Vous êtes sur la page 1sur 268

Δεν τον θυμόταν καθόλου...

Η Ιζαμπέλα, η σύζυγος που ο σεΐχης Άνταν θεωρούσε νεκρή,


είχε μόλις επιστρέψει στη ζωή του -την παραμονή του γάμου
του με μια άλλη γυναίκα...

Τώρα ο Άνταν θα στεφόταν βασιλιάς και η Ιζαμπέλα θα


γινόταν η βασίλισσά του. Αλλά αυτή η γυναίκα που θα
μοιραζόταν το θρόνο. και το κρεβάτι του δεν ήταν πια το
υπάκουο, αθώο κορίτσι που ήξερε κάποτε. Ήταν μια καλλονή
με δική της προσωπικότητα, κί έναν αισθησιασμό που έκανε
το αίμα του να κυλάει καυτό στις φλέβες του. Και δε θυμόταν
καν ότι είχε ποτέ υπάρξει σύζυγος του Άνταν...

Η άγνωστη της ερήμου


LYNN RAYE HARRIS
Μετάφραση: Μαίρη Κορινθίου

ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ

ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε.
Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438,210 3629
723 www.arlekin.gr

Τίτλος πρωτοτύπου: Strangers in the Desert © Lynn Raye


Harris 2011. All rights reserved.

© 2012 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την


ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN
ENTERPRISES II B.V. / S.a.r.l.

ISSN 1106-613X

Μετάφραση: Μαίρη Κορινθίου Επιμέλεια: Μιχάλης


Χατζηκυριάκος Διόρθωση: Ρήγας Καραλής

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του


βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε
οπτικοακουσπκό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του
εκδότη.

ΧΡΥΣΑ ΑΡΛΕΚΙΝ Special - ΤΕΥΧΟΣ 269 Τυπώθηκε και


βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα.

Made and printed in Greece.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
«...Την πιθανότητα να είναι ακόμα ζωντανή».

Ο Άνταν ύψωσε το βλέμμα από τα χαρτιά που του είχε δώσει


ο γραμματέας του. Με δυσκολία μπορούσε να κρατήσει
την προσοχή του σ’ αυτά που του έλεγε ο αξιωματούχος
που στεκόταν στην πόρτα. Μετά το θάνατο του θείου του,
πριν μια βδομάδα, υπήρχαν τόσα πολλά που έπρεπε να
γίνουν για τη δική του ενθρόνιση, ώστε συχνά έκανε
ταυτόχρονα περισσότερα πράγματα απ’ όσα μπορούσε.

«Μπορείς να το επαναλάβεις αυτό;» είπε και ένιωσε


ολόκληρο το νευρικό του σύστημα να αντιδρά αυτόματα.

Ο αξιωματούχος σχεδόν άρχισε να τρέμει όταν το βλέμμα του


Άνταν καρφώθηκε πάνω του. Χαμήλωσε το κεφάλι
και συνέχισε να μιλά κοιτάζοντας το δάπεδο.

«Συγχωρείστε με, Εξοχότατε. Σας έλεγα ότι, ενόψει των


ετοιμασιών για το γάμο σας με τη Γιασμίν Σαντί, πρέπει
να ερευνήσουμε όλες τις αναφορές που φτάνουν σ’ εμάς
σχετικά με την εκλιπούσα σύζυγό σας, από τη στιγμή που το
σώμα της δεν έχει ακόμα βρεθεί».

«Δε βρέθηκε επειδή χάθηκε στην έρημο, Χακίμ», είπε ο


Άνταν, προσπαθώντας να κρατήσει τον τόνο της φωνής του
ήρεμο. Παρ’ όλα αυτά, η καρδιά του σφίχτηκε. «Η Ιζαμπέλα
έχει θαφτεί κάτω από έναν ωκεανό άμμου», πρόσθεσε.
Όπως πάντα, σκέφτηκε το γιο του και ένιωσε ένα τσίμπημα
θλίψης. Μπορεί ο ίδιος να είχε χάσει τη γυναίκα του, αλλά
αυτό που τον πονούσε περισσότερο ήταν ότι ο Ραφίκ είχε
χάσει τη μητέρα του. Ο γάμος του με την Ιζαμπέλα είχε γίνει
από συνοικέσιο, όχι από έρωτα. Κι ενώ ήξερε ότι η Ιζαμπέλα
τον

είχε αποδεχτεί, η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε κατορθώσει να


της εμπνεύσει κανένα συναρπαστικό συναίσθημα.

Η Ιζαμπέλα Μόρο ήταν μια όμορφη γυναίκα, αλλά περνούσε


απαρατήρητη σε οποιονδήποτε άλλο τομέα. Ήσυχη,
ευγενική και καλά εκπαιδευμένη ν’ ανταποκρίνεται στα
κοινωνικά καθήκοντα, ήταν η ενδεδειγμένη σύζυγος για
εκείνον. Και μολονότι, τότε, ο Άνταν δεν ήταν διάδοχος του
θρόνου, δεν είχε αμφιβολία πως θα γινόταν μια καλή κι
αγαπητή βασίλισσα.

Μια όμορφη, συνεσταλμένη βασίλισσα.

Η συστολή δεν ήταν δική της επιλογή. Αν και μισή


Αμερικανίδα, από την πλευρά της μητέρας της, είχε πάρει
από τον πατέρα της την παραδοσιακή ανατροφή του
Τζαφαράν. Ο Άνταν δε θα ξεχνούσε ποτέ πως όταν τη
γνώρισε, λίγο πριν το γάμο τους, την είχε ρωτήσει τι ήθελε
από τη ζωή. Η Ιζαμπέλα του είχε απαντήσει πως ήθελε ό,τι
ήθελε κι αυτός.
«Υπάρχει μια αναφορά που λέει πως κάποιος την είδε,
Εξοχότατε».

Ο Άνταν έσφιξε το στυλό με το οποίο υπέγραφε τα έγγραφα


και ακούμπησε το άλλο του χέρι πάνω στην επιφάνεια
του γραφείου. Ήθελε να κρατηθεί από κάπου γερά. Ήθελε
κάτι να του υπενθυμίσει ότι δε ζούσε έναν εφιάλτη. Για να
μπορεί ν’ ανέβει στο θρόνο, έπρεπε να έχει σύζυγο. Αυτή η
σύζυγος θα ήταν η Γιασμίν Σαντί, την οποία θα παντρευόταν
σε δύο εβδομάδες. Δεν υπήρχε χώρος στη ζωή του για
φαντάσματα.

« Την είδε, Χακίμ;»

Ο Χακίμ ξερόβηξε και στη σκούρα επιδερμίδα του


λαμπύρισαν σταγόνες ιδρώτα, παρ’ ότι το ανάκτορο είχε
εκσυγχρονιστεί πριν από χρόνια και τα κλιματιστικά δούλευαν
μια χαρά.

«Ο Σαρίφ Αλ Ομάρ, ανταγωνιστής του Χασάν Μάρο,


επέστρεψε πρόσφατα από ένα ταξίδι του στο νησί Μάουι, στη
Χαβάη. Λέει ότι υπάρχει μια τραγουδίστρια σε ένα μπαρ,
η οποία λέγεται Μπέλα Τάιλερ και μοιάζει εκπληκτικά στην
εκλι-πούσα σύζυγό σας, Εξοχότατε».

«Τραγουδίστρια; Σε μπαρ;»

Ο Άνταν κάρφωσε το βλέμμα του στον αξιωματούχο για ε'να


ολόκληρο λεπτό και μετά ξέσπασε σε γέλια. Η Ιζαμπέλα
είχε κατορθώσει να επιζήσει στην έρημο και τώρα
τραγουδούσε σε κάποιο μπαρ ενός νησιού της Χαβάης;
Αδύνατον. Κανείς δεν επιβίωνε στην καυτή έρημο του
Τζαφαράν αν δεν ήταν καλά προετοιμασμένος κι
εξοπλισμένος.

Και η Ιζαμπέλα δεν ήταν. Περιπλανιόταν μόνη στην έρημο


όλη νύχτα. Την επόμενη μέρα, μια αμμοθύελλα είχε
σβήσει κάθε ίχνος της και μάταια την είχαν αναζητήσει για
βδομάδες ολόκληρες.

«Εγώ λέω ότι πρέπει ένας γιατρός να δει τον Αλ Ομάρ,


Χακίμ. Προφανώς, ο ήλιος της Χαβάης τον χτύπησε πιο
δυνατά από τον ήλιο του Τζαφαράν».

«Τη φωτογράφισε, Εξοχότατε».

Ο Άνταν έμεινε ακίνητος. «Έχεις αυτή τη φωτογραφία;»

«Μάλιστα, Εξοχότατε».

Ο Χακίμ έτεινε το χέρι του που κρατούσε ένα ντοσιέ. Ο


Μαχμούτ, ο γραμματέας, πήρε το ντοσιέ και το άφησε
πάνω στο γραφείο, μπροστά στον Άνταν. Εκείνος δίστασε για
μια στιγμή και μετά το άνοιξε. Κοίταξε μια φωτογραφία που
είχε τραβηχτεί από απόσταση και ήταν κάπως θολή. Δεν
μπορεί να ήταν η Ιζαμπέλα, αλλά...
«Ακύρωσε όλες τις συναντήσεις που έχω για τις επόμενες
τρεις μέρες», είπε μετά. «Και ειδοποίησε να ετοιμάσουν
το αεροπλάνο μου».

***

Το μπαρ ήταν γεμάτο κόσμο εκείνο το βράδυ. Τουρίστες και


ντόπιοι πλημμύριζαν το χώρο μέσα και ξεχύνονταν ως
την παραλία. Ο ήλιος είχε μόλις αρχίσει να χαμηλώνει στον
ορίζοντα κι ο ουρανός να παίρνει χρυσαφιές ανταύγειες, όταν
η Ιζαμπέλα βγήκε στη σκηνή και πλησίασε το μικρόφωνο.

Όταν είχε έρθει για πρώτη φορά στο νησί, της είχε κάνει
εντύπωση η ταχύτητα με την οποία έδυε ο ήλιος. Τότε
ο ουρανός βαφόταν κόκκινος και τα σύννεφα που
ταξίδευαν πάνω από τον ωκεανό γίνονταν πορτοκαλιά και
μοβ από τις τελευταίες ακτίνες του.

Ήταν μια πανέμορφη εικόνα που έκανε την καρδιά της να


πονά και να γεμίζει αγαλλίαση ταυτόχρονα. Η
μελαγχολική διάθεση ήταν μόνιμος σύντροφός της, αν και
δεν ήξερε την πηγή της. Συχνά, η Ιζαμπέλα αισθανόταν σαν
να της έλειπε ένα κομμάτι, χωρίς να ξέρει ποιο ακριβώς ήταν
αυτό.

Το τραγούδι τής γέμιζε κάπως αυτό το κενό.


Κοίταξε τον κόσμο που είχε μαζευτεί. Τηνπερίμεναν. Γι’ αυτή
είχαν πάει εκεί. Έκλεισε τα μάτια της κι άρχισε να
τραγουδάει. Αμέσως, χάθηκε μέσα στο ρυθμό και τη μουσική.
Στη σκηνή γινόταν η Μπέλα Τάιλερ και η Μπέλα είχε τον
απόλυτο έλεγχο του εαυτού της και της ζωής της.

Σε αντίθεση με την Ιζαμπέλα Μάρο.

Πέρασε από ένα τραγούδι στο άλλο με τη φωνή της να ντύνει


τους στίχους μαγευτικά. Τα δυνατά φώτα έβγαζαν μια
αφόρητη ζέστη, αλλά η Ιζαμπέλα ήταν συνηθισμένη σ’ αυτή.
Φορούσε μπικίνι κι ένα σαρόνγκ για να είναι στο πνεύμα του
νησιού. Τα μάτια της ήταν έντονα βαμμένα για τις ανάγκες
τής σκηνής και στο λαιμό της φορούσε ένα κολιέ από λευκά
κοχύλια. Ένα ίδιο βραχιόλι στόλιζε τον ένα της αστράγαλο.

Τα μαλλιά της είχαν μακρύνει και δεν τα μάζευε πια σε


χαμηλό κότσο στον αυχένα της, όπως συνήθιζε παλιά. Ήταν
πιο βαριά, πιο ξανθά και άγρια από τον ήλιο και το αλάτι
της θάλασσας. Ο πατέρας της θα τρελαινόταν αν την έβλεπε
έτσι, όχι μόνο για τα μαλλιά αλλά και για το ντύσιμο.
Χαμογέλασε, αναλογιζόμενη την αντίδρασή του. Ένα άντρας
μπροστά τής ανταπέδωσε το χαμόγελο, παρεξηγώντας το.
Δεν ενοχλήθηκε. Ήταν μέρος της παράστασης, κομμάτι της
προσωπικότητας της Μπέλα Τάιλερ.

Μόνο που δεν μπορούσε να πάει σπίτι μ’ αυτό τον άντρα. Με


κανέναν άντρα. Δεν ήταν σωστό. Δεν το είχε νιώσει
ποτέ σωστό από τότε που βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τώρα ήταν ελεύθερη, ελεύθερη από τις προσδοκίες και τις
παλιομοδίτικες αρχές με τις οποίες την είχε μεγαλώσει ο
πατέρας της. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να διώξει από
μέσα της την αίσθηση ότι έπρεπε να περιμένει κάποιον.

«Κυρίες και κύριοι, η Μπέλα Τάιλερ», ανακοίνωσε ο κιθαρί-


στας όταν ολοκλήρωσε και το τελευταίο τραγούδι της. Το
κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα.

«Μαχάλο», απάντησε η Ιζαμπέλα, στερεώνοντας μια τούφα


μαλλιών πίσω από τ’ αυτί της. «Τώρα θα κάνουμε ένα
μικρό διάλειμμα δεκαπέντε λεπτών».

Κατεβαίνοντας από την πίστα, πήρε το ποτήρι με το νερό που


της έδωσε ο Γκραντ, ο μάνατζερ του κλαμπ και προχώρησε
στο βάθος να ξεκουραστεί για λίγα λεπτά. Το δωμάτιο
που πήγε δε θα μπορούσε να το αποκαλέσει κανείς καμαρίνι
κι όμως εκεί είχε στριμώξει όλα της τα πράγματα. Σωριάστηκε
σε μια καρέκλα κι ανέβασε τα ξυπόλυτα πόδια της πάνω σε
ένα μπαούλο από μπαμπού που εκτελούσε χρέη τραπεζιού.

Από τους λεπτούς τοίχους περνούσαν τα γέλια και οι φωνές


από την παραλία. Τα μέλη τής ορχήστρας θα πήγαιναν εκεί
σε λίγο, αν βέβαια δεν προτιμούσαν να καπνίσουν ένα
τσιγάρο έξω. Έγειρε το κεφάλι πίσω κι ακούμπησε το
παγωμένο ποτήρι στο λαιμό της. Το κρύο τής δημιούργησε
ένα ευπρόσδεκτο σοκ, ενώ σταγόνες υγρασίας κατρακύλησαν
στο στήθος της.

Είχαν περάσει λίγα λεπτά όταν άκουσε κίνηση στο διάδρομο


και κατάλαβε πως κάποιος σταμάτησε έξω από την
πόρτα της. Επειδή ο χώρος ήταν μικρός μπορούσε να νιώσει
πως δεν ήταν πλέον μόνη. Ο κόσμος, όμως, πήγαινε κι
ερχόταν συνέχεια στο Κα Νουί, έτσι δεν μπήκε στον κόπο ν’
ανοίξει τα μάτια της για να δει ποιος είναι.

Όμως, δεν ήταν κάποια από τις σερβιτόρες ή ένα μέλος της
ορχήστρας, αλλά κάποιος άλλος που είχε σταθεί ακίνητος
από τη στιγμή που εκείνη ένιωσε την παρουσία του.

Αλλά ήταν πράγματι κάποιος εκεί ή το φανταζόταν;

Η Ιζαμπέλα άνοιξε απότομα τα μάτια της.

Στην πόρτα στεκόταν ένας άντρας — μια παρουσία σκοτεινή


κι επιβλητική. Ο πανικός τής έφραξε το λαιμό, δεν
μπορούσε ούτε να μιλήσει ούτε να φωνάξει. Το πρώτο
πράγμα που είδε ήταν η σωματική του διάπλαση. Ψηλός και
γεροδεμένος, έφραζε το άνοιγμα της εισόδου με το σώμα του.
'Υστερα άρχισε να ξεχωρίζει τα χαρακτηριστικά του.

Ένα ρίγος τη διαπέρασε συνειδητοποιώντας πως ήταν ένας


άντρας από το Τζαφαράν. Σκούρα μαλλιά, διαπεραστικά
σκούρα μάτια και μια επιδερμίδα σκληραγωγημένη από τον
ήλιο της ερήμου. Αν και φορούσε μπλε πουκάμισο και σπορ
παντελόνι, αντί για ντισντάσα, είχε στο πρόσωπό του την
έκφραση της

ερήμου, τη γερακίσια ένταση του ανθρώπου που ζει στα όρια


του πολιτισμού. Χωρίς να ξέρει το λόγο, ο φόβος κύλησε
στις φλέβες της παραλύοντας τα μέλη της.

«Πες μου γιατί», είπε ο άντρας βραχνά.

Η Ιζαμπέλα ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της. «Γιατί;»


επανέλαβε, καταφέρνοντας να σηκωθεί όρθια.

Ήταν τόσο ψηλός, που αναγκάστηκε να ανασηκώσει το


κεφάλι της για να τον κοιτάξει. Η καρδιά της χτύπησε
δυνατά, όταν συνειδητοποίησε πως ο άντρας ήταν πολύ
θυμωμένος.

θυμωμένος μ* εκείνη.

Το βλέμμα του γλίστρησε πάνω στο σώμα της κι όταν τα


μάτια του συνάντησαν τα δικά της γυάλιζαν από
απέχθεια. «Ρίξε μια ματιά πάνω σου. Σαν πόρνη είσαι», της
είπε.

Ο φόβος που έσφιγγε το στομάχι της άρχισε να μετατρέπε-ται


σε θυμό. Ήταν η αναμενόμενη συμπεριφορά ενός ανθρώπου
της ερήμου. Πίστευε πως είχε το δικαίωμα να την κατακρίνει
επειδή ήταν γυναίκα κι επειδή ο ίδιος δε συμφωνούσε με τις
επιλογές της.

Η Ιζαμπέλα ανασυγκροτήθηκε. Πρότεινε το πιγούνι, έφερε τα


χέρια στους γοφούς της και τον κοίταξε από πάνω
μέχρι κάτω, όπως είχε κάνει κι αυτός. Τολμηρή κίνηση, αλλά
δεν την ένοιαζε. Δε χρωστούσε τίποτα σ’ αυτό τον άντρα.

«Δεν ξέρω ποιος νομίζεις ότι είσαι, αλλά θα προτιμούσα να


ξεκουμπιστείς από το καμαρίνι μου και να κρατήσεις τη
γνώμη σου για τον εαυτό σου».

Η έκφρασή του άντρα έγινε θανατηφόρα παγερή. «Μην


παίζεις μαζί μου, Ιζαμπέλα».

Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω, ενώ ο σφυγμός της


παραφρόνησε. Ο άντρας την είχε αποκαλέσει με το
πραγματικό της όνομα κι αυτό την άφησε κατάπληκτη —αν
και ίσως δεν έπρεπε. Μάλλον γνώριζε τον πατέρα της και θα
είχε συναντήσει κι εκείνη σε κάποια επαγγελματική
εκδήλωση, σε ένα πάρτι, ένα δείπνο...

Όμως όχι. Δεν τον αναγνώριζε. Αν τον είχε ξαναδεί, σίγουρα


θα τον θυμόταν. Ήταν τόσο εντυπωσιακός, τόσο
επιβλητικός και τόσο... Εγωκεντρικός. Αδύνατον να τον
αγνοήσει κανείς.
«Γιατί να παίζω μαζί σου; Αφού δε σε γνωρίζω καν!»

Τα μάτια του στένεψαν. «Θέλω να μάθω πώς βρέθηκες εδώ


και θα το μάθω τώρα αμέσως».

Η Ιζαμπέλα κράτησε την ψυχραιμία της. Πώς τολμούσε να τη


ρωτά, σαν να είχε το δικαίωμα να το κάνει; «Έξυπνος
μου φαίνεσαι. Βρες το μόνος σου», του πέταξε.

Ο άντρας έκανε ένα βήμα μέσα στο δωμάτιο και το δωμάτιο


συρρικνώθηκε. Η παρουσία του δέσποζε στο χώρο. Και
πάνω σ’ εκείνη.

Ήθελε να κάνει πίσω, αλλά δεν είχε πού να πάει. Και δεν
ήθελε να φανεί δειλή μπροστά του. Ξαφνικά, ήταν πολύ
σημαντικό να μην του δείξει ότι είχε πτοηθεί.

«Δεν το έκανες μόνη σου αυτό», συνέχισε εκείνος. «Ποιος σε


βοήθησε;»

Η Ιζαμπέλα ξεροκατάπιε. «Εγώ...»

«Όλα εντάξει εδώ, Μπέλα;»

Το βλέμμα της πήγε πίσω από τον ξένο, στον Γκραντ, που
στάθηκε στην πόρτα με τις γροθιές σφιγμένες στα πλευρά
του. Ο άγνωστος άντρας στράφηκε. Η έκφραση του Γκραντ
ήταν σκοτεινή και δυσοίωνη και τα μπλε του μάτια απόλυτα
σοβαρά καθώς προσπάθησαν να καρφωθούν πάνω του.

Η Ιζαμπέλα ήθελε να του πει ότι δε θα κατάφερνε τίποτα. Ο


άντρας κοίταξε επίμονα τον Γκραντ χωρίς ν’ αλλάξει το
παραμικρό στην έκφρασή του. Το τελευταίο πράγμα που
ήθελε εκείνη ήταν να γίνει καβγάς στο καμαρίνι της, επειδή
ήξερε πως ο χαμένος θα ήταν ο Γκραντ. Ο άγνωστος είχε
κάτι σκληρό και άγριο πάνω του, κάτι αδάμαστο κι ανελέητο.

«Εντάξει είμαι, Γκραντ. Ο... κύριος μόλις έφευγε».

«Καθόλου», απάντησε ο ξένος με άψογα αγγλικά.

Η προφορά του δήλωνε ότι ανήκε σε αριστοκρατική


οικογένεια, από κείνες που έστελναν τους γιους τους στην
Αγγλία για να μορφωθούν.

«Νομίζω ότι πρέπει να φύγεις», του είπε ο Γκραντ. «Η Μπέλα


χρειάζεται ξεκούραση πριν ξαναγυρίσει στη σκηνή».

«Πράγματι». Ο άγνωστος γύρισε ξανά σ’ εκείνη, τυλίγοντάς


τη με το έντονο σαν λέιζερ βλέμμα του. «Δυστυχώς, όμως,
δεν πρόκειται να γυρίσει στη σκηνή. Θα έρθει μαζί μου».

Η οργή ξεχείλισε μέσα της. «Δεν πρόκειται να...»

Ο άντρας έττιασε με το ατσάλινο χέρι του το μπράτσο της.


Δυνατά, αυταρχικά.
Το σοκ έκανε την Ιζαμπέλα να πετρώσει, ενώ ένα ρίγος
διέτρεξε την επιδερμίδα της σ’ αυτή την επαφή.

Όχι από αντίδραση. Όχι από φόβο.

Από την αίσθηση του γνώριμου, από την αίσθηση της


φλόγας και του πόθου μέσα σε μια θλίψη τόσο βαθιά και
δυνατή, που την έκανε να θέλει να κλάψει.

«Ε!» είπε ο Γκραντ. «Άφησέ την!»

Η Ιζαμπέλα κοίταξε τον άγνωστο μπερδεμένη. «Ποιος είσαι;»

Μια σκιά πέρασε από το πρόσωπό του —που σκλήρυνε


αμέσως ξανά. «Θέλεις να πιστέψω πως δε με ξέρεις;»

Θυμός κι απελπισία την κατέκλυσαν κατά κύματα. Ήταν


παράλογο, αλλά αυτός ο άντρας τη μισούσε. Και δεν είχε
ιδέα για ποιο λόγο. Τελικά η Ιζαμπέλα βρήκε τη δύναμη ν’
αντιδράσει και τραβήχτηκε μακριά του.

Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω της σαν να ήθελε να


προστατευτεί. Δεν άντεχε άλλο το θυμό και τη θλίψη. Δεν
άντεχε την απροσδόκητη αναστάτωση που έφτανε μέχρι τις
τελευταίες απολήξεις των νεύρων της. Τη σύγχυση που τα
θόλωνε όλα. Την αβάσταχτη απελπισία.

Ο Γκραντ είχε εξαφανιστεί, αλλά εκείνη ήξερε πως είχε πάει


να φέρει ενισχύσεις. Από στιγμή σε στιγμή θα
ξαναγυρνούσαν και θα πετούσαν έξω τον υπεροπτικό άντρα.
Αυτό πολύ θα χαιρόταν να το δει.

«Φυσικά και δε σε ξέρω», του πέταξε,

«Το αντίθετο», είπε εκείνος και τα σκούρα μάτια του έλαμ-


ψαν. «Με ξέρεις πολύ καλά».

Η καρδιά της χτύπησε δυνατά μπροστά στη σιγουριά που είχε


η φωνή του. Ήταν τρελός. Όμορφος, αλλά τρελός.
«Δεν μπορώ να φανταστώ τι σε κάνει να το πιστεύεις αυτό».

«Το πιστεύω», της είπε με φωνή που χρωματίστηκε έντονα


από το συγκρατημένο θυμό, «επειδή είσαι η γυναίκα μου».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Η Ιζαμπέλα τον κοίταξε με στόμα ανοιχτό από την
κατάπληξη. Σαν ψάρι. Μόνο έτσι μπορούσε να περιγράφει ο
Άνταν την αντίδρασή της.

Σε μια διαφορετική περίπτωση, θα έλεγε πως ήταν σοκαρι-


σμένη. Γιατί ποιος περίμενε πως η μικρή Ιζαμπέλα Μάρο
ήταν τόσο καλή ηθοποιός; Ο ίδιος δεν το είχε φανταστεί
ποτέ, αλλιώς θα την είχε στο νου του.
Ήταν φανερό πως τον είχε εξαπατήσει. Είχε εξαπατήσει τους
πάντες.

Αλλά τώρα θα μάθαινε το λόγο.

Σίγουρα, δεν τα είχε κάνει όλα αυτά μόνη της. Μήπως είχε
κάποιον εραστή που τη βοήθησε να δραπετεύσει;

Η σκέψη αυτή τον πόνεσε σαν μαχαιριά στα σωθικά.

Η Ιζαμπέλα ήταν, στην πραγματικότητα, μια σκληρόκαρδη


και ψυχρή γυναίκα. Είχε εγκαταλείψει το μικρό της γιο, τον
είχε αφήσει ορφανό από μάνα και είχε νοιαστεί περισσότερο
για τον εαυτό της παρά για τον Ραφίκ.

Ο Άνταν τη μισούσε γι’ αυτό.

Όπως μισούσε και την αναστάτωση που ένιωθε τώρα καθώς


την κοιτούσε. Υπήρχε θυμός μέσα του, αλλά και κάτι άλλο.
Η ματιά του γλίστρησε στο ημίγυμνο σώμα της.

Η Ιζαμπέλα φορούσε κόκκινο μπικίνι κι ένα σαρόνγκ δεμένο


στο γοφό της. Οι θηλές της ξεχώριζαν μέσα από το
λεπτό ύφαομα του στηθόδεσμου, τραβώντας την προσοχή
του. Χωρίς να το θέλει, ο Άνταν θυμήθηκε την αλαβάστρινη
επιδερμίδα του στήθους της με τις μεγάλες ροζ θηλές και τις
σκληρές τους κορυφές. Θυμήθηκε τη συστολή της την πρώτη
φορά που είχαν κάνει έρωτα, τον τρόπο που είχε
προσαρμοστεί το σώμα της στο δικό του, την προθυμία της
να τον υποδεχτεί στο κρεβάτι της τις παθιασμένες νύχτες
ενός ολόκληρου μήνα.

'Οταν είχε μείνει έγκυος, εκείνος σταμάτησε να πηγαίνει στο


κρεβάτι της. Όχι γιατί το ήθελε, αλλά επειδή η κατάστασή
της ήταν τόσο εύθραυστη που η ερωτική πράξη αποκλειόταν.

«Γυναίκα σου;» Η Ιζαμπέλα κούνησε το κεφάλι της έντονα


αρνητικά. «Λάθος κάνεις».

Πίσω του ο Άνταν άκουσε βαριά βήματα. Ο άντρας που τον


έλεγαν Γκραντ —και κοιτούσε την Ιζαμπέλα σαν λιγωμένος
— εμφανίστηκε μαζί μ’ ένα μεγαλόσωμο ντόπιο δίπλα του.

«Σου ζητώ για μια ακόμα φορά να φύγεις», είπε ο Γκραντ. «Ο


Μακούμα θα σε συνοδέψει έξω».

Ο Άνταν τον κοίταξε εριστικά. Έξω τον περίμεναν έξι άντρες


της προσωπικής του φρουράς. Όχι επειδή υπήρχε πιθανότητα
να του συμβεί κάτι, αλλά γιατί ήταν κυβερνήτης μια
χώρας και δεν ταξίδευε χωρίς ασφάλεια. Σ’ ένα νεύμα του θα
ορ-μούσαν μέσα στο μαγαζί με τα όπλα προτεταμένα.

Δεν ήθελε να συμβεί αυτό. Ούτε, όμως, ήθελε να φύγει χωρίς


την Ιζαμπέλα.

Χωρίς τη γυναίκα του.


«Δεν υπάρχει πρόβλημα, Γκραντ», την άκουσε να λέει πίσω
του. «Θα του μιλήσω για λίγα λεπτά».

Ο Γκραντ φάνηκε μπερδεμένος, αλλά μετά έγνεψε


καταφατικά και χτύπησε τον Μακούμα μαλακά στο μπράτσο.
Οι δυο τους εξαφανίστηκαν στο διάδρομο κι ο Άνταν έμεινε
για μια ακόμα φορά μόνος μαζί της.

«Σοφή απόφαση», της είπε.

Εκείνη έπεσε βαριά στην καρέκλα της. Τα δάχτυλά της


έτρεμαν όταν τα βύθισε μέσα στο χείμαρρο των ξανθών
μαλλιών της και η σύγχυση ζωγραφίστηκε στα βαριά
μακιγιαρισμένα μάτια της.

«Γιατί είπες ότι είμαι γυναίκα σου; Εγώ δεν έχω παντρευτεί
ποτέ».

Ο θυμός έσφιξε τα σωθικά του. «Μπορείς να το αρνείσαι όσο


θέλεις, αλλά δεν παύει να είναι η αλήθεια».

Η Ιζαμπέλα έσμιξε τα φρύδια της. «Δεν καταλαβαίνω γιατί


μου τα λες όλα αυτά ούτε γιατί πιστεύεις πως είμαι
γυναίκα σου. Δε σε γνωρίζω. Δε σ’ έχω συναντήσει ποτέ. Ούτε
το όνομά σου δεν ξέρω καν».

Ο Άνταν δεν την πίστεψε. «Λνταν», της είπε. Ήταν μάταιο να


διαφωνεί μαζί της αφού εκείνη επέμενε να παίζει θέατρο.
«Λνταν», επανέλαβε η Ιζαμπέλα. «Έφυγα από τοΤζαφαράν
πριν από πολύ καιρό, αλλά νομίζω πως θα θυμόμουν το
σύζυγό μου, αν είχα».

«Δεν πρόκειται να παίξω το παιχνίδι σου, Ιζαμπέλα», της


πέταξε ο Λνταν. «Περιμένεις, ειλικρινά, να πιστέψω πως
δε θυμάσαι; Πόσο ηλίθιος νομίζεις ότι είμαι;»

Εκείνη συνοφρυώθηκε. «Δεν είπα κάτι τέτοιο. Είπα ότι δε σε


γνωρίζω. Πιστεύω πως με μπερδεύεις με κάποια άλλη.
Δεν είναι ασυνήθιστο σ’ αυτή τη δουλειά να προσπαθούν οι
άντρες να με πλησιάσουν. Επειδή είμαι τραγουδίστρια
νομίζουν ότι είμαι και εύκολη. Αλλά δεν είναι έτσι, εντάξει;»

Ο Λνταν ήθελε να την αρπάξει από τα μπράτσα και να την


ταρακουνήσει. «Είσαι η Ιζαμπέλα Μάρο, κόρη του Χασάν
Μάρο και της Αμερικανίδας Μπεθ Τάιλερ. Παντρευτήκαμε
πριν από τρία χρόνια περίπου. Πριν από δυο χρόνια πήγες
μόνη σου στην έρημο και από τότε δε σε ξαναείδε κανείς».

Δεν μπορούσε να της μιλήσει για τον Ραφίκ από τη στιγμή


που εκείνη προσπαθούσε ακόμα να τον ξεγελάσει.

Την είδε ν’ ανοιγοκλείνει τα βλέφαρά της και να παίρνει μια


προσεκτικά ουδέτερη έκφραση. Μετά κούνησε το κεφάλι
της αρνητικά.

«Όχι. Εγώ...»
«Τι;» την παρότρυνε ο Λνταν να συνεχίσει.

Η Ιζαμπέλα ξεροκατάπιε. «Είναι αλήθεια πως μου συνέβη ένα


ατύχημα, αλλά συνήλθα εντελώς». Πίεσε με τα δάχτυλά της
τα τρεμάμενα χείλη της. «Υπάρχουν κάποια πράγματα
μπερδεμένα μέσα μου, αλλά...» Κούνησε το κεφάλι της
αρνητικά. «'Οχι, κάποιος θα μου το είχε πει».

Ο Λνταν ένιωσε την καρδιά του να παγώνει. «Κάποιος; Ποιος


θα σου το είχε πει, Ιζαμπέλα; Ποιος ξέρει ότι είσαι εδώ;»

Εκείνη τον κοίταξε κατάματα. «Οι γονείς μου, φυσικά. Ο


πατέρας μου με έστειλε στη μητέρα μου για ν’ αναρρώσω. Ο

γιατρός είπε ότι έπρεπε να φύγω αττό το Τζαφαράν, ότι εκεί


κάνει πολλή ζε'στη και... Και θα μου δημιουργούσε στρες».

Η οργή του Άνταν κορυφώθηκε. Και η δυσπιστία. Ήξεραν οι


γονείς της πως ήταν ζωντανή; Αδύνατον.

Από την άλλη, από τότε που είχε εξαφανιστεί η Ιζαμπέλα


ήταν ζήτημα αν εκείνος συνάντησε τον πατέρα της πάνω
από μια φορά. Ο Χασάν Μάρο σχεδόν πάντα έλειπε από τη
χώρα. Ο Άνταν το είχε αποδώσει σε επαγγελματικές
υποχρεώσεις και στο πένθος για τη μοναχοκόρη του....

Μήπως δεν ήταν αυτό; Μήπως ο Μάρο του έκρυβε κάτι;


Ήταν ικανός να βοηθήσει την κόρη του να φύγει από το
παλάτι και από τη χώρα, ενώ ο ίδιος ήταν τόσο
ενθουσιασμένος με το γάμο της;

Ο Άνταν κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Η Ιζαμπέλα του


έλεγε ψέματα. Αρνιόταν την αλήθεια επειδή, απλώς, την
είχε ανακαλύψει. Πάντως, είχε επιβιώσει στην έρημο κι αυτό
δεν μπορούσε να το είχε κάνει χωρίς βοήθεια.

Με τίνος τη βοήθεια;

«Δεν έχω ακούσει για την περίπτωση επιλεκτικής αμνησίας,


Ιζαμπέλα», της είπε σκυθρωπός. «Πώς θυμάσαι τους
γονείς σου και το Τζαφαράν και δε θυμάσαι εμένα;»

«Δεν είπα ότι έχω αμνησία», αντέτεινε εκείνη. «Εσύ το λες


αυτό».

«Τι έχεις, λοιπόν, όταν θυμάσαι ποια είσαι και από πού
έρχεσαι, αλλά δε θυμάσαι το σύζυγο που άφησες πίσω σου;»

«Δεν είμαστε παντρεμένοι», επέμενε εκείνη και το κάτω


χείλος της άρχισε να τρέμει. Ήταν το πρώτο σημάδι μιας
ρωγμής στην πανοπλία της, σαν να ήξερε πως την είχαν
πιάσει και προσπαθούσε απελπισμένα να ξεφύγει.

Ο Άνταν ατσάλωσε την αποφασιστικότητά του. Δε θα την


άφηνε να του ξεφύγει. Είχε να του δώσει πολλές απαντήσεις.
Η Ιζαμπέλα ένωσε τα χέρια της μπροστά της, μια κίνηση που
τόνισε την απαλή καμπύλη του στήθους της. Ο Άνταν
ένιωσε ένα ρίγος που ξεκίνησε από τον αυχένα του κι
απλώθηκε προς τα κάτω.

Όχι.

Ο Άνταν έπνιξε τη λίμπιντό του. Ήταν τόσο ανόητος, που


άφηνε μια μισόγυμνη γυναίκα να τον αναστατώνει, όταν
αυτή η γυναίκα ήταν μια ψεύτρα;

Όταν είχε κάθε λόγο να την αττεχθάνεται;

«Ας το δούμε από τη μεριά σου», είπε εκείνη, δαγκώνοντας


το κάτω χείλος της. «Ας υποθε'σουμε ότι έχεις δίκιο κι
ότι είμαστε παντρεμένοι. Πού ήσουν τόσο καιρό; Γιατί δεν
ήρθες να με βρεις νωρίτερα;»

«Ήμουν στο Τζαφαράν», της πέταξε εκείνος. «Κι όπως πολύ


καλά ξέρεις, πίστευα ότι ήσουν νεκρή».

Το πρόσωπό της χλόμιασε. «Νεκρή;»

Ο Άνταν είχε βαρεθεί μ’ αυτό το παιχνίδι. Είχε διασχίσει τη


μισή υφήλιο για να έρθει εδώ και υπέφερε από έλλειψη
ύπνου. Σ’ όλο το ταξίδι προσπαθούσε να αποφασίσει αν η
φωτογραφία ήταν γνήσια, αν η γυναίκα που κρατούσε το
μικρόφωνο και κοιτούσε την κάμερα σαν να απευθυνόταν σε
κάποιον κρυφό εραστή ήταν η γυναίκα του.

Δεν ήταν δυνατόν. Δε θα μπορούσε να έχει επιβιώσει στην


έρημο χωρίς βοήθεια.

Όταν όμως μπήκε στο μπαρ και αντίκρισε αυτό το τόσο


γνωστό και ταυτόχρονα τόσο άγνωστο πρόσωπο,
κατάλαβε πως η αλήθεια βρισκόταν μπροστά του.

Τέλος η πολιτισμένη συμπεριφορά. «Πήγες στην έρημο,


Ιζαμπέ-λα. Τι έκανες μετά μένει να διευκρινιστεί, αλλά το
σίγουρο είναι ότι δε γύρισες πίσω. Σε αναζητούσαμε
βδομάδες ολόκληρες».

Εκείνη κούνησε για πολλοστή φορά το κεφάλι της αρνητικά.


«Είναι παράλογο, εντελώς παράλογο όλο αυτό».

«Είναι;» Ο Άνταν την έπιασε από τον αγκώνα και την


τράβηξε να σηκωθεί όρθια.

Δεν του έφερε αντίσταση. Σηκώθηκε εύκολα και τον κοίταξε


με τα σκούρα μάτια της θολά από συγκίνηση. «Δε θυμάμαι».

Όχι, δε θα την άφηνε να τον επηρεάσει. «Πάρε τα πράγματά


σου. Φεύγουμε αμέσως».

***
Παντρεμένη.

Η Ιζαμπέλα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Αδύνατον.


Όμως, ένιωθε στο στομάχι της έναν κόμπο φόβου.
Ήταν αλήθεια ότι η μνήμη της είχε μερικά σκοτεινά σημεία,
αλλά πώς μπορούσε αυτός ο άντρας να ανήκει σ’ αυτά; Πώς
ήταν δυνατόν να έχει ξεχάσει κάτι τόσο σημαντικό όπως ένα
σύζυγο;

Όχι, αυτό δε γινόταν. Εξάλλου, οι γονείς της δε θα την


κρατούσαν ποτέ μακριά του. Γιατί να το κάνουν;

Ένας τρόπος υπήρχε να τα ξεκαθαρίσει όλα. Πήρε την τσάντα


της κι έψαξε μέσα για το κινητό της.

«Τι κάνεις εκεί;» τη ρώτησε ο Άνταν.

Η Ιζαμπέλα έβγαλε το κινητό και το ύψωσε στον αέρα


θριαμβευτικά. Τρίχες από τα μαλλιά της είχαν κολλήσει
στο παχύ στρώμα του κραγιόν της κι άλλες έπεφταν στα
μάτια της, αλλά δεν την ένοιαζε. Ήξερε ότι φαινόταν
αγριεμένη. Έτσι αισθανόταν. Σαν τρελή.

Αυτός ο άντρας είχε πει πως ήταν νεκρή, πως όλοι στο
Τζαφαράν πίστευαν πως είχε πεθάνει.

Αλλά ο πατέρας της ήξερε πως δεν ήταν έτσι. Πώς γινόταν,
λοιπόν, αυτό;
Όταν τον είχε ρωτήσει για το ατύχημά της, της είπε ότι ήταν
καλύτερα να μην ξέρει τις λεπτομέρειες. Είχε πάθει ένα
ατύχημα και είχε πέσει σε κώμα. Μετά πήρε πολλά φάρμακα,
έκανε μια επώδυνη αγωγή και η μνήμη της θόλωσε. Αυτό
ήταν όλο, υποστήριζε ο Χασάν Μάρο.

Αυτό ήταν όλο;

Η μητέρα της, όπως πάντα, δεν ήξερε τίποτα από τη ζωή της
κόρης της στο Τζαφαράν. Η Μπεθ Τάιλερ είχε φύγει από τη
χώρα πριν δέκα χρόνια και μολονότι χάρηκε όταν η
Ιζαμπέλα πήγε να μείνει μαζί της, είχαν ανακουφιστεί και οι
δύο όταν αργότερα η Μπέλα έφυγε.

Αν όμως ήταν παντρεμένη, δε θα το ήξερε η μητέρα της; Δε


θα είχε παραστεί στο γάμο;

Κοίταξε το όμορφο και σκληρό πρόσωπο του άντρα που


στεκόταν μπροστά της. Όχι, οι γονείς της δε θα της
έλεγαν ψέματα για κάτι τόσο σοβαρό. Δεν υπήρχε λόγος!

«Θα τηλεφωνήσω στον πατέρα μου», τού είπε κι άρχισε να


ψάχνει τις Επαφές. «Αυτός ξέρει την αλήθεια».

Ο Άνταν ένιωσε σαν να τον είχε χαστουκίσει. «Μου λες ότι ο


πατέρας σου ξέρει πως είσαι εδώ;»

Η Ιζαμπέλα έσμιξε τα φρύδια της. «Φυσικά».


Ο Άνταν πέταξε μια βρισιά στ’ αραβικά και η Ιζαμπέλα
ζάρωσε. Ήταν πάνω από ένα χρόνο στις Ηνωμένες
Πολιτείες — ή μήπως δύο— κι είχε ακούσει ένα σωρό
βρισιές. Αλλά δεν ήταν συνηθισμένη να τ’ ακούει στ’
αραβικά. Στο Τζαφαράν είχε ζήσει σε προστατευμένο
περιβάλλον, σαν μια κοπέλα που είχε ανατραφεί για να γίνει
κάποτε σύζυγος κάποιου ισχυρού σεΐχη.

Μέχρι που το ατύχημα τα άλλαξε όλα.

Ο Άνταν άρπαξε το κινητό από το χέρι της. «Δε Οα τον


πάρεις».

Η Ιζαμπέλα έκανε να το πάρει πίσω, αλλά ο Άνταν


απομάκρυνε το χέρι του. Σταύρωσε τα μπράτσα της και τον
αγριοκοίταξε. «Τότε, μου λες ψέματα πως είμαστε
παντρεμένοι και φοβάσαι πως ο πατέρας μου θα αποκαλύψει
την αλήθεια!»

«Μπορείς να πιστεύεις ό,τι σου αρέσει», της απάντησε


εκείνος βάζοντας το κινητό στην τσέπη του πουκαμίσου του.

Η Ιζαμπέλα προσπάθησε να τραβήξει το βλέμμα της από το


γεροδεμένο στέρνο του. Αν τον έβλεπε στην παραλία, θα
σκεφτόταν ότι είναι ένας πολύ όμορφος άντρας.

Όχι. Ήταν σκληρός, ψυχρός κι ανελέητος και δεν έπρεπε να


τον βρίσκει γοητευτικό. Επιπλέον, ήταν και ψεύτης.
«Γιατί να μην τον πάρω;» τον ρώτησε.

«Επειδή έχω σκοπό να τον αντιμετωπίσω ο ίδιος, όταν


γυρίσουμε στο Τζαφαράν».

Το αίμα της πάγωσε, για λόγους που δεν μπορούσε ν’


αναλύσει εκείνη τη στιγμή. Το Τζαφαράν. Η έρημος. Ο
σκληρός κι αφιλόξενος τόπος καταγωγής του πατέρα της.
Ήταν και δική της κληρονομιά εκείνος ο τόπος, αλλά είχε
κάτι αρχέγονο που δεν μπορούσε να αποδεχτεί. Η ιδέα ότι θα
γυρνούσε πίσω τής προκαλούσε πανικό.

«Δεν πρόκειται να έρθω μαζί σου».

Τα σκούρα μάτια του γλίστρησαν στο κορμί της και ξαναγύρι-


σαν στο πρόσωπό της. «Και πώς έχεις σκοπό να με
εμποδίσεις

να σε πάρω;»

«Θα φωνάξω», του απάντησε με την καρδιά της να χτυπά


φρενιασμένα.

«Κάν’ το».

Ο τόνος του ήταν τόσο ψυχρός και σίγουρος, που έκανε το


στομόιχι της να δεθεί κόμπος. Μπορούσε να τη ρίξει στον
ώμο του και να φύγει από κει μέσα πανεύκολα. Είχε και τη
δύναμη και τη σωματική διάπλαση να το κάνει.

«Δε θα σε αφήσουν να με πάρεις. Οι φίλοι μου θα με


βοηθήσουν», του είπε με όσο θάρρος μπόρεσε να μαζέψει.

Το γέλιο του δεν είχε ίχνος ευθυμίας. «Ας προσπαθήσουν.


'Εχω την προσωπική μου φρουρά έξεο, Ιζαμπέλα. Αν με
αγγίξει κάποιος, οι άνι ρες μου θα το θεωρήσουν ως
επιθετική ενέργεια και δε θα είμαι υπεύθυνος για τις
συνέπειες».

Η καρδιά της βούλιαξε. Τελικά, ήταν όσο ανελέητος έδειχνε.


Κάτι της έλεγε ότι θα χαιρόταν πολύ να βγάλει για τα καλά
από τη μέση όποιον τολμούσε να τον εμποδίσει.

«Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που δε σε θυμάμαι», του είπε με


πικρία. «Είσαι ένας τύραννος. Θα ήταν κόλαση για μένα
ένας γάμος μαζί σου. Κάθε γυναίκα θα προτιμούσε να χαθεί
στην έρημο παρά να ζήσει πλάι σου».

Τα χείλη του σφίχτηκαν σε μια ίσια γραμμή. «Μακάρι ο Θεός


να με είχε απαλλάξει από το πρόβλημα που
αντιμετωπίζω τώρα», είπε μετά.

Χωρίς να ξέρει το λόγο, η Ιζαμπέλα ένιωσε την καρδιά της να


πονάει. Γιατί νοιαζόταν; Αυτός ο άντρας δε σήμαινε τίποτα
γι’ αυτή. Ούτε που τον συμπαθούσε καλά καλά.
«Αν ήμαστε παντρεμένοι, τότε γιατί δε γλίτωσες και τους δυο
μας από τον κόπο παίρνοντας διαζύγιο; Έχεις τη δύναμη να
το κάνεις στη χώρα σου», του είπε ψυχρά.

Μακάρι ο Θεός να με είχε απαλλάξει από το πρόβλημα που


αντιμετωπίζω τώρα...

Τα σκληρά του λόγια αντηχούσαν μέσα στο κεφάλι της. Η


ύπαρξή της δεν είχε καμιά σημασία γι’ αυτόν. Ένα
πρόβλημα ήταν, μια ντροπή. Ένα πρόβλημα που έπρεπε να
λύσει.

Στην παιδική της ηλικία είχε νιώσει το ίδιο. Ήταν σαν ένα
αντικείμενο που οι γονείς της τσακώνονταν ποιος θα το
πάρει, όταν αποφάσισαν να χωρίσουν. Ένα πρόβλημα που
δεν έλυσαν ποτέ. Είχε προσπαθήσει να είναι τέλεια και για
τους δύο, αλλά, όση προσπάθεια κι αν κατέβαλλε, δεν είχε
καταφέρει να τους ευχαριστήσει.

Κατάπιε τα οργισμένα της δάκρυα. Είχε τελειώσει με την


προσπάθεια να ευχαριστεί τους άλλους. Μόνο τον εαυτό
της Οα προσπαθούσε να ευχαριστήσει από δρ και μπρος.

«Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο», της είπε ο Άνταν επιθετικά.


«Αλλά οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Πρέπει να γυρίσουμε
στο Τζαψαράν».
«Δεν μπορείς να περιμένεις να έρθω μαζί σου χωρίς να μου
έχεις δώσει καμιά απόδειξη γι’ αυτά που λες. Για μένα είσαι
ένας ξένος. Δε σε ξέρω και δεν πρόκειται να πάω πουθενά
μαζί σου».

Τα μάτια του σκλήρυναν. «Τι απόδειξη θέλεις να σου δώσω;


Να σου πω ότι γνωριζόμαστε μόλις μια βδομάδα πριν
παντρευτούμε κι ότι ήσουν τρομαγμένη σαν ελαφάκι; Ή θα
ήθελες ν’ ακούσεις ότι το γαμήλιο συμπόσιο κράτησε τρεις
μέρες και κόστισε περίπου μισό εκατομμύριο δολάρια;
Μήπως ότι ο πατέρας σου ήταν εξαιρετικά ευχαριστημένος
που είχε καταφέρει να σε παντρέψει με έναν πρίγκιπα;»

Το στομάχι της Ιζαμπέλα βούλιαξε. «Με έναν πρίγκιπα; Είσαι


πρίγκιπας;»

«Ήμουν», της απάντησε.

Η Ιζαμπέλα δεν κατάλαβε την απάντηση, αλλά δε ζήτησε


διευκρινίσεις. Σκούπισε τις υγρές παλάμες της πάνω στο σα-
ρόνγκ. Δεν μπορεί να της έλεγε αλήθεια. Η κοινωνική θέση
ήταν το παν στο Τζαψαράν. Αν ο πατέρας της είχε καταφέρει
να τη βάλει στη βασιλική οικογένεια, έπρεπε να ήταν πολύ
περήίμα-νος. Δε θα της το έκρυβε.

«Πες μου κάτι για μένα», του είπε ενώ μια ανησυχία
αναδεύτηκε στα σωθικά της μαζί με τα πρώτα σκιρτήματα της
αμφιβολίας. «Πες μου κάτι που δεν ξέρει κανείς».

«Ήσουν παρθένα».

Η Ιζαμπέλα έπνιξε το κοκκίνισμα που απείλησε ν' απλωθεί


στα μάγουλά της. Ήταν παρθένα; «Αυτό δε Οα ήταν
μυστικό. Πες μου κάτι που σου είπα, κάτι προσωπικό».

Εκείνος έκανε μια κίνηση εκνευρισμού. «Τι να σου πω; Δεν


ήσουν και πολύ ομιλητική, Ιζαμπέλα. θυμάμαι που είπες
ότι μοναδικός σκοπός στη ζωή σου ήταν η ευχαρίστησή
μου».

«Αυτό είναι γελοίο», του απάντησε εκείνη με φωνή που


μόλις ακούστηκε.

Ήξερε πως είχε ανατραφεί για να ευχαριστήσει ε'ναν άντρα,


για να γίνει η τέλεια σύζυγος. Άρα, αυτό αναμενόταν να πει.
Το είχε πει όμως πραγματικά;

Σ ' αυτό τον άντρα;

«Αρκετά», της είπε εκείνος, με μια κοφτή κίνηση του χεριού


του. Μετά έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του
ένα κινητό. «Φεύγουμε».

«Περίμενε ένα λεπτό!»


Η Ιζαμπέλα άρπαξε τον καρπό του πριν προλάβει ο Άνταν να
πατήσει τα πλήκτρα τού κινητού του. Δεν την άκουγε κι εκείνη
δεν ήταν διατεθειμένη να υποχωρήσει στη θέλησή του.

Η επαφή με την επιδερμίδα του ήταν σαν επαφή με κάτι που


έκαιγε. Η Ιζαμπέλα νόμισε πως τα δάχτυλά της είχαν
κολλήσει πάνω στον καρπό του.

Εκείνος την κοίταξε με μάτια που έλαμπαν. Τα αισθησιακά


χείλη του ήταν σφιγμένα και σκληρά. Πώς να ήταν όταν
χαμογελούσε; Μαύρα γένια μιας ημέρας σκίαζαν το πιγούνι
του, τόσο σέξι που ήθελε ν’ απλώσει το χέρι της και να τ’
αγγίξει, να αισθανθεί την αγριάδα τους στην παλάμη της.

Το βλέμμα του κατέβηκε στο στόμα της και ξαφνικά στο


μυαλό της εμφανίστηκε η εικόνα του να τη φιλά. Ήταν σοκα-
ριστικό. Δεν ήξερε αν ήταν παλιά ανάμνηση ή τωρινός
πόθος.

Το κορμί της, όμως, ανταποκρίθηκε αυτόματα. Η στιγμή


παρατάθηκε ανάμεσά τους κι η Ιζαμπέλα νόμισε ότι
στέκονταν έτσι ώρες. Μέχρι που άκουσε ένα αντικείμενο να
πέφτει στο πάτωμα.

Ο Άνταν έβρισε χαμηλόφωνα στ’ αραβικά και μετά


απομάκρυνε το χέρι της από τον καρπό του και βύθισε τα
δάχτυλα των δυο χεριών του ανάμεσα στα μαλλιά της.
Ο σφυγμός της άρχισε να καλπάζει. Ο Άνταν την πλησίασε
περισσότερο, μπαίνοντας στον προσωπικό της χώρο,
δεσπόζοντας με την παρουσία του. Η Ιζαμπέλα ήθελε να
τραβηχτεί, αλλά δεν μπορούσε. Δεν της άρεσαν οι άντρες που
προσπαθούσαν να της επιβληθούν...

