από το άσπρο υπόστεγο της βεράντας του σπιτιού της γιαγιάς της. Η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς
από τη στιγμή που κατέβηκε στο πανδοχείο Το Άσπρο Λιοντάρι και, ώσπου να πάει στο Λόρα Πλέις, είχε γίνει μούσκεμα ως
το κόκαλο. Οι ουρανοί είχαν ανοίξει και η βροχή ταίριαζε με το κλάμα της ψυχής της. Ύστερα απ’ όλα τα εμπόδια και τους
κινδύνους που είχε αντιμετωπίσει από τη στιγμή που έφυγε από το Λονδίνο, το τελευταίο κομμάτι του ταξιδιού της ως το
Μπαθ φάνταζε απατηλά απλό. Φτάνοντας στο Ρόξχολ ξέφυγε από τον Γουίλ χωρίς πολλές τύψεις συνειδήσεως. Είχε μια ώρα
καιρό μέχρι την αναχώρηση της άμαξάς της και δε δυσκολεύτηκε να κρυφτεί και να επιβιβαστεί χωρίς να την αναγνωρίσει
κανείς. Τώρα που είχε σχεδόν ολοκληρωθεί το σχέδιο διαφυγής της, η Αμελί θα έπρεπε να είναι τρελή από χαρά. Αντί γι’
αυτό όμως την έζωνε ο φόβος. Τι θα έκανε αν η γιαγιά της έλειπε απ’ την πόλη; Ή αν η Μπριέλ είχε εξαγριωθεί τόσο με τη
συμπεριφορά της εγγονής της που αρνιόταν να τη δεχτεί;
Κοίταξε το μπρούντζινο κεφάλι του λιονταριού πάνω στην πόρτα. Έμοιαζε σαν να τη ρωτούσε με ποιο δικαίωμα βρισκόταν
εκεί και η Αμελί χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλο το κουράγιο της για να σηκώσει το ρόπτρο. Ο κρότος αντήχησε σ’ όλο το
χολ πίσω από την εβένινη επιφάνεια. Μετά από μερικά αγωνιώδη δευτερόλεπτα ετοιμάστηκε να σηκώσει το χέρι της για να
ξαναχτυπήσει, όταν άκουσε βήματα να πλησιάζουν στην πόρτα και την επόμενη στιγμή η γνώριμη μορφή του μπάτλερ
στεκόταν εμπρός της. Ο Χόροκς την κοιτούσε παραξενεμένος, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει ποια ακριβώς στεκόταν
στο κατώφλι.
«Θα πρέπει να περάσεις από την πίσω είσοδο», είπε επιτιμητικά στη μουσκεμένη κοπέλα που έβλεπε μπροστά του.
«Χόροκς, εγώ είμαι, η Αμελί», του φώναξε σπρώχνοντας πίσω την κουκούλα της μπέρτας της και αποκαλύπτοντας το
πρόσωπό της.
«Μις Αμελί;» Ο Χόροκς έμεινε να την κοιτάζει εμβρόντητος. «Τι κάνετε εδώ; Η κυρία δεν είπε τίποτα για την άφιξή σας. Και
πού είναι η συνοδεία σας; Σίγουρα δεν ήρθατε ως εδώ μόνη».
Κοίταξε πάνω και κάτω στο δρόμο σε μια μάταιη αναζήτηση. Ύστερα θυμήθηκε ποια ήταν τα καθήκοντά του και την
οδήγησε γρήγορα μέσα στο σπίτι. Η Αμελί πέρασε με ευγνωμοσύνη στη ζεστασιά του χολ. Το σπίτι φαινόταν λίγο
διαφορετικό από την τελευταία φορά που το είχε δει σαν παιδί, ίσως λίγο μικρότερο και κάπως λιγότερο μεγαλόπρεπο.
«Η κυρία έχει βγει απόψε, μις Αμελί, αλλά μπορώ να στείλω κάποιον να τη φέρει αμέσως. Βρίσκεται μόνο μερικά λεπτά
μακριά από δω».
«Όχι, δε χρειάζεται να το κάνεις αυτό, Χόροκς», βιάστηκε να του απαντήσει. «Θα περιμένω ώσπου να γυρίσει. Δε
φαντάζομαι να κοιμάται πολύ αργά τα βράδια».
Ο μπάτλερ έδειξε ανακουφισμένος. «Όχι, πράγματι. Όμως θα πρέπει να βγάλετε αμέσως τα βρεγμένα ρούχα. Θα σας στείλω
την μις Ρέπτον».
Η Αμελί δεν είχε ξανακούσει το όνομα της μις Ρέπτον, η οποία θα ήταν προφανώς η καινούρια καμαριέρα της γιαγιάς της. Ο
Χόροκς την οδήγησε στον επάνω όροφο και το μικρό καθιστικό με θέα στο Λόρα Πλέις. Ήταν η αγαπημένη γωνιά της
Μπριέλ, κι ας είχε ένα πολύ κομψότερο σαλόνι στο πίσω μέρος του σπιτιού με θέα σ’ έναν εκπληκτικά μεγάλο και άψογο
κήπο.
Τελικά η μις Ρέπτον ήταν μια μεσήλικη, επικριτική γυναίκα, καλοβαλμένη και περιποιημένη. Κοίταξε την Αμελί από την
κορφή ως τα νύχια με δυσπιστία.
«Θα χρειαστείτε στεγνά ρούχα, μις», ρουθούνισε. «Πού είναι η βαλίτσα σας;»
«Οι αποσκευές μου παράπεσαν στη διάρκεια του ταξιδιού μου, μις Ρέπτον. Θα φτάσουν αργότερα».
Ήλπισε ότι το ψέμα της θα ικανοποιούσε την αυταρχική γυναίκα, όμως εκείνη εξακολουθούσε να την κοιτάζει με
απροκάλυπτη περιφρόνηση.
«Θα προσπαθήσω να βρω κάτι από τη γκαρνταρόμπα της μιλαίδης που να σας κάνει, αν και θα είναι δύσκολο».
Η Αμελί δεν ήταν συνηθισμένη σε τόση αγένεια από μια υπηρέτρια. «Στ’ αλήθεια δεν πειράζει», αποκρίθηκε κοφτά. «Αν
έχετε τη καλοσύνη να πάρετε τη μπέρτα μου, θα στεγνώσω το φόρεμά μου κοντά στη φωτιά».
Η μις Ρέπτον έδειξε να σκανδαλίζεται ακόμα περισσότερο όταν βγήκε η μπέρτα και αποκαλύφθηκε το φτωχικό φόρεμα της
Φάνι, το οποίο τώρα έδειχνε ακόμα πιο κουρελιασμένο. Η Αμελί την κοίταξε κατάματα, προκαλώντας την να κάνει κάποιο
σχόλιο. Η γυναίκα παρέμεινε σιωπηλή και πήγε προς την πόρτα, κρατώντας προσεκτικά το μουσκεμένο ρούχο με τεντωμένο
χέρι.
«Θα ζητήσω από τον Χόροκς να φέρει ένα φλιτζάνι τσάι, μις», είπε με άχρωμη φωνή.
Ανακουφισμένη που έφυγε, η Αμελί βυθίστηκε σε μια άνετη πολυθρόνα και έκλεισε τα μάτια της. Η φωτιά έκαιγε ζωηρά
ζεσταίνοντας το παγωμένο κορμί της. Η γαλήνη του δωματίου σιγά σιγά την καλμάρισε και, όταν ο Χόροκς της έφερε τσάι
και τοστ, είχε πια αρχίσει να αισιοδοξεί πως όλα θα τακτοποιούνταν μόλις επέστρεφε η γιαγιά της. Καθώς όμως τα λεπτά
περνούσαν και η Μπριέλ δε γύριζε, διάφορες βασανιστικές σκέψεις άρχισαν και πάλι να την κυριεύουν. Η γιαγιά της μπορεί
να είχε ζήσει μια αντισυμβατική ζωή, παρέμενε ωστόσο πιστή οπαδός της σεμνότητας. Θα απογοητευόταν οικτρά με τη φυγή
της εγγονής της από το σπίτι. Η Αμελί θα έπρεπε να κερδίσει την υποστήριξη της Μπριέλ, να την κάνει να καταλάβει τον
εφιάλτη που της επιφύλασσε η ζωή αν υποχρεωνόταν να παντρευτεί τον Ρούφους Γκλάιντ. Ίσως αυτό να μην ήταν και πολύ
δύσκολο. Πώς όμως θα της εξηγούσε πού είχε πάει από τη στιγμή που άφησε το Λονδίνο, πώς θα παρουσίαζε όλα όσα είχαν
συμβεί την τελευταία εβδομάδα χωρίς να προκαλέσει απορίες και ανεπιθύμητες ερωτήσεις;
Ξαφνικά ένιωσε μόνη και λίγο φοβισμένη. Συνειδητοποίησε ότι όσο καιρό βρισκόταν στο πανδοχείο Τζορτζ δεν είχε
αισθανθεί ούτε μια στιγμή τόσο ευάλωτη. Το μυαλό της πήγε στον Γκάρεθ και αναρωτήθηκε τι να έκανε. Άραγε τη
σκεφτόταν κι εκείνος; Ανόητη σκέψη, φυσικά και δεν τη σκεφτόταν! Ποτέ δε θα της μιλούσε τόσο άσχημα αν ένιωθε έστω
και το ελάχιστο γι’ αυτήν. Από την αρχή είχε ξεκαθαρίσει ότι την έβλεπε απλώς σαν τη διασκέδασή του. Όταν εκείνη
αρνήθηκε αυτόν το ρόλο, την κυνήγησε από πίκα και μόνο. Όποιες στιγμές τρυφερότητας κι αν είχαν μεταξύ τους, δεν ήταν
τίποτα περισσότερο από φευγαλέες. Ο Γκάρεθ ήταν μοναχικός άντρας, πρόθυμος να χρησιμοποιήσει κάθε γυναίκα που
τύχαινε στο διάβα του κι εξίσου πρόθυμος να τη διαγράψει απ’ το μυαλό του αν αυτή τον θύμωνε ή έπαυε να τον ενδιαφέρει.
Κάτω ακούστηκε ο θόρυβος της μπροστινής πόρτας που άνοιξε και έκλεισε. Η Αμελί άκουσε φωνές και το στομάχι της
σφίχτηκε από αγωνία. Ξαφνικά η γιαγιά της μπήκε στο καθιστικό και την έσφιξε αμέσως στη ζεστή, αρωματισμένη αγκαλιά
της.
«Αμελί, αγαπημένο μου παιδί, τι είναι αυτά που μου λέει ο Χόροκς; Άσε με να σε κοιτάξω, καημένο μου κορίτσι». Η
Μπριέλ απομάκρυνε την εγγονή της και παρατήρησε το άχαρο φόρεμα που τώρα στέγνωνε και ήταν γεμάτο ζάρες, τις
ταλαιπωρημένες καστανές μπούκλες και το τραβηγμένο από αγωνία πρόσωπό της.
«Τα χάλια σου έχεις, καλή μου, αλλά δεν μπορώ να σου πω πόσο ανακουφίζομαι που είσαι ασφαλής. Κόντεψα να τρελαθώ
από την ανησυχία μου. Απόψε ήταν η πρώτη βραδιά που αποδέχτηκα μια πρόσκληση από την ημέρα που έφυγες από το σπίτι
σου. Κι ήταν η βραδιά που ήρθες στο κατώφλι μου! Όμως ευγνωμονώ το Θεό γι’ αυτό».
Άλλη μια φορά η Αμελί βρέθηκε κλεισμένη στην μυρωμένη με γιασεμί αγκαλιά που τόσο καλά θυμόταν από την παιδική
ηλικία της. Δεν είχε σημασία αν η γιαγιά της ενέκρινε ή όχι τις πράξεις της. Η Μπριέλ την αγαπούσε και νοιαζόταν γι’ αυτήν.
Η Αμελί ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
«Λυπάμαι πολύ που σε ανησύχησα δίχως λόγο, αλλά μπορώ να σου εξηγήσω τα πάντα», είπε ικετευτικά.
Η Μπριέλ πήρε τα χέρια της εγγονής της στα δικά της και τα έσφιξε στοργικά. «Είμαι σίγουρη ότι μπορείς, πρώτα όμως
πρέπει να φροντίσουμε να νιώσεις άνετα. Στ’ αλήθεια δεν καταλαβαίνω γιατί φοράς αυτό το φρικτό φόρεμα, αλλά θα πρέπει
να αλλάξεις αμέσως. Δεν ξέρω τι έχει στο μυαλό της η καμαριέρα μου. Γιατί δε σου έφερε τουλάχιστον μια ρόμπα και δεν
παρήγγειλε να ετοιμαστεί το δωμάτιό σου;»
«Δεν πειράζει. Ήμουν αρκετά άνετα εδώ και ο Χόροκς μου έφερε τσάι».
«Τσάι! Μα τι έχουν πάθει οι υπηρέτες μου! Αυτό που χρειάζεσαι είναι ένα σωστό γεύμα και να βγάλεις αμέσως αυτά τα
ρούχα. Θα σου ανέβει πυρετός».
Χτύπησε ζωηρά το κουδούνι και ο μπάτλερ εμφανίστηκε κάπως υπερβολικά γρήγορα. Όπως και το υπόλοιπο προσωπικό,
είχε κι αυτός μεγάλη περιέργεια για τη δραματική και απροσδόκητη επίσκεψη της μις Σίλβερντεϊλ και κρυφάκουγε δίπλα
στην πόρτα του καθιστικού, ελπίζοντας να μάθει περισσότερα.
«Χόροκς, ζήτησε από την οικονόμο να ετοιμάσει αμέσως το υπνοδωμάτιο της Αμελί και πες στη μαγείρισσα να φτιάξει ένα
δίσκο με κάτι θρεπτικό. Και δεν εννοώ μόνο σούπα».
«Μάλιστα, μιλαίδη, αμέσως», μουρμούρισε ο μπάτλερ ταραγμένος από τον κοφτό τόνο της κυρίας του.
Η Αμελί παρατήρησε πως η Μπριέλ παρέμενε πάντα ευέξαπτη, όσο κι αν τα χρόνια την είχαν καταβάλει. Η γιαγιά της,
κομψή μέσα στο ανοιχτό γκρι ιταλικό κρεπ της, φαινόταν μικρότερη και πιο αδύναμη από την τελευταία φορά που την είχε
δει.
«Ο Χόροκς γερνάει», είπε η Μπριέλ δικαιολογώντας την αμέλεια του μπάτλερ της. «Δε σκέφτεται πια τόσο καθαρά».
«Με φρόντισε πολύ καλά», τον υποστήριξε η Αμελί και σηκώθηκε να ακολουθήσει την οικονόμο επάνω στο δωμάτιο.
Αναγνώρισε μεμιάς την κρεβατοκάμαρα. Τα γκριζοπράσινα υφάσματα, αγαπημένο χρώμα της μητέρας της, δημιουργούσαν
μια ατμόσφαιρα γαλήνης. Ένα πορτραίτο της Λουίζ δέσποζε πάνω από το κομψό σεκρετέρ από ξύλο κερασιάς. Μία από τις
καμαριέρες είχε γεμίσει με ζεστό νερό μια βαθιά μπανιέρα. Μόλις έφυγαν οι υπηρέτριες, η Αμελί έβγαλε στα γρήγορα το
μισητό φόρεμα και το έριξε στο πάτωμα.

Όταν την ξαναβρήκε η γιαγιά της, η Αμελί ήταν καθισμένη αναπαυτικά σε μια από τις φαρδιές άνετες πολυθρόνες, φορώντας
μια ρόμπα από φίνο σενίλ μετάξι.
«Αυτή η ρόμπα είναι υπερβολικά όμορφη για να τη φορώ εγώ, γιαγιά. Η μις Ρέπτον θα πρέπει να στενοχωριέται πολύ».
«Μη σε απασχολεί αυτή. Παραέχει μεγάλη γνώμη για τον εαυτό της. Όμως ξέρει να φτιάχνει καλά τα μαλλιά μου και
παρασκευάζει τη δική της κρέμα ημέρας από λιωμένες φράουλες. Αλλιώς δε θα κρατούσα ποτέ εδώ αυτό το πλάσμα».
Η γιαγιά της ακούμπησε το δίσκο που κουβαλούσε. «Σου έφερα η ίδια φαγητό για να έχουμε την ησυχία μας. Φρόντισε να
δειπνήσεις καλά. Φαίνεσαι σαν να έχεις μείνει νηστική όλη μέρα».
Ήταν αλήθεια. Είχε φάει ένα μικρό πρόγευμα κι αργότερα δε γευμάτισε καθόλου. Ήταν πολύ απασχολημένη με τη σκέψη
πώς θα ξεφύγει από τον Ρούφους Γκλάιντ για να σκεφτεί το φαγητό, ενώ η απρόσμενη κακομεταχείριση του Γκάρεθ την
ανάγκασε να φύγει από το πανδοχείο για το Ρόξχολ κι από εκεί για το Μπαθ. Έτσι έπεσε με τα μούτρα στο κρύο κοτόπουλο.
Ενώ έτρωγε, η Μπριέλ την ψυχαγωγούσε με ανέκδοτα από τη ζωή του Μπαθ. Ήταν ξεκάθαρο ότι αντιμετώπιζε την
επαρχιώτικη αριστοκρατία με χιούμορ, αλλά είχε δημιουργήσει ρίζες σ’ αυτή την πόλη και τώρα είχε πολλούς φίλους και
γνωστούς ανάμεσα στην τοπική κοινωνία. Η κλασική Γαλλίδα είχε σχεδόν μετατραπεί πια σε Αγγλίδα.
Άφησε πρώτα την εγγονή της να τελειώσει το γεύμα με την ησυχία της πριν κάνει την κρίσιμη ερώτηση. «Λοιπόν, τι είναι
όλες αυτές οι ανοησίες που ακούω;»
«Ποιες ανοησίες, γιαγιά;» Το στομάχι της Αμελί σφίχτηκε. Η αναπόφευκτη στιγμή είχε φτάσει.
«Πριν από μια βδομάδα δέχτηκα έναν πολύ ανεπιθύμητο επισκέπτη. Το όνομά του ήταν Χάιντ ή Γκλάιντ ή κάτι τέτοιο. Μου
είπε ότι είχες λογοδοθεί μαζί του για γάμο».
«Έλεγε ψέματα», είπε ήρεμα η Αμελί. «Ποτέ δε συμφώνησα να τον παντρευτώ».
«Και τότε γιατί πίστευε κάτι τέτοιο;»
«Ο μπαμπάς αποφάσισε πως έπρεπε να τον παντρευτώ. Εγώ όμως αποφάσισα να μην το κάνω».
«Και γιατί ο πατέρας σου ήθελε να παντρευτείς έναν άντρα που τόσο αντιπαθείς;»
«Ο σερ Ρούφους Γκλάιντ είναι πολύ πλούσιος άντρας, απ’ όσο ξέρω. Ο μπαμπάς σκέφτηκε να βοηθήσει την οικογένεια
κανονίζοντας ένα γάμο μαζί του».
«Την οικογένεια ίσως, όχι όμως εσένα. Ο πατέρας σου είναι ένας εγωιστής και δε σου κρύβω πως δεν τρέφω μεγάλη
εκτίμηση γι’ αυτόν. Αλλά πάντα πίστευα πως η αγάπη του για σένα έβγαζε τον καλύτερο εαυτό του. Γιατί να επιμείνει σ’ έναν
τέτοιο γάμο, ξέροντας πώς ένιωθες;»
Η Αμελί δεν είχε ιδέα τι γνώριζε η γιαγιά της για την οικονομική κατάσταση των Σίλβερντεϊλ και δεν ήθελε να την
πανικοβάλει χωρίς λόγο, έτσι μίλησε όσο πιο ανέμελα μπορούσε. «Η οικογένειά μας έχει κάποια οικονομικά προβλήματα».
Η Μπριέλ την κοίταξε στενοχωρημένη. «Ο πατέρας σου πάντα ζούσε πολυέξοδη ζωή, αυτό είναι σίγουρο, όμως το εισόδημα
από τα κτήματά του πρέπει να επαρκεί για να καλύπτει ακόμα τα έξοδά του».
«Υπάρχουν κι άλλα προβλήματα», άρχισε να λέει αμήχανα η Αμελί. «Ο Ρόμπερτ...»
«Α, ο Ρόμπερτ, ένα άτυχο παιδί από κάθε άποψη. Ακόμα και σ’ αυτό εδώ το απομονωμένο μέρος έχουν φτάσει ιστορίες από
τις θρυλικές χαρτοπαιξίες του». Η Μπριέλ κοίταξε την εγγονή της επίμονα. «Πόσο άσχημη είναι η κατάσταση, Αμελί; Πες
μου την αλήθεια».
«Ο σερ Ρούφους κρατάει την υποθήκη του σπιτιού στη Γκρόβενορ Σκουέαρ, που είναι το μόνο που μας απέμεινε».
Η Μπριέλ έβγαλε μια μικρή κραυγή. «Ήξερα ότι ο πατέρας και ο αδερφός σου ήταν απερίσκεπτα σπάταλοι, αλλά δεν είχα
ιδέα ότι τα πράγματα είχαν φτάσει σ’ αυτό το αδιέξοδο».
«Γιαγιά, δεν μπορώ να παντρευτώ τον Ρούφους Γκλάιντ. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με».
«Αγαπημένη μου, δε θα παντρευτείς έναν άντρα που αντιπαθείς. Ο πατέρας σου θα πρέπει να το ξανασκεφτεί. Κι ως τότε, θα
μείνεις εδώ μαζί μου, στο Μπαθ».
Τα καστανά μάτια της Αμελί άστραψαν μέσα από τα δάκρυά της και όρμησε στην αγκαλιά της γιαγιάς της, σφίγγοντάς την
τόσο πολύ που κόντεψε να πνίξει την ηλικιωμένη γυναίκα.
«Σιγά, παιδί μου, μου έκοψες την αναπνοή. Είσαι μια τρυφερή και όμορφη γυναίκα. Σου αξίζει κάτι καλύτερο. Μπορούμε να
βρούμε έναν ομορφονιό από το Μπαθ για να αντικαταστήσει αυτό τον Γκλάιντ».
Το χαμόγελο της Αμελί έσβησε. «Δεν ψάχνω για άλλον άντρα. Δεν θέλω να παντρευτώ. Μπορώ να γίνω χρήσιμη, είμαι
σίγουρη γι’ αυτό, ακόμα περισσότερο όσο θα μεγαλώνεις».
«Τι ανοησίες είναι αυτές; Θα χάσεις τη νιότη και την ομορφιά σου για να υπηρετείς μια γριά; Και βέβαια όχι! Γιατί είσαι
τόσο αντίθετη με την ιδέα του γάμου; Στο κάτω κάτω, αυτός είναι ο προορισμός κάθε γυναίκας».
«Όχι ο δικός μου», αντιγύρισε η Αμελί. «Σύμφωνα με τη δική μου εμπειρία, οι άντρες είτε είναι ελαφρόμυαλοι και ανόητοι
είτε νιώθουν αναγκασμένοι να με ελέγχουν. Και δεν έχω καμία επιθυμία ούτε να με ελέγχουν ούτε να ελέγχω».
«Στάθηκες άτυχη στις γνωριμίες σου. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν υπάρχουν άντρες που θα σου επιτρέψουν την
ανεξαρτησία σου, ούτε πως δε θα συναντήσεις έναν τέτοιον».
«Ακόμα κι αν θα γνώριζα έναν τέτοιον υποδειγματικό άντρα, πώς θα μπορούσα να μείνω σίγουρη ότι θα παρέμενε έτσι;»
τόλμησε να πει η Αμελί. «Η μαμά...» Όμως η υπόλοιπη πρότασή της έμεινε μετέωρη.
Η γιαγιά της κοίταξε αφηρημένη τη φωτιά και πέρασαν αρκετά λεπτά προτού μιλήσει. «Δεν πρέπει να αφήσεις τη δύσκολη
ζωή της μητέρας σου να καθορίζει τις δικές σου επιλογές», είπε τελικά. «Το καθήκον κάθε γυναίκας είναι να παντρευτεί. Μα
ας μην πούμε περισσότερα προς το παρόν. Θα σε συστήσω στην κοινωνία του Μπαθ όσο βρίσκεσαι κοντά μου και, ποιος
ξέρει, ίσως ο σωστός άνθρωπος να εμφανιστεί τελικά στο κατώφλι σου».
Το μυαλό της Μπριέλ άρχισε κιόλας να ταξινομεί τους πιθανούς υποψήφιους γαμπρούς τους οποίους γνώριζε και κατέληγε
σιγά σιγά σε ένα συγκεκριμένο όνομα, που ίσως και να άλλαζε τη γνώμη της Αμελί για το γάμο. Έτσι άλλαξε θέμα.
«Δε μου είπες ακόμα πώς ακριβώς δραπέτευσες από τη Γκρόβενορ Σκουέαρ».
Η Αμελί διηγήθηκε την ιστορία με τα σεντόνια και την άμαξα, παραλείποντας προσεκτικά την είσοδο του Γκάρεθ
Γουέντοβερ στη ζωή της. Η Μπριέλ απόλαυσε την ιστορία με την ψυχή της, ακόμα περισσότερο επειδή ήταν η δίκαιη τιμωρία
αφενός του αναξιόπιστου γαμπρού της κι αφετέρου ενός υποψήφιου συζύγου τον οποίο είχε αντιπαθήσει με την πρώτη ματιά.
«Γιαγιά, μπορούμε να φέρουμε εδώ τη Φάνι, σε παρακαλώ; Της υποσχέθηκα πως θα το έκανα αμέσως μόλις μπορούσα».
«Δεν είμαι καθόλου σίγουρη γι’ αυτό, αγαπημένη μου. Η Φάνι σε βοήθησε σε μια ανόητη και επικίνδυνη απόδραση.
Διασκέδασα με την ιστορία σου, αλλά μόνο επειδή τώρα είσαι ασφαλής εδώ μαζί μου. Όταν σκέφτομαι τι θα μπορούσε να
σου έχει συμβεί! Και η Φάνι θα έφερε σοβαρή ευθύνη γι’ αυτό».
«Μα είναι άδικο», διαμαρτυρήθηκε με πάθος η εγγονή της. «Η Φάνι προσπάθησε να με πείσει να μη φύγω, εγώ την
ανάγκασα να με βοηθήσει. Και σίγουρα θα έχει ήδη πληρώσει την αφοσίωσή της. Δεν μπορώ να την κάνω να υποφέρει
διπλά».
Η Μπριέλ φάνηκε έκπληκτη με το παθιασμένο ξέσπασμα της εγγονής της. «Είσαι υπερβολικά ευερέθιστη, καλή μου. Δεν
εκπλήσσομαι που βγήκες ανύπαντρη από την πρώτη κοινωνική σεζόν σου. Ο εύφλεκτος χαρακτήρας ίσως δεν είναι το
καλύτερο προσόν που μπορεί να διαθέτει μια νεαρή γυναίκα».
«Συγχώρα με, δεν ήθελα να φανώ αγενής, όμως οφείλω πάρα πολλά στη Φάνι».
«Σ’ αυτά συμπεριλαμβάνεται κι ένα φόρεμα, απ’ ό,τι φαίνεται», παρατήρησε ξερά η γιαγιά της κοιτώντας λοξά το θλιβερό
υφασμάτινο σωρό που κείτονταν εγκαταλειμμένος στη γωνία. «Ετοιμαζόμουν να στείλω ένα μήνυμα στον πατέρα σου για να
του πω ότι είσαι ασφαλής. Θα του ζητήσω λοιπόν να στείλει εδώ τη Φάνι. Ας ελπίσουμε μόνο πως δεν ανακάλυψε ήδη το
ρόλο της στη φυγή σου και πως θα τη στείλει να ετοιμάσει τη βαλίτσα της».
Η Αμελί χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη κι ύστερα έπνιξε δια-κριτικά ένα χασμουρητό. Ευχήθηκε η Μπριέλ να έπαιρνε το
μήνυμα και να την άφηνε να κοιμηθεί. Μέχρι στιγμής είχε καταφέρει να αποφύγει κάθε αναφορά στην παραμονή της στο
πανδοχείο Τζορτζ. Όπως όμως είχε μαντέψει, η γιαγιά της δεν έμεινε ικανοποιημένη. Η άμαξα είχε φύγει από το πανδοχείο Το
Άσπρο Άλογο πάνω από μια βδομάδα πριν... Πού βρισκόταν λοιπόν η Αμελί στο διάστημα που μεσολάβησε;
«Είχαμε ένα ατύχημα με την άμαξα», είπε ψέματα, «και χρειάστηκε να διανυκτερεύσουμε σ’ ένα τοπικό πανδοχείο. Ένας
από τους επιβάτες τραυματίστηκε κι εγώ έμεινα να τον φροντίσω. Μόλις ένιωσε καλύτερα συνέχισα το ταξίδι μου προς το
Μπαθ». Πόσο επιπόλαια και ψεύτικη ακουγόταν η ιστορία ακόμα και στα δικά της αυτιά!
«Και εσείς οι δύο ήσαστε οι μόνοι επιβάτες που έμειναν σ’ αυτό το πανδοχείο;» ρώτησε η Μπριέλ.
«Υπήρχαν ελάχιστοι άνθρωποι στην άμαξα. Και έμεναν σε κοντινές αποστάσεις, έτσι τελείωσαν το ταξίδι τους με άλογα».
Κι άλλα ψέματα, σκέφτηκε με τύψεις.
«Ποιος ήταν αυτός ο επιβάτης στον οποίο τόσο πολύ αφοσιώθηκες; Δεν υπήρχε κανένας άλλος για να του προσφέρει τις
υπηρεσίες του;»
«Ένιωσα υποχρεωμένη. Μου είχε φερθεί πολύ ευγενικά».
«Μα ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος;»
Ήταν η ερώτηση που έτρεμε η Αμελί. «Ένας ηλικιωμένος τζέντλεμαν». Η ηλικία είναι κάτι πολύ σχετικό, είπε στον εαυτό
της. «Δε θα ξέρεις το όνομά του. Πήγαινε μάλιστα στο Μπρίστολ, άρα δεν είναι ντόπιος».
«Ένας τζέντλεμαν; Φρόντιζες έναν τζέντλεμαν; Δεν μπορεί να είναι φρόνιμο κάτι τέτοιο».
«Έπρεπε να τον βοηθήσω. Δεν υπήρχε κανείς άλλος για να αφιερώσει χρόνο στη νοσηλεία του. Ο γιατρός τον επισκέφτηκε
αρκετές φορές και ο πανδοχέας βοήθησε κι αυτός όσο μπορούσε».
Η γιαγιά της έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή. «Και πόσων χρονών ήταν αυτός ο τζέντλεμαν;»
«Δεν είμαι καλή στις ηλικίες», προσπάθησε να ξεφύγει η Αμελί. «Αρκετά μεγαλύτερος από μένα πάντως».
«Και ποιος άλλος βρισκόταν εκεί μαζί σας;»
«Ο πανδοχέας και η γυναίκα του μαζί με το προσωπικό τους. Μοιράστηκα μια κάμαρη με την πλύστρα».
Η Μπριέλ έδειξε να ανακουφίζεται μ’ αυτή την πληροφορία και αποφάσισε να μη ρωτήσει περισσότερα προς το παρόν. Η
Αμελί φαινόταν κουρασμένη και στενοχωρημένη. Διαισθανόταν πως η εγγονή της δεν έλεγε όλη την αλήθεια κι ήταν
αποφασισμένη να λύσει το όποιο μυστήριο κρυβόταν σ’ αυτή την υπόθεση.
«Τώρα πρέπει να κοιμηθείς. Αύριο θα κάνουμε κάτι για τη γκαρνταρόμπα σου. Έμαθα από τον Χόροκς ότι έφτασες εδώ
μόνο μ’ έναν ταξιδιωτικό σάκο».
«Δυστυχώς. Θα χαρώ να φορέσω ένα άλλο φόρεμα αντί γι’ αυτό της Φάνι».
«Ναι, το φαντάζομαι», είπε η Μπριέλ. «Μετά το πρωινό θα αρχίσουμε την αναζήτηση ρούχων. Στο μεταξύ θα φροντίσω να
βρει η Ρέπτον κανένα φόρεμα από τα χρόνια της νιότης μου... ελπίζω όχι πολύ παλιομοδίτικο. Θα του κάνει όποιες αλλαγές
χρειάζονται για να σου ταιριάξει».
«Σ’ ευχαριστώ. Είσαι πολύ ευγενική. Δεν ξέρω πώς θα μπορέσω ποτέ να σου το ξεπληρώσω».
«Είμαι σίγουρη ότι θα σκεφτώ κάτι», αποκρίθηκε η Μπριέλ έχοντας στη σκέψη της τον άντρα που σκόπευε να παρουσιάσει
στην εγγονή της μόλις η τελευταία βελτίωνε την εμφάνισή της.
Η Αμελί έμεινε ξύπνια περισσότερη ώρα απ’ όση περίμενε. Το σώμα της ήταν εξουθενωμένο, αλλά το μυαλό της
εξακολουθούσε να τη βασανίζει. Πώς θα απέφευγε να πει στη γιαγιά της όλη την αλήθεια για την παραμονή της στο
πανδοχείο, όταν ήξερε ότι η Μπριέλ θα επανερχόταν στο θέμα; Χαμογέλασε με την περιγραφή της για τον Γκάρεθ... Δεν ήταν
ούτε ηλικιωμένος ούτε τζέντλεμαν! Ωστόσο έπρεπε με κάποιο τρόπο να επιμείνει στην φανταστική ιστορία της. Το χαμόγελό
της έσβησε το ίδιο ξαφνικά όπως είχε έρθει. Δεν έπρεπε να τον σκεφτεί ποτέ ξανά. Ήταν ανόητο από μέρους της να επιτρέψει
μια έλξη να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Είχε αφήσει τον εαυτό της να συνδεθεί υπερβολικά μαζί του. Ποτέ πριν δεν είχε
νιώσει τόση λαχτάρα, τόσο πόθο, και τώρα είχε απομείνει τραυματισμένη και σαστισμένη.
Οι προσβολές που της είχε απευθύνει θα έπρεπε να έχουν σβήσει τέτοια μπερδεμένα αισθήματα. Προφανώς όμως αυτό δεν
είχε συμβεί. Καθώς η Αμελί βρισκόταν μεταξύ ύπνου και ξύπνου, η γεροδεμένη σιλουέτα του εισέβαλε στο δωμάτιο. Ήταν
σαν να βρισκόταν εκεί, μαζί της. Αν άπλωνε τα χέρια της, θα άγγιζε το περίγραμμα του στόματός του με το δάχτυλό της. Αν
άπλωνε τα χέρια της, θα γευόταν πάλι την ατόφια δύναμη του αγκαλιάσματός του. Συγκλονισμένη από την ανάγκη της γι’
αυτόν, έκρυψε το κεφάλι της στο μαξιλάρι και προσπάθησε να κοιμηθεί.

Ο Γκάρεθ δυσκολευόταν κι εκείνος να κοιμηθεί. Έβραζε ακόμα από θυμό, όμως την ίδια στιγμή ήξερε πως είχε προσβάλει
αδικαιολόγητα την Αμελί. Η οργή του για την ξαφνική φυγή της και οι βαθιές υποψίες του για τη σχέση της με τον Γκλάιντ
ήταν βάσιμες, όσο γι’ αυτό ήταν βέβαιος. Αλλά το να την αποκαλέσει πόρνη ήταν απαράδεκτο. Η Αμελί δεν ήταν τέτοια
γυναίκα, το είχε διαπιστώσει και ο ίδιος άλλωστε. Χαμογέλασε ανόρεχτα όταν αναλογίστηκε τις αναρίθμητες γυναίκες που
ταίριαζαν απόλυτα σ’ αυτή την περιγραφή. Όχι, εκείνη δεν ήταν πόρνη, αλλά ήταν το ίδιο πονηρή και επιτήδεια όπως και όλες
οι άλλες. Ο Γκάρεθ είχε μάθει αυτό το μάθημα καλά. Μια γυναίκα άξιζε μόνο για την ευχαρίστηση που έδινε. Ήταν αλήθεια
πως η Αμελί του είχε προσφέρει ευχαρίστηση, όχι όμως όπως εκείνος την περίμενε. Ήταν κάτι πολύ βαθύτερο, πιο
συναρπαστικό και ενοχλητικό... μια επικίνδυνη απόλαυση. Γι’ αυτό ήταν προτιμότερο που είχε φύγει. Δεν υπήρχε θέση στη
ζωή του για αφοσίωση, τρυφερότητα, αγάπη, ακόμα κι αν μπορούσε να την εμπιστευτεί. Και δεν την εμπιστευόταν.
Θα την άφηνε λοιπόν στην ησυχία της να βρει το δρόμο της κι εκείνος θα τραβούσε τον δικό του. Μια μέρα ακόμα και ο
αστράγαλός του θα δυνάμωνε αρκετά ώστε να ταξιδέψει. Για πού, δεν είχε ιδέα. Βρισκόταν κοντά στο Μπρίστολ. Ένα ταξίδι
μέχρι το λιμάνι θα έπαιρνε μισή μέρα το πολύ κι από εκεί θα μπορούσε να βρει καράβι για τη Γαλλία. Δε θα ήταν δύσκολο να
συνεχίσει την παλιά ζωή του τριγυρίζοντας στις λιγότερο αξιοπρεπείς κακόφημες λέσχες όπου σύχναζε παλιά, ή κάνοντας
οποιαδήποτε ταπεινωτική δουλειά του προσφερόταν. Έτσι δε θα άγγιζε ποτέ ούτε μια πένα από την κληρονομιά που τόσα
χρόνια στερούνταν.
Γιατί όμως να μην απολαύσει την εύνοια της τύχης του; Δε θα ήταν μια γλυκιά εκδίκηση να σπαταλά την περιουσία που
τόσο προσεκτικά μάζευε ο παππούς του; Ίσως τελικά να γύριζε πίσω στο Λονδίνο, να ξεμπέρδευε με τον κύριο Σπενς και τις
διατυπώσεις του και να εξασφάλιζε ένα καλό εισόδημα για τα χρόνια που θα περιπλανιόταν ανέμελος στην Ευρώπη. Αυτό θα
τον γλίτωνε σίγουρα από τον μπελά να ψάχνει να βρίσκει διαρκώς τρόπους επιβίωσης. Τι ζωή κι αυτή η δική του! Το
μοναδικό πράγμα που τον είχε συντηρήσει αυτά τα εφτά ατέλειωτα χρόνια εξορίας ήταν ο ενθουσιασμός μιας ζωής στα άκρα.
Αν του έπαιρναν αυτό, τι θα απέμενε; Μια ανιαρή περιήγηση σε μέρη άγνωστα, με ανθρώπους που δε θα ξανάβλεπε στη ζωή
του και σχέδια χωρίς κανένα ενδιαφέρον.
Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα έφευγε απ’ την Αγγλία, κι αυτή τη φορά ηθελημένα και διά παντός. Δεν υπήρχε κανείς να
θρηνήσει για την αναχώρησή του, εκτός ίσως από τον Λούκας Έιβερι. Εκείνος ήταν ο μοναδικός αληθινός φίλος του. Ζούσε
στο Μπαθ, με μια σύζυγο και παιδιά τους οποίους ο Γκάρεθ δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Αναρωτήθηκε αν μπορούσε να ρισκάρει
μια συνάντηση μαζί του ή αν ο Λούκας είχε αλλάξει γνώμη για τον παλιό του φίλο ύστερα από εκείνη τη μοιραία βραδιά. Η
άγνωστη σύζυγος ίσως να μην καλοδεχόταν έναν καταδικασμένο χαρτοκλέφτη. Όμως ο Γκάρεθ θα ήθελε παρ’ όλα αυτά να
βρει τον Λούκας για έναν στερνό αποχαιρετισμό.
Υποψιαζόταν πως η Αμελί βρισκόταν επίσης στο Μπαθ. Αν αποφάσιζε να κάνει αυτό το ταξίδι, ίσως ακόμα και να τη
συναντούσε εκεί. Αν αποφάσιζε! Κατά βάθος ήξερε πως η απόφαση είχε ήδη παρθεί μέσα του. Φυσικά και θα έκανε αυτό το
ταξίδι, φυσικά και θα την έβλεπε. Να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου, σκέφτηκε αγριεμένος. Ήταν επικίνδυνη γι’ αυτόν.
Μια απειλή για τα σχέδια και για την ψυχική του γαλήνη. Κι όμως δεν μπορούσε να κρατηθεί μακριά. Θα μπορούσε να
δικαιολογήσει το ταξίδι του στο Μπαθ με χίλιους δυο τρόπους, όμως στην πραγματικότητα πήγαινε εκεί για έναν και μόνο
λόγο. Όσο κι αν προσπάθησε να ξεχάσει αυτό το κορίτσι, δεν τα κατάφερε. Ήταν μια μόνιμη επωδός μέσα στο μυαλό του. Το
Λονδίνο ή η Γαλλία θα έπρεπε να περιμένουν λίγο.

Την Αμελί την ξύπνησε το θρόισμα της μεταξωτής κουρτίνας που άνοιγε κι ένιωσε τη ζεστασιά του πρωινού ήλιου να
πλημμυρίζει το κρεβάτι της. Δεν είχε ακούσει την καμαριέρα να μπαίνει, γυρίζοντας όμως το κεφάλι της είδε ένα φλιτζάνι
αχνιστή σοκολάτα και μια μεγάλη κανάτα με ζεστό νερό που περίμενε ήδη ακουμπισμένη στον νιπτήρα. Ένα μεταποιημένο
φόρεμα της γιαγιάς της είχε απλωθεί πάνω σε μια πολυθρόνα, όχι ακριβώς σύμφωνα με την τελευταία λέξη της μόδας, αλλά
αρκετά καλό γι’ αυτή τη μέρα. Η μις Ρέπτον είχε στρωθεί στη δουλειά. Μάλλον θα έπρεπε να την ευχαριστήσει.
Έμεινε ξαπλωμένη στα μαξιλάρια της και τεντώθηκε ηδονικά. Τελικά είχε καταφέρει να βυθιστεί σ’ έναν πολύωρο και βαθύ
ύπνο στην άνεση του μεγάλου κρεβατιού που καμία σχέση δεν είχε με το αχυρόστρωμα των τελευταίων ημερών. Επιτέλους
βρισκόταν στο σπίτι της γιαγιάς της. Είχε καταφέρει αυτό που είχε βάλει στόχο να κάνει και ο κόσμος φάνταζε όμορφος. Ή
τουλάχιστον ένα μέρος του. Η μορφή του Γκάρεθ για άλλη μια φορά τρύπωσε απρόσκλητη στο μυαλού της. Σύντομα θα
ετοιμαζόταν κι εκείνος να φύγει από το πανδοχείο Τζορτζ... Πού θα πήγαινε άραγε τώρα; Μάλωσε τον εαυτό της. Όποια κι αν
ήταν η απόφασή του, το ζήτημα δεν την αφορούσε πια.
Αυτό το πρωί ήταν αποφασισμένη να το ευχαριστηθεί γιατί ήξερε πως θα ήταν μια προσωρινή χαρά. Δεν έτρεφε αυταπάτες,
από τη στιγμή που ήξερε καλά ότι η Μπριέλ δε θα συμφωνούσε με την απόφασή της να παραμείνει ανύπαντρη. Για μια
γυναίκα της γενιάς της γιαγιάς της, ακόμα και για μια γυναίκα της γενιάς της Αμελί, ο γάμος ήταν ο μοναδικός στόχος στη
ζωή και οποιαδήποτε τον απέρριπτε ήταν παρείσακτη ή εκκεντρική. Καλύτερα θα ζούσε μόνη παρά αλυσοδεμένη μ’ έναν
άντρα με τον οποίο δε θα μοιραζόταν παρά μόνο την ίδια στέγη! Αυτό θα έμενε ένα όνειρο. Πάντως ήταν σίγουρη για ένα
πράγμα: η καρδιά της θα έμενε δική της. Και δε θα δυσκολευόταν να τηρήσει αυτό τον όρκο. Μέχρι τώρα δεν είχε νιώσει το
παραμικρό για κανέναν άντρα. Μέχρι τώρα. Αλλά ο Γκάρεθ Γουέντοβερ ήταν σίγουρα ακατάλληλος και προορισμένος να
ζήσει μόνος τη ζωή του. Κι ένα πάθος γι’ αυτόν θα της εξασφάλιζε τη δυστυχία που ήθελε να αποφύγει.
Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας άνοιξε και η γιαγιά της μπήκε στο δωμάτιο ντυμένη και φουριόζα. «Ωραία, ξύπνησες.
Ξεκουράστηκες;»
Η Αμελί χαμογέλασε αντί για άλλη απάντηση.
«Ευτυχώς... έχουμε πολλά να κάνουμε σήμερα. Θα σε δω στη σάλα του προγεύματος σε τριάντα λεπτά».
Οι κοφτές εντολές της Μπριέλ την απέσπασαν από τις σκέψεις της. Η γιαγιά της μπορεί να ήταν ηλικιωμένη, αλλά παρέμενε
δραστήρια όσο ποτέ και ήταν φανερό πως είχε ήδη σηκωθεί αρκετά νωρίτερα για να προγραμματίσει την ημέρα τους. Έτσι η
Αμελί υπάκουσε πρόθυμα.
Αμέσως μετά το πρωινό η άμαξα έφτασε έξω από την πόρτα και πολύ σύντομα βρίσκονταν στον κεντρικό δρόμο του Μπαθ.
Ο προορισμός της Μπριέλ ήταν το μικρό αλλά κομψό μαγαζί μιας εξαιρετικά ταλαντούχας νεαρής μοδίστρας. Είχε ακουστά
ότι αυτή η ράφτρα διέθετε την πρωτοτυπία και τις ικανότητες των περισσότερων ακριβών οίκων. Η Μπριέλ ήξερε καλά τι θα
ταίριαζε στην εγγονή της. Ένα στυλ κάπως γαλλικό, καλοραμμένο και χωρίς περιττά στολίδια, κάτι που θα κολάκευε τη
σιλουέτα της νεαρής γυναίκας.
Στην Αμελί φάνηκε σαν οι επόμενες ώρες να πέρασαν μέσα σε μια πανδαισία χρωμάτων και σχεδίων. Υπήρχαν ρούχα για
κάθε περίσταση. Αλλά στολισμένα με κορδέλες, αλλά κεντητά, άλλα διακοσμημένα με φιόγκους, άλλα με κυκλικά σχέδια
από πούλιες κι άλλα με γυαλιστερά κρόσσια. Φορέματα περιπάτου, κοστούμια ιππασίας, τουαλέτες ημέρας και τουαλέτες
χορού, όλα περνούσαν μπροστά από τα μάτια της σαν ένα συνεχόμενο κύμα.
Προσπάθησε να μην ξεμυαλιστεί, ανησυχώντας για το κόστος και για το πώς θα ξεπλήρωνε έστω και ένα μέρος από τον
εξωφρενικό λογαριασμό γι’ αυτή την εξαίσια γκαρνταρόμπα. Πάσχιζε με άγχος να διακρίνει τις τιμές στις ετικέτες των
φορεμάτων που της έφερναν για να διαλέξει. Μια βραδινή τουαλέτα από γαλαζοπράσινο τούλι την έκανε να σαστίσει καθώς
κοιτούσε άφωνη τον εαυτό της στον καθρέφτη. Με δυσκολία αναγνώριζε τη μοντέρνα, χαριτωμένη νεαρή γυναίκα που έβλεπε
μπροστά της.
«Πόσο είπατε πως κοστίζει αυτή η τουαλέτα;» ρώτησε διστακτικά τη μοδίστρα.
«Αυτή είναι μια από τις τελευταίες δημιουργίες μας, μαντ- μουαζέλ, φτιαγμένη από το πιο φίνο μεταξωτό τούλι. Έχει την
πολύ λογική τιμή των εκατό γκινεών. Ταιριάζει τέλεια στην μαντμουαζέλ».
Σοκαρισμένη απ’ την τιμή, η Αμελί άρχισε να βγάζει απρόθυμα τη γοητευτική δημιουργία όταν η μοδίστρα, συναντώντας το
απειλητικό βλέμμα της Μπριέλ, έβηξε απολογητικά και αποφάσισε πως είχε κάνει λάθος.
«Φυσικά, για μια τόσο όμορφη νεαρή κυρία είμαι σίγουρη πως μπορούμε να κάνουμε μια καλύτερη τιμή. Φορώντας το
φόρεμα θα το αναδείξετε, κι αυτό θα τιμήσει το μικρό σαλόνι μας και θα αυξήσει τη φήμη μας».
Μετά απ’ αυτό η Αμελί έχασε το λογαριασμό. Έτσι κι αλλιώς δε θα μπορούσε ποτέ να καλύψει αυτό το ποσό από το
επίδομά της. Τα χρώματα και τα υφάσματα χόρευαν μπροστά στα μάτια της σαν καλειδοσκόπιο. Στη στοίβα των ρούχων
προστέθηκαν επίσης μερικά πανωφόρια με γούνινο γαρνίρισμα, γοβάκια με ραμμένες στο χέρι χάντρες, μακριά δερμάτινα
γάντια και μια μεταξωτή εσάρπα από το Νόριτς, απαραίτητα όλα προφανώς για μια παρατεταμένη διαμονή στο Μπαθ. Όταν
έφυγαν από το σαλόνι μόδας η άμαξα ξεχείλιζε από μικρά και μεγάλα πακέτα, κι έτσι την έστειλαν στο Λόρα Πλέις, ενώ οι
δυο γυναίκες περπάτησαν ως τη Μίλσομ Στρητ για να επισκεφτούν το αγαπημένο καπελάδικο της Μπριέλ.
Η Αμελί, έχοντας στην κατοχή της όχι περισσότερα από δύο καπέλα, τα έχασε όταν έμαθε πως χρειαζόταν τουλάχιστον έξι,
αν ήθελε να έχει επιτυχία στην κοινωνική ζωή του Μπαθ. Η μία μετά την άλλη οι πιο φίνες δημιουργίες της μαντάμ Σαρκό
εκτέθηκαν μπροστά της. Η κοινωνική σεζόν της Αμελί στο Λονδίνο διακρινόταν για τη σεμνότητά της. Ο λόρδος Σίλβερντεϊλ
δεν είχε ούτε τα χρήματα ούτε την επιθυμία να ξοδέψει μεγάλα χρηματικά ποσά για την είσοδο της κόρης του στην κοινωνία
και περίμενε ότι η φυσική ομορφιά της θα ήταν αρκετή για να κερδίσει έναν σύζυγο. Μια παλιά γνωστή απ’ τα νεανικά του
χρόνια είχε παίξει το ρόλο της συνοδού της και, έχοντας και η ίδια μια κόρη σε ηλικία γάμου, έδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον για
την προστατευόμενή της ή για τα ρούχα της. Η Αμελί είχε διαλέξει μόνη της την περιορισμένη γκαρνταρόμπα που της
επέτρεψε ο πατέρας της να έχει στη διάρκεια των τριών μηνών της κοινωνικής σεζόν του Λονδίνου. Τώρα η Μπριέλ, έχοντας
οξυμένο κριτήριο γύρω από τη μόδα, ήταν αποφασισμένη να χαρίσει στην εγγονή της όσο το δυνατόν μεγαλύτερη χαρά.
Καθισμένη δίπλα σ’ έναν πύργο από καπελιέρες και ενώ περίμεναν την επιστροφή της άμαξας, η Μπριέλ αποκάλυψε πως
είχε σηκωθεί νωρίς το πρωί να ετοιμάσει έναν κατάλογο καλεσμένων για μια μικρή δεξίωση την επόμενη μέρα.
«Θα νιώθεις πιο άνετα αν γνωρίσεις πρώτα μερικούς ανθρώπους πριν βγεις κανονικά στην κοινωνία», εξήγησε η γιαγιά της.
«Δε θα νιώσω άβολα, γιαγιά, τουλάχιστον όχι όσο έχω εσένα δίπλα μου», βιάστηκε να τη διαβεβαιώσει η Αμελί.
«Ακόμα κι έτσι. Τώρα είμαι μια ηλικιωμένη γυναίκα. Χρειάζεσαι να γνωρίσεις νεότερους ανθρώπους. Θα είναι μια μικρή,
ανεπίσημη δεξίωση. Τίποτα το θεαματικό. Όταν όμως θα εμφανιστούμε στο Αντλιοστάσιο των ιαματικών λουτρών ή στα
Εντευκτήρια, θα αναγνωρίζεις ήδη κάποια πρόσωπα».
Η Αμελί δεν ήταν και τόσο σίγουρη για όλα αυτά. Είχε την προσδοκία ότι θα ζούσε μια ήσυχη ζωή στο Μπαθ, όμως από τα
ψώνια του πρωινού ήταν φανερό ότι η Μπριέλ είχε άλλα στο μυαλό της. Ένιωθε ευγνώμων για τη γενναιοδωρία της γιαγιάς
της και θα έβαζε τα δυνατά της να μην την απογοητεύσει. Δεν είχε καμία όρεξη για κοινωνική ζωή, αλλά αυτό θα ήταν
καλύτερα να μην το έλεγε.
Όπως και η εγγονή της, η Μπριέλ αποφάσισε να κρατήσει το στόμα της κλειστό. Είχε σταθεί δύσκολο να συντάξει μια
ενδιαφέρουσα λίστα καλεσμένων την τελευταία στιγμή, μα αισθανόταν πως ήταν ουσιώδες να παρουσιάσει την Αμελί το
γρηγορότερο δυνατόν στους ανθρώπους που θα συναντούσε η εγγονή της τις επόμενες εβδομάδες. Ήταν αποφασισμένη να
περάσει το μήνυμα πως η διαμονή της εγγονής της είχε προγραμματιστεί από καιρό και πως θα ήταν μια επίσκεψη
παρατεταμένη. Μ’ αυτό τον τρόπο θα περιόριζε τον όποιο κίνδυνο μπορούσαν να προκαλέσουν τυχόν φήμες.
Εκείνο το πρωί κι ενώ η εγγονή της κοιμόταν, είχε σκεφτεί τους ανθρώπους που θα μπορούσε να προσκαλέσει χωρίς να
προσβληθούν με μια ειδοποίηση της τελευταίας στιγμής. Φυσικά, η πρώτη που σκέφτηκε ήταν η Σελίν Σαρπαντιέ, μια
εμιγκρέ σαν την Μπριέλ και φίλη της από τη στιγμή που εγκατέλειψαν και οι δύο τη Γαλλία για την εξορία. Η Σελίν θα την
υποστήριζε σε όποιο σχέδιο κι αν σκεφτόταν, η Μπριέλ ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Ο ταγματάρχης Ράντκλιφ ήταν κι εκείνος μια
ευγενική ψυχή, έτοιμος πάντα να συνεισφέρει με την εγκαρδιότητά του σε κάθε συντροφιά. Δυστυχώς θα έπρεπε να
προσκαλέσει και τη μις Σκάρσντεϊλ. Η Λετίσια Σκάρσντεϊλ ήταν αναπόσπαστο εξάρτημα όλων των δεξιώσεών της, μια
δύστροπη γειτόνισσα την οποία ήταν διαρκώς αναγκασμένη να κατευνάζει.
Όμως ένας συγκεκριμένος προσκεκλημένος θα κέρδιζε με το παραπάνω τη θέση του στη δεξίωσή της. Η Μπριέλ είχε
μεγάλες προσδοκίες για λογαριασμό του. Ο σερ Πέρεγκριν Λέι-δαμ ήταν πασίγνωστος στο Μπαθ, ένας όμορφος άντρας και
εξαίσια συντροφιά. Επιπλέον ο Πέρι Λέιδαμ δεν ήταν κανένας άξεστος χωριάτης. Προτιμούσε την ήσυχη ζωή και μοίραζε το
χρόνο του μεταξύ της έπαυλής του στο Μπαθ και μιας εξοχικής κατοικίας στο Σόμερσετ. Όμως επισκεπτόταν τακτικά το
Λονδίνο και δεν του έλειπε διόλου η αστική κουλτούρα. Είχε περάσει από καιρό τα τριάντα και, σύμφωνα με τις φήμες,
υπήρξε θύμα κάποιας θλιβερής ιστορίας. Έλεγαν πως είχε χάσει την αρραβωνιαστικιά του όταν ο Πέρι ήταν πολύ νεαρός και
πως έκτοτε δε συνήλθε ποτέ από το χτύπημα της μοίρας. Παρ’ όλα αυτά η Μπριέλ έκρινε πως θα μπορούσε να επανεξετάσει
τη ζωή του βλέποντας την πανέμορφη εγγονή της.