Όμως...

Με τα δάχτυλά ίου πάντα μέσα στα μαλλιά της, εκείνος


τράβηξε ελαφρά το κεφάλι της προς τα πίσω. Ήταν πολύ πιο

ψηλός οπτό την ίδια κι έπρεπε να νιώθει ευάλωτη και


φοβισμένη. Αλλά δεν αισθανόταν έτσι.

«Δες αν το θυμάσαι αυτό», της είπε άγρια.

Το κεφάλι του χαμήλωσε και τα μάτια της έκλεισαν


αυτόματα. Θα τη φιλούσε κι η Ιζαμπέλα συνειδητοποίησε
σοκαρισμένη πως το ήθελε.

Γιατί το ήθελε αφού δεν τον γνώριζε καν;

Αλλά έτσι ήταν. Αργότερα θα μισούσε τον εαυτό της γι’ αυτή
την αδυναμία, ήταν σίγουρη.

Όμως, τα χείλη του δε συνάντησαν τα δικά της. Στάθηκαν


πίσω από το αυτί της και της έκοψαν την ανάσα. Η
γλώσσα του ταξίδεψε ως το λακκάκι του λαιμού της και το
χέρι του τράβηξε ακόμα πιο πίσω το κεφάλι της
αναγκάζοντας έτσι το κορμί της να κολλήσει στο δικό του. Το
στήθος της πιέστηκε στο σκληρό στέρνο του και οι θηλές της
σκλήρυναν μέσα από το λεπτό μπικίνι.

Εκείνος θα το είχε κιόλας αντιληφθεί. Από τη μια η Ιζαμπέλα


ντρεπόταν, από την άλλη...

Τα δάχτυλά της έσφιξαν το μεταξωτό πουκάμισό του καθώς


τα χείλη του ανηφόριζαν, σπέρνοντας φιλιά στο λαιμό της —
μέχρι που διεκδίκησε τα χείλη της. Εκείνα μισάνοιξαν
υπάκουα αφήνοντας τη γλώσσα του να περάσει.

Ο ηδονικός πόνος στο στήθος της ήταν πρωτόγνωρος από


τη μια, οικείος από την άλλη. Η Ιζαμπέλα έδιωξε από το
νου της σκέψεις ενός πιθανού παρελθόντος που δεν
μπορούσε να θυμηθεί και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στη
στιγμή.

Και στον τρόπο που τη φιλούσε ο Άνταν, σαν να ήταν η


μοναδική γυναίκα στον κόσμο. Η φλόγα του πάθους
φούντωσε ανάμεσά τους. Πραγματικά πριν από λίγο
αισθανόταν παγωμένη; Επειδή τώρα ήθελε να βγάλει όλους
τους φραγμούς που τους χώριζαν και να νικήσει τη φλόγα
που την έκαιγε με τον μόνο τρόπο που μπορούσε να το κάνει.
Προσφέροντάς του το κορμί της.
Αν αυτά που της είχε πει ήταν αλήθεια, τότε πόσες φορές
είχαν βρεθεί έτσι; Πόσες φορές είχε χαθεί ο ένας στην
αγκαλιά του άλλου μετά από ένα καυτό φιλί; Ο νους της δεν
μπορούσε να θυμηθεί ότι είχε κάνει έρωτα μ’ αυτό τον άντρα
— με οποιον-δήποτε άντρα— αλλά το κορμί της το ήξερε.

Το ένα του χέρι κατέβηκε στα πλευρά της περνώντας από το


στήθος της. Ένα μικρό βογκητό τής ξέφυγε όταν τα
δάχτυλά του χάιδεψαν τη θηλή της, ενώ μια υγρή φλόγα την
πλημμύριζε ανάμεσα στα πόδια της, άγνωστη και οικεία
ταυτόχρονα.

Εκείνη τη στιγμή η Ιζαμπέλα ένιωσε κάτι σκληρό να πιέζει


δυνατά την κοιλιά της και η ανησυχία ξύπνησε μέσα της.

Δεν ήταν καθόλου καλή ιδέα.

Δεν μπορούσε να του δοθεί. Δεν το καταλάβαινε, αλλά


ένιωθε ότι θα ήταν σαν να πετούσε ένα σπίρτο σε ξερά ξύλα.

Αισθάνθηκε την ανταπόκριση του Άνταν, ένα μείγμα


έκπληξης κι ανησυχίας για ό,τι είχε συμβεί ανάμεσά τους.
Πριν προλάβει να τον σπρώξει πέρα, έκανε μόνος του ένα
βήμα πίσω, δίνοντας τέλος στην επαφή τους.

Η απώλεια αυτής της επαφής ήταν σχεδόν επώδυνη. Η


Ιζαμπέλα ήθελε να τον τραβήξει πίσω, αλλά δε θα το
έκανε. Δεν ήταν δυνατόν ποτέ να το κάνει.
Απόλυτα ήρεμος, εκείνος έσκυψε και πήρε το κινητό που είχε
πέσει κάτω όταν είχε βυθίσει τα χέρια του στα μαλλιά της.

Τα χείλη της έτρεμαν, η επιδερμίδα της έκαιγε και η ανάσα


της δεν ήταν ίδια όπως πριν τη φιλήσει.

«Γιατί το έκανες αυτό;» τον ρώτησε με φωνή βαριά. Θα ήταν


όλα πιο εύκολα αν δεν το είχε κάνει.

Ο Άνταν την κοίταξε. Η χρυσαφένια επιδερμίδα του


προσώπου του ήταν πολύ ελκυστική, τα μάτια του πετούσαν
φλόγες καθώς την κοιτούσε. Πόσες γυναίκες δε θα είχαν
λιώσει κάτω από τη δύναμη αυτού του βλέμματος; Πόσες δε
θα είχαν καεί από πόθο;

Εκατοντάδες. Χιλιάδες.

Κι εκείνη πρώτη και καλύτερη.

«Επειδή το ήθελες», της απάντησε.

Η Ιζαμπέλα κούνησε το κεφάλι της για να το αρνηθεί, αλλά


σταμάτησε απότομα. Γιατί να το κάνει; Αφού ήθελε, όντως,
να τη φιλήσει. Τώρα όμως που ήξερε πώς ήταν, δε θα
επέτρεπε ποτέ ξανά στον εαυτό της να φανεί αδύναμη.

«Και τώρα, θέλω να φύγεις», του είπε κατηγορηματικά.


«Ξέρουμε και οι δυο ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, Ιζα-
μπέλα».

Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα. Είχε πρόβλημα ακοής; «Δεν


μπορείς να με αναγκάσεις να γυρίσω στο Τζαφαράν.
Είμαι Αμερικανίδα υπήκοος και οι νόμοι εδώ σου
απαγορεύουν να κάνεις κάτι τέτοιο».

«Όπως και να ’χει, εσύ θα έρθεις...»

«Δεν έχω κανένα λόγο να το κάνω», επέμεινε η Ιζαμπέλα.

«Έχεις και μάλιστα σημαντικό», φώναξε ο Άνταν,


αφήνοντας το θυμό του να έρθει στην επιφάνεια τελικά.
«Πάφε να είσαι τόσο εγωίστρια, Ιζαμπέλα. Αν μη τι άλλο, θα
το κάνεις για τον Ραφίκ».

Η Ιζαμπέλα τύλιξε τα μπράτσα γύρω της νιώθοντας ένα ρίγος


λες κι ένας κουβάς με παγωμένο νερό είχε αδειάσει
στην πλάτη της. Ήταν κουρασμένη, μπερδεμένη και ήθελε
όλο αυτό να πάρει τέλος.

«Λυπάμαι που με θωρείς εγωίστρια, αλλά σου είπα την


αλήθεια. Δε σε ξέρω. Ούτε και κανέναν Ραφίκ ξέρω».

Ο Άνταν την κοίταξε παγερά με μια απροκάλυπτη


περιφρόνηση. Μετά πρόφερε την επόμενη φράση με
εξαιρετική προσοχή — κι οι λέξεις τη μαστίγωσαν με τη
δύναμη της αμμοθύελλας που σαρώνει την έρημο του
Τζαφαράν.

«Ο Ραφίκ είναι ο γιος μας».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Το εσωτερικό του ιδιωτικού τζετ του Άνταν ήταν πολυτελε'ς
αλλά η Ιζαμπέλα δεν μπορούσε να δει τίποτα γύρω της.
Από τη στιγμή που εκείνος της είχε πει για το παιδί βρισκόταν
σε' κατάσταση σοκ. Αισθανόταν σαν να της είχε καρφώσει
κάποιος ένα μαχαίρι στην καρδιά.

Πώς μπορούσε να έχει φέρει στον κόσμο ένα παιδί και να μην
το θυμάται;

Ήταν σουρεαλιστικό.

Αλλά όσο κι αν το μυαλό της επε'μενε ότι όλα όσα


ισχυριζόταν ο Άνταν ήταν απίθανο να ε'χουν συμβεί, η καρδιά
της είχε αμφιβολίες. Κάτι με'σα της έλεγε ότι πρέπει να είχαν
μεσολαβήσει γεγονότα και καταστάσεις, πριν δυο χρόνια, που
τις συνέπειες τους δεν εξηγούσε ικανοποιητικά ενα τροχαίο
ατύχημα.

Έτσι, αποφάσισε να ακολουθήσει τον Άνταν. Τον άφησε να


τη συνοδεύσει στο διαμέρισμά της όπου ετοίμασε μια
βαλίτσα και ενημέρωσε το σπιτονοικοκύρη πως θα απουσίαζε
για δυο βδομάδες.

Ο Άνταν την περίμενε υπομονετικά, χωρίς να λέει λέξη. Είχε


μάλιστα κοιτάξει το μικρό χώρο σαν να του ήταν κάτι
εντελώς ξένο, σαν να ένιωθε τρόμο που εκείνη ζούσε εκεί.

Και μάλλον έτσι αισθανόταν. Ήταν πρίγκιπας του Τζαφαράν


και οι πρίγκιπες δεν έμεναν σε διαμερίσματα λίγο
μεγαλύτερα από ένα κουτί παπουτσιών.

Μετά είχαν πάει στο αεροδρόμιο σιωπηλοί, είχαν επιβιβαστεί


στο Μπόινγκ και είχαν απογειωθεί. Τώρα πετούσαν πάνω
από τον Ειρηνικό ωκεανό. Η Ιζαμπέλα καθόταν σε μια
φαρδιά ανακλινόμενη δερμάτινη πολυθρόνα και κοιτούσε
έξω από το -παράθυρο το σκοτάδι. Στο μικρό τραπέζι
μπροστά της υπήρχε ένα ποτήρι με χυμό παπάγια. Ρίγησε
αυθόρμητα. Είχε φορέσει ε'να τζιν κι ένα μακό και είχε
προσθέσει ένα ελαφρό μπουφάν, αλλά πάλι κρόωνε.

«Θέλετε μια κουβέρτα, κυρία;» τη ρώτησε μια από τις


αεροσυνοδούς.

«Ναι, ευχαριστώ», απάντησε η Ιζαμπέλα.

Ο απόμακρος τόνος της φωνής της ακούστηκε ξένος στα


ίδια της τα αυτιά. Η αεροσυνοδός επέστρεψε με μια κουβέρτα
κι ένα μαξιλάρι κι η Ιζαμπέλα τύλιξε το μαλακό ύφασμα γύρω
της. Δεν ήταν μια φτηνή κουβέρτα από κείνες που
χρησιμοποιούν οι περισσότερες αεροπορικές εταιρείες. Ήταν
αφράτη, μαλακή και μύριζε μπαχάρια.

Μερικά λεπτά αργότερα ο Άνταν κάθισε σε μια πολυθρόνα


απέναντί της. Είχε εξαφανιστεί στο γραφείο του λίγο μετά
την επιβίβαση, λέγοντας ότι είχε δουλειά. Τώρα κρατούσε
κάτι χαρτιά στα χέρια του και την κοίταζε μ’ ένα βλέμμα που
της δημιουργούσε ενόχληση. Η Ιζαμπέλα δεν ήταν σίγουρη
αν οφειλόταν στο φιλί που είχαν μοιραστεί στο Κα Νουί ή
απλά επειδή κάθε φορά που την κοιτούσε κάτι σφιγγόταν
μέσα της.

Μπορεί, όμως και να την απεχθανόταν.

«Δεν άγγιξες το χυμό σου», της είπε.

«Δε διψάω», του απάντησε εκείνη.

Χαμήλωσε τα βλέφαρά της και συνειδητοποίησε ότι είχε


ακόμα το βαρύ μακιγιάζ της σκηνής. Δεν είχε σκεφτεί να
πλύνει το πρόσωπό της μέσα στη βιασύνη της να ετοιμάσει
τη βαλίτσα και ν’ αλλάξει ρούχα. Ο Άνταν δεν την είχε πιέσει,
αλλά εκείνη ένιωθε ότι έπρεπε να βιαστεί. Ένιωθε ότι οι
απαντήσεις που ήθελε ήταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά κι
έπρεπε να τις πάρει το συντομότερο δυνατόν.
«Σκέφτηκα ότι θα ήθελες να τα δεις», της είπε και της έδωσε
τα χαρτιά.

Η Ιζαμπέλα τα πήρε προσεκτικά. Δεν ήξερε αν ήθελε να τα


δει, αλλά ήξερε ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Για τον εαυτό της
και για τη διαφύλαξη της λογικής της. Όχι επειδή την
ανάγκαζε εκείνος να το κάνει, επειδή έπρεπε να μάθει.

Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά.

Κοίταξε το πρώτο. Ήταν ένα φωτοτυπημένο άρθρο τής


εφημερίδας Αλ- λραμπ Τζαφαράν.

Ο πρίγκιπας παντρεύεται την κόρη ισχυρού επιχειρηματία.

Κάτω από τον τίτλο υπήρχε μια φωτογραφία της με τον


Άνταν. Ήταν πολύ όμορφος με την παραδοσιακή φορεσιά
και το τελετουργικό ξίφος στη μέση. Κι είχε το σοβαρό ύφος
ανθρώπου που ε'κανε το καθήκον του. Δε χωρούσε καμιά
αμφιβολία.

Γνωριοτήκαμε μια βδομάδα πριν το γάμο...

Εκείνη χαμογελούσε, αλλά δεν ε'δειχνε ευτυχισμένη. Το


φόρεμά της ήταν μια κεντημένη μεταξωτή αμπάγια σε ένα
βαθύ κίτρινο χρώμα και το κεφάλι της κάλυπτε ένα
αραχνοΰφαντο χιτζάμπ.
Ύψωσε το βλέμμα της και είδε τον Άνταν να την παρατηρεί
προσεκτικά. Είχε ξαπλώσει το κάθισμά του με τον ένα
αγκώνα στο μπράτσο της πολυθρόνας και το δείκτη του να
χαϊδεύει αφηρημένα το κάτω χείλος του. Τα σκούρα μάτια του
ήταν ανέκφραστα.

Η Ιζαμπέλα έπιασε το επόμενο χαρτί κι ένιωσε την ανάσα της


να σταματάει. Ήταν η ανακοίνωση της γέννησης του
Ραφίκ ιμπν Άνταν Αλ Ντακίρ, με ημερομηνία τέσσερις
Απριλίου.

Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της. Ήθελε να κλάψει. Δάγκωσε


το κάτω χείλος της για να τα εμποδίσει να τρέξουν. Ήθελε
να δώσει τα χαρτιά πίσω στον Άνταν και να του πει να τα
πάρει από μπροστά της. Αλλά έσφιξε τα δόντια της και είπε
στον εαυτό της ότι μπορούσε να το κάνει. Ότι μπορούσε να τα
δει και να επιβιώσει.

Όμως, όλα όσα ήξερε, όλα όσα πίστευε για τον εαυτό της και
τους γονείς της, είχαν γίνει συντρίμμια. Δεν ήταν αυτή
που νόμιζε ως τώρα. Ήταν η πριγκίπισσα Ιζαμπέλα Αλ
Ντακίρ, που είχε ένα σύζυγο κι ένα μωρό. Που έπρεπε να ζει
μια ονειρεμένη ζωή αντί να κάθεται τώρα εκεί συντετριμμένη
και μόνη.

Με τρεμάμενα δάχτυλα προχώρησε στο επόμενο χαρτί.


Ήταν η δήλωση της εξαφάνισής της από το σπίτι του πατέρα
της, όπου είχε πάει για επίσκεψη μετά τη γέννηση του παιδιού
της. Οι ενδείξεις έλεγαν ότι είχε εξαφανιστεί στην έρημο. Μια
αμμοθύελλα είχε διακόψει την επιχείρηση διάσωσής της για
τρεις ημε'ρες κι όταν άρχισαν ξανά να την αναζητούν, τα Γχνη
της είχαν χαθεί.

Σκέφτηκε το σπίτι του πατε'ρα της στα όρια της ερήμου του
Τζαφαράν. Ο πατέρας της ήταν ένας άνθρωπος που
λάτρευε να τιθασεύει τη φύση. Στο σπίτι του, που βρισκόταν
στην πιο άγρια γη που μπορούσε να φανταστεί κανείς, υπήρχε
μια πισίνα, μερικά σιντριβάνια και πλούσια βλάστηση.

Γιατί, λοιπόν, εκείνη είχε πάει μόνη με'σα στην ε'ρημο;

Το τέταρτο άρθρο ήταν ένα καινούριο σοκ. Μια ανακοίνωση


με τις λέξεις να φαντάζουν έντονες στο λευκό φόντο.

Νεκρή...

Πήρε βιαστικά το επόμενο χαρτί. Ήταν ένα γαμήλιο


συμβόλαιο που περιείχε όσα είχαν συμφωνήσει ο πατέρας της
με τον Άνταν. Δεν το διάβασε.

Δε χρειαζόταν.

Η Ιζαμπέλα έκλεισε τα μάτια της κι άφησε τα χαρτιά στο


τραπέζι ανάμεσά τους. Μετά ένωσε τις παλάμες της
στα γόνατά της για να σταματήσει το τρέμουλο. Ήταν
γυναίκα του Άνταν. Μητέρα του παιδιού του.

Και δε θυμόταν τίποτα.

Προσπάθησε να φέρει στο νου της την εικόνα ενός μωρού


στην αγκαλιά της, αλλά στάθηκε αδύνατον.

Τι της συνέβαινε; Πώς μπορούσε μια μητέρα να ξεχάσει το


ίδιο της το παιδί; Γύρισε το κεφάλι της προς το μαξιλάρι
της πολυθρόνας βυθίζοντας τα νύχια στις παλάμες της. Δε
θα έκλαιγε. Όχι μπροστά του. Δεν ήθελε να δείξει τόση
αδυναμία.

«Εξακολουθείς ν’ αρνείσαι την αλήθεια;» τη ρώτησε ο Άνταν.

Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, ανίκανη να μιλήσει


από φόβο μήπως χάσει τον έλεγχο.

«Γιατί το έκανες αυτό, Ιζαμπέλα; Γιατί εγκατέλειψες το γιο


μας; Γιατί δεν τον σκέφτηκες ούτε μια φορά;»

Της πήρε αρκετά λεπτά μέχρι ν’ απαντήσει.

«Δε θυμάμαι να το έκανα», είπε με φωνή που μόλις ξεπέρασε


τον ψίθυρο. «Δε θυμάμαι τίποτα για... εκείνη τη νύχτα.
Ούτε για όσα λέει η εφημερίδα».
Περίμενε να μην την πιστέψει, να της ζητήσει να του πει την
αλήθεια και να πάψει να του αραδιάζει ψέματα. Αλλά
εκείνος ξεφύσηξε και κοίταξε για μια στιγμή αλλού, πριν
ξαναγυρίσει το διαπεραστικό του βλέμμα πόινω της.

«Τότε πες μου τι ξε'ρεις. Πώς βρέθηκες στη Χαβάη;»

Ήθελε να του απαντήσει επιθετικά, αλλά ήταν τόσο


εξουθενωμένη ψυχικά που δεν είχε τη δύναμη.

«Θυμάμαι ότι ήμουν στο Τζαφαράν και μετά βρέθηκα στο


σπίτι της μητέρας μου στη νότια Καρολίνα», του είπε
σφίγγοντας την κουβέρτα γύρω της. «Δε θυμάμαι πότε έφυγα
ούτε πώς βρέθηκα εκεί. Ο πατέρας μου είπε ότι χτύπησα το
κεφάλι μου σ’ ένα τροχαίο ατύχημα και ήμουν σε κώμα πέντε
εβδομάδες. Δε θυμάμαι το ατύχημα, αλλά ο γιατρός είπε ότι
η απώλεια μνήμης είναι κάτι φυσιολογικό. Έμεινα στο σπίτι
της μητέρας μου μέχρι να αναρρώσω κι ύστερα έφυγα».

«Δεν ήθελες να γυρίσεις στο Τζαφαράν;»

«'Οχι. Το σκεφτόμουν πότε πότε, αλλά ο πατέρας μου είπε να


μείνω στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είπε ότι εκείνος
ταξιδεύει συχνά στο εξωτερικό και δεν υπήρχε λόγος να
γυρίσω».

«Η Χαβάη είναι αρκετά μακριά από τη Νότια Καρολίνα»,


παρατήρησε ο Άνταν.
Ναι, αλλά η Ιζαμπέλα είχε νιώσει νοσταλγία για εκείνο το
μέρος. «Μου έλειψε η θάλασσα και οι φοίνικες. Πήγα για
διακοπές κι έμεινα», του εξήγησε.

«Γιατί άλλαξες το όνομά σου;»

«Δεν το άλλαξα. Το Μπέλα Τάιλερ είναι το καλλιτεχνικό


μου», του απάντησε.

Δεν είχε σκοπό να παραδεχτεί ότι ήθελε να γίνει κάποια άλλη,


ότι, δίνοντας στον εαυτό της ένα άλλο όνομα, προσπαθούσε
να νιώσει διαφορετικά. Μεγαλύτερη
αυτοπεποίθηση. Λιγότερο μόνη.

«Και γιατί τραγουδούσες στο κλαμπ; Χρειαζόσουν χρήματα;»

Σίγουρα αυτό είχε υποθέσει ο Άνταν, κρίνοντας από το


διαμέρισμά της. Αλλά για το Μάουι το στούντιο εκείνο
ήταν απόλυτα κατάλληλο. Και πιο ακριβό απ’ όσο εκείνος
πίστευε.

«'Οχι. Ο πατέρας μου μου έστελνε όσα χρήματα ήθελα. Μια


μέρα τραγούδησα για πλάκα καραόκε. Την επομένη ήμουν
στη σκηνή».

Ο Άνταν συνοφρυώθηκε αποδοκιμαστικά. «Τραγουδίστρια σε


κλαμπ!»
Η Ιζαμπέλα φούντωσε. «Μου αρέσει να τραγουδάω. Πάντα
μου άρεσε. Και είμαι πολύ καλή», του,είπε περήφανα.

«Δε σε έχω ακούσει να τραγουδάς ποτέ πριν. Απόψε ήταν η


πρώτη φορά», επισήμανε ο Άνταν.

«Όταν ήμουν μικρή, το έκανα συχνά για δική μου


ευχαρίστηση. Αν δε σου τραγούδησα ποτέ, τότε μάλλον
φοβόμουν. Φοβόμουν την αποδοκιμασία σου».

«Μπορεί να μη σε αποδοκίμαζα», είπε ο Άνταν μαλακά.

«Αυτό πρέπει να σκέφτηκα».

«Ίσως».

Η Ιζαμπέλα έσφιξε την κουβέρτα με τη γροθιά της. Πολύ


παράξενη κουβέντα. Ήταν παντρεμένη μ’ αυτό τον άντρα,
κι όμως της ήταν ξένος. Ήταν δυο ξένοι, αν έκρινε από τη
συζήτηση που είχαν.

«Πρέπει να μην περνούσαμε πολύ χρόνο μαζί», υπέθεσε.

«Ήταν αρκετός», της απάντησε εκείνος με βλέμμα ξαφνικά


καυτό κι επίμονο.

Εκείνη έσκυψε το κεφάλι, ελπίζοντας να μην κοκκινίσει. Δεν


ήταν παρθένα, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα από
την πρώτη της ερωτική εμπειρία μαζί του. Από οποιαδήποτε
ερωτική εμπειρία μαζί του.

«Πόσον καιρό ήμαστε παντρεμένοι πριν... το μωρό;»

«Όταν παντρευτήκαμε, ήσουν ενός μηνός έγκυος. Κι


εξαφανίστηκες ένα μήνα μετά τη γέννηση του Ραφίκ».

Η Ιζαμπέλα πίεσε το χέρι της πάνω στην κοιλιά της μέσα από
την κουβέρτα. Της ήταν τρομερά δύσκολο να φανταστεί
τον εαυτό της έγκυο.

«Δηλαδή, δεν ήμαστε ούτε ένα χρόνο μαζί».

«Όχι ακριβώς. Όχι».

Η Ιζαμπέλα προσπαθούσε να καταλάβει. Ήταν παντρεμένοι.


Δεν μπορεί να ήταν πλαστά όλα τα χαρτιά που της είχε δείξει.
Ήταν φωτοτυπίες από άρθρα εφημερίδων.

Αλλά το δυσκολότερο ήταν να καταλάβει γιατί οι γονείς της


της είχαν πει ψέματα. Δεν πίστευε να είχε ενορχηστρα'κιει
η μητέρα της όλο αυτό το παραμύθι, αλλά ούτε κι ότι θα
είχε πρόβλημα να το δεχτεί.

Πρέπει να ήταν δουλειά τού πατέρα της.

Αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί το είχε κάνει.


Ήταν βίαιος ο Άνταν; Της είχε κάνει κακό; Ή μήπως ήταν
υπερβολικά προστατευτικός ο πατέρας της;

Το σκέφτηκε για λίγο. Ο Άνταν είχε θυμώσει μαζί της, ήταν


υπεροπτικός και αυταρχικός, αλλά ούτε για μια στιγμή
δεν απείλησε τη σωματική της ακεραιότητα. Αν της είχε
φερθεί βίαια, δε θα τον είχε ακολουθήσει με τη θέλησή της.

Αισθανόταν άβολα μαζί του, όχι όμως επειδή τον φοβόταν.

Πίεσε με τα δάχτυλα τον κρόταφό της. Όλα αυτά ήταν πάρα


πολλά για να κατανοήσει σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα.

«Πονάει το κεφάλι σου;» τη ρώτησε ξαφνικά ο Άνταν.

«Ναι», του απάντησε ξαφνιασμένη.

Είχε απορροφηθεί τόσο πολύ στις σκέψεις της, που δεν είχε
συνειδητοποιήσει ότι πονούσε το κεφάλι της. Σύντομα ο
πονοκέφαλος θα απλωνόταν και στην άλλη μεριά κι είχε
αφήσει τα παυσίπονα πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Δεν τα
έπαιρνε συχνά, αλλά όταν το έκανε δεν της ήταν καθόλου
ευχάριστο.

Εκείνος πάτησε ένα κουμπί στο κάθισμά του κι αμέσως


εμφανίστηκε μια αεροσυνοδός. Ο Άνταν ζήτησε ένα
ποτήρι νερό και κάποιο αναλγητικό. Όταν η αεροσυνοδός
ξαναγύρισε, η Ιζαμπέλα κατάπιε τα χάπια. Αν και δεν πίστευε
ότι θα της έκαναν τίποτα.

«Ίσως θα έπρεπε να κοιμηθείς λίγο», είπε ο Άνταν. «Υπάρχει


μια κρεβατοκάμαρα στο πίσω μέρος του αεροπλάνου.
Και μπάνιο όπου μπορείς να πλύνεις το πρόσωπό σου».

Ναι, έπρεπε να κοιμηθεί, αλλά δεν μπορούσε. «Έχεις


φωτογραφία του;» ρώτησε σιγανά.

Ο Άνταν έσφιξε τα χείλη του. Μετά έβγαλε το κινητό του και


πάτησε τα πλήκτρα. Όταν της το έδωσε, η ανάσα της κόπηκε.

Το μικρό αγόρι που κοιτούσε την κάμερα ήταν ένα


αξιολάτρευτο πλάσμα, φυσικά. Αλλά ήταν και κάτι άλλο. Η
Ιζαμπέλα κοίταξε με δέος το πρόσωπό του, αναζητώντας
ομοιότητες με τα δικά της χαρακτηριστικά. Είδε αμέσως την
ομοιότητα με τον

Άνταν στα σκούρα μαλλιά και τα μάτια, αλλά το πιγούνι και


το σχήμα της μύτης ήταν δικά της.

Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. «Είναι δύο χρόνων


τώρα;»

Γνέφοντας καταφατικά, ο Άνταν πήρε ξανά το κινητό του.


Δεν ήταν ακόμα έτοιμη να του το δώσει, αλλά και δεν
μπορούσε να του ζητήσει να ξαναδεί τη φωτογραφία.
Είχε χάσει τόσα πολλά! Την πρώτη του λε'ξη, το πρώτο του
βήμα. Πε'ρασε το χέρι της στο πρόσωπό της. Ο
πονοκέφαλος είχε ενταθεί και το στομάχι της έκαιγε. Δεν
ήταν σίγουρη αν ήταν από τον πόνο στο κεφάλι ή τον πόνο
της καρδιάς της, αλλά αισθανόταν ναυτία.

Σηκώθηκε απότομα όρθια. Ο Άνταν σηκώθηκε κι αυτός με τη


χάρη πάνθηρα σμίγοντας τα φρύδια του. «Τι συμβαίνει;»

«Πρέπει να... πάω στο μπάνιο».

Εκείνος της έδειξε την κατεύθυνση κι η Ιζαμπέλα όρμησε


κατά κει. Μόλις που πρόλαβε ν’ αδειάσει το περιεχόμενο του
στομάχου της στην τουαλέτα. Όταν επιτέλους ανασηκώθηκε,
κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ήταν χάλια. Σαν κορίτσι που είχε
πάρει τα καλλυντικά της μητέρας της και είχε μπογιατιστεί για
να δείχνει πιο μεγάλη.

Ανοιξε τις μπρούντζινες βρύσες που δεν είχαν καμιά σχέση με


τις συνηθισμένες σε ένα αεροπλάνο κι άρχισε να πλένει
το πρόσωπό της με ζεστό νερό και σαπούνι. Τα δάκρυα
κύλησαν ανεμπόδιστα. Στην αρχή προσπάθησε να τα
σταματήσει, αλλά μετά αποφάσισε ν’ αφήσει τον εαυτό της
ελεύθερο. Με το νερό να τρέχει, ο Άνταν δεν μπορούσε να
την ακούσει.

Έτριψε με δύναμη το πρόσωπό της, σαν να μπορούσε έτσι να


σβήσει τα δυο χρόνια που είχαν περάσει και να απαλλάξει τη
μνήμη της από τη μαύρη κουρτίνα που την κάλυπτε.
Εξακολουθούσε να έχει πονοκέφαλο, αλλά συνέχισε να
κλαίει και να πλένει το πρόσωπό της μέχρι που όλο το
μακιγιάζ έφυγε και τα δάκρυα σταμάτησαν.

Γύρισε στη θέση της, ελπίζοντας ότι ο Άνταν θα είχε πάει στο
γραφείο του ή για ύπνο. Δε στάθηκε τυχερή.

Καθώς τον πλησίαζε, εκείνος ύψωσε το βλέμμα του. Η


έκφρασή του δεν άλλαξε, αλλά η Ιζαμπέλα ήταν σίγουρη ότι
δεν

- του είχε ξεφύγει τι'ποτα. Το πρόσωπό της ήταν κόκκινο και


τα μάτια της πρησμένα ακόμα από το κλόιμα.

«Είσαι άρρωστη;» τη ρώτησε.

«Έχω ημικρανία», του απάντησε κάνοντας μια αδιάφορη


κίνηση. «Αν έπαιρνα το φάρμακό μου, δε θα ήταν τόσο
άσχημη η κατάσταση, αλλά χωρίς αυτό...»

«Δεν το πήρες μαζί σου;»

«'Οχι. Όλα έγιναν γρήγορα και ήμουν πολύ ταραγμένη».

«Πες μου ποιο είναι», είπε εκείνος. «Θα φροντίσω να το έχεις


μόλις φτάσουμε στο Τζαφαράν».
Η Ιζαμπέλα του είπε το όνομα του σκευάσματος και μετά
κουλουριάστηκε στην ανακλινόμενη πολυθρόνα.

«Θα έπρεπε να πας να ξαπλώσεις».

Εκείνη κούνησε απορριπτικά το χέρι της. «Θα προτιμούσα να


μην περπατήσω μέχρι εκεί, αν δε σε πειράζει».

Ο Άνταν σηκώθηκε όρθιος και πριν εκείνη προλάβει να


καταλάβει τι είχε σκοπό να κάνει, την πλησίασε κι έσκυψε να
τη σηκώσει στα χέρια του. Η Ιζαμπέλα διαμαρτυρήθηκε, αλλά
το κεφάλι της πονούσε πολύ και δεν είχε κουράγιο για
ιδιαίτερη αντίσταση.

Έγειρε πάνω στο στέρνο του. Ήταν ζεστό και γεροδεμένο. Για
πρώτη φορά μετά από χρόνια αισθανόταν ασφαλής.

Ασφαλής.

Ήταν μια αυταπάτη. Τώρα περισσότερο από ποτέ έπρεπε να


οχυρώσει τον εαυτό της ενάντια στα συναισθήματα. Αυτή τη
στιγμή ήταν συναισθηματικά ευάλωτη.

Αισθανόταν υπερβολικά πολλά πράγματα.

Αισθανόταν την καρδιά του να χτυπά δυνατά στην παλάμη


της που την είχε ακουμπήσει στο στέρνο του. Και μύριζε
το όμορφο πιπεράτο άρωμά του.
Ο Άνταν την πήγε στο πίσω μέρος του αεροπλάνου, σε μια
κρεβατοκάμαρα που είχε ένα διπλό κρεβάτι με μεταξωτά
σεντόνια και απαλό φωτισμό. Ήταν ένας παράδεισος για
το πονεμένο κεφάλι της.

Την άφησε στο κρεβάτι κι εκείνη ξάπλωσε χωρίς να τη νοιάζει


που φορούσε τζιν. Εκείνος της έβγαλε τα παπούτσια και μετά

τη σκέπασε με μια κουβέρτα. Η Ιζαμπέλα έκλεισε τα μάτια


της, ανίκανη να τον παρατηρεί να τη φροντίζει.

Επειδή, στην πραγματικότητα δε νοιαζόταν γι’ αυτή.

«Κοιμήσου, Ιζαμπέλα», της είπε.

«Άνταν», του φώναξε όταν εκείνος έφτανε στην πόρτα.

«Ναι;»

Η Ιζαμπέλα ξεροκατάπιε. Ο λαιμός της πονούσε από το


κλάμα. «Λυπάμαι».

Εκείνος περιορίστηκε να κουνήσει το κεφάλι καταφατικά και


βγήκε κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Αποφασιστικά.

♦**

Ο Άνταν δεν κοιμήθηκε καλά. Στριφογύριζε, πετώντας τα


σκεπάσματα και τραβώντας τα ξανά πίσω. Στη διπλανή
καμπίνα φανταζόταν την Ιζαμπέλα να κοιμάται ήσυχα.

Έπρεπε να παραδεχτεί ότι, όταν την είδε να βγαίνει από το


μπάνιο με πρόσωπο καθαρό, είχε ταραχτεί από την
έκφρασή της. Ήταν ολοφάνερο πως είχε κλάψει. Η
επιδερμίδα της ήταν ρόδινη από το ζεστό νερό, αλλά η μύτη
της ήταν κόκκινη και τα μάτια της πρησμένα. Φαινόταν σαν
να είχε περάσει μια κόλαση — και μάλλον έτσι ήταν. Είχε
σοκαριστεί με την είδηση του γάμου τους και της ύπαρξης
του Ραφίκ.

Με το θάνατό της.

Πίεσε με τη γροθιά του το μέτωπό του. Δεν είχε περιθώρια για


συμπόνια. Έπρεπε να τελειώσει αυτό που είχε πάει να κάνει.
Από το οποίο εξαρτιόταν η χώρα του. Ο γιος του.

Δε θα διακινδύνευε την ευτυχία του Ραφίκ. Η Ιζαμπέλα ήταν


μητέρα του, αλλά τι είδους μητέρα; Μια μητέρα που είχε
εγκαταλείψει το παιδί της. Ακόμα κι αν πραγματικά δεν το
θυμόταν, το είχε κάνει. Τότε που είχε την ευθύνη των πράξεών
της.

Δεν ήταν σίγουρος αν πραγματικά είχε πάει στην έρημο ή


ήταν ένα τέχνασμα για να καλύψει τα ίχνη της. Όπως και
να είχε, ήταν γεγονός ότι τη βοήθησε ο πατέρας της.
Πολύ σύντομα θ’ αντιμετώπιζε και τον Χασάν Μάρο.

Τώρα όμως είχε ν’ αντιμετωπίσει την Ιζαμπέλα.

Ο Άνταν πέταξε τα σκεπάσματα από πάνω του. Δεν υπήρχε


λόγος να μένει ξαπλωμένος, ενώ μπορούσε να κάνει κάποια

δουλειά. Έκανε ντους, ξυρίστηκε και φόρεσε μια λευκή


ντισντά-σα και το παραδοσιακό σκούρο κόκκινο κεφίγιε του
Τζαφαράν.

Η καινούρια βάρδια των αεροσυνοδών ετοίμαζε το πρωινό


στον ειδικό χώρο του αεροσκάφους. Όταν τον είδαν,
σταμάτησαν κάθε δραστηριότητα και υποκλίθηκαν βαθιά.
Ακόμα δεν το είχε συνηθίσει αυτό.

Ως πρίγκιπας απολάμβανε ενδείξεις σεβασμού και υποταγής,


αλλά όχι όσο τώρα που ήταν βασιλιάς. Μερικές φορές,
γινόταν αποδιοργανωτικό. Ήταν ανυπόμονος, ήθελε να θέσει
τέλος σ’ αυτές τις συνήθειες, αλλά συνειδητοποιούσε ότι οι
τύποι ήταν ακόμα κάτι σημαντικό για το λαό. Ο ίδιος είχε
άλλη γνώμη, όμως υπήρχαν στο Τζαφαράν κι αυτοί που
ήθελαν να τηρούνται οι παλιές παραδόσεις.

«Θέλετε λίγο καφέ, Εξοχότατε;» ρώτησε ένας καμαρότος.

«Ναι, ευχαριστώ», απάντησε ο Άνταν. «Φέρ’ τον στο γραφείο


μου».
Μπήκε στο γραφείο και κάθισε πίσω από το μεγάλο ξύλινο
τραπέζι. Ανοιξε τον υπολογιστή του κι έλεγξε το
ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Μετά άνοιξε ένα παράθυρο και
στη θέση της αναζήτησης δακτυλογράφησε τον όρο
επιλεκτική αμνησία.

Ο καφές ήρθε κι ο Άνταν τον ήπιε διαβάζοντας για την


επιλεκτική αμνησία, τη συστηματοποιημένη αμνησία κι
ένα σωρό άλλες διαταραχές μνήμης. Ήταν δυνατόν, αν και
σπάνιο, κάποιος να ξεχάσει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και
όλα τα γεγονότα που αφορούσαν αυτό το πρόσωπο. Το ήξέρε
η Ιζαμπέλα αυτό; Το είχε πληροφορηθεί και να είχε
αποφασίσει να το χρησιμοποιήσει ως δικαιολογία;

Αν όμως ήταν έτσι, τότε ήξερε ότι θα πήγαινε να τη βρει.


Συνοφρυώθηκε. Ό,τι και να ήταν, θα φρόντιζε να την
εξετάσει γιατρός όταν θα έφταναν στη χώρα του.

Πήρε το τηλέφωνο και κάλεσε το βοηθό του στο Τζαφαράν,


δίνοντάς του την εντολή να ζητήσει από τον Χασάν Μάρο
να πάει την επομένη στο παλάτι. Ύστερα του ζήτησε να βρει
έναν ειδικό ψυχολόγο.

Καθώς έκλεινε το τηλέφωνο, ήρθε μήνυμα από τη Γιασμίν.


Το άνοιξε και διάβασε τις χαρούμενες φλυαρίες της για την
πρόβα
της γαμήλιας φορεσιάς και τις ετοιμασίες για το συμπόσιο
του γάμου.

Ο Άνταν ε'νιωσε τις ενοχές να τον πνίγουν. Δεν της είχε πει
πού πήγαινε όταν έφυγε.

Αυτός και η Γιασμίν γνωρίζονταν από παιδιά. Ποτέ δεν είχε


υπάρξει κάτι ανάμεσά τους, αλλά συμπαθούσαν ο ένας
τον άλλο. Ήταν ευγενική, γλυκιά και θα γινόταν καλή μητέρα
για τον Ραφίκ, όπως και για τα δικά τους παιδιά.

Η Γιασμίν ήταν μια ασφαλής επιλογή. Η σωστή επιλογή.

Δούλεψε λίγο ακόμα παίρνοντας το πρωινό στο γραφείο του


κι όταν βγήκε βρήκε την Ιζαμπέλα να κάθεται στην ίδια
θέση με το προηγούμενο βράδυ. Τα γυμνά της πόδια ήταν
απλωμένα μπροστά και σταυρωμένα στους αστραγάλους και
κοιτούσε τα χαρτιά που εκείνος της είχε δώσει το
προηγούμενο βράδυ.

Ανασήκωσε το βλέμμα της όταν την πλησίασε. Δεν τον


υποδέχτηκε χαμογελώντας, όπως παλιά. Δεν έμοιαζε σε
τίποτα με την κοπέλα που είχε παντρευτεί. Την ήρεμη γυναίκα
με τη γλυκιά αθωότητα. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι εκείνη
η γυναίκα ήταν το ίδιο αδιάφορη όσο κι ένα τραπέζι ή μια
καρέκλα, πράγματα που ξέρεις ότι υπάρχουν αλλά που δεν τα
προσέχεις σε καθημερινή βάση.
Η γυναίκα που είχε μπροστά του όμως ήταν αισθησιακή,
μυστηριώδης. Είχε μια φλόγα που δεν υπήρχε πριν και που
δεν μπορούσε να πάψει να τον ελκύει τώρα.

Το πρόσωπό της αμακιγιάριστο ήταν αγγελικό. Τα μαλλιά


της ήταν ατίθασα, σκούρα χρυσά με πιο ξανθές ανταύγειες
που έμοιαζαν φυσικές. Παλιά την έβλεπε πάντα με μακριά,
ίσια μαλλιά πιασμένα σε ένα χαλαρό σινιόν. Η τωρινή εικόνα
της ήταν μποέμικη, μια εικόνα ατημέλητου καλοκαιριού που
εκείνος δεν είχε συνηθίσει.

Η Ιζαμπέλα φορούσε ένα μπλε βαμβακερό πρωινό φόρεμα με


βαθύ ντεκολτέ και ένα ζευγάρι σανδάλια.

«Κοιμήθηκες καλά;» τη ρώτησε.

Τα πράσινα μάτια της ήταν ακόμα θολά, αν και σαφώς πιο


όμορφα από την προηγούμενη μέρα που ήταν βαμμένα.
Φαινόταν περισσότερο προβληματισμένη παρά ξεκούραστη.

«Όσο μπορεί να είναι εφικτό αυτό».

Την καταλάβαινε.

«Σε τρεις περίπου ώρες φτάνουμε στο Τζαφαράν».

Εκείνη άφησε τα χαρτιά κάτω. «Και τι θα γίνει τότε, Άνταν;»


«Πολλά, φαντάζομαι», της απάντησε, σκόπιμα αόριστα.

«Πότε μπορώ να δω τον... Ραφίκ;»

Ο Άνταν πρόσεξε ότι είχε ξεροκαταπιεί πριν πει το όνομα του


γιου του. Του γιου του, όχι του γιου της. Όχι πλε'ον.
Είχε παραιτηθεί από αυτό το δικαίωμά της πριν δυο χρόνια.
Εξάλλου, δεν ήταν διατεθειμενος να βάλει τον Ραφίκ σε
οποιοδήποτε μπε'ρδεμα, από τη στιγμή μάλιστα που
ετοιμαζόταν να παντρευτεί τη Γιασμίν.

«Πολύ φοβάμαι ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει», της


αποκρίθηκε στεγνά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Η Ιζαμπέλα τον κάρφωσε με το βλέμμα. Αναρωτήθηκε αν ο
πόνος που έσκισε τα σωθικά της φάνηκε στο πρόσωπό
της. Όμως, δε θα επέτρεπε στον εαυτό της να κλάψει. Τέρμα
τα δάκρυα. Είχε κλάψει στο μπάνιο κι ε'κλαιγε στο κρεβάτι της
όλη τη νύχτα, ενώ το αεροπλάνο συνέχιζε να πετά.

Δε θα έκλαιγε τώρα.

Αλλά ούτε και θα δεχόταν τις αποφάσεις του σαν να ήταν ο


προσωπικός της δικτάτορας.
«Ίσως δεν έπρεπε να το διατυπώσω έτσι», του είπε. «Δεν
ήταν ερώτηση».

Ήταν πολύ όμορφος με τη λευκή κελεμπία και το κόκκινο


κάλυμμα κεφαλής. Τα σκούρα του μάτια έλαμπαν
γερακίσια στο πρόσωπό του, και τα χείλη του, έστω κι αν
είχαν στενεψει, κατάφερναν να είναι πολύ πιο σέξι απ’ όσο
εκείνη θα ήθελε.

«Δεν μπορείς να τον δεις», δήλωσε ο Άνταν. «Θα του


δημιουργήσεις σύγχυση».

Ο θυμός απλώθηκε μέσα τής σαν πυρκαγιά. «Είναι δύο χρο-


νών, Άνταν. Τι είδους σύγχυση θα πάθει;»

Εκείνος ξεφύσηξε. «Δεν τον ξέρεις. Δεν είσαι σε θέση να μου


πεις τι είναι καλύτερο για το γιο μου».

«Το γιο μας».

Ο Άνταν σηκώθηκε όρθιος. Με την άκρη του ματιού της η


Ιζαμπέλα είδε μια αεροσυνοδό να οπισθοχωρεί. Όλοι του
φέρονταν σαν να ήταν θεός. Σαν να έλεγχε τη μοίρα τους,
σαν να έκανε αυτός τον ήλιο να λάμπει και τη βροχή να
πέφτει.

Δε θα έκανε κι εκείνη το ίδιο.


Σηκώθηκε και τον κοίταξε θαρραλέα. Εδώ παιζόταν όλη η

ζωή και η ύπαρξή της κι αυτός πίστευε ότι θα δεχόταν τις


αποφόισεις του υπάκουα; Ειδικά όσον αφορούσε το παιδί
της; «Είμαι η μητε'ρα του», είπε.

«Τον γέννησές, αλλά μια μητε'ρα είναι πολλά παραπάνω απ’


αυτό», της πε'ταξε ο Άνταν.

Η Ιζαμπε'λα έσφιξε τα χε'ρια της σε γροθιές. Η καρδιά της


χτυπούσε δυνατά και τα απομεινάρια του πονοκεφάλου
ακόμα δονούσαν τα μηλίγγια της.

«Το καταλαβαίνω αυτό».

«Αλήθεια; Και πότε ακριβώς είχες αυτή την επιφώτιση;» της


πέταξε εκείνος ειρωνικά.

«Άνταν...»

«Το σκέφτηκες πριν πάρεις την απόφασή σου να φύγεις; Τότε


που ετοιμαζόσουν να αφήσεις το μωρό μόνο του στο
σπίτι του πατέρα σου;»

Κάθε του λέξη ήταν σαν χτύπημα μαστιγίου. Αλλά η


Ιζαμπε'λα δεν μπορούσε να κάνει πίσω. 'Επρεπε να επιμείνει,
αλλιώς θα τη βάραινε πάντα η οργή και η περιφρόνησή του.
«Το άφησα μόνο του; Δεν υπήρχε κανείς άλλος στο σπίτι;»
«Υπήρχαν οι υπηρέτες, αλλά δεν είναι το ίδιο».

Η καρδιά της πονούσε. Γιατί είχε κάνει τέτοιο πράγμα; Γιατί;


«Και θα συνεχίσεις να του στερείς τη μητε'ρα του τώρα που με
βρήκες;»

«Δε σε χρειάζεται», είπε ο Άνταν, κομματιάζοντας ξανά την


καρδιά της.

«Πώς το ξέρεις; Το λες επειδή έτσι το αποφάσισες; Ή ξέρεις


πραγματικά τι υπάρχει μέσα στο μυαλό ενός παιδιού;»

«Μη δοκιμάζεις την υπομονή μου, Ιζαμπε'λα». Η φωνή του


είχε ένα δυσοίωνο τόνο.

Δεν την ένοιαζε. Η Ιζαμπε'λα έκανε ένα βήμα προς το μέρος


του και κοίταξε κατευθείαν μέσα στα λαμπερά μάτια του με
το χρώμα του οψιδιανού. «Τότε, τι στο διάβολο κάνω εδώ,
Άνταν; Τι θέλεις από μένα;»

«Ξέρεις τι θέλω».

Το αίμα άρχισε να τρέχει πιο δυνατά στις φλέβες της, το


κεφάλι της θόλωσε από τη ζάλη και σκούρα στίγματα
γέμισαν το οπτικό της πεδίο.

Όχι. Δε θα φερόταν τόσο ανόητα ώστε να λιποθυμήσει επειδή


εκείνος ήθελε διαζύγιο.

Δεν τον ήξερε, δεν τον αγαπούσε. Η απόρριψή του δεν έπρεπε
να ε'χει καμιά σημασία.

Δεν είχε σημασία.

Το παιδί όμως είχε. Ο Ραφίκ, το μωρό της. Το μωρό που της


ήταν επίσης άγνωστο, αλλά που ήταν κομμάτι της σάρκας
και του αίματός της. Κουβαλούσε το DNA της, ήταν μισό
δικό της. Δε θα άφηνε το γιο της τώρα που τον είχε βρει.

_ «Δεν πρόκειται να σου δώσω διαζύγιο», είπε με φωνή


χαμηλή και τόνο όσο μπορούσε πιο σκληρό.

«Δεν έχεις επιλογή, Ιζαμπε'λα. Ξέχασες ότι είμαστε υπήκοοι


του Τζαφαράν;»

Εκείνη ύψωσε το πιγούνι της. «Θέλεις να πεις ότι έχεις όλη τη


δύναμη στα χέρια σου; Όχι, δεν το ξέχασα αυτό. Αλλά
δεν έχω και σκοπό να σε διευκολύνω κιόλας».

Ο Άνταν ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του. «Δεν έχεις σκοπό να


με διευκολύνεις;» επανέλαβε σκυθρωπός.

Μετά άρχισε να γελά, ξαφνιάζοντάς τη με το μεστό ήχο του


γέλιου του. Ήταν αστείο —επειδή είχε δίκιο. Η Ιζαμπέλα
δεν είχε καμιά δύναμη. Στην ουσία, δεν μπορούσε να κάνει
τίποτα. Αλλά και πάλι δεν είχε σκοπό να παραιτηθεί εύκολα.

«Θα παλέψω. Ό,τι κι αν χρειαστεί, θα το κάνω. Δε θα σε


αφήσω να μου πάρεις το παιδί μου, πριν καν μου δοθεί
η ευκαιρία να το γνωρίσω».

Ο Άνταν την πλησίασε και στάθηκε από πάνω της σαν


μεγάλη, απειλητική σκιά. «Έκανες την επιλογή σου πριν
δυο χρόνια. Δεν υπάρχει τίποτα πια για να το παλέψεις».

Για μερικές στιγμές κοιτάχτηκαν επίμονα.

Μετά εκείνος σήκωσε το χέρι του. Η Ιζαμπέλα έκανε μια


γκριμάτσα, αλλά αρνήθηκε να δείξει δειλία. Τα δάχτυλά του
την άγγιξαν απαλά. Χάιδεψαν το μάγουλο, το λαιμό της κι
ανέβηκαν ξανά από την άλλη μεριά σκορπώντας καυτά ρίγη
στο πέρασμά τους.

Τα χείλη της μισάνοιξαν και η γλώσσα της πέρασε αργά


πάνω τους υγραίνοντάς τα. Το βλέμμα του ακολούθησε αυτή
την κίνηση.

«Τα είχες όλα, Ιζαμπέλα», της είπε μαλακά. «Έναν πλούσιο


σύζυγο, ένα παιδί και την πιθανότητα για πολλά
περισσότερα. Αλλά δε σου έφταναν. Δε σου φτάναμε. Πες
μου, γιατί να σου δώσω μια δεύτερη ευκαιρία;»

Εκείνη ξεροκατάπιε. Τα μάτια του εξέφραζαν συναισθήματα


που εκείνη δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς.

Μια σκέψη πέρασε από το νου της σαν αστραπή. Δεν


μπορούσε να πιστέψει ότι συνέβαινε, δεδομένου ότι της είχε
πει πως γνωρίζονταν ελάχιστα, αλλά, αν ήταν έτσι, αυτό
εξηγούσε τα πάντα.

«Ήσουν...» Ξεροκατάπιε. «Ήσουν ερωτευμένος μαζί μου; Γι’


αυτό είσαι τόσο θυμωμένος;» τον ρώτησε.

Ο Άνταν φάνηκε ξαφνιασμένος, αλλά μετά κούνησε το


κεφάλι του αρνητικά. «Καθόλου. Εσύ ήσουν ερωτευμένη μαζί
μου».

Η Ιζαμπέλα τσιτώθηκε. «Πώς το ξέρεις;» .

Αυτή τη φορά η έκφραση του προσώπου του έδειξε οίκτο.


«Μου το είχες πει η ίδια».

«Δε σε πιστεύω», του πέταξε εκείνη. Αν ήταν ερωτευμένη μ’


αυτό τον άντρα, δε θα το ήξερε; Δε θα αισθανόταν
κάποιο δέσιμο μαζί του, έστω κάι αν η μνήμη της είχε
τραυματιστεί;

«Πίστεψε ό,τι θέλεις, Ιζαμπέλα. Η πραγματικότητα δεν


αλλάζει». Το χέρι του τραβήχτηκε από πάνω της.

Εκείνη ήθελε να διαμαρτυρηθεί, να του ζητήσει να συνεχίσει


να την αγγίζει, αλλά δεν το έκανε.

«Αλλά έλεγες ψέματα, φυσικά. Γιατί, αν μ’ αγαπούσες, αν


μας αγαπούσες, δε θα είχες φύγει», πρόσθεσε εκείνος.

«Πολύ βολικό για σένα αυτό», του είπε με πόνο ψυχής. «Αν
διαφωνήσω ή αντιδράσω, μου λες ότι έκανα αυτό το
φοβερό πράγμα ξέροντας ότι δεν μπορώ να διαφωνήσω μαζί
σου. Ξέροντας ότι δε θυμάμαι τι συνέβη πραγματικά». Η
Ιζαμπέλα έφερε τις γροθιές της και τον αγριοκοίταξε. «Πώς
ξέρω ότι δεν είσαι κι εσύ μπλεγμένος σ* αυτή την ιστορία;
Πως ό,τι λες είναι ψέματα;»

«Πριν από πολύ καιρό, αν με αποκαλούσες ψεύτη θα


καταδικαζόσουν σε θάνατο».

«Ευτυχώς που ζούμε σε πιο πολιτισμένες εποχές», αντέτεινε


εκείνη. ·

Πίσω από τον Άνταν μια αεροσυνοδός έμεινε με το ένα πόδι


στον αέρα σαν να την είχαν συλλάβει εν κινήσει. Μετά
έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε.

«Για τ’ όνομα του Θεού», αναφώνησε η Ιζαμπέλα. «Γιατί


όλοι στέκονται προσοχή μπροστά σου, σαν να πρόκειται να
τους πάρεις το κεφάλι;»

Προσπέρασε τον Άνταν και πρόλαβε τη γυναίκα. «Αν θέλεις


να του μιλήσεις, έλα σε παρακαλώ», της είπε.

Η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι. «Η Εξοχότητά του είναι


απασχολημένος. Θα έρθω κάποια άλλη στιγμή».

Η Ιζαμπε'λα εκνευρίστηκε. Είχε μπουχτίσει μ’ όλες αυτές τις


εκδηλώσεις υποταγής και δεν την ένοιαζε ακόμα και
πρίγκιπας του σύμπαντος να ήταν ο Άνταν. Οι άνθρωποι
αυτοί είχαν μια δουλειά, αλλά δεν μπορούσαν να την κάνουν
επειδή εκείνος φερόταν σαν πληγωμένο λιοντάρι.

«Ήθελες να τον ρωτήσεις αν θέλει κάτι να πιει; Να φάει;»


επέμεινε.

«Αν θέλει κάτι να πιει, Υψηλοτάτη».

Ξαφνιασμένη, η Ιζαμπέλα άνοιξε το στόμα της να διορθώσει


την κοπέλα. Μετά θυμήθηκε. Ήταν κι αυτή πριγκίπισσα,
τουλάχιστον ακόμα και μολονότι το προσωπικό δε φάνηκε
να το ξέρει όταν επιβιβάστηκαν, θα το είχαν μάθει τώρα που
τσακώνονταν με τον Άνταν τόσο έντονα.

«Εγώ θα ήθελα νερό με λίγο λεμόνι, παρακαλώ». Γύρισε και


κοίταξε τον Άνταν που στεκόταν στο ίδιο σημείο και
κοιτούσε προς το μέρος της άγρια. «Η Εξοχότητά σου θέλει
κάτι να πιει;» τον ρώτησε

Νόμισε ότι είδε ένα νεύρο να παίζει στο πλάι του προσώπου
του. «Όχι».

«Πολύ καλά». Η Ιζαμπέλα γύρισε ξανά στην κοπέλα. «Το


νερό μου, τότε».

«Μάλιστα, Υψηλοτάτη». Η κοπέλα έκανε μια υπόκλιση και


απομακρύνθηκε στο διάδρομο.

«Δεν ξέρω πώς αντέχεις τον εαυτό σου», του είπε η Ιζαμπέλα.
«Τρομοκρατείς γυναίκες, απαιτείς υπακοή και αγριοκοιτάς
προς κάθε κατεύθυνση. Δε θα ήθελες, έτσι για μια φορά, να
σου μιλήσει κάποιος χωρίς να φοβάται τι θα κάνεις ή τι θα
πεις;»

Η έκφρασή του ήταν πέτρινη. «Μπορεί να σου προκαλέσει


έκπληξη, αλλά σου λέω ότι δεν τρομοκρατώ κανέναν.
Με υπακούνε επειδή αυτό πρέπει να κάνουν».

Η Ιζαμπέλα επέστρεψε στη θέση της και κάθισε βαριά. «Τότε


έχεις αυταπάτες. Εγώ βλέπω ότι τους τρομοκρατείς όλους».

«Δε μου φαίνεσαι και ιδιαίτερα τρομοκρατημένη», τηςπέταξε


εκείνος σαρκαστικά.

«Το προσπαθώ πολύ».

Η αεροσυνοδός επέστρεψε με ένα ποτήρι μεταλλικό νερό κι


ένα πιατάκι με φέτες λεμονιού. Τα άφησε στο τραπέζι
μπροστά στης. «Θέλετε κάτι άλλο, Υψηλοτάτη;»

«Όχι, ευχαριστώ».

Μετά η'κοπέλα ρώτησε τον Άνταν αν ήθελε κάτι. Όταν


εκείνος αρνήθηκε, εξαφανίστηκε ξανά στο διάδρομο.

Η Ιζαμπέλα έστυψε μια φέτα λεμονιού μέσα στο νερό και το


ήπιε. Έκανε καλό στο λαιμό της που είχε ταλαιπωρηθεί από
το τραγούδι και το κλάμα. Ύστερα αγνόησε σκόπιμα τον
Άνταν και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Είχε ξημερώσει και
πε-τούσαν μέσα στα σύννεφα.

«Έχεις αλλάξει, Ιζαμπέλα».

Τον κοίταξε και η καρδιά της σκίρτησε με τη φλόγα και το


θυμό που είδε στο βλέμμα του. «Όλα έχουν αλλάξει»,
του απάντησε μαλακά. «Ή προσαρμόζεσαι ή πεθαίνεις. Εγώ
προτίμησα να προσαρμοστώ».

«Σύντδμα θα γυρίσεις στη Χαβάη, άρα δεν μπορείς να πεις


ότι προσαρμόστηκες και ιδιαίτερα».

Το στομάχι της σφίχτηκε, αλλά η Ιζαμπέλα αρνήθηκε να


αντιδράσει. «Δεν πρόκειται να με τρομάξεις και να
φύγω, Άνταν. Ό,τι και να κάνεις, δεν πρόκειται να με
διώξεις».
«Δε θα ήταν έξυπνο να σχεδιάσεις ένα μέλλον στο Τζαφα-
ράν», την προειδοποίησε εκείνος. «Θα μείνεις όσο χρειαστεί
για να ξεκαθαρίσουμε τα νομικά θέματα που προκύπτουν από
το γεγονός ότι δεν έχεις πεθάνει».

«Δεν πρόκειται να σωπάσω ούτε και να χαθώ στη νύχτα σαν


φάντασμα όσο κι αν το θέλεις».

Ο Άνταν σκέφτηκε μια στιγμή. «Και πάλι θα όου πω ότι δεν


είνατεπιλογή σου αυτό», είπε μετά.

***

Κατεβαίνοντας αττό το αεροπλάνο στη γη του Τζαφαράν, η


Ιζαμπέλα ένιωσε σαν να ε'βγαίνε από ένα ψυγείο κι έμπαινε
σε φούρνο. Ο ήλιος έκαιγε την άσφαλτο αντανακλώντας
στα μάτια της. Φορούσε γυαλιά ηλίου, αλλά και πάλι ένιωθε
τους κερατοειδείς της να φλέγονται. Είχε ξεχάσει πόσο ζεστό
ήταν το Τζαφαράν. Ειδικά συγκρινόμενο με την πλούσια
βλάστηση της Χαβάης.

Ψηλοί φοίνικες πλαισίωναν το δρόμο πιο πέρα και στο φόντο


υψώνονταν αμμολιθικά βουνά. Ήταν η πατρίδα της κι
όμως αισθανόταν σαν να βρισκόταν σε μια ξένη χώρα.

Η Ιζαμπέλα είδε τρεις λιμουζίνες Μερσέντες που δίπλα τους


περίμεναν στωικά άντρες με σκούρα κοστούμια και
ακουστικά στ’ αυτιά. Αρκετοί άλλοι με λευκές ντισντάσα και
παραδοσιακές κεφίγιε στέκονταν στη βάση της σκάλας του
αεροσκάφους, από όπου ξεκινούσε ένα κόκκινο χαλί που
έφτανε μέχρι τ’ αυτοκίνητα.

Ο Άνταν προπορεύτηκε στη σκάλα. Αμέσως οι άντρες κάτω


γονάτισαν κι έσκυψαν ακουμπώντας το κεφάλι στο
έδαφος καθώς τους πλησίαζε. Η Ιζαμπέλα κοντοστάθηκε.
Αυτός ήταν χαιρετισμός στο βασιλιά, όχι σε κάποιο μέλος
της βασιλικής οικογένειας.

Ο Άνταν τους μίλησε κι εκείνοι ανασηκώθηκαν ενώ ο ιδιος


διέσχισε το χαλί προς τ’ αυτοκίνητα. Η Ιζαμπέλα έμεινε
ακίνητη προσπαθώντας να κατανοήσει τι είχε δει. Ήθελε όσο
τίποτα να κάνει μεταβολή και να μπει ξανά στο αεροπλάνο.
Ένα κομμάτι της —το μικρό,.φοβισμένο κομμάτι της—
ήθελε να γυρίσει πίσω το χρόνο και να σβήσεί τις τελευταίες
είκοσι τέσσερις ώρες, μέχρι το σημείο που έμαθε για τον
Άνταν και το γιο τους.

Ο Άνταν έφτασε στα αυτοκίνητα και γύρισε να την κοιτάξει.


Εκείνη τη στιγμή κάτι μέσα της έσπασε, τα πόδια της
ελευθερώθηκαν κι άρχισε να προχωρά βιαστικά προς το
μέρος του. Δε θα του επέτρεπε να την αφήσει πίσω. Δε θα
έδειχνε δειλία, δε θα κρυβόταν από τη σκληρή αλήθεια που
την περίμενε όταν θα ξαναμιλούσε με τον πατέρα της.

Ο Άνταν έκανε ένα βήμα πίσω για να μπει εκείνη στο αυτό-
κινητό κι ύστερα την ακολούθησε. Η πόρτα ε'κλεισε και το
αυτοκίνητο ξεκίνησε.

Η Ιζαμπέλα ίσιωσε νευρικά τη φούστα του φορέματος της.


Πού είχε πάει το θάρρος της νωρίτερα; Πού ήταν η
γυναίκα που είχε ορθώσει το ανάστημά της μπροστά του;
Που τον είχε προκαλέσει και τον είχε απειλήσει;

Δεν το ήξερε, ήξερε όμως ότι ανέπνεε με δυσκολία και το


στήθος της είχε ιδρώσει. Δεν έπρεπε να περπατήσει
γρήγορα μέσα στη ζέστη. 'Ελειπε καιρό και είχε ξεσυνηθίσει.

Ο Άνταν πήρε από ένα μικρό ψυγείο ένα μπουκάλι κρύο νερό
και της το έδωσε. «Πιες, πριν λιποθυμήσεις».

Εκείνη το άνοιξε και ήπιε μια γουλιά. «Είχα ξεχάσει πόση


ζέστη κάνει στο Τζαφαράν», είπε, ελπίζοντας η φωνή της
να μη φανέρωνε τη νευρικότητά της. Ήθελε να δείχνει ήρεμη
κι απτόητη —αν και δεν ήταν.

«Φαίνεται ότι έχεις πρόβλημα να θυμηθείς πολλά


πράγματα», απάντησε εκείνος ψυχρά.

Η Ιζαμπέλα αγνόησε το σχόλιό του. «Προηγουμένως,


πρόσεξα ένα χαιρετισμό που απευθύνεται στο βασιλιά».

Η Ιζαμπέλα δεν μπορούσε να δει τα μάτια του πίσω από τα


γυαλιά ηλίου που φορούσε ο Άνταν. Είδε όμως τα χείλη του
που σφίχτηκαν.

«Σωστά είδες», της απάντησε.

«Εσύ είσαι ο βασιλιάς; Νόμιζα ότι θα ήταν ο Αλ Νάσρι».

Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά. Πού είχε μπλέξει; Τι


φοβερό μπέρδεμα ήταν όλο αυτό;

«Ο ξάδελφός μου και η οικογένειά του σκοτώθηκαν πέρυσι σ’


ένα δυστύχημα. Ως μεγαλύτερος από τ’ αδέλφια μου,
έγινα εγώ κληρονόμος του θείου μου, ο οποίος πέθανε πριν
από μια βδομάδα».

Η ανάσα της κόπηκε. «Εγώ δε... Δεν μπορώ να...»

«Να είσαι η βασίλισσα; Όχι, δεν είσαι. Ούτε θα γίνεις».

«Μα αν εσύ είσαι ο βασιλιάς;»

Ο Άνταν συνοφρυώθηκε. «Δεν μπορεί να γίνει η επίσημη


ενθρόνιση αν δεν είμαι παντρεμένος. Αυτός είναι ο νόμος.
Μέχρι τη στέψη ενεργώ αντί του βασιλέα».

Η Ιζαμπέλα αντιστάθηκε στην επιθυμία να κολλήσει το κρύο

μπουκάλι στο λαιμό και το στήθος της. Δεν μπορούσε τίποτα


να τη δροσίσει με την καρδιά της να χτυπά έτσι και
την επιδερμίδα της να ριγεί κοντά του.

«Φοβάμαι ότι δεν καταλαβαίνω τίποτα. Είσαι ήδη


παντρεμένος μαζί μου».

Ο Άνταν έβγαλε τα γυαλιά και τα πέταξε στο κάθισμα δίπλα


του. Το βλέμμα του τη διαπέρασε σκληρό και ψυχρό. Και
καυτό ταυτόχρονα. Πώς το κατάφερνε;

«Πριν από σαράντα οκτώ ώρες ήμουν χήρος. Αυτό άλλαξε,


αλλά είναι κάτι που θα το φροντίσουμε σύντομα. Και
μόλις τακτοποιηθεί, θα προχωρήσω στο γάμο που η
εμφάνισή σου διατάραξε».

«Στο γάμο; Παντρεύεσαι;»

«Μόλις σου το είπα».

Ο πόνος πάλεψε με την οργή μέσα της. Φυσικά και θα είχε


προχωρήσει στη ζωή του ο Άνταν. Φυσικά και θα
ξαναπαντρευόταν, αν πίστευε πως εκείνη ήταν νεκρή. Τώρα,
όμως, που την είχε βρει και την είχε φέρει πίσω; Τώρα που
εκείνη ήξερε πως είχαν ένα γιο μαζί;

«Την αγαπάς;» τον ρώτησε.

Αν ήταν έτσι, αν εκείνος είχε βρει κάποια που αγαπούσε και


τον αγαπούσε κι αυτή, πώς μπορούσε να μπει ανάμεσά τους;
Αλλά και πώς μπορούσε να μην μπει, από τη στιγμή που
παιζόταν το μέλλον της με το παιδί της;

«Αυτό δε σε αφορά», της απάντησε κοφτά.

• Η καρδιά της σφίχτηκε. «Δηλαδή, όχι. Αν την αγαπούσες,


δε θα σε πείραζε να το πεις».

Τα δάχτυλά του χτύπησαν ρυθμικά πάνω στο δερμάτινο


κάθισμα. «Δεν το ξέρεις αυτό».

«Το ξέρω», επέμεινε εκείνη. «Κανένας ερωτευμένος δεν


ενοχλείται όταν τον ρωτούν. Εκτός κι αν η σχέση είναι για
κάποιο λόγο απαγορευμένη».

Το βλέμμα του σκλήρυνε. «Έχεις ερωτευτεί πρόσφατα, Ιζα-


μπέλα; Μιλάς από εμπειρία;»

Εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα, αρνούμενη να τον αφήσει να


δει τη μοναξιά των δύο τελευταίων χρόνων. Τη βεβαιότητα
ότι υπήρχε κάποιος εκεί έξω, αλλά δεν τον είχε βρει ακόμα.

«Όχι».

Ο Άνταν έττιασε το πιγούνι της κι ανασήκωσε το κεφάλι της.


Τα μάτια του έψαξαν τα δικά της. «Ανήκεις σ’ εμένα,
χαμτπμττπ. Δε θα μου άρεσε καθόλου να έχεις εραστή».
«Δεν καταλαβαίνω γιατί, αφού δε βλέπεις την ώρα να με
ξεφορτωθείς».

Κάτι πέρασε από το πρόσωπό του και μετά ο Άνταν την


άφησε απότομα. «Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Κι όσο πιο
γρήγορα, τόσο το καλύτερο. Ήρθε η ώρα ο Ραφίκ να
αποκτήσει μια σωστή μητέρα».

Ήταν σαν να είχε πάρει ένα καυτό στιλέτο και το είχε


καρφώσει στην καρδιά της. Με δυσκολία συγκρατήθηκε η
Ιζαμπέλα και δεν του επιτέθηκε. Ήταν άκαρδος, ψυχρός και
βίαιος.

Σίγουρα θα την έριχναν στην πιο σκοτεινή φυλακή του Τζα-


φαράν αν άπλωνε το χέρι της στο βασιλιά. Αλλά δεν ήταν
αυτό που τη σταμάτησε. Ήταν η σκέψη του μωρού της.

«Είσαι ο πιο βάναυσος άνθρωπος που ξέρω, το


καταλαβαίνεις αυτό; Γιατί με έφερες εδώ; Γιατί ήρθες και με
βρήκες αν αυτό που ήθελες ήταν να κομματιάσεις την καρδιά
μου; Μου λες ψέματα ότι ήμουν ερωτευμένη μαζί σου. Δε θα
μπορούσα ποτέ να έχω αγαπήσει έναν άντρα σαν εσένα».

«Ευχαριστώ», της είπε εκείνος ειρωνικά. «Αλλά γνωρίζεις


γιατί είσαι εδώ. Αν δεν είχα έρθει να σε βρω, θα παραβίαζα
το νόμο κάνοντας ένα νέο γάμο».

«Φυσικά», είπε η Ιζαμπέλα με πικρία. «Το θέμα είσαι εσύ και


οι επιθυμίες σου. Δε δίνεις δεκάρα για τα δικά μου
αισθήματα ούτε νοιάζεσαι για το γιο μας!»

«Πρόσεχε τι λες, Ιζαμπέλα», είπε ο Άνταν. «Το Τζαφαράν δεν


είναι όσο μοντέρνο θα ήθελες κι αν συνεχίσεις να με πιέζεις,
θα ανακαλύψεις πόσο σκληρός μπορώ να γίνω».

«Αυτό νομίζω ότι το ξέρω ήδη», του πέταξε εκείνη.

«Ειλικρινά, δεν το ξέρεις», της απάντησε μελιστάλαχτα.

«Τι μπορεί να είναι πιο σκληρό από το να χωρίζεις μια μητέρα


από το παιδί της;»

Τα μάτια του στένεψαν και μικρές ρυτίδες από τον ανελέητο


ήλιο φάνηκαν στις άκρες τους. Η Ιζαμπέλα έβλεπε τη
σκληρότητα της ερήμου στο πρόσωπό του. Ήταν ο βασιλιάς,
αλλά ήταν αδάμαστος κι αδάμαστος θα παρέμενε.

Ένα άσχημο προαίσθημα την έκανε ν’ ανατριχιάσει.

«Το να εγκαταλείψει μια μάνα το παιδί της», της απάντησε


παγερά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Ο Άνταν κάθισε στο μεγάλο σκαλιστά τραπέζι του γραφείου
του και κοίταξε ανέκφραστα τον προσωπικά του νομικό
σύμβουλο.

«Τι εννοείς, λέγοντας πως το διαζύγιο θα πάρει κάποιο


χρόνο;»

Ο νομικός σύμβουλος ξερόβηξε. «Το γαμήλιο συμβόλαιο με


την Ιζαμπέλα Μάρο είναι ξεκάθαρο, εξοχότατε. Αν η ίδια δε
συμφωνεί στο διαζύγιο, η μόνη περίπτωση να λύσετε το γάμο
μονομερως είναι να μην μπορεί να κάνει παιδιά η σύζυγός
σας. Όπως καταλαβαίνετε, είναι αδύνατον να το
επικαλεστείτε αυτό».

Η πίεση του Άνταν τινάχτηκε στα ύψη.

«Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κάποια επιχειρήματα που θα


μπορέσουν να στηρίξουν τη θέση μας ότι ο γάμος σας
πρέπει να λυθεί με ή χωρίς τη συναίνεσή της».

Ο Άνταν πέταξε το στυλό του πάνω στο γραφείο


εκνευρισμένος. Ανάθεμά την! Τελικά, μόνο προβλήματα του
δημιουργούσε η επανεμφάνιση της Ιζαμπέλα.

Φυσικά, είχε διαβάσει το γαμήλιο συμβόλαιο πριν το


υπογράψει, αλλά τίποτα δεν του φάνηκε ασυνήθιστο. Μπορεί,
πράγματι, στο Τζαφαράν οι άντρες να είχαν περισσότερα
προνόμια, αλλά και οι γυναίκες δεν ήταν τελείως
απροστάτευτες.
Δεν μπορούσε να πάρει διαζύγιο χωρίς νόμιμη αιτία.

Σηκώθηκε όρθιος και πήγε στο παράθυρο. «Και η στέψη;»

Ο σύμβουλος ξερόβηξε ξανά. «Εξακολουθείτε να είστε


παντρεμένος, άρα μπορείτε να ανεβείτε στο θρόνο. Μόνο που
κανένας βασιλιάς του Τζαφαράν δεν έχει ποτέ πάρει
διαζύγιο από τη βασίλισσα».

Ο Άνταν γύρισε και κοίταξε το νομικό του σύμβουλο.


«Μπορεί όμως να γίνει;»

• Ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει την Ιζαμπέλα να


κερδίσει αυτή τη μάχη. Δεν ήταν η γυναίκα που ήθελε για
μητέρα του γιου του και το καλό του Ραφίκ μετρούσε πόινω
από όλα.

«Δεν είμαι σίγουρος, Εξοχότατε. Δεν υπάρχει σχετικό


ιστορικό».

«Κράτα με ενήμερο», είπε κοφτά ο Άνταν. Ο νομικός


σύμβουλος υποκλίθηκε και ο Μαχμούτ τον συνόδεψε έξω.

Τα σωθικά του Άνταν έβραζαν από το θυμό για την


κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί. Υπήρχε όμως και κάτι
άλλο μέσα του. 'Ενα άλλο συναίσθημα που διανθιζόταν από
μια χροιά... ανυπομονησίας;
Έδιωξε τη σκέψη αυτή από το νου του. Για τι πράγμα να είχε
ανυπομονησία; Η Ιζαμπέλα τον εξόργιζε κι όσο
περισσότερο καθόταν κοντά της, τόσο πιο πολύ ήθελε να την
αρπάξει από τους ώμους και...

Να τη φιλήσει.

Όχι. Να την ταρακουνήσει ήθελε, όχι να τη φιλήσει.

Μα αφού θέλεις να τη φιλήσεις. Παντού.

Όχι. Όχι.

Την είχε φιλήσει μία φορά, στο καμαρίνι της στη Χαβάη κι
αυτό έφτανε. Η γυναίκα αυτή ήταν δηλητηριώδης. Δε
θα διακινδύνευε να τη βάλει στη ζωή του Ραφίκ ξανά. Δεν
ήξερε γιατί τους είχε εγκαταλείψει, αλλά το είχε κάνει.
Ανεξάρτητα αν τώρα η Ιζαμπέλα ένιωθε ενοχές γι’ αυτό.

Να ήταν οι ενοχές ο μόνος λόγος που ήθελε να δει τον


Ραφίκ; Που ισχυριζόταν πως ήθελε να γίνει κομμάτι της ζωής
της; Και τι θα συνέβαινε όταν συνειδητοποιούσε ότι τα μικρά
αγόρια ήταν ζωηρά, ότι χρειάζονταν αγάπη και πειθαρχία και
γονείς που βάζουν το καλό τους πάνω από όλα;

Ο Άνταν γνώριζε καλά πώς ήταν να έχεις μια μητέρα που


εκλιπαρείς την αγάπη της, αλλά εκείνη προτιμά να σε
βλέπει όταν θα είσαι καθαρός και περιποιημένος, ώστε να
μπορεί να σε επιδείξει στις φίλες της.

Οι φίλες της, με τα επιφωνήματα θαυμασμού και τα τσιμπο-


λογήματα στα μάγουλά σου.

Μετά, σε στέλνει στο δωμάτιό σου με την νταντά, τη γυναίκα


ττου φροντίζει τις αμυχές σου από τα παιχνίδια, που
σκουπίζει τα δάκρυα σου και κατευνάζει τους καβγάδες με τ’
αδέλφια σου καθημερινά. Τη γυναίκα που σ’ αγαπά
ολοφάνερα και σε μεγαλώνει σαν να είσαι δικό της παιδί,
επειδή η δική σου μητέρα ισχυρίζεται ότι τα παιδιά
ταλαιπωρούν το ευάλωτα νεύρα της.

Όχι, δεν το ήθελε για το γιο του αυτό. Ήθελε μια γυναίκα ν’
αγαπά τον Ραφίκ με όλη της την καρδιά και να μην τον
βλέπει ποτέ σαν βάρος η ενόχληση.

Η Γιασμίν ήταν αυτή η γυναίκα, όχι η Ιζαμπέλα.

Κα δεν ήταν μόνο αυτό. Δεν ήθελε να περάσει την υπόλοιπη


ζωή του με μια γυναίκα την οποία δεν μπορούσε να
εμπιστευτεί. Μια γυναίκα την οποία απεχθανόταν.

Μια γυναίκα την οποία ποθούσε αφάνταστα.

Ο Άνταν άφησε να ξεφύγει μια βρισιά μέσα από τα δόντια


του. Πώς μπορούσε να τη θέλει; Πως μπορούσε να νιώθει
μια τόσο δυνατή έλξη για κείνη κι όχι για τη Γιασμίν; Πώς
μπορούσε να θέλει να της βγάλει το αναθεματισμένο μπλε
φόρεμα και να βρει με τα δάχτυλα και τη γλώσσα του το
γλυκό κέντρο της θηλυκότητάς της, πριν βυθιστεί στο σώμα
της για να ικανοποιήσει τον πόθο του;

Ποτέ πριν δεν τον διαφέντευε ο πόθος. Ποτέ πριν δεν είχε
επιτρέψει στον πόθο του για μια γυναίκα να παραμερίσει
τη λογική του. Θυμόταν την απόλαυση που του χάριζε το
κορμί της Ιζαμπέλα, αλλά τότε ήταν νιόπαντροι και ήταν
καθήκον του να την αφήσει έγκυο.

Ψεύτη.

Ήταν κάτι περισσότερο απ’ αυτό και το ήξερε. Την ήθελε και
τότε και τώρα. Σε αντίθεση με την έλλειψη ισχυρής
προσωπικότητας που είχε εκείνη τότε, σε αντίθεση με την
ακαταλληλό-τητά της τώρα.

Όσο χρόνο κι αν έπαιρνε η έκδοση διαζυγίου, δε θα αντι-


δρούσε αυθόρμητα. Τίποτα καλό δε θα έβγαινε απ’ αυτό. Το
φιλί που της είχε δώσει στη Χαβάη ήταν ένδειξη αδυναμίας
εκ μέρους του, αλλά δε θα το επαναλάμβανε. Ποτέ.

Για το καλό του Ραφίκ, θα παρέμενε πλέον δυνατός.

***

Η Ιζαμπέλα δε θυμόταν να έχει βρεθεί ποτέ σε.παλάτι, αν και


ήξερε ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια. Οι τοίχοι από λευκό
αμμόλιθο ήταν βαμμένοι σε τόνους του χρυσού και
καλυμμένοι εν μέρει από πορσελάνινα πλακάκια, έτσι που το
κτίριο φαινόταν να λάμπει στον ήλιο. Αλλά αυτό δεν ήταν το
πιο εκπληκτικό.

Το πιο εκπληκτικό ήταν η πρόσβαση στο παλάτι. Τα


μαρμάρινα σιντριβάνια, τα αγάλματα, οι φοίνικες, η πλούσια
τροπική βλάστηση και οι εκτάσεις του γκαζόν φανέρωναν
αμύθητα πλούτη, όταν είχες να κάνεις με μια ζεστή και
άνυδρη χώρα. Το λιμάνι του Τζαφαράν βρισκόταν στην
Αραβική Θάλασσα, αλλά το νερό έπρεπε πρώτα ν’
αφαλατωθεί για να χρησιμοποιηθεί στο πότισμα των φυτών.
Και χρειάζονταν τεράστιες ποσότητες νερού για να μεγαλώσει
το χορτάρι στη χώρα.

Μετά την άφιξή τους την οδήγησαν σε μια τεράστια σουίτα.


Εκεί την άφησαν για αρκετές ώρες μόνη, να περιμένει
την επίσκεψη ενός γιατρού που ήθελε να της κάνει
ερωτήσεις σχετικά με τη μνήμη της. Εκείνη είχε απαντήσει
όσο πιο ειλικρι-νά μπορούσε. Ο γιατρός δεν τη διαφώτισε για
την κατάστασή της, αλλά είχε φανεί ικανοποιημένος με τις
απαντήσεις της.

Μετά, η Ιζαμπέλα αποπειράθηκε να βγει από το διαμέρισμά


της, αλλά σκόνταψε πάνω σ’ έναν υπηρέτη που ήταν
προφανώς επιφορτισμένος με το καθήκον να την εμποδίσει
να φύγει.

Τελικά, αφού εξερεύνησε το διαμέρισμα, κάθισε σε ένα


παράθυρο που πρόσφερε θέα στους κήπους του παλατιού και
στη θάλασσα πιο πέρα. Αισθανόταν ανήσυχη και γεμάτη
εκνευρισμό που δεν είχε τρόπο να εκτονώσει. Δεν υπήρχε στη
σουίτα υπολογιστής ούτε βιβλία ούτε τηλεόραση. Τίποτα για
να περάσει την ώρα της. Υπήρχε απλώς ένα γραφείο και
κόλλες χαρτιού για να γράφει, όπως και διάφορα σαλόνια με
άνετη επίπλωση για να κάθεται. Τίποτε άλλο.

Για να σπάσει την ανία της, η Ιζαμπέλα αποφάσισε να


τραγουδήσει. Πρώτα τραγούδησε ένα παλιό τοπικό
τραγούδι που της είχε μάθει ο πατέρας της. Μετά πέρασε στα
τραγούδια του προγράμματος που είχε στο κλαμπ Κα Νουί.
Είπε αρκετά, αφήνοντας τα τραγούδια να περάσουν βαθιά
μέσα της και να πνίξουν τη θλίψη και το σπαραγμό της
καρδιάς της.

Ήταν η πρώτη φορά που τραγουδούσε, έχοντας επίγνωση

πως ήταν σύζυγος και μητέρα. Το κενό που αισθανόταν


πάντα όταν τραγουδούσε είχε αποκτήσει τώρα νόημα.
Καταλάβαινε πού οφειλόταν η αίσθηση της μοναξιάς που τη
βάραινε συνέχεια, αλλά πονούσε γνωρίζοντας πλέον τι είχε
στερηθεί.
Πάνω από όλα, είχε στερηθεί το παιδί της.

Ήθελε να δει τον Ραφίκ, να τον κρατήσει στην αγκαλιά της.


Δεν ήξερε ακριβώς πώς ένιωθε μια μητέρα, αλλά δεν
μπορούσε να σκεφτεί τίποτ’ άλλο τώρα εκτός από το παιδί
της. Πριν, ήταν κάπως αποστασιοποιημένη από τα παιδιά.
Δεν ήξερε τι να τους πει, δεν ήξερε πώς να τα ηρεμήσει ή να
τα διασκεδάσει.

Αλλά τώρα, μέσα σε λίγες ώρες, είχε ξαφνιαστεί με το πόσο


απελπισμένα ήθελε να κρατήσει αγκαλιά ένα παιδί. Το παιδί
της. Και μπορεί να μη γνώριζε τι να πει ή να κάνει, αλλά θα
μάθαινε.

Ήθελε να μάθει.

Ο Άνταν, όμως, ήθελε να της το στερήσει αυτό. Ο θυμός


φούντωσε μέσα της. Και η απελπισία. Πώς μπορούσε
να εναντιωθεί σ’ ένα βασιλιά; Την είχε πάει εκεί για να
συναινέσει στην έκδοση του διαζυγίου τους. Για κανέναν
άλλο λόγο. Μόλις γινόταν αυτό, θα την έδιωχνε από το
παλάτι και θα την έστελνε πίσω στη Χαβάη. Ίσως και το ίδιο
εκείνο βράδυ.

Σηκώθηκε όρθια κι άρχισε να βηματίζει εκνευρισμένη. Έξω


από την πόρτα θα καθόταν ο υπηρέτης... Αν είχε φύγει
όμως; Μπορεί να ήταν η μόνη της ευκαιρία να βγει από τη
σουίτα. Άνοιξε ελάχιστα την πόρτα και...

Το τραγούδι πνίγηκε στο λαιμό της.

Ο υπηρέτης καθόταν πάντα δίπλα στην πόρτα, αλλά την


προσοχή της Ιζαμπέλα τράβηξε η ηλικιωμένη γυναίκα
που στεκόταν πιο πέρα στο διάδρομο και κρατούσε στην
αγκαλιά της ένα μικρό παιδί.

Το βλέμμα του αγοριού καρφώθηκε πάνω της και το μικρό


του στόμα μισάνοιξε από την έκπληξη. Η Ιζαμπέλα δεν
είχε μάτια για τίποτε άλλο. Το παιδί είχε τα μαύρα μαλλιά και
τα μάτια του πατέρα του, αλλά τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά
τού προσώπου του ήταν ίδια με τα δικά της.

Ήταν το πιο όμορφο αγόρι που είχε δει ποτέ της.

Ενστικτωδώς, θέλησε να το πάρει στην αγκαλιά της, αλλά


ξαφνικά εκείνο έβαλε τα κλάματα.

«Π, όχι, σε παρακαλώ. Συγνώμη», είπε η Ιζαμπέλα.

Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του απλώνοντας τα χέρια της,


αλλά μετά σταμάτησε με την καρδιά ραγισμένη. Ο
Ραφίκ συνέχιζε να κλαίει. Ήθελε απελπισμένα να τον πάρει
στην αγκαλιά της και να τον ηρεμήσει, αλλά το παιδί δεν τη
γνώριζε. Γύρισε το κεφάλι του προς το λαιμό της γυναίκας
που το κρατούσε και συνέχισε να κλαίει γοερά.
«Δε φταις εσύ, σιτ», είπε εκείνη. «Θέλει να σ’ ακούει να
τραγουδάς. Γι’ αυτό σταματήσαμε στο διάδρομο».

Η Ιζαμπέλα έπνιξε ένα λυγμό ανακατεμένο με γέλιο. Η καρδιά


της πονούσε, αλλά παράλληλα φούσκωνε από την αγάπη
της γι’ αυτό το παιδί.

«Φυσικά», είπε. «Γιατί δεν έρχεστε μέσα που είναι πιο άνετα;
Θα του τραγουδήσω όσο θέλει».

Τα μάτια της ηλικιωμένης γυναίκας στένεψαν, σαν να τη


μελετούσαν. Χαΐδεψε την πλάτη του αγοριού για να το
παρηγορήσει και το κοίταξε. Ύστερα κοίταξε ξανά την
Ιζαμπέλα, σαν να σκεφτόταν κάτι.

«Ναι, θα έρθουμε», είπε τελικά.

***

Ο Άνταν σηκώθηκε από το γραφείο του. Ήταν ώρα να βάλει


τέλος στη δουλειά για κείνη τη μέρα.

Όταν έφυγε ο νομικός του σύμβουλος, ο Άνταν μίλησε με τη


Γιασμίν, λέγοντας της την αλήθεια για ό,τι συνέβαινε.
Εκείνη έμεινε για λίγο σιωπηλή, στην άλλη άκρη της
γραμμής.

«Ίσως να είναι καλύτερα έτσι», είπε μετά.


«Δεν είναι αυτό που θέλω», της απάντησε ο Άνταν. «Εκείνη
δεν είναι η σύζυγος που θέλω».

Η ζεστή φωνή της Γιασμίν έρεε σαν γλυκό μέλι. «Είναι ακόμα
γυναίκα σου και μητέρα του παιδιού σου. Πιστεύω ότι
γύρισε σ’ εσένα για κάποιο λόγο».

Μίλησαν λίγο ακόμα για το γάμο, για την αναγκαιότητα να


μπουν κάποια σχέδια σε αναμονή, για τη στέψη. Η Γιασμίν
ήταν γεμάτη κατανόηση κι εκείνος θύμωνε ακόμα
περισσότερο όσο της μιλούσε. Όχι μαζί της, αλλά με τη
γυναίκα που τον είχε αναγκάσει να το υποστεί όλο αυτό.

Ήθελε πραγματικά να γίνει η Γιασμίν μητε'ρα του Ραφίκ.


Τώρα. Δεν ήξερε γιατί δεν της είχε ζητήσει νωρίτερα να
γίνει γυναίκα του, αλλά η αλήθεια ήταν πως δεν του είχε
περάσει από το μυαλό να παντρευτεί μέχρι που προέκυψε το
θέμα με τη στέψη του ως βασιλιά του Τζαψαράν.

Ήθελε ο Ραφίκ να έχει μια μητέρα, αλλά όχι οποιαδήποτε.


Είχε πείσει τη δική του γκουβερνάντα να διακόψει τη
σύνταξή της και να αναλάβει τη φροντίδα του, ξέροντας ότι ο
γιος του ήταν σε καλά χέρια μαζί της. Σε αγαπημένα χέρια. Η
Καλίλα όμως ήταν μεγάλη πια κι εκείνος ένιωθε ενοχές που
την είχε πιέσει να ξαναδουλέψει.

Από την άλλη, κάθε βράδυ πήγαινε στο δωμάτιο του γιου
του για να παίξει μαζί του και να του διαβάσει παραμύθια. Ο
Ραφίκ έπαιρνε αγάπη με έναν τρόπο που ο ίδιος δεν είχε πάρει
ποτέ. Ο πατέρας του τον αγαπούσε, αλλά ήταν ένας
περήφανος άνθρωπος, ανίκανος να δείξει την αγάπη του
στους γιους του. Πίστευε πως έπρεπε να γίνουν οι σκληροί
άντρες που αρμόζουν στην έρημο κι όχι παραχαϊδεμένα
πλουσιόπαιδα.

Ο Άνταν όμως δεν πίστευε ότι ο Ραφίκ θα γινότανλιγότερο


άξιος επειδή ο πατέρας του τον αγαπούσε και ήθελε να είναι
ευτυχισμένος. Δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο από το να
πηγαίνει στην παιδική πτέρυγα του παλατιού κάθε βράδυ και
να βλέπει το μικρό προσωπάκι του γιου του να φωτίζεται από
αγάπη.

Η Ιζαμπέλα είχε ισχυριστεί κάποτε πως τον αγαπούσε. Τη


θυμόταν ακόμα να του το λέει, ένα βράδυ που είχαν
κάνει έρωτα. Ήταν πολύ νέα και ανιδιοτελής κι εκείνος είχε
τραβηχτεί μακριά της μπερδεμένος. Δεν ήξερε το γιατί.

Λίγο μετά απ’ αυτό έμαθε ότι εκείνη ήταν έγκυος. Μετά
άρχισαν οι πρωινές αδιαθεσίες και εκείνος σταμάτησε να
κοιμάται μαζί της. Την ήθελε ξεκούραστη και υγιή κι ένιωθε
πως η παρουσία του ενοχλούσε τον ύπνο της.

Έσμιξε τα φρύδια του. Της είχε πει ποτέ γιατί σταμάτησε να


κοιμάται μαζί της; Βέβαια, η Ιζαμπέλα καταλάβαινε γιατί
δεν έκαναν σεξ —εξάλλου οι αδιαθεσίες της δεν της άφηναν
περιθώρια να το θέλει. Αλλά είχε συνειδητοποιήσει το λόγο
που ο άντρας της την είχε αφήσει μόνη στο κρεβάτι;

Τον ενοχλούσε να σκε'φτεται πως δεν το είχε κάνει. Τι


σημασία θα είχε όμως;

Ο γιατρός που την είχε εξετάσει δεν του είπε κάτι που ο Άνταν
δεν ήξερε ήδη. Η Ιζαμπέλα ισχυριζόταν πως δε θυμόταν το
γάμο τους ούτε το παιδί της. Ήταν ασυνήθιστη
περίπτωση, όχι απίθανη όμως. Ο γιατρός είχε συμβουλευτείτο
ιστορικό της και είχε διαγνώσει σημάδια επιλόχειας
κατάθλιψης, αν και τα συμπτώματα δεν ήταν εκείνη την
εποχή ανησυχητικά.

Η επιλόχεια κατάθλιψη ήταν αρκετά συνηθισμένο φαινόμενο,


είχε πει ο γιατρός και οφειλόταν στην αλλαγή των ορμονών
στο γυναικείο σώμα. Κάποιες φορές, η κατάθλιψη
χειροτέρευε και μπορούσε να προκαλέσει παραισθήσεις.
Μπορούσε, επίσης, να βάλει στο μυαλό της λεχώνας την
ιδέα να βλάψει τον εαυτό της ή το μωρό της.

Ο Άνταν είχε σοκαριστεί. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι συ-


νέβαινε κάτι τόσο σοβαρό στην Ιζαμπέλα μετά τον τοκετό.

Επίσης, ο γιατρός τού είπε ότι μπορεί η Ιζαμπέλα να είχε


αποπειραθεί ν’ αυτοκτονήσει. Θα έπρεπε ο γυναικολόγος
της να της είχε δώσει τη σχετική φαρμακευτική αγωγή για
να ελέγξει την επιλόχεια κατάθλιψη. Ήταν, όμως, πιθανό να
μην είχε αναγνωρίσει τα συμπτώματα. Και χωρίς τα φάρμακα,
η Ιζαμπέλα ήταν πολύ πιο ευάλωτη στην επίδραση των
ορμονών του σώματός της.

Ο Άνταν δεν ήξερε τι να κάνει με όλες αυτές τις πληροφορίες


τώρα, αλλά, φτάνοντας στην παιδική πτέρυγα, έδιωξε
κάθε σκέψη της Ιζαμπέλα από το νου του. Το μόνο που ήθελε
εκείνη τη στιγμή ήταν να πάρει αγκαλιά το γιο του και να
περάσει λίγο χρόνο μαζί του χαλαρώνοντας με τα
παιδιάστικα αστεία του.

Ανοιξε την πόρτα και μπήκε στη σουίτα που ξεχείλιζε από
παιχνίδια.

«Καλίλα», φώναξε.

Δεν πήρε απάντηση και προχώρησε στο υπνοδωμάτιο του


Ραφίκ. Το παιδί δεν ήταν πουθενά.

Ο Άνταν κοίταξε το ρολόι του. Τέτοια ώρα η Καλίλα με το


παιδί ήταν πάντα εκεί. Στάθηκε για μια στιγμή
αναποφάσιστος κι ύστερα μια σκέψη πέρασε από το μυαλό
του.

Μια τρομερή σκέψη.


Είχε εγκαταστήσει την Ιζαμπέλα όσο πιο μακριά από τον
Ραφίκ γινόταν. Αλλά σ’ εκείνο το τμήμα του παλατιού ήταν
τα διαμερίσματα της βασιλικής οικογένειας, έτσι η σουίτα της
δεν ήταν σε άλλο πλανήτη. Στο βάθος του διαδρόμου ήταν.
Έξω από την πόρτα της καθόταν μόνιμα ένας υπηρέτης,
ώστε να είναι σίγουρος ότι εκείνη δε θα μπορούσε να
κυκλοφορήσει ελεύθερα και να πάει να βρει τον Ραφίκ.

Κι όμως. Κάτι βαθιά μέσα του του έλεγε ότι ήταν πιθανό. Κι
αυτό το κάτι έβαλε φτερά στα πόδια του.

Διέσχισε τρέχοντας το διάδρομο και σταμάτησε έξω από την


πόρτα της σουίτας της. Ο άντρας που καθόταν στην
καρέκλα έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να τραυλίζει με το
πρόσωπο κολλημένο στο δάπεδο.

Την ίδια στιγμή ο Άνταν άκουσε ένα τραγούδι. Η Ιζαμπέλα


τραγουδούσε. Ένας ήχος τόσο μεστός και ζεστός που
τύλιξε την καρδιά του σαν απαλή κουβέρτα μια κρύα νύχτα
στην έρημο. Ανοιξε την πόρτα. Η καρδιά του χτυπούσε
δυνατά, καθώς εκείνος προσευχόταν να είχε κάνει λάθος, να
μην είχε βγει αληθινή η διαίσθησή του...

Η Ιζαμπέλα καθόταν σε έναν από τους χαμηλούς καναπέδες


με τα μάτια της κλειστά, ενώ η Καλίλα καθόταν στον
άλλο καναπέ απέναντί της.
Ο Ραφίκ στεκόταν ακουμπώντας τα χέρια του πάνω στα
γόνατα της Ιζαμπέλα και το μικρό του πρόσωπο ήταν
ανασηκωμένο προς το δικό της, καθώς εκείνη τραγουδούσε.

Ο κόσμος του Άνταν έγινε κατακόκκινος. Η οργή αναδεύτηκε


μέσα του σαν αιμοβόρο φίδι.

Την οργή την καταλάβαινε. Αλλά υπήρχε κι ένα άλλο


συναίσθημα, απροσδιόριστο.

Απώλεια; ;

Πώς γινόταν να νιώθει απώλεια; Θ Ραφίκ ήταν δικός του σε


κάθε περίπτωση. Αυτή εδώ ήταν μια στιγμή που θα
ξεχνιόταν. Μια στιγμή που δε θα επαναλαμβανόταν ποτέ
ξανά. Το μικρό παιδί δε θα τη θυμόταν καν.

Η Ιζαμπέλα άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε στον Ραφίκ


που χοροπήδησε χαρούμενα και γέλασε ευχαριστημένος.
Εκείνη τελείωσε το τραγούδι και άνοιξε την αγκαλιά της. Ο
Ραφίκ

τεντώθηκε μέχρι που εκείνη τον έφτασε και τον έσφιξε στην
αγκαλιά της.

Ο Άνταν ένιωσε την καρδιά του να γκρεμίζεται.

«Τι συμβαίνει εδώ;» είπε ήρεμα, παρά τη θύελλα που


μαινόταν στα σωθικά του.

Όλα τα μάτια γύρισαν πάνω του. Η Καλίλα σηκώθηκε όρθια,


το ίδιο και η Ιζαμπέλα. Ο Ραφίκ είχε τυλίξει τα χέρια του
στο λαιμό της. «Μπαμπά! Τραγούδα, μπαμπά», είπε μόλις
τον είδε.

«Τραγουδάει ο μπαμπάς σου;» τον ρώτησε η Ιζαμπέλα.

Ο Ραφίκ κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.

«Αφησέ τον κάτω», είπε βλοσυρός ο Άνταν.

Περίμενε πως εκείνη θα του έφερνε αντίρρηση, αλλά η Ιζα-


μπέλα έσκυψε ήρεμα κι άφησε τον Ραφίκ στο δάπεδο. Εκείνος
κρατήθηκε από το λαιμό της, αρνούμενος να την αφήσει.

«Όχι κάτω!»

Η έκφρασή του ήταν επιθετική κι ο Άνταν ήξερε ότι έδινε μια


χαμένη μάχη. Βρήκε τη δύναμη να προχωρήσει και
πλησιάζοντας την Ιζαμπέλα άπλωσε τα χέρια του.

«'Ελα στον μπαμπά», είπε.

Το αγόρι στράφηκε πρόθυμα προς το μέρος του και μια


απερίγραπτη ανακούφιση πλημμύρισε τον Άνταν. Η
Ιζαμπέλα άφησε το παιδί, αλλά εκείνος παρατήρησε πως για
μια στιγμή τα δάχτυλά της είχαν σφιχτεί πάνω του.

Καθώς την πλησίαζε για να πάρει το γιο του, το άρωμά της


έφτασε στα ρουθούνια του. Μετά την άφιξή τους στο
παλάτι, η Ιζαμπέλα είχε κάνει ντους και είχε αλλάξει ρούχα.
Τα μαλλιά της ήταν ατίθασα όπως και στη Χαβάη και μύριζε
σαν τροπικό λουλούδι. Ο Άνταν ήθελε να κλείσει τα μάτια
του κι απλώς να συνεχίσει ν’ ανασαίνει αυτό το άρωμα.

Αντί γι’ αυτό γύρισε από την άλλη. «Έλα, Καλίλα. Είναι ώρα
να κάνουμε τον Ραφίκ μπάνιο και να τον βάλουμε για ύπνο».

***

Η Ιζαμπέλα δεν ήθελε να τους αφήσει να φύγουν, αλλά δεν


μπορούσε να κάνει τίποτα για να σταματήσει τον Άνταν
να πάρει τον Ραφίκ. Εδώ και μια ώρα τραγουδούσε στο μωρό
της, χαρούμενη που τον έβλεπε να χαμογελάει και τον άκουγε
να

τραγουδά μαζί της. Δεν είχε ξυπνήσει καμιά ανάμνηση στο


μυαλό της, αλλά η λίγη ώρα που είχε περάσει με το γιο της,
της έδωσε την αίσθηση πως όλα ήταν εντάξει στον κόσμο.

Όταν ο Ραφίκ πήγε κοντά της, η Ιζαμπέλα ένιωσε ένα


πρωτόγνωρο συναίσθημα, σαν να γέμισε ξαφνικά η ψυχή της.
Έπρεπε να παραδεχτεί όμως ότι αισθανόταν και κάπως
χαμένη, αφού δεν ήξερε τι να του πει ή τι να κάνει μαζί του.
Επειδή ήταν παιδί της δε σήμαινε κι ότι τον καταλάβαινε. Τη
στενοχωρούσε που δε γνώριζε πώς ακριβώς φέρεται μια
μητέρα, αλλά ήθελε απελπισμένα να μάθει.

Όμως, ο Άνταν είχε σκοπό να της το στερήσει αυτό. Είχε


σκοπό να κρατήσει τον Ραφίκ μακριά της.

Όταν η Ιζαμπέλα τον είδε να στέκεται στην πόρτα, η απόρριψη


που καθρεφτίστηκε στο πρόσωπό του ήταν ό,τι χειρότερο είχε
αντικρίσει ποτέ της. Ο Άνταν τη θεωρούσε ανάξια μάνα κι
αυτό την πλήγωνε αφάνταστα. Αλλά, παράλληλα, της
έδινε τη δύναμη να πολεμήσει. Να μην παραιτηθεί από το
παιδί της.

Καταλάβαινε γιατί ο Άνταν ήταν επιφυλακτικός.


Πρωταρχικός του στόχος ήταν να προστατέψει τον Ραφίκ. Δε
θα διαφωνούσε μαζί του σ’ αυτό, θα διαφωνούσε όμως στο
γεγονός ότι δεν ήταν δίκαιος. Ότι εκείνη άξιζε να της δοθεί
μια ευκαιρία να γίνει μέρος της ζωής του παιδιού της. Όπως
άξιζε και στο γιο της να γνωρίσει την πραγματική του μητέρα.

«Άνταν», είπε.

Δεν περίμενε ότι θα τον σταματήσει. «Η κυρία τραγουδάει,


μπαμπά», είπε τότε ο μικρός κι ο Άνταν στάθηκε στην
πόρτα. «Όχι τώρα, Ραφί. Η κυρία πρέπει να ξεκουραστεί».

«Η κυρία τραγουδάει», επέμεινε το παιδί.


«Όχι, Ραφί», επέμεινε κι ο Άνταν.

Το πρόσωπο του παιδιού συνοφρυώθηκε κι η Ιζαμπέλα ήξερε


τι θα ακολουθήσει. Πραγματικά, το παιδί άρχισε να κλαίει και
το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο.

Ο Άνταν της έριξε πάνω από το κεφάλι του γιου του μια ματιά
γεμάτη απέχθεια και μετά εξαφανίστηκε. Ακολούθησε
η Καλίλα και ο φρουρός της έκλεισε την πόρτα πίσω τους.

Η Ιζαμπέλα στάθηκε στη μέση του δωματίου ακούγοντας το


κλάμα του Ραφίκ ν’ απομακρύνεται στο διάδρομο. Ένιωσε
το κορμί της να παγώνει. Πριν από λίγες στιγμές ήταν γεμάτη
ζωή και τώρα ένιωθε άδεια. Το γέλιο είχε σβήσει. Η ζεστασιά,
η αγάπη είχαν χαθεί.

Έφερε τη σφιγμένη της γροθιά στο στόμα και δάγκωσε τις


αρθρώσεις της. Αγαπούσε τον Ραφίκ. Ήταν κάτι που
είχε συμβεί αυτόματα. Είχε ερωτευτεί τρελά το μικρό γιο της.

Το καημένο, ορφανό αγοράκι της.

• Τι είχε κάνει πριν δυο χρόνια; Γιατί τον είχε εγκαταλείψει;

Όσο κι αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα.


Μέσα της υπήρχε ένα κενό. Είχε ξυπνήσει από το κώμα και
της είχαν πει για το ατύχημα. Μετά είχε πάει στη μητέρα της
να συνέλθει. Αυτά θυμόταν μόνο.

Ο γιατρός με τον οποίο είχε μιλήσει εκείνη τη μέρα, της είχε


πει πως το μυαλό είναι ένα παράξενο και πολύ
ευαίσθητο όργανο. Αυτό που της είχε συμβεί δεν ήταν
συνηθισμένο, αλλά η απώλεια μνήμης δεν ήταν απίθανη
περίπτωση. Όταν τον ρώτησε αν θα ξανάβρισκε ποτέ τη
μνήμη της, της είχε πει πως ήταν πιθανό. Όχι και
αναμενόμενο υποχρεωτικά.

Πέρασε μια ώρα. Ένας υπηρέτης έφερε το δείπνο της κι η


Ιζαμπέλα έφαγε μόνη της. Μετά πήρε τον καφέ της και
βγήκε στο μπαλκόνι που έβλεπε στους κήπους.

Ο ήλιος είχε δύσει πριν λίγο και η ζέστη είχε αρχίσει να


υποχωρεί. Ο ουρανός είχε βαφτεί κόκκινος —σχεδόν όπως
στη Χαβάη — και η Αραβική Θάλασσα έπαιρνε σιγά σιγά ένα
σκούρο μοβ χρώμα.