Η επόμενη μέρα έφερε επίσης πολλές δραστηριότητες. Η κομμώτρια ήρθε νωρίς για να τιθασεύσει τις καστανές μπούκλες της
Αμελί. Τα λαμπερά μαλλιά της μαζεύτηκαν σ’ έναν κότσο στην κορυφή του κεφαλιού της και ύστερα αφέθηκαν να
κατρακυλήσουν στα πλάγια του προσώπου της σε χαλαρά δαχτυλίδια. Πριν προλάβει να θαυμάσει με την ησυχία της αυτή τη
μεταμόρφωση, ήρθε η σειρά της μοδίστρας. Την προηγούμενη βραδιά είχαν περάσει αμέτρητες ώρες ξεφυλλίζοντας τις
τελευταίες εκδόσεις του Λα Μπελ Ασαμπλέ για να καταλήξουν στα κατάλληλα σχέδια. Τώρα και για μερικές ακόμα ώρες
έπρεπε να μείνει τυλιγμένη σε μια μουσελίνα πιασμένη με καρφίτσες. Η μοδίστρα, όπως έμαθε η Αμελί, θα της έφτιαχνε απλά
φορέματα για το σπίτι, όταν δε θα περίμεναν κανέναν σημαντικό επισκέπτη. Άρχισε να αναρωτιέται πώς θα έβρισκε το χρόνο
να φορέσει έστω και τα μισά φορέματα απ’ όσα είχε ξαφνικά αποκτήσει.
Λίγο πριν φτάσουν οι καλεσμένοι τους για εκείνη τη βραδιά, η Μπριέλ εμφανίστηκε με ένα σετ από μαργαριταρένιο κολιέ και
σκουλαρίκια τα οποία ανήκαν στη μητέρα της Αμελί. Ήταν το τέλειο συμπλήρωμα για την απλή τουαλέτα από ροζ κρεπ ντε
σιν που είχε διαλέξει για την πρώτη δεξίωσή της.
«Φόρεσέ τα για χάρη της Λουίζ», είπε η γιαγιά της με σπασμένη από συγκίνηση φωνή.
Τώρα που η βραδιά είχε αρχίσει, η Αμελί ήταν αποφασισμένη να την απολαύσει έστω και για το χατίρι της Μπριέλ. Ήταν
αλήθεια πως οι καλεσμένοι που συγκεντρώθηκαν στην κομψή σάλα ήταν ένα ετερογενές πλήθος, όμως όλοι τους ήταν
ειλικρινείς στις ευχές και τα καλοσωρίσματά τους. Όλοι εκτός από τη λαίδη Λάμπετερ, η οποία είχε δυο κακάσχημες κόρες
στην ηλικία της Αμελί. Ούτε και η πιο στοργική μητέρα δε θα είχε την απαίτηση από τις κόρες Λάμπετερ να συναγωνιστούν
την ομορφιά της Αμελί.
«Η Κλόντια Λάμπετερ θα έρθει ακόμα και χωρίς έγκαιρη πρόσκληση», είχε πει εμπιστευτικά η Μπριέλ στη Σελίν. «Έχει
πολύ δρόμο μπροστά της μ’ αυτές τις δυο κόρες της. Η μία έχει σπυριά και η άλλη άσχημο σώμα. Θα τις συνοδεύσει
οπουδήποτε προκειμένου να βρει έναν γαμπρό».
Αγνοώντας τις παραινέσεις της γιαγιάς της, η Αμελί τριγύριζε ήρεμη και ατάραχη ανάμεσα στους καλεσμένους. Καθώς
προχωρούσε από τη μια παρέα στην άλλη προσήλκυε βλέμματα θαυμασμού απ’ όλους και η Μπριέλ διαπίστωνε με
ικανοποίηση πόσο σεμνή και γεμάτη αυτοπεποίθηση ήταν η συμπεριφορά της εγγονής της.
«Σε τιμά», παρατήρησε η Σελίν. «Είναι ένα όμορφο και ανεπιτήδευτο κορίτσι».
Ο ταγματάρχης τσίμπησε μια μεγάλη πρέζα καπνού και εξέφρασε κι εκείνος τη δική του άποψη. «Με τέτοια ομορφιά και
χάρη θα συγκλονίσει όλο το Μπαθ».
Καθώς προχωρούσε η βραδιά, η Αμελί άρχισε να εκτιμά όλο και περισσότερο τον ήπιο ρυθμό της κοινωνικής ζωής του
Μπαθ. Οι μεγάλες κοινωνικές εκδηλώσεις της σεζόν του Λονδίνου την είχαν κουράσει, εδώ όμως ένιωθε γαληνεμένη. Ακόμα
και ο άντρας τον οποίο φανταζόταν πως είχαν προσκαλέσει εδώ για να τη συνοδεύσει ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος.
«Πώς βρίσκετε το Μπαθ, μις Σίλβερντεϊλ;» ρώτησε ο Πέρι Λέιδαμ για να ξεκινήσει την κουβέντα.
Είχε μείνει έκθαμβος από το κάλλος αυτής της νεαρής γυναίκας και ήθελε να διαπιστώσει αν η ευφυΐα της ήταν ανάλογη της
εμφάνισής της.
«Μέχρι στιγμής, κύριε Πέρεγκριν, δεν έχω δει παρά μόνο το εσωτερικό κάποιων καταστημάτων μόδας, αλλά είμαι σίγουρη
ότι θα βρω το Μπαθ ιδιαίτερα απολαυστικό».
«Όπως θα βρει και το Μπαθ εσάς», της αντιγύρισε με αβρότητα. «Να ελπίσουμε πως θα σας δούμε σύντομα στο
Αντλιοστάσιο;»
«Ναι, πράγματι. Απ’ όσο ξέρω η γιαγιά μου σχεδιάζει την πρώτη επίσκεψή μας αύριο».
«Θαυμάσια. Θα φροντίσω να είμαι εκεί. Φοβάμαι πως ίσως βρείτε την πόλη λίγο πληκτική. Θα δείτε πολλά από τα ίδια
πρόσωπα που βλέπετε κι εδώ απόψε».
«Δε με πειράζει αυτό. Βρίσκω ανακουφιστική την οικειότητα».
«Αμφιβάλλω αν θα συνεχίσετε να έχετε την ίδια γνώμη όταν θα έχετε συναντήσει τα ίδια πρόσωπα δέκα φορές».
Μέσα της σκέφτηκε πως αυτό ήταν πολύ πιθανό, κοιτώντας γύρω της την κάθε άλλο παρά συναρπαστική ομάδα ανθρώπων
που είχαν συγκεντρωθεί για τη δεξίωση. Και δεν μπόρεσε να εμποδίσει ένα χαμόγελο όταν σκέφτηκε τη γνώμη που θα είχε ο
Γκάρεθ για μια τέτοια συντροφιά. «Ένα μάτσο ασχημομούρες», τον άκουγε κιόλας να λέει. Μία από τις μεγαλύτερες
γυναίκες, η κοκαλιάρα μις Σκάρσντεϊλ, είχε μια παράξενη ομοιότητα με την κυρία Σκίνερ.
«Χαμογελάτε». Ο Πέρι Λέιδαμ την παρακολουθούσε στενά. «Βλέπετε, μις Σίλβερντεϊλ, ήδη αρχίσατε να έχετε αμφιβολίες
για την κοινωνία του Μπαθ».
«Όχι, σερ Πέρεγκριν. Χαμογελούσα επειδή είναι πολύ ευχάριστο να βρίσκομαι μεταξύ φίλων».
Διπλωμάτης, εκτός από έξυπνη και όμορφη, σκέφτηκε εκείνος, ήδη μισοτσιμπημένος με τη γοητευτική πριγκηπέσα που
τόσο απρόσμενα είχε εμφανιστεί στον κόσμο του.
«Παρακαλώ, λέγετέ με Πέρι. Ελπίζω να με υπολογίζετε ανάμεσα σ’ αυτούς τους φίλους».

Ο τελευταίος καλεσμένος έφυγε πολύ πριν τις έντεκα. Η Αμελί δε λυπόταν που οι κάτοικοι του Μπαθ αποσύρονταν νωρίς για
το βράδυ. Η συντροφιά ήταν ευχάριστη και καθόλου απαιτητική, όμως και πάλι χρειάστηκε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια
για να παίξει το ρόλο που οι άλλοι περίμεναν απ’ αυτήν.
«Σε είδα να κουβεντιάζεις με τον Πέρι Λέιδαμ», παρατήρησε η γιαγιά της. «Ωραίος τύπος, δε νομίζεις;»
«Πολύ εμφανίσιμος».
«Και απολύτως τζέντλεμαν».
«Ναι, πράγματι».
«Και δεν του λείπει η κουλτούρα της πόλης», επέμεινε η Μπριέλ.
Η Αμελί της χαμογέλασε με ζεστασιά. «Είναι ένας άντρας με πολλές αρετές», απάντησε γελώντας, ενώ οι σκέψεις της
ξεστράτιζαν επικίνδυνα αλλού.
Κεφάλαιο 7

Το επόμενο πρωί ξημέρωσε μια ασυννέφιαστη, τέλεια μέρα, ιδανική, όπως ανήγγειλε η Μπριέλ, για την πρώτη επίσκεψη της
εγγονής της στο Αντλιοστάσιο της λουτρόπολης. Η Αμελί δεν ένιωθε πολύ ενθουσιασμένη, ήξερε όμως ότι η γιαγιά της είχε
χαρεί πολύ με την επιτυχία της μικρής δεξίωσής της και τώρα ανυπομονούσε να την παρουσιάσει στην ευρύτερη κοινωνία
του Μπαθ.
Η Μπριέλ δεν έπινε ποτέ το διάσημο ιαματικό νερό, το οποίο θεωρούσε αηδιαστικό, αλλά πολλές από τις φίλες της έπιναν
καθημερινά ένα ποτήρι για τις διάφορες παθήσεις τους, φανταστικές ή μη. Έλεγαν πως μετά από ένα πρωινό εκεί ο
επισκέπτης είχε εξασφαλισμένη ενημέρωση για όλα τα τρέχοντα κουτσομπολιά της πόλης.
Μπήκαν σε μια ευρύχωρη αίθουσα με μια σειρά από ψηλά παράθυρα τα οποία έβλεπαν στους προσεκτικά φροντισμένους
κήπους. Από ένα θαλασσί ταβάνι με πλούσια ανάγλυφα σχέδια κρέμονταν περίτεχνοι, αναμμένοι πολυέλαιοι, παρά το
λαμπερό πρωινό φως της ημέρας. Μικρές χρυσαφί καρέκλες είχαν τοποθετηθεί ολόγυρα, όπου κάθονταν επισκέπτες
σχηματίζοντας μικρές οικογενειακές ομάδες. Η αίθουσα απέπνεε χλιδή και άνεση, αντανακλώντας το ίδιο το πνεύμα του
Μπαθ, πόλης της αφθονίας και της ηδονής.
Σχεδόν αμέσως εντόπισαν τη Σελίν Σαρπαντιέ, η οποία μόλις είχε προμηθευτεί ένα ποτήρι νερό από την αντλία και τριγύριζε
ανάμεσα στις παρέες που κουβέντιαζαν. Η Μπριέλ άρχισε να την ακολουθεί κάνοντας ζιγκ ζαγκ ανάμεσα στα ζευγάρια που
παρήλαυναν αγκαζέ μέσα στη σάλα, παρατηρώντας τον κόσμο και κάνοντας την επίδειξή τους. Η Αμελί είχε επίγνωση ότι
διάφορα ζευγάρια μάτια είχαν καρφωθεί επίμονα επάνω της, άλλα με περιέργεια, άλλα αποτιμώντας την κι άλλα με ειλικρινή
θαυμασμό. Ένιωσε ευγνωμοσύνη για τα γνώριμα πρόσωπα που είδε συγκεντρωμένα στο βάθος της αίθουσας. Όπως ακριβώς
είχε προβλέψει η γιαγιά της, ήταν παρηγορητικό να έχει κάποιους γνωστούς ανάμεσα σε μια θάλασσα από αγνώστους. Το
φωτεινό χαμόγελο του Πέρι Λέιδαμ την υποδέχτηκε με εγκαρδιότητα.
Πριν όμως προλάβουν να χαιρετήσουν τους φίλους της Μπριέλ, τις ζύγωσε ένας πολύ αδύνατος, πλούσια ντυμένος
άνθρωπος. Η Αμελί ένιωσε να της κόβεται η ανάσα... γιατί ο άντρας που υποκλινόταν βαθιά μπροστά στη γιαγιά της δεν ήταν
άλλος από τον Ρούφους Γκλάιντ! Δεν είχε επιστρέψει στο Λονδίνο αλλά στο Μπαθ. Θα πρέπει να υποψιάστηκε πως τελικά η
Αμελί κατευθύνθηκε προς τα εκεί.
«Λαίδη Σεν Κλαιρ», γουργούρισε, «δεχτείτε τις πιο ταπεινές απολογίες μου που σας ενοχλώ, επιτρέψτε μου όμως να πω ότι
χαίρομαι απερίγραπτα που βλέπω ότι η εγγονή σας βρίσκεται ασφαλής κοντά σας».
Η Μπριέλ έκανε ένα κοφτό νεύμα και πήγε να απομακρυνθεί, όμως ο Γκλάιντ ήταν αποφασισμένος να τις σταματήσει.
«Μιλαίδη, αν μπορώ να ικετέψω μερικά λεπτά από το χρόνο σας... επιθυμώ να εκφράσω την ειλικρινή μεταμέλειά μου για
όποια παρανόηση τυχόν δημιουργήθηκε κατά την τελευταία μας συνάντηση».
«Δεν υπάρχει καμία παρανόηση, μεσιέ», του απάντησε σφιγμένη η Μπριέλ.
«Εννοώ απλώς ότι τα κίνητρά μου για την αναζήτηση της γοητευτικής εγγονής σας δεν ήταν σαφή και φοβάμαι ότι μπορεί
να τα παρερμηνεύσατε».
«Πιστέψτε με, καταλαβαίνω απολύτως την επιθυμία σας να καταδιώξετε την εγγονή μου και, εφόσον είμαστε ειλικρινείς, θα
σας πω τώρα ότι η καταδίωξή σας είναι ανεπιθύμητη. Η Μις Σίλβερντεϊλ θα μείνει μαζί μου. Τώρα εγώ είμαι υπεύθυνη γι’
αυτή».
Η Αμελί ένιωσε να αγαλλιάζει από ικανοποίηση. Τώρα σίγουρα θα τον ξεφορτώνονταν για τα καλά.
«Φυσικά είμαι παραπάνω από ευτυχής που η μις Σίλβερντεϊλ βρήκε καταφύγιο σε μια αγαπητή συγγενή της. Ήταν σωστό
και συνετό να το κάνει». Η φωνή του Γκλάιντ ήταν απαλή μα επίμονη. «Η καταδίωξή μου, όπως την είπατε, δεν ήταν παρά η
επιθυμία να βοηθήσω μια νεαρή γυναίκα, για την οποία είχα λόγους να πιστεύω πως θα ήταν ευτυχής να γίνει σύζυγός μου».
Μη ξέροντας τι ακριβώς του είχε υποσχεθεί ο Μάιλς Σίλβερντεϊλ, η Μπριέλ αναγκάστηκε να υποχωρήσει σ’ αυτό το σημείο.
Αυτό του έδωσε θάρρος. «Τώρα που η κατάσταση είναι ξεκάθαρη για μένα, η μις Σίλβερντεϊλ μπορεί να είναι σίγουρη πως
δε θα την ενοχλήσω με κανέναν τρόπο στο μέλλον. Αντιθέτως, θα ήθελα να της ευχηθώ ό,τι καλύτερο για ό,τι κι αν αυτό το
μέλλον επιφυλάσσει».
Η γιαγιά της άρχισε να φαίνεται κάπως πιο ικανοποιημένη. «Σας ευχαριστούμε για τις ευχές σας, κύριε», του είπε σε
ουδέτερο τόνο, «καθώς και για τη διαβεβαίωσή σας».
Τα λεπτά χείλη του τραβήχτηκαν σ’ ένα σφιγμένο χαμόγελο και οι έντονες ρυτίδες που πλαισίωναν το στόμα του έγιναν πιο
βαθιές. Η Αμελί ζάρωσε με αποστροφή, όμως ήταν αναγκασμένη να παραμείνει στο πλευρό της γιαγιάς της.
«Σ’ αυτή την περίπτωση ελπίζω να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε μια ευχάριστη συναναστροφή. Είχα αρχίσει να
επισκέπτομαι φίλους όταν θεώρησα απαραίτητο να διακόψω την παραμονή μου για να αναζητήσω τη μις Σίλβερντεϊλ. Τώρα
που το ζήτημα έχει διευθετηθεί ικανοποιητικά, μπορώ να ευχαριστηθώ τις απολαύσεις του Μπαθ».
«Ελπίζω η πόλη να ανταποκριθεί στις προσδοκίες σας», μουρμούρισε η Μπριέλ.
«Αν όχι, έχω πάντα την επιλογή να απολαύσω την εξοχική κατοικία μου η οποία δεν απέχει πολύ από εδώ, μολονότι
αδυνατώ να φανταστώ το Μπαθ πληκτικό με δύο τόσο γοητευτικές κυρίες στην εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας του. Ελπίζω
να με έχετε συγχωρήσει αρκετά ώστε να με συμπεριλάβετε στον κύκλο των προσωπικών γνωριμιών σας».
Η Μπριέλ έγειρε ελαφρά το κεφάλι της στο πλάι. «Φυσικά, όλο και κάπου είναι πιθανό να ξανασυναντηθούμε, σερ
Ρούφους».
«Προσδοκώ να συναντώ τακτικά εσάς και την εγγονή σας, κάτι εφικτό σε μια τόσο μικρή κοινότητα σαν το Μπαθ».
Η Αμελί είχε καταφέρει να διατηρήσει μια ψύχραιμη στάση σ’ όλη τη διάρκεια αυτής της συνάντησης, αλλά η καρδιά της
χτυπούσε δυνατά ακούγοντας αυτά τα λόγια. Ήταν σίγουρη ότι περιείχαν μια κρυφή απειλή και, μόλις σήκωσε το βλέμμα στο
λιπόσαρκο, άσπρο πρόσωπό του, είδε δυο μάτια αρπακτικού να την κοιτούν πίσω από την κοινωνική μάσκα του. Η γιαγιά της
ωστόσο δε φάνηκε να διακρίνει τίποτα το άπρεπο και, με μια ακόμα μικρή υπόκλιση προς τον Γκλάιντ, γύρισε προς την
κατεύθυνση των φίλων της.
Ο Γκλάιντ έκανε αμέσως μεταβολή και έφυγε από το Αντλιο-στάσιο. Όταν τον είδε να φεύγει, η Αμελί συνειδητοποίησε ότι
τα πόδια της έτρεμαν και η αναπνοή της έβγαινε με δυσκολία. Οι τετριμμένες κοινοτοπίες είχαν καλύψει τις αληθινές
προθέσεις του, γι’ αυτό ήταν σίγουρη. Ο Ρούφους δεν είχε εγκαταλείψει την πρόθεσή του να την παντρευτεί, όσα
καλοπιάσματα κι αν χρησιμοποίησε στη γιαγιά της. Και η Μπριέλ φάνηκε να ξεγελιέται απόλυτα. Μ’ ένα αίσθημα ναυτίας η
Αμελί συνειδητοποίησε ότι το άσυλο όπου είχε καταφύγει με τόσους κόπους και βάσανα αποδεικνυόταν τώρα εξίσου
επικίνδυνο όσο και το σπίτι της στο Λονδίνο. Έβλεπε καθαρά τη στρατηγική του Γκλάιντ. Θα φρόντιζε να συναντά διαρκώς
τη γιαγιά της, παρουσιάζοντας τον εαυτό του σαν έναν αφοσιωμένο και αξιόπιστο φίλο. Σταδιακά θα εξαφάνιζε κάθε υποψία
της ηλικιωμένης γυναίκας, ώσπου η Μπριέλ θα άρχιζε να αναρωτιέται γιατί η εγγονή της τον αντιπαθούσε τόσο πολύ. Η
Αμελί δε θα είχε πουθενά αλλού να καταφύγει και σιγά σιγά θα αναγκαζόταν να υποχωρήσει σε έναν σιχαμερό γάμο.
Η γιαγιά της είχε ήδη πιάσει μια ζωηρή συζήτηση με τον ταγματάρχη και η Αμελί είδε με φόβο τον Πέρι Λέιδαμ να
πλησιάζει προς το μέρος της. Ανήμπορη να τον αντιμετωπίσει εκείνη τη στιγμή, έφυγε προς το φουαγιέ της εισόδου θέλοντας
να πάρει λίγο καθαρό αέρα μέχρι να ανακτήσει την ψυχραιμία της. Τράβηξε προς τα εκεί κοιτώντας κατευθείαν μπροστά της,
κι έτσι δεν πρόσεξε τον άντρα που στεκόταν στη σκιά των μεγάλων φοινικόδεντρων τα οποία πλαισίωναν την είσοδο.
Την επόμενη στιγμή ο Γκάρεθ Γουέντοβερ εμφανίστηκε μπροστά της. Η Αμελί είχε μια στιγμιαία εικόνα της μυώδους
κορμοστασιάς, ντυμένης τώρα μ’ ένα άψογης εφαρμογής πανωφόρι από μπλε φίνο ύφασμα κι εφαρμοστό μπεζ παντελόνι
που αγκάλιαζε τα καλοφτιαγμένα πόδια του. Δεν είχε προλάβει να αφομοιώσει τη νέα αυτή μεταμόρφωσή του όταν εκείνος
κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της και την άρπαξε απ’ τον καρπό.
«Προφανώς κατάφερες να προσληφθείς από κάποιον πολύ γενναιόδωρο εργοδότη μετά την τελευταία φορά που
συναντηθήκαμε», γρύλισε. «Τόση κομψότητα, Αμελί, τόσο εντυπωσιακή κόμμωση, αλλά διόλου ταιριαστή για μια
καμαριέρα». Πρόφερε την τελευταία λέξη στραβώνοντας τα χείλη του με περιφρόνηση.
«Ή για μια πόρνη, φαντάζομαι». Η απάντησή της ήταν γρήγορη και εξίσου οργισμένη.
Το πρόσωπό του σκοτείνιασε και ο Γκάρεθ άφησε αμέσως το μπράτσο της. Θα έπρεπε να απολογηθεί, δεν είχε όμως καμία
πρόθεση να το κάνει. Η Αμελί τον είχε εξαπατήσει και, τώρα που την έβλεπε μπροστά του πανέμορφη και ποθητή, ήξερε πως
δεν ήταν αληθινή. Του είχε πει ψέματα ξανά και ξανά.
«Μπορώ να ρωτήσω ποια ή τι ακριβώς είσαι;» τη ρώτησε σε δηκτικό τόνο.
Του απάντησε με όση αξιοπρέπεια μπόρεσε να επιστρατεύσει. «Ονομάζομαι Αμελί Σίλβερντεϊλ. Ο πατέρας μου είναι ο
λόρδος Σίλβερντεϊλ».
«Βρε, βρε, ένα καημένο πλουσιοκόριτσο. Δεν ήταν αρκετά συναρπαστική για σένα η ζωή της μις Σίλβερντεϊλ λοιπόν; Το
βρήκες διασκεδαστικό να μεταμφιεστείς σε καμαριέρα του εαυτού σου;»
«Καθόλου. Η μεταμφίεσή μου σε καμαριέρα έγινε για να ταξιδέψω με ασφάλεια, ή τουλάχιστον αυτός ήταν ο σκοπός μου,
μέχρι που είχα την ατυχία να συναντήσω εσένα».
«Όχι και τόσο μεγάλη ατυχία, απ’ όσο θυμάμαι. Τώρα θα κρεμόσουν ακόμα από εκείνο το σκοινί αν δεν ήμουν εγώ. Ή
μήπως ήλπιζες να περάσει τυχαία από εκεί ο φίλος σου ο Γκλάιντ για να εκτελέσει κάποια μεγαλειώδη διάσωση;»
«Πώς μπορείς να είσαι τόσο ανόητος! Από τον Ρούφους Γκλάιντ προσπαθούσα να ξεφύγω!»
«Κι άλλη φαντασίωση; Μόλις είδα με τα ίδια μου τα μάτια πόση οικειότητα έχεις μ’ αυτό τον άντρα».
«Τότε τα μάτια σου σε γελούν. Ο σερ Ρούφους Γκλάιντ έχει δικά του σχέδια. Προσπαθεί να καλοπιάσει τη γιαγιά μου για να
με πλησιάσει».
«Για ποιο σκοπό;» τη ρώτησε με ανυπομονησία, σπρώχνοντας πίσω τα μαύρα μαλλιά του από το μέτωπο.
«Δε βλέπω γιατί αυτό σε αφορά».
«Αλήθεια; Δε νομίζεις ότι τα ατέλειωτα ψέματά σου μου δίνουν κάθε λόγο να απαιτώ την αλήθεια από σένα;»
Έσκυψε ελαφρά το κεφάλι της και χαμήλωσε τη φωνή της τόσο που ακούστηκε σαν ψίθυρος. «Θέλει να με παντρευτεί».
«Και λοιπόν;»
«Ελπίζει ότι η γιαγιά μου θα με πείσει να συμφωνήσω».
«Πόση πειθώ θα χρειαστεί; αναρωτιέμαι...»
«Τον σιχαίνομαι», ξέσπασε. «Είναι μοχθηρός και διεστραμμένος. Με ακολούθησε ως εδώ ενώ πίστευα πως ήμουν ασφαλής
και εξακολουθεί να μηχανορραφεί εις βάρος μου».
«Είναι σίγουρα μοχθηρός», παραδέχτηκε ο Γκάρεθ, «εσύ όμως γιατί το βάζεις στα πόδια; Δεν είχες παρά να πεις στον
πατέρα σου ότι σε παρενοχλεί και να γλιτώσεις από τις απαιτήσεις του».
«Μακάρι να ήταν έτσι, αλλά ο πατέρας μου αποφάσισε ότι ο Ρούφους είναι ο άνθρωπος τον οποίο πρέπει να παντρευτώ».
«Απ’ ό,τι θυμάμαι ζούμε στον δέκατο ένατο αιώνα. Οι καταναγκαστικοί γάμοι ανήκουν στο παρελθόν. Θα πρέπει να έδωσες
τη συγκατάθεσή σου ή τουλάχιστον να φάνηκε ότι το έκανες».
«Δεν έγινε έτσι. Σου είπα ότι μισώ αυτό τον άνθρωπο, όμως ο πατέρας μου είναι ανένδοτος. Δεν μπορώ να μιλήσω για τις
δυσκολίες της οικογένειάς μου, αλλά ο Γκλάιντ ασκεί επάνω μας σημαντική εξουσία».
Ο Γκάρεθ το σκέφτηκε για μια στιγμή, γέρνοντας νωχελικά την αθλητική κορμοστασιά του πάνω σε μία κολόνα.
«Ώστε λοιπόν εσύ ήσουν η νεαρή κυρία που εξαναγκάστηκε σε γάμο για χρηματικούς λόγους; Και η αγέρωχη ανεξαρτησία
της καμαριέρας σου δεν ήταν παρά προσποίηση, φαντάζομαι».
Η Αμελί κοκκίνισε αλλά δεν είπε τίποτα.
«Και γιατί τόση προσπάθεια να με εξαπατήσεις; Γιατί δε μου έλεγες απλώς την αλήθεια ζητώντας τη βοήθειά μου; Δε με
εμπιστευόσουν;»
Ξεροκατάπιε αμήχανη. «Φοβόμουν πως θα αντιδρούσες παρορμητικά. Μπορεί να τον καταδίωκες και να προκαλούσες
ακόμα μεγαλύτερο σκάνδαλο απ’ αυτό που ήδη υπήρχε».
«Να τον καταδίωκα; Με τραυματισμένο αστράγαλο; Όχι, δε με πείθεις». Ο τόνος του έγινε πιο σκληρός. «Μήπως νόμιζες
πως ίσως να χρησιμοποιούσα την κατάσταση για το δικό μου όφελος;»
Η Αμελί έγινε κατακόκκινη. Αυτή ακριβώς ήταν η σκέψη της, αφού δε φανταζόταν στα σοβαρά πως ήταν ικανός για
εκβιασμό ή απαγωγή.
Ο Γκάρεθ είδε το προδοτικό κοκκίνισμα στο πρόσωπό της. «Δε με εμπιστευόσουν», κατέληξε χολωμένος. «Μόνο τώρα που
ξεσκέπασα την απάτη σου είσαι πρόθυμη να φανείς ειλικρινής».
«Μη με κρίνεις τόσο αυστηρά. Δεν ξέρεις τι σημαίνει να σε πολιορκούν ασφυκτικά, χωρίς να έχεις ούτε έναν φίλο στον
κόσμο».
Της χαμογέλασε με πίκρα. «Δεν ξέρω, λες;»
«Είναι διαφορετικό για τους άντρες. Εσείς φτιάχνετε μόνοι τους κανόνες σας. Μια γυναίκα εξαρτάται πάντα από τη θέληση
των άλλων. Ακόμα και μια δυνατή γυναίκα», πρόσθεσε.
«Θα πρέπει να ήξερες πως θα σου στεκόμουν σαν φίλος, κι όμως εξαφανίστηκες από το πανδοχείο χωρίς ούτε λέξη».
«Έπρεπε... Μου φέρθηκες απαίσια».
«Δεν έπρεπε να χάσω την ψυχραιμία μου», μουρμούρισε απρόθυμα. «Ήταν άδικο, το ξέρω, όμως ο Γκλάιντ με προκάλεσε
και ήξερα πως έλεγες ψέματα».
«Ήταν κάτι παραπάνω από άδικο. Ήταν μια χυδαία βρισιά... και δεν ήθελα να σε ξαναδώ μπροστά μου».
«Ούτε κι εγώ εσένα».
Στάθηκαν να κοιτάζονται αμίλητοι, σφιγμένοι, ενώ ο αέρας ανάμεσά τους ήταν ηλεκτρισμένος από οργή. Ύστερα ξαφνικά η
έκφρασή του ηρέμησε. «Να με όμως εδώ».
«Και τι ακριβώς γυρεύεις εδώ; Νόμιζα πως πήγαινες στο Μπρίστολ... ή μήπως στο Λονδίνο; Μου φαίνεται, κύριε
Γουέντοβερ, πως έχεις κι εσύ να δώσεις μερικές εξηγήσεις».
«Έχω κάποιον φίλο στο Μπαθ. Ήθελα να του πω αντίο πριν σαλπάρω για τη Γαλλία».
Η Αμελί σκέφτηκε για λίγο αυτό που της είπε. «Ποτέ δεν ανέφερες κάτι γι’ αυτόν το φίλο. Στην πραγματικότητα μάλιστα
επέμενες ότι δεν είχες φίλους».
«Αυτός μου διέφευγε».
«Μήπως είναι κι αυτός ένα προϊόν της φαντασίας σου;»
«Όπως η Αμελί η καμαριέρα, εννοείς; Όχι, αυτός υπάρχει πραγματικά. Το όνομά του είναι Λούκας Έιβερι και μένω στο σπίτι
του».
«Και πάλι δεν είμαι σίγουρη πως σε πιστεύω. Γιατί ξαφνικά θέλεις να τον αποχαιρετήσεις; Δε σκόπευες να φύγεις, ούτε
σχεδίαζες να έρθεις στο Μπαθ».
«Αποφάσισα να εγκαταλείψω για πάντα την Αγγλία και, αφού η μικρή περιπέτειά μας με έφερε σ’ αυτά τα μέρη, μου φάνηκε
σωστό να πω ένα τελευταίο αντίο».
«Κι αυτή είναι όλη η αλήθεια;»
«Όχι όλη». Η Αμελί κοίταξε τα γαλάζια μάτια που την παρατηρούσαν με ένταση. «Είχα ανάγκη να σε ξαναδώ. Είχα ανάγκη
να σε αποχαιρετήσω σωστά».
Η ζεστασιά του βλέμματός του της έφερε ένα αίσθημα δυσφορίας. Η Αμελί ένιωσε έναν στιγμιαίο πανικό και θύμισε στον
εαυτό της πως δεν έπρεπε να ξεχνά τις αμφιβολίες της, τις προσβολές του, το θυμό της. Δεν έπρεπε να επιτρέψει στον εαυτό
της να κλονιστεί.
«Τώρα με είδες και με αποχαιρέτησες», του είπε σφιγμένη. «Ας κλείσουμε εδώ αυτό το κεφάλαιο και ας ευχηθούμε καλή
τύχη ο ένας στον άλλον».
Δεν της απάντησε, αλλά την κράτησε πάλι απ’ τον καρπό, αυτή τη φορά με στοργή. Η καρδιά της σκίρτησε. Αγνοώντας τα
σκανδαλισμένα βλέμματα των ανθρώπων που έμπαιναν προς την κεντρική αίθουσα, ο Γκάρεθ την τράβηξε επάνω του και την
αγκάλιασε σφιχτά από τη μέση. Το στόμα του άγγιξε απαλά το μέτωπό της και χάιδεψε τα μαλλιά της. Η Αμελί ένιωσε για
άλλη μια φορά το σώμα της να λιώνει μέσα στη ζεστασιά της αγκαλιάς του. Όμως όλα τελείωσαν αμέσως.
Απομακρύνοντάς την από πάνω του ο Γκάρεθ πήρε τα χέρια της και τα έφερε στα χείλη του. «Είμαστε και οι δύο απατεώνες,
Αμελί. Σε έναν άλλο κόσμο θα ανήκαμε ο ένας στον άλλον».
Μέσα από ένα θολό πέπλο πόθου η Αμελί αντιλήφθηκε τις ψιθυριστές φωνές γύρω της και κοκκίνισε ζωηρά. Τράβηξε
βιαστικά τα χέρια της απ’ τα δικά του.
«Πρέπει να φύγω», ψέλλισε με πνιχτή φωνή. Η γιαγιά μου θα αναρωτιέται πού βρίσκομαι».
Και μ’ αυτά τα λόγια γύρισε και έφυγε σχεδόν τρέχοντας από κοντά του.

Ο Γκάρεθ επέστρεψε στο σπίτι του Λούκας Έιβερι με το μυαλό του να έχει γίνει πεδίο μάχης αντικρουόμενων σκέψεων.
Εκείνο το πρωί είχε πάει στο Αντλιοστάσιο με την αμυδρή ελπίδα να βρει την Αμελί μαζί με τη νέα εργοδότρια που θα είχε
αποκτήσει. Όταν την αντίκρισε απέναντί του σ’ εκείνη την αίθουσα, δεν πίστευε στα μάτια του. Δεν ήταν η όμορφη αλλά
απλή καμαριέρα που είχε γνωρίσει, μα ένα κομψό και φίνο πλάσμα που κυκλοφορούσε με άνεση μέσα στους
αριστοκρατικούς κύκλους.
Παρά τη μεταμόρφωσή της όμως παρέμενε πάντα το ίδιο κορίτσι που είχε αναστατώσει τις αισθήσεις του και ο θυμός του
για την απάτη της πάλεψε μέσα του με το δυνατό πόθο να την κάνει δική του. Ύστερα είχε εμφανιστεί ο Γκλάιντ και όλα τα
ερωτήματά του για τη σχέση τους απαντήθηκαν. Φαινόταν πως η Αμελί Σίλβερντεϊλ ήταν κόρη της Εύας. Ψευδόταν και
εξαπατούσε με επιδεξιότητα. Ο θυμός του έγινε τυφλή οργή. Στο πρόσωπο του Γκλάιντ αποκρυσταλλωνόταν μια τρομερή
επιθυμία για εκδίκηση. Αν είχε στα χέρια του ένα ξίφος, ο Γκάρεθ θα τον τρυπούσε πέρα ως πέρα. Τα κολακευτικά χαμόγελα
του Γκλάιντ δήλωναν ξεκάθαρα πως η Αμελί ήταν προορισμένη γι’ αυτόν, έναν άντρα τον οποίο ο Γκάρεθ περιφρονούσε
βαθιά. Αηδιασμένος από το θέαμα ετοιμάστηκε να φύγει, τότε όμως ο Γκλάιντ έφυγε από την αίθουσα αγνοώντας την
παρουσία του Γκάρεθ στις σκιές. Κι όταν είδε την Αμελί να ακολουθεί πίσω του, στάθηκε αδύνατον να συγκρατήσει τον
εαυτό του από μια αντιπαράθεση μαζί της.
Τώρα καταλάβαινε πως είχε ερμηνεύσει με λάθος τρόπο τα φαινόμενα. Η Αμελί ισχυριζόταν πως είχε δραπετεύσει από τον
Ρούφους Γκλάιντ και πως αυτός ο άντρας την απωθούσε. Την πίστευε άραγε ο Γκάρεθ; Αν έλεγε την αλήθεια, αν πράγματι
εκείνος ο παλιάνθρωπος την καταδίωκε, γιατί δεν του είχε εξομολογηθεί όλα τα βάσανά της στο πανδοχείο ζητώντας τη δική
του βοήθεια; Μέσα στην καρδιά του ήξερε την απάντηση. Επειδή δεν τον εμπιστευόταν και είχε κάθε δίκιο γι’ αυτό. Της είχε
πει τόσα ψέματα όσα του είχε πει κι εκείνη. Αν όχι ψέματα, τουλάχιστον είχε παραλείψει αλήθειες. Ακόμα και τώρα η Αμελί
αγνοούσε την αληθινή του κατάσταση.

Ο Λούκας ήταν στο σπίτι όταν ο Γκάρεθ χτύπησε για να του ανοίξουν. Από τη στιγμή που είχε φτάσει στο Μπαθ, είχε γίνει
δεκτός με ανοιχτές αγκάλες. Ο φόβος του ότι ο λόρδος Έιβερι δε θα ήταν πια ο φίλος που θυμόταν εξαφανίστηκε από τη
θερμή υποδοχή του.
«Απόλαυσες ένα αναζωογονητικό πρωινό με τις γριές μέγαιρες;» τον υποδέχτηκε πρόσχαρα ο φίλος του.
«Όχι ακριβώς. Δεν κατάφερα να μπω στο Αντλιοστάσιο».
«Τόσο τρομακτικό ήταν;»
«Ιδιαίτερο, ας πούμε καλύτερα».
Και ο Γκάρεθ, ο οποίος είχε ήδη περιγράψει στο φίλο του όλες τις λεπτομέρειες της παραμονής του στο πανδοχείο Τζορτζ,
του διηγήθηκε την πρωινή συνάντησή του με την Αμελί και τις πολύ διαφορετικές συνθήκες της εδώ ζωής της.
«Μα αυτό είναι θαυμάσιο», αναφώνησε ο Λούκας.
«Γιατί το λες αυτό;»
«Με μια καμαριέρα η κατάσταση ήταν αδιέξοδη, όμως η κόρη του λόρδου Σίλβερντεϊλ θα γινόταν η τέλεια σύντροφος για
τον κόμη του Ντένβιλ».
«Μισό λεπτό», είπε ο Γκάρεθ μεταξύ αστείου και σοβαρού. «Προτρέχεις. Καταρχάς δεν έχω καμία πρόθεση να παίξω το
ρόλο του κόμη του Ντένβιλ και κατά δεύτερον δεν έχω βγει σε αναζήτηση νύφης».
«Πες μου, γιατί ήρθες στο Μπαθ; Είμαι αρκετά σίγουρος ότι δεν ήρθες απλώς για να γνωρίσεις τον καινούριο βαφτισιμιό
σου!»
Ο φίλος του κράτησε μια αποθαρρυντική σιωπή, αλλά ο Λούκας επέμεινε.
«Μπορεί να μην έχουμε συναντηθεί τα τελευταία εφτά χρόνια, Γκάρεθ, σε ξέρω όμως όπως τον εαυτό μου. Ίσως μάλιστα να
σε ξέρω ακόμα καλύτερα».
«Ήρθα να πω ένα οριστικό αντίο, όπως πολύ καλά ξέρεις», αναγκάστηκε να απαντήσει ο Γκάρεθ. «Κι αν διασταυρώθηκαν οι
δρόμοι μας με την Αμελί Σίλβερντεϊλ, αυτό ήταν καθαρή τύχη».
«Πολύ το δραματοποιείς!» είπε ωμά ο φίλος του. «Μόλις επέστρεψες από το Αντλιοστάσιο, για το όνομα του Θεού! Για
ποιον άλλο λόγο θα επισκεπτόσουν ένα τέτοιο μέρος;»
«Εντάξει, παραδέχομαι πως ήθελα να την αναζητήσω. Σκέφτηκα να συμφιλιωθώ μαζί της πριν φύγω. Αλλά ύστερα
συνειδητοποίησα πως δεν είχα κανένα λόγο να απολογηθώ, αφού είναι το ίδιο κάλπικη με κάθε άλλη γυναίκα που έχω
γνωρίσει».
Ο Λούκας φάνηκε να το σκέφτεται και πέρασαν μερικές στιγμές πριν ξαναμιλήσει. «Το ξέρεις πως, όταν μιλάς γι’ αυτήν, τα
μάτια σου λένε κάτι εντελώς διαφορετικό;»
«Μήπως λένε πως είναι απολύτως ανειλικρινής μαζί μου;»
«Καταλαβαίνω το θυμό σου επειδή εξαπατήθηκες, αλλά κι εσύ δεν πας πίσω. Της εξομολογήθηκες τα προβλήματά σου;»
Κοίταξε ερευνητικά το σύντροφό του. «Όχι, καλά το κατάλαβα. Κανείς από τους δύο λοιπόν δεν ήταν ειλικρινής με τον
άλλον».
Έγινε μια μεγάλη σιωπή την οποία έσπασε πρώτος ο Λούκας. «Παραδέξου το, φίλε μου», είπε με φωνή όλο χιούμορ αλλά
και συμπόνια. «Έχει μπει στο πετσί σου. Είτε σου αρέσει είτε όχι, ο έρωτας σε πολιορκεί».
«Δεν ξέρω καν τι είναι έρωτας», αντιγύρισε ανάλαφρα ο Γκάρεθ. «Στο φλερτ όμως ναι, είμαι ειδικός!»

Τις επόμενες μέρες η Αμελί ζούσε σ’ έναν ανεμοστρόβιλο κοινωνικών εκδηλώσεων, μαθημάτων χορού, συνεστιάσεων και
συναυλιών, που δεν της άφησαν πολύ χρόνο να σκεφτεί τη συνάντησή της με τον Γκάρεθ. Μόνο τη νύχτα, όταν κατέφευγε
στην απομόνωση της κρεβατοκάμαράς της, το μυαλό της ταξίδευε ελεύθερο πίσω σ’ εκείνη τη σύντομη, γεμάτη οργή
συνάντηση. Είχε εκπλαγεί όταν τον είδε να εμφανίζεται στο Αντλιοστάσιο σαν ένας τζέντλεμαν με τα όλα του. Από πού είχε
προέλθει αυτός ο ξαφνικός πλούτος και ποιος ήταν ο υποτιθέμενος φίλος του στο Μπαθ; Η Αμελί δεν ήταν καθόλου σίγουρη
πως υπήρχε κάτι από τα δύο.
Η οργή του για την απάτη της ήταν αληθινή και με το παραπάνω, αλλά ήταν κι αυτός εξίσου ένοχος, αφού η Αμελί δε
γνώριζε τίποτα περισσότερο για εκείνον απ’ όσα είχε μάθει στην πρώτη συνάντησή τους. Κι όμως, φαινόταν αποφασισμένος
να την αναζητήσει. Η Αμελί ήταν σίγουρη πως γι’ αυτήν είχε έρθει στο Μπαθ. Αν ήθελε μια απόδειξη δεν είχε παρά να
σκεφτεί εκείνη τη σκανδαλώδη αγκαλιά στο φουαγιέ του Αντλιοστασίου. Τι εννοούσε όμως λέγοντας πως σε έναν άλλο
κόσμο οι δυο τους θα ήταν μαζί;
Δεν είχε πολύ χρόνο να προβληματιστεί πάνω στα λόγια του. Καθημερινά η γιαγιά της τη συνόδευε σε διάφορες
δραστηριότητες όπου η Αμελί αναγκαζόταν να εμφανίζεται ανέμελη κι ευτυχισμένη. Η εβδομάδα πέρασε γρήγορα μέσα σε
μια διαρκή κινητικότητα, με κορύφωση τον πρώτο χορό της Αμελί στο Άνω Εντευκτήριο. Ο τελετάρχης είχε επισκεφτεί
προηγουμένως γιαγιά και εγγονή. Ο κύριος Κινγκ ήταν ένας άνθρωπος που έπαιρνε τα καθήκοντά του πολύ σοβαρά και
ανυπομονούσε να συστήσει τη μις Σίλβερντεϊλ σε όλους τους κατάλληλους νεαρούς που μπορούσε να βρει. Η προοπτική
μιας λαμπρής βραδιάς χορού υποσχόταν ακόμα μεγαλύτερη γκάμα επιλογών. Θα δοκιμάζονταν έτσι και οι επιδόσεις της
Αμελί στο βαλς, αυτό τον τολμηρό νέο χορό για το Μπαθ.
Το δικό της ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο χορό δεν ήταν ιδιαίτερο, αλλά, από τη στιγμή που πέρασε μέσα από την είσοδο
με τους κλασικούς κίονες του Εντευκτηρίου στο πολυτελέστατο, κατάφωτο εσωτερικό, ένιωσε να τη συνεπαίρνουν τα
χρώματα και η κίνηση γύρω της. Νεαρές γυναίκες με ζωηρά φορέματα στροβιλίζονταν πιασμένες απ’ τα μπράτσα καβαλιέρων
με σκούρα επίσημα ενδύματα, ενώ οι συνοδοί στέκονταν ολόγυρα στους τοίχους της αίθουσας χορού, απολαμβάνοντας αυτή
την ευκαιρία για μια ευχάριστη ανταλλαγή ειδήσεων.
Μόλις η Αμελί και η Μπριέλ μπήκαν στην αίθουσα, αμέσως άρχισαν να τις πολιορκούν. Μέσα σε λίγα λεπτά η κάρτα του
χορού της Αμελί είχε γεμίσει. Απ’ ό,τι φαινόταν, όλοι οι νεαροί ήθελαν να χορέψουν με τη νεοφερμένη καλλονή. Έτσι δεν
μπόρεσε παρά να αφήσει τον εαυτό της να διασκεδάσει. Της άρεσε η αίσθηση να στροβιλίζεται στην αστραφτερή πίστα μέσα
στα μπράτσα των διαδοχικών καβαλιέρων της, ξέροντας πως εκείνη ήταν το πρόσωπο της βραδιάς. Ο Πέρι Λέιδαμ
αποδείχτηκε εξαίρετος χορευτής και χόρεψε μαζί της δύο φορές, δίνοντας πλούσια τροφή στα κουτσομπολιά του Μπαθ.
Ήταν σίγουρα πολύ ευχάριστο να είναι η πιο περιζήτητη ντάμα της αίθουσας, αλλά η μέθη της βραδιάς δεν μπορούσε να
κρύψει τη σκληρή πραγματικότητα. Αυτός ο χορός, όπως και όλοι οι άλλοι, ήταν μέρος μιας καθιερωμένης τελετουργίας η
οποία οδηγούσε αναπόφευκτα στα σκαλιά της εκκλησίας. Ήταν ένα μονοπάτι που η Αμελί πάσχιζε σ’ όλη τη ζωή της να
αποφύγει, όσο κι αν συνειδητοποιούσε ότι οι ελπίδες της γι’ αυτό ήταν μηδαμινές.
Τελευταία όμως είχε γίνει επιτακτική η ανάγκη να παραμείνει ειλικρινής με τον εαυτό της. Φυσικά αυτό συνέβη από τη
στιγμή που γνώρισε τον Γκάρεθ. Ήταν αγενής, αυταρχικός και διπρόσωπος, αλλά άναβε μέσα της μια φλόγα που δεν έλεγε
να σβήσει. Θεωρούσε τον εαυτό της ψύχραιμο, λογικό, ακόμα και απαθή. Κι όμως, μέσα σε λίγες εβδομάδες αυτή η
πεποίθηση είχε γκρεμιστεί και στη θέση της δεν είχε απομείνει τίποτα. Τις τελευταίες στιγμές της συνάντησής τους στο
Αντλιοστάσιο της είχε δείξει κάποια τρυφερότητα, αλλά αυτό δεν άλλαζε τίποτα. Ετοιμαζόταν να συνεχίσει τη ζωή του κι
αυτή η τρυφερότητα ήταν απλώς ένα προοίμιο για την αναχώρησή του.
Μη ξέροντας τι συνέβαινε μέσα στο μυαλό της εγγονής της, η Μπριέλ κοιτούσε ικανοποιημένη, έχοντας την απόλυτη
βεβαιότητα πως η Αμελί ήταν το πιο όμορφο κορίτσι στην αίθουσα. Ντυμένη με μια τουαλέτα από λευκό απαλό μετάξι πάνω
από άσπρο σατέν μεσοφόρι με πέρλες κι ένα διάδημα από μαργαριτάρια στα μαλλιά, έμοιαζε σαν μια παραμυθένια
πριγκίπισσα και η γιαγιά της την καμάρωνε με πρωτόγνωρη συγκίνηση.