Το λιμάνι έλαμπε σαν πετράδι στο μισοσκόταδο. Εμπορικά


πλοία έφερναν εμπορεύματα ή έπαιρναν προϊόντα του Τζαφα-
ράν για να τα μεταφέρουν αλλού. Ο πατέρας της είχε
μια κατοικία σε μια παραλία αρκετά μακριά, εκεί όπου η
τιρκουάζ θάλασσα χάιδευε τη λευκή αμμουδιά. Η Ιζαμπέλα
αγαπούσε εκείνο το σπίτι, όπου είχε μεγαλώσει. Ήταν ένας
από τους λόγους που είχε διαλέξει να μείνει στη Χαβάη.
Όσο έπινε τον καφέ της, η νύχτα τύλιξε τον ουρανό, και το
κόκκινο χρώμα του ξεθώριασε αφήνοντας μια μικρή
λωρίδα στον ορίζοντα. Τότε ένιωσε πως δεν ήταν πλέον
μόνη. Κι ήξερε ποιος ήταν κοντά της χωρίς να γυρίσει να
κοιτάξει.

«Ήρθες να με πετάξεις από το μπαλκόνι, για να γλιτώσεις


από μένα, Άνταν;» τον ρώτησε.

Εκείνος ξεφύσηξε πίσω της. «Όχι».

Τον όικουσε να έρχεται δίπλα της. Στράφηκε και είδε πως είχε
βγάλει τα παραδοσιακά ρούχα και φορούσε ένα σκούρο
πόλο μπλουζάκι κι ένα τζιν.

Πώς ήταν δυνατόν να έχει ξεχάσει έναν τόσο εντυπωσιακό


άντρα; Ένα τόσο αρρενωπό πρόσωπο; Να έχει ξεχάσει
πως έκανε έρωτα μ’ αυτό τον άντρα, πως κοιμόταν και
ξυπνούσε μαζί του, πως έτρωγε μαζί του, πως μιλούσε μαζί
του;

«Έκλαιγε πάνω από μια ώρα», είπε εκείνος κοφτά.

Η αγάπη ήταν ολοφάνερη στον τόνο της φωνής του. Ο


Άνταν αγαπούσε τον Ραφίκ κι όλα όσα αποφάσιζε ήταν για
το καλό του. Το γεγονός πως η Ιζαμπέλα το καταλάβαινε δεν
το έκανε ευκολότερο πάντως.
«Λυπάμαι», είπε νιώθοντας έναν κόμπο να της φράζει το
λαιμό.

«Δεν ήθελε να φάει. Η Καλίλα κατάφερε τελικά να τον βάλει


για ύπνο». Ο Άνταν πέρασε το χέρι ανάμεσα στα μαύρα
μαλλιά του. «Δεν ξέρω πώς το έκανε».

Γύρισε στηρίζοντας τον ένα του αγκώνα στο περβάζι της


βεράντας. Ήταν μια χαλαρή στάση, αλλά δεν υπήρχε
τίποτ’ άλλο χαλαρό πάνω του. Η ένταση ήταν ολοφάνερη
στο σώμα του, στα σμιγμένα φρύδια και στο σκοτεινό βλέμμα
του.

«Δεν είναι εύκολο να μεγαλώνεις ένα παιδί», συνέχισε. «Τα


παιδιά είναι ανεξάρτητα, ατίθασα κι ένα εκατομμύριο
άλλα πράγματα. Δεν μπορείς να φανταστείς τι μπορεί να
κάνει ένα μικρό πλάσμα. Είναι τεράστια ευθύνη».

«Το ξέρω αυτό, Άνταν». Η καρδιά της σκίρτησε. Ήταν πολύ


κοντά της και συζητούσαν για το παιδί τους. Σαν να ήταν,
έστω για μια στιγμή, και οι δύο στην ίδια μεριά. Σαν να ήταν
δυο γονείς που μιλούσαν για το γιο τους.

Αλλά η Ιζαμπέλα ήξερε πως δεν ήταν αλήθεια.

Εκείνος πέρασε ξανά τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μαλλιά


του. Μια έντονη ανάγκη ν’ απλώσει το χέρι της και να
στρώσει τις σκούρες μπούκλες πλημμύρισε την Ιζαμπέλα.
Αλλά δεν το έκανε.

«Δε σε γνωρίζει», είπε ο Άνταν. «Αν μπεις στη ζωή του και
μετά αποφασίσεις ότι δεν μπορείς να φέρεις εις πέρας
αυτή την ευθύνη, θα τον πληγώσεις αφάνταστα. Επειδή θα
ε'χει συνηθίσει την παρουσία σου δίπλα του».

Η Ιζαμπέλα έσφιξε την κούπα τού καφέ. «Δεν πήρα καμιά


πρωτοβουλία. Δεν προσπάθησα να μπω στη ζωή του».

«Το ξέρω». Ο Άνταν ξεφύσηξε. «Η Καλίλα μου είπε τι έγινε.


Περνούσε από κει για να πάει πιο γρήγορα στην
παιδική πτέρυγα και το παιδί σε άκουσε να τραγουδάς».

«Τότε τι ήρθες να κάνεις εδώ, αν όχι για να με επικρίνεις; Το


ξέρω ότι θα ήθελες να μην υπάρχω, αλλά υπάρχω, Άνταν.
Και θέλω να γνωρίσω το παιδί μου».

Τα μάτια του έλαμψαν σαν κάρβουνα στο μισοσκόταδο και το


στόμα του σφίχτηκε. Το βλέμμα της Ιζαμπέλα σκάλωσε
στα αισθησιακά του χείλη που είχαν γίνει μια λεπτή γραμμή.

Θυμήθηκε το φιλί τους, στο καμαρίνι της, και μια υγρή φωτιά
απλώθηκε χαμηλά στην κοιλιά της. Η αντίδραση του
κορμιού της την ξάφνιασε. Ήταν θυμωμένη μαζί του κι όμως
το σώμα της αντιδρούσε σ’ αυτόν ανεμπόδιστα,
ξεσηκώνοντας τον πόθο μέσα της σε χρόνο μηδέν.
Πώς μπορούσε να αισθάνεται έτσι γι’ αυτό τον άντρα; Πώς
μπορούσε να νιώθει έλξη ενώ την εξόργιζε τόσο; Μήπως
το σώμα της θυμόταν αυτό που το μυαλό της είχε ξεχάσει;

Ο Άνταν έκανε ένα βήμα πιο κοντά της. Και ξαφνικά


σταμάτησε σαν να είχε συνειδητοποιήσει ότι η κίνησή του
ήταν παρορμητική. Ότι έγινε χωρίς τη θέλησή του. Όταν
μίλησε, η φωνή του ακούστηκε σιγανή κι αποφασιστική.

«Ήρθα εδώ, Ιζαμπέλα, επειδή πήρα μια απόφαση».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Ο Άνταν είχε αποφασίσει να διακινδυνεύσει.

Ήξερε ότι το ρίσκο ήταν μεγάλο, αλλά πίστευε πως δεν


υπήρχε άλλη λύση. Το είχε καταλάβει όταν πήγε τον Ραφίκ
στην παιδική πτέρυγα και τονάκουγε να κλαίει γοερά,
ζητώντας την κυρία που του τραγουδούσε.

Δεν μπορούσε να πάρει ένα σφουγγάρι και να σβήσει αυτό


που είχε συμβεί. Επιπλέον, ίσως να ήταν λάθος να
προσπαθήσει να κρατήσει την Ιζαμπέλα μακριά από τον
Ραφίκ.

Όχι επειδή είχε πειστεί, ξαφνικά, ότι θα γινόταν εξαιρετική


μητέρα. Δε θα μπορούσε ποτέ να στηρίξει το μέλλον του
γιου του πάνω σε μια τόσο αβάσιμη υπόθεση.

Όμως, ο Ραφίκ ήταν ακόμα πολύ μικρός και θα γνώριζε στην


πορεία διάφορα άτομα που θα έπαιρναν μέρος στη ζωή
του για λίγο και μετά θα έφευγαν —δάσκαλοι, φίλοι. Ακόμα
και η Καλιλα, που υπέφερε από αρθρίτιδα και σε λίγο θα ήταν
πολύ δύσκολη γι’ αυτή η φροντίδα του καθώς γερνούσε και
βάραινε.

Οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν. Αυτό συμβαίνει σε όλους


κι ο Άνταν δεν μπορούσε να προστατεύσει το γιο του από
κάτι τόσο αναπόφευκτο.

Η Ιζαμπέλα τον κοιτούσε με τα πράσινα μάτια της γεμάτα


ανησυχία και θλίψη ταυτόχρονα. Κρατούσε το πιατάκι με
το αριστερό της χέρι, ενώ τα δάχτυλα του δεξιού ήταν
τυλιγμένα γύρω από την κούπα με τον καφέ —την οποία δεν
είχε φέρει στα χείλη της ούτε μια φορά από τη στιγμή που
εμφανίστηκε ο Άνταν στη βεράντα.

Μια αύρα από ευωδιές τροπικών λουλουδιών και καφέ με

κάρδαμο την τύλιγε. Ο Άνταν αναρωτήθηκε αν και η δική της


γεύση ήταν το ίδιο γλυκιά και πιπεράτη με του κάρδαμου.

«Τι αποφάσισες, Άνταν;» τον ρώτησε εκείνη με φωνή


πλούσια σαν το χαρμάνι του καφέ που έπινε. Ο Άνταν
παραμέρισε γρήγορα από το νου του την ιδέα του φιλιού.

«Αποφάσισα να σου δώσω δύο εβδομάδες μαζί μας».

Είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο μόνος τρόπος να την


πείσει ότι δεν έκανε για το ρόλο της μητέρας ήταν να
την αφήσει να περάσει μερικές μέρες κοντά στον Ραφίκ. Η
Ιζαμπέ-λα είχε ήδη φύγει μια φορά μακριά του.

Θα το ξανάκανε.

Κι αυτό έπρεπε να το καταλάβει όσο το δυνατόν νωρίτερα.

Η Ιζαμπέλα έμεινε ανέκφραστη. Αλλά τα δάχτυλά της


σφίχτηκαν γύρω από την κούπα και η ανάσα της κόπηκε για
λίγο.

«Δυο βδομάδες», επανέλαβε ο Άνταν κατηγορηματικά. «Και


δε θα του.πεις ότι είσαι η μητέρα του. Δε χρειάζεται αυτό
το μπέρδεμα τώρα».

«Μα είμαι η μητέρα του», αντέτεινε η Ιζαμπέλα.

«Αυτή είναι η πρότασή μου, Ιζαμπέλα. Ή τη δέχεσαι ή όχι».

Εκείνη έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Και τι θα είμαι γι’


αυτόν, τότε;»
Ο Άνταν ανασήκωσε τους ώμους του. «Γκουβερνάντα, μπέι-
μπι σίτερ, δασκάλα... Κάποια που δεν πρόκειται να μείνει
μόνιμα μαζί του».

Η Ιζαμπέλα άφησε τον καφέ της στο κοντινό τραπέζι, με την


ακριβή πορσελάνη να κροταλίζει, φανερώνοντας τη
νευρικότη-τά της. Ή ίσως το θυμό της.

«Και τι θα γίνει στο τέλος των δύο εβδομάδων;»

«Θα το αποφασίσουμε τότε αυτό».

Ήταν το μόνο που μπορούσε να της πει. Αν της έλεγε ότι


έλπιζε να έχει βγει το διαζύγιο σε δυο βδομάδες, εκείνη
σίγουρα θα εναντιωνόταν. Αλλά αυτή ήταν η ιδέα. Δυο
βδομάδες για να καταλάβει η Ιζαμπέλα πως δεν έκανε για
μητέρα και να συναι-νέσει στο διαζύγιο —σε περίπτωση που
δεν είχε εκδοθεί μονομερούς μέχρι τότε. Εξάλλου, η στέψη δε
θα γινόταν στις επόμενες δύο βδομάδες, αφού ο νόμος του
Τζαφαράν απαιτούσε τουλάχιστον είκοσι μία ημέρες πένθους
πριν ενθρονιστεί επίσημα ο επόμενος βασιλιάς.

Η Ιζαμπέλα έσκυψε το κεφάλι της, σαν να το σκεφτόταν. Είχε


σταυρώσει τα χέρια στο στομάχι της, έτσι που τα στήθη
της τονίζονταν κάτω από τη μεταξωτή μπλούζα της. Ύψωσε
το βλέμμα της και το κάρφωσε πάνω του.

«Το ξέρεις ότι θα δεχτώ. Ποια άλλη επιλογή έχω; Θα κάνω


οτιδήποτε για να είμαι κοντά στο παιδί μου. Είτε το
πιστεύεις είτε όχι, νοιάζομαι για το καλό του όσο κι εσύ. Και
δεν πρόκειται να του πω πως είμαι η μητέρα του».

Ο Άνταν έγνεψε καταφατικά. «Ευχαριστώ».

«Δεν το κάνω για σένα», του πέταξε εκείνη. «Το κάνω για τον
Ραφίκ. Έχεις δίκιο. Δε χρειάζεται αυτό το μπέρδεμα τώρα.
Είναι πολύ μικρός για να καταλάβει τι συμβαίνει και δεν
πρόκειται να τον χρησιμοποιήσω σαν πιόνι στη διαμάχη μας.
Μέχρι να ξεκαθαρίσουμε το θέμα μεταξύ μας, η αντίληψη
που έχει για τα πρόσωπα που υπάρχουν στη ζωή του δε θ’
αλλάξει».

Ήταν πολύ διαφορετική από παλιά. Η γυναίκα που είχε τώρα


μπροστά του ο Άνταν άναβε σαν πυροτέχνημα πετώ-ντας
σπίθες οργής κι αγανάκτησης. Η παλιά Ιζαμπέλα θα
είχε περιοριστεί να κουνήσει το κεφάλι της καταφατικά,
αποδεχόμενη ό,τι της ζητούσε.

Όπως η Γιασμίν, σκέφτηκε ο Άνταν. Όχι. Η Γιασμίν ήταν


τέλεια, δεν έμοιαζε με την παλιά Ιζαμπέλα. Ούτε με τη
νέα εκδοχή της.

Η Γιασμίν δε θα του εναντιωνόταν ποτέ, επειδή δεν είχε


κανένα λόγο να το κάνει. Οι δυο τους ήταν φίλοι από
παιδιά και δεν υπήρχε περιθώριο για φλογερές εκρήξεις
ανάμεσά τους.

«Πολύ καλά», της είπε. «Αύριο θα φύγουμε για το ανάκτορο


Μπάτερφλαϊ. Εκεί υπάρχουν λιγότερα άτομα και θα
γίνουν 'λιγότερες ερωτήσεις».

Ήταν καλύτερα να μη γίνει γνωστή η επιστροφή της Ιζαμπέ-


λα στο Τζαφαράν. Οι κοντινοί του άνθρωποι το ήξεραν,
φυσικά, αλλά ήταν πιστοί και διακριτικοί Ο ίδιος ήταν πλέον
ένα δημόσιο πρόσωπο για το οποίο ενδιαφερόταν όλη η
χώρα, αλλά ο Άνταν είχε αποφασίσει να κρατήσει την
προσωπική του

ζωή μακριά από τη δημοσιότητα. Δεν είχε σκοπό να κάνει


δημόσιο θέαμα τις τελευταίες μέρες του γάμου του.

Εκείνη φάνηκε να το καταλαβαίνει κι έγνεψε καταφατικά.

«Άνταν», του είπε όταν αυτός γύρισε να φύγει.

«Ναι;» Κοντοστάθηκε.

«Θέλω να μιλήσω στον πατέρα μου».

Την είδε να δαγκώνει τα σαρκώδη χείλη της και σκέφτηκε


πώς θα ήταν να τα φιλάει τη στιγμή που θα έμπαινε μέσα της.
Η εικόνα έστειλε ένα ρίγος χαμηλά στη σπονδυλική του
στήλη κι ο Άνταν έπνιξε το ξύπνημα του πόθου του πριν
ντροπιαστεί.

Συγκεντρώσου.

Δεν έπρεπε να κάνει τέτοιες σκέψεις. Δε βοηθούσαν τα σχέδιά


του.

«Είναι ο μόνος που ξέρει την αλήθεια για ό,τι έχει συμβεί»,
πρόσθεσε εκείνη.

. Ο Άνταν ένιωσε τα νεύρα του να τεντώνονται. Κι αυτός


ήθελε να μιλήσει στον Χασάν Μάρο για να μάθει την
αλήθεια.

«Ο πατέρας σου λείπει στο εξωτερικό».

Οι ώμοι της κύρτωσαν και η Ιζαμπέλα φάνηκε ξαφνικά μικρή


κι ευάλωτη, Ένα φύσημα του αέρα και θα πέσει κάτω,
σκέφτηκε ο Άνταν.

«Το φαντάστηκα», είπε εκείνη κι αναστέναξε.

Ξαφνικά ο Άνταν ένιωσε την ανάγκη να την πάρει στην


αγκαλιά του. Αλλά δε θα το έκανε. Δεν μπορούσε να
επιτρέψει στον εαυτό του να μαλακώσει απέναντί της, ούτε
μπορούσε να επιτρέψει στην κρίση του να θολώσει.

Και δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να νομίσει η Ιζαμπέλα ότι


μπορούσε να υπάρξει κάτι περισσότερο ανάμεσά τους.

Τότε γιατί την πας στο ανάκτορο Μπάτερφλαΐ και την


αφήνεις να περάσει δυο βδομάδες με τον Ραφίκ;

Επειδή ήθελε να την πείσει να συμφωνήσει στο διαζύγιο.


Αυτός ήταν, φυσικά, ο λόγος. Συν το γεγονός ότι ήθελε
να κρατήσει την επιστροφή της Ιζαμπέλα μυστική. Εκεί θα
ήταν απομονωμένοι, αν και ο ίδιος θα είχε πολλά να κάνει.
Έπρεπε να κυβερνήσει μια χώρα.

Από την άλλη, δε θα έμενε μόνος μαζί της. Θα τους


συνόδευαν η Καλίλα, ο Μαχμούτ και μερικά ακόμα άτομα
από το

προσωπικό του. Πιθανόν την ήμερα να περνούσε λίγο χρόνο


μαζί της και με τον Ραφίκ, αλλά το βράδυ θα πήγαινε ο
καθένας στο διαμε'ρισμά του.

Ήταν ένα καλό σχέδιο.

«Έχω δώσει εντολή να παρουσιαστεί ο πατέρας σου μπροστά


μου μόλις επιστρέφει», της είπε. «Είναι το καλύτερο που
μπορώ να κάνω».

Εκείνη ανασήκωσε το πιγούνι της, ανακτώντας το σθένος


της. «Ωραία. Και τώρα, αν μου επιτρέπεις, θα πάω να
ξαπλώσω. Πέρασα μια ατέλειωτη μέρα».
«Φυσικά», της απάντησε κάνοντάς της νόημα να περάσει
πρώτη μέσα.

Η Ιζαμπέλα πήγε κατευθείαν στην εξώπορτα της σουίτας της


και την άνοιξε, περιμένοντάς τον να βγει. Μόνο όταν
είχε φτάσει στα μέσα του διαδρόμου προς τα διαμερίσματά
του, ο Άνταν συνειδητοποίησε πως, ουσιαστικά, τον είχε
διώξει.

***

Νωρίς το επόμενο πρωί έφτασε μια ομάδα από μοδίστρες με


τις βοηθούς τους. Η Ιζαμπέλα είχε μόλις τελειώσει το
πρωινό της όταν ακούστηκε το χτύπημα στην πόρτα. Την
επόμενη στιγμή ένας υπηρέτης οδήγησε την ομάδα στον
προθάλαμο της σουίτας της.

«Η Εξοχότητά του λέει ότι πρέπει να αποκτήσετε καινούρια


γκαρνταρόμπα, κυρία», της εξήγησε μια από τις γυναίκες.

Όλο το πρωί γέμισε με μετρήσεις, επιλογές υφασμάτων από


μετάξι και ζορζέτα, δοκιμές κάποιων έτοιμων ρούχων
που είχαν φέρει οι μοδίστρες. Η Ιζαμπέλα ήθελε να
διαμαρτυρηθεί, λέγοντας ότι δεν τα χρειαζόταν όλα αυτά,
αλλά μάλλον δεν ήταν έτσι. Ο Άνταν είχε πει ότι θα έμεναν
στο εξοχικό ανάκτορο δυο βδομάδες, αλλά εκείνη έλπιζε για
περισσότερο, και τα ρούχα που είχε φέρει μαζί της δεν
ανταποκρίνονταν στις καινούριες συνθήκες.

Της έλειπε η ζωή στη Χαβάη, αλλά σαν κάτι που έζησε και το
νοσταλγούσε —όχι σαν κάτι που επιθυμούσε. Τώρα που
είχε γνωρίσει το παιδί της, δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή
της μακριά του. Δεν ήξερε πώς θα πήγαιναν τα πράγματα
ανάμεσά

τους, αλλά έλπιζε να γίνει κομμάτι της ζωής του Ραφίκ για
περισσότερο από δυο βδομάδες. Ένιωθε ότι αυτό το
χρονικό διάστημα ήταν σαν ένα τεστ που έπρεπε να περάσει κι
είχε αποφασίσει να μην αποτύχει.

Όταν πήγε ο Άνταν και τη βρήκε αργότερα εκείνο το


απόγευμα, η Ιζαμπέλα είχε έτοιμη τη βαλίτσα με τα ρούχα
που θα έπαιρνε μαζί της. Για τη διαδρομή με το αυτοκίνητο,
στην έρημο, είχε φορέσει μια μεταξωτή πράσινη αμπάγια.
Ήταν ένα άνετο ρούχο που αγκάλιαζε μαλακά το κορμί της,
τονίζοντας διακριτικά τις καμπύλες της.

Μπαίνοντας στο δωμάτιο, ο Άνταν κοντοστάθηκε και άφησε


το βλέμμα του να γλιστρήσει επιδοκιμαστικά πάνω της.

«Είσαι έτοιμη;» τη ρώτησε.

«Ναι», του απάντησε εκείνη όσο πιο ψυχρά μπορούσε.

Η διαδρομή μέχρι το ανάκτορο Μπάτερφλάί κράτησε λίγο


περισσότερο από δυο ώρες, με το καραβάνι των Λαντ
Ρόβερ να ανεβοκατεβαίνει στους γιγαντιαίους αμμόλοφους.

Η έρημος είχε μια άγρια ομορφιά που έκανε την καρδιά της
Ιζαμπέλα να χτυπάει στο στήθος της. Να ήταν επειδή
είχε χαθεί πριν από δυο χρόνια στην έρημο, όπως της είχε πει
ο Άνταν; Ό,τι κι αν της είχε συμβεί, είχε συμβεί εκεί. Κι αυτό
της δημιουργούσε μια νευρικότητα.

Καθόταν στο τζιπ με την πλάτη ίσια και τα χέρια δεμένα στα
γόνατά της, δίπλα στον Άνταν. Θα προτιμούσε να
ταξιδέψει με τον Ραφίκ και την Καλίλα, αλλά δεν υπήρχε
χώρος στο αυτοκίνητό τους.

«Γιατί ονομάστηκε ανάκτορο Μπάτερφλάί1 εκείνο το


παλάτι;» ρώτησε τον Άνταν, καθώς κατέβαιναν άλλον ένα
απότομο αμμόλοφο. Σταγόνες ιδρώτα λαμπύριζαν στο
μέτωπό της και ανάμεσα στα στήθη της. Το αυτοκίνητο είχε
κλιματισμό, αλλά δεν ήταν αρκετά ψυχρός για να κρύψει την
απόδειξη της νευρικότητάς της.

Ο Άνταν της έριξε μια ματιά. «Χτίστηκε πριν από πεντακόσια


χρόνια για τη σύζυγο ενός βασιλιά, η οποία λάτρευε τις
πεταλούδες και είχε φτιάξει ε'ναν ολόκληρο κήπο γι’ αυτές.
Την άνοιξη, λένε, χιλιάδες πεταλούδες πετούσαν στο παλάτι.
Κάθονταν στους ώμους και τα μαλλιά της, πήγαιναν στο
τραπέζι και στο κρεβάτι της. Όταν ο βασιλιάς πέθανε, η
καρδιά της βασίλισσας ράγισε και τότε οι πεταλούδες τη
μετέφεραν στον παράδεισο για να είναι μαζί του. Έτσι λέει ο
θρύλος».

«Υπάρχουν πεταλούδες τώρα;» ρώτησε η Ιζαμπέλα


προσπαθώντας να φανταστεί τη θλιμμένη βασίλισσα και την
πολύχρωμη παρέα της.

«Εγώ δεν έχω δει. Νομίζω ότι το κλίμα έχει αλλάξει στην
έρημο και κάνει πολλή ζέστη πια για να επιβιώσουν. Βέβαια,
υπάρχουν κοντά στη θάλασσα». Σμίγοντας τα φρύδια του, ο
Άνταν έσκυψε προς το μέρος της. «Δε φαίνεσαι καλά,
χαμπίμττη; Χρειάζεσαι τα παυσίπονα για τον πονοκέφαλο;»

Η Ιζαμπέλα κατάπιε το κύμα της-ναυτίας που την απειλούσε.


«Δεν πονάει το κεφάλι μου», αποκρίθηκε. «Κάνει πολλή
ζέστη».

Το συνοφρύωμα του Άνταν έγινε πιο έντονο. Πάτησε ένα


κουμπί κι έδωσε μια εντολή στον οδηγό του τζιπ. Αμέσως
ο κλιματισμός δυνάμωσε. Ύστερα πήρε μερικά από τα
χαρτιά που μελετούσε κι άρχισε να της κάνει αέρα μ’ αυτά.

Η Ιζαμπέλα έκλεισε τα μάτια της κι έγειρε πίσω στο κάθισμα.


«Ευχαριστώ», ψιθύρισε.

«Τι σου συμβαίνει, Ιζαμπέλα;»


Η φωνή του ήταν καθησυχαστική και η Ιζαμπέλα ένιωσε
ξαφνικά πως ήθελε να μοιραστεί τον προβληματισμό της
με κάποιον. Αν εξέφραζε τις ανησυχίες της κι άκουγε με τα
ίδια της τ’ αυτιά πόσο ανόητες ήταν, η αίσθηση θα
υποχωρούσε. «Φταίει η έρημος. Νιώθω... ότι θέλει να με
καταπιεί».

Τον άκουσε ν’ αναστενάζει και μετά ένιωσε το χέρι του να


τυλίγεται γύρω της και να την τραβάει πάνω στο κορμί του.
Ο Άνταν συνέχισε να της κάνει αέρα με τα χαρτιά.

«Μαζί μου είσαι ασφαλής», της είπε χαμηλόφωνα. «Σου το


υπόσχομαι».

Στην αρχή η Ιζαμπέλα παρέμεινε σφιγμένη, αλλά η κίνηση


του τζιπ, το ανακουφιστικό αεράκι στο πρόσωπό της και
το δυνατό αντρικό κορμί δίπλα της τη χαλάρωσαν. Ο νους
της

μετεωρήθηκε στις παρυφές του ύπνου και η φαντασία της τη


μετέφερε στα σπίτια του πατέρα της —ένα κοντά στη
θάλασσα και το άλλο στην άκρη της ερήμου. Στο μυαλό της
εμφανίστηκε μια εικόνα των γονιών της που τσακώνονταν,
αλλά γρήγορα η εικόνα έσβησε.

Και αντικαταστάθηκε από την εικόνα ενός άντρα.

Ήταν ένας μελαχρινός, σκληροτράχηλος άντρας. Ο Άνταν!


Της άπλωσε το χέρι κι εκείνη του έδωσε το δικό της. Την
τράβηξε κοντά του και τη φίλησε στο στόμα. Αυτή
φορούσε μια σκούρα πορτοκαλιά αμπάγια και βαριά
κοσμήματα, ενώ ένα πέπλο κάλυπτε το πρόσωπό της. Ήταν
νευρική. Αλλά εκείνος την ηρέμησε με λόγια τρυφερά, ενώ τη
βοηθούσε να γδυθεί. Μετά την έγειρε σ’ ένα κρεβάτι και
γδύθηκε πριν ξαπλώσει δίπλα της.

Η Ιζαμπέλα ήξερε τι θα ακολουθούσε. Τον κοίταξε. Το


όμορφο πρόσωπο που ήταν απόμακρο όλη μέρα τώρα ήταν
γεμάτο ένταση. Αρχισε να τη φιλά, κατηφορίζοντας στο κορμί
της χωρίς να βιάζεται. Η γλώσσα του στάθηκε στο υγρό
κέντρο της θηλυκότητάς της κι εκείνη βόγκηξε από ηδονή
και φώναξε το όνομά του. Την επόμενη στιγμή ο Άνταν
βρέθηκε από πάνω της, και μπήκε σιγά σιγά μέσα της.

Άρχισε να της ψιθυρίζει καυτά λόγια. Η ανάσα της κόπηκε


από τον ξαφνικό, γλυκό πόνο και την έκπληξη...

Η Ιζαμπέλα ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της. Ο ήλιος έλαμπε κι


έξω έκανε ζέστη. Η κόκκινη άμμος απλωνόταν μέχρι εκεί
που έφτανε το μάτι. Δίπλα της καθόταν ο Άνταν και την
κοιτούσε συνοφρυωμένος.

«Τι σου συμβαίνει, Ιζαμπέλα;»

Το κορμί της φλογιζόταν, αλλά όχι από φόβο αυτή τη φορά.


Θεέ και Κύριε. Είχε δει ένα ερωτικό όνειρο με
πρωταγωνιστή τον Άνταν ή ήταν μια ανάμνηση που
αναβίωσε στο μυαλό της; Φορούσε το γαμήλιο ένδυμα που
είχε δει στη φωτογραφία του γάμου τους, στην εφημερίδα.

«Νομίζω...» Η Ιζαμπέλα δίστασε. «Νομίζω ότι θυμήθηκα


κάτι... Μ’ εσένα».

Το βλέμμα του έγινε πιο έντονο. «Αλήθεια;»

Ένα καινούριο καυτό κύμα την πλημμύρισε. Γιατί του το είχε


πει; Τώρα ο Άνταν θα ζητούσε λεπτομέρειες.

Αλλά τι σημασία είχε; Η επιθυμία της να μάθει αν αυτές οι


εικόνες ήταν πραγματικά μια ανάμνηση ξεπερνούσε
την ντροπή της για το συμβάν.

«Νομίζω ότι ήταν η πρώτη νύχτα του γάμου μας. Φορούσα το


φόρεμα της φωτογραφίας που δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες.
Με βοήθησες να γδυθώ... Μετά με φίλησες... παντού
κι ύστερα...»

Έκλεισε τα μάτια της. θεέ και Κύριε, δεν μπορούσε να γίνει


χειρότερο.

Όταν βρήκε το θάρρος να τα ανοίξει ξανά, είδε τον Άνταν να


την κοιτάζει με μια έκφραση απόμακρη, σαν να σκεφτόταν
κι αυτός εκείνη τη νύχτα. Ύστερα κούνησε το κεφάλι του
αρνητικά.

«Δεν πρόκειται να πάει καλά», είπε περισσότερο στον εαυτό


του παρά σ’ αυτή.

«Ποιο πράγμα;»

Ο φόβος έκανε τη φωνή της διαπεραστική. Σκόπευε ο Άνταν


να δώσει εντολή να γυρίσουν πίσω και να τη διώξει από
τη χώρα; Είχε ξανασκεφτεί την απόφασή του να την αφήσει
να περάσει δυο βδομάδες με τον Ραφίκ και είχε αλλάξει
γνώμη; «Άνταν», του είπε απαιτητικά.

Εκείνος την κοίταξε με μάτια που έκαιγαν.

Και μετά τη φίλησε με πάθος.

Η προθυμία της να ανταποκριθεί στο φιλί του τη σόκαρε. Η


αίσθηση της γλώσσας του να εξερευνά το στόμα της, το
ρίγος στη σπονδυλική της στήλη και ο εκρηκτικός
αισθησιασμός χαμηλά στην κοιλιά της ήταν γνωστά κι
ευπρόσδεκτα.

Ο πόθος που είχε ήδη ξυπνήσει η ανάμνηση της ερωτικής


νύχτας τους έτρεξε καυτός στις φλέβες της. Τα μπράτσα
της τυλίχτηκαν στο λαιμό του. Ο Άνταν την τράβηξε πάνω
στα γόνατά του κι εκείνη κάθισε καβαλικευτά πάνω του.
Η αίσθηση του ερεθισμού του την έκανε να αρχίσει να κινείται
αυτόματα ρυθμικά. Όταν άκουσε το βογκητό που ξέφυγε
από τα χείλη του, ακούμπησε το χέρι της στη σκληράδα του
για να δει αν αυτό το βογκητό μπορούσε να γίνει πιο άγριο.

Ο Άνταν κάλυψε τα στήθη της με τις παλάμες του και οι

αντίχειρές του χαΐδεψαν την ερεθισμένη θηλή της με κινήσεις


τόσο επιδέξιες, που η Ιζαμπέλα νόμιζε ότι θα φωνάξει
από ηδονή. Όλο της το κορμί συντονίστηκε με το χάδι του.

«Σε θέλω», μουρμούρισε ο Άνταν πάνω στα χείλη της κι


άρχισε να σκορπάει καυτά φιλιά κατά μήκος του λαιμού
της, πριν ξαναγυρίσει στο στόμα της.

Η Ιζαμπέλα δεν μπόρεσε να πνίξει το βογκητό που ανέβηκε


στα χείλη της. Στα δύο χρόνια που νόμιζε ότι ήταν κάποια
άλλη είχε φιλήσει έναν άντρα, αλλά είχε τραβηχτεί αμέσως
πίσω γιατί δεν το είχε θεωρήσει «σωστό».

Αυτό, τώρα, ήταν.

Απίστευτα, εκπληκτικά σωστό. Και αυτό την αναστάτωσε


επειδή δεν είχε αυταπάτες με τον Άνταν. Μπορεί να την
ήθελε ερωτικά, αλλά την περιφρονούσε ως άνθρωπο. Ίσως
πάντα να την περιφρονούσε. Ίσως αυτό να την είχε κάνει να
θέλει να φύγει μακριά του.
Ένας σωρός από συναισθήματα πλημμύρισαν το νου και την
καρδιά της. Μπερδεμένα συναισθήματα.

Ήταν ευτυχισμένη και θλιμμένη. Αισθανόταν να την αγαπάει


εκείνος και να τη μισεί μαζί. Ένιωθε με βεβαιότητα ότι
κάποτε τον αγαπούσε, αλλά ο Άνταν δεν την είχε αγαπήσει
ποτέ. Η θλίψη γιγαντώθηκε μέσα της.

Η Ιζαμπέλα ακούμπησε ξαφνικά τις παλάμες της στο στέρνο


του και τον έσπρωξε.

Ο Άνταν τραβήχτηκε και τα σκούρα του μάτια γέμισαν απορία


καθώς την κοίταξαν. Το στόμα του ήταν υγρό από το δικό
της. Η Ιζαμπέλα ήθελε να κολλήσει ξανά τα χείλη της στα
χείλη του και να ξεχάσει τις μπερδεμένες σκέψεις της.

«Δε... δεν είμαι έτοιμη γι’ αυτό», του είπε με φωνή τρεμάμενη.
«Είναι πολύ νωρίς».

Η έκφρασή του άλλαξε κι ο Άνταν έγινε ξανά ο ψυχρός


κυβερνήτης. Την απομάκρυνε από πάνω του κι εκείνη
ίσιωσε το φόρεμά της αμήχανα.

«Έχεις δίκιο. Συγνώμη», της είπε.

«Δεν είναι ότι δεν το θέλω...» Η Ιζαμπέλα ξεροκατάπιε. Πώς


να το πει; Πώς μπορούσε να παραδεχτεί ότι τον ήθελε;
Θα ήταν μια παραδοχή της δύναμής του πάνω της.
Δεν μπορούσε να του δώσει περισσότερη δύναμη απ’ αυτή
που είχε ήδη.

«Δε σε γνωρίζω, στην ουσία, αρκετά καλά», είπε μαλακά. «Το


ξέρω ότι ε'χουμε ένα παιδί μαζί, αλλά τι είδους άνθρωπος
είσαι πραγματικά; Τι είδους γάμο είχαμε; Αρέσαμε,
τουλάχιστον, ο ένας στον άλλο;»

Ο Άνταν έγειρε πίσω στο κάθισμα κι αναστέναξε.


«Περνούσαμε καλά στο κρεβάτι», της είπε κατηγορηματικά.
«Αν και δε συνέβαινε πολύ συχνά».

«Επειδή ήσουν απασχολημένος; Ή επειδή ήμουν έγκυος;»

«Και τα δύο, πιστεύω. Κυρίως, όμως, επειδή είχες αδιαθεσίες


στη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Είχαμε μόνο ένα μήνα,
Ιζαμπέ-λα, πριν αρχίσουμε να ζούμε περισσότερο σαν
συγκάτοικοι παρά σαν εραστές».

«Δηλαδή, είχα μια δύσκολη εγκυμοσύνη;»

«Εκτός από τις ναυτίες; Όχι. Όλα ήταν φυσιολογικά».

Η Ιζαμπέλα ίσιωσε ξανά το φόρεμα πάνω στους μηρούς της.


«Μακάρι να τα θυμόμουν. Νιώθω σαν απατημένη».

Επειδή είχε κουβαλήσει εννέα μήνες το παιδί της στα


σπλάχνα της και δε θυμόταν τίποτα. Επειδή είχε μοιραστεί τη
ζωή και το κορμί της μ’ αυτό τον άντρα που της ήταν ξένος.

Ο Άνταν αναστέναξε. «Ήσουν πολύ όμορφη, παρά τις


αδιαθεσίες. Η κοιλιά σου ήταν μεγάλη. Ο Ραφίκ γεννήθηκε
πάνω από τέσσερα κιλά».

Η Ιζαμπέλα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Αλήθεια; Θεέ μου».


Μετά γέλασε, νιώθοντας ένα λυγμό ν’ ανεβαίνει στα χείλη
της. Κάλυψε το στόμα της με την παλάμη της για να τον
εμποδίσει. «Ίσως να είναι καλύτερα που δε θυμάμαι».

Ο Άνταν χαμογέλασε. Η καρδιά της έχασε ένα χτύπο. Όταν


χαμογελούσε γινόταν ακαταμάχητος. Το όμορφο
πρόσωπό του φάνταζε... αθώο. Ήταν αλλόκοτο να έρχεται
αυτή η λέξη στο μυαλό της για να περιγράφει έναν τόσο
δυνατό άντρα.

Αθώος.

«Ήσουν σαν να είχες καταπιεί τρεις μπάλες ποδοσφαίρου»,


είπε εκείνος. «Ο γιατρός έλεγε ότι είχες μόνο ένα μωρό,
αλλά εγώ είχα αρχίσει ν’ αμφιβάλλω».

«Ήσουν εκεί όταν γεννήθηκε;»

Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και η καρδιά της


σφίχτηκε, αντικρίζοντας τη θλίψη που ζωγραφίστηκε στο
πρόσωπό του.
«Έλειπα από τη χώρα για δουλειές. Ο τοκετός έγινε δυο
βδομάδες νωρίτερα από την ημερομηνία που αναμενόταν».

«Λυπάμαι που το έχασες».

Ο Άνταν πήρε το χέρι της και το φίλησε στέλνοντας ρίγη στη


σπονδυλική της στήλη. «Κι εγώ. Θα ήθελα να ήμουν
εκεί. Πέρασες δύσκολα στον τοκετό, αλλά ο Ραφίκ γεννήθηκε
υγιής κι εσύ συνήλθες...»

Η φωνή του έσβησε.

Η Ιζαμπέλα τον κοίταξε ερωτηματικά. «Τι είναι, Άνταν;»

Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Τίποτα, τίποτα».

«Θέλω να θυμηθώ», είπε η Ιζαμπέλα. «Ακόμα και τα


δύσκολα. Θέλω να θυμηθώ κάθε στιγμή της κοινής μας
ζωής. Είναι σκληρό να μην ξέρω».

«Ίσως να θυμηθείς, μια μέρα. Θυμήθηκες τη νύχτα του γάμου


μας, εξάλλου».

«Αλήθεια; Δεν έβλεπα όνειρο;»

Στα χείλη του φάνηκε ένα πονηρό χαμόγελο. «Όχι. Καλά


θυμήθηκες. Ήταν μια μεγάλη, απολαυστική νύχτα».
Η καρδιά της Ιζαμπέλα χτύπησε πιο γρήγορα —για έναν
εντελώς διαφορετικό λόγο τώρα. Ο Άνταν ήταν
προκλητικός σαν αμαρτία κι εκείνη ήθελε να πάρει μια γεύση
από το απαγορευμένο μήλο.

«Πρόσεχε, Ιζαμπέλα», είπε εκείνος, ξαφνικά σκυθρωπός. Όχι


από θυμό. Από πάθος.

«Δεν καταλαβαίνω», του απάντησε.

Ο Άνταν έφερε το χέρι του στον αυχένα της και την τράβηξε
κοντά του για ένα φιλί όλο πάθος. Μετά τραβήχτηκε
απότομα.

«Είμαι άντρας, χαμπίμπτι, όχι άγιος. Αν συνεχίσεις να με


κοιτάζεις έτσι, πολύ φοβάμαι ότι θα με γνωρίσεις πολύ
καλά, πριν βγούμε απ’ αυτό το αυτοκίνητο».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
Το ανάκτορο Μπάτερφλαϊ δεν ήταν ένα παλάτι που
δικαιολογούσε το όνομά του, όπως περίμενε η Ιζαμπέλα
κρίνοντας από το παλάτι τού λιμανιού του Τζαφαράν.
Έμοιαζε περισσότερο με μια άνετη έπαυλη. Το μόνιμο
προσωπικό του ήταν μόνο μία οικονόμος κι ένας επιστάτης.
Γι’ αυτό είχαν έρθει εδώ με ένα καραβάνι από τζιπ.
Αλλά, και πάλι, δεν είχαν πάρει πολλά άτομα μαζί τους. Μία
μαγείρισσα, τον προσωπικό γραμματέα του Άνταν με
δύο βοηθούς, δυο γυναίκες για να βοηθήσουν την οικονόμο
και δύο άλλες που η Ιζαμπέλα δεν ήξερε ποια ήταν η δουλειά
τους.

Ο Άνταν πήρε τον κοιμισμένο Ραφίκ από την Καλίλα και τον
πήγε στο δωμάτιό του που ήταν ήδη έτοιμο, ενώ η
οικονόμος συνοδέυσε την Ιζαμπέλα στο δωμάτιό της. Εκείνη
ήθελε να πάει με τον Άνταν και τον Ραφίκ, αλλά είπε στον
εαυτό της να κάνει υπομονή. Μόλις είχαν φτάσει κι υπήρχε
αρκετός χρόνος για να τακτοποιηθούν. Εξάλλου, ο Ραφίκ
κοιμόταν και δεν ήξερε καν πως εκείνη ήταν εκεί.

Το δωμάτιό της ήταν ακριβώς αυτό —ένα δωμάτιο. Τέλος οι


σουίτες. Αλλά είχε ψηλό ταβάνι κι ήταν ευάερο, ευήλιο,
με αναπαυτικούς καναπέδες, μια εντοιχισμένη ντουλάπα και
μια συρταριέρα. Στον ένα τοίχο υπήρχε ένα μεγάλο κρεβάτι
με ουρανό, στρωμένο μ’ ένα κρεμ κάλυμμα και φορτωμένο
με μεγάλα, πολύχρωμα μαξιλάρια.

Οι μπαλκονόπορτες ήταν ξύλινες με γρίλιες που άφηναν


αρκετό φως να μπαίνει και λευκές, αέρινες κουρτίνες. Η
τζαμαρία είχε τοποθετηθεί στην εξωτερική πλευρά τους κι έτσι
οι

πόρτες μπορούσαν να είναι ανοιχτές αλλά το δωμάτιο να


παραμένει δροσερό χάρη στο σύγχρονο κλιματιστικό του.

Τώρα οι ξύλινες πόρτες ήταν μισάνοιχτες, αλλά η Ιζαμπέλα


δέν τις έσπρωξε για να δει τι υπήρχε απέξω. Πρώτα ήθελε
ν’ ανοίξει τα πράγματά της και μετά να εξερευνήσει το χώρο.

Όσο τακτοποιούσε τα πράγματά της, μια υπηρέτρια της έφερε


τσάι και μια ποικιλία από δροσερά φρούτα, χωρίς να τα έχει
ζητήσει εκείνη.

«Σου αρέσει εδώ;»

Ακούγοντας τη φωνή του Άνταν, η Ιζαμπέλα γύρισε


απότομα. Δεν είχε περάσει ούτε μισή ώρα που είχαν φτάσει.
Γιατί, λοιπόν, χαιρόταν που τον έβλεπε σαν να μην τον είχε
δει για δυο τρεις ημέρες;

«Είναι υπέροχα», του απάντησε.

Ο Άνταν διέσχισε το δωμάτιο και άνοιξε τις ξύλινες μπαλκο-


νόπορτες. «Έλα να σου δείξω κάτι».

' Της άπλωσε το χέρι του. Χωρίς να διστάσει, η Ιζαμπέλα του


έδωσε το δικό της κι ένιωσε μια ανατριχίλα στο σημείο
επαφής τους. Ο Άνταν την κοίταξε σαν να τον είχε διαπεράσει
η ίδια ανατριχίλα και μετά έσπρωξε την τζαμόπορτα και
βγήκαν σε μια σκιερή βεράντα.
Τα κλαδιά μιας μπουκαμβίλιας απλώνονταν πάνω στην πέρ-
γολα που εκτεινόταν κατά μήκος της βεράντας, την οποία
έκλεινε ένα χαμηλό τοιχάκι. Πέρα από το τοιχάκι, η
Ιζαμπέλα είδε μια σειρά από θάμνους που έδειχναν να
πλαισιώνουν ένα μονοπάτι, αν και η διαδρομή έμοιαζε
μπερδεμένη.

«Είναι ένας λαβύρινθος», της είπε ο Άνταν και την τράβηξε


προς τους θάμνους. «Τον κατασκεύασε η βασίλισσα Μπάτερ-
φλαϊ πριν από αιώνες. Τα αρχικά φυτά δεν έφτασαν ως
τις μέρες μας, φυσικά, αλλά το μονοπάτι είναι το ίδιο που
χάραξε εκείνη».

Σταμάτησαν στην είσοδο του λαβυρίνθου και η Ιζαμπέλα


παρατήρησε το μονοπάτι. «Μπορείς να δεις μέχρι το
κέντρο του», είπε. «Δε νομίζω ότι ήταν έτσι αρχικά».

Ο Άνταν χαμογέλασε. «Μην το σκέφτεσαι ως δαίδαλο —ο


λαβύρινθος είναι κάτι διαφορετικό. Μεταξύ άλλων, είναι
και θεραπευτικός. Η ιδέα είναι να τον περπατήσεις μέχρι την
έξοδο

του μονοπατιού. Είναι ένα προσωπικό ταξίδι που έχει


διαφορετική σημασία για τον καθένα».

Η Ιζαμπέλα δεν το είχε σκεφτεί ποτέ σαν θεραπεία. «Εσύ αυτό


κόινεις;»
«Ναι».

«Και;»

Ξανά το χαμόγελο. «Την πρώτη φορά, δεν κατάλαβα τίποτα.


Ήμουν ανυπόμονος να φτάσω στο τέλος. Μετά σκέφτηκα
ότι η ανυπομονησία είναι ένα από τα ελαττώματα μου κι ότι
ίσως ο λαβύρινθος να μπορεί να μου μάθει κάτι, τελικά».

«'Οχι», είπε εκείνη με δυσπιστία. «Μη μου πεις ότι έχεις


ελαττώματα. Δεν μπορώ να το φανταστώ αυτό».

Ο Άνταν γέλασε. «Είναι πιθανό να έχω ένα δυο».

Η Ιζαμπέλα του χαμογέλασε. «Πρόσεχε, Άνταν, γιατί μπορεί


και ν’ αρχίσω να σε συμπαθώ».

«Θα φροντίσω να κάνω κάτι κακό, που θα το αποτρέψει».

Η Ιζαμπέλα κοίταξε το λαβύρινθο και τον κήπο που


απλωνόταν πιο πέρα. Ο ήλιος έγερνε στη δύση και όλα ήταν
λουσμένα μ' ένα απαλό χρυσαφένιο φως. Επικρατούσε
απόλυτη ησυχία κι εκείνη σκέφτηκε το πολύβουο λιμάνι του
Τζαφαράν και το Μάουι με τους τουρίστες και τα πάρτι στην
παραλία.

«Κουβεντιάζαμε όπως τώρα;» ρώτησε τον Άνταν. «Ή απλώς


έσκυβα το κεφάλι μου κι έκανα ό,τι νόμιζα πως ήθελες;»
Τα δάχτυλά του παραμέρισαν μια κατάξανθη τούφα μαλλιών
από το πρόσωπό της. Ήταν ένα άγγιγμα τόσο απαλό
που έκανε την καρδιά της να καλπάσει. Έπρεπε να το
σταματήσει αυτό. Επειδή κάθε φορά που την άγγιζε ο Άνταν
ή της χαμογελούσε, η καρδιά της άνοιγε όλο και περισσότερο
γι’ αυτόν.

«Ξέρεις ήδη την απάντηση, Ιζαμπέλα, έστω κι αν δεν τη


θυμάσαι».

Εκείνη τον κοίταξε. Τα σκούρα μάτια του την παρατηρούσαν


με κάτι που μπορούσε να είναι εκτίμηση. Κι αποδοχή.
Όχι ερωτική, αν και υπήρχε παράλληλα, αλλά αποδοχή σε
πνευματικό επίπεδο. Η Ιζαμπέλα ήταν σίγουρη πως δεν είχε
την αποδοχή του τον καιρό του γάμου τους.

«Ναι. Έκανα αυτό που είχα ανατραφεί για να κάνω, Άνταν.


Αυτό που περίμενε ο πατέρας μου από μένα. Που περίμενες

εσύ από μένα. Προσπάθησα να γίνω μια καλή σύζυγος. Το


ξέρω, έστω κι αν δεν το θυμάμαι». %

«Τι θα έκανες τώρα;» τη ρώτησε εκείνος. «Αν ο χρόνος


γυρνουσε πίσω και εγώ παντρευόμουν τη γυναίκα που είσαι
τώρα;»

Εκείνη δάγκωσε το κάτω χείλος της. Γιατί της έκανε αυτή την
ερώτηση; Ψάρευε μια απάντηση προσπαθώντας να
επιβεβαιώσει την ακαταλληλότητά της ως συζύγου του; Αν
του έδινε τη σωστή απάντηση, θα έμενε με τον Ραφίκ για
πάντα;

Άνοιξε το στόμα της για να πει αυτό που πίστευε ότι ήθελε ο
Άνταν ν’ ακούσει.

Μετά σταμάτησε.

Δεν μπορούσε να το κάνει. Δεν μπορούσε να πει αυτό που


εκείνος θα θεωρούσε σωστή απάντηση, επειδή δεν ήταν η
δική της απάντηση. Η κοπέλα που προσπαθούσε
απελπισμένα να ευχαριστήσει τους γονείς της, που έλεγε ό,τι
ήθελαν εκείνοι να ακούνε από τα χείλη της δεν υπήρχε τώρα.

Δε θα υπήρχε ποτέ ξανά.

Πήρε μια βαθιά ανάσα, γεμάτη από τη μυρωδιά της μπου-


καμβίλιας και την πιπεράτη κολόνια του άντρα που στεκόταν
πολύ κοντά της.

«Θα ήμουν ο εαυτός μου, άσχετα αν αυτό σε ευχαριστούσε ή


όχι», του απάντησε.

Το χαμόγελό του ήταν ξαφνικό κι απρόσμενο σαν βροχή από


διαμάντια που έπεφταν από τον ουρανό.
«Χαίρομαι που το ακούω», της είπε απλά.

***

Το δείπνο σερβιρίστηκε στον κήπο σε στυλ πικνίκ, πάνω σε


ένα χαλί και κάτω από τ’ αστέρια, με λάμπες αερίου να
φωτίζουν το χώρο. Υπήρχε ταμπουλέ, χούμους, ψητό αρνάκι
με λεμόνι και σκόρδο, ρύζι, μια ποικιλία από ελιές, τυριά,
μάνγκο, σύκα και φρεσκοψημένες αραβικές πίτες που
συνόδευαν καταπληκτικά όλα αυτά.

Αναστενάζοντας από ευχαρίστηση, η Ιζαμπέλα έβαλε μια


μπουκιά πίτα στο στόμα της. Ο Ραφίκ καθόταν δίπλα της
και την παρατηρούσε να τρώει.

«Πολύ ωραίο», είπε εκείνη. «Θέλεις μια μπουκιά, Ραφίκ;»

To παιδί κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, αλλά μετά άλλαξε


γνώμη και έγνεψε καταφατικά. Εκείνη έκοψε γελώντας
ένα μικρό κομμάτι από την πίτα και την έβαλε στο στόμα του.
Το αγόρι άρχισε να μασά σοβαρό και μετά σηκώθηκε και
πήγε με μικρά ασταθή βήματα προς το μέρος του πατέρα του
στην άλλη μεριά του χαλιού. Είχαν αφήσει κάτι σαν μονοπάτι
στο κέντρο. Τα πιάτα είχαν τοποθετηθεί στις δύο άκρες του
χαλιού με μια μεγάλη κενή λωρίδα στη μέση για να περνά ο
Ραφίκ.

Η Καλίλα καθόταν σε μια καρέκλα δίπλα τους. Ήθελε να


καθίσει κι αυτή πάνω στο χαλί, αλλά ο Άνταν δεν την
άφησε. Τράβηξε την καρέκλα κοντά τους και την έβαλε να
καθίσει εκεί. Η καρδιά της Ιζαμπέλα έλιωνε, παρατηρώντας
τον να βοηθά την Καλίλα να καθίσει. Νοιαζόταν πραγματικά
για την νταντά.

Ο Ραφίκ σκαρφάλωσε τώρα στα γόνατά του κι άρχισε κάτι να


τραυλίζει. Ο Άνταν συγκεντρώθηκε και τον άκουγε
προσεκτικά. Μετά τον σήκωσε και τον έσφιξε στην αγκαλιά
του, γαργαλώντας τον. Το παιδί γέλασε, στριγκλίζοντας.

Η Ιζαμπέλα δάγκωσε τα χείλη της. Η συγκίνηση την


πλημμύριζε κατά κύματα. Ήταν ευτυχισμένη... Και θλιμμένη.