Καθώς προχωρούσε η βραδιά και οι κολλαριστοί γιακάδες των κυρίων φάνηκαν να επηρεάζονται από τη ζέστη των
εκατοντάδων κεριών που έκαιγαν στα κηροπήγια των τοίχων, η ορχήστρα έκανε ένα διάλειμμα και ο κόσμος άρχισε να
συγκεντρώνεται γύρω από τον μπουφέ με τα αναψυκτικά στο διπλανό δωμάτιο. Η Αμελί δεν είχε σταματήσει να χορεύει και
τώρα ήταν ευγνώμων για την ευκαιρία που της δινόταν να καθίσει λίγο. Πήγαινε προς την πόρτα μαζί με την Μπριέλ όταν ο
κύριος Κινγκ τις πρόλαβε για να συστήσει στις δυο κυρίες έναν συνοδό για το διπλανό μπουφέ. Ήταν ο Ρούφους Γκλάιντ.
«Μις Σίλβερντεϊλ, πόσο χαίρομαι που σας συναντώ ξανά σ’ ένα τόσο ευχάριστο περιβάλλον. Ελπίζω να απολαύσατε το
χορό».
Το ωχρό πρόσωπό του έγειρε προς το μέρος της ενώ τα μάτια του διέτρεξαν φευγαλέα το κορμί της. Η Αμελί ένιωθε να
ανατριχιάζει από αηδία, κατάφερε όμως να κάνει μια μικρή υπόκλιση χωρίς να συναντήσει το αρπακτικό του βλέμμα.
«Σας ευχαριστώ, σερ Ρούφους. Ναι, απόλαυσα το χορό».
«Αναρωτιέμαι αν θα χαρίζατε και σ’ εμένα την απόλαυση να σας συνοδεύσω για ένα τσάι».
Έψαξε γύρω της απεγνωσμένα για την Μπριέλ, η οποία δυστυχώς είχε πιάσει τη συζήτηση με τη γειτόνισσά της. Ο Ρούφους
ακολούθησε το βλέμμα της και η φωνή του ακούστηκε μελιστάλαχτη. «Ζήτησα ήδη από τη γιαγιά σας την άδεια και ήταν
παραπάνω από ευτυχής να σας εμπιστευτεί στη φροντίδα μου για μισή ώρα».
Έτσι δεν της έμεινε άλλη επιλογή από το να συμφωνήσει. Όταν ένιωσε το μισητό άγγιγμά του στο μπράτσο της, έπνιξε την
αποστροφή της, επιτρέποντας στον Γκλάιντ να την οδηγήσει στη διπλανή αίθουσα. Εκεί της βρήκε μια καρέκλα και πήγε να
πάρει γλυκίσματα. Τώρα η διαφυγή ήταν αδύνατη.
Σε πολύ λίγο επέστρεψε κρατώντας ένα μικρό πιάτο με χρυσή μπορντούρα.
«Ελπίζω να εκτίμησα σωστά τις προτιμήσεις σας», μουρμούρισε με δουλοπρέπεια, «πείτε μου όμως, παρακαλώ, αν θα
θέλατε κάτι άλλο».
«Αυτό αρκεί. Ευχαριστώ, σερ Ρούφους».
«Παρακαλώ. Ρούφους. Νιώθω πως γνωριζόμαστε αρκετά καλά για να χρησιμοποιούμε τα μικρά ονόματα. Διαφωνείτε;»
«Θα προτιμούσα η γνωριμία μας να παραμείνει τυπική, σερ Ρούφους. Είμαι σίγουρη ότι κατανοείτε τους λόγους μου».
«Δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Με απογοητεύει λίγο αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης που δείχνετε στο πρόσωπό μου. Ο
πατέρας σας προφανώς έχει άλλη άποψη, αλλιώς δε θα μου πρόσφερε το χέρι σας».
«Ο πατέρας μου δεν έχει κανένα λόγο πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Και σας παρακαλώ να μην αναφερθείτε ξανά στην πρότασή
σας».
«Όσο γι’ αυτό, νομίζω πως ο πατέρας σας έχει κάθε λόγο, παρά την προσωρινή διαμονή σας στο Μπαθ. Και ελπίζω να είναι
πράγματι προσωρινή».
«Δεν ξέρω πόσο καιρό θα μείνω, αλλά σίγουρα θα είναι για αρκετά μεγάλο διάστημα».
«Θα το δούμε αυτό». Η φωνή του είχε μια απειλητική χροιά. «Σε περίπτωση αντιδικίας, μις Σίλβερντεϊλ, νομίζω πως θα
υποστηρίξω τον πατέρα σας».
«Κύριε, βρίσκω τον τόνο αυτής της συζήτησης πολύ δυσάρεστο και σας παρακαλώ να σταματήσετε να με παρενοχλείτε κατ’
αυτό τον τρόπο».
«Αντιλαμβάνομαι πως πρέπει να διορθώσω τον τόνο μου. Δεν έχω καμία επιθυμία να σας αναστατώσω δίχως λόγο.
Παρακαλώ να είστε βέβαιη ότι στο μέλλον δε θα σας ενοχλήσω ξανά ζητώντας το χέρι σας. Άλλωστε, όπως θα διαπιστώσετε,
δε συνηθίζω να ζητώ».
«Να με συγχωρείτε, πρέπει να βρω τη γιαγιά μου».
Μη μπορώντας να κρύψει άλλο την αηδία της, η Αμελί πήρε βιαστικά το τσαντάκι της και βγήκε γρήγορα στην αίθουσα του
χορού. Η Μπριέλ δε φαινόταν πουθενά, ακόμα όμως κι αν η γιαγιά της εμφανιζόταν τώρα μπροστά της η Αμελί δε θα της
ανέφερε τις απειλές του Γκλάιντ. Τι θα μπορούσε να της πει; Ήταν υπερβολικά έξυπνος για να εκτοξεύει άμεσες απειλές. Δεν
υπήρχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του. Κι όμως η Αμελί ένιωθε σαν να της είχαν απευθύνει μια προειδοποίηση. Ο
Γκλάιντ σχεδίαζε την εκδίκησή του κι αυτή θα ερχόταν σύντομα.
Φοβούμενη πως θα την ακολουθούσε, συνέχισε να προχωρεί ώσπου βγήκε από τις μεγάλες ανοιχτές μπαλκονόπορτες με τις
κουρτίνες που είχαν τραβηχτεί για να υποδεχτούν το θερμό νυχτερινό αεράκι και θρόιζαν σε κάθε πνοή του. Η Αμελί βγήκε
γρήγορα στη βεράντα που διέτρεχε όλο το μήκος του κτιρίου και κατέβηκε τα λιγοστά σκαλιά προς ένα από τα πολλά
μονοπάτια που έτεμναν τους γύρω κήπους. Ήθελε να είναι αθέατη από το φωτισμένο δωμάτιο πίσω της. Η νύχτα ήταν
ασάλευτη, θα ’λεγε κανείς πως η φύση κρατούσε την ανάσα της. Το τρίξιμο απ’ τα γοβάκια της πάνω στο γρασίδι ήταν ο
μοναδικός ήχος μέσα στην απόλυτη ησυχία.
Ήρθε στη μύτη της το άρωμα φρεσκοανθισμένης πασχαλιάς. Τα μάτια της σταδιακά συνήθισαν το σκοτάδι και τώρα
μπορούσε να διακρίνει αποχρώσεις του γκρι να ξεπροβάλλουν απ’ το σκοτάδι μαζί με μια μικρή, λαμπερή κόκκινη λάμψη.
Για μια στιγμή τα μάτια της εστιάστηκαν κατευθείαν στο φως και συνειδητοποίησε ξαφνιασμένη πως κοιτούσε την καύτρα
ενός πούρου. Γύρισε να τρέξει γρήγορα πίσω στην αίθουσα χορού όπου οι μουσικοί είχαν αρχίσει και πάλι να παίζουν. Τότε
μια σαρδόνια φωνή ακούστηκε πίσω της.
«Κουραστήκατε να χορεύετε, μις Σίλβερντεϊλ;»
Στράφηκε απότομα και είδε το χλευαστικό χαμόγελο του Γκάρεθ Γουέντοβερ. «Δεν μπορεί να φεύγει κιόλας η ωραία της
βραδιάς;»
«Απλώς βγήκα να πάρω λίγο αέρα. Είναι όμορφη νύχτα».
«Τότε ίσως θα έπρεπε να πάρουμε μαζί αέρα», πρότεινε σε τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις.
Τώρα οι δυο τους φαίνονταν καθαρά από την αίθουσα του χορού και, μη θέλοντας να τραβήξει την προσοχή, η Αμελί
ακούμπησε ανάλαφρα το χέρι της στο μπράτσο που της πρόσφερε ο Γκάρεθ και άρχισε να περπατά μαζί του στο μονοπάτι
που οδηγούσε σε μια συστάδα δέντρων στο βάθος. Το φεγγάρι το οποίο ως τώρα κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα ξεπρόβαλε
και ο κήπος λούστηκε ξαφνικά στο ασήμι. Είδε για πρώτη φορά τον συνοδό της καθαρά. Το άσπρο πουκάμισο με το μαύρο
σμόκιν και το παντελόνι ως το γόνατο που θεωρούνταν απαραίτητα για μια επίσημη περίσταση σαν κι αυτή αναδείκνυαν
τέλεια το ηλιοκαμένο πρόσωπο και το σμιλεμένο κορμί του. Φαινόταν υπέροχος. Τα μάτια της μαγεύτηκαν, λαχταρούσαν να
συνεχίσουν να κοιτούν αυτή τη σαγηνευτική εικόνα, αλλά γρήγορα απέστρεψε το βλέμμα της. Δεν είχε καμία επιθυμία να του
δηλώσει ανοιχτά ποια επίδραση είχε η εμφάνισή του επάνω της.
«Βλέπω πως επανασυνδέθηκες με το φίλο σου».
«Με κατασκόπευες!»
«Όχι βέβαια».
«Τότε γιατί βρίσκεσαι εδώ;»
«Επειδή οι Έιβερι ήθελαν να παρευρεθούν στο χορό κι εγώ τους συνόδευσα».
«Δε σε είδα να χορεύεις».
«Προτιμώ να βλέπω. Παρατηρεί κανείς ένα σωρό ενδιαφέροντα πράγματα... Είδα τον Ρούφους Γκλάιντ, για παράδειγμα, τον
ορκισμένο εχθρό σου».
«Δεν πιστεύεις πως είναι εχθρός μου», μάντεψε.
«Απ’ όσα είδα, φαίνεται απίθανο. Ήταν ένα μικρό τετ α τετ, τίποτα το εχθρικό. Τι απόλαυσες περισσότερο, τα γλυκίσματα
που σου πρόσφερε ή τα γλυκόλογα που σου είπε;»
«Αναγκάστηκα να πάρω τσάι μαζί του. Κι αυτά που μου απηύθυνε ήταν απειλές».
«Αναγκάστηκες; Απειλές;» Ο Γκάρεθ την κοιτούσε ερωτηματικά.
«Έκανε υπαινιγμούς ότι θα ήταν καλύτερα να ικανοποιήσω τις επιθυμίες του και να τον δεχτώ σαν θαυμαστή μου».
«Κι εσύ τι σκοπεύεις να κάνεις;»
«Πώς μπορείς να ρωτάς κάτι τέτοιο;»
Ο Γκάρεθ ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους του. «Η οικογένειά σου θέλει πραγματικά αυτόν το γάμο. Η ζωή σου ίσως γίνει
ευκολότερη αν συμφωνήσεις».
«Η ζωή μου θα γίνει μια κόλαση!»
Έτσι όπως στεκόταν στο κρύο, λαμπερό φεγγαρόφωτο οι ώμοι της ξαφνικά βούλιαξαν σαν να παραιτούνταν. Εκείνη τη
στιγμή τού φάνηκε πολύ νεαρή και ευάλωτη, και η καρδιά του σφίχτηκε.
«Αν χρειάζεσαι βοήθεια, δεν έχεις παρά να μου τη ζητήσεις», της είπε σταματώντας κάτω από το πλατύ φύλλωμα μιας
καστανιάς και γυρίζοντας να την κοιτάξει.
«Σ’ ευχαριστώ, αλλά αμφιβάλλω αν μπορείς να με βοηθήσεις», του απάντησε.
«Ίσως κάνεις λάθος». Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το περίγραμμα του προσώπου της με το ένα δάχτυλό του.
Η Αμελί έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω. Το σύντομο άγγιγμά του είχε προκαλέσει ρίγη σ’ όλο το κορμί της.
«Αφού φεύγεις σύντομα από την Αγγλία, θα ήταν ανώφελο να στηριχτώ στη βοήθειά σου», του αντιγύρισε κοφτά.
Το χαμόγελό του ήταν νωχελικό και γεμάτο αυτοπεποίθηση. «Αν μου το ζητούσες όμορφα, ίσως να ανέβαλλα το ταξίδι μου
όμως».
«Πώς θα έκανες κάτι τέτοιο; Με θεωρείς ψεύτρα, μια απατεώνισσα».
«Σίγουρα είσαι επινοητική, όπως όλες οι γυναίκες».
«Υποκλίνομαι στην απεριόριστη εμπειρία σου γύρω από το γυναικείο φύλο».
«Και θα έπρεπε. Είναι μια εμπειρία που αποκτήθηκε με κόπο και με ανταμείβει μόνο με πρόσκαιρες ηδονές».
«Αν δε διαφέρω από τις αμέτρητες γυναίκες που μέμφεσαι, τότε γιατί μου προσφέρεις τη βοήθειά σου;»
«Ίσως επειδή είσαι στ’ αλήθεια τέλεια εκτός από ψεύτρα. Και επειδή χρειάζεσαι βοήθεια. Φαίνεται πως ο κλοιός στενεύει
γύρω σου».
Ανατρίχιασε όταν τον είδε να την πλησιάζει. Ύστερα, αφού ανασήκωσε με το χέρι του το πιγούνι της, τη φίλησε απαλά στα
χείλη. Η Αμελί ήξερε πως έπρεπε να τραβηχτεί και να του ζητήσει να τη συνοδεύσει πίσω στην αίθουσα του χορού. Ήδη την
έζωναν περισσότερες απειλές απ’ όσες μπορούσε να αντιμετωπίσει και δεν της χρειαζόταν να παλέψει κι από πάνω με τον
πειρασμό αυτού του επικίνδυνου άντρα. Όμως ένιωθε μια απελπισμένη ανάγκη να γευτεί ξανά τη γλύκα του στόματός του και
τα χείλη της άνοιξαν χωρίς καμία αντίσταση για να δεχτούν τα δικά του. Το φιλί του ήταν παρατεταμένο και βαθύ. Το σώμα
της, απαλό και εύπλαστο στο άγγιγμά του, έγειρε πίσω στον κορμό του δέντρου. Τα χέρια του την τράβηξαν κοντά του, το
σκληρό κορμί του κόλλησε επάνω της. Ύστερα άρχισε να τη χαϊδεύει με αργές και έμπειρες κινήσεις, ώσπου κατακλύστηκε
ολόκληρη από αλλεπάλληλα κύματα ηδονής. Τα μικρά κουμπιά από πέρλες στο φόρεμά της γρήγορα άνοιξαν και η λευκή
σάρκα του στήθους της αποκαλύφθηκε ελεύθερη στο άγγιγμά του. Το στόμα του βρήκε τα στήθη της και τα φιλιά του εκεί
γίνονταν όλο και πιο καυτά.
Κάπου μακριά έσκουξε μια κουκουβάγια και για μια στιγμή έμειναν ακίνητοι να αφουγκράζονται τους ήχους της νύχτας.
Ύστερα ο Γκάρεθ απομακρύνθηκε απότομα.
«Θα πρέπει να γυρίσεις πίσω για να αναζητήσεις τη γιαγιά σου», της είπε σε τραχύ τόνο.
Η Αμελί άρχισε να διορθώνει σοκαρισμένη το φόρεμά της με τρεμάμενα δάχτυλα. Ο Γκάρεθ την παρακολουθούσε αμίλητος
και με έκφραση ανεξιχνίαστη.
«Θα πρέπει να παντρευτείς, Αμελί. Και μάλιστα γρήγορα. Σίγουρα θα έχεις κι άλλους θαυμαστές εκτός από τον Ρούφους
Γκλάιντ».
Ένας αναπάντεχος θυμός ξέσπασε μέσα της. Πώς τολμούσε να τη χρησιμοποιεί έτσι κι ύστερα να της προτείνει να
παντρευτεί έναν άλλον άντρα; Μήπως ήταν κι αυτή άλλη μια προσβολή από τις τόσες που της είχε ήδη εκτοξεύσει; Μήπως τη
θεωρούσε πράγματι μια πόρνη, μονίμως διαθέσιμη σε κάθε άντρα που συναντούσε στο δρόμο της;
Τον προσπέρασε αγέρωχη και με το κεφάλι ψηλά, εκείνος όμως την άρπαξε από το μπράτσο και την τράβηξε πίσω. «Το
εννοώ, ξέρεις... Αν αντιμετωπίσεις πρόβλημα, στείλε μου μια ειδοποίηση».
Έδιωξε το χέρι του κι έτρεξε γρήγορα πίσω στην αίθουσα του χορού. Ευτυχώς η Μπριέλ καθόταν κοντά στο παράθυρο και
ήταν μόνη.
«Φοβάμαι πως δεν μπορώ να χορέψω άλλο, γιαγιά. Έχω έναν φρικτό πονοκέφαλο».
Βλέποντας τα τραβηγμένα χαρακτηριστικά της εγγονής της και ακούγοντας την ταραχή στη φωνή της, η Μπριέλ μάζεψε
αμέσως τα πράγματά της και κάλεσε την άμαξα. Καθισμένη δίπλα της μέσα στο κουπέ, η γιαγιά της πήρε τα χέρια της Αμελί
μέσα στα δικά της ζεστά χέρια και τα χάιδεψε καθησυχαστικά. «Εξουθενώθηκες, καλή μου. Θα περάσουμε μερικές ήσυχες
μέρες κι ύστερα θα νιώσεις και πάλι έτοιμη για κοινωνικές επαφές».
Και πού να ήξερες, σκέφτηκε η Αμελί, αλλά δεν τόλμησε να αναφέρει την παρουσία του Γκάρεθ, ούτε φυσικά να μιλήσει
για τη δική της ανάρμοστη συμπεριφορά. Είχε ανάγκη να σπρώξει το περιστατικό στα πιο απόκρυφα βάθη του μυαλού της. Η
Αμελί είχε φερθεί όσο πιο άσεμνα γινόταν, και μάλιστα με έναν άντρα που δε νοιαζόταν καθόλου γι’ αυτήν. Ήταν φανερό
πως την έβλεπε μόνο σαν προσωρινή διασκέδαση. Την είχε ξετρελάνει από πόθο κι ύστερα την είχε διώξει από κοντά του.
Όταν σκεφτόταν τη συνάντησή τους, το πρόσωπό της αναψοκοκκίνιζε από την ταραχή και η ντροπή την πλημμύριζε
ολόκληρη. Γι’ αυτό δεν έπρεπε να το σκέφτεται, αντίθετα έπρεπε οπωσδήποτε να το ξεχάσει!

«Θαυμάζω την επιλογή σου. Ένα διαμάντι πρώτης ποιότητας!» Ο Λούκας χαμογέλασε πλατιά καθώς ο Γκάρεθ επιβιβαζόταν
στην οικογενειακή άμαξα των Έιβερι. «Την είδαμε όταν επέστρεφε από τη μυστική συνάντησή σας κάτω από το
φεγγαρόφωτο».
«Είναι πανέμορφο κορίτσι», σιγοντάρισε η σύζυγός του. «Διόλου παράξενο που είσαι ερωτευμένος μαζί της».
Ο Γκάρεθ αγριοκοίταξε το φίλο του. «Δε θα ρωτήσω ποιος έβαλε αυτή την ιδέα στο μυαλό σου, Κάθριν, αλλά κάνεις
λάθος».
Εκείνη σούφρωσε τη μύτη της χαριτωμένα. «Αναρωτιέμαι», μουρμούρισε γλυκά.
«Παραδέξου το, είσαι ερωτευμένος». Ο Λούκας μιλούσε με ενθουσιασμό. «Τι πιο θαυμάσιο; Ανησύχησα όταν πίστεψα πως
είχες γοητευτεί από μια νεαρή ακατάλληλη για σένα, τώρα όμως η κατάσταση διαφέρει».
«Όχι, δε διαφέρει». Η απάντηση του Γκάρεθ ήταν κοφτή μέσα στην άμαξα που κυλούσε αργά στο σκοτεινό πλακόστρωτο.

Μόλις έφτασαν στο σπίτι, ο Λούκας πήρε το φίλο του απ’ το χέρι και τον οδήγησε κατευθείαν στο γραφείο του. Κανείς δεν
έμπαινε ποτέ εκεί μέσα απρόσκλητος. Σέρβιρε δυο ποτήρια μπράντι και έδωσε το ένα στον Γκάρεθ.
«Ίσως να είμαι ανόητος», άρχισε να του λέει, «γι’ αυτό εξήγησέ μου, σε παρακαλώ, για ποιον ακριβώς λόγο είσαι
αποφασισμένος να παρατήσεις αυτή την καλλονή;»
«Η Αμελί είναι πράγματι μια όμορφη γυναίκα κι εγώ ένας απολύτως φυσιολογικός άντρας. Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο
απ’ αυτό».
«Ναι, αλλά γιατί;»
«Οι γυναίκες είναι μια επιπλοκή την οποία δε χρειάζομαι στη ζωή μου».
«Οι γυναίκες, μπορεί, αλλά ξέχνα όλες τις άλλες που φλέρταρες στη ζωή σου, ετούτο το κορίτσι είναι διαφορετικό».
«Δε νομίζω».
«Είπες και μόνος σου ότι δεν μπορείς να τη βγάλεις απ’ το μυαλό σου».
«Πρέπει, όμως, και θα το κάνω». Είδε την ανήσυχη έκφραση του φίλου του. «Δε γυρεύω νύφη, Λούκας», του είπε απότομα,
«ούτε να ερωτευτώ. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε εμπιστοσύνη κι εγώ δεν μπορώ να δείξω ούτε ίχνος εμπιστοσύνης».
Το βλέμμα του Λούκας ήταν προβληματισμένο. «Η εμπιστοσύνη καλλιεργείται, αν της δώσεις την ευκαιρία».
«Το έκανα... κάποτε. Αλλά ξέρουμε και οι δύο ποια ήταν η κατάληξη».
«Αυτή η ιστορία ανήκει στο παρελθόν», αντιγύρισε ο φίλος του. «Δε σημαίνει πως δεν μπορείς να αρχίσεις πάλι».
«Δεν υπάρχει τίποτα να αρχίσω. Διάλεξα το δρόμο μου πριν από χρόνια και τώρα δεν μπορώ να κάνω πίσω».
«Δεν τον διάλεξες, αναγκάστηκες να τον ακολουθήσεις. Δε θέλω να μιλήσω άσχημα για την οικογένειά σου και για κάποιον
που δε βρίσκεται εδώ να υπερασπιστεί τον εαυτό του, όμως ο παππούς σου σου φέρθηκε άθλια».
Ο Γκάρεθ έβγαλε ένα μικρό, άκεφο γέλιο πριν ο φίλος του συνεχίσει. «Βλέπω ότι έχεις αλλάξει, μην αφήσεις όμως εκείνο το
σκάνδαλο να καταστρέψει και την υπόλοιπη ζωή σου. Δε διέπραξες κανένα απολύτως αδίκημα».
«Το ξέρω αυτό. Και δόξα τω Θεώ το ξέρεις κι εσύ. Αλλά ο υπόλοιπος κόσμος με θεωρεί και θα με θεωρεί για πάντα ένοχο.
Δεν μπορώ να ζητήσω από καμία γυναίκα να με παντρευτεί, ακόμα κι αν θα το ήθελα. Και ευτυχώς, δηλαδή», κατέληξε με
πίκρα.
Ο σύντροφός του αναστέναξε προβληματισμένος. «Αν μπορούσαμε να μάθουμε τι συνέβη στ’ αλήθεια εκείνο το βράδυ...
Έχεις καμία ιδέα ποιος μπορεί να έκλεψε; Αφού δεν ήσουν ούτε εσύ ούτε κι εγώ, τότε ήταν κάποιος από τους τρεις άλλους
στο τραπέζι. Δεν μπορεί να ήταν ο στρατηγός Τίλνι, και ο Πίτερσαμ είναι τόσο πλούσιος που θα ήταν γελοίο να σκεφτεί
κανείς πως είναι κλέφτης. Ο Γκλάιντ όμως; Αυτός ναι, είναι ένας άνθρωπος βουτηγμένος μέχρι το λαιμό σε κάθε είδους
βρομιά».
«Έχω αναρωτηθεί κι εγώ πολλές φορές ποιος έκλεψε εκείνο το βράδυ. Δε σκέφτομαι τίποτε άλλο εδώ και εφτά χρόνια. Δε
θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Γκλάιντ. Όμως τι είχε να κερδίσει; Το ποσό δεν ήταν και τόσο μεγάλο και σε κάθε
περίπτωση είναι ένας πλούσιος άνθρωπος».
«Εγώ δεν είμαι σίγουρος ότι είναι τόσο ευκατάστατος όσο εμφανίζεται. Υπάρχουν φήμες ότι συχνά αναγκάζεται να
πουλήσει κτήματα ή μερικά από τα άλογά του. Μετά πάλι τον ευνοεί η τύχη και όλα του πάνε καλά. Ξαναγεμίζει τους
στάβλους του και ισχυρίζεται ότι απλώς θέλησε να κάνει μια μικρή αλλαγή στα ζώα του».
«Τι σημαίνει αυτό λοιπόν;»
«Σημαίνει ότι ο Γκλάιντ θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ένα κίνητρο... το χρήμα. Τελευταία ψιθυρίζεται ότι προτιμά να παίζει
με νεαρούς άντρες, ανθρώπους με ελάχιστη πείρα και γεμάτες τσέπες».
«Εγώ σίγουρα δεν ήμουν ένας απ’ αυτούς. Άβγαλτος, ναι. Αλλά δεν είχα μια περιουσία να χάσω. Ξέρεις καλά πόσο
τσιγκούνης ήταν ο παππούς μου. Έπαιρνα ένα πολύ μικρό επίδομα, ο Γκλάιντ δε θα έμπαινε στον κόπο να με βάλει στο
στόχαστρό του».
«Ίσως να μη σου αποσπούσε πολλά, είναι αλήθεια, αλλά ο άνθρωπος είναι στ’ αλήθεια μοχθηρός, έχει τη διαφθορά μέσα
του. Ίσως ήθελε απλώς να καταστρέψει έναν νεαρό άντρα με λαμπρό μέλλον... εμφανίσιμο, γοητευτικό, μελλοντικό κόμη, μ’
έναν παππού ο οποίος τον αγαπούσε και τον σεβόταν».
«Δεν αρκεί αυτό. Αν υπήρχε κίνητρο και πραγματικές αποδείξεις για την απάτη του, θα τον είχα αντιμετωπίσει πριν από
χρόνια, και ας ήμουν εξόριστος και άφραγκος».
«Νομίζω πως ίσως υποτιμάς το φίλο μας τον Γκλάιντ. Θα κατέστρεφε οποιονδήποτε για ένα στοίχημα ίσως, ή ακόμα και για
διασκέδαση, έτσι όπως ο ίδιος αντιλαμβάνεται τη δια-σκέδαση».
Ο Γκάρεθ βυθίστηκε σε σκέψεις. Όταν ξαναμίλησε, η φωνή του ήταν άγρια. «Και τώρα τριγυρίζει την Αμελί Σίλβερντεϊλ.
Στην αρχή νόμιζα πως εκείνη έπαιζε παιχνίδια μαζί μου, πως δήθεν την απωθούν τα ανοίγματά του ενώ κατά βάθος προσδοκά
να γίνει η επόμενη λαίδη Γκλάιντ. Φαίνεται όμως ότι τον σιχαίνεται πραγματικά. Και παρ’ όλα αυτά εκείνος εξακολουθεί να
την πολιορκεί. Πρώτα στο Λονδίνο, ύστερα στο πανδοχείο Τζορτζ και τώρα εδώ».
«Τότε, αν νοιάζεσαι καθόλου γι’ αυτό το κορίτσι, δε λέω ότι την αγαπάς», έσπευσε να διορθώσει ο Λούκας βλέποντας το
ύφος του φίλου του, «πρέπει να τη φροντίσεις».
«Δε θα είναι εύκολο. Δε με εμπιστεύεται και έχει κάθε δίκιο σ’ αυτό».
«Πες της την αλήθεια για σένα, τότε θα σ’ εμπιστευτεί».
«Το πιθανότερο είναι να νιώσει αποστροφή».
«Πρέπει να μάθει ως πού είναι ικανός να φτάσει ο Γκλάιντ, να καταλάβει τον κίνδυνο που θα αντιμετωπίσει αν στραφεί
εναντίον του».
Ο Γκάρεθ σηκώθηκε απότομα και άρχισε να βηματίζει ανήσυχος μέσα στο γραφείο. «Έχεις δίκιο. Η Γαλλία θα πρέπει να
περιμένει. Πρέπει να την προειδοποιήσω. Άλλωστε θα νιώσω μεγάλη ικανοποίηση να ματαιώσω τα σχέδια του Γκλάιντ».
«Μην τον υποτιμάς, Γκάρεθ. Μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνος».
«Αυτό το πιστεύω, αλλά εγώ μπορώ να γίνω ακόμα πιο επικίνδυνος».
Κεφάλαιο 8

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν η Αμελί κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα. Όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να ξεχάσει τη
συνάντησή της με τον Γκλάιντ. Στο μυαλό της ερχόταν ξανά και ξανά η σκηνή και κάθε φορά την έκανε να νιώθει χειρότερα.
Ήξερε πως είχε συμπεριφερθεί απερίσκεπτα και άσεμνα. Ποιο ήταν όμως αληθινά το αδίκημά της; Το ότι έδειξε τα αισθήματά
της τόσο φανερά, το ότι επέτρεψε στον εαυτό της να εμπιστευτεί; Σε αντάλλαγμα εκείνος την ταπείνωσε. Παρακολουθώντας
στο παρελθόν την απόγνωση της μητέρας της, είχε ορκιστεί να μην αφήσει ποτέ κανέναν άντρα να την πλησιάσει. Τώρα είχε
παραβεί αυτό τον όρκο και πλήρωνε το τίμημα. Η μοναδική ελπίδα της ήταν να φύγει αμέσως από το Μπαθ. Έτσι δε θα
χρειαζόταν να τον ξανασυναντήσει ποτέ, ούτε να ξαναδεί την περιφρόνηση στο πρόσωπό του.

Μετά από έναν ταραγμένο ύπνο, το επόμενο πρωί ξύπνησε κουρασμένη και αποκαρδιωμένη, έτσι δέχτηκε με απροθυμία την
πρόταση για έναν περίπατο στους Κήπους του Σίδνεϊ. Η γιαγιά της ήθελε να ασχοληθεί με τους λογαριασμούς του σπιτιού,
οπότε ανατέθηκε στη Φάνι να συνοδεύσει την κυρία της. Η Αμελί δεν ήθελε να επιβαρύνει την καμαριέρα της με τα
προβλήματά της ή τις ανησυχίες της για τον Ρούφους Γκλάιντ. Η κοπέλα είχε ήδη δεχτεί σοβαρή επίπληξη για το ρόλο της
στην απόδραση της κυράς της και το τελευταίο πράγμα που ήθελε η Αμελί ήταν να της ξυπνήσει κακές αναμνήσεις.
Καλύτερα η Φάνι να έμενε με την εντύπωση ότι η κυρία της ήταν απολύτως ευτυχισμένη.
Το τοπίο φαινόταν ιδιαίτερα φιλόξενο. Μια βραδινή βροχή είχε κάνει τα φυλλώματα να λαμποκοπούν και τα χρώματα των
λουλουδιών να ζωηρέψουν. Έκαναν χαλαρά τον περίπατό τους στα μονοπάτια που διασταυρώνονταν ανάμεσα στο
καλοδιατηρημένο γρασίδι, περιδιαβαίνοντας αργά τους κήπους κι ύστερα πίσω στην Γκρέιτ Πάλτνι Στρητ.
Η Φάνι ήταν όλη αυτιά για να ακούσει τις λεπτομέρειες από το χορό της προηγούμενης βραδιάς και η κυρία της φρόντισε να
της περιγράψει μια καθησυχαστικά πρόσχαρη εικόνα. Καμία δεν είδε τα σύννεφα να συγκεντρώνονται και τον ουρανό να
σκοτεινιάζει, ώσπου άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. Μάζεψαν τις φούστες τους κι έτρεξαν να καλυφθούν. Κατέφυγαν σ’
ένα μικρό ξύλινο περίπτερο στο τέρμα των κήπων, το καλύτερο καταφύγιο που μπορούσαν να βρουν. Έφτασαν εκεί
λαχανιασμένες και λίγο βρεγμένες.
«Θα έπρεπε να έχουμε φέρει τις ομπρέλες μας, μις Αμελί. Ο καιρός στο Μπαθ είναι πολύ άστατος».
Η καμαριέρα τίναξε τις χοντρές σταγόνες από τη φούστα της και γύρισε στην Αμελί για να τη βοηθήσει να κάνει το ίδιο.
Όμως η κυρία της δεν της απάντησε, ούτε όταν η Φάνι τη ρώτησε απορημένη αν της συνέβαινε κάτι.
Στεκόταν ακίνητη σαν άγαλμα και κοιτούσε τον άντρα που μοιραζόταν το καταφύγιό τους. Η μοίρα δε θα μπορούσε να της
φερθεί χειρότερα. Γιατί ο Γκάρεθ Γουέντοβερ ήταν ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο που ήθελε να δει η Αμελί. Τα γαλάζια
μάτια του κοιτούσαν ανέκφραστα πέρα μακριά και μια υγρή τούφα απ’ τα μαλλιά του έπεφτε στο μέτωπό του. Η βροχή είχε
κολλήσει το φίνο ύφασμα του πανωφοριού στο σώμα του κι όλα τα αισθήματα που είχε πασχίσει να καταπνίξει άρχισαν να
ζωντανεύουν ξανά. Κοίταξε μουδιασμένη έξω τη βροχή, ανήμπορη να αρθρώσει λέξη.
Επιτέλους, η φωνή του έσπασε τη σιωπή και οι απαλές νότες της έφτασαν στ’ αυτιά της σαν από μακριά.
«Ελπίζω να είστε καλά αυτό το πρωί, μις Σίλβερντεϊλ».
Είχε γυρίσει προς το μέρος της και τα μαύρα φρύδια του είχαν υψωθεί ερωτηματικά.
Μάζεψε γρήγορα το κουράγιο της και κατάφερε να του απαντήσει με ήρεμη φωνή. «Σας ευχαριστώ, κύριε. Είμαι πολύ
καλά».
«Και αναρρώσατε πλήρως από τη χτεσινή κουραστική βραδιά, ελπίζω».
Ένιωσε μέσα της το θυμό να την κατακλύζει. Δεν του αρκούσε που την είχε ταπεινώσει την προηγούμενη νύχτα, τώρα
έπρεπε να της υπενθυμίζει από πάνω και την ντροπή της.
«Δεν είμαι τόσο φιλάσθενη ώστε μερικοί χοροί να με εξασθενούν, κύριε Γουέντοβερ», του απάντησε κακόκεφη.
«Α, οι χοροί φυσικά όχι», της είπε με ένα αδιόρατο χαμόγελο.
«Γίνεστε απρεπής, κύριε».
«Με ποιο τρόπο;»
«Μπορεί να αναγκάστηκα να αναζητήσω καταφύγιο εδώ, αλλά δεν είμαι υποχρεωμένη να υπομείνω τη χλεύη σας».
Ο Γκάρεθ φάνηκε να εκπλήσσεται στ’ αλήθεια. «Δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου».
«Δυσκολεύομαι να σας πιστέψω. Από την πρώτη στιγμή που συναντηθήκαμε μου συμπεριφέρεστε διαρκώς με
περιφρόνηση. Και χτες το βράδυ ξεπεράσατε τον εαυτό σας».
Στο μεταξύ η Φάνι τα είχε χάσει στο άκουσμα του ονόματος του Γουέντοβερ. Κάποια μακρινή ανάμνηση είχε επιστρέψει
ζωηρή στο μυαλό της και κοιτούσε κατάπληκτη πρώτα την κυρά της κι ύστερα τον άντρα που έφερε αυτό το όνομα. Τώρα, σε
μια προσπάθεια να ξανατραβήξει την προσοχή της Αμελί, έσυρε τα πόδια της με θόρυβο πάνω στο ξύλινο δάπεδο. Εκείνη
θυμήθηκε την παρουσία της καμαριέρας της και βιάστηκε να τη διώξει.
«Πήγαινε πίσω στο σπίτι, Φάνι, και φέρε τις ομπρέλες μας».
«Μα, μις, η βροχή σχεδόν σταμάτησε».
«Άφησε τις αντιρρήσεις. Ο καιρός δείχνει ασταθής και δε θέλω να βραχώ περισσότερο».
Η Φάνι έδειξε να έχει αμφιβολίες, αλλά η κυρά της πήρε ένα τόσο αυστηρό ύφος που η υπηρέτρια έφυγε γρήγορα χωρίς να
ρίξει πίσω της ούτε μια ματιά.
Παρακολούθησαν την καμαριέρα να χάνεται στο βάθος κι ύστερα ο Γκάρεθ κινήθηκε προς το μέρος της Αμελί. Εκείνη όμως
σήκωσε απότομα το χέρι της και τον σταμάτησε.
«Δεν ξέρω αν βρέθηκες εδώ τυχαία ή αν με ακολούθησες. Την τελευταία φορά με γελοιοποίησες. Δε θέλω να σε ξαναδώ, δε
θέλω να σου ξαναμιλήσω ούτε να σε ξανακούσω ποτέ».
Το μέτωπό του ζάρωσε. «Δεν έχω ιδέα γιατί θύμωσες τόσο, αλλά λυπάμαι που έγινα αιτία γι’ αυτό».
«Δεν έχεις ιδέα! Το μόνο που κάνεις είναι να παίζεις μαζί μου. Φύλαξε τα παιχνίδια σου για τις γυναίκες που συναντάς κι
ύστερα παρατάς στα ταξίδια σου. Είμαι βέβαιη πως εκείνες θα τα εκτιμήσουν περισσότερο. Εγώ δεν είμαι σαν κι αυτές».
«Το διαπίστωσα με προσωπικό κόστος», μουρμούρισε πικρόχολα ο Γκάρεθ. «Και ποτέ δεν υπαινίχθηκα πως ήσουν».
«Μπα; Και τότε πώς εξηγείς τη χτεσινοβραδινή απαράδεκτη συμπεριφορά σου;»
«Δεν έπρεπε να σε φιλήσω, το παραδέχομαι, γιατί όμως αυτό ήταν απαράδεκτο;»
«Με ταπείνωσες».
«Πίστεψέ με, Αμελί, ήταν το μόνο που δεν έκανα», είπε και χαμογέλασε στη θύμηση του φιλιού τους.
Άθελά της το θυμήθηκε και η ίδια, ανακαλώντας τη μυρωδιά, το άγγιγμά του, την αίσθηση του κορμιού του... Πάσχισε να
αναζωπυρώσει σκόπιμα την οργή της.
«Δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Είσαι συνηθισμένος να μεταχειρίζεσαι τις γυναίκες σαν τρόπαια και νομίζεις ότι
μπορείς να κατακτήσεις οποιαδήποτε».
«Είναι αλήθεια ότι πολλές γυναίκες έχουν περάσει απ’ τη ζωή μου και τις άφησα να φύγουν χωρίς να μετανιώνω γι’ αυτό».
Ο τόνος του έγινε σαρδόνιος. «Αλλά δε θα τις αποκαλούσα τρόπαια, μόνο προσωρινή παρηγοριά σ’ ένα δύσκολο δρόμο».
«Πολύ ποιητικό, αλλά δεν αλλάζει το γεγονός ότι με παρέσυρες σκόπιμα, με ανάγκασες να εκτεθώ κι ύστερα με
ταπείνωσες».
«Βλέπω ότι έχεις κι εσύ μια τάση προς την ποίηση. Παραδέχομαι πως θα έπρεπε να έχω αντισταθεί στον πειρασμό, αλλά
αυτό είναι πολύ δύσκολο μ’ εσένα, ξέρεις».
Της χαμογέλασε με έναν τρόπο που έκανε το κορμί της να πάλλεται από πόθο. Πανικόβλητη και η ίδια με την ανταπόκρισή
της, τινάχτηκε μακριά του, βάζοντας όσο περισσότερη απόσταση μεταξύ τους μπορούσε.
«Αν πρέπει να ρίξεις κάπου το φταίξιμο, κοίταξε τον εαυτό σου. Θυμώνεις επειδή χτες το βράδυ παραδόθηκες στα
αισθήματά σου. Να είσαι ευγνώμων που σε έσωσα από το να προδοθείς περισσότερο».
«Ναι, φυσικά, εσύ ο περιπλανώμενος ιππότης πάντα έρχεσαι και με σώζεις απ’ την καταστροφή. Το είχα ξεχάσει. Πόσο
οδυνηρό θα πρέπει να ήταν το επεισόδιο της χτεσινής νύχτας για σένα!»
«Άβολο, ας πούμε καλύτερα. Τέτοιες στιγμές δεν ωφελούν κανέναν μας κι εσύ θα πρέπει να σκεφτείς το μέλλον σου».
Το πρόσωπό της πήρε μια σοκαρισμένη έκφραση, αλλά εκείνος συνέχισε απτόητος την κριτική του. «Δε θέλεις να το
ακούσεις, αλλά η καλύτερη λύση για τους κινδύνους που σε τριγυρίζουν είναι να βρεις έναν καλό άντρα να παντρευτείς».
«Δε θα παντρευτώ ποτέ», του είπε ξερά.
«Α, το παλιό τροπάριο. Μα γιατί όχι; Υπάρχουν και αξιοπρεπείς άντρες σ’ αυτό τον κόσμο, ξέρεις».
«Ελάχιστες γυναίκες τους συναντούν ή, όταν τους βρίσκουν, καταφέρνουν να τους κρατήσουν. Η μαμά μου δεν τα
κατάφερε», του είπε με φωνή λυπημένη.
Η έκφραση του Γκάρεθ μαλάκωσε. «Όποια κι αν ήταν η εμπειρία της μητέρας σου, δεν είναι υποχρεωτικό να την
επαναλάβεις κι εσύ».
«Μόνο που η δική μου εμπειρία μου λέει το αντίθετο. Εσύ έπαιξες τον αξιοπρεπή άντρα χτες βράδυ;»
«Πιστεύεις στ’ αλήθεια πως ήθελα να χάσω τον έλεγχο; Και βέβαια δεν το ήθελα. Έχω επιβιώσει μέσα σ’ ένα βάναυσο
κόσμο επειδή φρόντιζα να μην αφήνομαι ποτέ στο έλεος των αισθημάτων μου».
«Και τότε γιατί βρίσκεσαι εδώ, εκθέτοντας τον εαυτό σου άλλη μια φορά στον ίδιο κίνδυνο;» τον ρώτησε με θυμό. «Ή
μήπως θα μου πεις ότι περνούσες από δω τυχαία;»
Ακόμα κι αν οι ερωτικές περιπτύξεις του δεν ήταν ένα σκόπιμο τέχνασμα για να την ταπεινώσει, ήταν μια παρεκτροπή, μια
ενόχληση. Και τι απ’ τα δύο ήταν χειρότερο;
«Όχι, δεν ήταν τυχαίο. Σε αναζήτησα σήμερα το πρωί. Σε είδα να φεύγεις από το Λόρα Πλέις και ήλπιζα να σε πλησιάσω
στη διάρκεια του περιπάτου σου... Ήταν τυχερό να συναντηθούμε εδώ με τη βροχή».
«Εγώ δε θα χρησιμοποιούσα την ίδια λέξη. Αρνείσαι ότι με κατασκοπεύεις, αλλά αυτό ακριβώς κάνεις».
«Σε αναζήτησα επειδή έχω κάτι να σου πω. Μην ανησυχείς, πολύ σύντομα θα απαλλαγείς από την παρουσία μου».
«Δεν καταλαβαίνω γιατί βρίσκεσαι ακόμα στο Μπαθ», του αντιγύρισε με παιδιάστικο πείσμα. «Πόσο χρόνο χρειάζεσαι για
να αποχαιρετήσεις το φίλο σου;»
Αγνόησε τη δηκτική αγένειά της. «Έμεινα γιατί έχω υποθέσεις να ολοκληρώσω», της απάντησε ήρεμα. «Το πότε θα φύγω
εξαρτάται από σένα».
«Με εκπλήσσεις... Κι εγώ που νόμιζα ότι ρωτούσες μόνο τον εαυτό σου!»
«Χρειάζομαι μόνο μερικά λεπτά από το χρόνο σου, ύστερα μπορείς να πάρεις το δρόμο σου. Κι εγώ τον δικό μου».
Η έκφρασή του ήταν ανεξιχνίαστη, ο τόνος της φωνής του όμως έγινε ασυνήθιστα σοβαρός.
«Λίγα λεπτά λοιπόν, κύριε Γουέντοβερ, αν και δεν μπορώ να φανταστώ ότι με αναζητήσατε για να ανταλλάξουμε
εκμυστηρεύσεις. Σας αρέσει να προβάλλετε μια μυστηριώδη εικόνα του εαυτού σας».
Η έκφρασή του μαλάκωσε και της χαμογέλασε. Άλλη μια φορά τα γαλάζια μάτια του φωτίστηκαν από ζεστασιά και, άθελά
της, ένιωσε να μαγνητίζεται ξανά. Την είχε πλησιάσει πάλι. Η Αμελί κατάλαβε ότι, όπως τα μουσκεμένα ρούχα του
φανέρωναν τη μυώδη κορμοστασιά του, έτσι και τα δικά της αποκάλυπταν με τρόπο τολμηρό τη σιλουέτα της. Η διάφανη
μουσελίνα που φορούσε κολλούσε αισθησιακά στις καμπύλες της και ο Γκάρεθ την κοιτούσε με απροκάλυπτη λαχτάρα.
«Χαίρομαι που το βρίσκεις διασκεδαστικό», του είπε απότομα, ενοχλημένη που η καρδιά της είχε αναστατωθεί για άλλη μια
φορά.
«Η μυστηριώδης εικόνα του εαυτού μου ακούστηκε αρκετά κολακευτική, αυτό ήταν όλο».
«Και θα πάψεις να είσαι μυστήριο; Σκοπεύεις να μου πεις τα μυστικά σου;»
«Ναι», της απάντησε αναπάντεχα.
«Τώρα;»
«Ναι».
«Θα είσαι επιτέλους ειλικρινής μαζί μου;»
«Θα γίνω ειλικρινής μαζί σου. Για το δικό σου καλό, πρέπει να με εμπιστευτείς. Όταν ακούσεις όσα έχω να πω ίσως
διαλέξεις να απαρνηθείς τη συντροφιά μου, όμως είμαι αναγκασμένος να σου μιλήσω».
Το φως είχε σβήσει από τα μάτια του και το πρόσωπό του έγινε και πάλι σοβαρό. Η Αμελί άρχισε να νιώθει αμηχανία. Πάντα
ήθελε να μάθει την αληθινή ιστορία του, αλλά τώρα αναρωτιόταν τι είδους αποκαλύψεις ετοιμαζόταν να της κάνει.
Ο Γκάρεθ στεκόταν ακόμα κοντά της, έτσι που τα κορμιά τους σχεδόν αγγίζονταν, μα όχι εντελώς. Δεν έκανε καμία
προσπάθεια να την αγγίξει, ούτε να τη φιλήσει. Τώρα τη φόβιζαν τα όσα είχε να της πει.
«Μις Σίλβερντεϊλ, τι κάνετε έξω με τέτοιο φρικτό καιρό;»
Ήταν ο Πέρι Λέιδαμ, ο οποίος είχε έρθει από το μονοπάτι κρατώντας μια μεγάλη ομπρέλα πάνω απ’ το κεφάλι του.
«Συνάντησα τη Φάνι λίγο πριν και της είπα να πάει στο σπίτι να στεγνώσει, διαβεβαιώνοντάς την πως θα ερχόμουν εγώ να
σας σώσω».
«Σας ευχαριστώ, σερ Πέρεγκριν», του είπε σαστισμένη. «Είστε πολύ ευγενικός».
«Χαρά μου να φανώ χρήσιμος. Έτσι κι αλλιώς, σας έφερνα ένα μήνυμα από τη γιαγιά σας».
Είδε τον Γκάρεθ, ο οποίος έστεκε ακόμη σαν άγαλμα, και κάπως σαν να τα έχασε με τη βλοσυρή έκφρασή του. «Υπηρέτης
σας, κύριε». Ανεβοκατέβασε βιαστικά την ομπρέλα του σε δείγμα σεβασμού.
«Και δικός σας», αποκρίθηκε σφιγμένος ο Γκάρεθ. Η Αμελί έκανε στα γρήγορα τις συστάσεις, αλλά ο Γκάρεθ δεν είχε διά-
θεση για κοινωνικές ευγένειες.
«Εμένα συγχωρήστε με, έχω μια σειρά από υποθέσεις να τακτοποιήσω. Τώρα που έχετε συνοδό, μις Σίλβερντεϊλ, δε
χρειάζεστε περισσότερο τη δική μου συντροφιά».
«Μα...» άρχισε η Αμελί.
«Χάρηκα που σας γνώρισα», φώναξε ο Πέρι στον Γκάρεθ, ο οποίος απομακρυνόταν γρήγορα προς τις πύλες, διασχίζοντας
βιαστικά μία από τις κινέζικης τεχνοτροπίας γέφυρες των κήπων.
«Ευχάριστος τύπος», σχολίασε ο Πέρι. «Νομίζω».
«Ποιο μήνυμα φέρνετε από τη γιαγιά μου, σερ Πέρεγκριν;»
«Πέρι, παρακαλώ». Της χαμογέλασε περιχαρής. «Ήθελε να σας πω ότι οργανώνεται μια θεσπέσια εκδρομή για αύριο. Ένα
πικνίκ στο Αββαείο του Σέβερν. Καιρού επιτρέποντος, φυσικά».
«Πικνίκ; Αύριο; Πώς είναι δυνατόν; Δε θα είχαμε κοινωνικές δραστηριότητες για μερικές ημέρες. Μου φαίνεται παράξενο
που η λαίδη Σεν Κλαιρ κανόνισε κάτι τέτοιο χωρίς πρώτα να συνεννοηθεί μαζί μου».
«Δεν το κανόνισε. Κάθε άλλο. Εκείνη δε χρειάστηκε να κάνει τίποτα, όλα είναι έτοιμα».
«Εσείς το κανονίσατε;»
«Όχι, ούτε εγώ. Θα μπορούσα, φυσικά. Το σκέφτηκα, αλλά με πρόλαβαν την τελευταία στιγμή. Κάποιος τύπος ονόματι
Χάιντ ή κάτι τέτοιο».
«Γκλάιντ;» ψέλλισε η Αμελί.
«Ναι, αυτός. Ευγενικό εκ μέρους του, δε βρίσκετε; Προφανώς μπήκε σε ένα σωρό μπελάδες. Μέχρι και μουσικούς
προσέλαβε, απ’ ό,τι ξέρω, και προσκάλεσε αρκετό κόσμο».
Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή ακούγοντας αυτό το νέο χτύπημα του Γκλάιντ. Η Αμελί έπρεπε να γυρίσει γρήγορα στο
σπίτι και να μιλήσει στη γιαγιά της. Η Μπριέλ έπρεπε οπωσδήποτε να πειστεί για τις πραγματικές προθέσεις του Γκλάιντ.
«Σερ Πέρεγκριν... Πέρι, είχα σκοπό να επισκεφτώ το κατάστημα ψιλικών μετά τον περίπατό μου, αλλά μόλις τώρα
θυμήθηκα πως άφησα στο σπίτι την κορδέλα που είχα για δείγμα. Τελικά θα πρέπει να επιστρέψω στο σπίτι».
«Επιτρέψτε μου να σας συνοδεύσω».
«Όχι, πραγματικά δεν υπάρχει ανάγκη. Η βροχή σταμάτησε. Δε θέλω να σας κρατώ άλλο από τις δουλειές σας. Θα σας δω
αύριο, το δίχως άλλο».
Έτσι δεν του άφησε άλλη επιλογή από το να υποκλιθεί ευγενικά και να απομακρυνθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση.

«Γιατί έχεις αναστατωθεί τόσο;» Η Μπριέλ ήταν φανερά απορημένη με την αντίδραση της εγγονής της στην πρόσκληση.
«Είναι απλώς ένα πικνίκ, αγαπητή μου. Θα είμαι κι εγώ εκεί, καθώς και ένα σωρό γνωστοί μας».
«Ναι, μα θα είναι και ο σερ Ρούφους Γκλάιντ. Το τελευταίο πράγμα που θέλω είναι να συναναστραφώ αυτό τον άνθρωπο.
Γιατί δέχτηκες; Γιατί δε με ρώτησες πρώτα αφού ξέρεις πώς νιώθω;»
«Αγαπητό μου παιδί, προσπάθησε να καταλάβεις. Δέχτηκα επειδή θα ήταν αγένεια να αρνηθώ. Ο σερ Ρούφους μπήκε σε
μεγάλο κόπο για να οργανώσει αυτή την εκδρομή. Μου εξήγησε μάλιστα ότι το έκανε για να εξιλεωθεί για την όποια
δυσαρέσκεια σου προκάλεσε άθελά του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν αδύνατον να αρνηθώ».
Η Αμελί πείσμωσε. «Θα μπορούσες να πεις πως ήμουν αδιά-θετη και να πας μόνη σου».
«Πώς θα το έκανα χωρίς να φανεί ότι είναι ψέμα; Πόσοι άνθρωποι σε είδαν σήμερα να σφύζεις από υγεία; Κοσκινίζεις πολύ
όσα έγιναν στο παρελθόν. Δεν πιστεύω ότι ο σερ Ρούφους είχε αντιληφθεί ποια ήταν τα αισθήματά του, τώρα όμως που τα
αντιλαμβάνεται θέλει απλώς να γίνει ένας φίλος».
«Σ’ αγαπώ και σε σέβομαι, γιαγιά, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση πιστεύω πως κρίνεις λάθος».
Η έκφραση της Μπριέλ έγινε αυστηρή. «Να μου επιτρέψεις να ξέρω λίγο καλύτερα αυτό τον κόσμο από σένα. Δε θέλω να
ξανακούσω αυτές τις ανοησίες. Είναι μια συνηθισμένη πρόσκληση, δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς».
«Κι όμως, φοβάμαι. Το μόνο που θέλω απ’ αυτόν είναι να μην τον βλέπω».
«Κινδυνολογείς ανώφελα, αγαπητή μου. Τι κακό μπορεί να πάθεις πηγαίνοντας σ’ ένα πικνίκ;»
Δεν είχε να απαντήσει τίποτα στη γιαγιά της. «Είμαι σίγουρη ότι ο σερ Ρούφους έχει καλή πρόθεση», συνέχισε εκείνη
απτόητη. Η εκδρομή στο Αββαείο του Σέβερν είναι μια ευγενική σκέψη από μέρους του και θα σου δώσει την ευκαιρία να τον
γνωρίσεις καλύτερα. Ίσως ακόμα και να αλλάξεις γνώμη γι’ αυτόν».
«Ποτέ δε θα αλλάξω γνώμη γι’ αυτόν όσο ζω!» ξέσπασε έντρομη. «Η ιδέα ενός γάμου μ’ έναν τέτοιον άνθρωπο είναι
εφιαλτική».
«Όμως δε δείχνεις να ενδιαφέρεσαι και για κανέναν άλλον, παρ’ όλο που έχεις γνωρίσει μερικούς από τους πιο περιζήτητους
εργένηδες του Μπαθ. Ο Πέρι Λέιδαμ είναι φανερά γοητευμένος μαζί σου και με την παραμικρή ένδειξη ενθάρρυνσης από
μέρους σου θα σου έκανε ευθύς πρόταση γάμου, είμαι βέβαιη γι’ αυτό».
«Όταν είπα ότι δεν ήθελα ποτέ να παντρευτώ, το εννοούσα», τόνισε.
«Κι εγώ το εννοούσα, Αμελί, όταν σου είπα πως θα πρέπει να παντρευτείς, εκτός κι αν σε ικανοποιεί να εκλιπαρείς τη
φιλοξενία σαν μια φτωχή συγγενής για όλη σου τη ζωή».
Ήξερε καλά πως η γιαγιά της είχε δίκιο. Χωρίς να κάνει πίσω στις δεσμεύσεις της, η Μπριέλ προσπάθησε με μαλακό τρόπο
να την πείσει να δεχτεί το αναπόφευκτο.
«Αφού δεν έχεις άλλες προτιμήσεις, γιατί δε συμβιβάζεσαι προς το παρόν με τις επιθυμίες του πατέρα σου; Ίσως
ανακαλύψεις ότι τελικά έκανε συνετή επιλογή για σένα».
«Ποτέ! Ποτέ!»
«Όχι υστερίες, αγαπητή μου Αμελί. Πρέπει να αρχίσεις να σκέφτεσαι λογικά. Δέχομαι ότι ο Ρούφους Γκλάιντ ίσως να μην
είναι ο κατάλληλος σύντροφος για σένα, όμως δεν μπορείς να απορρίπτεις εξ ολοκλήρου την ιδέα του γάμου. Σκέψου μόνο
ότι μόλις παντρευτείς δε θα σε ελέγχει πια ο πατέρας σου. Θα είναι χρέος του συζύγου σου να σε προστατεύει από τις όποιες
παρεμβάσεις της οικογένειάς σου. Αν διάλεγες έναν άντρα σαν τον Πέρι, ώριμο, ανεξάρτητο, ευκατάστατο και
αυτοδημιούργητο, θα είχε την ικανότητα να το κάνει αυτό. Θα γίνει καλός σύζυγος».
«Δε θέλω έναν καλό σύζυγο», ξεστόμισε η Αμελί δίχως να το σκεφτεί και η Μπριέλ την κοίταξε σοκαρισμένη.
Στη σιωπή που ακολούθησε, μέσα στο μυαλό της στριφογύρισαν χιλιάδες σκέψεις, αλλά εκείνη που επέμενε να ξεχωρίζει
ήταν μια μικρή φωνή που δεν κατάφερνε να τη διώξει. Ανακάλυπτε πως εκείνο που ήθελε πραγματικά ήταν ένας άντρας που
θα την κατακτούσε απόλυτα.
Κρυφά μέσα της ήξερε ότι αυτός ο άντρας έμοιαζε με τον Γκάρεθ Γουέντοβερ. Εκείνος όμως ήταν ο τελευταίος άνθρωπος
που θα συγκέντρωνε τα προσόντα ενός υποψήφιου συζύγου. Ο γάμος δεν του ταίριαζε. Την ποθούσε, ήταν φανερό, και θα
την έπαιρνε μ’ έναν τρόπο παθιασμένο. Μια μικρή φωτιά άναψε μέσα στο σώμα της στη σκέψη των χαδιών του. Μετά όμως
τι θα γινόταν; Θα την αγαπούσε, σίγουρα, μα το ίδιο σίγουρα θα την εγκατέλειπε. Θα την άφηνε πίσω του χωρίς να ρίξει ούτε
ματιά.
Άλλη μια φορά έμεινε ξύπνια για ώρες, το μυαλό της βασάνιζαν χίλιες διαφορετικές σκέψεις, αλλά στο επίκεντρο όλων
βρισκόταν ο Γκάρεθ. Τα τελευταία του λόγια την είχαν αναστατώσει. Τι ήταν αυτό που τόσο επιτακτικά ήθελε να της
αποκαλύψει; Τον είχε δει θυμωμένο, πικρόχολο, γελαστό και τρυφερό, αλλά ποτέ δεν τον είχε ξαναδεί τόσο σοβαρό όσο τη
στιγμή που ο Πέρι Λέιδαμ διέκοψε τη συζήτησή τους. Την είχε αναζητήσει επίτηδες εκείνο το πρωί, τι να ήθελε όμως να της
εξομολογηθεί και γιατί ήθελε να της το πει τώρα; Άραγε η επιθυμία του να μιλήσει γεννήθηκε εκείνη τη στιγμή του πάθους
μέσα στο φεγγαρόλουστο κήπο; Μήπως τελικά τα αισθήματά του ήταν βαθύτερα απ’ όσο εκείνη υποψιαζόταν; Μα ακόμα κι
αν ήταν έτσι, ο ίδιος δε θα τα αναγνώριζε ποτέ. Το είχε ξεκαθαρίσει απερίφραστα πως τα αισθήματα ήταν μια αδυναμία που
δεν είχε την πολυτέλεια να επιτρέψει στον εαυτό του. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η απόλαυση της στιγμής. Κι όμως... η
Αμελί λαχταρούσε να τον αναζητήσει πάλι και να πάρει τις απαντήσεις της. Δε θα μπορούσε να το κάνει. Οι συμβάσεις όριζαν
ότι μια ανύπαντρη γυναίκα έπρεπε να πολιορκείται η ίδια, όχι να αναζητά. Έτσι κι αλλιώς η επόμενη μέρα δεν της ανήκε καν...
Θα αναλωνόταν σε μια εκδρομή την οποία επιθυμούσε να αποφύγει.

Η καταρρακτώδης νυχτερινή βροχή σταμάτησε ως το χάραμα και κατά τις δέκα το επόμενο πρωί ο ουρανός ήταν
καταγάλανος, με λίγα σκόρπια σύννεφα. Τίποτα δεν απέκλειε ότι θα ξαναβρέξει ωστόσο. Η Αμελί αποφάσισε να φορέσει το
πιο απλό από τα φορέματά της, αλλά η γιαγιά της επέμεινε να βάλει η εγγονή της μια από τις πιο ελκυστικές δημιουργίες της
μοδίστρας, ένα φόρεμα σε απαλή πράσινη απόχρωση με ασορτί κάπα. Η μις Ρέπτον ειδοποιήθηκε να έρθει για την κόμμωσή
της. Η καμαριέρα της Μπριέλ καταπιάστηκε για ώρα με τα μαλλιά της Αμελί, η φυσική ομορφιά της οποίας ήταν μια τέλεια
ευκαιρία για τη μις Ρέπτον να επιδείξει τις επαγγελματικές ικανότητές της. Η Αμελί δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί τις
προσπάθειες της καμαριέρας, όμως ένιωθε ελάχιστο ενδιαφέρον για το αποτέλεσμα. Το μόνο που ήθελε ήταν να τελειώνει μια
ώρα αρχύτερα αυτή η ημέρα.
Ήταν φανερό ότι ο σερ Ρούφους δε λογάριασε έξοδα ή κόπο για την προετοιμασία αυτής της εκδρομής. Ολόκληρη
εφοδιοπομπή από άμαξες ξεκίνησε λίγο πριν το μεσημέρι για το Αββαείο του Σέβερν και οι δυο τελευταίες ήταν γεμάτες με
υπηρέτες, κουβέρτες, ομπρέλες και καλάθια με κάθε λογής τρόφιμα και ποτά. Το εξοχικό τοπίο λουζόταν σε μια γλυκιά
λιακάδα και απλωνόταν μπροστά τους ολόδροσο και καταπράσινο. Καθώς προχωρούσαν μέσα από τους στενούς δρόμους, το
άρωμα αγριολούλουδων από τη βλάστηση δεξιά και αριστερά τους έμπαινε μέσα από τα παράθυρα της άμαξας.
Η Αμελί δεν έβλεπε και δε μύριζε τίποτα απ’ όλα αυτά. Αυτή η εκδρομή ήταν απλώς ένα μέρος του σχεδίου του Γκλάιντ να
την υποτάξει στη θέλησή του και η Αμελί αναγνώριζε με μεγάλη δυστυχία της πως δεν μπορούσε πια να υπολογίζει τη γιαγιά
της ως σύμμαχο εναντίον αυτού του ανθρώπου. Ο σερ Πέρεγκριν, κομψότατος με το γκρι παντελόνι και το ρουμπινί γιλέκο
του, μοιραζόταν την άμαξα μαζί τους και κρατούσε τη συζήτηση σε ένα ευχάριστο επίπεδο. Προσπάθησε μάταια να
παρασύρει και την Αμελί σ’ αυτήν.
«Γνωρίζετε καθόλου αυτά τα μέρη, μις Σίλβερντεϊλ;»
«Δυστυχώς όχι. Όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά το Μπαθ ήμουν παιδί και δε βγήκα ποτέ από την πόλη».
«Υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα μέρη, ξέρετε».
«Είμαι σίγουρη, κύριε Πέρεγκριν».
«Το Αββαείο που επισκεπτόμαστε σήμερα, για παράδειγμα. Γνωρίζετε τίποτα για την ιστορία του;»
«Φοβάμαι πως όχι».
Ο σερ Πέρεγκριν αποφάσισε να μην της πει τη συνοπτική ιστορία του Αββαείου. «Ίσως ο θρύλος που περιβάλλει το κτίριο
σας φανεί πιο ενδιαφέρων», αρκέστηκε μόνο να πει και άρχισε να της διηγείται μια κάπως μπερδεμένη ιστορία η οποία
περιλάμβανε έναν τρελό καλόγερο, ένα μαύρο κοράκι και μια δολοφονημένη σύζυγο που ντύθηκε για πάντα στα λευκά. Η
Αμελί τον άκουγε με μια έκφραση ενδιαφέροντος στο πρόσωπο, αν και τα λόγια του έμεναν έξω απ’ το μυαλό της πριν
χαθούν στον αέρα.

Μόλις έφτασαν στο Αββαείο, αποβιβάστηκαν και όλη η συντροφιά άρχισε να περιφέρεται στα ερείπια. Ο Πέρι Λέιδαμ, ως
αναγνωρισμένος ειδικός πάνω στην ιστορία του Αββαείου, ψυχαγώγησε την παρέα με ανέκδοτα από το παρελθόν του
κτίσματος. Δημοφιλέστερο αποδείχτηκε εκείνο με το φάντασμα, αν και η ιστορία έγινε ακόμα πιο συγκεχυμένη στη νέα
διήγησή της. Μέχρι να τις καλέσει η τρομερή μαμά τους, οι δεσποινίδες Λάμπετερ χαχάνιζαν νευρικά με την περιγραφή της
κυρίας με τα άσπρα η οποία πετούσε μέσα από τα ερείπια κάθε πανσέληνο. Ο Ρούφους Γκλάιντ αγνοούσε επιδεικτικά τις
διηγήσεις του Πέρεγκριν, διαλέγοντας να παίξει το ρόλο του τέλειου οικοδεσπότη. Τριγύριζε εδώ κι εκεί, πότε μιλώντας με
τους προσκεκλημένους και πότε εκτοξεύοντας διαταγές στους υπηρέτες του. Με δικές του εντολές το μουσικό τρίο πήρε
θέση λίγο πιο μακριά και άρχισε να παίζει ένα χαρούμενο σκοπό.
«Κάπως υπερβολικά όλα αυτά για ένα πικνίκ», παρατήρησε η Αμελί στη γιαγιά της.
«Μη γίνεσαι αχάριστη», τη μάλωσε η Μπριέλ. «Αν η εκδήλωση είναι λίγο πολυδάπανη, είμαι σίγουρη πως αυτό έγινε
αποκλειστικά για το δικό σου χατίρι».
«Μάλλον είχε σκοπό να ικανοποιήσει την επιδειξιομανία του οικοδεσπότη».
«Είσαι άδικη, Αμελί. Και καθόλου ρεαλίστρια. Σ’ εμένα είναι ξεκάθαρο ότι ο σερ Ρούφους νοιάζεται αρκετά για σένα και
χωρίς αμφιβολία θέλει ακόμα να σε παντρευτεί, παρά το πείσμα σου. Δε σ’ ενδιαφέρει ο Πέρι, είδα πώς του συμπεριφέρθηκες
μέσα στην άμαξα. Αφού δε θέλεις αυτόν, ίσως θα πρέπει να σκεφτείς σοβαρά την πολύ συμφέρουσα προσφορά που σου
κάνει ο υποψήφιος γαμπρός τον οποίο επέλεξε ο πατέρας σου».
Πριν προλάβει να απαντήσει, ο Γκλάιντ διέκοψε την κουβέντα τους κάνοντας απροειδοποίητα την εμφάνισή του στο πλευρό
τους. Χρησιμοποιώντας το πιο φιλικό χαμόγελό του, γύρισε να κοιτάξει την Αμελί.
«Ελπίζω να απολαμβάνετε τη μικρή γιορτή μας, μις Σίλβερντεϊλ, και να τα βρίσκετε όλα ικανοποιητικά. Οι ιστορίες του σερ
Πέρεγκριν, νομίζω, έχουν δώσει στην εκδρομή μας ένα πρόσθετο σασπένς. Ή μήπως, αντίθετα από τις δεσποινίδες
Λάμπετερ, σ’ εσάς δεν αρέσουν οι ιστορίες με φαντάσματα;» τη ρώτησε.
«Με ενδιαφέρει περισσότερο το παρόν παρά το παρελθόν, σερ Ρούφους».
«Τι συνετό», μουρμούρισε με πανουργία, «αν και δεν πρέπει να ξεχνούμε και το μέλλον, βεβαίως».
«Αυτό δεν μπορώ να το ξεχάσω με τίποτα, κύριε».
«Ακριβώς. Όταν κάποιος είναι νέος, το μέλλον είναι γι’ αυτόν ένα συναρπαστικό κενό που απλώς περιμένει να
συμπληρωθεί, δε συμφωνείτε;»
«Το δικό μου θα το συμπληρώσω όπως επιθυμώ εγώ», του αντιγύρισε με αυθάδεια.
Ο Γκλάιντ παρέμεινε απτόητος. «Τυχερός ο άντρας που θα σας βοηθήσει σ’ αυτό».
«Δε μίλησα για κανέναν άντρα. Το μέλλον ανήκει μόνο σ’ εμένα».
Η Μπριέλ της έριξε ένα αυστηρό βλέμμα και αποφάσισε να επέμβει. «Σίγουρα ο σερ Ρούφους έχει δίκιο να υπονοεί πως το
πιο ικανοποιητικό μέλλον είναι αυτό που θα μοιραστείς με έναν σύντροφο».
«Είναι ζήτημα προσωπικής άποψης», απάντησε η Αμελί και κοίταξε επίτηδες μακριά.
Η εκδρομή είχε αρχίσει άσχημα και συνέχισε να εξελίσσεται έτσι, ακόμα κι όταν οι υπηρέτες σέρβιραν το γεύμα στη σκιά
των ερειπίων του παρεκκλησιού. Εκτός από τα πτυσσόμενα τραπέζια και τις καρέκλες που τοποθετήθηκαν πάνω στο
κοντοκομμένο χορτάρι, στρώθηκαν επίσης και κάποιες κουβέρτες για όσους προτιμούσαν ένα πιο ανεπίσημο πικνίκ δίπλα
στη φύση. Οι υπηρέτες τριγύριζαν ανάμεσα στους καλεσμένους κρατώντας πιατέλες με τα πιο φίνα φαγητά, καθώς και
δίσκους με δροσερή σαμπάνια σε κρυστάλλινα ποτήρια. Ο Γκλάιντ δεν ξεκολλούσε από το δικό τους τραπέζι, προσφέροντας
διαρκώς στην Αμελί διάφορες λιχουδιές στις οποίες εκείνη απαντούσε με ένα «Όχι, σας ευχαριστώ».
Ή «Μ’ αυτή τη ζέστη τρώω πολύ λίγο».
Ή «Στ’ αλήθεια δεν πεινώ».
Αρνήθηκε ακόμα και τη σαμπάνια. «Σπανίως πίνω κρασί και ποτέ στη διάρκεια της ημέρας».
Η Μπριέλ εξοργιζόταν ό λο και περισσότερο με την ιδιότροπη εγγονή της. Ο σερ Ρούφους έκανε ό,τι μπορούσε για να
χαρίσει στη νεαρή κοπέλα μια ευχάριστη μέρα, αλλά εκείνη φαινόταν αποφασισμένη να τον αντιμετωπίζει με μια αδιαφορία
που άγγιζε τα όρια της αγένειας. Στη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας η Μπριέλ είχε καταλήξει ότι η πρόταση γάμου του
Γκλάιντ δεν έπρεπε να απορριφθεί χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο άνθρωπος φαινόταν βαθιά ερωτευμένος, όμως είχε επιδείξει μια
αυτοσυγκράτηση και ευγένεια που η Μπριέλ δεν περίμενε απ’ αυτόν. Ήταν αλήθεια πως είχε πολύ μεγαλύτερη ηλικία από την
Αμελί, αλλά αυτό δεν ήταν κακό πράγμα κατά τη γνώμη της. Είχε πλούτη, γεγονός που θα βοηθούσε την κρίσιμη οικονομική
κατάσταση της οικογένειας των Σίλβερντεϊλ. Ήταν κάπως ανησυχητικό που είχε αποκτήσει την υποθήκη του σπιτιού της
Γκρόβενορ Σκουέαρ, αλλά η Μπριέλ πίστευε πως ίσως η εγγονή της είχε παρεξηγήσει τη φύση της συναλλαγής και πως αυτή
δεν αποτελούσε απειλή, παρά μια προσπάθεια οικονομικής βοήθειας των Σίλβερντεϊλ, στην οικογένεια των οποίων ήταν
φανερό ότι ο Γκλάιντ ήθελε να ενταχθεί.
Η Αμελί είδε με μεγάλη ανακούφιση τους υπηρέτες να μαζεύουν τις κουβέρτες και τα καλάθια και να τα φορτώνουν πίσω
στις άμαξες. Σκέφτηκε πως επιτέλους θα επέστρεφε στο Μπαθ. Όμως τα βάσανά της δεν έδειχναν να έχουν λάβει ακόμα
τέλος.
«Λαίδη Σεν Κλαιρ, θα μου επιτρέπατε να συνοδεύσω εγώ την εγγονή σας στο γυρισμό;» Ο Γκλάιντ είχε ξεκόψει από το
πλήθος των εκδρομέων και τώρα υποκλινόταν με ευγένεια μπροστά στην Μπριέλ. «Θα αναλάβω να την επιστρέψω με
ασφάλεια στο Λόρα Πλέις».
Η Μπριέλ του έδωσε πρόθυμα τη συγκατάθεσή της, παρά το ικετευτικό βλέμμα της Αμελί. Θα ήταν μια ευκαιρία να
κουβεντιάσουν οι δυο τους χωρίς να τους διακόπτουν. Ίσως μπορούσαν να λύσουν τις διαφορές τους και, αν όχι, δε θα είχαν
τίποτα να χάσουν.
«Γιαγιά, γιατί δε συνοδεύεις εσύ τον σερ Ρούφους; Είμαι σίγουρη ότι ο Πέρι θα έχει αρκετό χώρο για μένα στην άμαξά
του», ικέτεψε η Αμελί, ελπίζοντας ότι η Μπριέλ θα ικανοποιούνταν εξίσου αν τη συνόδευε ο έτερος των υποψήφιων
γαμπρών.
«Ο Πέρι ήδη μου πρόσφερε μια θέση, αγαπητή μου...» Με μια πρόταση η γιαγιά της τράβηξε το χαλί κάτω απ’ τα πόδια της
εγγονής της. «Και εφόσον ο σερ Ρούφους είχε την ευγενή καλοσύνη να οργανώσει αυτή την όμορφη εκδρομή για να
ευχαριστήσει εσένα, νομίζω πως το σωστό θα ήταν να τον συνοδεύσεις».
Ήταν η πιο συγκαλυμμένη επίπληξη που θα μπορούσε η Μπριέλ να της απευθύνει και η Αμελί δεν ήταν δυνατόν να την
αγνοήσει. Με πρόσωπο που έκαιγε, ανέβηκε στην άμαξα του Γκλάιντ χωρίς άλλη κουβέντα. Τα πρώτα μίλια προχωρούσαν
σιωπηλοί. Η Αμελί δεν είχε καμία πρόθεση να παίξει το ρόλο της ευγενικής καλεσμένης, ενώ ο Ρούφους Γκλάιντ
καιροφυλακτούσε. Είχαν διανύσει τη μισή απόσταση προς το Μπαθ πριν ο Γκλάιντ σπάσει τη δυσοίωνη σιωπή τους.
«Χαίρομαι τόσο που δεχτήκατε να με συνοδεύσετε, μις Σίλβερντεϊλ. Φοβάμαι πως η γνωριμία μας άρχισε άσχημα και δε
μου δόθηκε καμία ευκαιρία ως τώρα για να εκφράσω τα αληθινά μου αισθήματα απέναντί σας».
Η Αμελί παρέμεινε σιωπηλή κοιτάζοντας τα δέντρα που σχημάτιζαν μια θαμπή γραμμή καθώς τα προσπερνούσαν τρέχοντας
στους επαρχιακούς δρόμους. Η Αμελί ήταν το θήραμά του, κυνηγημένη και παγιδευμένη. Μπορούσε να του ξεφύγει μόνο
πηδώντας από το μόνιππο, πράγμα που θα έβαζε σε κίνδυνο τη σωματική της ακεραιότητα, ακόμη και τη ζωή της.
Η σιωπή της δεν τον πτόησε στο ελάχιστο. «Θα ήθελα να επωφεληθώ αυτής της ευκαιρίας για να σας πω πως ελπίζω να
δεχτείτε να γίνετε σύζυγός μου».
«Μόλις πριν από μια βδομάδα δεν είπατε πως δε θα ανανεώνατε την πρότασή σας;»
«Αυτό είναι αλήθεια, αγαπητή κυρία, αλλά νομίζω πως ίσως ήταν λίγο πρόωρη η δήλωσή μου. Διαπιστώνω πως τα
αισθήματά μου για σας είναι δυνατότερα από ποτέ και ανυπομονώ να σας κάνω λαίδη Γκλάιντ».
«Σας ευχαριστώ για την ευγενική προσφορά σας, κύριε, λυπάμαι όμως που θα πρέπει για άλλη μια φορά να την απορρίψω.
Δεν μπορώ να ανταποδώσω τα αισθήματά σας». Πρόφερε τα λόγια της όσο πιο ήρεμα μπορούσε.
«Ελπίζω πως με τον καιρό θα αλλάξετε γνώμη».
«Δε θα αλλάξω ποτέ γνώμη».
«Το ποτέ είναι ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Ίσως αλλάξετε γνώμη μόλις με γνωρίσετε».
«Γνωρίζω όλα όσα χρειάζομαι να γνωρίζω, σας διαβεβαιώνω, και δεν πρόκειται ποτέ να γίνω σύζυγός σας. Δεν έχω καμία
επιθυμία να πληγώσω τα αισθήματά σας, αλλά παρακαλώ δεχτείτε ότι αυτή ήταν η τελευταία μου λέξη».
«Δεν πληγώνετε τα αισθήματά μου, μις Σίλβερντεϊλ. Ελάχιστα πράγματα τα πληγώνουν. Όμως έχω αποφασίσει πως εσείς
είστε η γυναίκα που θα παντρευτώ. Η αντίδρασή σας απλώς προσθέτει ενδιαφέρον στην πρότασή μου».
«Αν επιμείνετε στην πλάνη σας, δεν έχω τίποτε άλλο να προσθέσω».
«Υπάρχει μια λέξη που μπορείτε να προσθέσετε και αυτή είναι το ‘ναι’».
«Δεν πρόκειται ποτέ να την πω όμως».
«Νομίζω πως θα την πείτε. Έχω μερικές πολύ ισχυρές δυνάμεις με το μέρος μου. Βλέπετε, ξέρω πως σας χρειάστηκε
τουλάχιστον μια βδομάδα για να φτάσετε από το Λονδίνο ως το σπίτι της γιαγιάς σας και αναρωτιέμαι πού μπορεί να ήσαστε
όλο αυτό το διάστημα. Θα αρχίσουν και άλλοι να αναρωτιούνται όταν μάθουν ότι δεν ήσαστε υπό την προστασία των
συγγενών σας. Θα μπορούσα ακόμα και να υπαινιχθώ στους αθεράπευτους κουτσομπόληδες που υπάρχουν ανάμεσά μας ότι
κάτι σκαρώνατε. Μήπως καμιά κρυφή ερωτική συνάντηση; Σε κάθε περίπτωση θα ξεσπούσε σκάνδαλο. Πώς θα αντιδρούσε
σ’ αυτό η υψηλή κοινωνία; Φαντάζομαι πως θα ήταν το τέλος όλων των ελπίδων σας να λάμψετε στην κοινωνία, οπωσδήποτε
το τέλος των ελπίδων σας για ένα γάμο με κύρος».
«Δεν έχω καμία επιθυμία ούτε να λάμψω στην κοινωνία ούτε να κάνω ένα γάμο, με κύρος ή χωρίς. Οι απειλές σας με
αφήνουν αδιάφορη».
Τώρα έμπαιναν στα περίχωρα του Μπαθ και η Αμελί, σφίγγοντας δυνατά τα χέρια της για να μην τρέμουν, ήλπιζε μόνο να
κατάφερνε να φτάσει ως το Λόρα Πλέις με το κεφάλι της ακόμα ψηλά. Ο βασανιστής της είχε ένα σαρκαστικό ύφος και
συνέχισε να οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα μέσα στους δρόμους της πόλης, φανερά ανενόχλητος από την απάντησή της.
Είχαν αρχίσει να πλησιάζουν στην κατοικημένη περιοχή, όταν η Αμελί είδε μια γνώριμη σιλουέτα, που με την πλάτη
στραμμένη προχωρούσε αποφασιστικά στο πεζοδρόμιο. Ήταν ο Γκάρεθ. Όλες εκείνες τις μέρες δεν είχε πάψει να τον
σκέφτεται διαρκώς, να τον λαχταρά, όπως διαπίστωνε με ντροπή. Και ξαφνικά να τος εμπρός της. Το ξάφνιασμά της δεν
πέρασε απαρατήρητο από τον Γκλάιντ. Παρατήρησε καλά τη φιγούρα που προχωρούσε αποφασιστικά κατά μήκος του
δρόμου, μη μπορώντας να πιστέψει στα μάτια του.
«Και πώς τυχαίνει να γνωρίζετε εσείς αυτό τον καλό κύριο;» τη ρώτησε κοφτά.
«Δε νομίζω ότι το ζήτημα σας αφορά. Ωστόσο τον συνάντησα πριν από λίγες μέρες στο Αντλιοστάσιο μαζί με τη γιαγιά
μου». Καταλάβαινε όμως και η ίδια πως ακουγόταν ελάχιστα πειστική.
«Τι λέτε, έπινε ιαματικό νερό; Πρωτοφανές γι’ αυτόν».
«Τι εννοείτε δηλαδή;»
«Επιτέλους κίνησα το ενδιαφέρον σας! Παράξενο, όταν το θέμα μας είναι απλώς κάποιος άντρας τον οποίο δεν είστε καν
σίγουρη ότι συναντήσατε».
«Δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον για μένα... Απλώς δεν αντιλήφθηκα τι εννοούσατε».
«Τότε επιτρέψτε μου να εξηγηθώ. Ο άνθρωπος που μόλις προσπεράσαμε είναι ένας αχρείος. Ένας χρυσοδάκτυλος, για να
ακριβολογήσω».
«Χρυσοδάκτυλος;»
«Σαν νεαρή κυρία άμεμπτης ανατροφής, αμφιβάλλω αν γνωρίζετε τον όρο. Ο χρυσοδάκτυλος είναι ένας απατεώνας που ζει
από την επιδεξιότητά του να κλέβει στα χαρτιά ή τα ζάρια».
Το πρόσωπό της χλόμιασε, η φωνή της όμως ακούστηκε αρκετά σταθερή. «Δεν πιστεύω πως είναι κάτι τέτοιο».
«Γιατί; Μήπως τον γνωρίζετε πολύ καλύτερα από μένα;»
«Πού βασίζεστε και τον κατηγορείτε για τέτοια άθλια συμπεριφορά;»
«Τον είδα να κλέβει με τα ίδια τα μάτια μου. Αρκετά γερή βάση για κατηγορία, δε συμφωνείτε, αγαπητή μου;»
Η Αμελί καθόταν αλύγιστη, σοκαρισμένη. Ο Γκλάιντ γύρισε και την κοίταξε με ύφος μοχθηρό. «Αυτός ο άντρας στ’
αλήθεια δεν αποτελεί κατάλληλη συντροφιά για μια αξιοπρεπή γυναίκα».
Όταν εκείνη δεν του είπε τίποτα, ο Γκλάιντ συνέχισε να την προκαλεί. «Φαίνεστε λίγο αναστατωμένη από την αποκάλυψή
μου. Μήπως αυτός ο κύριος είναι κάτι περισσότερο για σας από την απλή γνωριμία που ισχυρίζεστε;» Και τότε της έδωσε τη
χαριστική βολή. «Να λοιπόν που ίσως έχουμε την απάντηση στο ερώτημα πού βρισκόσαστε εκείνη τη μυστηριώδη εβδομάδα.
Μ’ αυτό τον άντρα, μήπως; Κι ύστερα αρνείστε εμένα!» της πέταξε εκνευρισμένος.
«Σας είπα», του απάντησε απεγνωσμένα, «δεν τον γνωρίζω σχεδόν καθόλου. Και αμφιβάλλω αν θα τον γνωρίσω ποτέ
καλύτερα».
Δεν ένιωθε στο ελάχιστο τη σιγουριά που ήθελε να εκφράσει, στοιχειωμένη καθώς ήταν από τη θύμηση της λογομαχίας των
δύο αντρών τότε στο πανδοχείο Τζορτζ.
«Δε μου αρέσει να λογομαχώ με μια κυρία, σήμερα όμως θα κάνω μία εξαίρεση. Τον γνωρίζω αρκετά καλά. Πρόσφατα
επέστρεψε από την Ευρώπη, όπου πιστεύω πως εξασκούσε την τέχνη του άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι. Φαίνεται πως
εδώ συνάντησε καλύτερη τύχη. Είστε το πρώτο θύμα που έπεσε στα χέρια του, αγαπητή μου, κι ας μη σας έκλεψε στα
χαρτιά».
«Πώς τολμάτε! Παρακαλώ, αφήστε με αμέσως να κατέβω. Δε θα μείνω στιγμή παραπάνω μαζί σας. Θα πάω περπατώντας
την υπόλοιπη διαδρομή».
«Όπως αγαπάτε. Αλλά είστε αφελής αν νομίζετε πως μπορείτε να αψηφάτε τους κανόνες της κοινωνίας ατιμωρητί. Αυτό
είναι σοβαρότατο σφάλμα. Αν ξέρω εγώ την αλήθεια, πόσος καιρός θα περάσει πριν την μάθουν όλοι οι άλλοι; Σύντομα το
πάθημά σας θα γίνει μάθημα. Μα το μεγαλύτερο λάθος σας ήταν να τα βάλετε μαζί μου».
Κεφάλαιο 9

Έτρεξε σαν τρελή προς το σπίτι της γιαγιάς της. Οι περαστικοί έβλεπαν μια νεαρή γυναίκα να τους προσπερνάει γρήγορα, με
λυμένο το μπονέ και τα μαλλιά της να ανεμίζουν ελεύθερα. Μόλις έφτασε στο σπίτι ανέβηκε τρέχοντας στο δωμάτιό της και
κλείδωσε την πόρτα. Χρειαζόταν λίγο χρόνο με τον εαυτό της για να χωνέψει όσα είχε ακούσει. Οι απειλές του Γκλάιντ δεν
είχαν καταγραφεί ακόμα στο μυαλό της. Πάντα ήξερε πως ήταν μοχθηρός άνθρωπος και πως δε θα τον σταματούσε τίποτα
προκειμένου να πετύχει αυτό που ήθελε. Όμως όσα της είχε αποκαλύψει για τον Γκάρεθ είχαν φέρει τα πάνω κάτω στον
κόσμο της. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια, δεν μπορεί να είναι αλήθεια... επαναλάμβανε μέσα της. Ο Ρούφους Γκλάιντ δε θα
δίσταζε να κακολογήσει οποιονδήποτε θεωρούσε ανταγωνιστή του, αλλά η σιγουριά με την οποία είχε εκφράσει την
καταδικαστική κριτική του για τον Γκάρεθ είχε επιδράσει ήδη στην Αμελί.
Ήθελε ολόψυχα να αρνηθεί τα λόγια του, το γεγονός όμως ότι ταίριαζαν με όσα ήξερε και η ίδια τα έκανε να μοιάζουν
τρομακτικά αληθινά. Πάμπολλες λεπτομέρειες ταίριαζαν: Η αποξένωση του Γκάρεθ από τον παππού του, τα κουρελιασμένα
ρούχα του την πρώτη φορά που τον είχε συναντήσει και ο αέρας του πρώην αριστοκράτη επάνω του... Η επιθυμία του να
φύγει από την Αγγλία και να επιστρέψει στην Ευρώπη. Η σιωπή σχετικά με το παρελθόν του ταίριαζε αρκετά με την εικόνα
του ανέντιμου ανθρώπου την οποία είχε σκιαγραφήσει ο Γκλάιντ. Επίσης εξηγούσε απόλυτα τη μυστικοπάθειά του αλλά και
το σοβαρό ύφος του όταν τον συνάντησε νωρίτερα στους Κήπους του Σίδνεϊ. Ίσως είχε σκοπό να της πει επιτέλους την
αλήθεια για τον εαυτό του, όταν ο Πέρι Λέιδαμ διέκοψε τόσο άκαιρα την κουβέντα τους.
Ή ίσως όχι και τόσο άκαιρα. Η Αμελί δεν είχε καμία επιθυμία να ακούσει αυτά τα λόγια από τα χείλη του, τα χείλη ενός
άντρα τον οποίο είχε καταλήξει να αγαπά. Ναι, δεν μπορούσε πια να το αρνείται. Είχε πασχίσει μάταια να κρατήσει την
καρδιά της για τον εαυτό της, ώσπου τελικά της την έκλεψε ένας άντρας ο οποίος δε νοιαζόταν για τίποτα και για κανέναν.
Ένας άντρας του οποίου η τρυφερότητα ήταν ένα φευγαλέο χάδι και, όπως αποδεικνυόταν τώρα, ήταν ένας απόκληρος της
κοινωνίας. Ξάπλωσε στο μεταξωτό κάλυμμα του κρεβατιού της και έκλεισε τα μάτια της. Ήταν πολύ βαθιά αναστατωμένη
για να κλάψει, αλλά το κεφάλι της πονούσε δυνατά. Στο μυαλό της στριφογύριζαν διάφορες σκέψεις, επαναλάμβανε όλες τις
συζητήσεις που είχε κάνει με τον Γκάρεθ και προσπαθούσε να βρει μια ακτίνα φωτός, μια διαφορετική ερμηνεία των
πραγμάτων. Μα συνειδητοποιούσε με φρίκη ότι δεν υπήρχε καμία άλλη εξήγηση.
Δεν είχε ιδέα πόση ώρα έμεινε εκεί, όταν ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα την έκανε να σηκωθεί στη στιγμή απ’ το
κρεβάτι. Ήταν η Φάνι.
«Η μιλαίδη θέλει να σας μιλήσει, μις Αμελί».
«Πες της πως είμαι αδιάθετη, έχω πονοκέφαλο».
«Νομίζω πως θα πρέπει να τη δείτε τώρα, μις, ύστερα θα σας φτιάξω ένα αφέψημα για τον πόνο».
«Η γιαγιά μου θα δείξει κατανόηση αν της πεις ότι δεν είμαι καλά».
«Δε νομίζω, μις Αμελί. Είναι έξω φρενών και ξεσπάει σε οποιονδήποτε τολμήσει να την πλησιάσει. Καλύτερα να κατεβείτε».
Γιατί είχε θυμώσει τόσο η Μπριέλ; Η Αμελί υπάκουσε την επιθυμία της γιαγιάς της υπομένοντας ένα εφιαλτικό ταξίδι
γυρισμού. Η ανεξήγητη διάθεση της λαίδης ήταν η τελευταία σταγόνα στο ξεχειλισμένο ποτήρι, η χειρότερη κατάληξη μιας
μέρας τόσο άθλιας που η Αμελί θα ήθελε να τη σβήσει για πάντα απ’ το μυαλό της. Χτένισε απρόθυμα τα μαλλιά της,
έστρωσε το φόρεμά της και κατέβηκε στη βιβλιοθήκη.
«Ήρθες επιτέλους», την υποδέχτηκε με ανυπομονησία η Μπριέλ. «Με το πάσο της, αυτή η καμαριέρα σου!»
Η Αμελί αντέδρασε αμέσως. «Η Φάνι ήρθε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά είχα ξαπλώσει, γιαγιά. Έχω έναν φρικτό
πονοκέφαλο».
«Πάλι; Φαίνεται πως τελευταία σου έχει γίνει συνήθεια. Αν και ύστερα απ’ όσα άκουσα σήμερα, τίποτα δε μου κάνει
εντύπωση».
Η Αμελί κοιτούσε τη γιαγιά της με απορία.
«Ναι, καλά κάνεις και απορείς. Ποτέ δεν ένιωσα μεγαλύτερη ντροπή στη ζωή μου. Να μάθω για την αποτρόπαια
συμπεριφορά της εγγονής μου από έναν άντρα ο οποίος ως τώρα δεν είχε μάλιστα καμία σχέση με την οικογένεια!»
«Δεν καταλαβαίνω», μουρμούρισε σαστισμένη η Αμελί.
«Μόλις είχα την πιο δυσάρεστη συνομιλία της ζωής μου. Ο σερ Ρούφους Γκλάιντ φρόντισε να με επισκεφτεί αφού σε
άφησε να κατέβεις. Ένιωσε καθήκον του να μου μεταφέρει ο ίδιος τις πιο σκανδαλιστικές ειδήσεις. Θέλησε να με
προειδοποιήσει για την ολωσδιόλου ανάρμοστη φιλία σου μ’ έναν άντρα... Γουέντοβερ είναι το όνομά του... έναν άντρα ο
οποίος ενίοτε δρα σαν απατεώνας».
Πάγωσε. Αυτό λοιπόν ήταν το σχέδιο του Γκλάιντ. Να χρησιμοποιήσει τη γιαγιά της για να την αναγκάσει να υποκύψει στις
απειλές του.
«Ήμουν αναγκασμένη να κάθομαι εκεί», συνέχισε με πίκρα η Μπριέλ, «όσο εκείνος είχε την καλοσύνη να με πληροφορεί
ότι η εγγονή μου συναναστρέφεται έναν αποδεδειγμένα κλέφτη, έναν απόκληρο από την οικογένειά του κι απ’ την αξιοπρεπή
κοινωνία. Προφανώς τον γνωρίζεις καλά. Ας μη μασάμε τα λόγια μας, είναι αυτός με τον οποίο έμεινες μόνη σ’ ένα
απομονωμένο επαρχιακό πανδοχείο. Ο σερ Ρούφους ήταν πολύ προσεκτικός στη διατύπωση των λόγων του, μπορείς όμως να
φανταστείς πώς ένιωσα όταν το άκουσα αυτό; Εξέφρασε την ανησυχία του για την ασφάλειά σου. Γνωρίζει καλά αυτό τον
άνθρωπο και η συμπεριφορά του τον τιμά, κάτι που δεν μπορώ να πω για σένα, Αμελί. Με απογοήτευσες οικτρά... στην
πραγματικότητα, απογοήτευσες ολόκληρη την οικογένεια με τη σκανδαλώδη συμπεριφορά σου».
Τα σκληρά λόγια της γιαγιάς της συγκλόνισαν βαθιά την Αμελί. Δε θα μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό της χωρίς να
αποκαλύψει τα αισθήματά της για τον Γκάρεθ. Κι αυτό θα χειροτέρευε πολύ περισσότερο τη θέση της, αν αυτό ήταν δυνατόν.
«Σε απαλλάσσω από οποιοδήποτε σκόπιμο ανόμημα», είπε η γιαγιά της, «αλλά η αφέλειά σου και η έλλειψη σύνεσης είναι
πολύ πιθανό να σε βάλουν στο στόχαστρο των κουτσομπολιών αυτής της πόλης και όχι μόνο. Αν συμβεί κάτι τέτοιο,
δύσκολα θα καταφέρεις να αντιμετωπίσεις τις συνέπειες».
Η Αμελί ήξερε ότι τα λόγια της θα εξαγρίωναν περισσότερο τη γιαγιά της, αλλά τα ερωτήματα που τη βασάνιζαν την
ανάγκασαν να μιλήσει.
«Πώς θα μπορούσε ο Ρούφους Γκλάιντ να γνωρίζει πώς πέρασα το χρόνο μου μ’ αυτό τον άνθρωπο; Και με ποιο δικαίωμα
τον κατηγορεί για τέτοιες ανομίες;»
«Είναι ένας απατεώνας. Ο σερ Ρούφους δε θα έκανε τόσο σοβαρή καταγγελία αν δεν ήταν αλήθεια. Κι όσο για την
παραμονή σου στο πανδοχείο μαζί μ’ αυτό τον άντρα, ο σερ Ρούφους ήταν ιδιαιτέρως διακριτικός και δεν υπαινίχθηκε ούτε
στιγμή πως υπήρχε κάτι περισσότερο από μια τυχαία γνωριμία μεταξύ σας. Δε χρειάστηκε να πει πολλά... τα υπόλοιπα τα
κατάλαβα μόνη μου. Ο ασθενής τον οποίο φρόντισες με τόση αφοσίωση! Πώς μπόρεσες να με εξαπατήσεις έτσι; Δε μου άξιζε
καλύτερη αντιμετώπιση;»
Η Αμελί έστρεψε όλη την οργή εναντίον της γιαγιάς της.
«Είσαι άδικη, γιαγιά. Ξέρεις ότι δε θα σε πλήγωνα ποτέ μου. Σε παρακαλώ, πίστεψε πως δεν έχω κάνει τίποτα κακό.
Βρέθηκα στο πανδοχείο από σύμπτωση, αυτή είναι η αλήθεια. Κι αν δεν σου είπα όλη την ιστορία είναι επειδή δεν ήθελα να
ανησυχήσεις χωρίς λόγο και όχι για να σε εξαπατήσω».
«Τώρα όμως ανησυχώ. Πώς θα μπορέσουμε να το κρατήσουμε κρυφό;»
«Έφυγα από το πανδοχείο αμέσως μόλις μπόρεσα και κανείς δεν ξέρει πως ήμουν εκεί, εκτός από σένα».
«Και τον σερ Ρούφους, ακόμα κι αν απλώς το υποθέτει. Ωστόσο φαίνεται πως είναι ένας έντιμος άνθρωπος και είμαι βέβαιη
ότι δε θα διαδώσει φήμες. Πρέπει να ελπίσουμε ότι δε θα μαθευτεί και δε θα ξεσπάσει σκάνδαλο».
Η γιαγιά της την κοίταξε αυστηρά. «Είσαι εξαιρετικά τυχερή που μετά από ένα τόσο σοβαρό παράπτωμα ένας άντρας σαν
τον Ρούφους είναι ακόμα πρόθυμος να σε παντρευτεί».
Η Αμελί έγινε άσπρη σαν το χαρτί ακούγοντας τα λόγια της γιαγιάς της. Φυσικά και ήταν διατεθειμένος να την παντρευτεί.
Τώρα εκείνος είχε το πάνω χέρι και η ίδια είχε χάσει πλέον κάθε ηθικό πλεονέκτημα. Η Μπριέλ είχε δίκιο. Η οικογένειά της
θα το θεωρούσε μεγάλη τύχη που ένα διακεκριμένο μέλος της υψηλής κοινωνίας ήθελε να την παντρευτεί.
Κοιτώντας το συντετριμμένο πρόσωπο της εγγονής της, η καρδιά της Μπριέλ μαλάκωσε. Η Αμελί έμοιαζε πολύ με τη
μητέρα της. Η Λουίζ είχε συχνά την ίδια έκφραση στο πρόσωπό της όταν τα πράγματα με τον Μάιλς Σίλβερντεϊλ είχαν
αρχίσει να πηγαίνουν άσχημα. Πήρε τα χέρια της εγγονής της στα δικά της.
«Έκανες ένα μεγάλο λάθος, αλλά μπορείς να το ξεπεράσεις. Έχω εμπιστοσύνη στη λογική σου. Ό,τι και να συνέβη στο
παρελθόν, πρέπει αμέσως να κόψεις οποιονδήποτε δεσμό σε συνδέει μ’ αυτό τον τόσο ακατάλληλο άντρα».
Η Αμελί δεν είπε τίποτα και η γιαγιά της προσπάθησε να της αναπτερώσει το ηθικό χαμογελώντας ζωηρά. «Άφησε πίσω σου
αυτή την ιστορία, καλή μου, είσαι ακόμα πολύ νέα και έχεις ολόκληρο μέλλον μπροστά σου. Ο σερ Ρούφους δεν είναι ο
μόνος άντρας που σε θαυμάζει. Είναι πιθανόν...» Έσφιξε τα χείλη της σκεφτική. «Ένας εσπευσμένος γάμος θα αποδειχτεί ο
τέλειος τρόπος για να γλιτώσεις απ’ αυτό το μπλέξιμο».
Η Αμελί ένιωθε πολλή απελπισία για να ρωτήσει τι ακριβώς εννοούσε η γιαγιά της, κι έτσι ζήτησε την άδεια να αποσυρθεί.
Καταρρακωμένη από τις συμφορές που την είχαν βρει, ανέβηκε με δυσκολία τις σκάλες. Η αφοσιωμένη καμαριέρα της
περίμενε στην κρεβατοκάμαρα με ένα αφέψημα χαμομηλιού κι ένα μαντίλι μουσκεμένο με νερό λεβάντας. Έβαλε την κυρά
της να ξαπλώσει στο κρεβάτι και η Αμελί αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως.

Ξύπνησε κατά το χάραμα. Με το μυαλό της θολό ακόμα από τον ύπνο, ένιωσε ένα κύμα δυστυχίας να την πλημμυρίζει αργά
και να την πνίγει. Ήξερε όμως πως έπρεπε να σηκωθεί, να ντυθεί και να υποκριθεί πως όλα πήγαιναν καλά.
Στο πρόγευμα η γιαγιά της την κοίταξε επιδοκιμαστικά καθώς η Αμελί πήρε θέση απέναντί της, κάτωχρη αλλά γεμάτη
αυτοκυριαρχία. Ό,τι κι αν βασανίζει αυτό το κορίτσι, σκέφτηκε η Μπριέλ, έχει ψυχή και θα το ξεπεράσει.
«Σκέφτηκα να κάνουμε μια μικρή επίσκεψη στο Αντλιοστάσιο αυτό το πρωί», πρότεινε η γιαγιά της καθώς έπιναν το τσάι
τους.
«Αν είναι δυνατόν, θα προτιμούσα να περάσω τη μέρα ήσυχα γιαγιά». Η σκέψη μιας γεμάτης κόσμο, θόρυβο και φλυαρίες
αίθουσα τη γέμιζε σχεδόν μ’ απελπισία.
«Πολύ καλά...» Η Μπριέλ χαμογέλασε συγκαταβατικά, «μα δεν πρέπει να αποτραβηχτείς για πολύ καιρό από την κοινωνία.
Έτσι θα αρχίσουν οι φήμες».
Ήξερε πως η γιαγιά της είχε δίκιο. Θα έπρεπε να εμφανιστεί σύντομα σε κάποιο δημόσιο χώρο. Ευχόταν μόνο, όταν ερχόταν
αυτή η στιγμή, να ήταν σε θέση να φανεί αρκετά αδιάφορη. Μετά το πρόγευμα πήρε ένα από τα μυθιστορήματα που είχαν
φτάσει πρόσφατα από τη Δανειστική Βιβλιοθήκη, θέλοντας να απασχολήσει λίγο το μυαλό της, αλλά αποδείχτηκε ότι δεν είχε
κανένα ενδιαφέρον για τους φανταστικούς κόσμους των βιβλίων. Το μυαλό της στριφογύριζε διαρκώς γύρω από τα τρομερά
νέα που είχε πληροφορηθεί και δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο. Όποια απασχόληση κι αν διάλεγε την άφηνε αδιάφορη.
Αυτό ήταν πολύ κουραστικό, κι έτσι χάρηκε όταν επιτέλους η ατέλειωτη μέρα έφτασε στο τέλος της.

Δύο εξίσου ατέλειωτες ημέρες αργότερα, η Μπριέλ σηκώθηκε ασυνήθιστα νωρίς και έκανε τις προετοιμασίες. Όταν η Αμελί
κατέβηκε για το πρόγευμα, ανακάλυψε πως η μέρα της είχε ήδη οργανωθεί σύμφωνα με τις επιθυμίες της γιαγιάς της.
«Σήμερα το πρωί θα μας επισκεφτεί ο Πέρι Λέιδαμ. Δεν τον έχουμε δει μετά το πικνίκ και σκέφτηκα πως ήταν μια φιλική
κίνηση να μάθουμε τα νέα του».
Η Αμελί χαμογέλασε αφηρημένη και ήπιε μια γουλιά τσάι. Είτε τους επισκεπτόταν είτε όχι, δεν είχε καμία σημασία. Η γιαγιά
της όμως επέμεινε πάνω στο θέμα.
«Ξέρω ότι έχει κάποια δουλειά στο Ντάφιλντς και σκέφτηκα πως ίσως να ήθελες να τον συνοδεύσεις ως εκεί, για να
διαλέξεις και μερικά καινούρια αναγνώσματα».
Δεν μπήκε στον κόπο να διαφωνήσει. Η γιαγιά της προφανώς ήθελε να κάνει η Αμελί μια βόλτα μαζί με τον σερ Πέρεγκριν,
κι εκείνη, ξέροντας πως την είχε αναστατώσει τόσο πολύ, ήταν παραπάνω από πρόθυμη να της κάνει το χατίρι. Πείστηκε
μάλιστα να φορέσει το χρυσοπράσινο φόρεμα περιπάτου το οποίο τόσο πολύ της ταίριαζε και να επιτρέψει στη μις Ρέπτον να
φτιάξει τα μαλλιά της. Ήταν αποφασισμένη να αποζημιώσει τη γιαγιά της με όποιο τρόπο μπορούσε, εκτός από το να γίνει
ζευγάρι με τον Ρούφους Γκλάιντ.
Όταν επέστρεψε στο σαλόνι βρήκε τον σερ Πέρεγκριν εκεί, να συζητάει με τη γιαγιά της σχετικά με τις προοπτικές του
καιρού για τις επόμενες ημέρες.
«Η λαίδη Μπλάντφορντ διοργανώνει μια υπαίθρια μασκαράτα, όμως οι οιωνοί δεν είναι καλοί. Λέγεται ότι οι Μπλάντ-
φορντ έχουν ξοδέψει τεράστια ποσά γι’ αυτή την εκδήλωση. Το δίχως άλλο, πρόκειται για μια προσπάθεια να παρουσιάσουν
τη μικρότερη κόρη τους στην κοινωνία... αρκετά καλή κοπέλα, αν και πολύ άσχημη, φοβάμαι».
«Θα χρειαστεί κάτι παραπάνω από μια μασκαράτα για να λανσάρουν επιτυχώς την Τζορτζιάνα Μπλάντφορντ», ήταν το
καυστικό σχόλιο της γιαγιάς της καθώς η Αμελί έμπαινε στο δωμάτιο.
«Μις Σίλβερντεϊλ...» Ο Πέρι Λέιδαμ πετάχτηκε όρθιος. «Επιτρέψτε μου», της είπε τραβώντας μια καρέκλα και
χαμογελώντας της με σεβασμό. «Η λαίδη Σεν Κλαιρ μου είπε ότι είχατε μια ελαφριά αδιαθεσία. Ελπίζω τώρα να αναρρώσατε
πλήρως».
«Είμαι καλά, σερ Πέρεγκριν, σας ευχαριστώ όμως για το ενδιαφέρον σας», του απάντησε ήρεμα.
«Η απουσία σας έγινε αισθητή, πρέπει να σας πω. Σας αναζητούσαν διαρκώς. Η στρατιά των θαυμαστών σας θα χαρεί πολύ
να σας δει να επιστρέφετε στις κοινωνικές μας συναθροίσεις».
«Μιλούσατε για μια μασκαράτα, νομίζω», είπε για να απομακρύνει τη συζήτηση από τον εαυτό της. «Ακούγεται πολύ
εξωτικό».
«Όχι και τόσο, φοβάμαι, αν ξεσπάσουν τελικά οι καταιγίδες που λένε. Όμως δε θέλω να σας αποθαρρύνω. Ελπίζω να
έρθετε».
Η γιαγιά της την κοίταξε με νόημα. «Έχουμε ήδη λάβει τις προσκλήσεις μας».
«Φυσικά και θα έρθουμε», είπε γρήγορα η Αμελί, «αλλά καθώς φαίνεται θα χρειαστούμε τις ομπρέλες μας».
Η Μπριέλ χαλάρωσε και ο σερ Πέρεγκριν χαμογέλασε με ευχαρίστηση. «Σήμερα το πρωί πάντως δεν πρόκειται να τις
χρειαστούμε. Ελπίζω να έχετε τη διάθεση να με συνοδεύσετε στη βιβλιοθήκη του Ντάφιλντς, μις Σίλβερντεϊλ».
«Θα μου ήταν πολύ ευχάριστο... είναι καιρός να την εξερευνήσω», είπε ανάλαφρα χωρίς να το εννοεί. «Απ’ ό,τι
αντιλαμβάνομαι, εσείς έχετε ήδη διαλέξει τους τόμους σας».
«Και είμαι ενθουσιασμένος μ’ αυτούς. Τους παρήγγειλα ειδικά από το Λονδίνο... Είναι κάποιες αξιόπιστες ιστορίες σχετικά
μ’ αυτό το τμήμα της χώρας, μία εκ των οποίων έχει πλούσια εικονογράφηση. Αν σας ενδιαφέρει, θα σας δανείσω μετά χαράς
αυτά τα βιβλία».
«Είστε πολύ ευγενικός».
«Ίσως θα ήταν καλύτερα να ξεκινήσετε λοιπόν πριν η βιβλιοθήκη κλείσει για τη μεσημεριανή διακοπή», του θύμισε η
Μπριέλ. Ο Πέρεγκριν σηκώθηκε βιαστικά από την καρέκλα του, τότε όμως θυμήθηκε τους τρόπους του.
«Όταν είναι έτοιμη και η μις Σίλβερντεϊλ, φυσικά».
«Είμαι έτοιμη να φύγουμε. Θα φέρω το μπονέ και τα γάντια μου».