Ήταν μπερδεμένη... Κι εκνευρισμένη. Γεμάτη ελπίδες... Κι


απελπισμένη. Τόσα πολλά συναισθήματα, τόσες πολλές
δυνατότητες, τόσο μπέρδεμα!

«Τραγούδι, μπαμπά», φώναξε ο Ραφίκ μέσα από τα γέλια.

«Εννοείς ότι θέλεις να τραγουδήσει η Ιζαμπέλα; Ίσως θα


έπρεπε να της το ζητήσεις».

Ο Ραφίκ γύρισε και την κοίταξε. Έβαλε το δάχτυλο στο στόμα


του και το μάσησε λίγο κοιτάζοντάς τη με τα σκούρα μάτια
του. Τα μάτια του πατέρα του. Τέσσερα ολόιδια μάτια —
παιδιού και πατέρα — την κοίταξαν με προσδοκία.
«Ζήτα το», είπε τρυφερά ο Άνταν στο γιο του.

«Μπελ, τραγούδι».

Η καρδιά της Ιζαμπέλα ξεχείλισε από αγάπη. Ήταν η πρώτη


φορά που το παιδί την αποκαλούσε με το όνομά της. Ήταν
μια πρόοδος κι εκείνη ένιωθε ανόητα χαρούμενη.

«Φυσικά και θα σου τραγουδήσω, γλυκέ μου», του είπε.

«Πήγαινε να καθίσεις με την Ιζαμπέλα», τον παρότρυνε ο

Άνταν. Ο Ραφίκ πήγε προς το μέρος της, κάθισε μπροστά της


και κάρφωσε τα ματάκια του πάνω της.

Η Ιζαμπέλα άρχισε μ’ ένα μελωδικό τραγούδι της Χαβάης και


μετά τραγούδησε δυο τραγούδια του Τζαφαράν. Ο Ραφίκ
την παρατηρούσε μαγεμένος μέχρι που τα βλέφαρά του
βάρυναν.

Η Ιζαμπέλα χαμογέλασε, αλλά δε σταμάτησε να τραγουδά.


Όταν τον πήρε ο ύπνος, τον ανέβασε και τον ξάπλωσε
στα γόνατά της.

Τότε έριξε μια ματιά στον Άνταν και τον είδε να την κοιτά
επίμονα. Τα μάτια του ήταν σκοτεινά και καυτά όπως
πάνΓα, αλλά για πρώτη φορά δεν πέρασε από το μυαλό της
η σκέψη ότι εκείνος την απεχθανόταν.
Στο νου της ήρθε το φιλί του, στο αυτοκίνητο καθώς
έρχονταν εδώ. Τα χάδια του. Η φωνή του, να της λέει ότι την
ήθελε. Ήταν δυνατόν να βρουν το δρόμο τους μέσα από όλο
αυτό το μπέρδεμα;

Ήταν παράξενο και να το σκέφτεται ακόμα. Πρόσφατα είχε


ορκιστεί, μιλώντας με τη σερβιτόρα στο μπαρ Κα Νουί, ότι
δε θα σπαταλούσε ποτέ τη ζωή της με έναν άντρα που δεν
την αγαπούσε...

Αυτό όμως είχε γίνει πριν ανακαλύψει ότι ήταν ήδη


παντρεμένη μ' αυτό τον άντρα και είχε ένα παιδί μαζί του.

Χτένισε με τα δάχτυλά της τις απαλές μπούκλες του Ραφίκ.


Θα έκανε τα πάντα, θα θυσίαζε τα πάντα γι’ αυτό το
παιδί. Ήταν περίεργο που ένιωθε έτσι, αλλά έτσι ήταν. Το
ήξερε μέχρι τα βάθη της ψυχής της.

Τώρα άρχισε να τραγουδά πιο σιγανά. Τα μάτια του Ραφίκ


ήταν κλειστά κι η ανάσα του έβγαινε ρυθμική και ήσυχη.
Λίγα ακόμα λεπτά και μετά ο Άνταν της έκανε νόημα να
σταματήσει. Ο τελευταίος στίχος του τραγουδιού έσβησε κι
απλώθηκε ησυχία τριγύρω. Οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν
ήταν από τις λάμπες του γκαζιού και το μονότονο τραγούδι
των τριζονιών. Κάπου, κάπου ακουγόταν το ουρλιαχτό
κάποιου μοναχικού τζάγκουαρ που κυνηγούσε στους
αμμόλοφους.
Ή Ιζαμπέλα έριξε μια ματιά στην Καλίλα, που μετακινήθηκε
στην καρέκλα της, συνειδητοποιώντας ότι η ηλικιωμένη
γυναίκα μάλλον αισθανόταν άβολα. Όσο κι αν ήθελε να
μείνει εκεί,

κρατώντας τον κοιμισμένο Ραφίκ στην αγκαλιά της, δεν


μπορούσε ν’ αφήσει την Καλίλα να ταλαιπωρείται.

«Ίσως πρέπει να τον πάμε στο κρεβάτι», είπε.

«Ναι, νομίζω ότι έχεις δίκιο», συμφώνησε ο Άνταν και


σηκώθηκε για να πάρει τον Ραφίκ από την αγκαλιά της.

Μπήκαν στην έπαυλη, ενώ ένας υπηρέτης άρχισε να μαζεύει


τα πιάτα του δείπνου τους. Αυτή τη φορά η Ιζαμπέλα
ακολούθησε τον Άνταν στο δωμάτιο του Ραφίκ, που ήταν
γεμάτο παιχνίδια και διακοσμημένο σε τόνους του μπλε και
του λευκού. Δίπλα, σ’ ένα συνεχόμενο δωμάτιο, έμενε η
Καλίλα.

Ο Άνταν είπε στην νταντά να πάει να ξαπλώσει, με τόνο


γεμάτο ενδιαφέρον. Η γυναίκα υποκλίθηκε, μπήκε στο
δωμάτιό της κι έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Η Ιζαμπέλα είχε την εντύπωση ότι ο Άνταν ήταν σε αμηχανία.


Αλλά τον είδε να αφήνει απαλά τον Ραφίκ στην κούνια του
κι ύστερα να σκύβει και να φιλάει τρυφερά το μέτωπο του
γιου του. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Κάθε άντρας, όσο
σκληρός κι αν ήταν, είχε το αδύνατο σημείο του. Για τον
Άνταν, αυτό ήταν η αγάπη για το γιο του.

Ο Άνταν ανασηκώθηκε και γύρισε προς το μέρος της. «Αν


θέλεις...» άρχισε να λέει.

Η Ιζαμπέλα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Ήθελε


απελπισμένα να φιλήσει τον Ραφίκ, αλλά φοβόταν μήπως
τον ξυπνήσει. Τελικά δεν ήξερε πώς να κάνει κάποια
πράγματα που έπρεπε να τα ξέρει. Ήταν κάτι που τη
στενοχωρούσε και την εκνεύριζε ταυτόχρονα, αλλά έπρεπε να
το υπομείνει.

Ο Άνταν την πήρε από το χέρι και την οδήγησε σε μια


βεράντα όπου είχε σερβιριστεί καφές για δύο άτομα.
Τράβηξε μια καρέκλα από το τραπέζι για να καθίσει η
Ιζαμπέλα κι εκείνη υπάκουσε, με το σφυγμό της να χτυπά σαν
τρελός.

Ο Άνταν κάθισε απέναντίτης κι έφερε την κούπα με τον καφέ


στα χείλη του, στρέφοντας το βλέμμα του στο
μισοσκότεινο κήπο.

«Είναι πολύ ήσυχα εδώ», είπε μετά από μερικές στιγμές


σιωπής. «Θα έμενα για βδομάδες, αν μπορούσα».

«Φαντάζομαι ότι έχεις πολλά να κάνεις, μετά το θάνατο του


θείου σου».
Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ 83

«Είχα οριστεί διάδοχος πάνω από χρόνο, αλλά η


προσαρμογή χρειάστηκε πολλή δουλειά. Υπάρχει μεγάλος
φόρτος εργασίας για έναν άνθρωπο που είναι υπεύθυνος για
ένα ολόκληρο έθνος».

«Τώρα, όμως, υπάρχει και η Βουλή. Σίγουρα αυτό βοηθά».

«Ναι, το πιστεύω. Αλλά και πάλι έχω πολλά καθήκοντα.


Ευτυχώς, βρίσκομαι σε συνεχή επικοινωνία με τους αξιωμα-
τούχους, όπου κι αν βρίσκομαι. Φαντάσου τι γινόταν τον
καιρό που δεν υπήρχαν υπολογιστές και κινητά τηλέφωνα».

«Τότε, μια επίσκεψη εδώ θα ήταν πραγματικές διακοπές».

«Ναι. Τώρα είναι απλώς άλλη μια στάση. Μια μετακίνηση


που δε σε πάει μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο».

Η Ιζαμπέλα συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι, ουσιαστικά, δεν


ήξερε τίποτα για τον Άνταν.

«Είμαι σίγουρη ότι αυτό που θα σε ρωτήσω πρέπει να το


γνώριζα παλιά, αλλά... Πόσα αδέρφια έχεις;»

«Τρία αδέρφια και μια αδερφή, που ήρθε πολύ αργότερα από
τα αγόρια στη ζωή. Τώρα είναι δέκα χρονών».
«Πάντα ήθελα μια αδερφή ή έναν αδερφό», είπε εκείνη.

Τα παιδικά της χρόνια ήταν μοναχικά. Είχε μόνο τα βιβλία


και τους δασκάλους της, αλλά όχι άλλα παιδιά για να παίζει
μαζί τους. Φαίνεται ότι ο Άνταν το ήξερε, γιατί δεν της
ζήτησε λεπτομέρειες.

«Θα ήθελα ν’ αποκτήσει ο Ραφίκ αδέρφια», της είπε. «Θα του


άρεσε να παίζει μαζί τους».

Η Ιζαμπέλα κάρφωσε το βλέμμα της στο ζεστό καφέ της.


«Εκπλήσσομαι που δεν έχεις παντρευτεί ακόμα».

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Ο χρόνος περνά πιο


γρήγορα απ’ όσο νόμιζα. Δεν είχα καταλάβει πως πέρασαν
δυο χρόνια, παρά πρόσφατα».

«Τ’ αδέρφια σου έχουν παιδιά;»

«Όχι ακόμα. Μόνο ο ένας είναι παντρεμένος. Οι άλλοι δυο


κάνουν μια ανέμελη, εργένικη ζωή γυρίζοντας την Ευρώπη».
Τα μάτια του στένεψαν. «Εσύ, Ιζαμπέλα; Έζησες μια
ανέμελη, εργένικη ζωή τα τελευταία δυο χρόνια;»

Ένα ρίγος τη διαπέρασε, όχι μόνο γιατί ο ήλιος είχε δύσει και
η έρημος κρύωνε. «Δε βγήκα με κανέναν, αν αυτό εννοείς».

«Γιατί; Είσαι μια νέα και όμορφη γυναίκα. Θα πρέπει να


ένιωθες μοναξιά».

«Εσύ ένιωθες;»

Τα μάτια του έλαμψαν στο χαμηλό φως των πυρσών.


«Απάντηση σε μια ερώτηση με ερώτηση. Κλασική υπεκφυγή.
Ναι, ένιωθα μοναξιά».

«Κι εγώ. Αλλά δε βγήκα με κανέναν». Η Ιζαμπέλα


αναστέναξε, πριν αποφασίσει να του ομολογήσει την
αλήθεια. «Κατά κάποιον περίεργο τρόπο, δεν το ένιωθα
σωστό. Το μόνο που υπήρξε ήταν ένα φιλί».

Ο Άνταν συνοφρυώθηκε και την κοίταξε επιτιμητικά. Η Ιζα-


μπέλα εκνευρίστηκε. «Δεν ήξερα καν ότι υπάρχεις», του είπε.
«Κι ήταν μόνο ένα φιλί. Βάζω στοίχημα ότι εσύ δεν μπορείς
να πεις το ίδιο», κατέληξε επιθετικά.

«Δέχομαι το στοίχημα», της απάντησε ψυχρά ο Άνταν.


«Επειδή δεν έχω φιλήσει καμιά γυναίκα εκτός από σένα από
τότε που παντρευτήκαμε».

Η Ιζαμπέλα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Δεν το πιστεύω».

Ο Άνταν άφησε τον καφέ του κάτω. «Πίστεψέ το, Ιζαμπέλα.


Είχα ένα παιδί να μεγαλώσω και μια επιχείρηση να
διευθύνω. Μετά έπρεπε να ετοιμαστώ ν’ ανέβω στο θρόνο.
Δεν έχει υπάρξει άλλη γυναίκα στη ζωή μου εκτός από σένα».
Εκείνη ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της έκπληκτη. «Μα, σε λίγο
θα παντρευόσουν!»

«Η Γιασμίν είναι παλιά μου φίλη».

«Δε... δεν ξέρω τι να πω». Πραγματικά η Ιζαμπέλα δεν ήξερε.


Ένας τέτοιος άντρας... Χωρίς σεξ;

«Δεν υπάρχει τίποτα να πεις». Ο Άνταν σηκώθηκε απότομα


όρθιος. «Ίσως πρέπει να πούμε καληνύχτα. Κάναμε ένα
μακρύ ταξίδι και είναι περασμένη η ώρα».

Σηκώθηκε κι εκείνη. «Γιατί θυμώνεις μαζί μου; Δε φταίω


εγώ».

«Για τίποτα δε φταις εσύ. Έτσι δεν είναι;»

Η Ιζαμπέλα έσφιξε τις γροθιές της. «Τι θέλεις από μένα,


Άνταν; Δε βλέπεις ότι προσπαθώ;»

«Ενώ εγώ όχι;»

Η Ιζαμπέλα ξεφύσηξε. «Δεν εννοούσα αυτό. Θέλω να πω ότι

είναι δύσκολο και για τους δυο μας, αλλά δεν υπάρχουν
πολλά που μπορούμε να κάνουμε για το παρελθόν πια».

«Έχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι αυτή ήταν πολύ κακή ιδέα,


τελικά», μουρμούρισε εκείνος και το βλέμμα του σκάλωσε
για μια στιγμή στα χείλη της.

«Μόλις ήρθαμε. Υποσχέθηκες να μου δώσεις δυο


βδομάδες».

«Οι υποσχέσεις, όπως ξέρεις πολύ καλά, παραβιάζονται»,


απάντησε βλοσυρά ο Άνταν και μπήκε μέσα στην έπαυλη.

Η Ιζαμπέλα έμεινε γι’ άλλη μια φορά μόνη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8
Ο Άνταν δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε ομολογήσει τόσο
εύκολα την αλήθεια στην Ιζαμπέλα.

Της είχε πει ότι δεν είχε κοιμηθεί με καμιά γυναίκα, μετά από
τη δική της εξαφάνιση, όμως δεν ήταν κάτι που το
έκανε μελετημένα ή σκόπιμα.

Όταν πήρε απόφαση το γεγονός ότι η Ιζαμπέλα είχε χαθεί


στην έρημο, μπήκε σε μια περίοδο πένθους. Αλλά δεν
μπορούσε να ισχυριστεί πως αισθανόταν συντετριμμένος από
την απουσία της. Την είχε πενθήσει επειδή ήταν η μητέρα του
Ραφίκ και σαν τέτοια την αγαπούσε.

Θεωρούσε την παρουσία της στη ζωή του δεδομένη και είχε
στενοχωρηθεί πολύ με την εξαφάνισή της. Αλλά όχι τόσο
ώστε να παραιτηθεί από την ερωτική του ζωή. Πάντα είχε
την πρόθεση να αποκτήσει μια ερωμένη ή μια άλλη σύζυγο,
απλώς δεν έτυχε να συμβεί.

Η αλήθεια ήταν ότι δεν του έμενε χρόνος για προσωπική ζωή.
Στην αρχή ήταν πολύ απασχολημένος με την ανατροφή
του Ραφίκ και την εξεύρεση μιας κατάλληλης νταντάς. Τρεις
γκου-βερνάντες είχε απολύσει πριν παρακαλέσει την Καλι'λα
να μεγαλώσει το γιο του.

Μετά απ’ αυτό ήταν απασχολημένος με τις επιχειρήσεις του


κι ύστερα με τις συνέπειες του θανάτου του ξαδέλφου του
και την ανακήρυξή του ως διάδοχο του θρόνου. Δεν είχε
χρόνο για περιστασιακές σχέσεις. Ναι, του είχε λείψει το σεξ,
οι γυναίκες, αλλά δεν είχε το χρόνο να ανησυχήσει γι’ αυτό.

Τώρα, όμως, που βρισκόταν στο ανάκτορο Μπάτερφλαϊ με


την Ιζαμπέλα, το μόνο που σκεφτόταν ήταν το σεξ.

Ο αρχικός σχεδιασμός του ήταν να μείνει όσο το δυνατόν


περισσότερο απασχολημένος και να φροντίζει να την
αποφεύγει. Αλλά όταν εκείνη του θύμισε, στο αυτοκίνητο,
την πρώτη νύχτα του γάμου τους, κατάλαβε ότι το σχέδιό του
ήταν καταδικασμένο να αποτύχει.

Την ήθελε αφόρητα.


Στο δείπνο, καθώς καθόταν μαζί της στον κήπο και την
άκουγε να τραγουδάει, με τον Ραφίκ κοιμισμένο στα πόδια
της, είχε καταλάβει ότι σκοπός του ήταν να την πάει στο
κρεβάτι του στο τέλος της βραδιάς. Είχε διώξει κάθε άλλη
σκέψη από το νου του εκτός από αυτή.

Και μετά η Ιζαμπέλα του είπε πως άφησε έναν άντρα να τη


φιλήσει.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Άνταν απέφευγε επιμελώς να


σκέφτεται τι ζωή έκανε η Ιζαμπέλα τα δυο τελευταία
χρόνια, τραγουδώντας σε κλαμπ. Κι όταν την άκουσε να του
μιλάει για εκείνο το φιλί, έγινε έξαλλος.

Ήταν γελοίο, αφού στην ουσία δενείχε συμβείτίποτα


σπουδαίο. Αλλά η πληροφορία αυτή ήταν σαν μαχαιριά στα
σωθικά του. Ένιωσε αδικημένος, επειδή εκείνος δεν είχε
πλησιάσει καμιά άλλη γυναίκα, ενώ την Ιζαμπέλα την είχε
φιλήσει ένας άλλος άντρας.

Ήταν τίποτα και ταυτόχρονα τα πάντα.

Εκείνη τη στιγμή, το μόνο που ήθελε ήταν να τη σηκώσει στα


χέρια και να την πάει στο κρεβάτι του.

Να την κάνει δική του.

Αλλά θα ήταν λάθος.


Δεν έπρεπε να επιτρέπει στον εαυτό του να λαχταράει την
Ιζαμπέλα, αφού σε δυο βδομάδες εκείνη θα έφευγε κι αυτός
θα παντρευόταν τη Γιασμίν.

Κόντευε να ξημερώσει, όταν ο Άνταν πέταξε τα σκεπάσματα


και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Το κορμί του φλεγόταν και
το μυαλό του δεν μπορούσε να ησυχάσει. Ένιωθε σαν
λιοντάρι σε κλουβί.

Πήγε ξυπόλυτος στο μπάνιο και φόρεσε ένα σορτς, χωρίς να


ξέρει τι είχε σκοπό να κάνει. Αλλά ήθελε να φύγει από
την κρεβατοκάμαρα.

Όταν βγήκε στον κήπο, μια κίνηση τράβηξε το βλέμμα του.

Γρήγορα κατάλαβε τι ήταν. Η Ιζαμπέλα περπατούσε στο


λαβύρινθο κάτω από το φως του φεγγαριού.

***

Το μονοπάτι ήταν σκοτεινό, αλλά το φως του φεγγαριού


ήταν αρκετό ώστε να βλέπει η Ιζαμπέλα πού πήγαινε.
Περπατούσε αργά στο λαβύρινθο, αναλογιζόμενη πότε θα
ξανάβρισκε τη μνήμη της.

Εκεί που νόμιζε ότι έφτανε στο στόχο της, μια στροφή του
μονοπατιού την έστελνε και πάλι μακριά από το κέντρο.
Δεν ήξερε γιατί το έκανε αυτό. Ανασήκωσε το κεφάλι της
και κοίταξε τους σκοτεινούς τοίχους του παλατιού. Κάποιο
φως ήταν αναμμένο σε ένα παράθυρο του δεύτερου ορόφου,
αλλά ήταν το μόνο. Οι πυρσοί είχαν σβήσει από ώρα και ο
κήπος ήταν σκοτεινός και ήσυχος. ·

Είχε ξαπλώσει και είχε κοιμηθεί ανήσυχα, βλέποντας όνειρα


με τον Άνταν και τον Ραφίκ. Κυρίως με τον Άνταν. Είχε
ονειρευτεί πως ήταν στο κρεβάτι μαζί του και του έλεγε ότι
τον αγαπά. Μετά, όμως, ονειρεύτηκε να τον περιμένει στο
κρεβάτι και να κοιμάται .δακρυσμένη, επειδή εκείνος δεν
ερχόταν.

Τα όνειρα αυτά την είχαν ταράξει και προσπαθούσε να


κατανοήσει τη σημασία τους. Ήταν ανόητο να σκέφτεται
ότι η βόλτα σε ένα σκοτεινό μονοπάτι θα της αποκάλυπτε
κάτι, αλλά είχε βγει στον κήπο πιστεύοντας ότι θα ηρεμούσε.

Όμως, δεν αισθανόταν ήρεμη, αλλά εκνευρισμένη.

«Είναι γελοίο», μουρμούρισε καθώς άλλη μια στροφή την


απομάκρυνε από το κέντρο.

Σταμάτησε και αποφάσισε πως ο λαβύρινθος δε θα τη


βοηθούσε. Καλύτερα να πήγαινε στο δωμάτιό της.

Γύρισε να φύγει, αλλά η σιλουέτα ενός άντρα που στεκόταν


στην άκρη του λαβυρίνθου και την παρατηρούσε της
έκοψε την ανάσα.
Ο Άνταν.

«Δεν μπορούσα να κοιμηθώ», δικαιολογήθηκε η Ιζαμπέλα.

Εκείνος πέρασε πάνω από ένα θάμνο. «Ούτε κι εγώ». Μετά


πέρασε και δεύτερο θάμνο. «Δε φαντάζομαι να παράτησες
την

προσπάθεια να φτάσεις στο κε'ντρο του λαβυρίνθου. Έτσι δεν


είναι, Ιζαμπέλα;»

Δε φορούσε πουκάμισο. Η σκουρόχρωμη επιδερμίδα τού


στέρνου του γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο. Οι γυμνασμένοι
μύες και η διάπλασή του το έκανε να πλησιάζει την
τελειότητα. Η Ιζαμπέλα ξεροκατάπιε.

Όχι. Ήταν η εικόνα της τελειότητας.

Είχε δει πολλούς γεροδεμένους και καλλίγραμμους άντρες


στις παραλίες του Μάουι και ήξερε να ξεχωρίζει την
τελειότητα.

«Δεν τα παράτησα», του απάντησε.

Ένιωσε το σφυγμό της να επιταχύνεται. Το κορμί της αντι-


δρούσε στην παρουσία του Άνταν αυτόματα. Το γλυκό βάρος
χαμηλά στην κοιλιά της δεν τη σόκαρε. Ούτε η υγρή
αίσθηση ανάμεσα στα πόδια της.

Κανένας άλλος άντρας δεν ξυπνούσε μέσα της τον πόθο,


όπως ο Άνταν. Ήθελε να πάει στο κρεβάτι μαζί του, να
τον νιώσει μέσα της, να δει αν αυτό που είχε ονειρευτεί — ή
που είχε θυμηθεί— ήταν τόσο καλό όσο η πραγματικότητα.

«Χρειάζεται υπομονή», είπε εκείνος και πέρασε πάνω από


άλλον ένα θάμνο.

«Έκανα αρκετή υπομονή», απάντησε η Ιζαμπέλα.

Αναρωτήθηκε αν ο Άνταν υπονοούσε κάτι άλλο, μιλώντας


για υπομονή. Εκείνος πέρασε και τον τελευταίο θάμνο που
τους χώριζε και σταμάτησε μπροστά της. Ήταν τόσο κοντά
της τώρα και το σώμα του ανέδιδε τόση ζεστασιά, που η
Ιζαμπέλα νόμισε πως θα καιγόταν αν τον άγγιζε.

«Μερικές φορές, η αναμονή κάνει την κορύφωση πιογλυκιά».


Η βαθιά του φωνή αντήχησε στο κορμί της, κάνοντάς τη
να νιώθει πως δεν άκουγε μόνο τα λόγια του, τα
αισθανόταν κιόλας. «Τελείωσε τη διαδρομή, Ιζαμπέλα»,
επέμεινε εκείνος.

«Θα έρθεις μαζί μου;»

Της φαινόταν πιο εύκολο να διασχίσει το λαβύρινθο, αν ήταν


και κάποιος άλλος μαζί της. Λιγότερο κοπιαστικό.
Ο Άνταν κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Μόνη σου πρέπει
να το κάνεις. Εγώ θα σε περιμένω στο κέντρο».

Και μετά, πριν μπορέσει εκείνη να τον σταματήσει, ο Άνταν


πήδησε πάνω από τους υπόλοιπους θάμνους μέχρι το
κέντρο.

Ήθελε κι η ίδια να κάνει το ίδιο. Στάθηκε αναποφάσιστη.


Ένα μονοπάτι ήταν κι όμως τη φόβιζε.

«Έχε μου εμπιστοσύνη, χαμπίμτπι. Προχώρα», την


παρότρυνε ο Άνταν.

Η Ιζαμπέλα πήρε μια βαθιά ανάσα κι άρχισε να περπατάει,


νιώθοντας ταραχή. Σε κάθε στροφή η ταραχή της
μεγάλωνε. Θα πε'θαινε, αν δεν έφτανε στο κέντρο του
λαβυρίνθου. Κοντά στον Άνταν. Μπήκε στον πειρασμό να
πηδήσει πάνω από τους θάμνους και να τον πλησιάσει όσο
πιο γρήγορα γινόταν.

Όμως όχι.

Θα διέσχιζε το αναθεματισμένο το μονοπάτι τουλάχιστον μία


φορά. Δε θα επέτρεπε στον Άνταν να τη θεωρήσει
ανίκανη. Επειδή δεν ήταν.

Δεν ήξερε γιατί είχε φύγει από το σπίτι του πατέρα της νύχτα
και μόνη, αλλά να την έπαιρνε ο διάβολος αν άφηνε
τώρα τον Άνταν να πιστέψει ότι δεν είχε δύναμη μέσα της.

Να την έπαιρνε ο διάβολος αν άφηνε τον ίδιο της τον εαυτό


να το πιστέψει αυτό. Γιατί ήταν ο κρυφός της φόβος —και
το ήξερε. Φοβόταν ότι ο Άνταν είχε δίκιο. Ότι είχε
εγκαταλείψει το παιδί της, επειδή δεν μπορούσε να χειριστεί
την ευθύνη.

Πλησίασε το κέντρο του λαβυρίνθου, αλλά μετά


απομακρύνθηκε και πάλι. Ύστερα, εκεί που νόμιζε ότι θα
έβγαινε για μια ακόμα φορά έξω, το μονοπάτι την οδήγησε
στην καταπράσινη καρδιά του. Σταμάτησε απότομα
πλημμυρισμένη από συγκίνηση. Όλες οι ενοχές και οι φόβοι
της εξαφανίστηκαν σαν να ήταν ένα βάρος που έφυγε από
τους ώμους της.

Ήταν σοκαριστικό. Το μόνο που είχε κάνει ήταν να διανύσει


ένα κυκλικό μονοπάτι και να φτάσει σε ένα ξέφωτο.
Τίποτα σπουδαίο. Τίποτα συνταρακτικό.

Κι όμως. Η Ιζαμπέλα αισθανόταν πως είχε πετύχει κάτι


εξαιρετικά σημαντικό.

Ο Άνταν άπλωσε το χέρι του κι εκείνη το πήρε και τον άφησε


να την τραβήξει κοντά του. Έπειτα, εκείνος τη γύρισε από
την άλλη, έτσι που η πλάτη της ακούμπησε στο στέρνο του.
Το κορμί του ήταν ζεστό και σκληρό, η επαφή καταλυτική.
Δεν είχε κάνει έρωτα με καμιά γυναίκα εκτός από κείνη τα
δυο τελευταία χρόνια.

Η Ιζαμπέλα ρίγησε. Γιατί είχε κάνει αυτή τη σκέψη τώρα;

Τα χείλη του άγγιξαν το λοβό του αυτιού της. «Είναι


εκπληκτικό το πώς σε κάνει να νιώθεις, δε συμφωνείς;»

Το μόνο που κατάφερε εκείνη ήταν να γνέψει καταφατικά.

Οι παλάμες του κάλυψαν τους ώμους της. Μετά, το ένα χέρι


του γλίστρησε προς τα κάτω, τυλίχτηκε στη μέση της και
την πίεσε πάνω του. Η αίσθηση του ερεθισμού του την έκανε
να κλείσει τα μάτια της και να πάρει μια κοφτή ανάσα.

Ξαφνικά, η Ιζαμπέλα κατάλαβε γιατί βρισκόταν εκεί.

Επειδή ήταν δική του.

«Άνταν, θέλω...»

Δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τη φράση της. Ένας κόμπος


έκλεισε το λαιμό της.

«Ξέρω. Είναι αναπόφευκτο. Ήταν αναπόφευκτο από την


πρώτη στιγμή που σε ξαναβρήκα».

Εκείνη γύρισε μέσα στην αγκαλιά του ανασηκώνοντας το


κεφάλι της για να τον κοιτάξει. Το ύφος του ήταν αυστηρό,
σαν να πολεμούσε τα συναισθήματά του και να μην άντεχε
άλλο. Σαν να είχε παραδοθεί σε κάτι πιο δυνατό απ’ αυτόν.

Η Ιζαμπέλα ήξερε τι ήταν. Πόθος. Απόλυτος πόθος που


όμοιο του εκείνη δεν είχε ξανανιώσει.

Μόνο που δεν ήταν ακριβώς έτσι. Τον είχε ξανανιώσει. Για
κείνον. Για τον Άνταν.

Χάιδεψε αργά το γυμνό του στέρνο. Εκείνος τύλιξε τα χέρια


του γύρω της και χαμήλωσε το κεφάλι του για να
διεκδικήσει το στόμα της.

Η Ιζαμπέλα αναστέναξε από ικανοποίηση. Η γλώσσα του


βρήκε τη δική της εύκολα, σαν να είχε γίνει αυτό δεκάδες
φορές. Ο Άνταν έκλεισε το πρόσωπό της ανάμεσα στις
παλάμες του και το φιλί απέκτησε περισσότερο πάθος.

Η Ιζαμπέλα ανταποκρινόταν άμεσα, αυθόρμητα, χωρίς να


σκέφτεται. Το ένα της χέρι ταξίδεψε κατά μήκος του
κορμού του Άνταν και τα δάχτυλά της γλίστρησαν μέσα από
το λάστιχο του σορτς του. Ανταμείφτηκε με ένα βογκητό
ηδονής. Η αίσθη-ση της γυναικείας δύναμης θόλωσε το νου
της.

Πόσες φορές είχαν φιληθεί έτσι; Πόσες φορές τον είχε αγγίξει
όπως τώρα;
«Πρέπει να πάμε μέσα», της είπε εκείνος ανασηκώνοντας το
κεφάλι του. «Δεν είμαι προετοιμασμένος».

Της πήρε μια στιγμή για να καταλάβει τι εννοούσε ο Άνταν.

«Παίρνω αντισύλληψη», του απάντησε —και το μετάνιωσε


αμέσως μόλις τον ένιωσε να τσιτώνεται. «Ο κύκλος μου
ήταν ακανόνιστος και ο γιατρός είπε ότι το χάπι θα
βοηθήσει», του εξήγησε γρήγορα.

Η Ιζαμπέλα φοβήθηκε πως θα της γυρίσει την πλάτη και θα


φύγει, αλλά ο Άνταν δίστασε μόνο για μια στιγμή. Έσκυψε
για να της δώσει άλλο ένα παθιασμένο φιλί, ενώ τραβούσε
την μπλούζα της προς τα πάνω. Εκείνη δεν είχε φορέσει
σουτιέν κι έτσι, όταν τα χέρια του έφτασαν στη γυμνή σάρκα
του στήθους της, τον άκουσε να βογκάει από ευχαρίστηση.

Ο Άνταν διέκοψε το φιλί τους κι έβγαλε την μπλούζα της


τραβώντας την πάνω από το κεφάλι της. Οι μεγάλες
παλάμες του κάλυψαν τα στήθη της και τα δάχτυλά του
πίεσαν μαλακά τις θηλές της. Η ανάσα της κόπηκε και η
Ιζαμπέλα κρατήθηκε σφιχτά από τα μπράτσα του.

«Είσαι όμορφη, Ιζαμπέλα. Όπως σε θυμάμαι».

Υπήρχε μια βραχνάδα στη φωνή του, μια χροιά από κάτι που
έβαλε φωτιά στο αίμα της. Ήταν έτοιμη να τον δεχτεί.
Έτοιμη για ό,τι κι αν της ζητούσε.

«Άνταν...» μουρμούρισε εκείνη.

Όταν ο Άνταν πήρε τη μια θηλή της στο στόμα του, η


Ιζαμπέλα έγειρε το κεφάλι της πίσω, ξέπνοη. Η γλώσσα, τα
χείλη και τα δόντια του ήξεραν πολύ καλά τι έπρεπε να
κάνουν. Όσο πιο βαθιά έπαιρνε τη θηλή της στο στόμα του,
τόσο μεγάλωνε μια ηδονική ανάγκη στο τρίγωνο ανάμεσα
στα πόδια της.

Τον ήθελε. Ήθελε να την πάρει με τρόπους που δεν είχε


ονειρευτεί ποτέ πριν.

Ξαφνικά εκείνος σταμάτησε και η Ιζαμπέλα έβγαλε ένα


επιφώνημα διαμαρτυρίας, πριν πιέσει ξανά το κεφάλι του στο
στήθος της.

Ο Άνταν γέλασε. Ήταν ένας σιγανός ήχος αντρικής


περηφάνιας που έστειλε ρίγη σ’ όλο της το κορμί.

«Μη φοβάσαι, Ιζαμπέλα. Δεν έχω καν αρχίσει μαζί σου».

Ο Άνταν κατέβασε το φερμουάρ του τζιν της, το έβγαλε και

το άφησε κάτω μαζί με την μπλούζα της. Ύστερα ε'βγαλε και


το δικό του σορτς.
Η ανάσα της Ιζαμπέλα κόπηκε όταν τον είδε γυμνό κάτω από
το φως του φεγγαριού. Το κορμί του ήταν υπέροχο,
κάθε σπιθαμή του τέλεια σχηματισμένη. Το βλέμμα της
καρφώθηκε στον περήφανο ανδρισμό του. Ήθελε να τον
αγγίξει, να τον πάρει μέσα της.

Να θυμηθεί πώς ήταν να κάνει έρωτα με τον Άνταν.

Κόλλησε πάνω του χωρίς δισταγμό κι εκείνος την ξάπλωσε


μαλακά κάτω, με στρώμα τα ρούχα τους. Γύρω τους
οι θάμνοι δημιουργούσαν ένα διακριτικό παραβάν που
τους έκρυβε από τυχόν αδιάκριτα βλέμματα. Τα αστέρια
έλαμπαν στον ουρανό και το φεγγάρι φώτιζε το περίγραμμα
των σωμάτων τους.

Ο Άνταν τη φίλησε ξανά κι εκείνη τύλιξε τα χέρια της γύρω


του και τον κράτησε σφιχτά, νιώθοντας το χέρι του να
γλιστρά ανάμεσα στα πόδια της, εκεί που ήταν υγρή και
καυτή.

Το βογκητό τής ικανοποίησής του τη γέμισε χαρά. Μετά το


μυαλό της άδειασε, καθώς ο αντίχειράς του βρήκε το
ερεθισμένο μπουμπούκι της κι άρχισε να το χαϊδεύει ρυθμικά.
Ξανά και ξανά, το χάδι του έκανε το κορμί της να τεντώνεται
σαν τόξο κάτω από τα επιδέξια δάχτυλα του Άνταν.

Όταν, ξαφνικά, εκείνος σταμάτησε, η Ιζαμπέλα μουρμούρισε


ένα παράπονο που τον έκανε να γελάσει.

«Θα γίνει ακόμα πιο καλό, σου το υπόσχομαι», της είπε.

Ο Άνταν άρχισε να σκορπάει καυτά φιλιά κατά μήκος του


λαιμού της, κατηφορίζοντας. Χασομέρησε στα στήθη της
για αρκετή ώρα, φιλώντας, παιδεύοντας, παίζοντας με τις
ορθωμένες θηλές της. Μετά, η γλώσσα του άνοιξε ένα καυτό
μονοπάτι μέχρι τον αφαλό της. Και συνέχισε πιο κάτω.

Η Ιζαμπέλα ένιωσε τα χείλη του στο κέντρο της θηλυκότητάς


της και κράτησε την ανάσα της. Κι όταν η γλώσσα του
άνοιξε τις τρυφερές πτυχές, άφησε να της ξεφύγει ένα
βογκητό ηδονής. Είχε τόσο ευαισθητοποιηθεί, που έτρεμε με
το παραμικρό χάδι της γλώσσας του.

Κι όταν αυτή η γλώσσα πέρασε μέσα της, η Ιζαμπέλα


κύρτωσε τη ράχη της προς το μέρος του Άνταν, αναζητώντας
περισσότερα.

* Ο οργασμός ήρθε απρόσμενα. Ορμητικά. Μια άγρια κραυγή


ξέφυγε από τα χείλη της Ιζαμπέλα κι ένα δάκρυ κύλησε
στο μάγουλό της. Η ανάσα της κόπηκε από ηδονή και
έκπληξη για την ένταση του οργασμού της.

Πάντα έτσι ήταν μαζί του;

Η Ιζαμπέλα ήθελε να θυμηθεί, αλλά δεν μπορούσε. Το μόνο


που είχε καταφέρει ήταν μια μικρή αναλαμπή
αναμνήσεων πότε πότε, ενώ εκείνη ήθελε να ανοίξουν
διάπλατα οι πύλες του μυαλού της και να γυρίσουν όλα πίσω.

Ο Άνταν ήρθε από πάνω της και το στόμα του αιχμαλώτισε


το δικό της, ενώ τη βοηθούσε να πάρει την κατάλληλη θέση
για να τον δεχτεί μέσα της.

Την ένιωσε να τρέμει σύγκορμη, όταν μπήκε μέσα της.

«Πες μου αν σε πονάω», της ψιθύρισε και οι μύες του


τεντώθηκαν, από την ένταση της κατάκτησης αυτή τη φορά.

Η Ιζαμπέλα κατάπιε το φόβο της. Τον ήθελε ξανά, παρά τον


οργασμό της λίγες στιγμές πριν, αλλά και φοβόταν μαζί.

«Δεν ξέρω τι να κάνω...» ομολόγησε με συστολή.


«Προσπαθώ...»

Ο Άνταν τη διέκοψε μ’ ένα ακόμα φιλί. «Τα κάνεις όλα


σωστά, χαμπίμπτι. Όλα».

Με μια ανυπόμονη ώθηση, κινήθηκε λίγο πιο βαθιά μέσα


της. Για μια στιγμή, η Ιζαμπέλα πίστεψε ότι ήταν πάρα πολύ
γι' αυτή, ότι θα του ζητούσε να σταματήσει. Μετά, όμως, το
κορμί της άνοιξε από μόνο του.

Σαν να ήταν κάτι που γινόταν καθημερινά, εκείνος μπήκε


ολόκληρος μέσα της με ένα βογκητό. Ήταν τόσο βαθιά, που
η Ιζαμπέλα ένιωσε το σφυγμό του να χτυπά μέσα της.

Ο Άνταν έμεινε ακίνητος, ενώ εκείνη τον κοιτούσε με δέος,


σοκαρισμένη. Πάντα έτσι ήταν; Είχε νιώσει και στο
παρελθόν αυτή την εκπληκτική αίσθηση πληρότητας και
προσμονής; Είχε φτάσει να νομίσει ότι θα πεθάνει, αν εκείνος
δεν ολοκλήρωνε την κατάκτησή του, αν δεν την έπαιρνε μαζί
του στα δυσθεώρητα ύψη της ηδονής.

Πώς μπορούσε να νιώθει τόση ικανοποίηση, όταν ο Άνταν


δεν είχε κάτι τίποτ’ άλλο παρά να μπει μέσα της;

Η έκφρασή του πρόδιδε το ίδιο με το δικό της δέος. Την ίδια


έκπληξη. Φαινόταν σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος
όσο κοιτάζονταν στα μάτια, σαν να είχε σταματήσει η γη να
γυρίζει, σαν να μην υπήρχε κανένας άλλος εκτός απ’ αυτούς
τους δυο στην πλάση.

Σ'αγαπώ.

Η φράση σχηματίστηκε αυθόρμητα στο νου της, αλλά η


λογική της την απώθησε. Πώς μπορούσε ν’ αγαπά έναν
άντρα που είχε ξεχάσει, έναν άντρα που σχεδόν δε γνώριζε;

Δεν μπορείς, απάντησε η λογική της.

Απλώς, το σμίξιμό τους της δημιουργούσε αυτά τα


καταλυτικά συναισθήματα.

«Ιζαμπέλα...»

Ο Άνταν πρόφερε το όνομά της με φωνή χρωματισμένη από


απορία, σαν να ήταν κι ο ίδιος κατάπληκτος με αυτό
που συνέβαινε. Σαν να μην μπορούσε να κατανοήσει τα
συναι-σθήματά του και να τα εξηγήσει.

Σκούπισε με το δάχτυλό του το δάκρυ που κύλησε στο


μάγουλό της.

«Θα ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που έχω κάνει ποτέ, αλλά
αν σε πονάω μπορούμε να σταματήσουμε», της είπε. «Ο
πόνος δεν έχει θέση σ’ αυτό. Ποτέ».

Δεν μπορούσε να του πει ότι ο πόνος ήταν μόνιμος


σύντροφός της. Αλλά όχι ο σωματικός πόνος.

«Όχι», του είπε γρήγορα. «Όχι. Μη σταματάς, Άνταν. Σε


παρακαλώ, μη σταματάς».

Τον άκουσε να βογκάει και τον ένιωσε να κινείται μέσα της.


Στην αρχή αργά. Το κορμί της τον αναγνώρισε αμέσως
και ακολούθησε το ρυθμό του. Ανασηκώθηκε για να τον
συναντήσει κάθε φορά που τραβιόταν, ξανά και ξανά, με τις
ωθήσεις του να γίνονται ολοένα πιο δυνατές.
Δεν τους πήρε πολύ για να γίνει το σμίξιμό τους καυτό και
συναρπαστικό, σε σημείο που κανείς τους να μην έχει πια
τον έλεγχο. Κάποια στιγμή τα χέρια τους δέθηκαν πάνω στο
έδαφος, ψηλά πάνω από το κεφάλι της Ιζαμπέλα. Αν κι έκανε

ψύχρα στον κήπο, ο ιδρώτας έλουζε τα ενωμένα κορμιά τους


στο κέντρο του λαβυρίνθου.

Ο Άνταν είχε σκοπό να της χαρίσει τη μεγαλύτερη δυνατή


ικανοποίηση. Την ένιωσε να ακολουθεί το κύμα που τους
ανέβασε ψηλά στο κόσμο της ηδονής, την άκουσε να
ψιθυρίζει το όνομά του σαν ικεσία και να ανασηκώνει το κορμί
της προς το δικό του, αναζητώντας τη λύτρωση.

Έβαλε τις παλάμες του κάτω από τους γλουτούς της και την
πίεσε πάνω του, παρατείνοντας την ηδονή. Η Ιζαμπέλα
ένιωθε εξουθενωμένη. Ποτέ ξανά δε θα ήταν ίδια.

«Κοίταξέ με, Ιζαμπέλα».

Τα μάτια της άνοιξαν απότομα.

«Θέλω να σε δω να τελειώνεις για μένα».

«Δεν μπορώ να...»

«Πίστεψε' με, μπορείς».


Ο Άνταν άρχισε να κινείται ξανά.

Η Ιζαμπέλα ήθελε να τον παρακαλέσει να σταματήσει. Ήταν


τόσο κυρίαρχο αυτό που ένιωθε, ώστε πίστευε πως δε
θα μπορούσε να επιβιώσει για δεύτερη φορά. Όταν την είχε
φέρει σε οργασμό με το στόμα του, είχε αισθανθεί μια
πρωτόγνωρη χαρά. Αλλά αυτό τώρα... Αυτό έμοιαζε να είναι
συντριπτικό — όχι μόνο για το κορμί της αλλά και για την
καρδιά της.

Ξαφνικά, μέσα σε μια στιγμή, ο πόθος κορυφώθηκε μέσα της,


παίρνοντας τη μορφή ενός τεράστιου κύματος ηδονής
που ξέσπασε σε απανωτούς σπασμούς εκτόνωσης για να τη
βυθίσει σε μια απόλαυση που δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί.

Ο Άνταν την κράτησε από τους γοφούς πάνω του και


αφέθηκε μέσα της, τρέμοντας και φωνάζοντας δυνατά τ’
όνομά της.

Μετά από μερικές στιγμές, μόλις ηρέμησε κάπως, γύρισε στο


πλάι παίρνοντάς τη μαζί του. Τώρα ήταν εκείνος ανάσκελα
στο έδαφος κι η Ιζαμπέλα πάνω του. Εκείνη ακούμπησε το
πρόσωπό της στο υγρό από τον ιδρώτα στέρνο του,
ανασαίνοντας λαχανιασμένα ακόμα κι έκλεισε τα μάτια της.

Τα δάχτυλά του ταξίδεψαν απαλά στη σπονδυλική της στήλη


μέχρι που ηρέμησαν κι οι δύο. Έμειναν έτσι ώσπου τα
κορμιά τους κρύωσαν. Ο νυχτερινός αέρας έκανε την
Ιζαμπέλα ν’ ανατριχιάσει σύγκορμη.

«Πρέπει να πάμε μέσα», μουρμούρισε ο Άνταν.

Η Ιζαμπέλα κύλησε στο πλάι και τον κοίταξε. «Πρέπει να


ντυθούμε», του είπε.

Ο Άνταν σηκώθηκε και την τράβηξε να σταθεί όρθια.

«Δε χρειάζεται», της είπε και τη σήκωσε στα χέρια του για να
την πάει μέσα στο ανάκτορο Μπάτερφλάί.

Πεταλούδα. (Στ.Μ.)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9
Ο Άνταν ξύπνησε τα χαράματα κι άπλωσε το χέρι του προς τη
γυναίκα που είχε στο κρεβάτι του. Εκείνη πήγε κοντά
του πρόθυμα. Την επόμενη στιγμή, ήταν μέσα στο κορμί της.

Ο Άνταν έχασε κάθε αίσθηση του χώρου, του χρόνου και του
εαυτού του. Βυθίστηκε στον πλούσιο αισθησιασμό της για
να την κάνει δική του με περισσότερη δύναμη κι ένταση απ’
όσο λίγες ώρες πριν. Απ’ όσο ποτέ πριν.
Ήταν τόσο γλυκιά κι αθώα όταν την παντρεύτηκε, που δε θα
σκεφτόταν ποτέ να της κάνει έρωτα έτσι, μπαίνοντας
μέσα της με τόση ορμή. Η Ιζαμπέλα τον έκανε να θέλει να
την κατακτήσει έτσι άγρια τώρα, ξανά και ξανά.

Δεν είχε πρόθεση να την πάει στο κρεβάτι του. Διάβολε, ούτε
την πρόθεση να της κάνει έρωτα είχε. Περισσότερο από
περιέργεια είχε βγει στον κήπο νωρίτερα, παρά από
οτιδήποτε άλλο. Δεν περίμενε ότι θα κατέληγαν να κάνουν
έρωτα, με πάθος, στο κέντρο του λαβυρίνθου.

Αλλά αυτό είχε συμβεί.

Ακόμα κι όταν τη σήκωσε στα χέρια του για να μπουν μέσα


στην έπαυλη, πίστευε ότι θα την πήγαινε στο δωμάτιό της.

Αντί γι’ αυτό, την είχε πάει κατευθείαν στο κρεβάτι του.

Η Ιζαμπέλα είχε τυλίξει τα χέρια της γύρω από το λαιμό του,


σαν να του έλεγε ότι ήταν έτοιμη για μια επανάληψη.
Χωρίς κανένα δισταγμό, ο Άνταν ξάπλωσε και την τράβηξε
πάνω του.

Εκείνη κάθισε καβαλικευτά και τον πήρε μέσα της χωρίς


καθυστέρηση. Καθώς τη γέμιζε, ο Άνταν κοιτούσε τα
στητά στήθη της να αναπηδούν σε κάθε κίνηση των γοφών
της πάνω του και απολάμβανε το μεταξένιο χάδι των
μαλλιών της στο
γυμνό στέρνο του, κάθε φορά που η Ιζαμπέλα έσκυβε για να
βασανίσει ηδονικά τις επίπεδες θηλές του.

Τώρα, τα βογκητά τής ηδονής της τον τρέλαναν. Την έπιασε


από τους γλουτούς και την ανασήκωσε προς το μέρος
του, πνίγοντας τα βογκητά της με τα χείλη του στα δικά της.
Αλλά δεν κατάφερε να πνίξει την άγρια κραυγή που βγήκε
από το δικό του στόμα, όταν τέλειωσε μέσα της λίγο μετά.

Αποκοιμήθηκε ξανά, έχοντας αγκαλιά το κορμί της Ιζαμπέλα


που έτρεμε ακόμα από τους σπασμούς της δικής της
ηδονής. Όταν ο Άνταν ξύπνησε πολύ αργότερα, το φως
έμπαινε από τα παράθυρα κι απλωνόταν πάνω στο κρεβάτι...

Όπου ήταν μόνος.

Ανακάθισε. Μήπως όλα ήταν ένα όνειρο; Αλλά όχι, του το


υποδείκνυε το κορμί του. Έκανε ντους και ντύθηκε. Μετά
βγήκε από τη σουίτα του για να αναζητήσει έναν πρωινό
καφέ.

Και την Ιζαμπέλα.

Τη βρήκε μαζί με τον Ραφίκ και την Καλίλα. Κρατούσε τον


Ραφίκ πάνω στο γοφό της και πηγαινοερχόταν στον πάγκο
της κουζίνας, παίρνοντας υλικά από το ψυγείο και τα
απαραίτητα σκεύη από τη βέργα που κρεμόταν από πάνω.
Ήταν πανέμορφη. Εξέπεμπε από κάθε πόρο του κορμιού της
τη λάμψη της ικανοποιημένης ερωτικά γυναίκας. Τον κοίταξε,
κι εκείνος της χαμογέλασε.

«Κοίτα, Ραφί, ήρθε ο μπαμπάς σου. Πες καλημέρα στον


μπαμπά».

«Μπαμπά», φώναξε ο Ραφίκ.

Η καρδιά του Άνταν σφίχτηκε. Αγαπούσε πολύ τον Ραφίκ,


αλλά δεν μπόρεσε να αποφύγει ένα τσίμπημα ζήλιας,
όταν είδε την Ιζαμπέλα με το γιο τους. Κανονικά έπρεπε να
χαρεί που τη συμπαθούσε το παιδί, αλλά ένα κομμάτι μέσα
του δεν το ήθελε αυτό.

Προχώρησε κι άπλωσε τα χέρια του για να τον πάρει στην


αγκαλιά του. Κι ένιωσε ανακούφιση όταν ο Ραφίκ πήγε
πρόθυμα σ’ αυτόν. Ήταν φτηνό από μέρους του, αλλά
χαιρόταν που ο γιος του τον προτίμησε από την Ιζαμπέλα.

Την κοίταξε και ξαφνιάστηκε που δεν του φάνηκε


απογοητευμένη. Αντίθετα, χαμογελούσε σαν να μοιράζονταν
οι δυο τους ένα μυστικό.

Κι έτσι ήταν.

Εκείνη ανασήκωσε το ένα της φρύδι κι ο Άνταν βρέθηκε να


σκέφτεται την προηγούμενη νύχτα. Τα χείλη της, τους
αναστεναγμούς της, την αίσθηση του κορμιού της
κολλημένου στο δικό του, εκεί που ήθελε να περάσει ώρες
εξερευνώντας.

Τράβηξε το βλέμμα του από πάνω της και φίλησε το γιο του
στο μάγουλο. Έπρεπε να σταματήσει να τη σκέφτεται
ερωτικά, πριν την αρπάξει επιτόπου, μέσα στην κουζίνα. Πριν
δώσει τον Ραφίκ στην Καλίλα και την πάει ξανά στο κρεβάτι
του, για όλο το υπόλοιπο πρωί.

«Κοιμήθηκε καλά η Εξοχότητά σας;» τον ρώτησε εύθυμα η


Ιζαμπέλα.

«Όχι όσο θα ήθελα».

«Λυπάμαι που το ακούω αυτό. Ίσως θα έπρεπε ν’ αλλάξετε


το στρώμα».

«Το στρώμα είναι μια χαρά», της απάντησε. «Απλώς


χρειάζεται περισσότερη κακομεταχείριση. Ένα δυνατό
σκαμπανέβασμα θα το πετύχαινε αυτό, φαντάζομαι».

Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και η Ιζαμπέλα έριξε μια


ματιά την Καλίλα, που όμως δεν έδειχνε να καταλαβαίνει
τι συνέβαινε, καθώς ήταν απασχολημένη με ένα περιοδικό.
Ο Άνταν χαμογέλασε όταν εκείνη τον ξανακοίταξε.

Ο Ραφίκ αναπήδησε στην αγκαλιά του. «Μπελ», φώναξε.


«Μπελ, Μπελ, Μπελ».

Ναι, η Μπελ. Έχεις δίκιο, σκέφτηκε ο Άνταν.

«Ορίστε, μικρό μου», είπε εκείνη.

«Μπελ!»

Η Ιζαμπέλα γέλασε, ένας ήχος γλυκός και καθαρός σαν


γάργαρο νερό. «Λυπάμαι που άκουσα πως δεν
κοιμήθηκες καλά. Ίσως θα έπρεπε να γυρίσεις στο κρεβάτι και
να ξεκουραστείς. Δε θέλουμε να μην μπορείς να μας
ακολουθήσεις...»