Ο περίπατος μέσα στους Κήπους του Σίδνεϊ της έφερε κάποιες δυσάρεστες αναμνήσεις. Είχαν περάσει μόνο μερικές μέρες
από τότε που είχε συναντήσει εδώ τον Γκάρεθ και της είχε πει πως ένιωθε την ανάγκη να την κάνει να τον εμπιστευτεί και πως
ήθελε να της ανακοινώσει κάτι που ίσως άλλαζε τα αισθήματά της απέναντί του. Τελικά δεν της είπε τίποτα, της τα είπε όλα
κάποιος άλλος και όσα έμαθε η Αμελί κλόνισαν συθέμελα τον κόσμο της.
Περπατούσαν μέσα στο πάρκο και ο σερ Πέρεγκριν συνέχιζε με αβρότητα να της μιλά. Η Αμελί τον λυπόταν, έτσι σκληρά
που προσπαθούσε να ψυχαγωγήσει μια συνοδό της οποίας το μυαλό βρισκόταν αλλού. Όταν σήκωσε το βλέμμα της, είδε πως
είχαν φτάσει στο μικρό κιόσκι όπου εκείνη και η Φάνι είχαν αναζητήσει καταφύγιο την ημέρα που η Αμελί είδε για τελευταία
φορά τον Γκάρεθ.
Το ένστικτο της έλεγε να φύγει αμέσως από εκεί, όμως περιορίστηκε να ρωτήσει τον Πέρεγκριν μ’ ένα ελαφρύ τρέμουλο
στη φωνή: «Σερ Πέρεγκριν, γιατί ήρθαμε εδώ; Νόμιζα πως βιαζόμαστε να φτάσουμε στο Ντάφιλντς».
«Πρέπει να συγχωρήσετε το μικρό ψέμα μου, μις Σίλβερντεϊλ. Θα πάμε φυσικά και στη βιβλιοθήκη, ήλπιζα όμως πρώτα να
σας πω δυο λόγια ιδιαιτέρως και σκέφτηκα πως αυτό ήταν ίσως το τέλειο σκηνικό. Ξέρω πόσο πολύ σας αρέσει».
Η Αμελί αναρωτήθηκε αόριστα πώς του είχε περάσει μια τέτοια ιδέα απ’ το μυαλό, αλλά εκείνο που την ξάφνιασε
περισσότερο ήταν η επιθυμία του για μια ιδιωτική συζήτηση. Πριν προλάβει να τον ρωτήσει, ο Πέρεγκριν ξεκίνησσε ένα
λογύδριο που ήταν φανερό πως είχε προετοιμάσει καλά.
«Μις Σίλβερντεϊλ... Αμελί, θα ήθελα να ξέρετε πως σας εκτιμώ και σας σέβομαι πολύ. Αυτές τις τελευταίες εβδομάδες η
συντροφιά σας μου έχει δώσει μεγάλη χαρά. Δεν είναι υπερβολή να σας πω ότι αλλάξατε τη ζωή μου. Η γνωριμία μου μαζί
σας μου έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία στην ευτυχία».
Η Αμελί, πανικόβλητη, σήκωσε το χέρι της σαν για να τον σταματήσει, εκείνος όμως είχε πάρει φόρα για τα καλά κι έπρεπε
να τελειώσει οπωσδήποτε αυτό που είχε ξεκινήσει.
«Είπα ότι σας σέβομαι, μις Σίλβερντεϊλ, μα τα αισθήματά μου είναι πολύ βαθύτερα. Σας αγαπώ αληθινά, Αμελί. Και σας
ζητώ να μου κάνετε την τιμή να γίνετε γυναίκα μου».
Είχε μείνει άφωνη από την έκπληξη, αλλά εκείνος συνέχισε απτόητος. «Για την περίπτωση που ανησυχείτε πως η γιαγιά σας
δε θα εγκρίνει το γεγονός ότι σας μίλησα, της εξομολογήθηκα τα αισθήματά μου και μου έδωσε την άδεια να σας τα
εκφράσω».
Αυτό λοιπόν κρυβόταν πίσω από το αινιγματικό σχόλιο της Μπριέλ ότι ένας εσπευσμένος γάμος ίσως να ήταν η πιο
ενδεδειγμένη λύση. Η γιαγιά της είχε αποφασίσει πως είχε έρθει η ώρα να κάνει ο Πέρι την κίνησή του, ο οποίος την κοιτούσε
με λατρεία. Τον λυπόταν και θύμωνε με την Μπριέλ για την ανάμειξή της.
«Σερ Πέρεγκριν», κατάφερε να του πει, «με τιμά πολύ η επιθυμία σας να με παντρευτείτε. Εκτιμώ αφάνταστα την καλή σας
γνώμη για μένα. Είστε ένας αληθινός και καλός φίλος, φοβάμαι όμως πως δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο απ’ αυτό.
Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να δεχτώ την τόσο ευγενική πρότασή σας».
Εκείνος φάνηκε ταπεινωμένος. «Ίσως βιάστηκα πολύ», πρότεινε. «Ίσως θέλετε κάποιο χρόνο να το σκεφτείτε και θα ήμουν
παραπάνω από ευτυχής να περιμένω».
«Όχι, σερ Πέρεγκριν, το πιο δίκαιο είναι να σας πω ότι είμαι αρκετά σίγουρη για την απόφασή μου. Δε χρειάζομαι
περισσότερο χρόνο. Σας εκτιμώ σαν φίλο, αλλά δεν αναζητώ σύζυγο».
«Κατάλαβα. Είχα την εντύπωση πως ίσως δεν είστε αντίθετη με την ιδέα του γάμου».
«Τότε λυπάμαι που παραπλανηθήκατε». Είδε στο πρόσωπό του ακόμα περισσότερη θλίψη. «Ελπίζω ότι μπορούμε να
συνεχίσουμε να είμαστε φίλοι. Δε θα ήθελα αυτή η άβολη κατάσταση να το αποτρέψει».
Άπλωσε το γαντοφορεμένο χέρι της και εκείνος το πήρε μάλλον άτονα.
«Φυσικά, μις Σίλβερντεϊλ, θα είμαι πάντοτε φίλος σας», μουρμούρισε με ιπποτισμό, κοιτώντας αφηρημένος πέρα μακριά.
«Θα συνεχίσουμε για το Ντάφιλντς», τον ρώτησε σε μαλακό τόνο, «ή μήπως προτιμάτε να ακυρώσουμε την επίσκεψή μας
εκεί;»
«Όχι, όχι, φυσικά και θα συνεχίσουμε».
«Είμαι σίγουρη ότι σας περιμένουν εναγωνίως. Θα πρέπει να αδημονούν να σας δείξουν τους τόμους που κατάφεραν να
αποκτήσουν».
Για πρώτη φορά η έκφρασή του έδειξε να χαλαρώνει κάπως. «Ναι, μα το Δία!» αναφώνησε. «Δίκιο έχετε. Τους είχα σχεδόν
ξεχάσει».
Πήρε το μπράτσο του και απομακρύνθηκαν, αυτή τη φορά προς τις περίτεχνες σιδερένιες πύλες εξόδου από το πάρκο. Το
βήμα του ήταν τώρα ελαφρώς πιο ζωηρό και, καθώς η Αμελί του μιλούσε διαρκώς για τις εκδόσεις που είχε παραγγείλει,
ώσπου να φτάσουν στη βιβλιοθήκη ο σερ Πέρεγκριν βρισκόταν σε ασυνήθιστα καλή διάθεση για έναν άντρα του οποίου
μόλις είχαν απορρίψει την πρόταση γάμου. Πάνω στην επιθυμία της να τον παρηγορήσει, η Αμελί είχε ξεχάσει και τα δικά της
βάσανα.
Μόλις βρέθηκαν μέσα στο κατάστημα, εκείνος προχώρησε βιαστικά προς το γκισέ και σύντομα ξεχάστηκε μέσα στους
καινούριους θησαυρούς που τον περίμεναν. Η Αμελί τον άφησε και άρχισε να περιπλανιέται τριγύρω στα ράφια, διαλέγοντας
ανόρεχτα και βάζοντας πίσω κάποια βιβλία, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον ή πρόθεση να τα δανειστεί. Έτσι ξεμάκρυνε προς το
βάθος της βιβλιοθήκης, εκεί όπου τα ράφια ήταν ακόμα ψηλότερα και οι τόμοι ακόμα πιο σκονισμένοι. Την προσοχή της
τράβηξε ένας μεγάλος καφέ δερματόδετος τόμος. Τα χρυσά γράμματα φαίνονταν σαν να ξεπηδούσαν από το παλιό βιβλίο για
να τραβήξουν την προσοχή της. Σήκωσε το βιβλίο από το ράφι για να διακρίνει καλύτερα τις λέξεις στη ράχη του και βρέθηκε
να κοιτάζει στον κενό χώρο ένα πρόσωπο που γνώριζε καλά. Την επόμενη στιγμή ο Γκάρεθ Γουέντοβερ είχε κάνει το γύρο
πίσω από τα ράφια και βρισκόταν δίπλα της.
«Έψαξα σ’ όλα τα μαγαζιά του Μπαθ αυτές τις μέρες προσπαθώντας να σε βρω», άρχισε απότομα. «Πού κρυβόσουν;»
«Ήμουν αδιάθετη». Η στεγνή δήλωση έκρυβε ένα αβάσταχτο φορτίο πόνου.
«Και τώρα έχεις αναρρώσει εντελώς;»
Η Αμελί σκεφτόταν ότι ποτέ δε θα ανάρρωνε εντελώς. «Σας ευχαριστώ, κύριε Γουέντοβερ», του είπε άτονα. «Είμαι καλά».
«Ήθελα να σε βρω», της επανέλαβε σε επιτακτικό τόνο. «Δεν είχα τελειώσει αυτό που ήθελα να πω».
«Δεν είναι ανάγκη».
«Νομίζω πως είναι. Άφησέ με να μιλήσω. Θα είμαι σύντομος», της υποσχέθηκε.
«Δεν είναι ανάγκη, σου λέω. Ήδη ξέρω τι θέλεις να μου πεις».
«Πώς είναι δυνατόν;»
«Μου τα είπαν άλλοι».
«Άλλοι; Ποιοι άλλοι;»
Δεν του απάντησε.
Το μέτωπό του ζάρωσε. «Ο Γκλάιντ; Σου μίλησε ο Γκλάιντ;»
Έγνεψε σιωπηλή, έχοντας μια δυστυχισμένη έκφραση στο πρόσωπό της. Το συνοφρύωμά του έγινε εντονότερο. «Πώς
ήξερε πως βρισκόμουν στο Μπαθ;»
«Σε είδε καθώς επιστρέφαμε στην πόλη μερικές μέρες πριν και είχε την ευγένεια να μου πει την ιστορία σου».
«Τι ακριβώς σου είπε;»
«Θέλεις στ’ αλήθεια να μάθεις;»
«Ναι, φαντάζομαι ότι η εκδοχή του διαφέρει σημαντικά από τη δική μου», της είπε κοφτά.
«Είπε πως ήσουν ένας χαρτοκλέφτης, ένας χρυσοδάκτυλος, αυτός νομίζω ήταν ο όρος που χρησιμοποίησε. Είπε πως είσαι
ένα άτομο που εκμεταλλεύεται αφελείς ανθρώπους και ζει παίρνοντας τα χρήματά τους. Είπε ακόμα ότι συνήθως δούλευες
στην Ευρώπη, αλλά ότι τελευταία δεν είχες μεγάλη επιτυχία κι έτσι επέστρεψες στην Αγγλία για να δοκιμάσεις την τύχη σου
εδώ». Η φωνή της είχε σβήσει και τα μάτια της ήταν θαμπά. Με δυσκολία άντεχε να ακούει τα λόγια της.
Άπλωσε τα χέρια του και έπιασε τα δικά της. Τα ένιωσε παγωμένα πάνω από τα γάντια. «Άσε με να σου πω την αλήθεια»,
παρακάλεσε.
«Την αλήθεια; Κάποτε μου είπες ότι η σχέση μου με την αλήθεια ήταν ασταθής. Η δική σου, νομίζω, είναι ανύπαρκτη. Δε
θέλω να ακούσω άλλα ψέματα!»
Μ’ ένα απότομο τίναγμα τράβηξε τα χέρια της ακριβώς τη στιγμή που εμφανίστηκε ο Πέρι Λέιδαμ. Είχε χαθεί μέσα στο
όνειρο των νέων αποκτημάτων του, ξαφνικά όμως θυμήθηκε ότι συνόδευε μια κυρία στην οποία μάλιστα είχε μόλις κάνει
πρόταση γάμου. Έπεσε επάνω τους, ανασηκώνοντας το καπέλο του στον Γκάρεθ, τον οποίο αναγνώρισε αόριστα.
«Υπηρέτης σας, κύριε. Μις Σίλβερντεϊλ, λυπάμαι που σας εγκατέλειψα. Φταίει ο ενθουσιασμός μου. Ανυπομονώ να σας
δείξω τα νέα βιβλία που έχουν έρθει. Είναι στ’ αλήθεια έξοχα. Ξέρω ότι θα σας συναρπάσουν όπως κι εμένα». Σχεδόν
χοροπηδούσε απ’ τη χαρά του.
«Βιβλία!» γρύλισε ο Γκάρεθ.
«Για την ιστορία της περιοχής. Ανεκτίμητοι τόμοι. Μη μου πείτε πως είστε κι εσείς ερασιτέχνης ιστορικός;»
Η έκφραση στο πρόσωπο του Γκάρεθ πρόδιδε έκπληξη ανάμεικτη με οργή. Στράφηκε απότομα στην Αμελί. «Δεν μπορώ να
σου μιλήσω εδώ. Έλα μαζί μου».
Και χωρίς άλλη λέξη την άρπαξε από το μπράτσο και την έσυρε μέσα από το κατάστημα, αφήνοντας τον Πέρεγκριν να τους
κοιτάζει άναυδος και ανήμπορος. Μόλις βρέθηκαν έξω, ο Γκάρεθ σταμάτησε μια περαστική άμαξα, πήρε την Αμελί και
ανέβηκαν βιαστικά. Όλα αυτά της θύμισαν έντονα ένα προηγούμενο ταξίδι που είχαν κάνει οι δυο τους.
«Πώς τολμάς να με απαγάγεις έτσι!» διαμαρτυρήθηκε.
«Πρέπει να μείνω μόνος μαζί σου». Κατέβασε τις γρίλιες των παραθύρων και διέταξε τον αμαξά να ξεκινήσει.
«Για πού, κύριος;»
«Οπουδήποτε, κάνε κύκλους αν θέλεις, απλώς άφησέ μας ήσυχους!»
«Το ’πιασα». Ο αμαξάς σφύριξε χαμηλόφωνα.
Έξαλλη η Αμελί γύρισε να ανοίξει την πόρτα, πριν όμως προλάβει να πηδήσει έξω η άμαξα ξεκίνησε μ’ ένα τράνταγμα και
άρχισαν να κυλούν με ταχύτητα πάνω στις πλάκες του λιθόστρωτου. Ο Γκάρεθ την κράτησε με το ένα χέρι και γύρισε να την
κοιτάξει.
«Πρέπει να με ακούσεις, Αμελί. Ό,τι κι αν σου είπε ο Γκλάιντ είναι μια διαστρεβλωμένη εκδοχή των όσων έγιναν. Δώσε μου
μια ευκαιρία να σου πω τη δική μου ιστορία».
«Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν έχω κι άλλη επιλογή», του αντιγύρισε και κοίταξε σφιγμένη εμπρός της.
Είχε περάσει μάταια τόσες ώρες προσπαθώντας να τον μισήσει, ανακαλώντας όλα όσα υπέμεινε –κάθε προσβολή, κάθε
κοροϊδία. Είχε πει αμέτρητες φορές στον εαυτό της ότι παρ’ όλη τη γοητεία του ήταν ένας αναξιόπιστος άντρας και, το
χειρότερο, ένοχος ενός παραπτώματος για το οποίο είχε δικαίως τιμωρηθεί. Καθαρή τύχη τον έφερε στο δρόμο της και η ίδια
τύχη την ελευθέρωσε απ’ αυτόν. Όσο όμως κι αν προσπαθούσε δεν κατάφερνε να τον ξεχάσει, πόσω μάλλον να τον μισήσει.
Ο Γκάρεθ ήταν πάντοτε εκεί, μαζί της όπου κι αν πήγαινε, αγγίζοντας την καρδιά της σε κάθε απροσδόκητη στιγμή.
Απτόητος εκείνος από τη σιωπή της, άρχισε να αφηγείται τα γεγονότα εκείνης της βραδιάς. Η Αμελί τον άκουγε στην αρχή
με εκνευρισμό και αδημονία για την αθέλητη φυλάκισή της, ύστερα όμως με ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς
αναδυόταν στο φως μια διαφορετική εξήγηση των πραγμάτων. Η καρδιά της άρχισε να ελαφραίνει. Ήθελε απεγνωσμένα να
τον πιστέψει.
«Και γιατί ο Γκλάιντ να σημαδέψει τα χαρτιά;» τον ρώτησε επιφυλακτικά. «Τι είχε να κερδίσει;»
Ο Γκάρεθ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δεν έχω ιδέα. Θα πρέπει να γνώριζε ότι εγώ είχα ελάχιστα χρήματα και ο
Λούκας όχι πολύ περισσότερα από μένα. Ο Πίτερσαμ βέβαια είναι ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος και, όσο για τον στρατηγό,
φαντάζομαι πως είναι κι αυτός αρκετά ευκατάστατος. Αλλά το να ρισκάρει κάτι τέτοιο φαίνεται παράλογο».
«Και γιατί να κατηγορήσει εσένα; Ούτε κι αυτό βγάζει νόημα». Ίσως, είπε με το νου της, δεν ήταν απαραίτητο να βγαίνει
νόημα. Ο Γκλάιντ ήταν απλώς ένας ύπουλος άνθρωπος.
«Ο Λούκας επιμένει ότι το έκανε από μοχθηρία και μόνο», είπε ο Γκάρεθ σαν να διάβασε τις σκέψεις της. «Ότι με μισούσε
επειδή είχα όσα εκείνος στερούνταν. Μια στοργική οικογένεια κι ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον».
«Κι εσύ συμφωνείς μαζί του;»
Κούνησε πάλι το κεφάλι του αρνητικά. «Δεν μπορώ να φανταστώ πως ένας άνθρωπος σαν τον Γκλάιντ θα έδινε δεκάρα για
την οικογένεια. Κι όσο για το λαμπρό μέλλον μου, το δικό του ήταν επίσης ασφαλές. Θα ήταν υπερβολικό να κάνει κάτι
τέτοιο από έχθρα, δε με γνώριζε καν πολύ καλά».
«Αν όμως το έκανε από έχθρα, τα κατάφερε καλά». Άπλωσε το χέρι της κι έπιασε σφιχτά το δικό του.
Ο Γκάρεθ συνέχισε στενοχωρημένος: «Ο παππούς μου με αποκλήρωσε την επόμενη μέρα και δε συμφιλιωθήκαμε ποτέ.
Όποια κι αν ήταν τα κίνητρα του Γκλάιντ, φρόντισε να χάσω τα πάντα».
Στο όμορφο πρόσωπό της ήταν αποτυπωμένη η αγωνία. «Και δεν προσπάθησες ποτέ να αποκαταστήσεις το όνομά σου;» τον
ρώτησε.
«Θα ήταν πολύ δύσκολο χωρίς χρήματα, φίλους ή επιρροή. Ο Γκλάιντ, από την άλλη μεριά, ήταν πλούσιος και σεβαστός, αν
και όχι ιδιαίτερα συμπαθής. Και άλλωστε δεν είχα την παραμικρή απόδειξη εναντίον του».
«Αυτό ισχύει ακόμα;»
«Το ότι δεν έχω αποδείξεις; Ναι. Καμία».
«Όμως έχεις φίλους... τον λόρδο Έιβερι, για παράδειγμα. Και τώρα φαίνεται πως η οικονομική κατάστασή σου έχει
βελτιωθεί».
Την κοίταξε επίμονα, αμέσως όμως χαλάρωσε. Δεν μπορούσε να έχει ιδέα για τις αλλαγές στον τομέα αυτό.
«Ας πούμε απλώς ότι έφτασα σ’ ένα σημείο όπου μου είναι αδιάφορο αν η κοινωνία πιστεύει την εκδοχή μου ή όχι».
«Και τότε γιατί τα λες σ’ εμένα;» τον ρώτησε ήρεμα.
«Γιατί εσύ θέλω να με πιστέψεις, να με εμπιστευτείς αρκετά ώστε να λάβεις υπόψη σου την προειδοποίησή μου. Ο Γκλάιντ
δε θα τα παρατήσει εύκολα. Είναι αδίστακτος και τόσο ματαιόδοξος που δε θα διστάσει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να
πετύχει το στόχο του».
Η Αμελί κούρνιασε κοντά του, μ’ ένα χαμόγελο ευτυχίας στα χείλη της. Η καρδιά της τραγουδούσε. Ο Γκάρεθ είχε
αντιμετωπίσει την καταφρόνια και την ντροπή προκειμένου να την προειδοποιήσει και να την προφυλάξει από τον κίνδυνο...
Θα πρέπει στ’ αλήθεια να την αγαπούσε!
«Θα είμαι διπλά επιφυλακτική λοιπόν», του είπε επιτέλους, «πάντα όμως ήξερα πως πίσω από τη μάσκα του ο σερ Ρούφους
έκρυβε έναν πρόστυχο εαυτό».
«Φαίνεται πως κάποιοι άνθρωποι δε συμμερίζονται αυτή την άποψη. Και στην περίπτωσή σου, δυστυχώς, είναι κι αυτοί οι
οποίοι θα έπρεπε να σε προστατεύουν και να νοιάζονται για σένα».
«Τότε είμαι τυχερή που σ’ αυτούς δεν ανήκεις κι εσύ. Αν νοιάζεσαι βέβαια στ’ αλήθεια», πρόσθεσε δειλά, κοκκινίζοντας με
την τόλμη της.
Δεν της απάντησε αμέσως. Κι όταν το έκανε, η φωνή του ήταν αλλοιωμένη. «Θα ήσουν καταστροφή για τη ζωή μου, Αμελί,
κι εγώ για τη δική σου. Μα δε θα το αφήσω να συμβεί. Ποτέ».
Η απάντησή του την έκανε να ντραπεί που είχε για άλλη μια φορά εκθέσει τόσο τον εαυτό της. Τι ανόητη που ήταν! Φυσικά
και δε νοιαζόταν γι’ αυτήν, τουλάχιστον όχι αρκετά. Ίσως ήταν κάτι παραπάνω γι’ αυτόν από τις άλλες γυναίκες οι οποίες στο
παρελθόν είχαν περάσει από τη ζωή του, αλλά δεν ήταν η άγκυρα που θα τον έκανε να αράξει για πάντα στο λιμάνι. Πάντως
είχε την περηφάνια της. Θα λάβαινε υπόψη της την προειδοποίησή του και δε θα περίμενε τίποτα περισσότερο. Ο Γκάρεθ δε
χρειαζόταν να φοβάται πως η Αμελί θα κρεμόταν από πάνω του.
Έπεσε σιωπή. Εκείνος κοιτούσε σκυθρωπός το κενό, αλλά η Αμελί διαισθανόταν ότι περίμενε να την ακούσει να μιλά. Όμως
ήταν πολύ πικραμένη για να αρθρώσει έστω και μια λέξη και η σιωπή τους γινόταν ολοένα και πιο τεταμένη. Όταν ο Γκάρεθ
γύρισε προς το μέρος της αργά, σχεδόν απρόθυμα, μια ερώτηση ανέβηκε ως τα χείλη του. «Με πιστεύεις;»
Η επιτακτικότητα της φωνής του την έκανε να τον κοιτάξει στα μάτια. Η απρόσμενη λαχτάρα που είδε μέσα τους τη σόκαρε.
Έκπληκτη από τη βαθιά συγκίνηση που αντίκρισε, η Αμελί προσπάθησε να δώσει έναν τόνο ελαφρότητας στην απάντησή
της. «Μήπως θα προτιμούσες να πιστέψω τον Γκλάιντ;»
Η ελαφρότητα δεν ήταν όμως το ζητούμενο για τον Γκάρεθ. Την τράβηξε βίαια κοντά του. «Μη σε ξανακούσω να λες αυτό
το όνομα!»
Έτσι όπως την κρατούσε σφιχτά πάνω στο στήθος του, η Αμελί ένιωσε τη μαγική ζεστασιά του κορμιού του να την τυλίγει
άλλη μια φορά. Οι αμφιβολίες της έσβησαν, οι πόνοι της γιατρεύτηκαν. Ανασήκωσε δειλά το πρόσωπό της λαχταρώντας το
άγγιγμά του. Δε θα αργούσε πολύ. Την επόμενη στιγμή βρέθηκε μέσα στην αγκαλιά του κι εκείνος της έραινε το πρόσωπο με
φιλιά, ζεσταίνοντας το δέρμα της με την ανάσα του. Ύστερα το στόμα του σκέπασε το δικό της, σκληρό και απαιτητικό.
Όταν ένιωσε τα χείλη της να ανοίγουν, ο Γκάρεθ ήξερε πως έπρεπε να σταματήσει. Της είχε πει όσα έπρεπε να της πει κι
εκείνη τον είχε πιστέψει. Μόνο αυτό μετρούσε. Ποτέ δε θα υπήρχε κάτι περισσότερο μεταξύ τους. Εκείνος δεν ανήκε στον
κόσμο της, ούτε η Αμελί στον δικό του. Ήταν προορισμένοι να ταξιδέψουν σε χωριστούς δρόμους.
Όμως το στόμα της ήταν απαλό και προκλητικό κάτω από το δικό του και του ήταν αδύνατον να απομακρυνθεί. Τα χείλη
του αναζητούσαν τα δικά της με ολοένα και μεγαλύτερο πάθος. Είχε ανάγκη να τη φιλήσει παντού, να τη γευτεί ολόκληρη.
Κατέβασε τα μανίκια του φορέματος από τους ώμους της και φίλησε το γυμνό δέρμα της, ύστερα χαμήλωσε προς τις
αισθησιακές καμπύλες του στήθους της. Τα φιλιά του άναβαν μέσα της φωτιές και η αναπνοή της επιταχύνθηκε, ώσπου του
δημιουργήθηκε μια ακαταμάχητη ανάγκη να την κάνει δική του έστω και μόνο μια φορά. Έπρεπε να το παλέψει, όμως εκείνη
ανταπέδιδε ένα προς ένα τα φιλιά του. Τα χέρια της χάιδευαν το κορμί του μέχρι που φούντωσε και μέσα του μια ανεξέλεγκτη
φωτιά. Την έγειρε στο κάθισμα και η Αμελί βόγκησε ηδονικά όταν ο Γκάρεθ άρχισε να κινείται επάνω της. Ναι, θα επέτρεπε
στον εαυτό του αυτή τη μοναδική στιγμή. Κι ύστερα θα κρατούσε για πάντα την ανάμνησή της σαν θησαυρό.
Ξαφνικά η άμαξα σταμάτησε μ’ ένα δυνατό τράνταγμα και τα μπλεγμένα κορμιά τους χωρίστηκαν βίαια. Απέξω ακούστηκε
μια δυνατή κραυγή, οι δυο τους σηκώθηκαν βιαστικά και ο Γκάρεθ ανέβασε προσεκτικά τις γρίλιες. Αυτό που αντίκρισε ήταν
σωστό μακελειό.
«Έγινε κάποιο ατύχημα», της είπε βαριανασαίνοντας ακόμα. «Έχει συγκεντρωθεί πολύς κόσμος και φωνάζουν ο ένας στον
άλλον».
Η Αμελί έστρωσε γρήγορα το φόρεμά της και πλησίασε δίπλα του στο μικρό παράθυρο της άμαξας. Βρίσκονταν σ’ ένα
σταυροδρόμι κι ένα αναποδογυρισμένο κάρο έκλεινε το δρόμο από την απέναντι πλευρά. Τριγύρω κάποια σκόρπια
τσουβάλια με πατάτες μαρτυρούσαν τη σύγκρουση, ενώ αντηχούσαν δυνατά φωνές και αλληλοκατηγορίες. Η Αμελί τρόμαξε
βλέποντας πόσοι άνθρωποι στέκονταν κοντά στην άμαξα. Κάποιος μπορεί να τους αναγνώριζε στο παράθυρο, ή ακόμα και να
άνοιγε την πόρτα της καμπίνας. Δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο να τη δουν.
«Πρέπει να φύγω», είπε φοβισμένη. «Αν με δει κανείς και το πει στη γιαγιά μου...»
«Η γιαγιά σου ξέρει για μένα;»
«Της τα είπε ο Γκλάιντ και εκείνη με προειδοποίησε να μη σε ξαναδώ. Αν την παρακούσω θα με στείλει πίσω στον πατέρα
μου».
«Τότε πρέπει να φύγεις. Ας αποχαιρετηθούμε τώρα, Αμελί», της είπε.
Πλέοντας ακόμα στα πελάγη ευτυχίας του έρωτά της, συγκλονίστηκε απ’ αυτή τη σκληρή δήλωση του Γκάρεθ.
«Μα γιατί πρέπει να αποχαιρετηθούμε;»
«Θα φύγω σύντομα από το Μπαθ και δεν είναι πιθανό να ξανασυναντηθούμε ποτέ».
«Μα...»
«Μην το κάνεις ακόμα πιο δύσκολο», γρύλισε. «Έτσι πρέπει να γίνει. Τώρα ξέρεις την ιστορία μου. Πείσε τη γιαγιά σου ότι
είναι αληθινή κι εκείνη θα στείλει τον Γκλάιντ από εκεί που ήρθε. Ύστερα μπορείς να σχεδιάσεις ένα γαλήνιο μέλλον. Εγώ δε
θα έχω καμιά συμμετοχή σ’ αυτό».
Το πρόσωπό του ήταν μια ανέκφραστη μάσκα και εκείνη ένιωσε την επιθυμία να τον χαστουκίσει δυνατά. Πώς μπορούσε να
είναι τόσο αναίσθητος; Ό,τι και να ήταν, όποια ζωή κι αν είχε ζήσει, τώρα η Αμελί αποτελούσε τμήμα της. Η τρομακτική
διορατικότητα του Γκλάιντ την είχε αναγκάσει να αντιμετωπίσει τα βαθύτερα και πιο αληθινά αισθήματά της. Ακόμα κι όταν
θεωρούσε τον Γκάρεθ ψεύτη και απατεώνα, τον αγαπούσε και τον σκεφτόταν με λαχτάρα.
Μια ιδέα πέρασε από το μυαλό της. Ήταν τολμηρή και επικίνδυνη, μα ήταν κι αυτό που ήθελε περισσότερο στον κόσμο.
«Έλα να με βρεις αύριο», του είπε και η φωνή της ακούστηκε κρυστάλλινη και πρόσχαρη. «Συνάντησέ με πίσω από το
αββαείο μετά τη μεσημεριανή λειτουργία. Θα είμαι μόνη μου... Η γιαγιά πηγαίνει στην καθολική εκκλησία από νωρίς το
πρωί».
Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να συναντιόμαστε, Αμελί».
«Έλα να με βρεις», τον ικέτεψε με επιτακτική φωνή.
Έπρεπε να επιμείνει στη θέση του. Έπρεπε να της πει αντίο για πάντα, εδώ και τώρα. Κοίταξε το λαμπερό, όμορφο πρόσωπό
της και ένιωσε ένα τρελό μείγμα από τρυφερότητα και πόθο να τον κατακλύζει.
«Δεν πρέπει».
«Έλα!» τον εκλιπάρησε.
Τελικά δέχτηκε. «Θα είμαι εκεί», της υποσχέθηκε με φωνή βραχνή από τη συγκίνηση.
Έφερε τα δάχτυλά της στα χείλη του για μια στιγμή κι ύστερα κατέβηκε γρήγορα από την άμαξα φεύγοντας μακριά από το
πανδαιμόνιο. Είχαν σταματήσει κοντά στο Πάλτνι Μπριτζ, απόσταση μόλις μερικών λεπτών από το Λόρα Πλέις. Η Αμελί
άρχισε να βαδίζει γρήγορα προς το σπίτι. Πριν προλάβει να μιλήσει ο Πέρι με τη γιαγιά της, έπρεπε η ίδια να σκεφτεί κάποια
εξήγηση για την αιφνίδια εξαφάνισή της. Σταματώντας μόνο για μια στιγμή, κοίταξε πίσω της στο σταυροδρόμι όπου ένα
οργισμένο πλήθος ανθρώπων βρίσκονταν ακόμα συγκεντρωμένοι εκεί.
«Κρίμα που διακόπηκε τόσο απότομα η βόλτα σας», είπε πίσω της μια παγερή, σφυριχτή φωνή.
Στράφηκε απότομα. Ο Ρούφους Γκλάιντ της έκλεινε το δρόμο μ’ ένα περιφρονητικό, σαρκαστικό χαμόγελο. Από πού είχε
ξεφυτρώσει; Ίσως είχε αρχίσει να την παρακολουθεί σ’ όλη την πόλη! Ανατρίχιασε στη σκέψη ότι ένα τόσο άθλιο άτομο είχε
γίνει η σκιά της.
«Δεν μπορώ να σκεφτώ γιατί επιλέξατε να ταξιδέψετε με τόσο κακόφημο μέσο μεταφοράς», συνέχισε γνέφοντας
αηδιασμένος προς την άμαξα. «Και μάλιστα με τις γρίλιες κλειστές!»
«Δε σας αντιλαμβάνομαι, σερ Ρούφους». Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Έτσι, ε; Πιστεύω όμως ότι σας μίλησα με κατανοητό τρόπο. Μόλις κατεβήκατε από μια αγοραία άμαξα, γεγονός από μόνο
του εκκεντρικό· αλλά και με κλειστές τις γρίλιες; Μα, αγαπητή μου!»
Άθελά της κοκκίνισε, όμως το βλέμμα της δε δείλιασε καθόλου, ακόμα κι όταν τον άκουσε να συνεχίζει. «Μη μου πείτε πως
βαρεθήκατε κιόλας τα αξιοθέατα του Μπαθ; Ή μήπως η θέα μέσα στην καμπίνα της άμαξας ήταν πιο γοητευτική;»
«Οι παρατηρήσεις σας είναι προσβλητικές, κύριε. Αφήστε με να περάσω, παρακαλώ».
«Όχι τόσο γρήγορα. Έχω, άλλωστε, νόμιμο δικαίωμα να ενδιαφέρομαι για τη διαγωγή σας».
«Αντιθέτως, η διαγωγή μου δε σας αφορά στο ελάχιστο».
«Σ’ αυτό θα πρέπει να διαφωνήσουμε ξανά, αγαπητή μου», της είπε ήρεμα, αν και το πρόσωπό του μόρφαζε από κακία.
«Θεωρώ τον εαυτό μου μελλοντικό σύζυγό σας, ξέρετε. Μέχρι την επίσημη αναγγελία των γάμων μας, κατά συνέπεια, έχω
κάθε δικαίωμα να νοιάζομαι για τις δραστηριότητές σας».
«Ποτέ δε θα γίνετε σύζυγός μου», του αντιγύρισε έντονα. «Δεχτείτε, παρακαλώ, την απόφασή μου και αφήστε με ήσυχη
επιτέλους».
«Κάνετε μεγάλο λάθος, αγαπητή μου. Θα γίνω σύζυγός σας και σύντομα μάλιστα».
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, αλλά εκείνος επέμεινε. «Ας σταματήσουμε αυτές τις ανοησίες», της είπε με ξινισμένο
ύφος. «Θα κάνετε αυτό που σας λέω. Αν νομίζετε ότι μπορείτε να με γελοιοποιείτε, ξεχάστε το».
«Μόνο εσείς μπορείτε να γελοιοποιείτε τον εαυτό σας, κύριε. Και τώρα αφήστε με να περάσω».
«Θα μου δείξεις σεβασμό είτε σου αρέσει είτε όχι! Δεν έχω παρά να αποκαλύψω στη γιαγιά σου ότι εξακολουθείς να
συναναστρέφεσαι έναν εγκληματία, και τότε θα με παρακαλά να σε παντρευτώ».
«Πείτε της ό,τι θέλετε. Δε φοβάμαι ούτε εσάς ούτε τις απειλές σας».
«Νομίζω πως σύντομα θα φοβηθείς και πολύ μάλιστα. Θα κάνω κάτι περισσότερο από το να αποκαλύψω στη γιαγιά σου το
περιστατικό. Θα φροντίσω να μαθευτεί η ελευθεριάζουσα συμπεριφορά σου παντού. Η ατίμωσή σου θα γίνει γνωστή και
πέρα από το Μπαθ... Θα γίνεις το θέμα συζήτησης όλης της λονδρέζικης κοινωνίας».
«Με αφήνει αδιάφορη η γνώμη της κοινωνίας για μένα. Δια-δώστε ό,τι θέλετε», του πέταξε επιθετικά.
«Θα αλλάξεις σύντομα γνώμη, μις Σίλβερντεϊλ, όταν η γιαγιά σου σε πετάξει από το σπίτι και η υπόλοιπη οικογένειά σου σε
αποκληρώσει αηδιασμένη. Πού θα πας τότε; Σε ποιον θα καταφύγεις; Πολύ άσχημο μέλλον, δε νομίζεις;»
«Νομίζω πως θα το αντέξω», του απάντησε ανάλαφρα και τον προσπέρασε συνεχίζοντας το δρόμο της προς το σπίτι.
Ο Γκλάιντ την κοίταξε που έφευγε και γρύλισε. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς αψηφούσε τις απειλές του. Τι μπορεί να
της έδινε τη δύναμη να τον εμπαίζει; Αυτό όμως δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο. Αφού δεν ήταν ικανός να την
τρομοκρατήσει με τις απειλές ή τον εκβιασμό, θα το έκανε με τη βία.
Ανυποψίαστη για τη θύελλα οργής που είχε ξεσηκώσει, η Αμελί απομακρύνθηκε μ’ ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της. Ο
Γκλάιντ ήταν ένα αποκρουστικό πλάσμα και της είχε κοστίσει ακριβά να διατηρήσει την ψυχραιμία της μπροστά στις απειλές
του. Σ’ όλη όμως τη διάρκεια του μαρτυρίου της είχε γαντζωθεί από την υπέροχη ιδέα που σχηματίστηκε στο μυαλό της από
τη στιγμή που άφησε τον Γκάρεθ. Μια βόλτα με την άμαξα είχε αλλάξει τα πάντα. Άρχισε με την πεποίθησή της ότι είχε
δώσει την καρδιά της σ’ έναν άντρα ανίκανο να νοιαστεί βαθιά γι’ αυτήν, αλλά κατέληξε σε μία αποκάλυψη. Ο Γκάρεθ την
αγαπούσε κι αυτό της ήταν αρκετό.
Πίστευε στην αθωότητά του και ήταν αποφασισμένη να πείσει και όλο τον κόσμο γι’ αυτό. Κι όμως ήταν ξεκάθαρο πως
εκείνος δε νοιαζόταν πια για την κριτική της κοινωνίας. Η απόφασή του είχε παρθεί κι εκείνη δε θα προσπαθούσε να τον
μεταπείσει. Ήταν αποφασισμένος να φύγει από την Αγγλία κι εκείνη εξίσου αποφασισμένη να φύγει μαζί του. Στα μάτια του
κόσμου θα καταστρεφόταν, όχι όμως περισσότερο απ’ όσο αν ο Γκλάιντ πραγματοποιούσε τις απειλές του.
Από την παιδική της ηλικία η Αμελί είχε ταχθεί εναντίον του γάμου, έχοντας πάντα μπροστά της το παράδειγμα της μητέρας
της. Όμως ήξερε πως στην πραγματικότητα θα αναγκαζόταν να συμβιβαστεί. Στην καλύτερη περίπτωση, θα δενόταν μ’ έναν
ανιαρό, καλοπροαίρετο άντρα σαν τον σερ Πέρεγκριν. Μα ολόκληρη η ύπαρξή της λαχταρούσε μια ζωή όμορφη, γεμάτη
πάθος. Τι υπέροχο θα ήταν λοιπόν αν ακολουθούσε το πεπρωμένο της με τον άντρα που επιθυμούσε! Θα πήγαινε με τον
Γκάρεθ στην Ευρώπη και θα μοιραζόταν μαζί του τις χαρές της ζωής, θα ταξίδευε όπου κι εκείνος, θα μοιραζόταν το κρεβάτι
του. Η Αμελί δεν είχε αυταπάτες. Ο τρόπος της ζωής του ήταν ασταθής και ανασφαλής, το μέλλον τους θα μπορούσε να
αποδειχτεί το ίδιο. Η φτώχεια επέβαλλε τους δικούς της κανόνες κι ίσως ο πόθος τους να έσβηνε. Όποιους όμως κινδύνους κι
αν αντιμετώπιζε, επιτέλους θα ήταν ζωντανή. Την επόμενη μέρα, όταν θα τον συναντούσε, θα του έλεγε τα σχέδιά της.
Κεφάλαιο 10

Ξύπνησε γεμάτη χαρά. Μέσα σε μια μέρα η ζωή της είχε μεταμορφωθεί. Αν και ήξερε πως οι κατηγορίες του Γκλάιντ είχαν
κάποια αληθοφάνεια, η καρδιά της έλεγε μια διαφορετική αλήθεια. Τώρα ο νους και η καρδιά της έλεγαν το ίδιο πράγμα. Από
την επόμενη μέρα η Αμελί και ο Γκάρεθ θα ήταν μαζί, φίλοι, σύντροφοι, εραστές, για όσο καιρό την ήθελε κοντά του. Μόλις
τώρα ανακάλυπτε την ελευθερία που αναζητούσε μετά τη φυγή της από την Γκρόβενορ Σκουέαρ.
Η Μπριέλ δεν εμφανίστηκε στο τραπέζι του προγεύματος εκείνο το κυριακάτικο πρωινό. Υπέφερε ακόμα από κρυολόγημα
που είχε αρπάξει λίγες μέρες νωρίτερα και της έστειλε ένα μήνυμα ότι θα έμενε στο κρεβάτι σχεδόν όλη τη μέρα. Θα έπαιρνε
το τσάι με την Αμελί μετά την επιστροφή της εγγονής της από την εκκλησία. Η Αμελί ανακουφίστηκε. Τώρα δεν υπήρχε
φόβος για κάποια τυχαία συνάντηση με τη γιαγιά της καθώς θα έτρεχε στο μυστικό ραντεβού της.
Η Φάνι θα τη συνόδευε ως την εκκλησία και θα έπρεπε να ενημερωθεί για το ραντεβού με τον Γκάρεθ, αλλά η Αμελί ήταν
σίγουρη ότι μπορούσε να πείσει την αφοσιωμένη καμαριέρα της να μην πει λέξη. Θα ήταν άδικο όμως να την αναμείξει
περισσότερο. Όποια σχέδια έκαναν εκείνη και ο Γκάρεθ αυτό το πρωί, θα τα ήξεραν μόνο οι δυο τους. Οι δυο τους... Η
φράση ηχούσε εξαίσια στ’ αυτιά της. Το πιθανότερο ήταν εκείνος να φέρει αντιρρήσεις στην επιθυμία της να πάει μαζί του
στη Γαλλία και να ζωγράφιζε με ζωηρά χρώματα την προοπτική ενός μόνιμου αποκλεισμού από την καλή κοινωνία. Στο
τέλος όμως θα υποχωρούσε. Η Αμελί θα τον έπειθε ότι το μόνο που ήθελε ήταν να ζήσει μαζί του. Και ήξερε με ποιον τρόπο
θα τον έπειθε. Ο Γκάρεθ δε θα αντιστεκόταν για πολύ.
Το στομάχι της είχε σφιχτεί από την προσμονή και ίσα που τσιμπολόγησε από το πλούσιο πρόγευμα που είχε σερβίρει ο
Χόροκς. Ανυπόμονη καθώς ήταν να φύγει, ξεγλίστρησε από την μπροστινή πόρτα αμέσως μόλις το ρολόι χτύπησε δώδεκα
και άρχισε να προχωρεί ζωηρά προς το αββαείο, με τη Φάνι στο κατόπι της. Θα περίμενε ως το τέλος της λειτουργίας πριν της
αποκαλύψει τη συνάντηση που είχε σχεδιάσει. Ήταν ανώφελο να ανησυχήσει την καμαριέρα της νωρίτερα. Ο καιρός είχε
αλλάξει δραματικά και ο ήλιος τώρα είχε κρυφτεί πίσω από μαύρα σύννεφα, αλλά η κακοκαιρία δε χαλούσε καθόλου το κέφι
της Αμελί, που μέσα της τραγουδούσε από χαρά.
Καθώς πλησίαζαν στο μονοπάτι που οδηγούσε στην εντυπωσιακή είσοδο του αββαείου, η Αμελί κοντοστάθηκε για μια
στιγμή στην πύλη. Λίγα βήματα πιο μακριά, μια άμαξα είχε σταματήσει στην άκρη του δρόμου. Ήταν ένα παράξενο θέαμα.
Κανείς δε φαινόταν τριγύρω κι ήταν σαν να είχαν εγκαταλείψει άλογα και καρότσα. Συνήθως οι κάτοικοι περπατούσαν ως
εκεί για την κυριακάτικη λειτουργία ή, αν τους μετέφερε κάποια άμαξα, αυτή έφευγε για να τους παραλάβει μετά το τέλος της
λειτουργίας. Μοιράστηκε την απορία της με τη Φάνι.
«Θα πρέπει να ανήκει στην ηλικιωμένη κυρία Γουάριντερ», μάντεψε εκείνη. «Δεν της αρέσει να περιμένει και ποτέ δεν
αφήνει την άμαξα να γυρίσει πίσω».
Η Αμελί έγνεψε καταφατικά και έπαψε να ασχολείται με το θέμα, συνεχίζοντας με ζωηρό βήμα στο πλακόστρωτο μονοπάτι
που οδηγούσε ως την κεντρική πόρτα της εκκλησίας. Όπως τις περισσότερες Κυριακές, η εκκλησία ήταν κατάμεστη τόσο από
τους ντόπιους όσο και από επισκέπτες οι οποίοι απολάμβαναν να παρακολουθούν τη λειτουργία σ’ έναν ιστορικό χώρο σαν
αυτόν. Η ευκαιρία να επιδείξει κανείς τα ωραία του ρούχα ή να ρίξει μια ματιά στις νέες αφίξεις της πόλης ήταν μια πρόσθετη
απόλαυση. Η Αμελί κοίταξε γύρω της και στην αρχή δεν αναγνώρισε κανέναν. Μόλις όμως ξανακοίταξε, είδε τον Πέρι
Λέιδαμ να κάθεται στη σκιά του άμβωνα και τον απέφυγε προσεκτικά, πηγαίνοντας προς ένα στασίδι στο πίσω μέρος της
εκκλησίας. Ο Πέρι δεν είχε επισκεφτεί το Λόρα Πλέις μετά το περιστατικό στο Ντάφιλντς και του όφειλε μια εξήγηση για την
εξαφάνισή της. Αυτό το πρωινό όμως η Αμελί δεν είχε χρόνο για συζητήσεις. Αμέσως μόλις θα τελείωνε η λειτουργία έπρεπε
να φύγει γρήγορα, πριν ο Πέρι προλάβει να την πλησιάσει.
Δεν άκουσε σχεδόν λέξη από τους ύμνους, το μυαλό της έτρεχε αλλού. Κρυφοκοίταξε το ρολόι στην τσέπη της. Σε μισή
ώρα θα αντάμωνε με τον άντρα που αγαπούσε και για πρώτη φορά οι δυο τους θα συναντιόνταν σαν ίσοι, χωρίς άλλα ψέματα
και απάτες. Ύστερα ο εφημέριος απηύθυνε την τελευταία ευλογία και το εκκλησίασμα γονάτισε για την προσευχή. Όταν
τελείωσε η λειτουργία, η Αμελί ξανασηκώθηκε όρθια και πήγε γρήγορα προς την πόρτα. Η Φάνι την ακολούθησε αδέξια και
αναγκάστηκε σχεδόν να τρέξει για να προλάβει την κυρά της. Αντάλλαξαν και οι δύο χειραψία με τον εφημέριο, ο οποίος
περίμενε στην πόρτα για να χαιρετήσει τους ενορίτες, οι δυο γυναίκες όμως δε χασομέρησαν. Μ’ ένα γρήγορο χαμόγελο κι
ένα νεύμα βγήκαν από την εκκλησία.
«Γιατί βιάζεστε τόσο, μις Αμελί; Δεν πρέπει να ανησυχείτε για τη μιλαίδη, ξέρετε. Είμαι σίγουρη πως θα γίνει γρήγορα
καλά».
«Κι εγώ είμαι σίγουρη. Συγχώρεσέ με που σε κάνω και τρέχεις, Φάνι. Δε σκέφτομαι τη γιαγιά μου. Έχω ένα ραντεβού και δε
θέλω να αργήσω».
«Ραντεβού; Πού; Με ποιον, μις;»
«Ένα ραντεβού με τον κύριο Γουέντοβερ».
Η Φάνι πήρε μια βαθιά εισπνοή και της μίλησε αποφασιστικά. «Δε νομίζω πως πρέπει να πάτε, μις. Αυτός ο άνθρωπος είναι
σκέτος μπελάς».
«Ανοησίες. Πρέπει να διευθετήσω μια μικρή επαγγελματική υπόθεση, δε θα σε καθυστερήσω πολύ. Πρέπει να δω τον κύριο
Γουέντοβερ για μερικά λεπτά κι ύστερα θα γυρίσουμε στο σπίτι. Μπορείς να κάνεις έναν περίπατο στο προαύλιο καθώς εμείς
θα μιλάμε».
«Θα ήθελε η γιαγιά σας να τον συναντήσετε;» ρώτησε δειλά η Φάνι. Φοβόταν πολύ την αντίδραση της Μπριέλ και ήξερε
πως θα την καθιστούσε υπεύθυνη για την απερισκεψία της Αμελί.
«Η γιαγιά μου δεν πρόκειται να το μάθει ποτέ. Αν δε θέλεις να ανακατευτείς, το καταλαβαίνω. Θα συναντήσω τον κύριο
Γουέντοβερ είτε έρθεις μαζί μου είτε όχι, κάνε όπως νομίζεις».
«Μις Αμελί, ξέρετε πως θα σας ακολουθούσα παντού, απλώς...»
Ξαφνικά σταμάτησε έντρομη. Δυο μεγαλόσωμοι άντρες είχαν κατέβει από την άμαξα την οποία είχαν προσέξει νωρίτερα και
έκλεισαν το δρόμο τους. Οι δυο γυναίκες τα έχασαν· πριν όμως καμία από τις δύο προλάβει να ξεφύγει, οι άντρες σήκωσαν
την Αμελί και την έριξαν μέσα από την ανοιχτή πόρτα της άμαξας. Η Φάνι έτρεξε πίσω της προσπαθώντας να κρατήσει το
μπράτσο της κυράς της, αλλά ένας από τους άντρες γύρισε και χτύπησε δυνατά την υπηρέτρια στο κεφάλι. Εκείνη έπεσε στο
έδαφος χάνοντας για μια στιγμή τις αισθήσεις της. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τα άλογα ξεκίνησαν και η άμαξα χάθηκε πέρα
στο δρόμο.
«Φάνι; Η Φάνι δεν είσαι;» Μια ευγενική φωνή ακούστηκε στο αυτί της καμαριέρας. «Είσαι καλά;»
Ήταν ο σερ Πέρεγκριν Λέιδαμ. Είχε σκύψει με αγωνία πάνω από το νεαρό κορίτσι και προσπαθούσε μάταια να τη σηκώσει
όρθια.
«Η κυρά μου», ψιθύρισε η Φάνι, «η μις Αμελί...»
«Τι έπαθε η μις Αμελί; Πού είναι; Προσπαθούσα να την προλάβω για να της πω δυο λόγια, αλλά φύγατε τόσο γρήγορα από
την εκκλησία που σας έχασα».
Η καμαριέρα ανακάθισε ζαλισμένη. Έτρεμε σύγκορμη, μιλούσε με δυσκολία. «Η κυρά μου», βόγκησε, «εκείνοι οι άντρες
την απήγαγαν».
«Ποιοι άντρες; Είσαι σίγουρη, Φάνι; Πιθανόν να έχεις πάθει διάσειση... Θα πρέπει να χτύπησες το κεφάλι σου όταν έπεσες».
Η Φάνι κοιτούσε με βλέμμα άδειο τον Πέρι, που ήταν ακόμα σκυμμένος με αγωνία από πάνω της. «Με χτύπησαν στο πίσω
μέρος του κεφαλιού και τότε έπεσα».
«Σε χτύπησαν στο κεφάλι; Στο Μπαθ, μέρα μεσημέρι, κυριακάτικα; Δεν είναι δυνατόν!»
Η καμαριέρα έγνεφε καταφατικά με ύφος σαστισμένο ενώ ο σερ Πέρεγκριν πάλευε να καταλάβει τι είχε συμβεί. «Ποιοι είναι
αυτοί οι άντρες; Ποιος μπορεί να έπραξε μια τέτοια βαρβαρότητα;»
Η Φάνι έβαλε τα κλάματα κι ένας ακατάσχετος χείμαρρος από λόγια ξεπήδησε απ’ το στόμα της. «Δεν ξέρω, δεν ξέρω.
Περίμεναν... Η κυρά μου κι εγώ προσπεράσαμε μια άμαξα και τότε αυτοί εμφανίστηκαν και την άρπαξαν. Προσπάθησα να
την κρατήσω, αλλά αυτός με τα στραβά δόντια γύρισε και με χτύπησε στο κεφάλι, κι έτσι δεν μπορούσα να την κρατήσω
πια... και τώρα την πήραν».
Ξανάπεσε στο πεζοδρόμιο και ξέσπασε σε δυνατούς λυγμούς. Ο σερ Πέρεγκριν άρχισε να νιώθει τρομερή νευρικότητα. Δεν
ήξερε αν η φτωχή υπηρέτρια είχε παραισθήσεις ή αν του μιλούσε για κάποιο τερατώδες συμβάν. Επιπλέον δεν είχε ιδέα πώς
να αντιμετωπίσει μια γυναίκα που είχε αναλυθεί σε δάκρυα. Ανησυχούσε έντονα πως από στιγμή σε στιγμή η νεαρή
υπηρέτρια θα πάθαινε υστερία. Ήταν προφανώς η ώρα να δείξει αποφασιστικότητα.
«Πρέπει να γυρίσουμε στο Λόρα Πλέις, Φάνι. Και να πούμε στη λαίδη Σεν Κλαιρ όλα όσα συνέβησαν».
«Μα η κυρά μου...»
«Ναι, ναι», είπε ο Πέρι καθησυχαστικά. «Η λαίδη θα ξέρει τι πρέπει να γίνει, είμαι βέβαιος». Η φωνή του είχε μια σιγουριά
που ο Πέρι δεν ένιωθε στο ελάχιστο.