«Πιστεύω ότι μπορώ να τα καταφέρω», απάντησε ο Άνταν


και χαμογέλασε. «Ειδικά αν πάρω πρώτα πρωινό. Ποιος
έχει αναλάβει να το ετοιμάσει;»

Η Ιζαμπέλα χαμογέλασε. «Η μαγείρισσα έχει πάει για ψώνια


στην τοπική αγορά. Θα φτιάξω εγώ το πρωινό».

«Ξέρεις να μαγειρεύεις;»

«Τα τελευταία χρόνια αναγκάστηκα να μάθω ένα δυο


πράγματα. Ένα απ’ αυτά είναι και το μαγείρεμα».

Ο Άνταν είχε τις αμφιβολίες του ως προς αυτό, αλλά εκείνη


άρχισε να ετοιμάζει μια ομελέτα και μερικά τοστ. Μετά
από λίγο, η Ιζαμπέλα σερβίρισε το φαγητό σ’ αυτόν και την
Καλίλα, η οποία κοίταξε με δυσπιστία τις μαυρισμένες φέτες
του τοστ.

«Είναι αμερικάνικο πρωινό», της εξήγησε ο Άνταν.

Η Καλίλα τον κοίταξε με απόγνωση, ενώ η Ιζαμπέλα είχε την


πλάτη της γυρισμένη σ’ αυτούς. Ο Άνταν ανασήκωσε
τους ώμους του και πήρε μια πιρουνιά από την ομελέτα του.
Η Καλίλα τον μιμήθηκε, αν και φαινόταν ακόμα δύσπιστη.

Η Ιζαμπέλα πήρε τον Ραφίκ, τον έβαλε σε μια ψηλή καρέκλα


και έβαλε μπροστά του ένα πιάτο με φαγητό.

Ο Άνταν έβαλε την πιρουνιά στο στόμα του κι ένιωσε τη


γεύση του να επαναστατεί. Θα έφτυνε αμέσως τα αβγά, αν
η Ιζαμπέλα δεν τον κοιτούσε με προσδοκία.

«Σ’ αρέσει;»

«Ε... Ναι», απάντησε ο Άνταν.

Τα αβγά δεν τρώγονταν. Είχαν ξεραθεί και κολλούσαν στη


γλώσσα σαν να ήταν χώμα. Αλμυρό χώμα.

«Το τοστ κάηκε λίγο, αλλά θα ξύσω τις φέτες», είπε εκείνη.
«Ούτε που θα το καταλάβεις, σου το υπόσχομαι».
Η Καλίλα άφησε το πιρούνι της κάτω. Ο Ραφίκ έφτυσε τα
αβγά κι άρχισε να χτυπά ανυπόμονα το πιάτο του. «Θέλει
το συνηθισμένο του πρωινό, Εξοχότατε», είπε η
γκουβερνάντα σαν να ήθελε να δικαιολογήσει την αντίδραση
του παιδιού.

Η έκφραση της Ιζαμπέλα σκοτείνιασε. «Μπορώ να του το


ετοιμάσω. Τι τρώει συνήθως;»

«Μη στενοχωριέσαι», είπε η Καλίλα και σηκώθηκε βιαστικά


από την καρέκλα.

Μετά από λίγο, άφησε μπροστά στον Ραφίκ ένα μπολ με τα


δημητριακά που προτιμούσε εκείνος και του έδωσε ένα
κουτάλι. Με κάποιον τρόπο κατάφερε να μείνει
απασχολημένη και να μη γυρίσει στη θέση και το πιάτο της.

Ο Άνταν κατάπιε άλλη μια μπουκιά, ενώ η Ιζαμπέλα


χαμογελούσε και ετοίμαζε το δικό της πιάτο. Ύστερα κάθισε
απέναντι' του κι έφερε μια πιρουνιά ομελέτας στο στόμα της.
Αμέσως συνοφρυώθηκε.

«Την έψησα πολύ και στέγνωσε», είπε.

Αφησε το πιρούνι της στο πιάτο και το πήγε στο νεροχύτη.

«Δεν είναι κακή», είπε άτονα ο Άνταν.


Η Ιζαμπέλα άπλωσε το χέρι της κι έπιασε τον καρπό του.
«Μην τη φας, σε παρακαλώ. Θα σε πονέσει το στομάχι σου
και μετά η βασιλική φρουρά σου, ή όπως αλλιώς τη λες, θα
με κλείσει φυλακή για απόπειρα δολοφονίας».

Ο Άνταν άφησε το πιρούνι του κάτω. «Δεν είσαι συνηθισμένη


στην κουζίνα. Ούτε και να χειρίζεσαι την τοστιέρα».

Εκείνη αναστέναξε. «Σίγουρα. Μπορεί και να μην ξέρω να


μαγειρεύω όσο καλά νόμιζα. Δεν το κάνω και συχνά.
Συνήθως παίρνω έτοιμο φαγητό».

Ο Άνταν σηκώθηκε όρθιος. «Έλα, πάμε στη βεράντα. Στο


μεταξύ θα μας ετοιμάσει κάτι η Καλίλα».

Η Ιζαμπέλα αναστέναξε απογοητευμένη. «Μπορώ να σε


βοηθήσω, Καλίλα;» ρώτησε.

Η γκουβερνάντα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.


«Πηγαίνετε, Υψηλοτάτη. Δέκα λεπτά θα μου πάρει μόνο.
Είναι πολύ απλό. Θα χαρώ να σας δείξω αργότερα, αν
θέλετε».

«Ευχαριστώ», απάντησε και ακολούθησε τον Άνταν έξω.


Εκείνος τράβηξε μια καρέκλα από το τραπέζι και η
Ιζαμπέλα κάθισε βαριά.

«Τίποτα δεν μπορώ να κάνω σωστά», είπε πτοημένη.


Χαμογελώντας, ο Άνταν κάθισε απέναντι'της. «Δε θα το
έλεγα αυτό. Αντίθετα, μπορώ να θυμηθώ μερικά πράγματα
που κάνεις εξαιρετικά καλά».

Η Ιζαμπέλα δεν ηρέμησε. «Δε μ’ αρέσει που η Καλίλα


αναγκάστηκε να μας ετοιμάσει το πρωινό, ενώ έχει τόσα
άλλα πράγματα να κάνει».

«Καταλαβαίνω», είπε ο Άνταν και η καρδιά του σφίχτηκε από


θλίψη και αγάπη για την νταντά του. «Πάντως, δεν είναι
κάτι σπουδαίο για κείνη. Δεν υπάρχει πρόβλημα».

Τα πράσινα μάτια της Ιζαμπέλα αναζήτησαν τα δικά του.

«Την αγαπάς, έτσι δεν είναι; Μου φάνηκε κάπως ηλικιωμένη


για νταντά του Ραφίκ, αλλά μετά κατάλαβα ότι πρέπει να
ήταν η δική σου γκουβεονάντα».

«Είναι η μητέρα που δεν είχα ποτέ», αποκρίθηκε ο Άνταν


αυθόρμητα, ξαφνιασμένος κι ο ίδιος με την παραδοχή.

«Η μητέρα σου πέθανε όταν ήσουν μικρός;»

Ο Άνταν γέλασε άκεφα. «Όχι. Ζει ακόμα. Μένει στο


πολυτελές σπίτι της και λέει στις φίλες της πόσο περήφανη
είναι που έχει γιο ένα βασιλιά. Αν μπορούσε να μου τσιμπήσει
το μάγουλο μπροστά τους, θα ήταν ακόμα πιο
ευχαριστημένη».
«Λυπάμαι, Άνταν», είπε η Ιζαμπέλα λυπημένη.

Ο Άνταν ανασήκωσε τους ώμους του. «Τα παιδιά της ήταν


κάτι σαν τρόπαια γι’ αυτή. Κάτι που της άρεσε να
επιδεικνύει προκειμένου να το θαυμάζουν οι άλλοι. Κατά τ’
άλλα, η παρουσία μας την εκνεύριζε. Προτιμούσε να μας
βλέπει όταν ήμαστε ήσυχοι και καλοβαλμένοι και μας
έδιωχνε όταν δε δίναμε αυτή την εντύπωση».

«Έτσι, σε μεγάλωσε η Καλίλα».

«Ναι. Ήταν για όλους μας μια διαρκής παρουσία. Αυτή μας
κρατούσε από το χέρι, μας φρόντιζε όταν χτυπούσαμε
στα παιχνίδια, μας αγκάλιαζε όταν το είχαμε ανάγκη. Θα
έπρεπε τώρα να χαιρόταν τη σύνταξή της, αλλά δεν υπάρχει
κανείς άλλος να...»

Η φωνή του έσβησε, όταν είδε την Ιζαμπέλα να γυρίζει από


την άλλη μεριά, πιέζοντας το χέρι της στο στόμα της.
Όταν στράφηκε ξανά προς το μέρος του τα μάτια της
γυάλιζαν. Αλλά δεν υπήρχαν δάκρυα. Μόνο ένα τρεμάμενο
χαμόγελο στις άκρες των χειλιών της.

«Σου είπα ότι δεν μπορώ να τα κάνω όλα σωστά», σχολίασε


εκείνη. «Ίσως να ήταν καλύτερα αν δε με είχες βρει».

Ήταν κάτι που είχε σκεφτεί κι εκείνος, όμως δε θα της το


έλεγε. Είχε θυμώσει για πολλά πράγματα, αλλά είχε
κουραστεί να είναι θυμωμένος.

«Εγώ λέω ν’ ανησυχούμε για το παρόν, χαμπίμτττι; Δεν


μπορούμε ν’ αλλάξουμε το παρελθόν».

«Πραγματικά συγχωρείς τόσο εύκολα ή απλώς


απολαμβάνεις ό,τι προέκυψε μεταξύ μας;» τον ρώτησε εκείνη,
ανασηκώ-νοντας το ένα της φρύδι.

Παρά τις διαφορετικές προθέσεις του, ο θυμός αναδεύτηκε


στα σωθικά του Άνταν. Κι ενοχές. Επειδή πραγματικά
απολάμβανε το σεξ μαζί της. Πολύ, μάλιστα.

«Απλώς, περάσαμε μια νύχτα μαζί, Ιζαμπέλα. Μην αρχίσεις


από τώρα να ερμηνεύεις τα πράγματα όπως σου αρέσει».

***

Η Ιζαμπέλα δεν ήξερε για ποιο λόγο θέλησε να πιέσει τον


Άνταν. Γιατί δεν είχε αφεθεί στο κύμα, απολαμβάνοντας το
πρωινό της και την υπέροχη αίσθηση του καταπληκτικού
έρωτα που είχαν κάνει την προηγούμενη νύχτα.

Επειδή φοβόταν.

Έπρεπε να το παραδεχτεί. Φοβόταν αυτό που είχε συμβεί


ανάμεσά τους, τα αισθήματάτης γι' αυτόν και το γιο τους.
Ήδη αισθανόταν ότι η καρδιά της θα ξεριζωνόταν από το
στήθος της, όταν θα υποχρεωνόταν να φύγει από κοντά τους.
Και προσπαθούσε, με το δικό της ηλίθιο τρόπο, να βάλει μια
δόση πραγματικότητας στην όλη κατάσταση.

Πραγματικότητα ήταν το σεξ μεταξύ τους. Τρελό,


παθιασμένο, αλλά απλώς σεξ. Μια βραδιά ηδονής —έστω κι
αν ο Άνταν είχε στερηθεί το σεξ πάνω από δυο χρόνια— δεν
ήταν αρκετή για να τον κρατήσει κοντά της για πάντα.

Η Ιζαμπέλα το γνώριζε αυτό. Αλλά είχε ανάγκη να το ακούσει


με τ’ αυτιά της. Είχε ανάγκη από την επίκρισή του αντί για
τη ζεστασιά του, ώστε να μπορέσει να κρατήσει τα πόδια της
στη γη. Ο άντρας αυτός δε θα την ερωτευόταν. Δε θα της
ζητούσε να μείνει στη χώρα του. Δεν ήταν ποτέ ερωτευμένος
μαζί της, γιατί να την ερωτευτεί τώρα;

Αν το σεξ ήταν η μαγική λύση, θα είχε λειτουργήσει και


παλιότερα. Εξάλλου η Ιζαμπέλα δεν ήταν πια η γυναίκα
που είχε παντρευτεί ο Άνταν τότε.

Δε χρειαζόταν την αγάπη του. Αυτό που ήθελε ήταν να


υπάρχει στη ζωή του γιου της. Ήξερε πώς ήταν να
μεγαλώνει ένα παιδί χωρίς μητέρα και δεν ήθελε ο γιος της
να το βιώσει

αυτό. Ούτε και ήθελε να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στους


γονείς του ττου θα τον χρησιμοποιούσαν σαν πιόνι στη σχέση
τους.

Θα έκανε οτιδήποτε για να μη συμβεί.

«Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό να ερμηνεύσω


οτιδήποτε», του είπε κοφτά. «Εγώ...»

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε η Καλίλα με ένα δίσκο κι ο


Άνταν σηκώθηκε αμέσως να τη βοηθήσει. Της πήρε το
δίσκο από τα χέρια, μαλώνοντάς την που δεν είχε στείλει μια
από τις κοπέλες που τη βοηθούσαν.

«Έχουν δουλειά, Εξοχότατε», του είπε εκείνη. «Εξάλλου, δεν


έχω πρόβλημα».

«Άνταν», τη διόρθωσε εκείνος. «Το υποσχέθηκες».

Η ηλικιωμένη γυναίκα κοίταξε την Ιζαμπέλα και μετά έγνεψε


καταφατικά. «Ναι. Γίνε τώρα καλός σύζυγος, Άνταν, και
σερβίρισε τη γυναίκα σου», του απάντησε και γύρισε μέσα.

Η Ιζαμπέλα δάγκωσε τα χείλη της. Ήξερε, άραγε, ο Άνταν


πόση αγάπη καθρεφτιζόταν στα μάτια του όταν μιλούσε
με την Καλίλα; Ήξερε, άραγε, ότι τα συναισθήματά του
γράφονταν στο πρόσωπό του —αγάπη, ενοχές, πόνος,
θυμός...

Η καρδιά της χτύπησε δυνατά όταν ο Άνταν την πλησίασε


αφήνοντας το δίσκο κάτω. Ήθελε να σηκωθεί και να
τον αγκαλιάσει. Να τον σφίξει πάνω της και να του δείξει ότι
όλα θα πήγαιναν καλά. Ο Άνταν ήταν ένας άντρας με πολλά
βάρη κι αισθανόταν ενοχές που του είχε προσθέσει κι άλλα.

Το πρωινό ήταν απλό αλλά θρεπτικό. Μια κεραμική κανάτα


με ζεστό καφέ, που η Ιζαμπέλα σερβίρισε σε δυο
κούπες. Έφαγαν σιωπηλοί. Εκείνη κοιτούσε τον κήπο
μασώντας αργά. Ο λαβύρινθος ήταν τελείως διαφορετικός
στο φως της ημέρας. Λιγότερο μαγικός, περισσότερο απλός.

Σκέφτηκε τα ρούχα τους που θα ήταν ίσως ακόμα πεταμένα


στο κέντρο του και κοκκίνισε. Κι όχι μόνο. Τη διαπέρασε κι
ένα ρίγος. Ένα ρίγος ευχαρίστησης.

Είχε προσπαθήσει να μη δώσει μεγάλη σημασία σ’ αυτό που


είχε συμβεί ανάμεσά τους. Οι αναμνήσεις έρχονταν
διαρκώς στο μυαλό της, σαν ταινία, από τη στιγμή που είχε
ξυπνήσει σήμερα το πρωί. Το μόνο που έβλεπε ήταν το γυμνό
σώμα του

Άνταν να σκεπάζει το δικό της. Το μόνο που ε'νιωθε ήταν η


απίστευτη φλόγα του έρωτά τους.

Κάθε του χάδι ήταν αποκάλυψη. Κάθε φιλί, κάθε


αναστεναγμός. Πώς είχε επιβιώσει χωρίς αυτή την απλή,
αλλά κορυφαία ευχαρίστηση;
Και πώς είχε κάνει το τεράστιο λάθος ν’ αφήσει να συμβεί η
προηγούμενη νύχτα;

Θα ήταν καλύτερα να μην είχε γίνει τίποτα. Μόνο που δεν


είχε τη δύναμη ν’ αντισταθεί στον Άνταν. Δεν είχε τη
δύναμη να κάνει τίποτ’ άλλο παρά ν’ αφήσει τον εαυτό της να
πάει εκεί που την πήγαιναν τα συναισθήματά της.

Αυτό είχε κάνει και πριν δυο χρόνια, όταν έφυγε από το σπίτι
του πατέρα της; Είχε ακολουθήσει τα συναισθήματά της σ’
ένα σκοτεινό, φρικτό μέρος όπου έζησε χωρίς το παιδί και
τον άντρα της; Θα μάθαινε ποτέ τι είχε συμβεί πραγματικά;

«Είπες ότι η μητέρα σου ανακουφίστηκε όταν συνήλθες κι


έφυγες από το σπίτι της. Γιατί;» τη ρώτησε ξαφνικά ο Άνταν.

Η Ιζαμπέλα άλειψε μαρμελάδα σε μια φέτα ψωμί. Δεν ήθελε


να σκέφτεται ούτε να κουβεντιάζει το πόσο λάθος ήταν η
σχέση της με τη μητέρα της. Ίσως, όμως, του το χρωστούσε
από τη στιγμή που εκείνος είχε μοιραστεί το παρελθόν του
μαζί της.

«Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν έντεκα χρονών», είπε.


«Στα χρόνια που ακολούθησαν έβλεπα σπάνια τη μητέρα
μου. Ο πατέρας μου δε με άφηνε να πάω στις Ηνωμένες
Πολιτείες κι εκείνη δεν ερχόταν στο Τζαφαράν. Στην αρχή
μού τηλεφωνούσε συχνά, αλλά κατόπιν τα τηλεφωνήματα
αραίωσαν. Τελικά έγινε περισσότερο μια επισκέπτρια παρά
μητέρα».

«Δυσκολεύτηκες, φαντάζομαι, να μείνεις μαζί της».

«Ναι. Ήμαστε πολύ διαφορετικές. Νομίζω ότι η μητέρα μου


ξαφνιάστηκε με τη διαπίστωση αυτή».

Η Ιζαμπέλα μάσησε μια μπουκιά, που κατέβηκε δύσκολα στο


λαιμό της.

«Γιατί το νομίζεις αυτό;»

«Εκείνη είναι πολύ ανεξάρτητη ενώ εγώ ήμουν μια


παραδοσιακή γυναίκα του Τζαφαράν. Δε νομίζω ότι της άρεσε
ο τρόπος που με ανέθρεψε ο πατέρας μου».

Η Ιζαμπέλα αναλογίστηκε εκείνες τις πρώτες μέρες στο σπίτι

της μητέρας της, όταν ττερίμενε να της πει κάποιος άλλος τι


έπρεπε να κάνει. Τώρα που το σκεφτόταν, αηδίαζε με
τον εαυτό της. Το είχε ξεπεράσει, αλλά με μεγάλη δυσκολία.

«Δε σου αρέσει να μιλάς γι’ αυτό το θέμα», είπε εκείνος.

«Όχι, αλλά ίσως πρέπει να το κάνω. Ίσως θυμηθώ


περισσότερα πράγματα αν αναγκαστώ ν’ αντιμετωπίσω
κάποια δύσκολα κομμάτια της ζωής μου».
Τα φρύδια του Άνταν έσμιξαν. «Τι εννοείς όταν λες
δύσκολα;»

Η Ιζαμπέλα ανασήκωσε τους ώμους της. «Ήμουν


μοναχοπαίδι, το ξέρεις. Πάντα ένιωθα ότι ήμουν μια
απογοήτευση για τους γονείς μου. Ο πατέρας μου ήθελε
αγόρι και η μητέρα μου να ευχαριστήσει εκείνον. Πήραν
διαζύγιο εξαιτίας μου».

«Κανείς δε χωρίζει εξαιτίας ενός παιδιού. Δε φταις εσύ».

Εκείνη τον κοίταξε με δυσπιστία. «Αλήθεια; Τότε γιατί θέλεις


να σου δώσω διαζύγιο;»

Η έκφραση του Άνταν πρόδιδε προβληματισμό. «Αυτό είναι


διαφορετικό, Ιζαμπέλα».

«Σκοπεύεις να χωρίσουμε, πάντως. Τίποτα δεν έχει αλλάξει


σ’ αυτό τον τομέα», είπε εκείνη.

Ο Άνταν πέταξε την πετσέτα του πάνω στο τραπέζι. «Είναι


λίγο πρόωρο να συζητάμε για το μέλλον μας μετά από μια
μόνο νύχτα, δε νομίζεις;»

Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. «Εσύ είχες όλο τον καιρό για
να σκεφτείς το μέλλον σου. Εγώ νιώθω σαν σκυλί δεμένο σε
ένα δέντρο, που μπορεί να πάει μόνο μέχρι εκεί που του
επιτρέπει η αλυσίδα».
«Τι θέλεις από μένα, Ιζαμπέλα;» τη ρώτησε ο Άνταν και τα
μάτια του έλαμψαν στο όμορφο πρόσωπό του. «Σου
έδωσα δυο βδομάδες. Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω
αυτή τη στιγμή. Ο Ραφίκ έχει απόλυτη προτεραιότητα και δε
θα κάνω τίποτα που θα θέσει σε κίνδυνο την ευτυχία του».

__ Γιατί τον πίεζε; Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή αλλά η


Ιζαμπέ-λα αισθανόταν πληγωμένη, μόνη, χαμένη, αβοήθητη.
Ήθελε, για μια φορά, κάποιος να της πει πως όλα θα πάνε
καλά.

Παρ’ όλο που ήξερε ότι θα ήταν ψέματα.

Μπορεί ο Άνταν να χαιρόταν το κορμί της, αλλά δε θα


έμπαινε στον κόπο να γιατρέψει τη λαβωμένη ψυχή της.

Ο κόμπος που στάθηκε στο λαιμό της την εμπόδιζε να φάει.


Έσπρωξε το πιάτο της πιο πέρα στο τραπέζι.

«Δε μου αρέσει να περνάω οντισιόν για ένα ρόλο στη ζωή
σου, ξέρεις», είπε και σηκώθηκε όρθια σφίγγοντας τις
γροθιές στα πλευρά της. «Ούτε ήρθα γι’ αυτόν το λόγο εδώ.
Έχεις δίκιο, το θέμα είναι ο Ραφίκ. Θέλω, λοιπόν, την
αντιμετώπιση που μου πρέπει, αν δε σε πειράζει».

«Τι εννοείς μ’ αυτό;» τη ρώτησε δύσθυμα ο Άνταν.

Εκείνη ύψωσε το πιγούνι της. Κουράγιο, Ιζαμπέλα.


«Εννοώ ότι το χθεσινό βράδυ ήταν ένα λάθος που δε θα
επαναλάβω. Αν με θέλεις στο κρεβάτι σου, τότε θα πρέπει
να με δεχτείς και στη ζωή σου».

«Με απειλείς, χαμπίμπτι;»

Εκείνη γέλασε πικρά. «Λες και θα μπορούσα να το κάνω! Όχι.


Απλώς, δε σκοπεύω να κοιμάμαι μ’ έναν άντρα που μου
δίνει μόνο αόριστες υποσχέσεις σχετικά με το ρόλο μου στη
ζωή του γιου μου. Δε χρειάζεται να μείνουμε ζευγάρι, Άνταν.
Θα είμαι, όμως, μητέρα του Ραφίκ μέχρι να πεθάνω».

***

Η επόμενη βδομάδα θα ήταν ειδυλλιακή αν δεν υπήρχε η


ένταση ανάμεσα στην Ιζαμπέλα και τον Άνταν. Εκείνος
περνούσε πολλές ώρες στο γραφείο του και στο τηλέφωνο,
κανονίζοντας υποθέσεις του κράτους, αλλά συχνά έβρισκε το
χρόνο να πάει όπου περνούσε τις ώρες της η Ιζαμπέλα με τον
Ραφίκ.

Η έκφρασή του ήταν προσεκτικά ουδέτερη όταν οι ματιές


τους διασταυρώνονταν, αλλά όταν κοιτούσε τον Ραφίκ η
αγάπη που πλημμύριζε το βλέμμα του έκανε την καρδιά της
να σκιρτά από συγκίνηση.

Μετά από την τελευταία κουβέντα τους και τη δήλωσή της,


δεν είχε δοκιμάσει να την αγγίξει ή να τη φιλήσει.
Η Ιζαμπέλα όφειλε να παραδεχτεί ότι της έλειπε η σωματική
επαφή μαζί του. Αν και πίστευε, αρχικά, ότι θα ένιωθε
πιο ήρεμη όταν θα απομακρύνονταν ο ένας από τον άλλο,
η αλήθεια ήταν διαφορετική.

Τον ήθελε. Της έλειπε η ζεστασιά του, η ορμή και το πάθος


του. Εκείνη η νύχτα που είχε περάσει μαζί του αποδεικνυόταν

σχεδόν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής της. Στοίχειωνε όλες


τις επόμενες νύχτες της κι έκανε τον ύπνο της πολύ δύσκολο.

Η Ιζαμπέλα έδιωξε αποφασιστικά τον Άνταν από το νου της


και ντύθηκε κατάλληλα για την ημέρα που θα περνούσε με
τον Ραφίκ και την Καλίλα. Εκείνο το πρωί θα πήγαιναν σε μια
μικρή κοντινή πόλη, μέσα στην έρημο, για να επισκεφθούν το
παλιό παζάρι.

Συνάντησε την Καλίλα και τον Ραφίκ μπροστά στην κεντρική


είσοδο και μπήκαν στα αυτοκίνητα που τους περίμεναν.
Η Ιζαμπέλα έβαλε το παιδί στο ειδικό κάθισμα και ξεκίνησαν.

Ο Ραφίκ φλυαρούσε χαρούμενα σε όλη τη διαδρομή γι’ αυτά


που έβλεπε από το παράθυρο. 'Οταν έφτασαν στην πόλη,
η Ιζαμπέλα έβαλε το γιο της στο καρότσι του και ξεκίνησαν
τη βόλτα τους στο σουκ.

Η Καλίλα είχε προσφερθεί να αναλάβει εκείνη τον Ραφίκ,


αλλά η Ιζαμπέλα την παρότρυνε να χαρεί τα διάφορα
μαγαζιά της στεγασμένης παλιάς αγοράς. Φυσικά, τις
συνόδευαν άντρες της βασιλικής φρουράς που προχωρούσαν
μπροστά και πίσω τους για να εξασφαλίζουν την ασφάλειά
τους. Στην αρχή, η Ιζαμπέλα το βρήκε αποδιοργανωτικό,
αλλά σύντομα ξέχασε την παρουσία τους και άφησε τον
εαυτό της να χαρεί τη βόλτα.

Το σουκ ήταν γεμάτο από μικρά μαγαζιά με πάγκους τον ένα


δίπλα στον άλλο. Στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του
μπορούσες να βρεις ρούχα, μπαχαρικά, κοσμήματα, χαλιά,
μπακίρια και δεκάδες άλλα πράγματα.

Η Ιζαμπέλα αναστέναξε ευτυχισμένη. Της είχε λείψει όλο αυτό


το πολύχρωμο παζάρι, αν και δεν της επέτρεπαν να πηγαίνει
συχνά στα σουκ όταν ήταν μικρή. Ο πατέρας της έλεγε ότι
ήταν πολύ επικίνδυνο, ενώ απλώς δεν είχε χρόνο να τη
συνοδεύσει εκεί.

Ο Ραφίκ κοιτούσε με ορθάνοιχτα μάτια το πλήθος και τα


χρώματα γύρω τους. Κάποια στιγμή, η Ιζαμπέλα
σταμάτησε και του αγόρασε από έναν πάγκο μια μελόπιτα.
Την έβαλε στο δίσκο του καροτσιού και το παιδί έχωσε
αμέσως τα δάχτυλά του στο σιροπιαστό γλυκό.

«Στην ηλικία του κι ο πατέρας του λάτρευε τις μελόπιτες»,


είπε η Καλίλα. «Έφτιαχνα πάντα μία για τα γενέθλιά του».
Η Ιζαμπέλα χαμογέλασε. Τις λίγες μέρες που είχε περάσει με
την Καλίλα, η νταντά ήταν τυπική και συγκρατημένη μαζί
της. Για πρώτη φορά αναφερόταν σε κάτι προσωπικό.

«Ήταν άτακτο παιδί;»

Η Καλίλα γέλασε. «Ναι. Ήταν άτακτος, αλλά αξιαγάπητος.


Πάντα μετάνιωνε για τα προβλήματα που μου
δημιουργούσε, παρ’ όλο που εγώ ήξερα ότι δεν το έκανε
επίτηδες». ·

«Του έλειπε η φροντίδα της μητέρας τους;»

Η Καλίλα συνοφρυώθηκε. «Και του πατέρα του. Κυρίως του


πατέρα του, νομίζω. Κατάλαβε νωρίς ότι η μητέρα του
δεν ενδιαφερόταν για τα παιδιά της».

«Τη βλέπει συχνά, τώρα;»

Η ηλικιωμένη γυναίκα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.


«Σπάνια. Αγνοεί τα τηλεφωνήματά της. Πιστεύω ότι με
τον τρόπο του της το ξεπληρώνει».

Η Ιζαμπέλα κοίταξε το σκουρόχρωμο κεφάλι του Ραφίκ. Δεν


μπορούσε να φανταστεί το μικρό γιο της να νιώθει έτσι
για κείνη. Ένα κύμα αγάπης και θλίψης την πλημμύρισε.
Όσο εξαρτιόταν απ’ αυτή, δε θα συνέβαινε ποτέ αυτό.
«Είναι καλός άνθρωπος», πρόσθεσε η Καλίλα. «Πρέπει να
είσαι υπομονετική μαζί του, αλλά στο τέλος θα καταλάβει
ποιο είναι το καλύτερο».

Η Ιζαμπέλα πήρε μια τρεμάμενη ανάσα. «Ελπίζω να έχεις


δίκιο, Καλίλα».

Η νταντά χτύπησε μαλακά το χέρι της πάνω στο καρότσι του


Ραφίκ και συνέχισαν τη βόλτα τους στο σουκ. Ο αέρας
ήταν ζεστός και καθώς πλησίαζε το μεσημέρι φορτωνόταν με
υγρασία.

«Πρέπει να γυρίσουμε», είπε η Ιζαμπέλα.

Περπατούσαν σχεδόν μία ώρα και η αμπάγια που φορούσε


κολλούσε πάνω της. Ούτε η μαντίλα της κατάφερνε πια
να κρατήσει τη ζέστη μακριά. Και είχε ανεβάσει την κουκούλα
στο καρότσι ώστε ο Ραφίκ να είναι στη σκιά.

Κοίταξε την Καλίλα κι έσμιξε προβληματισμένη τα φρύδια


της, παρατηρώντας το κοκκινισμένο πρόσωπό της. Η
ηλικιωμένη γυναίκα φορούσε μαύρα ρούχα, που κρατούσαν
τη ζέστη, αλλά δε φαινόταν ως τώρα ιδρωμένη.

«Ναι, πρέπει να γυρίσουμε», συμφώνησε η Καλίλα.

«Νιώθεις καλά;» τη ρώτησε η Ιζαμπέλα καθώς έκαναν


μεταβολή και κατευθύνονταν προς τα αυτοκίνητα.
Η γκουβερνάντα έκανε μια απορριπτική κίνηση με το χέρι της.
Το βήμα της ήταν αργό, αλλά σταθερό. «Εντάξει
είμαι, Υψηλοτάτη».

Η Ιζαμπέλα της έδωσε ένα μπουκάλι νερό από την τσάντα


που κρατούσε στο πίσω μέρος του καροτσιού. «Πιες λίγο».

«Εσύ πιες. Εγώ μπορώ να περιμένω».

«Όχι, επιμένω», είπε η Ιζαμπέλα και έδωσε το μπουκάλι στην


Καλίλα. «Εξάλλου, έχω κι άλλο».

Μερικά λεπτά αργότερα, βρέθηκαν στο κλιματιζόμενο


αυτοκίνητο. Ξαφνικά, η Καλίλα έβγαλε μια φωνή και
κατέρρευσε πάνω στο κάθισμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10
Καρδίακή προσβολή.

Αυτές ήταν οι δυο μόνο λέξεις που άκουσε ο Άνταν όταν


τηλεφώνησε η Ιζαμπέλα και του είπε ότι είχαν πάει την
Καλιλα στο νοσοκομείο. Βγήκε τρέχοντας και μπήκε σε ένα
Λαντ Ρόβερ. Έβαλε μπρος κι έφυγε με ταχύτητα χωρίς να
περιμένει τον οδηγό του ή κάποιον σωματοφύλακα να πάει
μαζί του.
Σε χρόνο ρεκόρ έφτασε στο μικρό τοπικό νοσοκομείο. Πέταξε
τα κλειδιά του αυτοκινήτου σε έναν έκπληκτο άντρα με
λευκή μπλούζα και όρμησε στην αίθουσα αναμονής.

Η Ιζαμπέλα καθόταν σε έναν πάγκο, στο διάδρομο. Μόλις


τον είδε σηκώθηκε με πρόσωπο χλομό και τραβηγμένο.
Θυμός και φόβος διαπέρασαν το πέπλο της ανησυχίας του.

«Πού είναι ο Ραφίκ;» τη ρώτησε πριν προλάβει εκείνη να


μιλήσει. Η Καλιλα ήταν σε κρίσιμη κατάσταση κι ο γιος
του άφαντος. Τι είχε μέσα στο κεφάλι της αυτή η γυναίκα;

Τα χέρια της ήταν τυλιγμένα γύρω της. «Υπάρχει ένα δωμάτιο


με παιχνίδια... Εκεί είναι, μαζί με μια νοσοκόμα. Μη
φοβάσαι, είναι κι ένας σωματοφύλακας».

Οι ενοχές τον πλημμύρισαν, αλλά δεν είπε τίποτα. Αντί γι’


αυτό, κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της Καλιλα.

«Πριν μπεις...» είπε η Ιζαμπέλα πίσω του.

Ο Άνταν στράφηκε και την κοίταξε ερωτηματικά.

«Είναι μαζί της ο γιατρός, αλλά δεν πρόκειται να σου το πει


μπροστά της. Δεν μπορεί να εργαστεί πλέον, Άνταν. Δεν
μπορεί να φροντίσει τον Ραφίκ. Η καρδιά της είναι αδύναμη.
Θα της δώσουν φαρμακευτική αγωγή, αλλά αυτό δεν μπορεί
ν’ αποκαταστήσει την προχωρημένη ηλικία».
«Κάτι που σε βολεύει μια χαρά, ε'τσι;» της πέταξε ο Άνταν».
«Αν νομίζεις ότι είναι η ευκαιρία που περίμενες,
Ιζαμπέλα, ξανασκέψου το».

Η Ιζαμπέλα πήρε μια έκφραση σαν να την είχε χαστουκίσει. Οι


ενοχές του μεγάλωσαν.

«Θα σε συγχωρήσω γι’ αυτό που είπες, επειδή ξέρω πόσο την
αγαπάς», του απάντησε ήρεμα. «Φοβάσαι και ξεσπάς πάνω
μου, το κατανοώ. Αλλά μην τολμήσεις να σκεφτείς ότι
θα ένιωθα χαρά για τη δυστυχία κάποιου άλλου. Είναι
άδικο».

Ο Άνταν έσφιξε τα δόντια του. «Έχεις δίκιο», της είπε και


μπήκε στο δωμάτιο της Καλιλα.

♦**

Δυο ώρες αργότερα, η Ιζαμπέλα και ο Ραφίκ γύρισαν σπίτι.


Ήταν ώρα για το δείπνο του παιδιού και στο νοσοκομείο
δεν είχαν να κάνουν τίποτα περισσότερο. Η Καλιλα είχε
μεταφερθεί σε ένα μονόκλινο δωμάτιο και είχε την καλύτερη
φροντίδα που ήταν δυνατόν. Μαζί της έμεινε ο Άνταν. Η
ηλικιωμένη γυναίκα ήταν αδύναμη και η καρδιά της
κουρασμένη, όμως οι γιατροί πίστευαν πως θα ξεπερνούσε το
πρόβλημά της.

Αλλά δεν μπορούσε ν’ αναλάβει πλέον την ανατροφή μικρών


παιδιών. Χρειαζόταν ξεκούραση και κάποιον να τη
φροντίζει. Ο άντρας της είχε πεθάνει πριν από χρόνια και δεν
είχε δικά της παιδιά. Έμενε με την οικογένεια της αδερφής
της όταν ο Άνταν την κάλεσε στο παλάτι για ν’ αναλάβει τον
Ραφίκ.

Η Ιζαμπέλα θεωρούσε πως η Καλίλα θα γύριζε στην αδερφή


της. Τη στενοχωρούσε το γεγονός ότι η πιστή
γκουβερνάντα θα άφηνε το γιο της. Ο Ραφίκ την αγαπούσε
και, παρά τα όσα είχε πει ο Άνταν για την ίδια, η Ιζαμπέλα δε
χαιρόταν που η φροντίδα του παιδιού θα έπεφτε πάνω της με
αφορμή την αποχώρηση της Καλίλα. Ήθελε το ρόλο της
μητέρας, αλλά όχι σε τέτοιες δυσάρεστες συνθήκες.

Το χειρότερο ήταν ότι πίστευε πως η καρδιακή προσβολή που


υπέστη η Καλίλα ήταν δικό της λάθος. Αν δεν ήθελε να
πάνε στο σουκ, αν η Καλίλα δεν την είχε ακολουθήσει στα
μαγαζιά, αν... αν... αν...

Υπήρχαν πολλά «αν» στο μυαλό της παρ’ όλο που η


Ιζαμπέλα καταλάβαινε πως ήταν ανόητο να κατηγορεί τον
εαυτό της. Ο γιατρός τής είχε πει ότι η καρδιά της Καλίλα
ήταν αδύναμη και μια καρδιακή προσβολή ήταν
αναπόφευκτη.

Κι όμως...
Η Ιζαμπέλα γύρισε στο παρόν. Είπε στη μαγείρισσα να
ετοιμάσει το δείπνο για κείνη και τον Ραφίκ και μετά πήγε το
γιο της στο δωμάτιό του όπου τον άφησε να παίξει λίγο πριν
του κάνει μπάνιο και τον βάλει στο κρεβάτι. Το παιδί ήταν
ανήσυχο που έλειπε η Καλίλα, αλλά εκείνη στάθηκε πάνω
από την κούνια του και του τραγούδησε μέχρι που το πήρε ο
ύπνος. Τότε έσκυψε και του έδωσε ένα φιλί. Μετά γύρισε στο
δωμάτιό της παίρνοντας μαζί της και το μόνιτορ που είχε η
Καλίλα για ν’ ακούει το γιο της, αν ξυπνούσε.

Ο ήλιος έγερνε στη δύση, όταν η Ιζαμπέλα άκουσε ένα


αυτοκίνητο να σταματά στην είσοδο της έπαυλης.
Πόρτες άνοιξαν κι έκλεισαν με δύναμη δυο φορές, καθώς ο
Άνταν έμπαινε μέσα. Εκείνη περίμενε μερικά λεπτά και μετά
πήγε να τον βρει, ανησυχώντας μήπως κάτι είχε αλλάξει με
την υγεία της Καλίλα.

Τον βρήκε να κάθεται στο μισοσκότεινο γραφείο του και να


κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Ο υπολογιστής ήταν
αναμμένος, αλλά ο Άνταν δε δούλευε.

«Άνταν; Όλα καλά;»

Εκείνος δε γύρισε να την κοιτάξει. «Θα το ξεπεράσει», της


είπε. «Απόψε, όμως, είναι πολύ κουρασμένη».

«Ναι, το φαντάζομαι». Η Ιζαμπέλα δάγκωσε το κάτω χείλος


της. «Χρειάζεσαι κάτι;»

Ο Άνταν αναστέναξε, περνώντας τα δάχτυλα ανάμεσα στα


μαλλιά του. «Εγώ φταίω. Εγώ φταίω για όλα».

Η καρδιά της Ιζαμπέλα βούλιαξε. «Όχι, Άνταν». Τον


πλησίασε κι ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του. «Δε φταις
εσύ. Κανείς δε φταίει». Κατάπιε ένα κύμα δακρύων που
ανέβηκε στα μάτια της. «Κι αν θες να παίξουμε το παιχνίδι
των ενοχών, θα σου πω ότι το λάθος είναι δικό μου. Εγώ την
πήγα στο σουκ και την κράτησα πολλή ώρα στη ζέστη...»

Ένας λυγμός ανέβηκε στο λαιμό της και πίεσε τη γροθιά της
στο στόμα της για να τον εμποδίσει να βγει. Το θέμα ήταν

εκείνος, όχι αυτή. Τα αισθήματα και οι φόβοι του Άνταν, όχι


οι δικές της ανασφάλειες. Ανάθεμα! Γιατί δεν μπορούσε ποτέ
να τον παρηγορήσει χωρίς να γυρίσει το ζήτημα πάνω της;

Ο Άνταν στράφηκε, όπως καθόταν, και τύλιξε τα χέρια του


στη μέση της, ξαφνιάζοντάς τη μ’ αυτή την κίνηση. Έκρυψε
το πρόσωπό του στο στομάχι της και πήρε μια βαθιά,
κοφτή ανάσα σαν να κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια να μη
χάσει την ψυχραιμία του. Ένα ρίγος πέρασε από το κορμί του
στο δικό της κι εκείνη έσκυψε και τον αγκάλιασε από τους
ώμους.

Η Ιζαμπέλα δεν ήξερε για πόση ώρα έμειναν έτσι, αλλά όταν
αποχωρίστηκαν είχε πέσει η νύχτα. Σε μια παρόρμηση
της στιγμής, ακούμπησε τρυφερά τα χείλη της στο μέτωπό
του.

Τα χέρια του Άνταν βρέθηκαν αυτόματα στους γλουτούς της.


Μια ερωτική ανυπομονησία πλημμύρισε την Ιζαμπέλα
και βύθισε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Αναζήτησε το
στόμα του με το δικό της και αφέθηκε.

Δε μίλησαν, τα λόγια ήταν περιττά. Ήξερε ο ένας τι ήθελε ο


άλλος. Τι είχαν ανάγκη.

Απαλλάχτηκαν από τα ρούχα τους με πυρετώδεις κινήσεις.


Τα γυμνά κορμιά τους έκαιγαν, τα χέρια τους εξερευνούσαν.
Ο Άνταν την έγειρε πάνω στο γραφείο του και η Ιζαμπέλα
άνοιξε τα πόδια της για να τον δεχτεί. Το δωμάτιο γέμισε από
βογκητά ηδονής. Βιβλία και έγγραφα έπεσαν στο δάπεδο,
αλλά ο Άνταν δε φάνηκε να νοιάζεται.

Η Ιζαμπέλα τύλιξε τα πόδια της στη μέση του κι


ανασηκώθηκε προς το μέρος του, αφήνοντας το κεφάλι της
να πέσει πίσω. Ο κόσμος χάθηκε γύρω τους και δυο τους
παρασύρθηκαν από το κύμα της ηδονής που εκείνη
ονειρευόταν όλη την προηγούμενη βδομάδα.

Ήταν υπέροχο. Ήταν σωστό.

Δάκρυα έτρεξαν ανεμπόδιστα στα μαγουλά της. Χαιρόταν


που ήταν σκοτεινά, επειδή φοβόταν τι θα μπορούσε να
σκεφτεί ο Άνταν αν την έβλεπε να κλαίει. Θα πίστευε ότι είχε
κατακτήσει την καρδιά της; Θα καταλάβαινε ότι εκείνη τον
είχε ερωτευτεί; Ότι έβλεπε πέρα από το προσωπείο του
σκληρού αφέντη της ερήμου τον τρυφερό άντρα που
αγαπούσε την

νταντά του τόσο που δεν μπορούσε να κρύψει τα δάκρυα του


γι' αυτή;

Η Ιζαμπέλα έκλαψε και για τον εαυτό της. Για το αφελές,


ανόητο κορίτσι που ήταν κάποτε. Για τη γυναίκα που
ήταν τώρα, τη γυναίκα που η καρδιά της θα γινόταν κομμάτια
αν ο άντρας αυτός αποφάσιζε να τη διώξει στο τέλος των
δύο εβδομάδων.

Είχε πάει στοΤζαφαράνγια να ανακαλύψει τι της είχε συμβεί.


Είχε βρει κάτι πιο πολύτιμο.

Δεν ήξερε τι είχε συμβεί ανάμεσά τους πριν δυο χρόνισ ή γιατί
είχε χαθεί στην έρημο. Αλλά τώρα ήξερε πως αγαπούσε
αυτό τον άντρα. Αγαπούσε αυτόν και το παιδί τους τόσο
πολύ, που θα έκανε τα πάντα γι’ αυτούς.

Η Ιζαμπέλα ξέχασε τα δάκρυα και το κορμί της τεντώθηκε σε


σημείο έκρηξης.

«Ναι, Άνταν, ω, ναι», είπε με κομμένη την ανάσα της.


Ο Άνταν πέρασε τις παλάμες του κάτω από τους γλουτούς
της και με μια μόνο ώθηση μπήκε βαθιά μέσα της. Ο
οργασμός της ήταν ακαριαίος και συνταρακτικός. Ο Άνταν
συνέχισε να κινείται και λίγα δευτερόλεπτα μετά τελείωσε,
τρέμοντας ολόκληρος και φωνάζοντας τ’ όνομά της.

'Υστερα την κράτησε πάνω του και τη φίλησε απαλά. Έμειναν


έτσι αγκαλιασμένοι για ώρα χωρίς να μιλούν.

«Μείνε απόψε μαζί μου», της ψιθύρισε ύστερα.

«Εντάξει», του απάντησε εκείνη απλά.

***

Η Ιζαμπέλα ξύπνησε μέσα στη νύχτα από τις φωνές του


Ραφίκ και πετάχτηκε από το κρεβάτι, όπου ο Άνταν κοιμόταν
ήσυχος. Τα σκεπάσματα είχαν τραβηχτεί, αποκαλύπτοντας το
γυμνασμένο κορμί του. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα με το
ένα πόδι λυγισμένο και το χέρι του πάνω από το κεφάλι του.

Όταν εκείνη σηκώθηκε, μετακινήθηκε ελαφρά και μετά


ξύπνησε απότομα, σαν να είχε γυρίσει ένας διακόπτης μέυα
του.

«Πού πας, χαμπίμπτι;» τη ρώτησε.


«Στον Ραφίκ. Κλαίει», του είπε και του έδειξε το μόνιτορ.

Η Ιζαμπέλα μπήκε στο παιδικό δωμάτιο και βρήκε το γιο της

όρθιο στην κούνια του. Της πήρε λίγη ώρα μέχρι να


καταλάβει πως έπρεπε να του αλλάξει πάνα, αλλά τα
κατάφερε χωρίς πρόβλημα. Ύστερα του τραγούδησε ένα
νανούρισμα μέχρι που το παιδί αποκοιμήθηκε ξανά..

Όταν στράφηκε να βγει από το παιδικό δωμάτιο, είδε τον


Άνταν να στε'κεται στην πόρτα και να την παρατηρεί.
Είχε φορε'σει ένα σορτς αλλά το στέρνο του ήταν γυμνό και
τα μαλλιά του ανακατεμένα από τον ύπνο.

«Κοιμήθηκε», είπε η Ιζαμπέλα σιγανά και τον πλησίασε.

«Κάνεις καλή δουλειά μαζί του», ψιθύρισε εκείνος. «Νιώθει


άνετα κοντά σου».

Η Ιζαμπέλα ντράπηκε με τη χαρά που της έδωσαν τα λόγια


του. «Μαθαίνω. Αλλά πρέπει να πω ότι είναι πολύ
υπομονετικός μαζί μου».

Ο Άνταν χαμογέλασε. «Υπομονετικός; Δε θα χαρακτήριζα


ποτέ το γιο μας υπομονετικό. Μου μοιάζει πολύ».

Εκείνη πρόσεξε το μας και η ελπίδα γεννήθηκε στην ψυχή


της.
Πρόσεχε, Ιζαμπέλα. Δε σημαίνει τίποτα αυτό. Είναι
κουρασμένος και στρεσαρισμένος.

Ο Άνταν την αγκάλιασε και γύρισαν στο δωμάτιό του.


Μπαίνοντας, της έβγαλε τη ρόμπα και άρχισε να τη φιλά με
πάθος — μέχρι που η Ιζαμπέλα βρέθηκε να στριφογυρνά
ανυπόμονα στο κρεβάτι και να λαχταρά να τον νιώσει μέσα
της ξανά.

Ο Άνταν της έκανε έρωτα τρυφερά, χωρίς βιασύνη, γεμίζοντας


ικανοποίηση και τους δυο τους. Η Ιζαμπέλα έφτασε στην
κορύφωση κάτω από το κορμί του, μαζί του, και μετά
συνήλθε ξανά αργά.

Έμεινε ξαπλωμένη δίπλα του, με μια αόριστη μελαγχολία να


πλανιέται γύρω της. Βρισκόταν πολύ κοντά στο σημείο
να θυμηθεί την προηγούμενη ζωή της, το ένιωθε. Είχε ήδη
θυμηθεί μερικά πράγματα, αλλά όχι το σύνολο. Κι ακόμα δεν
είχε θυμηθεί τίποτα για το μωρό της.

'Επρεπε να συναντήσει τον πατέρα της. Έπρεπε να μάθει τι


είχε συμβεί και γιατί της είχε πει ψέματα.-Ένα κομμάτι
μέσα της ανησυχούσε ότι επρόκειτο για κάτι τόσο τρομερό
που αν το μάθαινε, δε θα κατάφερνε να συνέλθει ποτέ. Ένα
άλλο

κομμάτι της ήθελε να μάθει την αλήθεια για να μπορέσει να


συνεχίσει τη ζωή της με τον Άνταν και το γιο της.

Εκείνος δεν είχε πει τίποτα, αλλά ο τρόπος που την άγγιζε, ο
τρόπος που της έκανε έρωτα φανέρωναν ότι είχε αποφασίσει
να μείνουν μαζί ως ζευγάρι και γονείς του γιου τους.

Δεν μπορεί να ήταν τόσο σκληρός ώστε να της δώσει


ψεύτικες ελπίδες, σωστά; Αν πραγματικά είχε σκοπό να τη
διώξει, θα της ζητούσε να κοιμηθεί μαζί του εκείνο το βράδυ;
Το θέμα δεν ήταν το σεξ, αφού είχαν πάει στο κρεβάτι και
είχαν κοιμηθεί αγκαλιασμένοι μέχρι να την ξυπνήσουν οι
φωνές του Ραφίκ.

Τώρα τα δάχτυλα του Άνταν χάιδευαν το μπράτσο της


απαλά. «Συγνώμη για όσα σου είπα νωρίτερα για την
Καλίλα».

Η φωνή του την ξάφνιασε και, γυρνώντας προς το μέρος του,


άπλωσε το χέρι της στο στέρνο του απολαμβάνοντας
την επαφή με τους σκληρούς μυς. Δεν την ενδιέφερε το σεξ
εκείνη τη στιγμή, αλλά και μόνο που τον άγγιζε το κορμί της
έπαιρνε ζωή, ξυπνούσαν σημεία που κανονικά έπρεπε να είχαν
υπερβολικά ικανοποιηθεί.

«Καταλαβαίνω, Άνταν. Φοβόσουν για κείνη. Και οι δύο


φοβηθήκαμε».

«Δεν έπρεπε να την είχα αναγκάσει να εργαστεί ξανά, αλλά


δεν υπήρχε κανείς άλλος να εμπιστευτώ», είπε εκείνος.

Η Ιζαμπέλα αναστέναξε μελαγχολικά. «Δε θα ερχόταν, αν δεν


το ήθελε κι η ίδια».

«Ναι, αλλά δεν έπρεπε να της το έχω ζητήσει. Έπρεπε να έχω


ψάξει περισσότερο, να βρω κάποια άλλη. Έπρεπε να
έχω παντρευτεί νωρίτερα».

Η Ιζαμπέλα ένιωσε ένα τσίμπημα ανησυχίας. Τι άλλο


μπορούσε να πει όμως ο Άνταν; Όταν είχε καλέσει την
Καλίλα δεν ήξερε ότι η Ιζαμπέλα ζούσε.

«Ίσως», του απάντησε. «Και χαίρομαι που δεν το έκανες».

Ο Άνταν γύρισε το κεφάλι του πάνω στο μαξιλάρι. «Έχεις


περιπλέξει τη ζωή μου, χαμπίμπτι, αλλά ανακαλύπτω ότι
δε λυπάμαι καθόλου γι’ αυτό. Αγαπάς πολύ τον Ραφίκ κι
αυτό με κάνει ευτυχισμένο».

Κι εσένα σ’αγαπώ πολύ.

Η φράση σχηματίστηκε στο μυαλό της, αλλά δε βγήκε από

τα χείλη της. Ήταν πολύ νωρίς και φοβόταν ακόμα. Φοβόταν


το πόσο ευάλωτη την έκανε αυτή η αγάπη.

Όταν ζούσε μόνη της στη Χαβάη, καταλάβαινε πως κάτι


έλειπε από τη ζωή της, αλλά δεν ήξερε τι ήταν αυτό. Τώρα
το γνώριζε και η σκέψη να το χάσει ξανά την τρομοκρατούσε.

Αν δε μάθαινε γιατί το είχε χάσει την πρώτη φορά, πώς


μπορούσε να το εμποδίσει να ξανασυμβεί;

«Είναι υπέροχος», είπε. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτό το


πλάσμα το κάναμε μαζί. Με εκπλήσσει κάθε φορά που
τον κοιτάω. Έχει πολλά δικά σου στοιχεία, αλλά βλέπω και
τον εαυτό μου σ’ εκείνον».

«Πρέπει να βρω άλλη νταντά», μουρμούρισε ο Άνταν.

Το στομάχι της σφίχτηκε, αλλά η Ιζαμπέλα είπε στον εαυτό


της να μη δώσει μεγάλη σημασία στο σχόλιο. Η ύπαρξη
μιας νταντάς δεν ήταν ασυνήθιστη, ειδικά για το γιο ενός
βασιλιά.

«Δεν μπορεί να σου συστήσει κάποια η Καλίλα;»

Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Δεν το είχα σκεφτεί, αλλά ναι,


θα τη ρωτήσω μόλις νιώσει καλύτερα».