Μέσα σε λίγα λεπτά είχαν φτάσει στο σπίτι της Μπριέλ. Με λίγη ενθάρρυνση από τον σερ Πέρεγκριν, η Φάνι διηγήθηκε όσα
είχαν συμβεί, αν και με δυσκολία. Η Μπριέλ φάνηκε στην αρχή έκπληκτη κι ύστερα έξαλλη από θυμό.
«Τι ανοησίες είναι αυτές που μου λες τώρα, νεαρή;»
Η καμαριέρα ζάρωσε και φάνηκε έτοιμη να ξαναβάλει τα κλάματα. Ο Πέρι Λέιδαμ έκρινε σκόπιμο να παρέμβει.
«Μιλαίδη, το κορίτσι σάς λέει την αλήθεια, πράγματι της επιτέθηκαν. Τη βρήκα πεσμένη στο έδαφος κι ήταν φανερό πως
είχε τραυματιστεί στο κεφάλι».
«Και γιατί αυτό σημαίνει πως της επιτέθηκαν; Μπορεί να σκόνταψε. Ετούτο εδώ το κορίτσι έχει προϋπηρεσία στα ψέματα.
Ποτέ δεν την θεωρούσα απολύτως αξιόπιστη». Έριξε μια φαρμακερή ματιά στη δύστυχη καμαριέρα.
«Μα, λαίδη Σεν Κλαιρ, η εγγονή σας αγνοείται», ικέτεψε ο Πέρι. «Εξαφανίστηκε στα καλά καθούμενα».
Η ματιά της Μπριέλ έγινε ακόμα πιο διαπεραστική. «Και πού ακριβώς βρίσκεται η εγγονή μου, Φάνι;»
«Δεν ξέρω, μιλαίδη. Την πήραν. Δεν μπόρεσα να τους σταματήσω».
«Περιμένεις να πιστέψω πως απήγαγαν την εγγονή μου μέρα μεσημέρι;»
«Μάλιστα, κυρία». Η φωνή της Φάνι έτρεμε λίγο.
«Καθώς έβγαινε από την εκκλησία;»
«Μάλιστα, κυρία».
«Είναι γελοίο!» αποφάνθηκε η Μπριέλ. «Και ποιος ισχυρίζεσαι πως είναι υπεύθυνος γι’ αυτή τη βιαιοπραγία;» Ο φόβος που
την έζωνε αργά την έκανε περισσότερο αυταρχική από ποτέ.
«Νομίζω πως αναγνώρισα έναν από τους άντρες», κατάφερε να ψελλίσει η Φάνι. «Είχε στραβά δόντια».
«Και λοιπόν;»
«Ήταν σ’ εκείνο το πικνίκ που πήγε η μις Αμελί».
«Ποιο πικνίκ;»
«Εκείνο στο Αββαείο του Σέβερν. Εκείνο που οργάνωσε ο σερ Ρούφους Γκλάιντ, κυρία. Ήταν ένας από τους άντρες του σερ
Ρούφους, είμαι σίγουρη».
«Υπονοείς, ανόητο κορίτσι, ότι ο σερ Ρούφους Γκλάιντ, ένας αξιοσέβαστος ευπατρίδης, απήγαγε την εγγονή μου; Πώς
τολμάς! Αν δεν ήταν τόσο αστείο, θα αποτελούσε εξωφρενική κατηγορία».
Η Φάνι έσκυψε το κεφάλι της. «Η μις Αμελί τον φοβόταν πολύ», μουρμούρισε με τόλμη. «Φοβόταν πως θα την ανάγκαζε
με τη βία να τον παντρευτεί».
Ο σερ Πέρεγκριν άκουγε αυτή τη συνομιλία με ολοένα και μεγαλύτερη σύγχυση. Η ιδέα ότι η Αμελί ίσως αναγκαζόταν να
παντρευτεί έναν άντρα που φοβόταν και ότι αυτός ο άντρας ήταν υπεύθυνος για την εξαφάνισή της του φαινόταν πως
ξεπερνούσε τα όρια των ιστορικών θρύλων που τόσο του άρεσε να διαβάζει.
«Σερ Πέρεγκριν, βάλτε ένα τέλος σ’ αυτές τις ανοησίες μια για πάντα. Παρακαλώ, επισκεφτείτε την κατοικία του σερ
Ρούφους Γκλάιντ και φροντίστε να μάθετε πού βρίσκεται. Είμαι σίγουρη ότι αγνοεί όσο κι εμείς τι συνέβη στην Αμελί. Στο
μεταξύ, εγώ θα στείλω τον Χόροκς και τον υπηρέτη μου να κάνουν άλλες έρευνες. Κάποια λογική εξήγηση θα υπάρχει για
την εξαφάνιση της εγγονής μου και...» έριξε μια περιφρονητική ματιά προς την καμαριέρα «... για τη συμπεριφορά αυτής της
νεαρής». Μέσα της ωστόσο η Μπριέλ άρχισε να νιώθει μεγάλη νευρικότητα.

Ο σερ Πέρεγκριν δεν άργησε να επιστρέψει. Το πρόσωπό του ήταν σκυθρωπό όταν μπήκε στο δωμάτιο.
«Λυπάμαι, λαίδη Σεν Κλαιρ, αλλά ο σερ Ρούφους άφησε τα διαμερίσματά του σήμερα το πρωί. Προφανώς έφυγε εντελώς
ξαφνικά. Ο σπιτονοικοκύρης του δεν πρόσεξε καν την αναχώρησή του και...» ο Πέρι έβηξε διακριτικά «... απ’ ό,τι κατάλαβα,
χρωστάει ένα σημαντικό ποσό από το ενοίκιο».
«Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό για έναν τζέντλεμαν σαν τον σερ Ρούφους». Η Μπριέλ είχε γίνει κάτωχρη. «Είμαι σίγουρη
ότι, μόλις ανακαλύψουμε πού έχει πάει, θα μας διαβεβαιώσει ότι δεν έχει καμία σχέση με την εξαφάνιση της εγγονής μου».
«Όσο γι’ αυτό, ο σπιτονοικοκύρης φυσικά δεν έχει ιδέα πού μπορεί να βρίσκεται ο σερ Ρούφους».
«Κι εσείς;» Η Μπριέλ κοίταξε με πόνο το νεαρό της φίλο.
«Λυπάμαι, μιλαίδη, αλλά τον γνωρίζω ελάχιστα».
Ένα απαλό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Ο μπάτλερ είχε επιστρέψει από την αποστολή του και μπήκε κατευθείαν στο
θέμα. Ούτε εκείνος ούτε ο Τόμας είχαν καταφέρει να βρουν ίχνη της νεαρής κυρίας. Ο εφημέριος θυμόταν μια κοπέλα με την
περιγραφή της να φεύγει από την εκκλησία στο τέλος της λειτουργίας, κατόπιν όμως τα ίχνη της χάνονταν.
Όταν ο Χόροκς υποκλίθηκε και αποχώρησε, η Μπριέλ σηκώθηκε με ασυνήθιστη δυσκολία από την πολυθρόνα της και
άρχισε να βηματίζει αργά στο δωμάτιο.
«Σε ποιον να στραφούμε τώρα; Ποιος μπορεί να ξέρει πού πήγε ο σερ Ρούφους; Ποιον μπορούμε να εμπιστευτούμε;»
Δεν πήρε καμία απάντηση από το μικρό ακροατήριό της. Ξαφνικά στράφηκε στη Φάνι.
«Ο σερ Πέρεγκριν είπε ότι ήσουν ξαπλωμένη στο πεζοδρόμιο πίσω από το αββαείο. Άρα θα πρέπει να φεύγατε από την
εκκλησία. Γιατί η κυρά σου κατευθυνόταν αντίθετα από το σπίτι της;»
Η καμαριέρα ξεροκατάπιε, μα δεν απάντησε.
«Έλα, έλα, κορίτσι μου, πες μου όλη την αλήθεια αν νοιάζεσαι για την κυρά σου».
Η φωνή της Φάνι βγήκε σαν ψίθυρος. «Είπε πως είχε μια επαγγελματική υπόθεση, μιλαίδη».
«Τι εννοείς; Τι είδους επαγγελματική υπόθεση μπορεί να είχε η Αμελί; Ποιον θα συναντούσε και γιατί;»
Η Φάνι κατάλαβε πως δεν υπήρχε τρόπος να γλιτώσει απ’ την ερώτηση. «Δεν ξέρω για ποιο λόγο θα τον συναντούσε,
μιλαίδη», τραύλισε. «Η μις Αμελί δε μου είπε, αλλά ήταν ένας άντρας που τον έλεγαν Γκάρεθ Γουέντοβερ».
Το όνομα έκανε την Μπριέλ να ορμήσει προς τη νεαρή υπηρέτρια και να την ταρακουνήσει δυνατά.
«Άφησες την κυρά σου να συναντήσει αυτό τον άνθρωπο; Έναν άντρα τον οποίο της είχα απαγορέψει ρητά να ξαναδεί;»
Ο σερ Πέρεγκριν επενέβη με ήρεμη φωνή. Δε νομίζω πως πρέπει να κατηγορούμε τη Φάνι, μιλαίδη. Είμαι σίγουρος ότι
έμεινε κοντά στην κυρία της μόνο για να την προστατεύσει».
Η Φάνι έγνεψε καταφατικά με ευγνωμοσύνη ενώ ο σερ Πέρεγκριν πήρε ένα ύφος σκεφτικό. «Είμαι επίσης σίγουρος ότι
ξέρει ελάχιστα πράγματα γι’ αυτό τον άνθρωπο, όπως κι εγώ. Τον έχω συναντήσει μόνο σε μία ή δύο περιστάσεις. Μου
φάνηκε κάπως βίαιο άτομο, οπωσδήποτε όμως είναι ένας τζέντλεμαν».
Στράφηκε προς την καμαριέρα. «Πού είχε δοθεί αυτό το ραντεβού, Φάνι;» τη ρώτησε σε ήπιο τόνο.
«Πίσω από το αββαείο, σερ Πέρεγκριν, έτσι νομίζω. Εγώ θα έκανα το γύρο του προαυλίου. Η μις Αμελί είπε πως δε θα
αργούσε παραπάνω από μερικά λεπτά».
«Τότε θα πρέπει να πάμε εκεί και να βρούμε αμέσως αυτό τον άνθρωπο. Ίσως ξέρει περισσότερα από εμάς» , δήλωσε η
Μπριέλ με ανανεωμένο ζήλο. «Σερ Πέρεγκριν, θα είχατε την καλοσύνη να μας βοηθήσετε σ’ αυτό;»
Μ’ έναν ενδόμυχο αναστεναγμό, ο Πέρι Λέιδαμ συμφώνησε και για άλλη μια φορά έφυγε γρήγορα από το σπίτι. Αυτή η
Κυριακή εξελισσόταν σε πολύ δραστήρια μέρα.

Ο Γκάρεθ έφτασε νωρίς στο σημείο του ραντεβού τους, ξέροντας πως δεν έπρεπε να συμφωνήσει σ’ αυτή τη μυστική
συνάντηση. Ήθελε να πει στην Αμελί την αλήθεια για το παρελθόν του και να της δώσει να καταλάβει τι είδους κίνδυνο
αποτελούσε ο Γκλάιντ. Μετά είχε ορκιστεί στον εαυτό του πως θα την αποχαιρετούσε οριστικά. Γιατί τώρα δυσκολευόταν
τόσο να τηρήσει αυτό τον όρκο;
Από την ημέρα που τη γνώρισε, ο Γκάρεθ φερόταν παράλογα. Πώς μπορούσε ένα νεαρό κορίτσι να του προκαλεί κάτι
τέτοιο; Ποτέ του δεν είχε νιώσει αγάπη για μια γυναίκα, αυτό όμως ήταν φυσικό. Εξόριστος καθώς ήταν από το σπίτι και την
πατρίδα του και ζώντας μια ασταθή και περιπλανώμενη ζωή, είχε οπλιστεί με μια ασπίδα αδιαφορίας η οποία τον προστάτευε
από συναισθηματικά μπλεξίματα. Ύστερα όμως εισέβαλε η Αμελί στη ζωή του. Ένιωσε γι’ αυτήν μια ενστικτώδη έλξη έτσι
όπως την είδε να κρέμεται από εκείνο το γελοίο σκοινί, με τις καστανές μπούκλες της να πέφτουν ολόγυρα στο όμορφο, σε
σχήμα καρδιάς πρόσωπό της. Ήταν μεθυσμένος, όχι όμως τόσο ώστε να μη διακρίνει το μαργαριτάρι που βρήκε τυχαία στο
δρόμο του.
Από τότε έδινε διαρκώς μια μάχη με τον εαυτό του. Είχε αναρωτηθεί άπειρες φορές γιατί έκανε την ανοησία να μπλέξει με
μια γυναίκα, πόσω μάλλον μ’ ένα άπραγο κορίτσι. Και διαπιστώνοντας τις απάτες και τα ψέματά της, νόμιζε πως είχε
καταφέρει να την αποκλείσει από την καρδιά του. Απ’ ό,τι φαινόταν όμως, αυτή η καρδιά του ακολουθούσε το δικό της
δρόμο.
Καθισμένος δίπλα της σ’ εκείνη τη μουχλιασμένη καμπίνα της άμαξας, παρακολουθώντας το πρόσωπό της να φωτίζεται από
ευτυχία και νιώθοντας τα απαλά μαλλιά της πάνω στο μάγουλό του, δεν είχε πλημμυρίσει μόνο από ερωτικό πόθο, αλλά και
από μια βαθύτερη ανάγκη. Στάθηκε αδύνατον να μην την κρατήσει στην αγκαλιά του και να μην τη χαϊδέψει, να μην της
δοθεί. Λαχταρούσε να πάρει μαζί του εκείνη τη μοναδική στιγμή αγάπης. Ναι, αγάπης. Μα ήταν τρελός. Αυτό δε θα έπρεπε
να έχει συμβεί ποτέ.
Κι όμως να τώρα που είχε έρθει σαν ανόητος να τη συναντήσει πάλι, αλλά αυτή τη φορά δεν έπρεπε να επαναλάβει τις
ερωτοτροπίες της προηγούμενης ημέρας. Γιατί ο Γκάρεθ δεν ήταν σε θέση να της προσφέρει το γάμο που της άξιζε. Ακόμα
και ως νόμιμος κόμης, θα είχε πάντοτε επάνω του το στίγμα του σκανδάλου και δεν άντεχε να εκθέσει την Αμελί στο
δηλητήριο μιας μοχθηρής κοινωνίας. Σίγουρα θα του έλεγε πως δε νοιαζόταν για την κριτική του κοινωνικού κύκλου της, με
τον καιρό όμως θα καταλάβαινε. Οι δυο τους ήταν προορισμένοι να διανύσουν διαφορετικά μονοπάτια στη ζωή. Οι
αποσκευές του Γκάρεθ περίμεναν έτοιμες σχεδόν στο σπίτι του Λούκας. Αυτό ήταν το δικό του μέλλον. Οι δικές της
αποσκευές ήταν ένας σωστός γάμος και, χωρίς αμφιβολία, ο σερ Πέρεγκριν Λέιδαμ αποτελούσε μια καλή επιλογή συζύγου.
Όσο για τον Ρούφους Γκλάιντ, αυτός θα έπαυε να αποτελεί πια κίνδυνο μόλις αναγγέλλονταν οι αρραβώνες της.
Η ώρα περνούσε και η Αμελί δεν ερχόταν. Άρχισε να αναρωτιέται μήπως ήταν αδιάθετη ή μήπως την είχαν εμποδίσει να
έρθει στο ραντεβού. Ίσως η γιαγιά της ανακάλυψε τα σχέδιά της και την είχε κρατήσει στο σπίτι. Σε μια τέτοια περίπτωση
όμως θα του έστελνε κάποια ειδοποίηση. Η αφοσιωμένη καμαριέρα της, η Φάνι, θα έβρισκε σίγουρα έναν τρόπο για να
ξεγλιστρήσει από το σπίτι και να ενημερώσει τον Γκάρεθ για ό,τι τυχόν είχε προκύψει.
Ίσως όμως να είχε μετανιώσει και να αποφάσισε να μην έρθει. Μπορεί να το σκέφτηκε καλύτερα. Πάνω στη θέρμη της
τελευταίας συνάντησής τους είχε φανεί πρόθυμη να πιστέψει τα λεγόμενά του για εκείνη τη νύχτα στη λέσχη Γουέτερ. Μα,
καθώς ο Γκάρεθ ανακαλούσε τη συζήτησή τους λέξη προς λέξη, συνειδητοποιούσε πως η Αμελί δεν υποσχέθηκε ποτέ καμία
δέσμευση. Είχε παραμερίσει αυθόρμητα την άμεση ερώτησή του. Αν όμως το ξανασκέφτηκε καλύτερα μέσα στην ησυχία του
δωματίου της, ίσως να άρχισε να αμφιβάλλει για την αλήθεια των λόγων του. Στο κάτω κάτω, ο Γκάρεθ της είχε πει πολλά
ψέματα, ή τουλάχιστον απέφυγε από την αρχή να είναι ειλικρινής απέναντί της. Κι έτσι, σκεπτόμενη ψυχραιμότερα μόλις
ξημέρωσε η καινούρια μέρα, η Αμελί να αποφάσισε να μην έρθει στο ραντεβού.
Ή πάλι μπορεί αυτό να ήταν από την αρχή το σχέδιό της. Η φρικτή ετούτη σκέψη τον τάραξε πολύ και ο φόβος του έγινε
οργή. Η Αμελί δεν είχε ποτέ την πρόθεση να τον συναντήσει σήμερα. Τον άφησε επίτηδες να περιμένει μάταια εκεί.
Απολάμβανε τη σωματική ηδονή που της πρόσφερε, αλλά δεν τον εμπιστευόταν. Δεν τον αγαπούσε. Ο Γκάρεθ ήταν και θα
ήταν ένας απατεώνας γι’ αυτήν. Κι έτσι του έδωσε την οριστική απάντησή της: αποφάσισε πως η τελευταία εξαπάτηση θα
ήταν δική της.
Τώρα ήταν σίγουρος πως αυτή ήταν η μόνη εξήγηση. Γιατί δεν το είχε καταλάβει απ’ την αρχή; Η Αμελί Σίλβερντεϊλ δε
διέφερε από καμία άλλη γυναίκα που είχε γνωρίσει στη ζωή του. Οι δυο τους είχαν μοιραστεί ένα φευγαλέο πάθος κι αυτό
ήταν όλο. Γύρισε να φύγει, αηδιασμένος με τον εαυτό του που έστω και για μια μικρή στιγμή είχε νομίσει πως βρήκε την
αγάπη. Καθώς προχωρούσε προς τη γωνία του δρόμου, είδε μια γνώριμη μορφή. Ήταν φυσικά ο Πέρεγκριν Λέιδαμ, ο
εκλεκτός μεσάζων της Αμελί, σκέφτηκε πικρόχολα ο Γκάρεθ.
Ο Πέρι σήκωσε το καπέλο του και κοίταξε με αβεβαιότητα τον άντρα που τον αγριοκοίταζε.
«Κύριε Γουέντοβερ, συγχωρήστε με που σας πλησιάζω μ’ αυτό τον τρόπο», άρχισε με ανήσυχο ύφος, «αλλά θα είχατε την
ευγενική καλοσύνη να με συνοδεύσετε στο σπίτι της λαίδης Σεν Κλαιρ;»
«Γιατί στην οργή να κάνω κάτι τέτοιο;» ρώτησε με εριστικότητα ο Γκάρεθ.
«Η λαίδη αγωνιά να σας μιλήσει», τον ικέτεψε ο Πέρι.
«Εγώ όμως δεν αγωνιώ να μιλήσω στη λαίδη. Δεν έχω τίποτα να της πω», γρύλισε ο Γκάρεθ. Όχι μόνο είχε γελοιοποιηθεί
από την κάλπικη αγαπημένη του, αλλά τώρα θα τον κατσάδιαζε από πάνω και η γιαγιά της.
Ο Πέρι δοκίμασε ξανά. «Η λαίδη Σεν Κλαιρ ανησυχεί πολύ για την εγγονή της και αισθάνεται πως ίσως εσείς μπορείτε να
βοηθήσετε. Ελπίζω να το ξανασκεφτείτε».
«Ανησυχεί...; Γιατί;» Ένας ξαφνικός φόβος κυρίεψε τον Γκάρεθ.
«Αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να συζητήσω εδώ στο δρόμο. Αν έχετε την καλοσύνη να με συνοδεύσετε, μπορούμε να
μιλήσουμε για το θέμα ιδιαιτέρως».
«Συνέβη κάτι στην Αμελί;»
«Θα έρθετε μαζί μου, κύριε Γουέντοβερ;»
«Τι συνέβη στην Αμελί;» βρυχήθηκε ο Γκάρεθ, κι αρπάζοντας τον άλλον από τα πέτα του πανωφοριού, σχεδόν τον σήκωσε
στον αέρα.
«Σας εκλιπαρώ, κύριε», είπε με πνιχτή φωνή ο Πέρι, «αφήστε με. Θα σας τα εξηγήσουμε όλα».
Ο Γκάρεθ τράβηξε απρόθυμα τα χέρια του. Κάθε σκέψη περί προδοσίας της Αμελί πέταξε μακριά απ’ το μυαλό του.
Κινδύνευε κι ο Γκάρεθ έπρεπε να τη βοηθήσει.

Η Μπριέλ παρατήρησε προσεκτικά τον άντρα που οδήγησαν στο σαλόνι της. Ήταν λεπτός και ηλιοκαμένος, είχε μαύρα
μαλλιά που έπεφταν ανέμελα στο μέτωπό του και δυο μάτια μπλε σαν τον καλοκαιρινό ουρανό. Τώρα αυτά τα μάτια έκαιγαν
από ένα μείγμα οργής και πανικού. Ως γυναίκα, η Μπριέλ μπορούσε να εκτιμήσει το λόγο για την ανάρμοστη συμπεριφορά
της εγγονής της, αλλά ως γιαγιά της αναγνώριζε πολύ καλά τον κίνδυνο στο πρόσωπο αυτού του άντρα. Ήταν ένας άνθρωπος
που δεν έχανε το χρόνο του σε κοινωνικές ευπρέπειες, ένας τυχοδιώκτης, ένας αγύρτης.
Πήρε την πιο υπεροπτική έκφρασή της, αλλά ο Γκάρεθ την κοίταξε με ανάλογη περιφρόνηση. Κανείς απ’ τους δύο δε
σεβόταν τον άλλον, τους ένωνε όμως μια απελπισμένη έγνοια για την Αμελί.
«Τι γνωρίζετε εσείς για τον Ρούφους Γκλάιντ;» άρχισε η Μπριέλ.
«Είναι ένα παλιοτόμαρο», απάντησε κοφτά ο Γκάρεθ.
«Δικαιούστε να έχετε την άποψή σας», παραδέχτηκε η Μπριέλ, η οποία δυσκολευόταν ακόμα να δεχτεί πως είχε πέσει τόσο
έξω μ’ αυτό τον άνθρωπο. «Αυτό που εννοούσα όμως είναι τι ξέρετε για τις συνήθειές του; Πού θα μπορούσε να πάει μετά
την τόσο ξαφνική αναχώρησή του από το Μπαθ;»
«Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ήρθα εδώ επειδή κάτι συνέβη στην Αμελί, όχι για να συζητήσω για έναν άθλιο σαν τον Γκλάιντ.
Τι έπαθε η Αμελί; Πρέπει να ξέρω».
Άλλη μια φορά ο Πέρι Λέιδαμ επενέβη σε μια δύσκολη στιγμή.
«Φοβούμαστε πολύ ότι η Μις Σίλβερντεϊλ απήχθη, πιθανόν από αυτό τον άνθρωπο, τον Γκλάιντ».
«Τι;» Η φωνή του Γκάρεθ ακούστηκε σαν κρότος στα αυτιά τους. «Και κάθεστε εδώ με σταυρωμένα τα χέρια;»
Ο σερ Πέρεγκριν έριξε μια ματιά στην Μπριέλ, η οποία καθόταν στητή στην πολυθρόνα της με τα χείλη σφιγμένα. «Η λαίδη
ήλπιζε πως ίσως να ξέρατε πού θα μπορούσε αυτός ο άνθρωπος να έχει πάει τη μις Αμελί», είπε διστακτικά.
Ο Γκάρεθ ξαναβρήκε κάπως την ψυχραιμία του. Δεν ήταν η ώρα για ξεσπάσματα οργής. Έπρεπε να διατηρήσει τον
αυτοέλεγχό του, να σκεφτεί γρήγορα και λογικά.
«Ο Γκλάιντ έχει μια εξοχική κατοικία πενήντα μίλια έξω από το Μπαθ», είπε κοφτά. «Μου φαίνεται ο πιο πιθανός
προορισμός. Ξέρετε τι μεταφορικό μέσο χρησιμοποίησε;»
«Η Φάνι περιέγραψε μια άμαξα με δυο άλογα».
«Καθόλου κατάλληλη για μακρύ ταξίδι, άρα αμφιβάλλω αν σκόπευε να βγει εκτός κομητείας».
Η Μπριέλ γύρισε προς τον Γκάρεθ και η φωνή της έτρεμε ανεπαίσθητα. «Έχετε μήπως καμιά ιδέα γιατί μπορεί να έκανε κάτι
τόσο φρικτό;»
«Οι απειλές του προς την Αμελί δεν έφεραν αποτέλεσμα. Η εγγονή σας είναι θαρραλέα γυναίκα. Αυτό μπορεί να εξοργίσει
έναν άνθρωπο σαν τον Γκλάιντ. Μαντεύω πως την απήγαγε για να την τιμωρήσει και να βεβαιωθεί πως στο τέλος θα πετύχει
το στόχο του».
Η Μπριέλ έπλεξε με απελπισία τα χέρια της και ξαφνικά φάνηκε σαν μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα. Βαθιά μέσα του ο
Γκάρεθ τη λυπήθηκε.
«Θα τη βρω», υποσχέθηκε και η φωνή του ήταν όλο αυτοπεποίθηση. «Θα ταξιδέψω με άλογο, έτσι θα διασχίσω
γρηγορότερα τη γύρω περιοχή. Ο χρόνος έχει μεγάλη σημασία», κατέληξε βλοσυρός.
Η Μπριέλ έγνεψε καταφατικά, κατανοώντας συντετριμμένη το νόημα των λόγων του. Πλησίασε και του έδωσε το χέρι.
«Κύριε Γουέντοβερ, αν μπορέσετε να σώσετε αυτό το αγαπητό παιδί, θα σας είμαι για πάντα υπόχρεη».
«Δε χρειάζομαι ευγνωμοσύνη, μιλαίδη. Το κάνω τόσο για μένα όσο και για σας».
Πήγε γρήγορα ως την πόρτα κι έφυγε. Ο σερ Πέρεγκριν, ο οποίος μέχρι τώρα στεκόταν δίπλα στο παράθυρο, ένιωσε πως
ήταν κατάλληλη στιγμή να δραπετεύσει. Προτιμούσε τα δράματα της ζωής που κρύβονταν με ασφάλεια μέσα στις σελίδες
των βιβλίων.
Μόλις έμεινε μόνη, η Μπριέλ κάθισε βαριά στην πολυθρόνα της, αποκαμωμένη και άρρωστη από φόβο. Είχε πιστέψει τον
Γκάρεθ Γουέντοβερ όταν της υποσχέθηκε ότι θα βρει την Αμελί. Παρά τα όσα γνώριζε για τη φήμη του, τον εμπιστευόταν
από ένστικτο. Όμως ήταν μόνος και δε γνώριζε καλά την περιοχή. Ήταν βέβαιο ότι ο Γκλάιντ είχε προσλάβει μια ομάδα από
φονιάδες για να πετύχει το σκοπό του.
Τι θα γινόταν αν ο Γκάρεθ δεν την έβρισκε ποτέ ή, το πιο πιθανό, την έβρισκε αλλά τον νικούσαν; Της ήταν ανυπόφορο να
σκεφτεί τι μπορεί να συνέβαινε στο αγαπητό κορίτσι της. Και εκείνη, η Μπριέλ, θα ήταν η μόνη υπεύθυνη. Είχε ενθαρρύνει
τις αξιώσεις ενός ανθρώπου ο οποίος τελικά αποδείχτηκε αχρείος.
Πώς είχε κάνει εκείνη ένα τέτοιο λάθος; Πάντα καμάρωνε για την ορθή κρίση της, αλλά τώρα δεν επρόκειτο να εμπιστευτεί
ξανά τον εαυτό της. Και η Αμελί, ζώντας τόσο καιρό μέσα σ’ αυτό το σπίτι φοβισμένη και μόνη, δεν τολμούσε να μιλήσει
στη γιαγιά της για τις απειλές αυτού του ανθρώπου εναντίον της.
Τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλα της Μπριέλ, που έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της κι έκλαψε πικρά.
Δεν πρόλαβε να θρηνήσει για πολύ. Μ’ ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα, ο Χόροκς ανήγγειλε έναν ακόμα επισκέπτη, τον
τελευταίο άνθρωπο που η Μπριέλ θα ήθελε να δει αυτή την ώρα.
«Ο λόρδος Μάιλς Σίλβερντεϊλ, μιλαίδη».
«Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω, Μπριέλ». Η γεμάτη εγκαρδιότητα φωνή του λόρδου Σίλβερντεϊλ διέλυσε και τα τελευταία
ίχνη γαλήνης που της είχαν απομείνει.
Φαινόταν να πλημμυρίζει το κομψό σαλόνι της με την πληθωρική παρουσία του και η Μπριέλ αναγκάστηκε να σηκωθεί απ’
την πολυθρόνα της, χαρίζοντάς του ένα αδύναμο χαμόγελο καθώς την πλησίαζε.
«Μάιλς, τι έκπληξη! Ποιος άνεμος σε έφερε στο Μπαθ;» τον ρώτησε κάπως αμήχανα.
Εκείνος φάνηκε για μια στιγμή απορημένος. «Μα η Αμελί, φυσικά. Η κόρη μου... Πρέπει να τη δω. Υποθέτω ότι βρίσκεται
εδώ, έτσι δεν είναι;»
Η Μπριέλ έκανε μια γενναία προσπάθεια να κρύψει τη δυσφορία της. «Ελπίζω να τη δω σύντομα», αυτοσχεδίασε.
«Πότε ακριβώς;» Ακουγόταν ταραγμένος. «Έχω κάποια επείγουσα υπόθεση να συζητήσω μαζί της. Ταξιδεύω απ’ τα
χαράματα για να φτάσω ως εδώ».
Όταν η Μπριέλ παρατήρησε καλύτερα το γαμπρό της, είδε πως φαινόταν κατάκοπος και ταλαιπωρημένος.
«Με συγχωρείς πολύ, Μάιλς, θα πρέπει να είσαι εξαντλημένος», του είπε για να κερδίσει χρόνο. «Πού έχω το μυαλό μου;
Θα παραγγείλω να σου φέρουν ένα γεύμα και θα δώσω οδηγίες να σου ετοιμάσουν αμέσως ένα δωμάτιο».
«Ναι, ναι», είπε εκείνος. «Η Αμελί πότε θα γυρίσει;»
«Γιατί επείγεσαι τόσο να τη δεις;»
Ήταν δική του σειρά να φανεί αμήχανος. Μετακίνησε το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο και κάρφωσε το βλέμμα του
στον απέναντι τοίχο. «Θα πρέπει να ξέρεις, Μπριέλ, πως υπήρξα ανόητος. Ο άνθρωπος με τον οποίο σκόπευα να την
παντρέψω αποδείχτηκε ένας αχρείος».
«Ο σερ Ρούφους Γκλάιντ;»
«Ναι, ο Ρούφους Γκλάιντ. Αυτός ο άνθρωπος είναι ο διάβολος μεταμορφωμένος. Έχει βάλει σκοπό να καταστρέψει αυτή
την οικογένεια!»
Άρχισε να βηματίζει πέρα δώθε στο δωμάτιο, φανερά τσακισμένος από το συναισθηματικό φορτίο που τον βάραινε.
Ελπίζοντας να ηρεμήσει κάπως την κατάσταση, η Μπριέλ του έγνεψε να καθίσει δίπλα της.
«Άρχισε με τον Ρόμπερτ, ξέρεις», συνέχισε εκείνος προσπαθώντας να ξαναβρεί την ψυχραιμία του. «Σταδιακά τον παρέσυρε
στη χαρτοπαιξία, πέρα από τις οικονομικές του δυνατότητες. Η αλήθεια είναι πως ο μικρός δε χρειαζόταν και πολλή
ενθάρρυνση. Πριν γνωρίσει ωστόσο τον Γκλάιντ, έπαιζε μέσα στα όρια των δυνατοτήτων του. Έκτοτε έγινε όλο και πιο
παράτολμος. Χρειάστηκε να πουλήσω κάθε κομμάτι γης που αποκτήσαμε ποτέ για να καλύψω τα χρέη του. Το τελευταίο
χτύπημα ήταν η υποθήκη στην Γκρόβενορ Σκουέαρ».
Η Μπριέλ δεν είπε τίποτα, έπιασε απλά το χέρι του. Ο Μάιλς φαινόταν κουρασμένος και ηττημένος. «Πίστεψα τον Γκλάιντ»,
μουρμούρισε. «Νόμιζα πως, αν παντρευόταν την Αμελί, η οικογένειά μας θα σωζόταν. Και ότι το δικό της μέλλον θα ήταν
εξασφαλισμένο».
«Και τώρα;»
«Χτες βράδυ ήρθε να με βρει ο Ρόμπερτ. Για πρώτη φορά δεν ήταν πιωμένος και δεν είχε χαρτοπαίξει. Μου είπε μια
τρομερή ιστορία. Ένας νεαρός φίλος του είχε τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. Μόλις είκοσι δύο χρονών... Τόσο τραγική
απώλεια! Χρωστούσε λεφτά στον Γκλάιντ κι αυτός τον απειλούσε πως θα κατάσχει την περιουσία των γονιών του».
Η Μπριέλ δεν μπορούσε να μιλήσει. Αυτό ήταν το τέρας που είχε απαγάγει την Αμελί. Ήλπιζε απεγνωσμένα ότι αυτή η
ιστορία ήταν ψεύτικη ή έστω παρατραβηγμένη.
«Θα μπορούσε να έχει γίνει κάποιο λάθος;»
«Δυστυχώς όχι, φοβάμαι. Ο Ρόμπερτ είπε πως, μόλις μαθεύτηκε η αυτοκτονία, άλλοι έξι νεαροί άντρες ομολόγησαν
παρόμοιες ιστορίες. Είχαν παίξει χαρτιά με τον Γκλάιντ, έχασαν μεγάλα ποσά και εκείνος τους ενθάρρυνε να παίξουν
περισσότερο ώσπου τελικά καταστράφηκαν. Ο Γκλάιντ φρόντιζε πάντα να τον πληρώνουν, οι απειλές του λαμβάνονταν
σοβαρά υπόψη».
«Και κανείς δεν είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε;»
«Μέχρι τώρα, όχι. Όλα αυτά τα νεαρά παιδιά ήταν απρόθυμα να αποκαλύψουν τα προβλήματά τους».
«Τι τρομερό», ψιθύρισε η Μπριέλ.
«Τρομερό, πράγματι. Από το φόβο ότι θα έχανε το φίλο του, ο Ρόμπερτ βρήκε χτες βράδυ το κουράγιο και μου είπε πόσο
άσχημα ήταν τα πράγματα γι’ αυτόν. Είναι πολύ χειρότερα απ’ όσο νόμιζα. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα τώρα πια για τα
χρήματα ή την περιουσία μας· οι Σίλβερντεϊλ έχουν καταστραφεί. Όμως θέλω να γλιτώσω το άλλο μου παιδί, ώστε να μην
πέσει κι αυτό θύμα του Γκλάιντ».
Ο Μάιλς άνοιξε τα χέρια του σαν να ήθελε να ικετέψει για άφεση αμαρτιών. «Ήμουν τόσο ανόητος! Ήξερα ότι ο Γκλάιντ
ακολούθησε την Αμελί ως το Μπαθ και ήλπιζα πως, αν τον γνώριζε καλύτερα, θα ήταν πιο πρόθυμη να αναλογιστεί την
πιθανότητα να τον παντρευτεί. Γι’ αυτό την άφησα μαζί σου».
«Δεν έγινε προθυμότερη. Μισούσε τον Γκλάιντ και συνέχιζε να τον μισεί παρά τις προσπάθειές του να τη γοητεύσει».
«Δόξα τω Θεώ γι’ αυτό».
«Μην είσαι τόσο ευγνώμων», του είπε η Μπριέλ με δυσκολία. «Φοβάμαι ότι ο Ρούφους Γκλάιντ για άλλη μια φορά
δικαίωσε τη φήμη του».
«Τι εννοείς;»
«Δεν ξέρω πώς να σου το πω. Ο Γκλάιντ απήγαγε την Αμελί».
«Την απήγαγε!» Η φωνή του Μάιλς Σίλβερντεϊλ αντήχησε τόσο δυνατά στο δωμάτιο, που τα κρυστάλλινα μπουκάλια στο
μπουφέ κροτάλισαν μεταξύ τους.
«Σε παρακαλώ, Μάιλς, πρέπει να παραμείνουμε ήρεμοι».
«Ήρεμοι! Πώς να μείνω ήρεμος όταν μου λες ότι αυτός ο εγκληματίας έχει απαγάγει την κόρη μου; Πότε συνέβη αυτό το
τρομερό πράγμα;»
«Σήμερα το πρωί. Η Αμελί παρακολούθησε τη μεσημεριανή λειτουργία στο Αββαείο του Σέβερν και οι άντρες του Γκλάιντ
την άρπαξαν καθώς έφευγε από την εκκλησία».
«Και ποιες ενέργειες έγιναν έκτοτε; Έχει ειδοποιηθεί η αστυνομία;» Το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο και γι’ άλλη μια
φορά άρχισε να βηματίζει έξαλλος πάνω στο χαλί.
«Πρέπει να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου, Μάιλς, αλλιώς θα αρρωστήσεις. Προσπαθώ να βρω τον Γκλάιντ ιδιωτικά. Το να
ειδοποιηθεί η αστυνομία θα προκαλούσε ένα σκάνδαλο που κανείς από τους δυο μας δεν επιθυμεί».
«Και πώς προσπαθείς να τους βρεις;» Ο Μάιλς Σίλβερντεϊλ σχεδόν τραβούσε τα συνήθως καλοχτενισμένα γκρίζα μαλλιά
του. «Μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη στους υπηρέτες που έστειλες;»
«Δεν έστειλα υπηρέτες. Πήγε να την βρει κάποιος Γκάρεθ Γουέντοβερ. Αυτός ξέρει πού βρίσκεται η εξοχική κατοικία του
Γκλάιντ. Είναι φίλος της Αμελί». Του τα είπε γρήγορα, ελπίζοντας ότι ο Μάιλς δε θα έκανε περισσότερες ερωτήσεις.
«Δεν τον έχω ακουστά. Τι ξέρεις εσύ γι’ αυτό τον άνθρωπο;» τη ρώτησε.
«Μόνο ότι η Αμελί τον εμπιστεύεται και ότι είναι αποφασισμένος να βρει τον Γκλάιντ και να τη φέρει πίσω».
«Και στο μεταξύ εμείς θα καθόμαστε εδώ με σταυρωμένα τα χέρια;»
«Τι άλλο προτείνεις να κάνουμε;» ρώτησε η πεθερά του με μια νότα εκνευρισμού στη φωνή της. Τα νεύρα της είχαν γίνει
χάλια και η διαρκής προσπάθειά της να παραμείνει ψύχραιμη είχε αρχίσει να την εξουθενώνει.
Ο Μάιλς ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία του. «Έχεις δίκιο, φυσικά. Δε θα ήταν συνετό να αρχίσουμε να τριγυρίζουμε σ’ όλη
τη χώρα ψάχνοντας αυτό το κάθαρμα. Ας προσευχηθούμε μόνο ότι ο Γουέντοβερ θα τον εντοπίσει. Αν σώσει το κορίτσι μου,
θα του αξίζει η υψηλότερη αμοιβή... αν και η αλήθεια είναι πως δεν έχω πια τίποτα να του δώσω».
Η Μπριέλ είχε άλλη άποψη, αλλά προτίμησε να την κρατήσει για τον εαυτό της.
Κεφάλαιο 11

Ήταν σαν να έβγαινε μέσα από ένα κατασκότεινο τούνελ. Η μακρινή ηχώ κάποιων θορύβων έφτανε ως τ’ αυτιά της, αλλά δεν
έβλεπε τίποτα. Ένα αποπνικτικό σκοτάδι την τύλιγε από παντού. Η ανάσα της έβγαινε σε μικρές, κοφτές πνοές.
Τώρα το τούνελ πλάταινε και το σκοτάδι δεν ήταν τόσο πυκνό. Στο βάθος διακρινόταν κάποια μικροσκοπική φωτεινή
κουκκίδα. Άνοιξε λίγο τα μάτια της και ο πόνος τρύπησε το κεφάλι της. Τα βλέφαρά της ξαναέκλεισαν γρήγορα και
βυθίστηκε άλλη μια φορά στη μαύρη ομίχλη.
Όταν προσπάθησε να κοιτάξει ξανά, ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να διακρίνει φως. Το κεφάλι της ήταν βαρύ και πονούσε, το
ένιωθε σαν ανεξάρτητο από τα υπόλοιπα μέλη της. Πέρασαν κάποια λεπτά και σταδιακά το σώμα της άρχισε να ξυπνάει.
Τέντωσε τα χέρια της και συνειδητοποίησε πως ήταν ξαπλωμένη σ’ ένα κρεβάτι. Μια φωτεινή δέσμη έλαμπε ζωηρά πάνω στο
ξεθωριασμένο σκέπασμα. Γύρισε προσεκτικά το κεφάλι της και είδε τον ήλιο να μπαίνει μέσα από κάτι σκονισμένα
παράθυρα με χωρίσματα. Γύρισε από την άλλη μεριά, κι αυτή τη φορά στο οπτικό πεδίο της αιωρήθηκε το σχήμα μιας
πόρτας. Ένιωθε πολύ άρρωστη.
Είχε μια πικρή γεύση στο στόμα της, δεν καταλάβαινε γιατί. Ο λαιμός της έκαιγε. Το δούλεψε για λίγο στο μυαλό της και
σιγά σιγά άρχισε να θυμάται τα γεγονότα. Θυμήθηκε πως βρισκόταν μέσα σε μια άμαξα και το χέρι της πονούσε πολύ.
Προσπάθησε απεγνωσμένα να συγκεντρώσει το θολό μυαλό της, να ενώσει τα σκόρπια κομμάτια της μνήμης της. Βρισκόταν
σε μια άμαξα παρά τη θέλησή της, ναι, αυτό ήταν, κάποιος την είχε ρίξει μέσα σε μια άμαξα και εκείνη χτύπησε το χέρι της.
Μια πλατιά, τραχιά παλάμη σκέπαζε το στόμα της. Πάλεψε, δάγκωσε εκείνο το χέρι και απελευθερώθηκε. Αλλά όχι για πολύ.
Τι άλλο είχε γίνει; Ένα καυτό, απαίσιο υγρό χύθηκε με τη βία ανάμεσα απ’ τα χείλη της... την είχαν ναρκώσει! Ήταν δυο
άντρες άγριοι, κτηνώδεις. Κάπου είχε ξαναδεί τον έναν απ’ αυτούς. Και η Φάνι έβαλε τις φωνές. Η Φάνι... Πού ήταν η Φάνι;
Και πού βρισκόταν η ίδια; Προσπάθησε να ανασηκωθεί, την ίδια στιγμή όμως έπεσε πάλι πίσω στο κρεβάτι. Οι τοίχοι
χοροπηδούσαν ενοχλητικά. Μετά από λίγο προσπάθησε πάλι και είδε πως βρισκόταν μέσα σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο με σκούρα
ξυλεπένδυση στους τοίχους. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο από βαριά έπιπλα ιακωβιανού στυλ, με αυστηρές γραμμές και
περίτεχνα σκαλίσματα. Το κρεβάτι όπου βρισκόταν ξαπλωμένη ήταν πελώριο, μ’ ένα κατάμαυρο κεφαλάρι. Τη μια πλευρά
του τοίχου κάλυπταν διακοσμητικά παράθυρα με θέα κάτι ψηλά δέντρα που λικνίζονταν στον άνεμο. Τα κλαδιά τους έξυναν
το τζάμι. Βρισκόταν σ’ ένα παλιό σπίτι στην εξοχή, τίνος όμως το σπίτι και σε ποια περιοχή, παρέμενε μυστήριο.
Έγειρε πίσω στο μαξιλάρι και προσπάθησε να συγκεντρώσει το μυαλό της, όμως δεν ήταν εύκολο. Κύματα ναυτίας την
κατέκλυζαν διαρκώς. Ναι, θυμόταν πως είχε μαζί της τη Φάνι, πως περπατούσαν στο πεζοδρόμιο δίπλα στο αββαείο. Είχαν
πάει στην κυριακάτικη λειτουργία και προχωρούσαν για να συναντήσουν τον Γκάρεθ! Επρόκειτο να συναντήσει τον Γκάρεθ
όταν δυο άντρες ξεπρόβαλαν από την άμαξα που είχε δει εκεί νωρίτερα, τη σήκωσαν στον αέρα, την έριξαν μέσα στην
καμπίνα και ύστερα έφυγαν με ταχύτητα. Εκείνη πάλεψε, αλλά ήταν ανώφελο. Την ανάγκασαν να καταπιεί το φάρμακο κι
ύστερα όλα έσβησαν. Μέχρι τώρα.
Ανακάθισε πάλι ζαλισμένη. Με μεγάλη προσοχή κατέβασε τα πόδια της από το κρεβάτι. Μέχρι στιγμής όλα εντάξει.
Προσπάθησε να σηκωθεί κρατώντας το κρεβάτι για στήριγμα, αλλά αναγκάστηκε να ξανακαθίσει γρήγορα αφού το πάτωμα
ανέβαινε με μια σπειροειδή κίνηση να τη συναντήσει. Επέτρεψε στον εαυτό της να ξεκουραστεί για λίγο, μετά προσπάθησε
πάλι να σηκωθεί. Έπρεπε να φύγει από εκείνο το σπίτι, όπου κι αν βρισκόταν. Έπρεπε να γυρίσει στο Μπαθ, να βρει τον
Γκάρεθ.
Εκείνος θα πίστευε πως δεν πήγε στο ραντεβού τους. Πως ήταν ίδια με όλες τις γυναίκες που γνώρισε στη ζωή του. Δε θα
αργούσε να αποφασίσει πως έχανε το χρόνο του. Στα μάτια του είχε δει ένα βαθύ συναίσθημα που της έκοψε την ανάσα.
Όμως τον ήξερε αρκετά καλά για να μαντεύει πως, αν ο Γκάρεθ ένιωσε πως δέχτηκε απόρριψη, θα έκρυβε τα αισθήματά του
δυο φορές περισσότερο από πριν. Θα μάζευε τα απομεινάρια της αξιοπρέπειάς του και θα ξεκινούσε αμέσως το ταξίδι του. Γι’
αυτό έπρεπε να τον βρει πριν φύγει από το Μπαθ.
Κατάφερε να σηκωθεί πάλι όρθια και έσυρε τα βήματά της ως την πόρτα. Τράβηξε το χερούλι, έναν πελώριο σιδερένιο
κύκλο, η πόρτα όμως δεν άνοιξε. Πλησίασε αργά προς την αντίθετη κατεύθυνση και τα παράθυρα. Κοιτώντας μέσα από τα
σκονισμένα τζάμια διαπίστωσε πως είχε δίκιο. Βρισκόταν πράγματι στην εξοχή. Μπροστά της απλωνόταν μια έκταση που
φαινόταν σαν παραμελημένο πάρκο, με φόντο μια σειρά από κυματιστούς λόφους. Το ίδιο το δωμάτιο είχε μια παρόμοια
ατμόσφαιρα εγκατάλειψης, όπως και οι γύρω κήποι.
Αν μπορούσε να ανοίξει ένα από τα παράθυρα, ίσως να κατάφερνε να σκαρφαλώσει στο περβάζι. Πάσχισε να τραβήξει το
σύρτη αλλά ήταν σκουριασμένος κι έδειχνε να έχει μπλοκάρει. Καθώς πάλευε να τον ξεμπλοκάρει, άνοιξε η πόρτα του
δωματίου. Στράφηκε γρήγορα. Τόσο γρήγορα που το κεφάλι της στριφογύρισε και κρατήθηκε από την κόχη του παραθύρου
για να μην πέσει. Κοίταξε τον άντρα που στεκόταν στην είσοδο. Πάντα ήξερε ποιος ήταν, φυσικά. Ο Ρούφους Γκλάιντ. Δε θα
μπορούσε να είναι άλλος.
«Χαίρομαι πολύ που βλέπω ότι σηκώθηκες, αγαπητή μου. Έχεις γερή κράση, αυτό είναι πολύ ικανοποιητικό». Μέσα στο
μισοσκόταδο της εισόδου, το λεπτό στόμα του έμοιαζε με μια μαχαιριά χαραγμένη σ’ εκείνο το άσπρο πρόσωπο.
Προσπάθησε να του μιλήσει με αυταρχισμό, αλλά το στόμα της ήταν πολύ ξερό και η φωνή της βγήκε σαν ένας τραχύς
ψίθυρος. «Είστε παλιάνθρωπος, κύριε. Τι είναι αυτό που μου κάνατε;»
«Παλιάνθρωπος, ε; Πιθανόν, αν και μου έχουν αποδώσει και χειρότερους χαρακτηρισμούς».
«Με ναρκώσατε, με απαγάγατε και τώρα με έχετε φυλακισμένη».
«Ναι, όλα αυτά. Αλλά στο μέλλον θα είναι καλύτερα, σ’ το υπόσχομαι». Το λεπτό του πρόσωπο ζάρωσε από ένα στεγνό
χαμόγελο.
«Αφήστε με να φύγω, αμέσως!» απαίτησε εκείνη με όσο πιο δυνατή φωνή μπόρεσε να βρει.
«Δε νομίζω, όχι τόσο γρήγορα. Τι νόημα θα είχε όλος ο κόπος που έκανα για να σε φέρω ως εδώ; Πρώτα πρέπει να λύσουμε
μια εκκρεμότητα που υπάρχει μεταξύ μας».
«Για ποιο λόγο με κρατάτε φυλακισμένη εδώ;»
«Σε προειδοποίησα, μήπως το ξέχασες; Δε σου είπα ότι θα υποχωρούσες στη θέλησή μου;» Η παγωμένη φωνή του
στριφογύριζε σαν κρύα λεπίδα μέσα στη συνείδησή της. «Ο σκοπός μου λοιπόν είναι να κάνεις ακριβώς αυτό. Απλούστατο».
«Και ποια είναι η θέλησή σας, παρακαλώ;»
«Νομίζω πως ξέρεις πολύ καλά, μις Σίλβερντεϊλ. Επ’ ευκαιρία, πες μου πότε μπορώ να σε αποκαλώ Αμελί. Το μις
Σίλβερντεϊλ είναι λιγάκι επίσημο, νομίζω, για όσα έχουμε μπροστά μας».
«Αν αναφέρεστε σε γάμο, ξέρετε ήδη καλά πως δε θα συμφωνήσω ποτέ».
«Πράγματι, το ξέρω». Αναστέναξε με ανία. «Όμως λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω λίγο πάνω σ’ αυτό. Ανακάλυψα ότι δεν
έχω πια την επιθυμία να παντρευτώ, τουλάχιστον όχι ακόμα, γι’ αυτό καλύτερα να μην προτρέχουμε».
«Τότε γιατί βρίσκομαι εδώ;»
«Μα για να γνωριστούμε καλύτερα. Για τι άλλο; Και πού αλλού θα μπορούσαμε να έρθουμε κοντά ο ένας στον άλλον; Σε
απόσταση δεκάξι χιλιομέτρων τριγύρω μας δεν κατοικεί ψυχή, ούτε υπάρχει προσωπικό σ’ αυτό εδώ το σπίτι. Μόνο οι δυο
ευγενικοί συνοδοί σου στην άμαξα, φυσικά, αλλά αυτοί με υπακούνε σαν πιστά σκυλιά. Θα είμαστε εντελώς μόνοι. Δε θα
’ναι πολύ ευχάριστο; Εσύ κι εγώ, κανείς άλλος». Η φωνή του αντήχησε περιπαικτική κι ένα κύμα ναυτίας την κατέκλυσε.
Ο Ρούφους κοίταξε το πρόσωπό της, που τώρα είχε γίνει ακόμα πιο χλομό. «Μα δεν πρέπει να απελπίζεσαι, μις Σίλβερντεϊλ.
Όχι εντελώς, δηλαδή. Ίσως αργότερα να κουβεντιάσω και πάλι την ιδέα του γάμου. Θα εξαρτηθεί από το πόσο θα με
ικανοποιήσεις».
Τον άκουγε σιωπηλή ενώ η φωνή του πήρε έναν σκληρό, προστακτικό τόνο. «Και θα με ικανοποιήσεις, ξέρεις. Γιατί
βρίσκεσαι στην απόλυτη διάθεσή μου».
Η Αμελί κάθισε βαριά στη θέση του παραθύρου. Το σώμα της ήταν αδύναμο, αλλά το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς. Θα
περίμενε ώσπου να μείνει και πάλι μόνη, ύστερα θα δοκίμαζε ξανά το παράθυρο. Δεκαέξι μίλια ήταν μεγάλη απόσταση, αν
όμως μπορούσε να φτάσει ως το δρόμο, ίσως να τη βοηθούσε κάποιος περαστικός ταξιδιώτης.
Εκείνος φάνηκε να μαντεύει τη σκέψη της. «Ελπίζω να μην προσπαθήσεις να δραπετεύσεις». Η φωνή του ήταν νωχελική
αλλά και παγερή από την απειλή. «Θα ήταν πολύ κουραστικό. Όπως ανακάλυψες ήδη, τα παράθυρα είναι μανταλωμένα και η
πόρτα καλά κλειδωμένη. Θα μείνεις εδώ μέσα και, όποτε και για οποιοδήποτε λόγο βγεις απ’ αυτό το δωμάτιο, πάντα θα
συνοδεύεσαι. Τώρα θα σε αφήσω. Θα βρεις ζεστό νερό δίπλα στο κομό και μερικά καθαρά ρούχα στην ντουλάπα. Θέλω να
φορέσεις το φόρεμα που διάλεξα για σένα».
Παρά την αδυναμία της, η Αμελί ένιωσε την οργή της να φουντώνει. «Τα δικά μου ρούχα είναι μια χαρά, σας ευχαριστώ»,
του δήλωσε.
«Ίσως δεν έγινα σαφής. Θα κάνεις αυτό που σε διατάζω. Τα ρούχα σου δεν είναι πια κατάλληλα». Έγνεψε με αηδία προς τη
σκονισμένη φούστα και το σκισμένο κορσάζ του φορέματός της.
«Και ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτό;» τον ρώτησε εξαγριωμένη. «Οι δυο άνθρωποι που έχετε στη δούλεψή σας είναι
φονιάδες».
«Δυστυχώς ναι, αλλά πολύ αποτελεσματικοί στη δουλειά τους, δε συμφωνείς; Είμαι σίγουρος ότι τα καινούρια ρούχα θα σε
αποζημιώσουν με το παραπάνω. Φόρεσέ τα και περίμενε να σε παραλάβουν για το δείπνο».
Η καρδιά της σκίρτησε. Μήπως αυτή ήταν μια ευκαιρία να δραπετεύσει; Ωστόσο η ανελέητη φωνή του διέψευδε αυτή την
ελπίδα.
«Μέχρι στιγμής σου έχουμε φερθεί με αυτοσυγκράτηση, αν όμως δοκιμάσεις να δραπετεύσεις ή να αντισταθείς με
οποιονδήποτε τρόπο, θα σε δέσουμε σφιχτά. Έγινα σαφής;»
Δεν απάντησε στα λόγια του και ο Ρούφους Γκλάιντ βγήκε από την πόρτα και την κλείδωσε με θόρυβο πίσω του. Μόλις
έμεινε μόνη, η Αμελί κάθισε για αρκετή ώρα κοιτώντας το κενό. Δε σκόπευε να κλάψει. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να
δραπετεύσει απ’ αυτόν το σατανικό άνθρωπο. Δεν τολμούσε ούτε να σκεφτεί τις απειλές του. Αντί γι’ αυτό προτιμούσε να
συγκεντρωθεί στο να βρει έναν τρόπο απόδρασης, πράγμα που όμως της φαινόταν ανέφικτο όταν κοιτούσε την κλειδωμένη
πόρτα και τα μανταλωμένα παράθυρα.
Ο ήλιος είχε εξαφανιστεί στον ορίζοντα κι ένα κρύο σκοτάδι είχε σκεπάσει δυσοίωνα το δωμάτιο, όμοιο μ’ αυτό που τύλιγε
την καρδιά της.