«Πώς θα της πεις ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να φροντίζει


τον Ραφίκ;»

Είδε τα δόντια του να αστράφτουν στο σκοτάδι όταν εκείνος


γέλασε. «Η Καλίλα δε θα πει ποτέ όχι στην εντολή του
βασιλιά της. Έχω σκοπό να της αγοράσω ένα σπίτι στο
λιμάνι του Τζαφαράν και να το γεμίσω με υπηρέτες που θα τη
φροντίζουν. Έπρεπε να το έχω κάνει από την αρχή, αλλά
παραδέχομαι ότι δεν το σκέφτηκα. Ήμουν έφηβος όταν
έφυγε από το σπίτι μας και μολονότι την έβλεπα κάπου
κάπου, δεν ήταν αρκετά συχνά ώστε ν’ αναρωτηθώ τι έκανε
στη συνέχεια».

Η καρδιά της Ιζαμπέλα σκίρτησε. «Είσαι πολύ καλός μαζί


της, Άνταν. Είναι τυχερή που σ’ έχει».

«Όχι», είπε εκείνος. «Εγώ είμαι τυχερός που την έχω και θέλω
να το καταλάβει όσο ζει. Έχοντας εμένα και τ’ αδέρφια μου,
δε θα της λείψει ποτέ τίποτα. Θα την επισκεπτόμαστε συχνά
και θα τη φέρνω στο παλάτι όποτε θέλει. Αν,-φζσικά, το
εγκρίνει ο γιατρός».

«Χαίρομαι που θα γίνει καλά», είπε η Ιζαμπέλα και


ανατρίχιασε καθώς θυμήθηκε την Καλίλα να καταρρέει στο
κάθισμα. Τα

μάτια της είχαν γυρίσει ανάποδα και η Ιζαμπέλα φοβήθηκε


πως είχε πεθάνει.

Ο Άνταν έσφιξε το χέρι της πάνω στο στέρνο του. «Δε φταις
εσύ και το ξέρεις. Ο γιατρός είπε ότι ήταν τυχερή που
είχε κάποιον κοντά της όταν το έπαθε. Αν ήταν στο κρεβάτι
της, θα είχε πεθάνει πριν τη βρούμε. Η ζέστη στην κλειστή
αγορά επιτάχυνε την κατάσταση, αλλά δεν προκάλεσε το
συμβάν».

Η Ιζαμπέλα ανατρίχιασε ξανά. «Τότε χαίρομαι που έγινε έτσι,


έστω κι αν κατατρόμαξα. Ήμουν σίγουρη πως, αν
πάθαινε κάτι, δε Οα με συγχωρούσες ποτέ. Ούτε κι εγώ θα
συγχωρούσα τον εαυτό μου», πρόσθεσε. «Η Καλίλα είναι
ευγενική μαζί μου. Ποτέ δε με έκανε να νιώσω ότι δεν ανήκω
εδώ».

«Ίσως επειδή εδώ ανήκεις», είπε τρυφεβά ο Άνταν.

***

Έμειναν στο ανάκτορο Μπάτερφλαϊ άλλες δυο μέρες και


μετά γύρισαν στο λιμάνι του Τζαφαράν. Μολονότι το ταξίδι
είχε συντομευτεί, ο Άνταν ένιωθε ότι είχε μάθει όλα όσα
ήθελε. Τώρα έπρεπε να γυρίσει στην πρωτεύουσα και να
συνεχίσει το κυβερνητικό του έργο.

Η Καλίλα είχε σταλεί αεροπορικώς στο κοντινότερο


νοσοκομείο, όπου συνέχιζε να δέχεται ιατρική φροντίδα και
θεραπεία από τον καλύτερο καρδιολόγο της χώρας.

Στη διάρκεια του ταξιδιού ο Άνταν δούλευε στον υπολογιστή


του. Και δεν είχε επιλέξει να βρίσκεται σε διαφορετικό
αυτοκίνητο από την Ιζαμπέλα και τον Ραφίκ. Ίσως να έπρεπε,
αλλά δεν το ήθελε.

Το βλέμμα του στρεφόταν συχνά στη γυναίκα του. Ήταν


όμορφη, λαμπερή και πολύ πιο σίγουρη για τον εαυτό της
απ’ ό,τι τη θυμόταν στο παρελθόν. Της είχε πει ότι ήταν
διαφορετική πλέον σε πολλά πράγματα —και το πίστευε—,
αλλά η λαμπερή αυτή γυναίκα υπήρχε πάντα.

Απλώς, αυτός δεν την έβλεπε.

Η Ιζαμπέλα ανασήκωσε το βλέμμα της από το παιχνίδι που


έπαιζαν με τον Ραφίκ και τον κοίταξε. Ύστερα του
χαμογέλασε μ’ εκείνο το υπέροχο χαμόγελο που έβαζε φωτιά
στο αίμα του.

Τ ην ποθούσε πάντα κι αυτό δεν είχε μειωθεί από τη στιγμή


που την είχε κάνει δική του στο λαβύρινθο πριν μια βδομάδα.

Αντίθετα, ο πόθος του ολοένα μεγάλωνε.

Το πρωί είχαν κάνει παθιασμε'νο ε'ρωτα στο μαρμάρινο


ντους. Η Ιζαμπέλα είχε περάσει τα πόδια της γύρω από
τη μέση του, όσο αυτός την κρατούσε με την πλάτη της στον
τοίχο και κινιόταν μέσα της φρενιασμένα. Το προηγούμενο
βράδυ είχε σταθεί πίσω της, είχε βυθίσει τα δάχτυλά του στα
ξανθά μαλλιά της κι είχε χαθεί μέσα στο ζέστό της κορμί.

Αλλά δεν τη χόρταινε.


Αραγε την ποθούσε τόσο πολύ και τον καιρό που ζούσαν ως
ένα παντρεμένο ζευγάρι; Ο Άνταν δε θυμόταν. Θυμόταν
όμως ότι απολάμβανε να της κάνει έρωτα, αν και όχι με τόσο
τολμηρούς τρόπους.

Η Ιζαμπέλα ήταν το ταίρι του στο κρεβάτι, με ίσους όρους. Κι


είχε αρχίσει να πιστεύει ότι ήταν ισότιμη κι έξω απ’ αυτό. Δεν
ήταν όπως η Γιασμίν Σαντί. Δεν ήταν ήσυχη,
μειλίχια, εύπιστη. Δε συμφωνούσε σε όλα μαζί του και δεν του
έλεγε αυτό που ήθελε ν’ ακούσει μόνο και μόνο για να μη
διαταράξει την ηρεμία ανάμεσά τους.

Ο Άνταν έσμιξε τα φρύδια του. Ακόμα δεν ήξερε γιατί εκείνη


είχε εγκαταλείψει το παιδί της και τον ίδιο. Κι
αναρωτιόταν μήπως η παρουσία της κοντά τους θα έθετε σε
κίνδυνο την ευτυχία του Ραφίκ. Αναρωτιόταν μήπως η
Ιζαμπέλα παρίστα-νε την καλή μητέρα επειδή ήθελε να γίνει
βασίλισσα. Μήπως μόλις παρουσιαζόταν το παραμικρό
πρόβλημα θα άφηνε τον Ραφίκ σε μια νταντά ιάχυριζόμενη
ότι πείραζε τα νεύρα της.

Όχι.

Ήξερε ότι η απάντηση ήταν σίγουρα όχι. Η Ιζαμπέλα δεν


ήταν σαν τη μητέρα του. Δε θα αγνοούσε το παιδί της.

Η μητέρα του δεν προσποιούνταν ότι αγαπούσε τα παιδιά


της. Τα αγαπούσε με τον τρόπο της. Αλλά αυτή η
αγάπη εξυπηρετούσε τελικά τους δικούς της σκοπούς. Τα
παιδιά της ήταν για κείνη ένα απόκτημα για το οποίο
περηφανευόταν κι όχι πλάσματα που είχαν ανάγκη από
αγάπη, αγκαλιά και φιλιά.

Αλλά η Ιζαμπέλα δεν ήταν έτσι. Την είχε δει ν’ αλλάζει πάνες
στον Ραφίκ, χωρίς εκείνη να ξέρει πως τη βλέπει. Δε φαινόταν

ούτε φερόταν σαν γυναίκα ττου θα ήθελε να είναι κάπου


αλλού. Αγαπούσε τον Ραφίκ. Ο Άνταν ήταν τόσο σίγουρος γι’
αυτό σαν να το έβλεπε γραμμένο στο μέτωπό της. Και εκείνος
θεωρούσε φυσικό να μοιράζεται τον Ραφίκ μαζί της.

Παρ’ όλα αυτά, χρησιμοποίησε το χρόνο του ταξιδιού για να


ζυγίσει τα υπέρ και τα κατά. Πριν φτάσουν στο λιμάνι
του Τζαφαράν, ο Άνταν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Μόνο μία
απόφαση μπορούσε να πάρει. Μία ήταν η σωστή απόφαση.

Όταν βγήκε από το αυτοκίνητο, τον υποδέχτηκε ο Μαχμούτ,


που είχε επιστρέφει νωρίτερα. «Καλώς ήρθατε,
Εξοχότατε», είπε κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση.

«Ευχαριστώ, Μαχμούτ».

Υπηρέτες μαζεύτηκαν για να πάρουν τις αποσκευές τους, ενώ


οι άντρες της ασφάλειας επέβλεπαν τη διαδικασία.
Ο Μαχμούτ έριξε μια ματιά στην Ιζαμπέλα και κοίταξε με
νόημα τον Άνταν.

«Σας περιμένει ένας κύριος, Εξοχότατε. Κάποιος που θέλατε


να δείτε από την πρώτη μέρα που επιστρέψατε στη χώρα».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11
Η Ιζαμπέλα είχε μόλις βάλει τον Ραφίκ στο κρεβάτι για τον
απογευματινό του ύπνο. Έκλεισε την πόρτα του δωματίου
του και κάθισε στο καθιστικό που ένωνε το δωμάτιο του
Ραφίκ με τη σουίτα του Άνταν.

Μια τηλεόραση ήταν αναμμένη, χωρίς ήχο. Η Ιζαμπέλα δεν


μπήκε στον κόπο να πάρει το τηλεκοντρόλ και να
δυναμώσει τον ήχο. Αντίθετα, άνοιξε ένα φορητό υπολογιστή
που υπήρχε πάνω σε ένα πλαϊνό τραπέζι και μπήκε στο
Διαδίκτυο.

Δεν είχε ασχοληθεί με τον υπολογιστή από τότε που γύρισε


στο Τζαφαράν, πριν δυο βδομάδες σχεδόν. Το ηλεκτρονικό
της ταχυδρομείο ήταν γεμάτο μηνύματα κι έτσι άρχισε ν’
απαντά στους φίλους της στο Μάουι.

Οι μουσικοί του γκρουπ τη ρωτούσαν πότε θα επιστρέφει.


Είχαν προσλάβει μια τραγουδίστρια, προσωρινά, αλλά
ήθελαν εκείνη. Γέλασε βλέποντας τα θαυμαστικά που είχε
βάλει ο Κερτ, ο κιθαρίστας, στο μήνυμά του.

Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Περίμενε ν’ ανοίξει


κάποιος υπηρέτης, αλλά, όταν αυτό δεν έγινε, σηκώθηκε
και άνοιξε η ίδια.

«Μπαμπά;»

«Ιζαμπέλα», είπε ο Χασάν Μάρο και το παχουλό πρόσωπό


του σκίασε η θλίψη. Και ο φόβος.

Για ποιο πράγμα φοβόταν ο πατέρας της; Για κείνη;

Η καρδιά της χτύπησε γεμάτη ανησυχία, όμως αμέσως η


ανησυχία έγινε θυμός. Της είχε πει ψέματα. Ό,τι κι αν
είχε συμβεί, ο πατέρας της είχε πει ψέματα. Έκανε ένα βήμα
πίσω

για να τον αφήσει να περάσει μέσα τυλίγοντας τα μπράτσα


γύρω της σαν ασπίδα.

«Το ξέρει ο Άνταν ότι είσαι εδώ;»

«Μόλις τώρα τον είδα», της απάντησε ο πατέρας της.

Έβγαλε ένα χαρτομάντιλο από την τσέπη του και σκούπισε


τις λεπτές σταγόνες τού ιδρώτα από το μέτωπό του.
«Του είπες αυτά που ήθελε να μάθει;» τον ρώτησε η
Ιζαμπέλα, περήφανη που η φωνή της δε φανέρωσε την οργή
που ένιωθε.

«Του είπα αρκετά».

«Τότε, ίσως μπορείς να πεις και σ’ εμένα τι στο διάβολο μου


συνέβη πραγματικά!»

Οι λέξεις έβγαιναν σαν λεπίδες από τα χείλη της κι ο πατέρας


της την κοίταξε έκπληκτος. Η Ιζαμπέλα περίμενε να την
επικρίνει, αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε. Ευτυχώς. Δεν είχε
καμιά όρεξη να ξαναγίνει η υπάκουη, άτολμη θυγατέρα του.

«Ήθελα να σε προστατέψω. Το έκανα για να σε


προστατέψω», είπε τελικά ο Χασάν Μάρο.

«Να με προστατέψεις από τι; Και μην τολμήσεις να μου πεις


πάλι ψέματα, μετά απ’ όλα όσα έχω περάσει».

Ο πατέρας της έβγαλε ένα μικρό πούρο και το άναψε με χέρια


που έτρεμαν. Η Ιζαμπέλα απομακρύνθηκε —όχι για
τον καπνό, αλλά επειδή κατάλαβε ότι εκείνος ήθελε να
ηρεμήσει. Ο Άνταν θα του τα είχε ψάλει από την καλή. Αυτή
η σκέψη τη γέμισε ικανοποίηση.

«Ήσουν άρρωστη, Ιζαμπέλα», της είπε μετά, αφού πρώτα


τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από το πούρο και την άφησε
να βγει ξανά. «Μετά τη γέννηση του παιδιού, άλλαξες
ριζικά».

Ένα παγερό ρίγος διέτρεξε την πλάτη της. Γύρισε και τον
κοίταξε. «Τι εννοείς;»

«Είχες πάθει κατάθλιψη. Επιλόχεια κατάθλιψη διέγνωσε ο


γιατρός. Ήσουν απόμακρη και δεν ήθελες καμιά σχέση με
το μωρό. Μιλούσες και γι’ αυτοκτονία».

«Δε σε πιστεύω», ψιθύρισε η Ιζαμπέλα, παρακάμπτοντας με


δυσκολία τον κόμπο που είχε φράξει το λαιμό της. Πώς ήταν
δυνατόν;

Το πρόσωπό του συσπάστηκε. «Πίστεψέ με, Ιζαμπέλα. Δεν


έκανα ό,τι έκανα επειδή μου φάνηκε διασκεδαστικό».

Εκείνη ξεροκατάπιε. «Ο Άνταν δε μου ανε'φερε τίποτα για


κατάθλιψη. Γιατί; Δε θα το ήξερε αν είχα πάθει κάτι τέτοιο;»

«Δεν το ήξερε, επειδή εγώ δεν επέτρεψα να το μάθει», της


πέταξε ο πατέρας της. «Δεν μπορούσα να τον αψήσω να
το μάθει. Θα του έδινα το δικαίωμα να σε θεωρήσει
ψυχολογικά διαταραγμένη και να ζητήσει διαζύγιο».

Ο φόβος έσφιξε την καρδιά της. Θα έκανε ποτέ ο Άνταν κάτι


τέτοιο; Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Όχι, θα τη
βοηθούσε, δε θα την πλήγωνε. Θα ήθελε να γίνει καλά.
«Κι έτσι σκέφτηκες ότι ήταν καλύτερα να με θεωρεί νεκρή».

Ο θυμός είχε βρει το φόβο μέσα της και είχαν γίνει ένα,
γδέρνοντας τα σωθικά της με τα νύχια τους.

«Ήταν καλύτερα για όλους».

Τρόμος την παρέλυσε καθώς κοίταζε επίμονα τον πατέρα


της. Πώς είχε μπορέσει να το κάνει; Πώς είχε μπορέσει
να νοιαστεί περισσότερο για το δικό του συμφέρον παρά για
το δικό της;

Η Ιζαμπέλα είχε καταλάβει ποιο ήταν το κίνητρο του πατέρα


της. Το έβλεπε γραμμένο με φωτεινά γράμματα μπροστά
στα μάτια της.

Δεν μπορούσα να τον αφήσου να το μάθει.

Αν ο πρίγκιπας χώριζε την Ιζαμπέλα επειδή ήταν ψυχολογικά


διαταραγμένη και είχε τάσεις αυτοκτονίας, τότε θα έχανε κι
ο πατέρας της το σεβασμό και τα προνόμια που απολάμβανε.

Ο τίτλος ο πρίγκιπας παντρεύεται την κόρη επιφανούς


επιχειρηματία θα είχε γίνει ο πρίγκιπας χωρίζει την τρελή
κόρη επιφανούς επιχειρηματία.

«Πώς το πέτυχες αυτό; Πώς έκανες τους πάντες να


πιστέψουν ότι'είχα πεθάνει;»
Η ερώτηση βγήκε με δυσκολία από τα τρεμάμενα χείλη της
Ιζαμπέλα. Αλλά ήθελε να το ακούσει. Ήθελε να μάθει μέχρι
πού είχε φτάσει ο πατέρας της για να την «προστατεύσει».

Δηλαδή, να προστατεύσει τον εαυτό του.

Για μια ακόμα φορά, η Ιζαμπέλα είχε καταφέρει να τον


απογοητεύσει. Την είχε παντρέψει με έναν πρίγκιπα KJ αυτή
τα είχε καταστρέψει όλα.

Ο πατέρας της έσβησε το πούρο του. «Είναι αλήθεια ότι


μπήκες στην έρημο, Ιζαμπέλα. Σε αναζητήσαμε παντού,
αλλά δεν μπορέσαμε να σε βρούμε. Είχαν περάσει δυο
βδομάδες όταν έμαθα ότι μια γυναίκα που σου έμοιαζε
βρισκόταν σε ένα νοσοκομείο του Ομάν. Σε είχαν βρει κάτι
Βρετανοί τουρίστες που σε κράτησαν στη ζωή μέχρι να σε
πάνε εκεί».

Τα μάτια της Ιζαμπέλα γέμισαν δάκρυα. «Γιατί δε θυμάμαι


τίποτε άπ’ όλα αυτά;»

«Επειδή έφτασες πολύ κοντά στο θάνατο. Επειδή τα


διέγραψες από το μυαλό σου. Δεν ξέρω! Όταν κατάλαβα πως
δε θυμόσουν ότι είσαι παντρεμένη κι έχεις ένα παιδί, έφερα
έναν ψυχίατρο να σε δει. Είπε ότι αρνιόσουν τις αναμνήσεις
που ήταν οδυνηρές για σένα».

Οδυνηρές αναμνήσεις; Ο Άνταν κι ο Ραφίκ;


«Γιατί δε μίλησες στον Άνταν; Αν είχε έρθει τότε να με βρει
μπορεί και να είχα θυμηθεί. Μπορεί να ήμουν με το μωρό
μου τα δυο τελευταία χρόνια αντί να ζω κάπου αλλού
πιστεύοντας τα ψέματα που μου είχες πει».

Ο Χασάν Μάρο κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δε θα


θυμόσουν με μαγικό τρόπο, Ιζαμπέλα. Ούτε θα σε είχε
αφήσει ο Άνταν να πλησιάσεις τον Ραφίκ, όταν θα
καταλάβαινε πως η ψυχική σου κατάσταση δεν ήταν
φυσιολογική».

Την πλησίασε κι ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της.


Εκείνη ήθελε να τα βγάλει από πάνω της, αλλά ήταν
τόσο μουδιασμένη που δεν το έκανε.

«Το ξέρω ότι δε με πιστεύεις, αλλά έκανα αυτά που έκανα


επειδή πίστευα πως ήταν ό,τι καλύτερο για σένα. Είσαι
το μοναχοπαίδι μου και σ’ αγαπώ. Προτίμησα να σε στείλω
να ζήσεις κάπου αλλού, χωρίς να ξέρεις το παρελθόν σου,
από το να σε έχω περιορισμένη σε ένα ίδρυμα. Ήταν ευλογία
που είχες ξεχάσει, τελικά».

«Δεν ξέρεις τι θα έκανε ο Άνταν».

«Είναι ένας Αλ Ντακίρ, Ιζαμπέλα, κι έχει μεγάλες ευθύνες.


Τώρα περισσότερο από πριν. Δε θα δεχόταν να έχει την
προσοχή του κόσμου στραμμένη πάνω του. Ούτε καί τώρα
μπορεί να το κάνει αυτό».

Κι άλλο ψυχρό ρίγος τη διαπέρασε. «Τι εννοείς; Το θέμα έχει

λήξει. Γύρισα και, μολονότι δε θυμάμαι κάποια πράγματα


από το παρελθόν μου, είμαι εντάξει».

«Προς το παρόν», είπε ο πατέρας της και το βλε'μμα του


γέμισε θλίψη. «Αν, όμως, μείνεις ξανά έγκυος;»

Τώρα, η Ιζαμπέλα έδιωξε τα χέρια του από πάνω της. «Δε


θυμάμαι τίποτα απ' όσα είπες. Δεν μπορώ να πιστέψω
αυτά που μου λες όταν δεν ξέρω την αλήθεια!»

«Την αλήθεια σου λέω, παιδί μου. Είχες πάθει κατάθλιψη και
είναι πιθανό να σου συμβεί πάλι. Ποιος ξέρει τι θα κάνεις
αυτή τη φορά...»

Η Ιζαμπέλα σκούπισε με τρεμάμενα δάχτυλα τα μάτια της.


«Υπάρχουν φάρμακα για την κατάθλιψη. Δε θα μου
ξανασυμβεί».

«Και την προηγούμενη φορά σού έγραψαν φάρμακα, αν και


φρόντισα να μην το μάθει ο Άνταν. Αλλά δεν τα
έπαιρνες, Ιζαμπέλα, κι ορίστε τι έγινε. Θες να το
διακινδυνεύσεις ξανά; Θέλεις να φέρεις σε δύσκολη θέση τον
άντρα σου και τη χώρα σου, προσπαθώντας να κάνεις κακό
στον εαυτό σου ή στο μωρό σου; Κι αν την επόμενη φορά το
πετύχεις; Τι θα γίνει τότε;»

Η Ιζαμπέλα ήθελε να κλείσει με τα χέρια τ’ αυτιά της, να μην


τον ακούει. Ήθελε να μπλοκάρει τα οδυνηρά λόγια του και
να προσποιηθεί ότι δεν τα είχε ακούσει ποτέ. Πώς μπορούσε
να έχει κάνει τέτοιο πράγμα; Τι δεν πήγαινε καλά; Γιατί δεν
μπορούσε να είναι μια φυσιολογική γυναίκα όπως όλες οι
άλλες που είχαν παιδιά;

«Τι προτείνεις να κάνω;» τον ρώτησε τελικά.

Ένα κομμάτι του εαυτού της ήταν τρομοκρατημένο. Ένα


άλλο, το λογικό κομμάτι, είχε τον απόλυτο έλεγχο. Ο
μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει την κατάσταση ήταν να μη
νιώθει τίποτα.

Ο πατέρας της κάθισε βαριά σε έναν καναπέ. «Να γυρίσεις


στις Ηνωμένες Πολιτείες, Ιζαμπέλα. Να γυρίσεις εκεί και
να ξεχάσεις ό,τι έγινε εδώ».

Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της, αν και προσπάθησε να τα


εμποδίσει. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό», είπε. «Δε θα
το κάνω. Δε θ’ αφήσω το μωρό μου £ανά».

Αναστενάζοντας, ο πατέρας της σηκώθηκε όρθιος. «Ίσως να


μην έχεις πλέον επιλογή. Ο Άνταν ξέρει τα πάντα
τώρα. Μπορεί να μη θέλει πια να σου δώσει άλλη ευκαιρία».
★**

Η Ιζαμπέλα περίμενε ώρες τον Άνταν. Ο ήλιος είχε γείρει στον


ορίζοντα, μετά είχε βουτήξει στη Θάλασσα αλλά εκείνος δεν
είχε φανεί. Κάποια στιγμή θα τον συναντούσε, όμως, επειδή
έμενε ακόμα στα διαμερίσματά του, με τον Ραφίκ.

Κάθισε στον καναπέ του καθιστικού και χάζεψε μια εκπομπή


που αφορούσε την ανακαίνιση ενός σπιτιού, ενώ ο
Ραφίκ έπαιζε με τουβλάκια στο πάτωμα.

Στην τηλεόραση το ζευγάρι έδειχνε ευτυχισμένο, στολίζοντας


το απλό σπίτι του με καινούριες κουρτίνες και έπιπλα. Ήταν
νιόπαντροι και περίμεναν παιδί, όπως είχε
πληροφορήσει τους θεατές ο παρουσιαστής της εκπομπής.

Η Ιζαμπέλα ακούμπησε το χέρι στην κοιλιά της. Ήταν ποτέ


ευτυχισμένη; Είχε κάνει σχέδια με τον άντρα της για το
σπίτι τους και το καινούριο μωρό ή απλώς ακολούθησε τις
οδηγίες των άλλων χωρίς ερωτήσεις και χωρίς να εκφέρει
γνώμη;

Πολύ φοβόταν πως ήξερε την απάντηση.

Γι’ αυτό να είχε ξεχάσει τα πάντα; Ήταν τόσο δυστυχισμένη -


που δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει; Ήταν τόσο
αδύναμη που δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει το ίδιο της το
παρελθόν;
Πέταξε απότομα το κοντρόλ πάνω στον καναπέ. Ήταν τόσο ’
πληγωμένη, που ήθελε να βάλει τις φωνές. Να χτυπήσει
το μαξιλάρι του καναπέ για να ξεθυμάνει. Αλλά θα τρόμαζε
τον Ραφίκ που έπαιζε αμέριμνος —και δεν το ήθελε. Ήταν
το αξιολάτρευτο αγόρι της. Η καρδιά της πονούσε από την
αγάπη της γι’ αυτόν. Πώς μπορούσε να του κάνει κακό;

Σταμάτα.

Δεν έπρεπε να αντιδράσει παρορμητικά. Εξάλλου, δεν ήξερε


καν αν όλα αυτά που είχε μάθει ήταν αλήθεια. Τον εαυτό
της είχε προσπαθήσει να βλάψει, όχι το παιδί της. Μπορεί να
μη θυμόταν τι είχε συμβεί, αλλά ήξερε βαθιά μέσα στην ψυχή
της ότι δε θα έκανε ποτέ κακό στο παιδί της.

Πέρασε άλλη μία ώρα. Έβαλε τον Ραφίκ στο κρεβάτι και
ξαναγύρισε στο καθιστικό. Δεν μπορούσε να πάει στη σουίτα

της γιατί' έτσι θα άφηνε τον Ραφίκ μόνο του. Ούτε και οτο
κρεβάτι του Άνταν μπορούσε να ξαπλώσει, επειδή δεν
ήξερε αν εξακολουθούσε να τη θέλει εκεί.

Τελικά, την πήρε ο ύπνος στον καναπέ με το τηλεκοντρόλ


στο χέρι. Όταν ξύπνησε, το μόνο φως μέσα στο δωμάτιο
ερχόταν από την τηλεόραση. Ανασηκώθηκε μ’ ένα
χασμουρητό...
Την επόμενη στιγμή, έβγαλε μια φωνή συνειδητοποκύντας
πως δεν ήταν μόνη.

Ο Άνταν καθόταν σε μια καρέκλα απέναντι' της και την


κοιτούσε περιμένοντας... Τι; Να τη δει να τρελαίνεται
μπροστά στα μάτια του;

Δε θα του έδινε αυτή την ικανοποίηση.

«Ξέρω ότι μίλησες με τον πατέρα μου», του είπε.

Γιατί να καθυστερεί το αναπόφευκτο;

«Ναι».

«Και ότι τώρα γνωρίζεις τι μου συνέβη».

«Πώς είσαι, Ιζαμπέλα;»

Η ερώτησή του την εκνεύρισε. Ήταν σαν να ανησυχούσε για


τη λογική της κι έπρεπε να της φέρεται με το γάντι.

«Αν εξαιρέσουμε ότι θέλω να τυλίξω το κεφάλι μου με


ασημόχαρτο για να μη με βρουν οι εξωγήινοι, νιώθω μια
χαρά!»

Ο Άνταν δε βρήκε την απάντησή της διασκεδαστική.


«Μήπως κάτι απ’ αυτά που σου είπε ξύπνησε τη μνήμη σου;»
Η Ιζαμπέλα σταύρωσε τα χέρια της. «Όχι. Μπήκα στην έρημο
μόνη μου και παραλίγο να πεθάνω. Με βρήκαν
κάποιοι τουρίστες και με περιέθαλψαν. Ξύπνησα με ένα
τεράστιο κενό στη μνήμη μου, που αφορά εσένα και τον
Ραφίκ. Τελεία».

Ξαφνικά το θάρρος την εγκατέλειψε και η Ιζαμπέλα λύγισε τα


γόνατα στο στήθος της και τ’ αγκάλιασε με τα χέρια
της. «Είναι τρομακτικό να μη θυμάσαι τι σου έχει συμβεί.
Ειδικά όταν οι άλλοι σου λένε πράγματα που έκανες ή είπες
κι εσύ αισθάνεσαι σαν να έχουν συμβεί σε κάποιον άλλο. Δεν
πιστεύεις ότι αφορούν εσένα, αφού δεν τα θυμάσαι».

Ο Άνταν στράφηκε προς την κλειστή πόρτα του δωματίου του


Ραφίκ. «Πώς ήταν σήμερα χωρίς την Καλίλα;»

Η Ιζαμπέλα στερέωσε μια τούφα μαλλιά πίσω από τ’ αυτί της.


Φυσικό ήταν» ο Άνταν να μη θέλει να μιλήσει για όλα
αυτά. Μπορούσε να τον κατηγορήσει;

«Ήταν λίγο ανήσυχος, αλλά γενικά καλά. Ρώτησε πού είναι


και του είπα ότι είναι άρρωστη κι ότι θα λείψει για λίγο
μέχρι να γίνει καλά».

«Πιστεύεις ότι είναι σωστό;»

«Ναι», του απάντησε κατηγορηματικά. «Δεν μπορεί ακόμα να


καταλάβει την πραγματικότητα, αλλά δε χρειάζεται να
του λέμε και ψέματα. Όταν ήμουν πέντε χρόνων πέθανε ο
σκύλος μου. Οι γονείς μου δε μου είπαν την αλήθεια...»
Έκανε μια παύση και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.
«Φυσικά και δεν μπορούσαν». Ένα πικρό γέλιο τής ξέφυγε
πριν προλάβει να το πνίξει. «Μου είπαν ότι έφυγε. Για χρόνια
έλπιζα ότι θα ξανα-γυρνούσε κι αναρωτιόμουν αν είχε φύγει
από δικό μου λάθος. Στενοχωρήθηκα πολύ περισσότερο
όταν τελικά έμαθα τι είχε συμβεί, χρόνια μετά».

Ο Άνταν την κοιτούσε με μια απόμακρη συμπάθεια κι η


Ιζαμπέλα σχεδόν θύμωσε. Δεν ήθελε να την κοιτάζει σαν
να ήταν μια εύθραυστη κούκλα, ενώ μόλις πριν λίγες ώρες
της φερόταν σαν σε γυναίκα ισότιμη μ’ αυτόν.

Δεν είχε κοροϊδέψει τον εαυτό της, λέγοντας πως την είχε
ερωτευτεί, πίστευε όμως ότι είχε αρχίσει να νοιάζεται γι’
αυτή. Πώς μπορούσε όμως να νοιαστεί για μια γυναίκα
συντετριμμένη; Πάντα θ’ αναρωτιόταν πότε θα έσπαγε ξανά.

«Τότε, έκανες καλά που του είπες μέρος τής αλήθειας».

«Τι θα κάνουμε, Άνταν;» τον ρώτησε. Δεν της άρεσε να το


φέρνουν γύρω γύρω.

Εκείνος σηκώθηκε όρθιος. «Είναι αργά. Έπρεπε να ήσουν


ήδη στο κρεβάτι».

Απογοήτευση. Εντάξει, ήταν κουρασμένη αλλά η Ιζαμπέλα


έλπιζε πως θα κουβέντιαζαν λίγο. Πως θα της έλεγε τι
σκεφτόταν για όσα είχε πληροφορηθεί από τον πατέρα της. Τι
σκεφτόταν για το μέλλον τους. Πώς ένιωθε για ό,τι είχε
συμβεί.

Αλλά ο Άνταν δε σκόπευε να της μιλήσει απόψε.

«Έδωσα εντολή να μεταφέρουν τα πράγματά σου», της είπε.


«Το δωμάτιο σου είναι τώρα απέναντι από του Ραφίκ».

Το δωμάτιό της!

Ούτε να κοιμηθεί μαζί της ήθελε πια.

«Εντάξει», του απάντησε κοφτά. Τι άλλο να του έλεγε;

Ο Άνταν πήγε στην πόρτα και την άνοιξε. «Πήγαινε να


κοιμηθείς, Ιζαμπέλα. Θα τα πούμε το πρωί».

Η Ιζαμπέλα κοντοστάθηκε στην πόρτα. Τα χέρια της ήθελαν


να τον αρπάξουν και να τον σφίξουν στην αγκαλιά της.
Ήθελε να την κλείσει κι αυτός στη δική του αγκαλιά. Ήθελε
παρηγοριά κι επαφή.

Αλλά ο Άνταν ήθελε να μείνει μακριά της. Μακριά από την


τρελή γυναίκα του.

Η καρδιά της ράγισε.


Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από το κορμί της για να μην τ’
απλώσει προς το μέρος του.

«Καληνύχτα, Άνταν», του είπε.

Βγήκε κι έκλεισε την πόρτα πίσω της.

***

Ο Άνταν ξάπλωσε στο μεγάλο κρεβάτι του μόνος,


λαχταρώντας την Ιζαμπέλα. Λίγο πριν, φαινόταν τόσο
κουρασμένη, τόσο ευάλωτη κι εξουθενωμένη, ώστε δεν
μπόρεσε να της ζητήσει οτιδήποτε. Είχε σκεφτεί να την πάρει
στο κρεβάτι του και απλώς να την κρατήσει αγκαλιά, αλλά
δεν εμπιστευόταν τον εαυτό του. Φοβόταν ότι δε θα
μπορούσε να συγκρατηθεί και να μην προχωρήσει σε
περισσότερα.

Η Ιζαμπέλα είχε υποχρεωθεί να πληροφορηθεί και να


συνειδητοποιήσει πολλά πράγματα εκείνο το απόγευμα.

Κι αυτός το ίδιο.

Εξακολουθούσε να είναι πολύ θυμωμένος με τον Χασάν


Μόρο. Ήταν τυχερός που εκείνη τη στιγμή δε βρισκόταν στο
πιο σκοτεινό κελί των φυλακών της χώρας.

Είχε ζητήσει τις προηγούμενες εξετάσεις της Ιζαμπέλα. Ο


γιατρός που την είχε δει μετά την άφιξή τους στο
Τζαφαράν τις μελέτησε και του τηλεφώνησε αμέσους,
επιβεβαιώνοντας την αρχική διάγνωση.

Η Ιζαμπέλα υπέφερε από επιλόχεια κατάθλιψη, όπως


υποπτευόταν κι ο ίδιος. Παραλίγο να είχε πεθάνει στην
έρημο. Στη συνέχεια είχε «επιλέξει» να διαγράψει από τη
μνήμη της συγκεκριμένες αναμνήσεις, ενεργοττοιώντας έτσι
ένα μηχανισμό προστασίας τού συναισθηματικού της
κόσμου.

Γύρισε και χτύπησε με τη γροθιά του το μαξιλάρι. Το κορμί


του πονούσε από τον ανεκπλήρωτο πόθο, αλλά πιο
πολύ πονούσε η καρδιά του.

Σκέφτηκε τις πρώτες μέρες του γάμου τους και προσπάθησε


να θυμηθεί τι είχε συμβεί μεταξύ τους. 'Οχι πολλά, έπρεπε
να παραδεχτεί. Είχε πάρει την αγνότητα της Ιζαμπέλα, την
άφησε έγκυο και μετά την παράτησε, ουσιαστικά, στα
διαμερίσματα της μόνη, ενώ ο ίδιος ασχολιόταν με τις
δουλειές του περιμένο-ντας τη γέννηση του παιδιού τους.

Δεν είχαν δεθεί συναισθηματικά εκείνη την εποχή.

Θεωρούσε την Ιζαμπέλα κάπως βαρετή. Ανταποκρινόταν στο


ρόλο τής συζύγου, αλλά δεν του κινούσε ιδιαίτερα
το ενδιαφέρον ούτε τον έκανε να λαχταρά να γυρίσει σπίτι
στο τέλος της μέρας. Ποτέ δεν την είχε ακούσει να
τραγουδάει, ενώ τώρα μουρμούριζε κάποιο τραγούδι με κάθε
ευκαιρία.

Πώς δεν είχε περάσει από το μυαλό του ποτέ ότι το τραγούδι
ήταν κάτι τόσο σημαντικό γι’ αυτή;

Ήταν παράξενο, αλλά τα συναισθήματά του, όταν τη


συνάντησε στο μπαρ του Μάουι, ήταν μπερδεμένα. Ένιωθε
θυμωμένος και αναστατωμένος μαζί. Η εικόνα της είχε κάνει
το αίμα του να πάρει φωτιά —και αυτό συνεχιζόταν από τη
στιγμή που τη φίλησε στο καμαρίνι της ως τώρα.

Τώρα οι ενοχές ήταν η μόνιμη παρέα του. Έφταιγε αυτός που


η Ιζαμπέλα υπέφερε από κατάθλιψη μετά τη γέννα;
Μήπως δεν της είχε δείξει την προσοχή που χρειαζόταν ως
νεαρή μητέρα; Γιατί μόλις σήμερα είχε μάθει πόσο εκείνη
υπέφερε;

Επειδή ο Χασάν Μάρο του το είχε κρύψει!

Εξαιτίας του ήταν η Ιζαμπέλα τόσο απελπισμένη ώστε να


δώσει τέλος στη ζωή της; Ο γιατρός είχε πει ότι η
κατάστασή της είχε να κάνει με τη μεταβολή των ορμονών
στο σώμα της. Γιατί όμως είχε σβήσει από το μυαλό της τις
αναμνήσεις που αφορούσαν ειδικά αυτόν;

Δεν μπορούσε να το καταλάβει. Και ήξερε πως δε θα το


καταλάβαινε έστω κι αν έμενε ξαπλωμένος κι άυπνος έναν

ολόκληρο μήνα. Δεν μπορούσε όμως να μείνει ε'ρμαιο στις


ενοχές, το θυμό και την ανημποριά.

Αυτό που έπρεπε να σκεφτεί τώρα ήταν το μέλλον. Το


μέλλον τους. Ο Άνταν αναστέναξε βαριά. Τίποτα δεν πήγαινε
όπως το είχε σχεδιάσει.

Είχε αποφασίσει να παντρευτεί τη Γιασμίν επειδή ήταν φίλη


του. Και, παράλληλα, μια ευγενική, καλόκαρδη κοπέλα που
θα μπορούσε να γίνει καλή μητέρα για τον Ραφίκ και τα
άλλα παιδιά που Θα αποκτούσαν μαζί.

Αλλά δεν μπορούσε να το κάνει πια.

Όταν έκανε έρωτα με την Ιζαμπέλα, τη νύχτα που είχε πάθει η


Καλίλα την καρδιακή προσβολή, είχε συνειδητοποιήσει ότι
δεν μπορούσε να πάει μια άλλη γυναίκα στο κρεβάτι του.
Δεν μπορούσε να κάνει έρωτα με καμιά άλλη, αφού η μόνη
που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η Ιζαμπέλα.

Χωρίς να το καταλάβει, η Ιζαμπέλα του είχε γίνει απαραίτητη.


Αυτή έκανε το αίμα του να βράζει, την καρδιά του να
τραγουδάει, το κορμί του να πονάει από πόθο.

Ήταν όμως και κάτι περισσότερο. Η Ιζαμπέλα ήταν πολύ


σημαντική γι’ αυτόν, όμορφη, γεμάτη ζωή και αγάπη για το
γιο τους. Δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς
εκείνη.

Έτσι ήταν η αγάπη;

Ο Άνταν δεν ήξερε, αλλά ήθελε να μάθε·.

Όταν κοιτούσε το γιο του, η καρδιά του πλημμύριζε από


αγάπη. Αλλά ήταν ένα συναίσθημα διαφορετικό από αυτό
που αισθανόταν όταν κοιτούσε την Ιζαμπέλα. Τα αισθήματά
του ήταν δυνατά, αλλά δεν ήξερε αν βασίζονταν στην αγάπη
ή στη σωματική έλξη.

Δεν ήταν σίγουρος. Πώς μπορούσε να είναι σίγουρος;

Αλλά τώρα, πάνω απ’ όλα, ανησυχούσε γι’ αυτή την ίδια.
Μπορούσε να της δώσει αυτά που χρειαζόταν ή ήταν
καταδικασμένοι να επαναλάβουν τον κύκλο; Μπορούσε να
την κάνει ευτυχισμένη ή ήταν ανίκανος για κάτι τέτοιο;

Ήθελε να διορθώσει τα πράγματα ανάμεσά τους, να τα κάνει


όλα σωστά ξανά, αλλά δεν ήξερε πώς.

Ήταν βασιλιάς, κυβερνούσε μια χώρα, αλλά δεν μπορούσε να


βάλει σε μια σειρά την προσωπική του ζωή.

Τι φανέρωνε αυτό για το χαρακτήρα του;


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12
Κάτι είχε αλλάξει ανάμεσά τους.

Η Ιζαμττέλα συγκεντρώθηκε στο πρωινό που τους είχαν


σερβίρει στο περιστύλιο της εσωτερικής αυλής με την
οποία επικοινωνούσαν τα βασιλικά διαμερίσματα. Αλλά τα
εκλεκτά εδέσματα είχαν τη γεύση χώματος στο στόμα της.

Προσπάθησε να διαβάσει για πολλοστή φορά το ίδιο άρθρο


στην Αλ-λραμπ Τζαφαράν και για πολλοστή φορά δεν
κατάφε-ρε να τελειώσει την πρώτη παράγραφο χωρίς το
μυαλό της να πετάξει αλλού.

Ο Άνταν καθόταν απέναντί της με την προσοχή του


στραμμένη στο ντοσιέ με τα έγγραφα που του είχε φέρει ο
Μαχμούτ, χωρίς να της έχει μιλήσει ιδιαίτερα.

Όχι ότι αυτό την ξάφνιαζε. Σίγουρα θα είχε τρομοκρατηθεί


από όσα του είχε αποκαλύψει ο πατέρας της και
απλώς ανεχόταν την παρουσία της μέχρι να βρει κάποια
γυναίκα εμπιστοσύνης ν’ αντικαταστήσει την Καλίλα.

Ή μέχρι να βγει το διαζύγιό τους και να παντρευτεί τη γυναίκα


που είχε διαλέξει για βασΛισσά του, πριν συναντήσει εκείνη
στη Χαβάη.
Η σκέψη αυτή έκανε το στομάχι της να συσπαστεί. Πώς
μπορούσε ο Άνταν να της έχει κάνει έρωτα με τόσο πάθος
μόλις το προηγούμενο πρωί, αν σκόπευε να παντρευτεί
κάποια άλλη; Κι όχι μόνο αυτό. Μοιράζονταν πολύ
περισσότερα πράγματα από ένα καλό σεξ. Η Ιζαμπέλα δεν
αμφέβαλλε καθόλου γι’ αυτό.

Από τη μεριά της, αυτό που ένιωθε ήταν αγάπη. Η καρδιά της
πονούσε από αγάπη για τον Άνταν. Έτσι αισθανόταν
τον καιρό που ζούσαν μαζί; Έτσι ένιωθε πριν φύγει στην
έρημο

μόνη της; Πολύ φοβόταν ότι η απάντηση σ’ αυτά τα


ερωτήματα ήταν καταφατική.

Το προηγούμενο βράδυ τον είχε ρωτήσει τι σκεφτόταν για το


με'λλον. Ήταν κουρασμένη και λυπημένη, αλλά ήθελε να
μάθει. Τώρα ήταν πολύ φοβισμένη για να επαναλάβει την
ερώτηση.

Προφανώς, ο Άνταν την είχε λυπηθεί το προηγούμενο βράδυ


και δε θέλησε να την πιέσει ακόμα περισσότερο. Αλλά
τώρα; Τώρα θα της έλεγε την καθαρή αλήθεια. Μόνο που
εκείνη δεν ήταν έτοιμη να την ακούσει.

Θα αντιμετώπιζε τα γεγονότα αργότερα. Προς το παρόν


ήθελε να προσποιηθεί ότι όλα ήταν όπως πριν. Ήθελε
να κρατήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν πριν
ο πατέρας της την πληροφορήσει γι’ αυτό που της είχε
συμβεί.

Ήθελε να σκέφτεται ότι συνέχιζε να χτίζει κάτι πολύτιμο και


μοναδικό με τον Άνταν και το γιο της. Κάτι το οποίο μπορεί
να μην έβρισκε ποτέ πια στη ζωή της.

«Θα πάω να επισκεφτώ την Καλίλα αργότερα», είπε ο Άνταν,


ξαφνιάζοντάς τη μετά την παρατεταμένη σιωπή. «Θα
της ζητήσω να μου συστήσει κάποια άλλη γκουβερνάντα».

Η Ιζαμπέλα έσφιξε την κούπα με τον καφέ για να μη φανεί το


τρέμουλο του χεριού της.

«Καλή ιδέα», απάντησε. «Όμως, θα χρειαστεί χρόνος μέχρι


να βρεις την κατάλληλη».

«Υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν τις επόμενες


εβδομάδες. Θα ήταν καλό να έχει ο Ραφίκ μια καινούρια
νταντά, ώστε όλα να κυλούν ομαλά κι απρόσκοπτα».

Η Ιζαμπέλα ήταν περήφανη με τον εαυτό της που κατάφερε


να πιει μια γουλιά καφέ χωρίς να τον χύσει πάνω της.
«Έχεις δίκιο. Όσο συντομότερα, τόσο καλύτερα».

Νόμισε ότι την κοίταξε παράξενα, αλλά έγινε τόσο γρήγορα,


που δεν ήταν σίγουρη πως κατάλαβε καλά.
«Εσύ τι έχεις σκοπό να κάνεις σήμερα;» τη ρώτησε εκείνος.

Ήταν φανερό ότι ήθελε να περάσουν σε ουδέτερα θέματα


τώρα που είχε ξεκαθαρίσει το θέμα με το παιδί.

Η Ιζαμπέλα ανασήκωσε τους ώμους της. «Σκεφτόμουν να


πάω τον Ραφίκ στην πισίνα».

«Ωραία», είπε ο Άνταν. «Του αρέσει να κολυμπάει».

«Εσύ;» τον ρώτησε εκείνη. «Τι θα κάνεις μετά την επίσκεψη


στην Καλίλα;»

Ο Άνταν χτύπησε ρυθμικά τα δάχτυλά του πάνω το ντοσιέ' με


τα έγγραφα. Ήταν πολύ απόμακρος και πολύ ευγενικός
και την εκνεύριζε. Πού είχε πάει ο άντρας που την ε'σφιγγε
στην αγκαλιά του τη νύχτα; Ο άντρας που είχε μοιραστεί τα
μυστικά του μαζί της;

«Έχω να κάνω πολλά πράγματα», της απάντησε και την


κοίταξε με τα σκούρα του μάτια να διαπερνούν την ψυχή
της. «Δεν ξε'ρω πότε θα γυρίσω απόψε».

Η καρδιά της σψίχτηκε από την απογοήτευση. «Δηλαδή, να


φάμε χωρίς εσένα;»

Ο Άνταν έγνεψε καταφατικά. Η Ιζαμπέλα ήθελε να πάρει στα


χέρια της το σκουρόμαλλο κεφάλι του και να χτενίσει με
τα δάχτυλά της τις εβένινες μπούκλες του.

«Μάλλον θα είναι καλύτερα. Μάλιστα, θα πρέπει να φύγω


τώρα, αλλιώς πολύ φοβάμαι ότι δε θα προλάβω να
τελειώσω τις δουλειές της ημέρας», της είπε και σηκώθηκε
όρθιος.

Η Ιζαμπέλα έμεινε στη θέση της με μια αίσθηση προσμονής.


Δεν ήξερε τι περίμενε.

Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν κι έμειναν κλειδωμένα


για λίγο. Με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ο σφυγμός
της Ιζαμπέλα επιταχυνόταν.

Πες κάτι, Άνταν. Πες ότι σου έλειψα χθες βράδυ. Πες ότι με
θέλεις απόψε. Πες το.

Ο Άνταν δεν είπε τίποτα. Απλώς, γύρισε κι απομακρύνθηκε.

***

Η Ιζαμπέλα πήγε τον Ραφίκ στην παιδική πισίνα που ο μικρός


έπαιξε και πλατσούρισε ανέμελα, ενώ εκείνη καθόταν
στην άκρη και τον παρατηρούσε.

Η πισίνα ήταν σκιασμένη στο ένα τμήμα της, αλλά έκανε


πολλή ζέστη. Κάποιος υπηρέτης τής έφερνε συνέχεια
ένα ποτήρι με φρέσκο νερό, μόλις ο πάγος έλιωνε στο
προηγούμενο. Το μυαλό της ταξίδευε διαρκώς στο παρελθόν,
το μέλλον και το παρόν, αλλά η Ιζαμπέλα δεν μπορούσε να
το εμποδίσει.

Πριν δυο βδομάδες, πριν ο Άνταν μπει στη ζωή της,


αισθανόταν αρκετά ευχαριστημένη, αν και κάπως μόνη. Τότε
πίστευε ότι περνούσε απλώς κάποιες φάσεις μελαγχολίας.
Τώρα τρόμαζε από τα τόσα που είχε να χάσει.

Από την άλλη, θύμωνε. Από πότε είχε υιοθετήσει ξανά τη


νοοτροπία που ήθελε τη γυναίκα να κοπιάζει για να
ευχαριστήσει τον άντρα της, αγνοώντας τις δικές της
ανάγκες; Τι σημασία είχε αν εκείνος δεν την ήθελε;

Δεν έπρεπε να χάσει τον έλεγχο της ζωής της. Εξάλλου, δε


στέκονταν όλοι τυχεροί στον έρωτα. Οι καρδιές ράγιζαν
συχνά, αλλά οι άνθρωποι επιβίωναν.

Κι αυτή θα επιβίωνε.

Όταν ο Ραφίκ άρχισε να γίνεται άτακτος, τον πήγε στο


δωμάτιό του και τον έβαλε να κοιμηθεί. Στο μεταξύ, η
Ιζαμπέλα είχε αρχίσει να νιώθει πονοκέφαλο. Πήρε ένα
παυσίπονο για την ημικρανία, έκλεισε τα παραθυρόφυλλα για
να κρατήσει έξω το δυνατό ήλιο και ξάπλωσε στο κρεβάτι του
σκιερού δωματίου ελπίζοντας να της περάσει ο πονοκέφαλος.

Καθώς λαγοκοιμόταν, σκόρπιες εικόνες άρχισαν να


αναδεύονται στο μυαλό της. Ήταν σαν αποσπασματικές
αναμνήσεις από δω κι από κει, κομμάτια από μια ζωή που η
Ιζαμπέλα δεν ήξερε αν έζησε πραγματικά...

Μέχρι που η συνείδησή της ξύπνησε κι η Ιζαμπέλα άνοιξε τα


μάτια της και ανακάθισε απότομα στο κρεβάτι της.

Η καρδιά της βροντοχτυπούσε στο στήθος της κι η ανάσα


της είχε κοπεί.

Είχε θυμηθεί την προηγούμενη ζωή της με τον Άνταν.

Δεν ήταν σαν να είχαν επιστρέφει στη μνήμη της


συγκεκριμένα γεγονότα, με μια διαύγεια που θα της επέτρεπε
να πει, «τότε έγινε αυτό κι αυτό». Όχι. Στο μυαλό της είχε
επιστρέφει το. παρελθόν της με τον Άνταν σε μια τυχαία
μάλλον σειρά, αλλά αρκετά ολοκληρωμένη ώστε να της δίνει
μια γενική αίσθηση της σχέσης τους.

Αυτό που κυριαρχούσε ήταν η αίσθηση ότι αγαπούσε έναν


άντρα που δεν της ανταπέδιδε την αγάπη της. Ή,
ακόμα χειρότερα, που δεν την εκτιμούσε.

Η Ιζαμπέλα ένιωσε ταπεινωμένη. Είχε προσπαθήσει με κάθε


τρόπο να είναι μια καλή σύζυγος. Αλλά όταν έμεινε έγκυος, ο

Άνταν έχασε κάθε ενδιαφέρον γι’ αυτή. Της φερόταν μεν


ευγενικά, αλλά την κρατούσε σε απόσταση. Ακριβώς όπως
σήμερα το πρωί. Εκείνη είχε αλλάξει τα πάντα για χάρη του,
είχε ξεχάσει τις προτιμήσεις της, είχε αγνοήσει ό,τι της άρεσε
ή δεν της άρεσε, προκειμένου να είναι ο Άνταν ευτυχισμένος.

Στην αρχή έτρωγαν μαζί συχνά, αλλά όσο περνούσε ο καιρός


όλο και πιο σπάνια. Στη συνέχεια, ο Άνταν σταμάτησε
να πηγαίνει στο κρεβάτι της. Δεν τη συνόδευε στα ραντεβού
με το γιατρό της και έλειπε συχνά από την πόλη.

Η Ιζαμπέλα θυμήθηκε την τεράστια κοιλιά της. Θυμήθηκε τη


ναυτία που δεν έλεγε να περάσει, θυμήθηκε τον τρόμο της
όταν έφτασε η ώρα του τοκετού.

Ο Άνταν δεν ήταν εκεί.

Κανείς δεν ήταν εκεί, εκτός από έναν υπηρέτη. Ο πατέρας της
έλειπε από τη χώρα και η μητέρα της βρισκόταν, φυσικά, στην
Αμερική. Όσο για τη μητέρα του Άνταν, αυτή ήταν μια ξένη,
μια γυναίκα που είχε γνωρίσει στο γάμο και είχε δει
λίγες φορές μετά. Της είχε δώσει την εντύπωση ψυχρής κι
εγωκεντρικής γυναίκας. Είχε γνωρίσει και τ’ αδέλφια του και
την αδελφή του, αλλά κι αυτοί ήταν σαν ξένοι.

Είχε γεννήσει στο αποστειρωμένο δωμάτιο ενός νοσοκομείου


με τη στήριξη μόνο του μαιευτήρα που την
παρακολουθούσε σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Η Ιζαμπέλα αισθάνθηκε κάτι υγρό να κυλάει στο μάγουλό της


και διαπίστωσε ότι έκλαιγε.