Μόλις έφυγε από το σπίτι της Μπριέλ, ο Γκάρεθ κινήθηκε γρήγορα. Πρώτα πήγε στους ενοικιαζόμενους στάβλους και
παρήγγειλε να του σελώσουν την πιο γρήγορη φοράδα το συντομότερο δυνατόν. Ο επιτακτικός τόνος του έκανε τους
συνήθως νωθρούς ιπποκόμους να τσακιστούν να τον εξυπηρετήσουν. Από εκεί επέστρεψε γρήγορα στο σπίτι των Έιβερι. Η
οικογένεια έλειπε σε κάποια επίσκεψη και ο Γκάρεθ ανακουφίστηκε που βρήκε μόνο τους υπηρέτες στο σπίτι. Δεν υπήρχε
χρόνος τώρα για εξηγήσεις. Έγραψε ένα σύντομο σημείωμα στο φίλο του και είπε στον υπηρέτη να το παραδώσει στον
Λούκας αμέσως μόλις ο τελευταίος επέστρεφε. Ύστερα ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά μέχρι την κρεβατοκάμαρά του, όπου
άλλαξε στα γρήγορα, διαλέγοντας κοντό παντελόνι ιππασίας και μπότες. Μετά κατέβηκε πάλι και πήγε γρήγορα στους
στάβλους.
Ο αρχισταβλίτης τελείωνε με το δέσιμο της ιπποσκευής τη στιγμή που ο Γκάρεθ περνούσε από την πύλη. Η Μινέρβα
στεκόταν και περίμενε, τινάζοντας κάθε τόσο τα πόδια της με αδημονία και κουνώντας πάνω κάτω το κεφάλι της σαν να
πάσχιζε να ελευθερωθεί από τα γκέμια και να φύγει. Μέσα σε λίγα λεπτά ο Γκάρεθ είχε ανέβει στη σέλα και ξεκινούσε.
Η τοποθεσία του Γκέσλινγκ Μάνορ, της εξοχικής κατοικίας του Γκλάιντ, ήταν ήδη γνωστή στον Γκάρεθ. Μόλις την
προηγούμενη βραδιά ο Λούκας του διηγούνταν τις τελευταίες φήμες που κυκλοφορούσαν στο Μπαθ. Ψιθυριζόταν ότι οι
δουλειές του σερ Ρούφους Γκλάιντ δεν πήγαιναν πολύ καλά και ότι σύντομα θα έβγαζε την εξοχική έπαυλή του στο σφυρί.
Υπήρχε η γενική πεποίθηση πως θα ήταν τυχερός αν έβρισκε αγοραστή. Η έπαυλη ήταν παλιά και ερειπωμένη, ενώ το πάρκο
που την περιέβαλλε είχε μετατραπεί σε ζούγκλα. Θα απαιτούσε πολλά χρήματα για να τη βελτιώσει και, σε κάθε περίπτωση,
δεν ήταν αρκετά μεγάλη για να στεγάσει έναν τζέντλεμαν με την οικογένειά του. Είναι όμως αρκετά μεγάλη για να κρύψει μια
αιχμάλωτη, σκέφτηκε βλοσυρός ο Γκάρεθ.
Δεν άργησε να βγει στα περίχωρα του Μπαθ και να ανοιχτεί προς το εξοχικό τοπίο που απλωνόταν εμπρός του. Σχεδόν
αμέσως η Μινέρβα άρχισε έναν ήπιο καλπασμό καταβροχθίζοντας αβίαστα τα μίλια. Μα ο Γκάρεθ δε χαλάρωνε ούτε στιγμή,
είχαν να διανύσουν πολύ δρόμο και ο χρόνος τελείωνε. Η εικόνα της Αμελί, τρομαγμένης και ανήμπορης, εγκαταλειμμένης
στο απόλυτο έλεος του Γκλάιντ τον τυραννούσε και τον έκανε να θέλει να σπιρουνιάσει το άλογό του για να τρέξει ακόμα
γρηγορότερα. Ήξερε ωστόσο πως η φοράδα έπρεπε να κρατήσει τις δυνάμεις της για το μακρύ ταξίδι που είχαν μπροστά
τους. Ένιωσε το ζώο να τρέμει από ενθουσιασμό, πρόθυμο να ορμήσει μπροστά σαν τον άνεμο, αλλά ο Γκάρεθ τραβούσε τα
χαλινάρια για να διατηρήσει έναν πιο αργό ρυθμό. Οι θάμνοι γύρω του ήταν καταπράσινοι και οι κατακόκκινες παπαρούνες
μόλις που είχαν ανοίξει τα πέταλά τους. Όμως ο Γκάρεθ δεν έβλεπε τίποτα απ’ όλα αυτά.
Στο μυαλό του υπήρχε μόνο η εικόνα της Αμελί. Ήξερε πως θα πάλευε με νύχια και με δόντια, αλλά πώς μπορούσε να
υπερασπιστεί με επιτυχία τον εαυτό του ένα ευάλωτο κορίτσι, φυλακισμένο σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον; Μπορούσε να
μαντέψει ποιους σκοπούς είχε απέναντί της ο Γκλάιντ και κανένας απ’ αυτούς δεν ήταν καλός. Μέσα στο κομψό σαλόνι της
Μπριέλ, το όνομα αυτού του αχρείου ανθρώπου είχε βάλει στο μυαλό του φωτιά, τέτοια που θα μπορούσε να πυρπολήσει
όλο το δωμάτιο. Τον κατέκλυζε η ανάγκη να στραγγίσει κάθε ίχνος ζωής από τον άντρα αυτόν που έσπερνε τον όλεθρο απ’
όπου κι αν περνούσε. Ήταν πρωτόγνωρη για τον Γκάρεθ τέτοια αγριότητα. Όταν ήταν νεαρός και τριγύριζε στην Ευρώπη
μόνος και άφραγκος, θα έδινε και την ψυχή του για να εκδικηθεί τον άνθρωπο που υποψιαζόταν πως τον είχε οδηγήσει στην
καταστροφή. Όμως δεν είχε τη δύναμη να το κάνει. Όλη η ενέργεια και η εφευρετικότητά του είχαν διοχετευτεί στην
προσπάθεια να επιβιώσει.
Η σημερινή κατάστασή του ήταν διαφορετική και θα μπορούσε να έχει ήδη εκδικηθεί από την ημέρα που επέστρεψε στην
Αγγλία. Μα δεν το είχε κάνει. Δεν ήθελε να λερώσει τα χέρια του μ’ ένα τόσο ευκαταφρόνητο πλάσμα. Αλλά στην
πραγματικότητα δεν τον ένοιαζε πια και τόσο. Πίστευε ότι ο Γκλάιντ ήταν υπεύθυνος για την εξορία του, όμως ήταν μια
εξορία από μια κοινωνία που ο Γκάρεθ έτσι κι αλλιώς περιφρονούσε. Υπεύθυνος για την απομάκρυνση από την οικογένειά
του, αλλά ο παππούς του είχε αποδειχτεί ψυχρός και ανελέητος. Άξιζε άραγε να εκδικηθεί για τέτοια παθήματα προξενώντας
ακόμα μεγαλύτερο σκάνδαλο και πιθανούς θανάτους; Ο Γκάρεθ πίστευε πως όχι. Όμως τώρα δεν επρόκειτο μόνο για τον
εαυτό του. Ήταν στη μέση ένα κορίτσι για το οποίο υπήρχαν αισθήματα βαθιά μέσα στην καρδιά του. Το πρόσωπό του
μετατράπηκε σε μια ανέκφραστη μάσκα καθώς σκεφτόταν την εκδίκηση που θα έπαιρνε.
Γιατί στο τέλος θα απαιτούσε την εκδίκησή του. Είχε ισχυριστεί στον Λούκας ότι δεν ήξερε τίποτα από αγάπη, ότι ήταν
απρόθυμος να αναγνωρίσει τα δυνατά αισθήματα που είχε ξυπνήσει μέσα του η Αμελί από την πρώτη στιγμή. Ήταν πιο
εύκολο να επικεντρώνει την προσοχή του στα ελαττώματά της. Είχε καταφύγει στο θυμό για την εξαπάτησή της. Είχε
υποστηρίξει ότι μοιράζονταν μόνο μια σωματική έλξη, μια φωτιά που θα έσβηνε το ίδιο απότομα όπως είχε ανάψει. Στο τέλος
όμως απέτυχε να καταπνίξει τα αισθήματα που τον συγκλόνιζαν ως τα τρίσβαθα της ψυχής του. Αν είχε αμφιβάλει ποτέ γι’
αυτά τα αισθήματα, από τη στιγμή που κατάλαβε πως η Αμελί αντιμετώπιζε τέτοιο κίνδυνο οι αμφιβολίες του πέταξαν
μακριά.
Θα την έσωζε ακόμα κι αν αυτό του κόστιζε τη ζωή. Θα την έφερνε με ασφάλεια πίσω στο Μπαθ και στους ανθρώπους που
θα τη φρόντιζαν. Η Αμελί θα έβρισκε την ευτυχία, έπρεπε να τη βρει, σ’ ένα γάμο που θα έκρινε κατάλληλο η οικογένειά της.
Παρά τον τίτλο ευγενείας και τα πλούτη του, ο Γκάρεθ δεν μπορούσε να είναι ο άνθρωπος που θα την παντρευόταν. Ήταν
ειρωνεία της τύχης το ότι, ύστερα από τόσα χρόνια σχέσεων χωρίς συναισθηματικές δεσμεύσεις με γυναίκες χαμηλότερων
κοινωνικών στρωμάτων, κατέληξε να ερωτευτεί μια ενάρετη κόρη της αριστοκρατικής κοινωνίας.
Είχε πάρει μια γεύση αυτής της κοινωνίας μέσα στη σάλα του Γουέτερ. Δεν τον αγνοούσαν φυσικά, λόγω της κληρονομιάς
του, όμως ο Γκάρεθ προσήλκυε το χειρότερο είδος ενδιαφέροντος. Για τον ίδιον αυτό δεν είχε την παραμικρή σημασία, αλλά
για την Αμελί... Όταν θα ερχόταν αντιμέτωπη με τους ψιθύρους, τα διακριτικά σκουντήματα, τις γεμάτες υπονοούμενα
ματιές, θα πέθαινε χίλιες φορές. Ούτε εκείνη θα τον εμπιστευόταν για την προστασία της ούτε κι εκείνος θα ήταν ικανός να
την προστατεύσει από μια τέτοια κοινωνία. Όχι, ήταν προορισμένη να γίνει η σύζυγος ενός άλλου άντρα. Κι όταν θα την
έβρισκε, θα της έλεγε το οριστικό αντίο.
Καθώς σκεφτόταν όλα αυτά, συνέχιζε να καλπάζει μπροστά χωρίς να συνειδητοποιεί το χρόνο που περνούσε. Σ’ αυτό το
σημείο η πορεία ήταν εύκολη και ο επαρχιακός δρόμος αρκετά βατός. Μέσα σε μια ώρα είχε καταφέρει να διανύσει αρκετή
απόσταση, αλλά έξω απ’ το χωριό Μάρκσμπερι χρειάστηκε να σταματήσει για έλεγχο. Χάθηκαν πολύτιμα λεπτά στα διόδια,
γιατί ο φύλακας απουσίαζε. Ο Γκάρεθ αναγκάστηκε να δωροδοκήσει ένα μικρό αγόρι για να πάει να τον βρει. Μετά από ένα
διάστημα που του φάνηκε ατελείωτο, ο φύλακας της πύλης των διοδίων επέστρεψε μεθυσμένος και δεν άφησε τον Γκάρεθ να
περάσει, παρά μόνο με ένα γερό λάδωμα. Ήταν ευτύχημα που μόλις το ίδιο πρωί ο Γκάρεθ είχε πάρει μαζί του ένα μεγάλο
ποσό για το ταξίδι του στη Γαλλία.
Η εμπειρία του Μάρκσμπερι τον έκανε να αποφεύγει τα διόδια και στο εξής περνούσε μόνο από εξοχικούς δρόμους όποτε
αυτό ήταν δυνατόν. Το νεαρό αγόρι τού είχε πει για έναν συντομότερο δρόμο μέσα από το δάσος του Γουίθαμ, το ανατολικό
σύνορο του οποίου εκτεινόταν παράλληλα με τον κεντρικό δρόμο των διοδίων. Τα σύννεφα είχαν εξαφανιστεί και ο
μεσημεριανός ήλιος έκαιγε, αλλά μέσα στο δάσος είχε μια ευλογημένη δροσιά. Τα πυκνά ψηλά κλαδιά σχημάτιζαν έναν
σκιερό θόλο τον οποίο οι ακτίνες του ήλιου δεν μπορούσαν να διαπεράσουν. Η φοράδα έδειξε να ευχαριστιέται γι’ αυτή την
ευπρόσδεκτη αλλαγή θερμοκρασίας, δείχνοντας πρόθυμη να αυξήσει πάλι την ταχύτητα στον καλπασμό της, ο Γκάρεθ όμως
τράβηξε τα γκέμια της. Το έδαφος ήταν ανώμαλο, ξερόκλαδα βρίσκονταν σπαρμένα εδώ κι εκεί, ενώ κάποιες ρίζες
ξεπρόβαλλαν επικίνδυνα από το έδαφος. Το μονοπάτι, όσο ευχάριστο κι αν ήταν, μπορούσε να κρύβει πολλούς κινδύνους. Κι
ο Γκάρεθ έπρεπε με κάθε τρόπο να προφυλάξει το άλογό του από ατυχήματα.
Από το δάσος του Γουίθαμ πήρε το μονοπάτι που περιέζωνε το νότιο άκρο μιας λίμνης. Μόλις προσπέρασε την πλατιά
υδάτινη έκταση, το τοπίο άνοιξε πάλι και επιτέλους μπόρεσε να αφήσει το άλογό του να τρέξει ελεύθερα. Καλπάζοντας γοργά
πάνω στη μαλακή τύρφη κατάφερε να αναπληρώσει το χρόνο που είχε χάσει νωρίτερα στα διόδια. Ακόμα κι όταν άφησε πίσω
του την ανοιχτή ύπαιθρο, συνέχισε να κερδίζει χρόνο διασχίζοντας με ταχύτητα καταπράσινους δρόμους και κακοτράχαλα
μονοπάτια. Αμυδρά φώτα κεριών διακρίνονταν στα παράθυρα των λιγοστών αγροικιών απ’ όπου προσπερνούσε, εκείνος
όμως συνέχιζε πάντα να καλπάζει χωρίς ούτε μια στιγμή να επιβραδύνει το ρυθμό του.
Οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου έπεφταν πάνω στους γύρω λόφους. Ήταν ένα όμορφο βράδυ, είχε έναν απαλό αλλά ζεστό
αέρα και τα αραιά σύννεφα που βάφονταν ροζ στον ουρανό υπόσχονταν άλλη μια όμορφη επόμενη μέρα. Μα ο Γκάρεθ είχε
μεγάλη αγωνία για να δώσει σημασία στα καιρικά φαινόμενα. Μια ξεχαρβαλωμένη πινακίδα τον προειδοποίησε πως η έπαυλη
απείχε ακόμα οχτώ μίλια. Έπρεπε να φτάσει εκεί πριν να πέσει το σκοτάδι. Το φεγγάρι που σκαρφάλωνε αργά στον ουρανό
δε φώτιζε πολύ το δρόμο του, το φέγγος του διαχεόταν ωχρό πίσω από τα σκόρπια σύννεφα.
Η σκέψη της Αμελί στο έλεος του Γκλάιντ καθώς πλησίαζε η νύχτα ήταν αβάσταχτη. Άλλη μια φορά σπιρούνιασε τη
Μινέρβα και της ψιθύρισε στο αυτί να κάνει μια τελευταία προσπάθεια. Το άλογο χρεμέτισε απαλά σε απάντηση και,
μολονότι η ανάσα του είχε αρχίσει να βγαίνει γοργή και κοφτή, εντούτοις τάχυνε το βηματισμό του. Τώρα ξαναβγήκαν στην
ανοιχτή ύπαιθρο και, γέρνοντας επάνω στο λαιμό του ζώου, ο Γκάρεθ το παρότρυνε σ’ έναν τελευταίο καλπασμό.
Άφηναν γρήγορα τα μίλια πίσω τους, κι όταν επιτέλους φάνηκε μπροστά τους η σκουριασμένη πύλη του Γκέσλινγκ Μάνορ,
το άλογο είχε σχεδόν εξαντληθεί. Οι καγκελόπορτες ήταν κλειδωμένες και αμπαρωμένες, ολόγυρα όμως από το κτήμα
απλωνόταν μια πυκνή βλάστηση. Ο Γκάρεθ πλεύρισε με το άλογο κατά μήκος του θαμνοφράχτη και σύντομα βρήκε ένα
μικρό άνοιγμα. Τρύπωσε γρήγορα μέσα, παρακαλώντας να μην είχε φτάσει πολύ αργά.

Η Αμελί πήρε απρόθυμα το φόρεμα από την ντουλάπα. Ήταν μια αέρινη τουαλέτα από περίτεχνο κεντητό μετάξι. Σκέφτηκε
πως ήταν ένα πολύ ακριβό φόρεμα. Η κεχριμπαρένια υφή του λαμποκοπούσε και οι μικροσκοπικές χάντρες είχαν κεντηθεί σ’
ένα πολύπλοκο σχέδιο. Όταν όμως το φόρεσε από το κεφάλι και στάθηκε να κοιταχτεί στο θαμπό καθρέφτη, μίσησε μεμιάς
αυτό που αντίκρισε. Το διάφανο ύφασμα και το χαμηλό ντεκολτέ την έκαναν να αισθάνεται φρικτά εκτεθειμένη, και έψαξε
μάταια για ένα μαντίλι να καλύψει τα στήθη της που ξεπρόβαλλαν πάνω από το κορσάζ. Τελικά σήκωσε ένα ξεθωριασμένο
πανί από ένα μικρό τραπέζι που υπήρχε εκεί δίπλα και το έδεσε γύρω από τους ώμους της. Αυτό τόνωσε αρκετά το ηθικό της.
Τα παπούτσια τα οποία ήταν αναγκασμένη να φορέσει ήταν λεπτεπίλεπτα όπως και το ύφασμα του φορέματός της, οπότε θα
ήταν απολύτως αδύνατον να δραπετεύσει μ’ αυτά. Είδε με ικανοποίηση ότι το πρόσωπό της ήταν κάτασπρο σαν κιμωλία και
φάνταζε ακόμα πιο χλομό από το βαθύ χρυσαφί χρώμα του φορέματος. Άφησε τα μαλλιά της μπλεγμένα και αχτένιστα. Είχε
σκοπό να είναι μια άσχημη συνδαιτυμόνας στο τραπέζι.
Μόλις είχε τελειώσει το ντύσιμό της, όταν η παμπάλαια κλειδαριά έτριξε πάλι και ένας από τους άντρες που την είχαν
αρπάξει στάθηκε στο κατώφλι του δωματίου.
«Έλα μαζί μου», τη διέταξε απότομα, κι αφού την άδραξε από το μπράτσο, την τραβολόγησε έξω από το δωμάτιο και την
οδήγησε μέσα από ένα λαβύρινθο διαδρόμων. Μικρές σαν κελιά πόρτες βρίσκονταν κατά μήκος των πέτρινων τοίχων, αλλά
δεν έδειχναν να οδηγούν πουθενά. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος ανθρώπινης ζωής. Φάνηκε σαν να προχωρούσαν αιώνια καθώς ο
άντρας προπορευόταν και την έσερνε βίαια πίσω του. Η Αμελί κατάφερνε με κόπο να παραμένει όρθια. Είχε χάσει εντελώς
τον προσανατολισμό της μέχρι που έφτασαν σε μια πόρτα η οποία φαινόταν πιο επιβλητική και λιγότερο φθαρμένη από τις
υπόλοιπες.
Ο άντρας χτύπησε διακριτικά, πράγμα παράταιρο με τη γενικότερη βαναυσότητά του. Αλλά βέβαια είχε έναν πολύ κακό
αφέντη κι ήταν φυσικό για το μισθοφόρο του να θέλει να παραμένει όσο το δυνατόν περισσότερο αθέατος.
«Έλα!» Ο διαπεραστικός τόνος αντήχησε ολοκάθαρα στον αέρα και η Αμελί ανατρίχιασε. Ποτέ δεν μπορούσε να ακούσει τη
φωνή του Γκλάιντ χωρίς να νιώσει να κατακλύζεται από απέχθεια.
Ο άντρας την έσπρωξε χωρίς πολλές ευγένειες μέσα στο δωμάτιο και η πόρτα κλείδωσε πίσω της. Η επίπλωση και σ’ αυτό
το δωμάτιο εμφάνιζε όλα τα σημάδια της μακρόχρονης εγκατάλειψης. Οι μπροκάρ κουρτίνες που είχαν κάποτε μια βαθιά
ζαφειρένια απόχρωση κρέμονταν τώρα γκριζωπές και λεκιασμένες στα παράθυρα, με αλλεπάλληλα στρώματα σκόνης
κολλημένα πάνω στο ξεφτισμένο ύφασμά τους. Ένα ανάκλιντρο δίπλα στο παράθυρο είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος από το
χρυσαφί διάκοσμό του και οι δυο μπερζέρες αντικριστά στο τζάκι είχαν βουλιαγμένα μαξιλάρια και κηλιδωμένη ταπετσαρία.
Κάποιος είχε αποπειραθεί να γυαλίσει τη μακρόστενη τραπεζαρία που δέσποζε στο μέσο του δωματίου και η επιφάνειά της
αντανακλούσε το φως του πολυελαίου που κρεμόταν από πάνω, φρεσκοκαθαρισμένος κι αυτός απ’ ό,τι φαινόταν. Το τραπέζι
είχε στρωθεί για δύο.
Ο Γκλάιντ καθόταν νωχελικά σε μια από τις πελώριες σκαλιστές καρέκλες δίπλα στο τραπέζι, αλλά όταν είδε την Αμελί να
κοντοστέκεται διστάζοντας στην είσοδο, σηκώθηκε με άνεση και προχώρησε προς το μέρος της. Μ’ ένα τίναγμα του χεριού
του τράβηξε το ύφασμα από τους ώμους της και το έριξε στο πάτωμα.
«Επίτρεψέ μου να δω τι αγόρασα με τόσο κόπο», κάγχασε.
Για μερικά ατέλειωτα δευτερόλεπτα έμεινε να την κοιτάζει με λαγνεία και τα κιτρινωπά μάτια του την έγδυναν πόντο πόντο.
Η Αμελί δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο εκτός από το να στέκεται εκεί και να υπομένει το βλέμμα του. Ύστερα εκείνος
έκανε απρόθυμα ένα βήμα πίσω, τεντώνοντας αόριστα το χέρι του προς το μέρος της καθώς επέστρεφε στη θέση του.
«Ελάτε στο τραπέζι, μις Σίλβερντεϊλ. Θα πρέπει να πεινάτε μετά από μια τόσο κουραστική μέρα».
Ποτέ της δεν είχε νιώσει λιγότερη επιθυμία για φαγητό, φοβόταν όμως ότι εκείνος θα επέστρεφε δίπλα της αν δεν υπάκουγε.
Δεν άντεχε να τον έχει κοντά της. Έτσι πλησίασε αργά προς το τραπέζι και κάθισε.
Ο Γκλάιντ ήταν φανερό πως έπινε όση ώρα την περίμενε. Το πρόσωπό του ήταν ξαναμμένο και σταγόνες από κόκκινο κρασί
λέκιαζαν το άσπρο πουκάμισό του με τα βολάν. Εκείνος είδε την κατεύθυνση της ματιάς της.
«Μην ανησυχείς, αγαπητή μου. Απλώς σκότωνα το χρόνο μου ώσπου να έρθεις. Δε θα πιω άλλο κρασί απόψε. Δε
χρειάζομαι τη βοήθεια του αλκοόλ...» Χαμογέλασε δυσοίωνα. «Εσένα όμως θα σου βάλω λίγο. Είναι βέβαιο πως θα σε
ωφελήσει. Είναι εξαιρετικά χαλαρωτικό».
«Όχι, ευχαριστώ».
«Θα πιεις λίγο κρασί. Αυτή είναι η επιθυμία μου».
Το είπε σε τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις. Πριν η Αμελί το καταλάβει, ο Γκλάιντ είχε έρθει δίπλα της και της γέμιζε το
ποτήρι μέχρι επάνω.
«Τώρα πιες», διέταξε.
Έκανε αυτό που της είπε, αλλά προσπάθησε να πιει όσο λιγότερο ήταν δυνατόν. Ικανοποιημένος εκείνος που η Αμελί τον
είχε υπακούσει, γύρισε στην καρέκλα του και άπλωσε το χέρι στο ξεφτισμένο κορδόνι για το καμπανάκι υπηρεσίας. Ο
δυνατός ήχος αντήχησε στους πίσω διαδρόμους. Σχεδόν αμέσως ο άντρας που την είχε φέρει στο δωμάτιο εμφανίστηκε στην
πόρτα. Κρατούσε δυο μεγάλα μπολ με σούπα και τον ακολουθούσε ο σύντροφός του με τα δεύτερα πιάτα, εκείνος με τα
στραβά δόντια.
«Τι ωραία», μουρμούρισε ο Γκλάιντ ικανοποιημένος καθώς ρουφούσε τη σούπα του. «Επιτέλους ήρθε η στιγμή που
περίμενα τόσο καιρό. Μα ο θρίαμβος είναι ακόμα γλυκύτερος όταν κερδίζεται με κόπο».
Η Αμελί δεν του απάντησε. Έπαιζε με το κουτάλι της, παραμένοντας συνεχώς σε εγρήγορση και περιμένοντας την
κατάλληλη στιγμή για να το σκάσει. Είχε προσέξει ότι αυτή τη φορά η πόρτα πίσω της δεν ήταν κλειδωμένη. Ήταν πολύ
πιθανό οι δύο μπράβοι του Γκλάιντ να παραμόνευαν από πίσω, προσπάθησε όμως να πείσει τον εαυτό της ότι το πιο λογικό
ήταν να έχουν επιστρέψει στην κουζίνα για να ετοιμάσουν τα επόμενα πιάτα. Τουλάχιστον για μερικά λεπτά ακόμα η πόρτα
θα παρέμενε αφύλαχτη. Πόσο καλύτερα θα ήταν αν δεν είχε υποχρεωθεί να φορέσει αυτά τα γελοία παπούτσια! Ίσως
μπορούσε να τα βγάλει κρυφά κάτω απ’ το τραπέζι χωρίς εκείνος να την προσέξει. Ήλπιζε ότι τελικά ο Γκλάιντ δε θα
τηρούσε την υπόσχεσή του και θα άρχιζε πάλι να πίνει. Το αλκοόλ θα μούδιαζε τα αντανακλαστικά του και θα ελάττωνε την
επαγρύπνησή του.
Το επόμενο πιάτο, ωστόσο, το έφερε μόνο ο ένας άντρας. Πού ήταν άραγε ο σύντροφός του; Η Αμελί δεν μπορούσε να είναι
σίγουρη. Κι αν ορμούσε προς την πόρτα και εκείνος βρισκόταν από πίσω, κάθε ευκαιρία της για απόδραση θα πήγαινε
χαμένη. Ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα τη νάρκωναν πάλι, μόνο που αυτή τη φορά θα ξυπνούσε δεμένη σφιχτά.
Το ένα πιάτο διαδεχόταν το άλλο και κάθε φορά ερχόταν μόνο ο ένας από τους άντρες. Η Αμελί ένιωσε φρικτά
απογοητευμένη.
Ο Γκλάιντ διάβασε τις σκέψεις της με μυστηριώδη διορατικότητα. «Είναι αδύνατον να αποδράσεις. Γι’ αυτό κάθισε ήσυχα,
αγαπητή μου, κι απόλαυσε τη βραδιά σου. Σε διαβεβαιώνω ότι στο μέλλον θα ακολουθήσουν πολλές ώρες απόλαυσης». Το
λάγνο βλέμμα του την καταβρόχθισε πάλι από την απέναντι πλευρά του τραπεζιού, σχεδόν αμέσως όμως ο Γκλάιντ
συμμαζεύτηκε για να συνεχίσει με άνεση την κουβέντα του. «Το φαγητό, για παράδειγμα, είναι από μόνο του μία μεγάλη
απόλαυση. Φυσικά δεν το μαγείρεψαν οι δυο βλάκες που το σέρβιραν, αλλά ο καλύτερος σεφ που μπόρεσα να προσλάβω».
Η Αμελί αναρωτήθηκε φευγαλέα αν αυτός ο σεφ βρισκόταν ακόμα στο σπίτι και αν θα μπορούσε να ζητήσει τη βοήθειά του.
«Φυσικά δεν είναι εδώ τώρα», είπε ο Γκλάιντ, για άλλη μια φορά μαντεύοντας τις σκέψεις της. «Όπως σου είπα ήδη, στο
σπίτι υπάρχουν μόνο ο Άμερ και ο Φίγκις, ναι, έχουν ονόματα. Και εμείς οι δύο. Όμορφη παρέα οι τέσσερίς μας, δε βρίσκεις;
Σύντομα βέβαια ο Άμερ και ο Φίγκις θα μας αδειάσουν τη γωνιά».
Η Αμελί προσπαθούσε να τρώει αργά, καθυστερώντας το σερβίρισμα κάθε νέου γύρου πιάτων. Ο Γκλάιντ κατάλαβε αμέσως
το κόλπο της.
«Έχω όλον το χρόνο στη διάθεσή μου, μις Σίλβερντεϊλ. Απόλαυσε λοιπόν το φαγητό σου. Μ’ αρέσει αυτό σε μια γυναίκα.
Δείχνει πως έχει όρεξη».
Εκείνη συνέχισε να τρώει με τον ίδιο ρυθμό, προσπαθώντας πάντα να διατηρεί αδιάφορο ύφος, ενώ τα λεπτά χείλη του
χάραξαν το γνώριμο παγερό χαμόγελο.
«Όσο περισσότερο καθυστερεί το γεύμα, τόσο μεγαλύτερη είναι η προσμονή και ικανοποιητικότερο το φινάλε. Δε
συμφωνείς;»
Πολύ σύντομα πήραν τα πιάτα του φρούτου και σέρβιραν τον καφέ. Της επιτράπηκε να αρνηθεί το λικέρ, το οποίο όμως ο
Γκλάιντ κατέβασε με μια γουλιά. Έγνεψε κοφτά στους δυο μπράβους του, οι οποίοι μάζεψαν τα τελευταία πιάτα και
εξαφανίστηκαν γρήγορα. Οι σποραδικοί θόρυβοι από το διάδρομο σταδιακά σταμάτησαν.
Ο Γκλάιντ πήγε ως την πόρτα και γύρισε το βαρύ σκουριασμένο κλειδί. Κατόπιν επέστρεψε στην καρέκλα του κι έγειρε
πίσω μ’ ένα χλευαστικό χαμόγελο στο πρόσωπο. Η Αμελί κοίταξε τριγύρω αναζητώντας τρόπους διαφυγής, οτιδήποτε θα
μπορούσε να οδηγήσει στην ελευθερία της.
«Σερ Ρούφους», είπε διστακτικά, «η γιαγιά μου είναι μια πολύ πλούσια γυναίκα. Θα μπορούσατε να έρθετε σε κάποιο είδος
συμφωνίας μαζί της... Δεν έχετε παρά να το πείτε».
Το πρόσωπό του μόρφασε από δυσπιστία. «Ανόητο πλάσμα, δεν είναι τα χρήματα που επιδιώκω. Αυτά είναι δικά μου όποια
ώρα το θελήσω», καυχήθηκε. «Αυτό που επιθυμώ είναι ένα πολύ σπανιότερο απόκτημα, όπως πολύ καλά γνωρίζεις. Άσε το
θέατρο σ’ εμένα. Στο κάτω κάτω, δεν είσαι και καμιά αθώα».
«Σας πληροφόρησαν λάθος. Είμαι μια ενάρετη γυναίκα».
Την παρατήρησε με κυνισμό. «Όπως προτιμάς, αγαπητή μου. Η πρόσφατη συμπεριφορά σου όμως υποδηλώνει άλλα
πράγματα. Ο εν λόγω κύριος είναι τυχερός που βρίσκεται τόσα μίλια μακριά, διαφορετικά θα διέταζα το θάνατό του. Η
αγνότητα δεν είναι μια από τις απαιτήσεις μου, οι παρθενικές ηδονές υπερεκτιμώνται, κατά τη γνώμη μου. Όταν όμως κάνω
μια γυναίκα δική μου, αυτή θα παραμείνει δική μου».
Έγνεψε προς το μέρος της. «Έλα εδώ σ’ εμένα, Αμελί».
Η Αμελί δεν κουνήθηκε.
«Τώρα!» βρυχήθηκε. «Εκτός αν θες να έρθω εγώ και να σε φέρω με το ζόρι».
Η Αμελί σηκώθηκε και προχώρησε με όση αξιοπρέπεια μπορούσε, ώσπου στάθηκε μπροστά του. Εκείνος την τράβηξε βίαια
να καθίσει στα γόνατά του και την κοίταξε λαίμαργα.
«Είσαι πολύ όμορφη, Αμελί. Και τώρα είσαι δική μου, όπως και όταν επιθυμώ. Θα μείνεις εδώ κοντά μου ώσπου να
τελειώσω μαζί σου. Αν με ψυχαγωγήσεις καλά, μπορεί να ξανασκεφτώ την πρότασή μου να σε παντρευτώ».
Το ένα χέρι του τυλίχτηκε γύρω από τη μέση της, ενώ το άλλο άρχισε να χαϊδεύει τα μαλλιά της. Την πλημμύρισε ναυτία και
ευχήθηκε να έκανε εμετό επάνω του.
«Όμως, αν δε με ικανοποιήσεις, θα σε στείλω πίσω στην οικογένειά σου», συνέχισε απαθής. «Μπορούν τότε να κάνουν ό,τι
θέλουν μαζί σου, αν και οι επιλογές τους θα είναι περιορισμένες πλέον. Τα κατεστραμμένα προϊόντα δύσκολα πωλούνται.
Και το πατρικό σπίτι δε θα υπάρχει πια. Θα αναγκαστώ να κάνω κατάσχεση. Όμως ελπίζω να μη φτάσουμε ως εκεί».
Η Αμελί παρέμεινε ακίνητη, σαστισμένη με την αχρειότητά του, ενώ ο Γκλάιντ την κρατούσε σφιχτά πάνω στο στήθος του.
Καθόταν άκαμπτη, κλεισμένη στον εαυτό της, προσπαθώντας απεγνωσμένα να μη μολυνθεί. Εκείνος άρχισε να χαϊδεύει την
εσωτερική πλευρά του μπράτσου της και να μονολογεί γουργουρίζοντας. Ήταν πάρα πολύ όλο αυτό. Η Αμελί πετάχτηκε
όρθια κι έτρεξε ως το παράθυρο.
«Μα βέβαια», κορόιδεψε ο Γκλάιντ, «δεν πρέπει να ξεχνώ πόσο νέα είσαι. Είναι φυσικό να θέλεις να γίνει λίγο πιο
συναρπαστικό. Είμαι πρόθυμος να σου κάνω αυτό το χατίρι».
Κι ύστερα βρέθηκε δίπλα της για να την αρπάξει και πάλι από τη μέση, μόνο που αυτή τη φορά κατάφερε να αγκαλιάσει
ολόκληρο το κορμί της με τα μπράτσα του και να τη σφίξει δυνατά επάνω του. Το πουκάμισό του μύριζε κρασί και η ανάσα
του ήταν σιχαμερή καθώς την ένιωθε πάνω στο γυμνό δέρμα της. Η Αμελί προσπάθησε να ξεφύγει από τα χέρια του, το μόνο
που κατάφερε όμως ήταν να τη σφίξει ακόμα πιο δυνατά.
Το δεξί μπράτσο του την παγίδεψε, κρατώντας την με τέτοιο τρόπο που το πρόσωπό της πιέστηκε πάνω στο στήθος του και
της κόπηκε η ανάσα. Με το άλλο χέρι άρχισε να χαϊδεύει τους απαλούς λευκούς ώμους της. Φώναξε αηδιασμένη, αλλά αυτό
φάνηκε να τον διεγείρει περισσότερο. Ο Γκλάιντ τράβηξε το φόρεμά της και προσπάθησε με το ένα χέρι να λύσει τις
κορδέλες της.
Εκμεταλλευόμενη την ευκαιρία, η Αμελί κατάφερε να αποτραβηχτεί. Όχι όμως για πολύ, γιατί εκείνος την κυνήγησε
αμέσως.
Αυτή τη φορά είχε καταφύγει στην άκρη του δωματίου δίπλα στην πόρτα, σε μια ανέλπιδη προσπάθεια να το σκάσει. Δεν
υπήρχε δρόμος διαφυγής, η πόρτα ήταν απαραβίαστη. Πάλευε να αναπνεύσει, ενώ ήξερε πως δε θα κατάφερνε να απωθεί τον
απαγωγέα της για πολύ ακόμα. Ένα όραμα του Γκάρεθ με τα αστραφτερά γαλάζια μάτια και το κοροϊδευτικό χαμόγελο
ξεπήδησε αίφνης στο μυαλό της. Γαντζώθηκε απ’ αυτή την εικόνα σαν να μπορούσε με κάποιο τρόπο να τη σώσει. Πώς όμως
θα ήταν δυνατόν; Δεν ήταν παρά επινόημα του μυαλού της, ένα φάντασμα. Αυτός τώρα θα βρισκόταν καθ’ οδόν προς τη
Γαλλία, αγνοώντας και πιθανόν αδιαφορώντας για τη δική της μοίρα.
Ο Γκλάιντ τη ζύγωσε και πάλι. Εξοργισμένος με τη δυστροπία της έσκισε το φόρεμά της, εκθέτοντας τα στήθη της στη θέα
του. Για μια στιγμή έκανε πίσω, παρατηρώντας τη με βλέμμα ακόλαστο, ενώ η μισόγυμνη Αμελί κόλλησε στον τοίχο. Και
τότε της ρίχτηκε, σήκωσε τη φούστα της ψηλά και προσπάθησε να λύσει το παντελόνι του. Δε θα είχε κανέναν ενδοιασμό. Θα
τη βίαζε, εδώ, σ’ αυτό το φρικτό δωμάτιο. Έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να απομακρύνει το μυαλό της απ’ την
τρομακτική πράξη που θα συντελούνταν.
Ένας δυνατός κρότος αντήχησε από την άλλη άκρη του δωματίου. Ύστερα ξαφνικά όλα άλλαξαν. Μέσα σε μια παραζάλη
και με μια πνιχτή κραυγή από τον Γκλάιντ, η Αμελί ελευθερώθηκε, σκεπάζοντας με τρεμάμενα χέρια τη γύμνια της. Κάποιος
εισβολέας είχε ορμήσει μέσα από ένα απ’ τα παράθυρα και τώρα στεκόταν εκεί κραδαίνοντας δυο ξίφη. Έσφιξε το ένα στο
δεξί του χέρι και πέταξε το άλλο στον Γκλάιντ, ο οποίος το έπιασε αδέξια. Ο άντρας περίμενε απ’ τον αντίπαλό του να
ξαναβρεί την ισορροπία του. Ο Γκλάιντ πάλι, αγνοώντας σκόπιμα τον ιπποτισμό του ξένου, όρμησε καταπάνω του
απροειδοποίητα, προσπαθώντας να τον καταλάβει εξαπίνης καθώς τα μάτια του άλλου προσαρμόζονταν στο φωτισμένο
δωμάτιο. Σε απάντηση, ο εισβολέας έκοψε το κορδόνι του πολυελαίου κάνοντάς τον να πέσει με θόρυβο πάνω στο τραπέζι,
και τα μικρά κρύσταλλά του κουδούνισαν αλλόκοτα καθώς γίνονταν θρύψαλα. Μόνο το φως του φεγγαριού φώτιζε τώρα το
δωμάτιο μπαίνοντας από την ανοιχτή τζαμαρία. Οι δυο άντρες στέκονταν αντίκρυ ο ένας στον άλλο.
Κεφάλαιο 12