Φυσικά κι έκλαιγε. Οι αναμνήσεις της ήταν γεμάτες μοναξιά


κι απελπισία. Δεν ήταν ν’ απορεί κανείς που το μυαλό της
τα είχε απωθήσει όλα.

Σκέφτηκε τη γέννηση του Ραφίκ —την αγωνία, τον πόνο, τη


στιγμή που ακούμπησαν στην αγκαλιά της το παιδί
της. Θυμήθηκε ότι ένιωθε μουδιασμένη. Δεν ήξερε τι να
κάνει. Ήθελε μόνο να κλάψει, ενώ κάποιος επέμενε να βάλει
το μωρό στο στήθος της. Μετά ήθελε να φύγει μακριά.

Το θυμόταν πολύ καλά αυτό.

Ντροπή κι ενοχές την πλημμύρισαν. Θυμήθηκε ότι


αισθανόταν παράξενα αποστασιοποιημένη κι ότι δεν ήθελε
να κρατήσει στην αγκαλιά της το μωρό. Πίστευε ότι ο Ραφίκ
θα τη φυλάκιζε

σε μια ρουτίνα που απαιτούσε να βάλει τον εαυτό της σε


δεύτερη μοίρα πολύ περισσότερο απ’ όσο είχε ήδη
κάνει. Υπήρχε τώρα κι ένα άλλο αρσενικό που θα απαιτούσε
από αυτή να είναι η ιδανική σύζυγος και η τέλεια μητέρα.

Η θλίψη την κατέκλυσε κατά κύματα.

Θεέ μου! Ήταν πραγματικά τόσο φριχτή όσο πίστευε ο Άνταν.


Δεν ήθελε το μωρό της. Ήθελε να φύγει, να γίνει
κάποια άλλη. Και είχε προσπαθήσει να δραπετεύσει.

Το είχε καταφέρει.

Μόνο που είχε αφήσει πίσω της το πιο σημαντικό πράγμα


στον κόσμο. Το γιο της.

Τις δύο τελευταίες βδομάδες, η Ιζαμπέλα αναρωτιόταν


διαρκώς — και απορούσε— πώς είχε μπορέσει να το κάνει.
Τώρα 'ήξερε και αυτή η επίγνωση τη συνέτριβε.

Έκρυψε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι κι έκλαψε με λυγμούς.


Φώναξε, χτύπησε με τις γροθιές της το μαξιλάρι, κλότσησε
το κρεβάτι μέχρι που εξουθενώθηκε, μέχρι που στράγγισε
από μέσα της κάθε σταγόνα ενέργειας.

Ήταν μια φριχτή γυναίκα. Ήταν άρρωστη και σάπια. Δεν της
άξιζε η συγχώρεση κανενός.

Έμεινε να παραδέρνει σε μια θάλασσα αυτολύπησης μέχρι τη


στιγμή που άκουσε μια παιδική φωνή στο μόνιτορ.
Τότε σηκώθηκε από το κρεβάτι ρουφώντας τη μύτη της και
πήρε μια βαθιά, καταπραϋντική ανάσα.

Ό,τι κι αν είχε γίνει στο παρελθόν, τώρα ήταν η μητέρα του


Ραφίκ. Τον αγαπούσε. Θα έκανε τα πάντα γι’ αυτόν, θα
θυσίαζε ακόμα και τη ζωή της. Δε θα γινόταν ποτέ ξανά το
ανήμπορο, θλιβερό πλάσμα που ήταν πριν δυο χρόνια.
Πήγε στο δωμάτιο του Ραφίκ και τον σήκωσε από το κρεβάτι
του. Μετά χτένισε τα μαλλιά της, μακιγιαρίστηκε, φόρεσε ένα
φόρεμα κι ένα ζευγάρι χαμηλοτάκουνα παπούτσια. Ήθελε να
δει τον Άνταν, να του πει πως η μνήμη της είχε επανελθεί.
Δεν ήξερε γιατί το έβρισκε απαραίτητο, αλλά ένιωθε πως
έπρεπε να του το πει.

Σήκωσε τον Ραφίκ στην αγκαλιά της, παίρνοντας και το


αγαπημένο του αρκουδάκι. Ένας υπηρέτης την
καθοδήγησε για το πώς θα πήγαινε στην πτέρυγα του
παλατιού που στέγαζε τα γραφεία της διοίκησης.

Στη διαδρομή από τα βασιλικά διαμερίσματα ως εκεί, σιγο-


τραγουδούσε στο γιο της, που έπαιζε με μια μπούκλα από τα
μαλλιά της, κρατώντας στο άλλο του χέρι το αρκουδάκι του.

Έχοντας στο μυαλό της όλα όσα είχε θυμηθεί, τον έσφιξε
αυθόρμητα λίγο παραπάνω. Το παιδί άρχισε να
δυσανασχετεί κι εκείνη χαλάρωσε το σφίξιμό της και του
χαμογέλασε τραγουδώντας του ένα τραγούδι για ένα
χταπόδι.

Μπαίνοντας στην πτέρυγα της διοίκησης του παλατιού, της


φάνηκε ότι είδε τον Άνταν να διασχίζει το διάδρομο.
Κρατούσε αγκαζέ μια ψηλή μελαχρινή γυναίκα. Κάτι της είπε
κι εκείνη γέλασε. Ύστερα κοντοστάθηκαν και κοιτάχτηκαν.
Η καρδιά της Ιζαμπέλα μάτωσε.

Ήταν σίγουρα ο Άνταν. Πολύ όμορφος με τη λευκή


ντισντάσα, εξωτικός. Θα τον αναγνώριζε παντού στο πλήθος.

Τον είδε να σηκώνει το χέρι του και να χαϊδεύει απαλά το


πιγούνι της γυναίκας. Εκείνη χαμογέλασε. Ύστερα έσκυψε
και τη φίλησε τρυφερά στο μάγουλο.

Η ανάσα της Ιζαμπέλα κόπηκε, καθώς παρακολουθούσε τον


Άνταν να πλησιάζει το στόμα του στο αυτί της άγνωστης.
Από στιγμή σε στιγμή θα σταματούσε να της ψιθυρίζει τα
όποια γλυκόλογα της έλεγε και θα τη φιλούσε στο στόμα.

Δεν μπορούσε να τους κοιτάζει. Δεν μπορούσε να νιώθει την


καρδιά της να γίνεται κομμάτια, παρατηρώντας τον να
φιλά μια άλλη γυναίκα. Να τον φαντάζεται να της κάνει
έρωτα στο κρεβάτι του με δροσερά μεταξωτά σεντόνια.

Όπως ακριβώς είχε κάνει μ’ αυτή την ίδια.

Ήταν ανόητη, αφελής, φαντασιόπληκτη.

Τον είχε ερωτευτεί. Και, όπως παλιότερα, εκείνος δεν έδινε


δεκάρα. Το ενδιαφέρον του γι’ αυτή έφτανε μέχρι το
σημείο που ο πόθος του ικανοποιούνταν. Εκεί τέλειωνε.

Η Ιζαμπέλα έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε σχεδόν τρέ-


χοντας.

***

Ο Άνταν πέρασε όλη την ημέρα με συναντήσεις, με


τηλεφωνήματα και με την οργάνωση της τελετής ενθρόνισης
που θα γινόταν την ερχόμενη εβδομάδα.

Στην Ιζαμπέλα είχε πει ότι θα αργούσε να γυρίσει, αλλά


κατάφερε να τελειώσει νωρίτερα απ’ όσο περίμενε. Μάζεψε τα
χαρτιά που του είχε αψήσει ο Μαχμούτ κι ετοιμάστηκε
να γυρίσει στα προσωπικά του διαμερίσματα.

Το πρωί είχε χειριστεί άσχημα την κατάσταση. Αλλά δεν


ήξερε τι να πει και πώς να παρηγορήσει την Ιζαμπέλα.

Ό,τι κι αν σκεφτόταν, φάνταζε ανεπαρκές και τετριμμένο.


Ήταν άντρας, ήταν βασιλιάς, αλλά δεν ήταν
ψυχαναλυτής. Καταλάβαινε από πράξεις, όχι από
συναισθήματα. Ήξερε πώς να κάνει το σώμα της να
τραγουδά με το άγγιγμά του, αλλά δεν ήξερε πώς να
ηρεμήσει την ψυχή της.

Θα μάθαινε, πάντως. Αν επρόκειτο να λειτουργήσει ο γάμος


του — και ήταν αποφασισμένος να το καταφέρει για χάρη
του Ραφίκ— έπρεπε να γίνει ένας τέλειος σύζυγος.

'Οταν έφτασε στα διαμερίσματά του, ο σεφ ετοίμαζε το


δείπνο. Άφησε τα ντοσιέ με τα έγγραφα σε ένα τραπέζι
και ακολούθησε τις φωνές που έρχονταν από την αυλή. Είδε
τον Ραφίκ να οδηγεί ένα παιδικό αυτοκινητάκι και να κάνει
κύκλους στο βοτσαλωτό δάπεδο. Η Ιζαμπέλα καθόταν σε ένα
τραπέζι και τον χειροκροτούσε.

Όταν ο Άνταν βγήκε έξω, εκείνη στράφηκε και τον κοίταξε.


Αμέσως η λάμψη στα μάτια της έσβησε και γύρισε το
βλέμμα της αλλού. Ένα βάρος κάθισε αυτόματα στο στέρνο
του, αρ-νούμενο να φύγει.

«Δε σε περίμενα τόσο νωρίς», του είπε.

«Τελικά δεν είχα τόση δουλειά όση νόμιζα».

«Φυσικά», του απάντησε κάνοντας μια κίνηση με το χέρι της.


«Εξάλλου, είσαι το αφεντικό του εαυτού σου. Αν
αποφασίσεις να μη δουλέψεις ένα απόγευμα ποιος θα σ’
εμποδίσει;»

«Αν μαζευτούν πολλά τέτοια απογεύματα, θα πάει περίπατο


η διακυβέρνηση», της απάντησε μαλακά εκείνος. «Αν και
περιμένω πως τα πράγματα θα εξομαλυνθούν μόλις
ξεπεραστούν οι αρχικές δυσκολίες της ανάληψης των νέων
καθηκόντων μου. Εξάλλου, ο θείος μου δεν έδειχνε να έχει
ποτέ έλλειψη χρόνου για την οικογένεια του».

Η Ιζαμπέλα στερέωσε μια τούφα από τα μαλλιά της πίσω από


τ’ αυτί της. Τα υπέροχα μαλλιά της όπου εκείνος ήθελε να

τρυπώνει τα δάχτυλά του, όταν της έκανε έρωτα στο κρεβάτι


του. Στο κρεβάτι τους.

«Πώς ήταν η μέρα σου;» τον ρώτησε. «Συνέβη τίποτα


ενδιαφέρον;»

«Ενδιαφέρον; Όχι, δε θα το 'λεγα».

Εκείνη συνέχισε να μην τον κοιτάζει. Ένα καμπανάκι κινδύνου


χτύπησε στο βάθος του μυαλού του.

Η Ιζαμπέλα σηκώθηκε όρθια. «Πρέπει να πάω τον Ραφίκ για


το μπάνιο του τώρα».

Καθώς έκανε να απομακρυνθεί, ο Άνταν την έπιασε από τον


καρπό. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο σημείο που την
κρατούσε.

«Συγνώμη που δεν είμαι καλύτερος σ’ αυτό», της είπε.

Εκείνη ανασήκωσε το πιγούνι της και όλη η δύναμη των


πράσινων ματιών της στράφηκε πάνω του. Πριν ακόμα
του μιλήσει, ο Άνταν ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Θυμήθηκα, Άνταν», είπε η Ιζαμπέλα μαλακά. «Θυμήθηκα


πώς ήταν. Ο γάμος μας, εννοώ».
Το χέρι του έπεσε σαν παράλυτο. Το φοβόταν αυτό, όσο και
το έλπιζε. Αν η Ιζαμπέλα ξανάβρισκε τη μνήμη της θα
μπορούσαν να προχωρήσουν ομαλά στη ζωή τους.

Από την άλλη, αν εκείνη θυμόταν την προηγούμενη ζωή


τους, μπορεί να μην ήθελε να γυρίσει σ’ αυτή.

Ο Άνταν δεν ήξερε πού στεκόταν τώρα η Ιζαμπέλα. Ούτε γιατί


είχε τόση αναθεματισμένη σημασία γι’ αυτόν η επιλογή που
θα έκανε. Εξακολουθούσε να είναι σύζυγός του και
δεν μπορούσε να κάνει κάτι που δε θα ήθελε εκείνος.

«Πότε έγινε;» τη ρώτησε, επικεντρώνοντας την προσοχή του


στο γεγονός κι όχι στις συναισθηματικές συνέπειές του.

«Το απόγευμα είχα πονοκέφαλο και ξάπλωσα λίγο για να


μου περάσει. Τότε έγινε».

Η φωνή της ακούστηκε σιγανή, σαν να πονούσε πολύ. Ο


Άνταν γέμισε από καινούριες ενοχές. Η Ιζαμπέλα
υπέφερε εξαιτίας του.

«Τα θυμήθηκες όλα; Και ά,τι συνέβη στην έρημο;»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Ο γιατρός είπε ότι


ίσως να μη θυμηθώ ποτέ τις λίγες ημέρες πριν και μετά το
ατύχημα». Η Ιζαμπέλα ξεροκατάπιε και μετά γέλασε. Μόνο
που δεν ήταν
αληθινό γέλιο. «Το λέω ακόμα ατύχημα, επειδή δεν μπορώ
να πείσω τον εαυτό μου να το χαρακτηρίσει σωστά».

Ο Άνταν ξεφύσηξε βαριά. «Δε φταις εσύ, Ιζαμπέλα. Η επιλό-


χεια κατάθλιψη είναι ασθένεια. Δεν μπορούμε ποτέ να
ξέρουμε ποια γυναίκα θα την πάθει και ποια όχι».

Είχε ψάξει το θέμα κι ήξερε ότι, εκτός από τις γυναίκες με


οικογενειακό ιστορικό κατάθλιψης, όσες βίωναν στρες
στην οικογενειακή τους ζωή και δεν είχαν υποστήριξη από
τους οικείους τους ήταν πολύ πιο ευάλωτες από τις
υπόλοιπες.

«Είναι τρομακτικό να συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις τον


έλεγχο του εαυτού σου». Η Ιζαμπέλα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Θυμήθηκα τη στιγμή που μου έφεραν το μωρό. Ήμουν
κατακλυσμένη από συναισθήματα, αλλά όχι όμορφα
συναισθήματα. Μου φάνηκε σαν εξωγήινος, άλλο ένα
πλάσμα που απαιτούσε την προσοχή μου, άλλος ένας
άνθρωπος που δε θα μου έδινε τίποτα σε αντάλλαγμα».

Ο λαιμός του Άνταν έφραξε. Ήθελε ν’ απλώσει το χέρι του να


την αγγίξει, αλλά πίστευε ότι εκείνη δε θα το
εκτιμούσε ιδιαίτερα. Περιορίστηκε να σταθεί λοιπόν με τα
χέρια του πεσμένα στα πλευρά του.

«Αυτό σε σοκάρει, υποθέτω», συνέχισε εκείνη. «Θα


σκέφτεσαι ότι είχες δίκιο που αμφέβαλλες για την ικανότητά
μου να γίνω καλή μητέρα».

«Αυτό που πιστεύω είναι ότι λύγισες κάτω από την εξέγερση
των ορμονών και από το γεγονός ότι ήσουν μόνη».

Η Ιζαμπέλα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Πολλές


γυναίκες φέρνουν στον κόσμο τα παιδιά τους, ενώ οι άντρες
τους λείπουν σε δουλειές ή δεν προλαβαίνουν να φτάσουν
έγκαιρα στο νοσοκομείο. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα έχουν
πρόβλημα με τα παιδιά τους».

«Δεν ξέρω τι θέλεις να σου πω».

«Δε νομίζω ότι υπάρχει κάτι που μπορείς να πεις».

«Μπορώ να σου πω ότι λυπάμαι».

Τα μάτια της πέταξαν φωτιές. «Για ποιο πράγμα λυπάσαι,


Άνταν; Που δεν ήσουν εκεί; Που δε νοιαζόσουν αρκετά
ώστε να καταλάβεις πως κάτι δεν πήγαινε καλά; Ο πατέρας
μου το πρόσεξε και τώρα ξέρουμε τι αποφάσισε να κάνει.
Πίστευε ότι

0cc με έδιωχνες, Άνταν. Ακόμα κι ο πατέρας μου


καταλάβαινε ότι δεν ενδιαφερόσουν για μένα».

Ο Άνταν ήθελε να της πει ότι έκανε λάθος, ότι


ενδιαφερόταν... Αλλά δε θα ήταν αλήθεια. Τότε θεωρούσε
την Ιζαμπέλα σαν άλλο ένα απόκτημα, μια γυναίκα που θα
τον περίμενε στο κρεβάτι του, να του έκανε παιδιά και να
διηύθυνε το σπιτικό του. Νοιαζόταν για εκείνη όπως
νοιαζόταν γία οποιοδήποτε πλάσμα που είχε στην ευθύνη
του.

Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό. Και το ήξερε.

«Δεν μπορώ να πάρω πίσω το παρελθόν, Ιζαμπέλα. Δεν


μπορώ ν’ αλλάξω ό,τι έγινε».

Ένα δάκρυ γλίστρησε στο μάγουλό της κι εκείνη το σκούπισε


θυμωμένα. «Σε είδα σήμερα, Άνταν».

Εκείνος ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του απορημένος. «Ήρθες


να με δεις;»

«Ήσουν με μια γυναίκα. Τη φίλησες».

«Δεν έχω φιλήσει καμιά γυναίκα εκτός από σένα», της είπε.

Ο Ραφίκ συνέχιζε να κάνει βόλτες στο προαύλιο


στριγκλίζοντας χαρούμενα, αλλά ο Άνταν μπορούσε να δει
μόνο τη γυναίκα που ήταν μπροστά του. Τον πόνο και το
θυμό στο πρόσωπό της. Την απόσταση.

«Θεέ μου, είσαι απίστευτος», του πέταξε εκείνη. «Σε είδα με


τα ίδια μου τα μάτια. Και τώρα αναρωτιέμαι αν μου
είπες ψέματα, ότι είμαι η μόνη γυναίκα με την οποία
κοιμήθηκες τα τελευταία χρόνια. Επειδή ήξερες ότι αυτό θα
με κολάκευε και Θα με έκανε πιο δεκτική...»

Η φωνή της έσπασε κι ο Άνταν κατάλαβε ότι εκείνη πάλευε


να συγκρατήσει τα δάκρυά της.

«Δε σου είπα ψέματα, Ιζαμπέλα», της απάντησε σφιγμένα. Ο


θυμός αναδευόταν μέσα του. «Σου είπα την αλήθεια,
επειδή αυτή είναι η αλήθεια. Με ήθελες όσο σε ήθελα κι εγώ.
Το αν κοιμήθηκα ή όχι με άλλες γυναίκες δεν έπαιξε κανένα
ρόλο».

Η Ιζαμπέλα τον κοίταξε σαν να την είχε προσβάλει.

«Μπορείς να είσαι βέβαιος ότι αυτό δεν ισχύει τώρα. Δε σε


θέλω πια, Άνταν. Δεν πρόκειται να σε θέλω ποτέ ξανά».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13
Ο Άνταν την κοιτούσε σαν να έβλεπε ένα τέρας με δυο
κεφάλια. Αλλά η Ιζαμπέλα είχε σκεφτεί πολύ, από τη στιγμή
που τον είδε με την άλλη γυναίκα νωρίτερα και είχε καταλήξει
σε ένα συμπέρασμα.
Δε θα δεχόταν ποτέ ξανά τον οίκτο του. Αρνιόταν ν’ αγαπά
έναν άντρα που δεν την αγαπούσε, έναν άντρα που
νοιαζόταν τόσο λίγο γι’ αυτή, ώστε μπορούσε να τη διώξει
από το κρεβάτι του με την ευκολία που άλλαζε το πουκάμισό
του.

Δεν ήταν μια απλή υπήκοος του πανίσχυρου βασιλιά Άνταν


ιμπν Νατζίμπ Αλ Ντακίρ. Είχε αφήσει για πάντα πίσω της
την καλόβολη, υπάκουη σύζυγο. Ήταν η μητέρα του παιδιού
της και θα ήταν για όλη την υπόλοιπη ζωή τους.

Αλλά δε θα ζούσε μαζί με τον Άνταν. Δεν μπορούσε.

Τον αγαπούσε. Και μολονότι η σκέψη να περάσει τη ζωή της


χωρίς αυτόν έκανε την καρδιά της κομμάτια, δε θα δεχόταν
να γίνει ποτέ το δεύτερο βιολί. Για τίποτα και κανέναν.

«Τότε, τι θέλεις από εμένα;» ρώτησε ο Άνταν σμίγοντας τα


φρύδια του με κατήφεια.

Ώστε είχε ενοχληθεί. Ωραία. Η Ιζαμπέλα δεν ήθελε να είναι η


μόνη που αισθανόταν άσχημα.

«Ένα σπίτι εδώ κοντά, με πισίνα και αυλή για να μπορεί να


παίζει ο Ραφίκ. Δε χρειάζεται να είναι μεγάλο κι
εντυπωσιακό».

«Θέλεις να μείνεις σ’ ένα σπίτι κοντά στο παλάτι;»


«Ναι. Και θέλω να έχουμε από κοινού την κηδεμονία, Άνταν.
Θέλω ο Ραφίκ να ξέρει, αρχής γενομένης από τώρα, ότι είμαι
η μητέρα του».

Η Ιζαμπέλα τον είδε να χλομιάζει ελαφρά. Αλλά μπορεί και


να το είχε φανταστεί.

«Θέλεις να προχωρήσει το διαζύγιο», είπε εκείνος κοφτά.

Δεν ήταν ερώτηση, αλλά διαπίστωση.

Η καρδιά της χτύπησε δυνατά και η ανάσα της βγήκε επώ-


δυνα από τους πνεύμονες της.

«Πιστεύω ότι αυτό είναι το καλύτερο. Εξάλλου, έχεις ήδη


προγραμματίσει ένα γάμο. Η γυναίκα που είδα σήμερα
υποθέτω ότι είναι η μέλλουσα σύζυγός σου».

Ο Άνταν δεν απάντησε αμέσως. Μετά έγνεψε καταφατικά.


«Ναι, η Γιασμίν ήταν».

Η Ιζαμπέλα ένιωσε ανακούφιση που ο Άνταν δεν αρνιόταν


πλέον ότι ήταν με κάποια άλλη. Αν μη τι άλλο, τη
σεβόταν αρκετά ώστε να της λέει την αλήθεια. Αλλά, πάλι,
μπορεί να είχε πειστεί ότι τον είχε δει και δεν είχε νόημα να
υπεκφεύγει.

«Πόσο σύντομα μπορεί να εκδοθεί το διαζύγιο;»


Η Ιζαμπέλα δεν μπορούσε να μείνει μαζί του ούτε στιγμή
παραπάνω απ' όσο ήταν απαραίτητο. Μακάρι να έφευγε
από το παλάτι το ίδιο βράδυ, αλλά αυτό ήταν ανέφικτο.
Τίποτα δεν μπορούσε να κανονιστεί τόσο γρήγορα.

Είδε τον Άνταν να σφίγγει τα δόντια του. Η Ιζαμπέλα


κατάλαβε ότι είχε ξεπεράσει την έκπληξη και είχε περάσει στο
θυμό. Ωραία, γιατί αυτό μπορούσε να το χειριστεί καλύτερα.
Αν ήταν Θυμωμένος, μπορούσε να είναι θυμωμένη κι αυτή.
Προτιμότερο από το να νιώθει πόνο, αγάπη και θλίψη
ταυτόχρονα.

«Θέλεις πραγματικά να το κάνεις αυτό στον Ραφίκ;» τη


ρώτησε εκείνος. «Οι γονείς σου έχουν πάρει διαζύγιο κι
έχεις ζήσει χωρισμένη στα δύο, ανάμεσά τους».

Η Ιζαμπέλα σταύρωσε τα μπράτσα μπροστά της, σαν ασπίδα,


λες κι έτσι μπορούσε να εμποδίσει την αμφιβολία να περάσει
μέσα της.

«Η μητέρα μου γύρισε στην Αμερική. Εγώ δεν πρόκειται να


πάω πουθενά. Εξάλλου, δε βοηθούσε σε τίποτα να τους
ακούω να τσακώνονται συνέχεια όταν ήταν μαζί. Είναι
καλύτερα να χωρίσουμε, Άνταν. Έτσι θα αποφύγουμε τις
πικρίες ανάμεσά μας. Εσύ Θα μπορέσεις να αποκτήσεις μια
νέα σύζυγο κι εγώ Θα είμαι η μητέρα του γιου μας. Όταν Θα
κάνεις κι άλλα παιδιά
μαζί της, θα αισθάνεσαι ανακούφιση που θα υπάρχω εγώ να
φροντίζω τον Ραφίκ».

«Τα έχεις σκεφτεί όλα, βλέπω». Η φωνή του ήταν πολύ


ψυχρή. Απόμακρη. Το ίδιο και η στάση του.

Αν τον άγγιζε θα ήταν σαν να έπιανε πάγο;

Αλλά όχι, δε θα τον άγγιζε. Ποτέ ξανά.

Στη σκέψη αυτή η καρδιά της θρήνησε, αλλά η Ιζαμπέλα


απώθησε το συναίσθημά της αποφασιστικά. Ο Ραφίκ
είχε σημασία. Θα υπέμενε οτιδήποτε για χατίρι του γιου της.

Το να αντικρίσει τον Άνταν με την καινούρια γυναίκα του, θα


ήταν σαν μαχαιριά στην καρδιά της. Αλλά θα επιβίωνε.

Μακροπρόθεσμα θα ήταν καλύτερα και για την ίδια. Θα


μπορούσε να πάψει να τον αγαπά και να βρει κάποιον που
θα ήταν πραγματικά καλός γι’ αυτή. Κάποιον να την αγαπά
όσο θα τον αγαπούσε κι η ίδια.

Και τότε, ίσως να τολμούσε να κάνει ένα δεύτερο παιδί. Αν


ήξερε ότι ο άντρας της τη στήριζε, μπορεί να έπαιρνε το ρίσκο.

«Ναι, σκέφτηκα πολύ σήμερα», αποκρίθηκε η Ιζαμπέλα.

«Εξαιτίας της μνήμης σου που επανήλθε; Ή, μήπως, εξαιτίας


της Γιασμίν;»

«Όλα ισχύουν, Άνταν. Αν δε με είχες ανακαλύψει στη Χαβάη,


πριν από δυο βδομάδες, θα συνεχίζαμε τη ζωή μας όπως
ήταν. Είμαι ευγνώμων που με βρήκες, για χάρη του Ραφίκ.
Αλλά μου είναι τρομερά δύσκολο να αντιμετωπίσω όλα τα
υπόλοιπα. Δε νομίζω ότι μας κάνει καλό να προσπαθούμε να
χτίσουμε ξανά κάτι που, ουσιαστικά, δεν υπήρχε ποτέ».

Εκείνος έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Και τις νύχτες,
Ιζαμπέλα; Μπορείς το ίδιο εύκολα να ξεχάσεις και τις
νύχτες;»

Η Ιζαμπέλα έκανε μερικά βήματα πίσω. Ο Άνταν μπέρδευε τις


σκέψεις και τα συναισθήματά της. Έπρεπε να βάλει
κάποια απόσταση ανάμεσά τους, αλλιώς θα γινόταν έρμαιο
στην έλξη που εκείνος ασκούσε πάνω της.

Όχι, θα έμενε δυνατή. Δε θα υποχωρούσε.

«Οι νύχτες ήταν υπέροχες, Άνταν, το ξέρεις. Και ίσως κατά


κάποιον τρόπο να ήταν απαραίτητες, αν και δεν ξέρω πώς
θα το εξηγήσεις αυτό στη μνηστή σου». Γέλασε —ένα γέλιο
που έφτανε στα όρια της υστερίας. «Αλλά, φυσικά, δεν
πρόκειται

να δώσεις καμιά εξήγηση. Τι ανόητη που είμαι. Ούτε κι εκείνη


θα σε ρωτήσει, επειδή προφανώς είναι η τέλεια σύζυγος.
Κάτι που εγώ δεν μπορώ να είμαι ποτέ ξανά».

«Φαίνεται να με ξέρεις πολύ καλά», αποκρίθηκε ο Άνταν. Η


φωνή του ήταν σαν λεπίδες πάγου που καρφώνονταν
στην καρδιά της. «Για πες μου, λοιπόν. Τι άλλο θα κάνω; Θα
ήθελα να το μάθω. Ίσως μου κάνει τη ζωή πιο εύκολη».

«Μην το κάνεις πιο δύσκολο απ’ ό,τι είναι», είπε εκείνη.

«Γιατί είναι δύσκολο, Ιζαμπέλα; Μόλις είπες ότι είναι το


σωστό. Το καλύτερο για όλους μας. Γιατί, λοιπόν, είναι
δύσκολο;»

Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της και η όρασή της θόλωσε.


Διάβολε, δε θα έκλαιγε.

«Ξέρεις γιατί», του απάντησε. «Είχα αρχίσει να νοιάζομαι


ξανά για σένα, Άνταν. Αλλά σκότωσες τα συναισθήματά
μου. Γι' αυτό μην ανησυχείς ότι θ’ αλλάξω γνώμη. Προχώρα,
λοιπόν, το διαζύγιο. Ας τελειώνουμε».

Ο Άνταν την κοίταξε επίμονα με τα σκούρα, λαμπερά του


μάτια — ψηλός, όμορφος, απόμακρος. Μόνος. Αλλά δεν
ήταν μόνος στην πραγματικότητα. Ποτέ του δεν ήταν. Αυτή
τον χρειαζόταν, όχι το αντίστροφο.

Αλλά η Ιζαμπέλα είχε τελειώσει μ’ αυτή την ιστορία. Είτε


πέθαινε από πόνο είτε όχι, είχε τελειώσει με την ανάγκη να
τον έχει δικό της.

«Το μόνο που χρειάζεται για να εκδοθεί η απόφαση του


διαζυγίου είναι να συναινέσεις», της είπε.

Η καρδιά της φτερούγισε στο στήθος της. «Εγώ; Γιατί πρέπει


να κάνω εγώ οτιδήποτε;»

«Επειδή έχουμε υπογράψει ένα προγαμιαίο σύμφωνο, Ιζα-


μπέλα, βάσει του οποίου χρειάζεται η συναίνεσή σου».

Το αίμα πάγωσε στις φλέβες της. «Γι' αυτό με πήγες στο


ανάκτορο Μπάτερφλαϊ; Για να με πείσεις να συμφωνήσω
στο διαζύγιο;»

Ο Άνταν γέλασε άκεφα. «Ακριβώς».

Η Ιζαμπέλα είχε μείνει άναυδη.

Μέχρι τώρα σκεφτόταν το διαζύγιο σαν κάτι που μόνο


εκείνος μπορούσε να φέρει εις πέρας. Νόμιζε ότι δεν ήταν
στα δικά της χέρια η υπόθεση. Ότι δεν μπορούσε να κάνει
τίποτα

όλα θα τέλειωναν.

ούτε να πει τίποτα ώστε να προχωρήσει ή να σταματήσει τη


διαδικασία. Και με κάποιον τρόπο αυτό ήταν μια ανακούφιση.
Τώρα όμως,: Τώρα η ευθύνη ήταν δική της. Η διάλυση του
γάμου τους είχε πε'σει στους ώμους της. Ένα δικό της «ναι»
και

«Είσαι απαίσιος», του πέταξε θυμωμένη. «Στην


πραγματικότητα, δεν ήθελες να μου δώσεις την ευκαιρία να
περάσοί δυο βδομάδες με το γιο μας επειδή αυτό ήταν το
σωστό. Ήθελες να αποτύχω με το παιδί και μετά να με
αναγκάσεις να συμφωνήσω στο διαζύγιο».

Ένας μυς σφίχτηκε στο πιγούνι του Άνταν. «Ναι, αυτή ήταν η
πρόθεσή μου», παραδέχτηκε.

«Κι αν τα πράγματα δεν εξελίσσονταν όπως περίμενες; Τι θα


έκανες τότε;»

«Αν συμφωνούσες, απλώς θα επιταχυνόταν η διαδικασία. Δε


θα σταματούσε ούτε θα ακυρωνόταν».

Η Ιζαμπέλα έμεινε να τον κοιτά επίμονα, με την καρδιά της να


γίνεται κομμάτια. «Και μετά κοιμήθηκες μαζί μου! Θεέ
μου, πώς μπόρεσες να το κάνεις;»

«Δεν ήταν στα σχέδιά μου. Απλώς συνέβη».

Αν δεν ήταν ο γιος τους να παίζει ευτυχισμένος λίγο πιο


πέρα, η Ιζαμπέλα θα τον πλησίαζε και θα τον χαστούκιζε.
Αλλά δε θα άφηνε ποτέ το παιδί της να δει πόσο μισούσε τον
πατέρα του εκείνη τη στιγμή.

«Αλλαξα, όμως, γνώμη για το διαζύγιο, Ιζαμπέλα», πρό-


σθεσε ο Άνταν. «Μετράει καθόλου αυτό στον τέλειο μικρό
σου κόσμο;»

Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της, παρά την απόφασή της
να μην κλάψει μπροστά του. Της φαινόταν αγχωμένος,
αλλά μάλλον η θολωμένη όρασή της της έπαιζε παιχνίδια.

«Δε νομίζω. Είμαι σίγουρη ότι έγινε για λόγους που δεν έχουν
σχέση μ' εμένα αλλά επειδή πιστεύεις ότι είναι καλύτερο
για σένα και τον Ραφίκ».

Ο Άνταν πέταξε μια σιγανή βρισιά στα αραβικά. «Δεν έχεις


και πολύ καλή γνώμη για μένα, έτσι δεν είναι;»

«Έχει σημασία η γνώμη μου για σένα, Άνταν; Σε ενδιαφέρει


πραγματικά;»

«Πες μου ότι θέλεις το διαζύγιο. Πες το και θα γίνει».

Η Ιζαμπέλα πήρε μια τρεμάμενη ανάσα κι έσκυψε το κεφάλι


της, λέγοντας στον εαυτό της κατηγορηματικά να μην
κλάψει. Να είναι δυνατός και να το κάνει.

«Ναι», κατάφερε να πει τελικά. «Θέλω διαζύγιο».


Ο Άνταν έμεινε ακίνητος. Και μετά μίλησε τόσο σιγανά, που η
Ιζαμπέλα κατέβαλε προσπάθεια για να τον ακούσει.

«Τότε αυτό θα γίνει».

***

Χρειάστηκε να περάσουν άλλες δυο μέρες μέχρι τα χαρτιά να


πάνε στα χέρια του. Ο Άνταν κοίταξε επίμονα τα επίσημα
έγγραφα που του είχε στείλει ο νομικός του σύμβουλος. Οι
λέξεις περνούσαν από μπροστά του χωρίς να δίνουν κανένα
νόημα, σαν να ανήκαν σε μια ξένη γλώσσα. Ανοιγόκλεισε τα
μάτια του, συγκεντρώθηκε και οι λέξεις ενώθηκαν ξανά σε μια
λογική σειρά.

Διαζύγιο.

Ήταν όλα εκεί. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να υπογράψει


και μετά να στείλει τα έγγραφα στην Ιζαμπέλα για να
τα υπογράψει κι αυτή. Ο γάμος τους θα λυνόταν κι εκείνος
θα μπορούσε να προχωρήσει στο γάμο του με τη Γιασμίν.

Μόνο που είχε μιλήσει με τη Γιασμίν πριν δυο μέρες, στο


παλάτι όπου τον επισκέφθηκε η παιδική φίλη του.

Της είχε πει ότι είχε αποφασίσει να μη χωρίσει με την Ιζαμπέ-


λα, τελικά. Εκείνη είχε χαρεί για λογαριασμό του και τον είχε
αγκαλιάσει θερμά.
«Το ήξερα ότι τελικά όλα θα πήγαιναν καλά για εσάς», του
είχε πει.

«Είχες δίκιο, όπως πάντα», της είχε απαντήσει και την είχε
συνοδέψει στο διάδρομο. Την είχε φιλήσει στο μάγουλο,
λέγο-ντάς της ότι ήταν μια πολύ ξεχωριστή γυναίκα που άξιζε
να βρει την αληθινή αγάπη κι όχι να παντρευτεί έναν παλιό
φίλο για να τον βοηθήσει να βγει από το αδιέξοδο.

Τα είχε πει όλα αυτά. Τώρα, όμως, έπρεπε να ζητήσει ξανά τη


βοήθεια της Γιασμίν. Τουλάχιστον μέχρι να γίνει η
ενθρόνισή του, την επόμενη βδομάδα.

Πέταξε το στυλό που κρατούσε μετέωρο πάνω από το σημείο


που έπρεπε να μπει η υπογραφή του.

Δεν μπορούσε να υπογράψει το διαζύγιο.

Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήθελε τη Γιασμίν ούτε καμιά άλλη


γυναίκα. Ήθελε τη δική του γυναίκα. Τη γυναίκα που του
είχε δώσει ένα γιο.

Τη γυναίκα που αγαπούσε.

Στήριξε τους αγκώνες του πάνω στο γραφείο κι έπιασε με τα


χέρια το κεφάλι του. Του άξιζε όλο αυτό που περνούσε.

Επειδή, είχε σταθεί και άκουγε την Ιζαμπέλα να του λέει ότι
δεν τον ήθελε, ότι ήθελε να ζήσει μακριά του, γιατί είχε
σκοτώσει τα συναισθήματά της για κείνον.

Τότε, ένιωσε τον κόσμο να αναποδογυρίζει. Ο σφυγμός του


σφυροκοπούσε στο κεφάλι, στο λαιμό και στο στομάχι
του μέχρι που του έφερε ναυτία.

Και κατάλαβε γιατί όλη αυτή η ταραχή δεν υποχωρούσε.

Επειδή δεν επρόκειτο να φύγει ποτέ.

Επειδή ήταν ερωτευμένος με τη γυναίκα του.

Το μόνο που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν να την πάρει στην


αγκαλιά του, να τη σφίξει δυνατά πάνω του και να της πει
πως την αγαπούσε. Όχι μόνο με λόγια, αλλά και με το κορμί
του. Με την κάθε ανάσα που έπαιρνε.

Η Ιζαμπέλα όμως τον μισούσε. Εκείνη τη στιγμή τον μισούσε


κι ο Άνταν ήξερε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό.

Του άξιζε. Όσο ήταν παντρεμένοι τη θεωρούσε δεδομένη. Την


είχε αγνοήσει, την είχε υποτιμήσει και την είχε απογοητεύσει
όταν εκείνη τον ήθελε περισσότερο από καθετί. Δεν άξιζε την
αγάπη της ούτε τότε ούτε τώρα.

Είχε σταθεί, λοιπόν, εκεί και είχε αφήσει τα επικριτικά της


λόγια να τον λούσουν. Όταν είχε δει εκείνο το μοναχικό
δάκρυ να κυλά στο μάγουλό της, είχε σιχαθεί τον εαυτό του
που την έκανε να κλάψει.

Της είχε πει την αλήθεια, επειδή ήταν το μόνο πράγμα που
ήθελε η Ιζαμπέλα από κείνον τη δεδομένη στιγμή. Παρ’ όλο
που την έκανε να υποφέρει και να σκέφτεται ακόμα χειρότερα
γι’ αυτόν απ’ όσο ήδη σκεφτόταν πριν.

Σηκώθηκε από το γραφείο του και πήρε τα χαρτιά του

διαζυγίου. Δεν ήταν δειλός. Θα της έδινε αυτό που ήθελε,


αλλά δε θα ήταν ο πρώτος που θα υπέγραφε.

Βγήκε από το γραφείο, αγνοώντας την έκπληκτη έκφραση


του Μαχμούτ. Τον περίμενε ένας πρεσβευτής και μια
εμπορική συμφωνία, αλλά δεν τον ένοιαζε τίποτα εκείνη τη
στιγμή. Αργότερα θα τα κανόνιζε όλα. Πρώτα έπρεπε να δει
την Ιζαμπέλα.

Διέσχισε το διάδρομο, έκοψε δρόμο μέσα από μια άλλη


πτέρυγα προς τα βασιλικά διαμερίσματα και πέρασε ορμητικά
από την πόρτα.

Ήξερε πως θα την έβρισκε εκεί, γιατί ακόμα δεν είχε


καταφέρει να της βρει ένα κατάλληλο σπίτι στην πόλη.

Στην πραγματικότητα δεν το είχε προσπαθήσει ιδιαίτερα. Θα


το έκανε, αλλά ακόμα δεν ήθελε να την αφήσει να φύγει.
Η Ιζαμπέλα σηκώθηκε απότομα όρθια όταν εκείνος μπήκε
μέσα στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει. Φορούσε ένα χαβανέζι-
κο σορτς κι ένα κοντό μπλουζάκι. Ο σφυγμός του
επιταχύνθηκε στη θέα του υπέροχου κορμιού της. Του
κορμιού που ήθελε να λατρέψει.

Τα μαλλιά της ήταν ατίθασα, όπως πάντα. Ω Θεέ, πόσο


αγαπούσε τα μαλλιά της. Της πήγαιναν πολύ καλύτερα
έτσι παρά όταν τα μάζευε για να του αρέσουν.

Στην αρχή, του φάνηκε ευάλωτη. Μετά, η έκφρασή της


σκλήρυνε. Σταύρωσε τα μπράτσα της στο στήθος της και
τον κάρφωσε με τα πράσινα μάτια της.

«Από πότε είναι σωστό να ορμάς στο δωμάτιο κάποιου


χωρίς να χτυπήσεις;»

Της έδωσε τα χαρτιά. «Σου έφερα κάτι», της είπε,


χαλιναγωγώντας την αγωνία του επιδέξια.

Η φωνή του ήταν σκληρή και παγερή, αλλά δεν μπορούσε να


χειριστεί διαφορετικά αυτό το θέμα.

Η Ιζαμπέλα άπλωσε το χέρι της και πήρε τα χαρτιά. Όταν τον


ξανακοίταξε, τα μάτια της φάνταζαν τεράστια στο πρόσωπό
της. Μια μικρή ελπίδα γεννήθηκε μέσα του, αλλά ο
Άνταν την έπνιξε. Δε θα έψαχνε για ελπίδες εκεί που δεν
υπήρχαν.
Η Ιζαμπέλα τον μισούσε. Θα χαιρόταν να τον ξεφορτωθεί.
Αλλά θα υπέγραφε πρώτη. Εκείνη θα έδινε τέλος στο
γάμο τους, όχι αυτός.

«Τι υποτίθεται πως πρε'πει να κάνω μ’ αυτά εδώ;» τον


ρώτησε και δάγκωσε το κάτω χείλος της.

Ο Άνταν παραλίγο να βογκήξει.

«Να υπογράψεις. Αυτό δε θέλεις;»

Εκείνη κοίταξε ξανά τα χαρτιά που κρατούσε στο χέρι της.


«Εσύ δεν υπέγραψες», παρατήρησε.

«Οι κυρίες προηγούνται», της είπε με πικρή ειρωνεία.

Η Ιζαμπέλα πήγε στο τραπέζι όπου άψησε τα χαρτιά.


«Χρειάζομαι στυλό», είπε χωρίς να τον κοιτάξει.

Ο Άνταν έκανε μεταβολή και πήγε στο καθιστικό, όπου βρήκε


ένα στυλό. Επέστρεψε και της το έδωσε.

Εκείνη δίστασε για μια στιγμή και μετά το πήρε. Τα χέρια τους
αγγίχτηκαν κι ο Άνταν ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά
ολόκληρη τη σπονδυλική του στήλη.

Η Ιζαμπέλα έβγαλε το καπάκι του στυλό και το κράτησε πάνω


από τα χαρτιά. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε
καθοίς ανέπνεε, με το ρυθμό να ανεβαίνει όσο στεκόταν
διατακτική.

Ύστερα το στυλό άγγιξε το χαρτί.

Ο Άνταν άφησε μια βρισιά και τράβηξε απότομα τα χαρτιά


πιο πέρα. Η Ιζαμπέλα έβγαλε μια φωνή τρόμου, καθώς
τον παρατηρούσε να τα σκίζει σε κομμάτια. Κατόπιν τα
πέταξε κάτω και την άρπαξε δυνατά από τα μπράτσα.

«Δε θέλω διαζύγιο», της είπε, με τα λόγια να βγαίνουν με το


ζόρι από τα χείλη του. «Δε μου αξίζεις, το ξέρω. Αλλά σε
θέλω, Ιζαμπέλα. Σε έχω ανάγκη».

Τα βλέφαρά της ανοιγόκλεισαν από το σοκ. Μετά, η Ιζαμπέ-


λα ανατρίχιασε σύγκορμη. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό,
Άνταν. Σε παρακαλώ, άφησέ με».

«Το ξέρω πως με μισείς και ξέρω ότι το αξίζω. Αλλά δώσε
μου μια ευκαιρία, Ιζαμπέλα. Δώσε μου μια ευκαιρία...»

Ένας λυγμός ξέφυγε από το στόμα της. Ο Άνταν άφησε τα


χέρια της, όσο κι αν αυτό τον συνέτριψε. Αλλά δεν
μπορούσε να της προκαλέσει μεγαλύτερο πόνο απ’ αυτόν που
ήδη της είχε προκαλέσει.

«Γιατί το κάνεις αυτό;» τον ρώτησε. «Γιατί δε με αφήνεις να


φύγω από τη ζωή σου;»

«Γιατί σ’ αγαπώ», είπε ο Άνταν με πόνο. «Δεν μπορώ να σε


αφήσω να φύγεις, επειδή σ’ αγαπώ».

Η Ιζαμπέλα κατέρρευσε στον καναπέ κι έκρυψε το πρόσωπό


της στα χέρια της. Την επόμενη στιγμή άρχισε να κλαίει
ανεξέλεγκτα. Οι ώμοι της τραντάζονταν. Τα δάκρυά της ήταν
σαν μαχαιριές στην καρδιά του Άνταν.

«Συγνώμη», της είπε με τα δάκρυα να ανεβαίνουν και στα


δικά του μάτια. «Συγνώμη. Θα φύγω. Θα δώσω εντολή
να ετοιμάσουν ξανά τα χαρτιά και θα τα υπογράψω. Θα
σε αφήσω να φύγεις, Ιζαμπέλα, αφού αυτό θέλεις».

Γόρισε στα τυφλά. Έπρεπε να φύγει από κει πριν κάνει καμιά
ανοησία. Πριν πέσει στα γόνατα και την παρακαλέσει...

«Άνταν», είπε η Ιζαμπέλα πίσω του. «Φοβάμαι».

Ήταν η στιγμή της παράδοσης των όπλων.

Η ελπίδα άνθισε στην ψυχή του ξανά, αλλά αυτή τη φορά ο


Άνταν δεν την έπνιξε. Στράφηκε και πλησίασε την
Ιζαμπέλα καθώς εκείνη σηκωνόταν από τον καναπέ. Την
έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά του και έσκυψε το κεφάλι του
για να ανασάνει το άρωμα των μαλλιών της.
«Κι εγώ φοβάμαι», παραδέχτηκε. «Ποτέ δεν περίμενα ότι θα
ένιωθα έτσι».

Η Ιζαμπέλα τύλιξε τα χέρια της στη μέση του και τον έσφιξε.
«Όλα θα πάνε καλά. Πρέπει να πάνε καλά, αφού
φοβόμαστε και οι δύο».

Ο Άνταν έγειρε το κεφάλι της πίσω και κοίταξε τα υπέροχα


μάτια της. «Σου ζητώ συγνώμη για όλο τον πόνο που
σου προκάλεσα, χαμπίμπτι. Θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι
μου για να το αποκαταστήσω, σου τ’ ορκίζομαι. Μια μέρα θα
με αγαπήσεις ξανά. Και τότε θα το αξίζω».

Εκείνη του χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυά της. «Θεέ μου,


για κάποιον που φέρει την ευθύνη ενός ολόκληρου
έθνους στους ώμους του, είσαι πολύ χαζός».

Ο Άνταν έψαξε στο βλέμμα της και... το είδε. Είδε την αγάπη
να λάμπει. Η καρδιά του φούσκωσε από ευτυχία.

«Μ’ αγαπάς», είπε με δέος.

«Ναι», του απάντησε η Ιζαμπέλα. «Σ’ αγαπώ».

«Θέλω να ρωτήσω γι’ αυτή την καλή μου τύχη, αλλά δε θα

το κάνω. Δε θα σου δώσω ποτέ την ευκαιρία να ξανασκεφτείς


γιατί μ’ αγαπάς».
Ύστερα, για να βεβαιωθεί ότι η Ιζαμπέλα δε θα το
ξανασκεφτόταν, την πήγε στο κρεβάτι και πέρασε όλο το
υπόλοιπο απόγευμα φροντίζοντας να της δείξει πόσο βαθιά
την αγαπούσε. Με το κορμί του και την ψυχή του.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η Ιζαμττέλα γύρισε στο πλευρό της κι ανακάλυψε πως ήταν
μόνη στο κρεβάτι. Ανοιξε τα μάτια και τεντώθηκε νωχελικά.
Εκείνη τη στιγμή το ύφασμα που ε'κλεινε την είσοδο της
σκηνής παραμερίστηκε κι ένας άντρας με παραδοσιακή
φορεσιά μπήκε μέσα.

«Χαιρετώ τον κύριο της ερήμου και αφέντη μου», είπε


χαμογελώντας σαγηνευτικά. «Πού ήσουν;»

Ο Άνταν πλησίασε το τεράστιο κρεβάτι που δέσποζε στο


κέντρο της σκηνής. Τεράστια, μαλακά μαξιλάρια ήταν
στοιβαγμένα γύρω από την Ιζαμπέλα και μια χοντρή
κουβέρτα έκρυβε το σώμα της.

Ο Άνταν έπιασε την άκρη της κουβέρτας κι άρχισε να την


τραβάει αργά προς τα κάτω.

«Δεν είμαστε μόνο σε ταξίδι αναψυχής, αγάπη μου», της είπε.


«Κάποιοι έχουν και δουλειές».
«Ευτυχώς που δεν ανήκω σ’ αυτούς».

Ο Άνταν έσκυψε και κάλυψε το στόμα της με το δικό του. Η


Ιζαμπέλα τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του κι
ανασηκώθηκε προς το μέρος του ενώ εκείνος αποκάλυπτε τα
στήθη της.

«Είσαι πολύ άτακτη, Μεγαλειοτάτη», την πείραξε. «Και πολύ


κακομαθημένη».

«Μ’ αγαπάς όμως».

«Ναι. Βαθιά κι απόλυτα».

Ο Άνταν τη φίλησε ξανά απομακρύνοντας εντελώς τα


σκεπάσματα από το γυμνό κορμί της. "Ενα ρίγος
ανυπομονησίας τη διέτρεξε.

«Σήκω τώρα, τεμπέλα μου. Η ημέρα μάς περιμένει».

Η Ιζαμπέλα σούφρωσε πεισματάρικα τα χείλη της. «Να

σηκωθώ; Από πότε ο μεγάλος βασιλιάς Άνταν ιμπν Νατζίμπ


Αλ Ντακίρ κοιτάζει το γυμνό σώμα της γυναίκας του και δε
θέλει να της κάνει έρωτα;»

«Να είσαι σίγουρη ότι θέλει», μουρμούρισε εκείνος. «Αλλά


έχω μια συνάντηση με τους αρχηγούς της φυλής, Αργότερα
όμως θα φροντίσω να σου θυμίσω αυτή τη συζήτηση και να
σε κάνω να πληρώσεις ανάλογα».

Η Ιζαμπέλα γέλασε. «Θα με κάνεις να πληρώσω; Ποιος είναι


ο άτακτος ταϊρα, Άνταν;»

Τα μάτια του πέταξαν σπίθες. «Αυτό πρε'πει να το μάθουμε,


δε συμφωνείς;»

Εκείνη πήρε τη ρόμπα της και τη φόρεσε καθώς σηκωνόταν


από το κρεβάτι. Ύστερα τρύπωσε στην αγκαλιά του.

«Μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι», του είπε και του


έδωσε ένα παθιασμένο φιλί.

«Με κάνεις να θέλω ν’ αργήσω», είπε εκείνος, όταν η Ιζαμπέ-


λα τραβήχτηκε.

«Δεν είναι καθόλου καλό ν’ αργείς».

Ο Άνταν γέλασε. «Δεν είσαι μόνο άτακτη, είσαι και πειρα-


χτήρι».

«Τροφοδοτώ την ανυπομονησία σου», του απάντησε


χαμογελώντας. «Είδες τα παιδιά σήμερα;»

«Ο Ραφίκ θέλει να κάνει ιππασία και η μικρή Καλίλα θέλει να


μάθει πότε θα γυρίσουμε σπίτι, γιατί η άμμος την ενοχλεί.
Τα δίδυμα θέλουν να πάνε για κολύμπι στη θάλασσα».

Η Ιζαμπέλα αναστέναξε. «Τότε είναι καλύτερα να ντυθώ,


νομίζω».

Ο Άνταν τη χτύπησε χαϊδευτικά στα οπίσθια. «Αυτό είπα κι


εγώ, χαμπίμπτι». Τη φίλησε ξανά βιαστικά. «Απόψε όμως
θα είσαι δική μου».

«Ευχαρίστησή μου, αφέντη».

«Αυτή είναι και η δική μου πρόθεση», της απάντησε.

Απλωσε το χέρι του στο άνοιγμα της σκηνής, αλλά μετά


κοντοστάθηκε και γύρισε ξανά κοντά της.

«Είμαι ο βασιλιάς», δήλωσε σοβαρά και κατέβασε αργά τη


ρόμπα από τους ώμους της. «Μπορώ ν’ αργήσω, αν θέλω».

Η Ιζαμπέλα γέλασε. «Αγαπώ έναν άντρα που ξέρει τι θέλει και


που θα κάνει τα πάντα για να το έχει».

Όπως, να πετάξει στην άλλη μεριά του κόσμου για να φέρει


πίσω τη γυναίκα του. Όπως, να σκίσει τα χαρτιά του
διαζυγίου πριν εκείνη προλάβει να τα υπογράψει.

Όπως τώρα, που της έδειχνε για μια ακόμα φορά με τα λόγια
και τα χάδια πόσο τη λάτρευε.
Ο, ναι, άξιζε να εισπράξει ανταμοιβή ο άντρας που ήξερε τι
ήθελε και το έπαιρνε.

ΤΕΛΟΣ