Το λαμπερό φεγγαρόφωτο ξεχυνόταν στο δωμάτιο μέσα από το παράθυρο, φωτίζοντας το κέντρο του χώρου σαν μια σκηνή
με τους ηθοποιούς της. Οι δυο φιγούρες κύκλωναν η μία την άλλη επιφυλακτικά για μερικά λεπτά, έχοντας τα ξίφη τους σε
ετοιμότητα. Ύστερα ο Γκλάιντ, ανυπομονώντας να απαλλαγεί απ’ αυτό τον ανεπιθύμητο επισκέπτη, κατάφερε ένα αστραπιαίο
χτύπημα. Ο αντίπαλος το απέφυγε με επιδεξιότητα. Ο Γκλάιντ όρμησε ξανά, και άλλη μια φορά η επίθεσή του αποκρούστηκε.
Συνέχισε να επιτίθεται, αλλά ο αντίπαλός του κατάφερνε πάντα να παραμένει αλώβητος στη θέση του.
Η Αμελί στεκόταν σε μια σκοτεινή γωνία του δωματίου και δεν τολμούσε σχεδόν ούτε να ανασάνει. Είχε τραβήξει ένα
τραπεζομάντιλο από κάποιο μικρό τραπέζι και το είχε τυλίξει γύρω από το σκισμένο φόρεμά της, παρακολουθώντας με
μισάνοιχτο στόμα και γουρλωμένα μάτια. Είχε αναγνωρίσει αμέσως τον Γκάρεθ, το φάντασμα του νου της είχε ενσαρκωθεί
σαν από θαύμα μπροστά στα μάτια της. Την είχε βρει! Η Αμελί δεν είχε ιδέα πώς, αλλά της αρκούσε που την είχε βρει. Τώρα
βρισκόταν εδώ και πάλευε για να υπερασπιστεί τη ζωή της και τη δική του. Είχε ευλυγισία και σβελτάδα, καιροφυλακτούσε
και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να κάνει τη δολοφονική επίθεσή του. Στα μάτια του έλαμπε η πρωτόγονη χαρά της
εκδίκησης.
Η μάχη συνεχίστηκε, οι λεπίδες τους συγκρούονταν με εκκωφαντικό ήχο μέσα στην ησυχία του δωματίου. Ο Γκλάιντ
εξακολουθούσε να επιτίθεται με αγριότητα, αλλά ο αντίπαλός του κατάφερνε να αποκρούει με άνεση τα χτυπήματά του.
Σταδιακά ο νεαρότερος άντρας άρχισε να κερδίζει έδαφος και οι κινήσεις του ξίφους του έσπρωχναν τον Γκλάιντ όλο και πιο
πίσω. Φάνηκε πως κάποια στιγμή θα τον κολλούσε στον τοίχο, ώσπου με μια αιφνίδια βίαιη κίνηση ο Γκλάιντ μάζεψε όλη τη
δύναμή του και όρμησε κατευθείαν προς το στήθος του αντιπάλου του. Ο Γκάρεθ πισωπάτησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε,
αλλά η λεπίδα τον βρήκε στο μπράτσο και έσκισε το μανίκι του πουκαμίσου του. Ένα αιμάτινο ρυάκι κύλησε πάνω στο
λευκό ύφασμα και άρχισε να στάζει στο πάτωμα.
Τα μάτια της Αμελί έκλεισαν από τρόμο, όταν όμως κοίταξε πάλι είδε ότι ο Γκάρεθ είχε καταφέρει να ανασυνταχτεί.
Σφίγγοντας τα χείλη και μ’ ένα βαθύ ζάρωμα στο μέτωπό του, είχε ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Άρχισε να παλεύει πιο
αμυντικά, ελπίζοντας πως θα του δινόταν η ευκαιρία να κάμψει την αντίσταση του εχθρού του. Καταλαβαίνοντας το
πλεονέκτημά του ο Γκλάιντ συνέχισε να ρίχνεται καταπάνω του με λύσσα, χτυπώντας ξανά και ξανά. Από στιγμή σε στιγμή η
Αμελί περίμενε πως θα άκουγε τον μουντό γδούπο του σώματος του αγαπημένου της στο πάτωμα. Πολλές φορές κινδύνεψε
να σκοτωθεί, αλλά πάντα κατάφερνε να αποφύγει την επίθεση και να απαντήσει με δικό του χτύπημα. Όμως άρχισε να
κουράζεται. Έχανε αίμα κι αυτό του στερούσε δυνάμεις, οι επιθέσεις του δε φαίνονταν πια το ίδιο ορμητικές. Κάθε νέα
επίθεση του Γκλάιντ τον κούραζε όλο και περισσότερο. Είχε ένα σταχτί χρώμα στο πρόσωπο και η ανάσα του έβγαινε με
δυσκολία.
Το πρόσωπο του Γκλάιντ είχε μια διαβολική έκφραση. Όρμησε με μανία πάνω στον Γκάρεθ για μια ακόμα φορά,
αποφασισμένος να δώσει ένα τέρμα. Αλλά εκείνος, με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, μπλόκαρε την αντίπαλη λεπίδα και μ’
ένα απαλό τίναγμα του καρπού έστριψε γρήγορα το ξίφος του ημικυκλικά, αποκρούοντας την άμυνα του εχθρού. Ο Γκλάιντ
παραπάτησε προς τα πίσω, ο Γκάρεθ τίναξε το ξίφος από το χέρι του και κόλλησε τη λεπίδα του δικού του στο λαιμό του
άλλου άντρα.
«Τελείωσες, άθλιε». Ανέπνεε λαχανιασμένος, η φωνή του όμως παλλόταν από θρίαμβο.
Μέσα σε ελάχιστο χρόνο έδεσε το τραυματισμένο μπράτσο του με μια λωρίδα που έκοψε από το μανίκι. Ο πεσμένος άντρας
τώρα ήταν πιο άσπρος από κάθε άλλη φορά. Με την άκρη του ξίφους του ο Γκάρεθ τρύπησε το δέρμα του εχθρού του στο
λαιμό και μια χάντρα από αίμα ανέβλυσε από εκεί.
«Αν θες να ζήσεις, θα κάνεις ό,τι σου πω». Κοίταξε άγρια τον πεσμένο άντρα.
«Και τι μπορεί να είναι αυτό;» γρύλισε ο Γκλάιντ, έξαλλος με την ατίμωσή του.
«Θα συρθείς ταπεινά μπροστά στη μις Σίλβερντεϊλ για το μαρτύριο που πέρασε στα χέρια σου και θα της πεις τι ακριβώς
συνέβη τη νύχτα που λες πως έκλεψα στα χαρτιά».
Ο Γκλάιντ, με το κεφάλι στραμμένο σε μια άβολη γωνία κάτω από τη λεπίδα του Γκάρεθ, πήρε ένα ύφος περιφρονητικό.
«Δεν πρόκειται να συρθώ ταπεινά. Φυσικά, σαν τζέντλεμαν ζητώ συγνώμη από τη μις Σίλβερντεϊλ για την όποια
παρανόηση».
Η έκφραση του Γκάρεθ είχε μια ατσάλινη αυτοκυριαρχία, αλλά το ξίφος του πίεσε περισσότερο το λαιμό του άλλου.
«Είσαι ένα παλιόσκυλο. Ο τζέντλεμαν είμαι εγώ που δε σε μαστιγώνω!»
Απτόητος από την καταφρόνια του Γκάρεθ, ο πεσμένος άντρας κάγχασε. «Κάπως στιγματισμένος τζέντλεμαν, ωστόσο.
Ποτέ δε θα απαλλαγείς από την ντροπή, ξέρεις».
Το ξίφος κινήθηκε και το αίμα στο λαιμό του Γκλάιντ έτρεξε περισσότερο. «Κάνεις λάθος... γιατί θα με απαλλάξεις εσύ από
τα ψέματα που τόσο καιρό βρόμισαν τη ζωή μου».
«Πολύ δραματικό. Αλλά απίθανο». Το σαρκαστικό χαμόγελο έγινε εντονότερο, παρ’ ότι η πληγή του αιμορραγούσε.
Ο Γκάρεθ τον αγνόησε και συνέχισε να τον απειλεί με παγερά αδιάφορη φωνή. «Θα διηγηθείς όσα έγιναν εκείνο το βράδυ
και θα το κάνεις με κάθε ειλικρίνεια. Αν όχι, σε διαβεβαιώνω ότι θα νιώσεις κάτι περισσότερο από τη μύτη του ξίφους μου».
Η αδιαλλαξία του φάνηκε να επηρεάζει τον εχθρό του περισσότερο από οποιαδήποτε επίδειξη οργής. Ο άλλος άντρας τον
αγριοκοίταξε.
«Πρώτα θα πρέπει να απομακρύνεις το ξίφος απ’ το λαιμό μου. Δε με βοηθάει καθόλου στην ομιλία».
Με απροθυμία ο Γκάρεθ απομάκρυνε λίγο την άκρη του ξίφους του, χωρίς όμως να πάψει να τον απειλεί.
«Ορίστε. Και τώρα μίλα».
«Τι να πω; Ήταν μια βραδιά σαν όλες τις άλλες. Είχα κανονίσει να δειπνήσω με τον Πίτερσαμ και μπήκαμε στο Διάσημο
Στέκι για να κλείσουμε ένα τραπέζι με τον στρατηγό και με όποιον άλλον είχε διάθεση για μια μικρή παρτίδα χαρτιά».
«Όχι και πολύ μικρή, απ’ όσο θυμάμαι».
«Πράγματι, όχι για έναν πρωτάρη, είναι αλήθεια. Ήταν κρίμα για μένα που εσύ και ο αθώος φίλος σου ο Έιβερι έτυχε να
φτάσετε εκείνη τη στιγμή στη λέσχη. Θα προτιμούσα να μαδήσω ένα πιο γεμάτο πορτοφόλι».
«Αυτή ήταν η πρόθεσή σου εκείνη τη βραδιά;»
«Είχα κάποια χρέη που άρχιζαν να γίνονται λίγο πιεστικά».
«Και αποφάσισες να τα πληρώσεις κλέβοντας τους συμπαίκτες σου στα χαρτιά».
«Όχι ακριβώς, αλλά τα χαρτιά δε με ευνοούσαν εκείνο το βράδυ. Στ’ αλήθεια δεν είχα άλλη επιλογή».
«Κι έτσι σημάδεψες την τράπουλα;»
«Λίγο, μόνο για να μπορώ να αναγνωρίζω αυτά που χρειαζόμουν».
«Κι όταν το ανακάλυψαν;»
«Εξεπλάγην. Πρώτος το είδε ο Τίλνι. Η όρασή του θα πρέπει να είναι οξύτερη από το μυαλό του. Κανείς άλλος στο τραπέζι
δεν κατάλαβε τίποτα. Ο Πίτερσαμ είναι τόσο νωθρός που ούτε καν κοιτάζει την τράπουλα και τόσο πλούσιος που το
αποτέλεσμα μιας παρτίδας δε σημαίνει τίποτα γι’ αυτόν».
«Όταν ο στρατηγός Τίλνι μίλησε στο τραπέζι για την απάτη, δεν ομολόγησες».
«Είσαι τρελός;» Ο τόνος της φωνής του Γκλάιντ ήταν εριστικός και γεμάτος εκνευρισμό. «Φυσικά και δεν ‘ομολόγησα’. Τι
ήμουν, κανένας μαθητευόμενος υπό επιτήρηση;»
«Ωστόσο δεν είχες κανέναν ενδοιασμό να ενοχοποιήσεις εμένα». Το χέρι του Γκάρεθ έτρεμε πάνω στο ξίφος του,
προσπάθησε όμως να ελέγξει την οργή του κρατώντας την άκρη της λεπίδας μόλις μερικά χιλιοστά μακριά από το λαιμό του
Γκλάιντ.
«Κανέναν απολύτως. Οι έφηβοι που νομίζουν ότι μεγάλωσαν αρκετά ώστε να παίζουν μαζί με τους ενήλικες παίρνουν αυτό
που τους αξίζει».
«Θα πρέπει να ήξερες πως είχα λίγα δικά μου χρήματα».
«Αυτό έκανε τέλειο το συνδυασμό. Γρήγορα κατάλαβα πως ήσουν ο πιο κατάλληλος για να φορτωθεί την ενοχή. Ο
στρατηγός αποκλειόταν, ο Πίτερσαμ παραήταν πλούσιος, κι όσο για τον Λούκας Έιβερι, όλοι ήξεραν ότι οι διαχειριστές του
ήταν φιλελεύθεροι σε βαθμό παραλογισμού και θα πλήρωναν αμέσως τα χρέη του. Για σένα όμως ήταν γνωστό πως έπαιρνες
μόνο ένα πενιχρό επίδομα απ’ τον παππού σου. Ποιος άλλος λοιπόν είχε περισσότερες πιθανότητες να κλέψει εκτός από
εσένα;»
«Κι αυτός ήταν ο μόνος λόγος που σπίλωσες το όνομα ενός ανθρώπου ο οποίος σου ήταν άγνωστος;»
«Υπήρχε και μια πρόσθετη ικανοποίηση, οφείλω να παραδεχτώ. Είχα ανοιχτές διαφορές με τον παππού σου. Μ’ εσένα
τακτοποιήθηκαν όλα μια χαρά».
«Και τώρα; Συνεχίζεις να τακτοποιείς τα χρέη σου με τον ίδιο τρόπο;»
«Φυσικά. Πρέπει να ζήσω. Και, αντίθετα από τη γνώμη της κοινωνίας, δεν είμαι πλούσιος άνθρωπος. Ευτυχώς υπάρχει ένα
ανεξάντλητο απόθεμα νεαρών ατόμων. Τα χρήματα που κέρδισα από εκείνο τον ανόητο, τον Ρόμπερτ Σίλβερντεϊλ, με
συντήρησαν καλά για αρκετούς μήνες».
Τα μάτια της Αμελί είχαν γουρλώσει από φρίκη. Ήταν αρκετά δυσάρεστο ότι ο αδερφός της είχε χαρτοπαίξει τόσο
απερίσκεπτα, αλλά το να ακούει πως η κατάρρευσή του είχε προσχεδιαστεί σκόπιμα απ’ αυτό τον αχρείο ήταν κάτι που τη
γέμιζε με τρόμο. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον εαυτό της. «Είσαι ένας φρικτός άνθρωπος!»
«Πράγματι. Και με ευχαριστεί ιδιαίτερα που ξέρω ότι διατηρώ προβάδισμα σ’ αυτό», καυχήθηκε ο Γκλάιντ.
«Και η μις Σίλβερντεϊλ, ήταν κι εκείνη μέρος του χρέους;» ρώτησε αγριεμένος ο Γκάρεθ κολλώντας το ξίφος και πάλι στο
λαιμό του Γκλάιντ.
«Όλοι κάνουμε τις ανοησίες μας, έτσι δεν είναι; Αυτή ήταν η μοναδική μου αποτυχία. Έπρεπε να το περιμένω ότι θα μου
έφερνε περισσότερους μπελάδες απ’ όσο άξιζε η αφεντιά της. Αλλά μόλις την είδα έβαλα σκοπό να την αποκτήσω. Η
υποθήκη στην έπαυλη της Γκρόβενορ Σκουέαρ ήταν αριστοτεχνικό χτύπημα. Είχα σκεφτεί να την κάνω γυναίκα μου κι
ύστερα να πουλήσω το σπίτι για να εξασφαλίσω τους απαραίτητους πόρους. Μα ένα κατεστραμμένο προϊόν...»
Το όπλο του νικητή τρύπησε και πάλι τη σάρκα του Γκλάιντ. «Θα πληρώσεις για κάθε στιγμή οδύνης που της προκάλεσες».
«Πολύ συγκινητικό», έκρωξε ο τραυματισμένος άντρας με φωνή αδύναμη από τον πόνο.
Ο Γκάρεθ τον αγνόησε και για πρώτη φορά γύρισε να κοιτάξει τη φοβισμένη κοπέλα η οποία στεκόταν συγκλονισμένη στη
γωνία του δωματίου. Της χαμογέλασε ενθαρρυντικά.
«Ξεκλείδωσε την πόρτα, Αμελί. Χτύπησε το κουδούνι για να έρθουν εκείνοι οι δυο παλικαράδες».
«Είσαι σίγουρος πως πρέπει; Ίσως μας ξεπερνούν σε δύναμη», του είπε, ξεπροβάλλοντας αβέβαιη από τη σκιά.
«Μη φοβάσαι. Είναι τόσο δειλοί όσο και το αφεντικό τους. Χρειάζομαι ένα φως, χαρτί και μελάνι. Αυτό εδώ το
διεστραμμένο τέρας θα γράψει μια πλήρη ομολογία, ένα μικρό ενθύμιο της σημερινής μας συνάντησης».
Ο πεσμένος άντρας ξαναβρήκε αρκετή δύναμη ώστε να γρυλίσει θυμωμένος: «Δε θα υπογράψω τίποτα. Οι άντρες μου θα σε
τελειώσουν στη στιγμή».
Όταν όμως ο Άμερ και ο Φίγκις εμφανίστηκαν στο κατώφλι και είδαν την κατάσταση του Γκλάιντ, δεν έδειξαν καμία
προθυμία να σπεύσουν σε βοήθειά του. Ο Γκάρεθ έδωσε τις εντολές του, προειδοποιώντας τους πως αν δεν τις
ακολουθούσαν θα τους σκότωνε, όπως και τον αφέντη τους.
Εκείνοι έφυγαν τρέχοντας απ’ το δωμάτιο κι ο Γκάρεθ κοίταξε από ψηλά τον ανταγωνιστή του.
«Δεν τους βλέπω να μένουν εδώ για πολύ. Μαντεύω πως θα το βάλουν στα πόδια αμέσως μόλις τους δοθεί η ευκαιρία».
Μέσα σε λίγα λεπτά οι μπράβοι είχαν επιστρέψει με ό,τι είχε απαιτήσει ο Γκάρεθ. Ο τελευταίος κινήθηκε προς την πόρτα για
να πάρει το αναμμένο κερί και χαλάρωσε στιγμιαία το σπαθί στο χέρι του. Ο Γκλάιντ το εκμεταλλεύτηκε και σηκώθηκε
παραπατώντας, έβαλε αστραπιαία το χέρι του στην τσέπη και τράβηξε ένα μικρό πιστόλι μονομαχίας. Πίσω του η Αμελί είδε
τι σκόπευε να κάνει και φώναξε δυνατά μια προειδοποίηση.
Ο Γκάρεθ γύρισε τη στιγμή που ο αντίπαλός του σήκωνε το πιστόλι και ετοιμαζόταν να πυροβολήσει. Για μια ατελείωτη
στιγμή ο Γκάρεθ έμεινε μετέωρος, ξέροντας πως δεν μπορούσε να γλιτώσει, τότε όμως το σώμα του Γκλάιντ σωριάστηκε
πάλι στο πάτωμα ενώ το όπλο εκπυρσοκρότησε προς το ταβάνι. Η Αμελί στεκόταν λαχανιασμένη από πάνω του κρατώντας
μια σπασμένη βέργα από τον πολυέλαιο.
Ο Γκάρεθ χαμογέλασε με ανακούφιση. «Σίγουρα ξέρεις πώς να ρίχνεις έναν άντρα», μουρμούρισε με χιούμορ.
«Τον σκότωσα;»
Ο Γκάρεθ ψηλάφισε το σφυγμό του Γκλάιντ. «Ευτυχώς όχι. Δε θέλουμε να πεθάνει ακόμα».
Η σκηνή έκανε τους δυο μπράβους να γυρίσουν και να φύγουν τρέχοντας. Ο Γκάρεθ έδεσε τα πόδια του Γκλάιντ με τα
κορδόνια της κουρτίνας κι ύστερα πήρε από το τραπέζι μια κανάτα νερό και το έριξε στο πρόσωπο του αναίσθητου άντρα.
Αυτός συνήλθε και βόγκησε, ενώ το χρώμα του είχε γίνει πρασινωπό.
Ο Γκάρεθ τον έσυρε μέχρι μια καρέκλα και τον έβαλε να καθίσει δίπλα στο βαρύ δρύινο τραπέζι. Βούτηξε το φτερό στο
μελανοδοχείο και το έβαλε στο χέρι του Γκλάιντ.
«Και τώρα γράψε ό,τι θα σου υπαγορεύσω».
Για μερικά λεπτά η πένα έξυνε το χαρτί, ενώ ο Γκλάιντ φαινόταν όλο και πιο αδύναμος. Μέσα της η Αμελί φοβόταν πως θα
λιποθυμούσε ή, ακόμα χειρότερα, πως θα πέθαινε πριν τελειώσει, όμως περίμενε σιωπηλή ενώ η αμείλικτη φωνή του Γκάρεθ
πρόφερε μία προς μία τις λέξεις της μακράς ομολογίας. Όταν γράφτηκε και η τελευταία λέξη και ο Γκλάιντ υπέγραψε, ο
Γκάρεθ πήρε το χαρτί και το τύλιξε προσεκτικά, πριν το κρύψει με ασφάλεια στην τσέπη του πουκαμίσου του.
«Αυτό είναι το τίμημα για τη ζωή σου», είπε δένοντας τα χέρια του εχθρού του πίσω από την πλάτη του. «Το τίμημα για τη
σιωπή μου, ωστόσο, είναι λίγο πιο ακριβό. Θα φύγεις απ’ την Αγγλία μέσα στις επόμενες πέντε μέρες. Και θα φύγεις για
πάντα. Δε θα ξαναεμφανιστείς ποτέ στην κοινωνία».
Ο Γκλάιντ αντέδρασε με οργή, αλλά τα πόδια του ήταν ακόμα δεμένα και ήταν ανήμπορος να κουνηθεί.
«Καλά θα κάνεις να συμμορφωθείς με τα λόγια μου», τον προειδοποίησε ο Γκάρεθ και χτύπησε απαλά το στήθος του. «Έχω
τα μέσα να σε εκθέσω στους γνωστούς σου».
«Κι αν δε με νοιάζει να εκτεθώ;»
«Για κάποιο λόγο νομίζω ότι σε νοιάζει. Η ζωή του περιπλανώμενου δεν είναι η πιο ικανοποιητική, μπορώ να σε
διαβεβαιώσω γι’ αυτό, ακόμα χειρότερο όμως είναι να μπεις στη μαύρη λίστα των φίλων σου. Επιπλέον σκέψου πόσες
ευκαιρίες έχεις να εξασκήσεις τα ταλέντα σου. Ο κόσμος είναι γεμάτος από άπραγους νέους!»
Άνοιξε την πόρτα και άφησε την Αμελί να βγει απ’ το δωμάτιο. Καθώς οι δυο τους έφευγαν, ο Γκλάιντ πάλευε να λυθεί.
«Θυμήσου», του είπε προειδοποιητικά, «σε πέντε μέρες θα σαλπάρεις για τις απέναντι ακτές».
Με μια τελευταία ματιά στον εχθρό του, ο Γκάρεθ ακολούθησε την Αμελί έξω στο διάδρομο και τον διέσχισαν μαζί μέχρι
την εξώπορτα.
Μόλις βρέθηκαν έξω, εκείνη γύρισε και τον κοίταξε με απορία. «Ήρθες».
«Πώς μπόρεσες να αμφιβάλλεις ότι θα ερχόμουν;»
Αντί για άλλη απάντηση του χαμογέλασε και του άπλωσε τα χέρια της, εκείνος όμως άπλωσε μόνο το ένα. Η Αμελί
αναρωτήθηκε για την επιφυλακτικότητά του, αλλά υπήρχε ένα σημαντικότερο ζήτημα που χρειαζόταν απάντηση.
«Γιατί τον άφησες ελεύθερο;» ρώτησε μπερδεμένη.
«Τι άλλο μπορούσα να κάνω; Αν ειδοποιούσα τους αστυνόμους, τότε η απαγωγή σου και η δική μου καταδίωξη θα γίνονταν
το κεντρικό θέμα συζήτησης στην πόλη για μήνες. Είναι αρκετό το σκάνδαλο που έχει ξεσπάσει, δε θέλω να σημαδευτεί
περισσότερο η ζωή σου. Τώρα ο Γκλάιντ κέρδισε την ελευθερία του αλλά δεν μπορεί να την απολαύσει, κι εσύ απαλλάχτηκες
για πάντα απ’ αυτόν».
«Αν όμως εξαφανιστεί, το δικό σου όνομα ίσως να μην αποκατασταθεί όπως πρέπει. Ο κόσμος θα συνεχίσει να έχει κακή
γνώμη για σένα».
«Έχω την ενυπόγραφη δήλωσή του, έτσι κι αλλιώς όμως δε με ενδιαφέρει καθόλου η γνώμη του κόσμου. Εσύ ξέρεις την
αλήθεια κι αυτό μου αρκεί».
Της χαμογέλασε ήρεμα και η Αμελί περίμενε ακόμα τη ζεστή αγκαλιά που λαχταρούσε απ’ τη στιγμή που άφησαν τον
Γκλάιντ στη μοίρα του. Αντί γι’ αυτό όμως ο Γκάρεθ την ανέβασε πάνω στη σέλα της Μινέρβα. «Φοβάμαι πως αυτή τη φορά
θα αναγκαστείς να μοιραστείς ένα άλογο μαζί μου!»
Η φοράδα, κατάκοπη ακόμα από την πολύωρη υπερπροσπάθεια, ξεκίνησε με ήρεμο βηματισμό για τους ίδιους δρόμους απ’
όπου είχε έρθει καλπάζοντας με ταχύτητα μόλις πριν λίγες ώρες. Αν και είχε πέσει η νύχτα και το τοπίο ήταν βυθισμένο σ’
ένα κατάμαυρο σκοτάδι, το φεγγάρι φώτιζε αρκετά καθαρά το πατημένο χώμα στο δρομάκι που οδηγούσε πίσω στον
κεντρικό δρόμο του Μπαθ.
Η Αμελί έγειρε πίσω στην αγκαλιά του σωτήρα της, εξαντλημένη πια αλλά τρισευτυχισμένη. Πάνω τους ο ξάστερος
νυχτερινός ουρανός ήταν σπαρμένος από μυριάδες ασημένια αστέρια και μονάχα μια ανάσα ανέμου έπνεε μέσα απ’ τα
φυλλώματα των δέντρων.
Πρώτη εκείνη έσπασε την απόλυτη ησυχία. «Πώς ήξερες πού να με βρεις;»
«Δεν ήξερα. Κατάλαβα πως ο Γκλάιντ ήταν εκείνος που σε είχε απαγάγει, χάρη στην περιγραφή της Φάνι, αλλά δεν είχα
κανέναν τρόπο να ξέρω με σιγουριά προς ποια κατεύθυνση σε είχε οδηγήσει. Ήταν ένα προαίσθημα. Είχα ακούσει πως η
εξοχική έπαυλή του βρισκόταν σ’ αυτά τα μέρη και μάντεψα από ένστικτο ότι εδώ θα οδηγούσε το θύμα του μόλις το έπιανε
στα νύχια του».
Η Αμελί ανατρίχιασε. «Μιλάς γι’ αυτόν σαν να ήταν ένα άγριο θηρίο».
«Τι άλλο είναι, πίσω απ’ όλη αυτή την πόζα και την επίδειξη;» τη ρώτησε βλοσυρός.
«Η Φάνι ήταν πολύ έξυπνη που αναγνώρισε έναν από τους άντρες του Γκλάιντ».
«Δέχτηκε μερικές πολύτιμες ευχαριστίες γι’ αυτό». Ο Γκάρεθ χαμογέλασε στη θύμηση. «Η γιαγιά σου έχει ένα διαβολεμένο
ταμπεραμέντο, το ξέρεις αυτό;»
Η Αμελί δεν απάντησε.
«Κατά μάνα κατά κύρη, που λένε».
«Γιατί το λες αυτό; Αυτό σκέφτηκες όταν δεν εμφανίστηκα στο ραντεβού του αββαείου; Ότι ήμουν θυμωμένη για κάποιο
λόγο και ήθελα να σε τιμωρήσω;»
«Νόμιζα πως ίσως είχες μετανιώσει για το ραντεβού».
«Μα είχαμε υποσχεθεί ο ένας στον άλλο να συναντηθούμε. Δε μου είχες εμπιστοσύνη πως θα ερχόμουν;»
«Σου είχα, φυσικά», διαμαρτυρήθηκε.
«Όχι, δε με εμπιστευόσουν!» Η Αμελί έκανε μια σκέψη. «Ούτε κι εγώ όμως σε εμπιστευόμουν».
Έπεσε μια μακριά σιωπή μεταξύ τους ώσπου η Αμελί ξαναμίλησε ήρεμα. «Κανείς από τους δυο μας δεν είναι άμεμπτος,
Γκάρεθ. Είμαστε και οι δυο ένοχοι για εξαπάτηση».
Τα χείλη του χάιδεψαν απαλά τις μεταξένιες μπούκλες της. «Έχουμε κάνει πολλά ανόητα πράγματα οι δυο μας»,
μουρμούρισε. «Μα τώρα ανήκουν στο παρελθόν. Στο εξής μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το μέλλον μας με ειλικρίνεια».
Η Αμελί φώλιασε άλλη μια φορά πάνω στη δυνατή αγκαλιά του, ενώ η Μινέρβα τους οδηγούσε με αργό και σίγουρο
βηματισμό πίσω στο Μπαθ. Είχαν μόλις περάσει από ένα κομμάτι του δρόμου όπου τα δέντρα ενώνονταν κι από τις δυο
πλευρές, σχηματίζοντας θόλο και κρύβοντας τη θέα του φεγγαριού. Ύστερα ξαφνικά τα δέντρα άνοιγαν αποκαλύπτοντας το
τοπίο, με το φεγγάρι να λαμπυρίζει σαν γυαλιστερή κορδέλα πάνω στην επιφάνεια της λίμνης η οποία φανερώθηκε μπροστά
τους. Η φοράδα άρχισε προσεκτικά να ακολουθεί το περιμετρικό μονοπάτι γύρω από την όχθη. Ο ζεστός νυχτερινός αέρας
τους τύλιγε στη βελούδινη αγκαλιά του. Όλα ήταν τόσο γαλήνια!
Καθώς όμως λαγοκοιμόταν μέσα στην αγκαλιά του Γκάρεθ, η Αμελί συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι κάτι ζεστό έσταζε στο
χέρι της. Σήκωσε τα δάχτυλά της αργά στο φεγγαρόφωτο και τα έχασε όταν τα είδε βουτηγμένα στο αίμα.
«Γκάρεθ, το μπράτσο σου!»
Σχεδόν μισολιπόθυμος, ο Γκάρεθ δεν την άκουσε.
«Γκάρεθ, ξύπνα. Αιμορραγείς πολύ. Πρέπει να σταματήσουμε. Πρέπει να δέσουμε αμέσως το μπράτσο σου».
Τράβηξε μόνη της τα χαλινάρια και το άλογο σταμάτησε. Κατέβηκε από τη σέλα και τράβηξε κι εκείνον, προσπαθώντας να
στηρίξει το βάρος του επάνω της καθώς ο Γκάρεθ γλιστρούσε στο έδαφος. Στο φως του φεγγαριού το πρόσωπό του ήταν
κάτασπρο σαν πανί, αλλά τώρα είχε ξυπνήσει και προσπάθησε να την καθησυχάσει.
«Είμαι σίγουρος πως είναι μόνο ένα επιφανειακό τραύμα».
«Επιφανειακό ή όχι, εσύ δείχνεις να αιμορραγείς μέχρι θανάτου».
«Ένα από τα ελαττώματά σου, Αμελί, είναι πως έχεις μια τάση στην υπερβολή».
«Κι ένα απ’ τα δικά σου, Γκάρεθ, είναι ότι έχεις μια τάση στην ξεροκεφαλιά».
Και μ’ αυτά τα λόγια κατέβασε το μεταξωτό μεσοφόρι της και έσκισε μια μεγάλη λωρίδα από το απαλό λευκό ύφασμά του.
Οδήγησε αργα τον Γκάρεθ προς τη λίμνη κι έβγαλε προσεκτικά το πουκάμισο από πάνω του. Το τραύμα του φαινόταν
μελανιασμένο, ήλπισε μόνο πως δε θα είχε μολυνθεί. Έπλυνε με μεγάλη φροντίδα την πληγή και την έδεσε πάλι, αυτή τη
φορά πιο σφιχτά και αποτελεσματικά απ’ ό,τι είχε καταφέρει ο Γκάρεθ να κάνει πάνω στην έξαψη της μάχης. Με κάποια
δυσκολία εκείνος ξαναφόρεσε το πουκάμισό του.
Το άλογο τους είχε ακολουθήσει ως τη λίμνη και τώρα έπινε λαίμαργα νερό. Μετά από λίγο πήραν και πάλι τα χαλινάρια της
φοράδας και την οδήγησαν πίσω στα δέντρα για να βοσκήσει ήρεμα χορτάρι.
«Θα πρέπει να ξεκουραστεί», είπε η Αμελί, «το ίδιο κι εσύ. Έλα...» Συγκέντρωσε στα γρήγορα ένα σωρό από φύλλα κι
έφτιαξε ένα αυτοσχέδιο στρώμα. «Ξάπλωσε για λίγο και προσπάθησε να κοιμηθείς».
Ο Γκάρεθ διαμαρτυρήθηκε, αλλά αδύναμα. Ήξερε πως, αν ήθελε να επιστρέψει την Αμελί σώα πίσω στην οικογένειά της,
έπρεπε να ανακτήσει πρώτα τις δυνάμεις του. Μια ολιγόωρη ξεκούραση θα ωφελούσε και τους δύο. Μέσα σε μια στιγμή είχε
αποκοιμηθεί, ενώ η Αμελί φρουρούσε στο πλάι του. Τελικά, όταν τον είδε να κοιμάται βαθιά, κουλουριάστηκε δίπλα του και
κοιμήθηκε και η ίδια, έχοντας το στήθος του προσκεφάλι και τα μαλλιά της απλωμένα στο σώμα του.
Μια απ’ αυτές τις μπούκλες ήταν που τον ξύπνησε αργότερα γαργαλώντας το πιγούνι του, με το φύσημα της αύρας. Της
έδωσε ένα απαλό φιλί για να ξυπνήσει κι εκείνη. Τα μάτια της άνοιξαν και για μια στιγμή ο φόβος την τύλιξε μόλις θυμήθηκε
το κλειδωμένο, σκοτεινό δωμάτιο της φυλακής της. Όμως το θρόισμα των φύλλων και το χάδι της αύρας στα μάγουλά της
ηρέμησε μεμιάς το χτυποκάρδι της.
Ο Γκάρεθ την κοιτούσε με τρυφερότητα. «Δεν έχω ιδέα πόση ώρα κοιμόμαστε, αγαπητό μου παιδί, όμως η γιαγιά σου θα
έχει τρελαθεί από την ανησυχία. Πρέπει να πηγαίνουμε».
Γύρισε και κοίταξε τη Μινέρβα. «Η φοράδα έχει ξεκουραστεί καλά. Θα μας γυρίσει γρήγορα στην πόλη».
Η Αμελί τεντώθηκε νωχελικά. Το μαρτύριό της είχε πάρει τέλος και ο άντρας που αγαπούσε βρισκόταν στο πλάι της. «Δε σε
ευχαρίστησα όπως έπρεπε που με έσωσες».
«Δε με ευχαρίστησες; Τι ανοησίες είναι αυτές;»
«Έβαλες τη ζωή σου σε κίνδυνο».
«Σκέψου όμως το βραβείο μου», της αντιγύρισε ανάλαφρα.
«Ήρθες να με βρεις επειδή είμαι δική σου και πάντα θα είμαι». Η φωνή της βράχνιασε από τη συγκίνηση και τα μάτια της
τον κοιτούσαν βουρκωμένα.
«Πάντα θα είσαι αυτή που αγάπησα αληθινά, Αμελί», της είπε προσεκτικά.
Ένα ρίγος φόβου την τύλιξε και η Αμελί ανακάθισε γρήγορα. «Γιατί το κάνεις να ακούγεται σαν αποχαιρετισμός;»
«Επειδή είναι, καλή μου. Μόλις φτάσουμε στο Μπαθ και ξαναβρεθείς με τη γιαγιά σου, εγώ πρέπει να συνεχίσω το δρόμο
μου. Ο Λούκας θα αναρωτιέται τι στη οργή μου συνέβη. Έχω μισοετοιμάσει τη βαλίτσα μου και είμαι έτοιμος για
αναχώρηση».
«Δεν πιστεύω να σκοπεύεις ακόμα να φύγεις από την Αγγλία», ξέσπασε εκείνη.
«Πρέπει, Αμελί».
«Δε σε καταλαβαίνω», του φώναξε με πάθος. «Γιατί πρέπει να φύγεις; Πήρες την ομολογία του Γκλάιντ. Όλα άλλαξαν».
«Τίποτα δεν έχει αλλάξει, αγάπη μου. Είμαι πάντα ο ίδιος άντρας, με το ίδιο παρελθόν. Κι αυτό το παρελθόν δεν είναι
καθόλου καλή βάση για ένα νέο ξεκίνημα. Δεν είμαι ο κατάλληλος άντρας για σένα».
«Μα απέδειξες ότι ο Γκλάιντ είναι ένας παλιάνθρωπος, οπότε τώρα μπορείς να αποκαταστήσεις το όνομά σου».
«Όσο κι αν τους δείχνω την ομολογία του Γκλάιντ, το σκάνδαλο θα με ακολουθεί πάντα όπου κι αν πάω. Σου αξίζει κάτι
καλύτερο».
«Ανοησίες». Ο πανικός στη φωνή της τον πονούσε, αλλά ήταν αποφασισμένος να κρατήσει τον όρκο του για το δικό της
καλό.
«Έτσι λειτουργεί ο κόσμος», της είπε με όση ηρεμία μπορούσε. «Και η γιαγιά σου το ξέρει καλύτερα από τον καθένα. Θα σε
συμβουλέψει σωστά».
«Εννοείς έτσι όπως με συμβούλεψε και για τον Γκλάιντ». Ο τόνος της φωνής της τώρα ήταν πικρόχολος.
«Πήρε ένα οδυνηρό μάθημα, όπως θα διαπιστώσεις κι εσύ. Θα ανυπομονεί να βρει για σένα έναν άντρα καλό κι ευγενικό,
κάποιον που δε θα μοιάζει καθόλου με τον Γκλάιντ. Ούτε και μ’ εμένα όμως. Κάποιον που το παρελθόν του δε θα τον
καταδιώκει για πάντα».
«Δε μ’ ενδιαφέρει τι κρύβει το παρελθόν σου, Γκάρεθ. Ας εμφανιστούν όποτε θέλουν τα φαντάσματά σου. Εγώ δε θέλω
άλλον άντρα, δε σκοπεύω να πάρω άλλον».
«Λόγια αγωνίστριας», της είπε σε μια θλιβερή προσπάθεια να αστειευτεί.
«Και γιατί όχι; Κι εσύ αγωνίστηκες για τη ζωή μου, τώρα όμως φαίνεσαι αποφασισμένος να με αρνηθείς. Γι’ αυτό λοιπόν
ναι, είναι λόγια αγωνίστριας».
Στο ασημένιο φως που κεντούσε το γύρω τοπίο, η έκφραση της Αμελί ήταν παθιασμένη και τα μάτια της, έχοντας χάσει τη
βελούδινη απαλότητά τους, πετούσαν σπίθες αγανάκτησης.
«Γιατί δεν μπορώ να ορίσω η ίδια το πεπρωμένο μου; Γιατί νομίζουν όλοι πως έχουν δικαίωμα να παίρνουν αποφάσεις για
λογαριασμό μου; Πρώτα ο πατέρας μου, μετά η γιαγιά μου και τώρα, το πιο παράλογο απ’ όλα, εσύ!»
Πάνω στον εκνευρισμό της απομακρύνθηκε λίγο και κάθισε αντίκρυ του, με την πλάτη περήφανα στητή και τα μαλλιά της
να ανεμίζουν στην αύρα. Είχε τυλίξει βιαστικά το σκισμένο φόρεμα γύρω της, τώρα όμως το ύφασμα γλιστρούσε από τους
ώμους της και αποκάλυπτε τη λαμπερή, μαργαριταρένια επιδερμίδα της στο φως του φεγγαριού. Ο Γκάρεθ συγκράτησε με
κόπο την αυτοκυριαρχία του μπροστά στο αστραφτερό όραμά της, αφού τόσο η καρδιά όσο και το κορμί του τον παρότρυναν
να ξεχάσει την ακλόνητη απόφασή του να φύγει από κοντά της χωρίς επιστροφή.
Έψαξε στο νου του για κάποιο επιχείρημα που θα έπειθε και τους δύο, αλλά εκείνη δε φαινόταν διατεθειμένη να ακούσει
τίποτα.
«Εγώ λοιπόν έχω πάρει μόνη την απόφασή μου», του είπε περήφανα, «και δε θα επιτρέψω σε κανέναν να την αμφισβητήσει,
ούτε καν σ’ εσένα, Γκάρεθ. Όταν σου ζήτησα να με συναντήσεις στο αββαείο ήταν επειδή ήθελα να σου πω πως θα ερχόμουν
μαζί σου, πως ήθελα να ζήσουμε μαζί για όσο καιρό με επιθυμούσες».
Η έκπληξη άλλαξε την έκφρασή του. Τον αγαπούσε άραγε τόσο πολύ που ήταν πρόθυμη να εγκαταλείψει την αρετή της
προκειμένου να βρίσκεται μαζί του;
«Και εξακολουθώ να το θέλω», του δήλωσε με αψηφισιά.
«Μα...» Το αλήτικο μέρος του εαυτού του άρχισε να ξυπνάει και πάλι. Ένιωσε τις αντιστάσεις του να καταρρέουν, η δύναμη
της αγάπης της γκρέμιζε τις τελευταίες άμυνές του.
«Δεν έχει ‘μα’, βαρέθηκα τα ‘μα’», του πέταξε. «Βαρέθηκα να κανονίζουν οι άλλοι τη ζωή μου. Με ακολούθησες ως τη
φυλακή μου, κι από δω και μπρος σκοπεύω κι εγώ να σ’ ακολουθώ όπου πηγαίνεις!»
«Τι ατίθασο πνεύμα!» Ο Γκάρεθ μάζευε τα σκόρπια μέρη του μυαλού του. «Βλέπω ότι έχεις πάρει την ιδιοσυγκρασία της
γιαγιάς σου».
«Μπορεί κάποιες φορές να αρπάζομαι μαζί σου», παραδέχτηκε, «μα μόνο όταν το αξίζεις. Θα συνεχίζεις ακόμα και τότε να
με αγαπάς;»
Αντί για άλλη απάντηση εκείνος την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Τώρα είναι η σειρά σου να ακούσεις τη δική μου απόφαση,
παθιασμένο πλάσμα», ψιθύρισε στ’ αυτί της. «Θα με ακολουθείς όπου κι αν πηγαίνω, αλλά μόνο με μια βέρα στο δάχτυλό
σου».
Η έκφρασή του για μια στιγμή σκοτείνιασε. «Αν μείνουμε στην Αγγλία, η ζωή μας δε θα είναι εύκολη. Θα αντιμετωπίζουμε
κουτσομπολιά, υπαινιγμούς, περιφρόνηση... Θα πρέπει να τα υπομείνεις όλα με αδιαφορία. Νομίζεις πως μπορείς να
αψηφήσεις τον κόσμο μαζί μου;»
«Μπορώ και θα το κάνω, αλλά θα χρειαστώ φιλιά, ατέλειωτα φιλιά». Αναστέναξε. «Ήσουν πολύ κακός μαζί μου
τελευταία».
Την τράβηξε μαζί του στο στρώμα από φύλλα και αναζήτησε τρυφερά το πρόσωπό της.
«Είσαι σίγουρη γι’ αυτό, αγαπημένη μου;»
«Δε θα μπορούσα να είμαι περισσότερο σίγουρη», του ψιθύρισε και τον χάιδεψε στο πρόσωπο καθώς εκείνος έσκυβε επάνω
της.
Τα μάτια του είχαν το πιο βαθύ μπλε και ήταν τόσο σκοτεινά και μυστηριώδη. Το βλέμμα του διαπερνούσε την ίδια την
καρδιά της. Της έδωσε ένα μεγάλο, ερωτικό φιλί και η έξαψη του στόματός του ξύπνησε μέσα της τη δίψα. Έκλεισε τα μάτια
της, απόλαυσε την αντρίκεια μυρωδιά του και άρχισε να λιώνει, να λιώνει μέσα στην αγκαλιά του σαν ζεστό μέλι. Τα δάχτυλά
της βυθίστηκαν στα μαύρα μαλλιά του και τον τράβηξε ακόμα πιο κοντά της, ενώ τα φιλιά του γίνονταν όλο και πιο
επιτακτικά, σκεπάζοντας τα μπράτσα και το λαιμό της με μια ένταση που την άφηνε ξέπνοη. Ύστερα, πιο τρυφερά, το χέρι
του έσπρωξε στο πλάι τα σκισμένα κομμάτια του κορσάζ της. Αγκαλιάζοντας τις καμπύλες του στήθους της τα έφερε στα
πρόθυμα χείλη του. Μια βαθιά, επώδυνη ηδονή διαπέρασε το κορμί της.
«Βλέπω ότι το μπράτσο σου πάει καλύτερα».
«Μην αυθαδιάζεις, μις, αλλιώς...»
«Αλλιώς;»
«Αλλιώς, ορίστε». Και με μία σβέλτη κίνηση την κύλησε στο έδαφος κάτω από το σώμα του. Αργά και σταθερά, άρχισε να
τη γδύνει και να τη φιλάει. Ο ζεστός νυχτερινός αέρας χάιδευε το γυμνό δέρμα της που έπαιρνε φωτιά κάτω από τα χείλη του.
Σιγά σιγά οι κινήσεις της ταίριαξαν με τις δικές του, ακολουθώντας το ζωηρό ρυθμό του, μέχρι που το σώμα της άρχισε να
πάλλεται. Πήρε φωτιά, ο κόσμος γύρω της χάθηκε... το απαλό χορτάρι, η γαλήνια λίμνη, ο ξάστερος ουρανός, όλα. Ο κόσμος
της ήταν μόνο αυτή η στιγμή και η Αμελί δόθηκε με όλο της το είναι.

Ούτε η Μπριέλ ούτε ο Μάιλς Σίλβερντεϊλ κατάφεραν να φάνε. Κάθονταν στις δυο άκρες του μαονένιου τραπεζιού και τα
πρόσωπά τους ήταν ωχρά από την αγωνία.
Ο Χόροκς σέρβιρε διακριτικά το λιτό γεύμα: σούπα και ορεκτικά συνοδευόμενα από σολομό, στη συνέχεια ψητό χοιρομέρι
και ελάφι, τέλος μια ποικιλία από γλυκίσματα, ζελέ και κρέμες. Κάθε πιάτο ωστόσο επέστρεφε στην κουζίνα σχεδόν άθιχτο.
Το θλιβερό γεύμα πήρε τέλος και τότε μεταφέρθηκαν στο σαλόνι, όπου βολεύτηκαν στις δυο πολυθρόνες μπροστά στο
τζάκι. Ήταν αρχές Ιουνίου, αλλά ο Χόροκς θεώρησε σκόπιμο να ανάψει μια μικρή φωτιά για να προσδώσει λίγη θαλπωρή
στην ατμόσφαιρα. Είχαν από ώρα πάψει και οι δυο να προσπαθούν να συζητήσουν ευγενικά, κι έτσι τώρα κοιτούσαν τις
φλόγες βυθισμένοι στις σκέψεις τους. Εικόνες φοβερές περνούσαν από μπροστά τους, εικόνες μιας Αμελί τρομοκρατημένης
και μόνης, στο έλεος ενός παλιανθρώπου τον οποίο είχαν ενθαρρύνει και οι δύο. Τα γέρικα μυαλά τους δεν είχαν δείξει
ανάλογη σοφία και τώρα το όμορφο κορίτσι τους πλήρωνε το τίμημα.

Γύρω στις δέκα ο Χόροκς έφερε το δίσκο με το τσάι. Συνέχισαν να κάθονται σιωπηλοί κρατώντας τα φλιτζάνια τους, ενώ
κάθε τόσο τα βλέμματά τους πήγαιναν στους δείκτες του ρολογιού που γύριζαν αργά. Μια ώρα αργότερα αντήχησε το
κουδούνι. Ο Μάιλς τινάχτηκε όρθιος από την καφέ δερμάτινη πολυθρόνα του, ενώ η Μπριέλ του έγνεψε να κάνει ησυχία και
αφουγκράστηκε. Δυο φωνές ακούστηκαν από τον κάτω όροφο, η μία ανήκε στον Χόροκς. Μήπως ο Γκάρεθ Γουέντοβερ είχε
επιστρέψει μόνος; Κάθισε αγωνιώντας στην άκρη της πολυθρόνας της, ενώ ο Μάιλς βημάτιζε πάνω κάτω μη μπορώντας να
βρει ησυχία.
Ο Χόροκς άνοιξε την πόρτα του σαλονιού και η φωνή του ακούστηκε πνιχτή από την απογοήτευση. «Ο λόρδος Λούκας
Έιβερι». Οι υπηρέτες αγρυπνούσαν κι αυτοί κάτω από τις σκάλες.
Η Μπριέλ μάζεψε το κουράγιο της για τις απαραίτητες συστάσεις. Ο επισκέπτης τους φαινόταν αμήχανος αλλά και
εξαιρετικά ανήσυχος.
«Παρακαλώ δεχτείτε τη συγνώμη μου γι’ αυτή την ενόχληση μια τόσο προχωρημένη ώρα. Μόνο η αληθινή αγωνία για το
φίλο μου θα με ανάγκαζε να φερθώ έτσι».
«Του φίλου σας;»
Μέσα στην αναστάτωσή του, τα λόγια του ξεχύνονταν ασυνάρτητα. «Βρήκα ένα σημείωμα από τον Γκάρεθ... Μένει στο
σπίτι μου, βλέπετε... αλλά δεν μπορούσα να βγάλω άκρη. Κάτι για μια εσπευσμένη αναχώρηση από το Μπαθ και πως θα
επέστρεφε για τις αποσκευές του. Σχεδίαζε να φύγει για τη Γαλλία αύριο».
Σταμάτησε να πάρει μια ανάσα κι ύστερα συνέχισε πιο αργά και με κάποια αδεξιότητα. «Στο σημείωμά του ανέφερε ότι η μις
Σίλβερντεϊλ κινδύνευε. Φυσικά δεν έχω το δικαίωμα να υπεισέλθω σ’ ένα προσωπικό οικογενειακό ζήτημα, αλλά δεν έχει
επιστρέψει εδώ και πολλές ώρες».
«Μην απολογείστε, λόρδε Έιβερι. Όπως βλέπετε, είμαστε σε παρόμοια κατάσταση, περιμένοντας απεγνωσμένα κάποια
είδηση». Η Μπριέλ κάθισε πάλι στην πολυθρόνα της. Φαινόταν πολύ κουρασμένη και πολύ ηλικιωμένη. «Είστε παραπάνω
από ευπρόσδεκτος να καθίσετε μαζί μας».
«Μα πού έχει πάει, κυρία;»
«Να βρει τον Ρούφους Γκλάιντ. Φαίνεται πως ο άνθρωπος τον οποίο εμπιστευτήκαμε είναι ένας κοινός εγκληματίας».
«Αυτό το υποψιαζόμουν πάντα, τι συνέβη όμως με την εγγονή σας;»
«Απήχθη», του απάντησε κοφτά, αλλά η φωνή της έτρεμε. Ο νεαρός έμεινε εμβρόντητος.
«Αυτό είναι φρικτό νέο. Τι μπορώ να πω; Όμως μην απελπίζεστε, λαίδη Σεν Κλαιρ. Ο Γκάρεθ είναι πολυμήχανος και
σκληραγωγημένος άντρας. Εδώ και πολλά χρόνια τα έβγαζε πέρα κάτω από δύσκολες συνθήκες. Αν κάποιος μπορεί να τη
βοηθήσει, είναι αυτός. Να είστε σίγουρη ότι θα τη φέρει πίσω σώα και αβλαβή».
«Αυτό ήλπιζα κι εγώ όταν συμφώνησα να φύγει προς αναζήτησή της, όμως έχουν περάσει πολλές ώρες από τότε. Θα
μπορέσει να βρει τον Γκλάιντ;»
«Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Ο Γκλάιντ δε θα προλάβει να ταξιδέψει σέρνοντας μαζί του μια απρόθυμη γυναίκα. Η εξοχική
κατοικία του δεν απέχει πολύ από το Μπαθ και ο Γκάρεθ ξέρει περίπου την τοποθεσία της».
Η Μπριέλ όμως δεν μπορούσε να παρηγορηθεί. «Ο Γκλάιντ δεν είναι μόνος. Η καμαριέρα της Αμελί είπε πως δυο μπράβοι
του πήραν την Αμελί και την έριξαν διά της βίας μέσα στην άμαξα. Πώς θα αναμετρηθεί με δυο τόσο βάναυσα κτήνη;»
«Επιπλέον ο σερ Ρούφους είναι εξαιρετικός ξιφομάχος», επενέβη ο λόρδος Σίλβερντεϊλ, που βημάτιζε ακόμα πάνω κάτω
στο δωμάτιο αγωνιώντας για την τύχη της κόρης του.
«Ο Γκάρεθ είναι κι αυτός πρώτος στο ξίφος. Θα αντιμετωπίσει εύκολα τον Γκλάιντ», είπε ο αφοσιωμένος φίλος του Γκάρεθ,
αλλά μέσα του ο Λούκας ένιωθε την καρδιά του σαν μολύβι. Ήξερε πολύ καλά τι πιθανότητες είχε ο φίλος του. Αν τον
έβλεπε πριν φύγει θα είχε προσφερθεί να βοηθήσει, αν και ο Γκάρεθ θα αρνιόταν τη βοήθειά του. Ο Λούκας είχε σύζυγο και
παιδιά, και η αποστολή ήταν πολύ επικίνδυνη, αν όχι σκέτη αυτοκτονία.
Πρότεινε σαστισμένος να πάει με το άλογό του μέχρι την εξοχική κατοικία του Γκλάιντ. «Θα μπορούσα να μάθω κάτι,
τουλάχιστον έτσι θα έκανα και κάτι χρήσιμο».
Η Μπριέλ κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Εκτιμώ την προσφορά σας, λόρδε Έιβερι, αμφιβάλλω όμως αν θα μαθαίνατε
πολλά. Αντίθετα, θα δίνατε λαβή για σχόλια. Ένας από τους λόγους που πείστηκα να αφήσω το φίλο σας να πάει μόνος του
ήταν επειδή ήθελα να κρατηθεί κρυφή όλη αυτή η συγκλονιστική υπόθεση, ώστε να μην προκληθεί σκάνδαλο».
Ο λόρδος Σίλβερντεϊλ παρενέβη κι εκείνος, γνέφοντας σκυθρωπός αρνητικά. «Πιστεύω πως πολύ σύντομα θα μάθουμε τι
τους συνέβη».
Τα λόγια του έσβησαν μέσα στη σιωπή καθώς και οι τρεις έμειναν βουβοί και βυθίστηκαν στις σκέψεις τους. Οι ώρες
περνούσαν. Ο Χόροκς εμφανιζόταν τακτικά για να σκαλίσει τη φωτιά ή να προσφέρει κάτι. Καθώς τα λεπτά διαδέχονταν το
ένα το άλλο, η αποστολή του Γκάρεθ φαινόταν όλο και πιο ανέλπιδη. Τις μικρές ώρες της νύχτας οι λιγοστές ελπίδες τους
χάθηκαν κι αυτές.

Το ψυχρό και γκρίζο χάραμα βρήκε τους τρεις άυπνους μπροστά στο σβηστό τζάκι, σίγουροι πια πως οποιαδήποτε είδηση
μόνο δυσάρεστη θα μπορούσε να είναι. Τότε ακούστηκε το κουδούνι. Ένας ξαφνικός ήχος, ανάκατες φωνές, βήματα που
ανέβαιναν τρέχοντας τις σκάλες, και μετά η πόρτα άνοιξε με ορμή.
Ο Γκάρεθ και η Αμελί στέκονταν στην είσοδο εξουθενωμένοι απ’ το ταξίδι, αλλά με χέρια ενωμένα και πρόσωπα φωτισμένα
από χαρά. Η Μπριέλ έτρεξε να αγκαλιάσει την εγγονή της και τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπό της.
«Είναι όλα εντάξει, γιαγιά, είμαι καλά», την καθησύχασε η Αμελί.
Χάιδεψε τα μαλλιά της Μπριέλ και τη φίλησε στα δυο της μάγουλα. Ύστερα παραμέρισε ελαφρά τη γιαγιά της και κινήθηκε
προς τον πατέρα της, ο οποίος στεκόταν μόνος σε μια άκρη. Η συγκίνησή του τον έπνιγε και έσφιξε αμίλητος την κόρη του
στην αγκαλιά του.
«Μπαμπά, γιατί είσαι εδώ;»
«Αγαπημένη μου, δόξα τω Θεώ που είσαι καλά... Θα με συγχωρήσεις ποτέ;»
«Δεν έχω τίποτα να συγχωρήσω».
«Κι όμως, έχεις. Σε πίεζα να παντρευτείς αυτό τον παλιάνθρωπο. Πρέπει να με πιστέψεις, Αμελί, δεν είχα ιδέα τι είδους
άνθρωπος είναι. Μόλις ανακάλυψα τι σατανικό παιχνίδι έπαιξε στην οικογένειά μας, ήρθα αμέσως να σε προειδοποιήσω.
Όμως έφτασα αργά, εκείνος πρόλαβε να κάνει τη ζημιά του».
«Όχι, μπαμπά, δεν πρόλαβε». Γύρισε λαμποκοπώντας προς τον εραστή της. «Κι αυτό το χρωστάω στο σωτήρα μου. Γιαγιά,
εσύ νομίζω πως γνωρίζεις ήδη τον Γκάρεθ, όμως, μπαμπά, σ’ εσένα επίτρεψέ μου να τον συστήσω. Από δω ο Γκάρεθ
Γουέντοβερ».
«Το όνομα έκανε τα φρύδια του Λούκας Έιβερι να τρεμοπαίξουν με απορία, αλλά ο Γκάρεθ του έγνεψε να σωπάσει.
«Δε νομίζω να έχουμε ξανασυναντηθεί», είπε ο Μάιλς, «όμως έχετε την πιο ειλικρινή ευγνωμοσύνη μου γι’ αυτό που κάνατε
απόψε. Πώς θα μπορούσα να σας το ξεπληρώσω;»
«Θέλω να παντρευτώ την κόρη σας, λόρδε Σίλβερντεϊλ. Αν δώσετε τη συγκατάθεσή σας, αυτή θα είναι μια γενναία πληρωμή
για μένα».
Ο Μάιλς Σίλβερντεϊλ σάστισε. «Μα αυτό θα χρειαστεί κάποια συζήτηση, νεαρέ», άρχισε να τραυλίζει.
«Ο πατέρας της εννοεί πως θα χαρεί πάρα πολύ αν η κόρη του παντρευτεί έναν άντρα με τέτοιο θάρρος και ηθικές αρχές»,
μπήκε στη μέση η Μπριέλ ρίχνοντας στον Μάιλς μια από τις φαρμακερές ματιές της.
«Αυτό επιθυμείς, Αμελί;» ρώτησε την κόρη του ήρεμα.
«Περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο, μπαμπά».
«Μα είχα τόσες φιλοδοξίες για σένα, κόρη μου. Ο κύριος Γουέντοβερ είναι προφανώς ένας έντιμος άντρας ο οποίος αξίζει
την εκτίμησή μας. Δε θέλω να νομίζεις πως είμαι αγνώμων για όσα του οφείλω, ο γάμος ωστόσο είναι άλλο ζήτημα. Είμαι
βέβαιος ότι θα συμφωνούσε κι εκείνος μαζί μου πως μπορείς να διαλέξεις σύζυγο από την υψηλή κοινωνία».
Άλλη μια φορά η Μπριέλ διέκοψε το γαμπρό της. «Μάιλς, ήδη έχουμε αναστατώσει φρικτά τη ζωή της Αμελί εμείς οι δύο.
Δε νομίζεις ότι η ίδια ξέρει καλύτερα τι θέλει;»
«Ναι, μπαμπά, το ξέρω», δήλωσε σταθερά η Αμελί. «Θα παντρευτώ τον Γκάρεθ και ελπίζω να είσαι χαρούμενος για μένα.
Αλλά θα τον παντρευτώ ακόμα κι αν δεν είσαι χαρούμενος. Είναι ο μοναδικός άντρας που θα επιθυμήσω ποτέ και σκοπεύω
να μοιραστώ την υπόλοιπη ζωή μου μαζί του».
Κοίταξε γύρω της με πονηριά. «Θα τα πάω περίφημα σαν περιπλανώμενη, είμαι σίγουρη!»
«Δε θα χρειαστεί κάτι τέτοιο», έσπευσε να επέμβει ο πατέρας της. «Ο κύριος Γουέντοβερ ίσως να μην είναι ο σύζυγος που
είχα κατά νου, αλλά είναι ακέραιος άντρας, κι αφού τον επιλέγεις, σου δίνω μετά χαράς τις ευλογίες μου. Όχι όμως για μια
ζωή περιπλάνησης. Είμαι σίγουρος ότι εμείς οι δύο...» είπε κοιτώντας προς την Μπριέλ «... μπορούμε να βάλουμε αυτόν το
νεαρό σε κάποια αξιοπρεπή δουλειά και να σας δώσουμε ένα σπίτι για να ζήσετε».
Η Μπριέλ έγνεψε ζωηρά. «Μα φυσικά, κύριε Γουέντοβερ, δε θα χρειαστεί πια να συνεχίσετε την προηγούμενη ζωή σας». Ο
Γκάρεθ χαμογέλασε στη σκέψη του εσωτερικού ρίγους που θα πρέπει να είχε καταπνίξει η λαίδη Σεν Κλαιρ.
Η παρουσία του Λούκας Έιβερι είχε ξεχαστεί, όμως ο Λούκας τους κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα σαν να μην πίστευε στ’
αυτιά του. Κι ύστερα άρχισε να γελάει με την καρδιά του, τόσο που το τρανταχτό γέλιο του αντηχούσε εκκωφαντικό στο
χώρο. Οι άλλοι τον κοιτούσαν έκπληκτοι. Σταδιακά η ιλαρότητά του υποχώρησε και έβγαλε από την τσέπη του ένα μαντίλι
για να σκουπίσει τα μάτια του.
«Λυπάμαι πολύ. Συγχωρήστε την ευθυμία μου. Αλλά όταν σας άκουσα να αναζητάτε μια δουλειά για τον Γκάρεθ...!»
Είχε όλη την προσοχή τους. «Θα πρέπει να ξέρετε πως ο Γκάρεθ έχει ήδη ένα επάγγελμα. Να σας συστήσω τον κόμη του
Ντένβιλ».
Ο λόρδος Σίλβερντεϊλ και η Μπριέλ κοιτάχτηκαν στην αρχή εμβρόντητοι, ύστερα τα πρόσωπά τους πλημμύρισαν από
αγαλλίαση.
«Μα γιατί ταξιδεύετε κατ’ αυτό τον τρόπο;» ρώτησε ο Μάιλς απορημένος.
Αναγκάστηκε να τους διηγηθεί απ’ την αρχή την ιστορία για την εγκληματική δράση του Γκλάιντ και να τους δώσει να
διαβάσουν την ενυπόγραφη ομολογία του.
Ο λόρδος Σίλβερντεϊλ τη διάβασε ξανά και ξανά, κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι του και μουρμουρίζοντας κάθε τόσο
ακατάληπτα. Τέλος σήκωσε το βλέμμα από το χαρτί και μίλησε με αποφασιστικότητα.
«Ο Γκλάιντ έχει ήδη ατιμαστεί και θα φροντίσω να μάθουν όλοι την ομολογία του. Εσείς μπορεί να του υποσχεθήκατε τη
σιωπή σας, αλλά εγώ δεν του υποσχέθηκα τίποτα. Αν έχω κάποια επιρροή, η ιστορία της αχρειότητάς του θα γίνει σύντομα
γνωστή σε κάθε μέλος της υψηλής κοινωνίας».
Άπλωσε το χέρι στο μελλοντικό γαμπρό του και έσφιξε την παλάμη του Γκάρεθ. «Είναι ξεκάθαρο ότι εσείς υποφέρατε πολύ
περισσότερα απ’ αυτόν το διάβολο. Κανείς δε θα ήταν πιο άξιος για την όμορφη κόρη μου».
«Η όμορφη κόρη σου έχει κάτι να πει», τον διέκοψε με ένταση η Αμελί. Μέχρι αυτή τη στιγμή είχε κρατήσει το στόμα της
κλειστό, τώρα όμως στράφηκε εξαγριωμένη προς τον Γκάρεθ.
«Πότε σκόπευες να μου πεις ποιος ήσουν;»
Η Μπριέλ, βλέποντας την αγανάκτηση που φούντωνε το όμορφο πρόσωπο της εγγονής της, επενέβη. «Είναι καιρός για
όλους μας να ξεκουραστούμε λίγο», είπε ζωηρά και προχώρησε προς την πόρτα με εκπληκτική ταχύτητα. Την επόμενη
στιγμή είχε καταφέρει να οδηγήσει και τους άλλους δύο άντρες έξω από το δωμάτιο.
Μόλις έκλεισε πίσω τους η πόρτα, η Αμελί επανέλαβε την ερώτησή της, αυτή τη φορά σε ακόμα πιο αυταρχικό τόνο.
«Λοιπόν, θα μου έλεγες ποτέ ποιος ήσουν στ’ αλήθεια; Ή μήπως σου διέφυγε ότι μόλις κληρονόμησες έναν τίτλο;»
«Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, πράγματι μου διέφυγε. Τουλάχιστον αυτές τις τελευταίες εβδομάδες».
Τα γαλάζια μάτια του άστραφταν από αγάπη. Η Αμελί λαχταρούσε να τον αγκαλιάσει και πάλι, αλλά αντιστάθηκε σθεναρά
στη γοητεία του.
«Πώς μπόρεσες να το ξεχάσεις; Δεν είναι δυνατόν. Ορκίστηκες πως δε θα υπήρχαν άλλα μυστικά μεταξύ μας, όμως το
μεγαλύτερο παρέμενε ανομολόγητο. Πώς θα μπορέσω ποτέ να σε πιστέψω αληθινά;»
«Αμελί, αγάπη μου, πρέπει να με πιστέψεις ότι είχα απωθήσει τον τίτλο μου σαν κόμη του Ντένβιλ από το μυαλό μου. Εσύ
με γνώρισες σαν Γκάρεθ Γουέντοβερ και σαν τέτοιος σε αγάπησα. Ο κόμης του Ντένβιλ είναι τόσο ξένος σ’ εμένα όσο είναι
και σ’ εσένα. Θα πρέπει να τον γνωρίσουμε και οι δύο».
Για μια στιγμή η Αμελί έμεινε σιωπηλή, τα μάτια της έψαχναν με ένταση το πρόσωπό του, ώσπου πίστεψε πως της έλεγε την
αλήθεια. Και τότε ο θυμός της έσβησε. Ναι, αυτή ήταν η τελευταία απάτη του αλλά και το πρώτο λιθάρι που έβαζαν στη
γέφυρα της μεταξύ τους εμπιστοσύνης.
Ήταν δίπλα της και την κοιτούσε στα μάτια, συνεπαίρνοντάς την μέσα σ’ ένα σύννεφο ευτυχίας. Η Αμελί ένιωσε μια τρελή,
συγκλονιστική χαρά να την κυριεύει. Τα μπράτσα του τυλίχτηκαν γύρω της, τα χείλη του πλησίασαν τα δικά της.
«Σ’ αγαπώ, Αμελί Σίλβερντεϊλ», της ψιθύρισε.
«Κι εγώ σ’ αγαπώ, Γκάρεθ Γουέντοβερ», του απάντησε.
Περιεχόμενα
Κεφάλαιο 1
Κεφάλαιο 2
Κεφάλαιο 3
Κεφάλαιο 4
Κεφάλαιο 5
Κεφάλαιο 6
Κεφάλαιο 7
Κεφάλαιο 8
Κεφάλαιο 9
Κεφάλαιο 10
Κεφάλαιο 11
Κεφάλαιο 12