Vous êtes sur la page 1sur 143

ISSN 1108-4332

© 2012 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ


για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με
τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.à.r.l.
ΜΙΑ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ
Τίτλος πρωτοτύπου: The Princess Test
© Shirley Kawa-Jump, LLC 2011. All rights reserved.
Μετάφραση: Μόνικα Σίλια

ΞΑΦΝΙΚΑ… Ο ΕΡΩΤΑΣ!
Τίτλος πρωτοτύπου: The Last Summer of Being Single
© Nina Harrington 2011. All rights reserved.
Μετάφραση: Μαρία Γεωργιάδου

Επιμέλεια: Κατερίνα Δημητρίου


Διόρθωση: Μ. Κυριακού
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή
άδεια του εκδότη.

ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΛΕΚΙΝ - ΤΕΥΧΟΣ 62


Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα.
Made and printed in Greece.
ΜΙΑ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Το χάραμα έστειλε το γλυκό του φιλί στη λίμνη, τινάζοντας πάνω στα γαλαζοπράσινα νερά τη χρυσορόδινη πούδρα του. Ένα
ανάλαφρο αεράκι σκόρπισε απαλές ρυτίδες στην επιφάνεια του νερού και φύσηξε τη μυρωδιά του πεύκου μέσα από το
ανοιχτό τζάμι. Η Κάρι Σαντάρο ανακάθισε στο καναπεδάκι που ήταν μπροστά στο παράθυρο και αντίκρισε το ξημέρωμα.
Τρεις μέρες τώρα, από τότε που έφτασε σ’ αυτό το νοικιασμένο εξοχικό σπίτι στην ακρολιμνιά του Γουίντερ Χέιβεν της
Ιντιάνα, είχε περάσει την κάθε στιγμή της σ’ αυτό το καναπεδάκι, απολαμβάνοντας την ησυχία και την ψυχική γαλήνη που
της πρόσφερε η απόλυτη μοναξιά. Η αδερφή της, η Μαριαμπέλα, που έμενε το μισό χρόνο σε μια παραλιακή πόλη της
Μασαχουσέτης, της είχε πει ότι η ζωή στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν διαφορετική από τη ζωή στον πύργο.
Και είχε δίκιο. Εδώ, σ’ αυτή τη γοητευτική μικρή πόλη στα Μεσοδυτικά, η Κάρι ένιωθε πραγματικά ελεύθερη. Ελεύθερη να
είναι ο εαυτός της, να πετάξει από πάνω της το μανδύα της πριγκιπικής ζωής της και να είναι απλώς... η Κάρι. Αυτό που
πάλευε σ’ όλη της τη ζωή να είναι. Δεν είχε βάλει στη βαλίτσα της ούτε μια βραδινή τουαλέτα, ούτε ένα ζευγάρι
ψηλοτάκουνες γόβες. Όσο θα έμενε εκεί, θα φορούσε μόνο μπλουτζίν παντελόνια, μακό μπλουζάκια και ανάλαφρα
καλοκαιρινά φορέματα. Η σκέψη και μόνο έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη της.
Επιπλέον, είχε αποφασίσει ότι στο διάστημα αυτό θα ανακάλυπτε ποια πραγματικά ήταν. Τώρα που θα υπήρχε αρκετή
απόσταση ανάμεσα σ’ εκείνη και στον πύργο, ίσως να έπαιρνε επιτέλους τις απαντήσεις που ζητούσε από μικρό παιδί. Στο
κάτω κάτω, η ίδια της η μητέρα δεν της είχε πει κάποτε ότι αυτό είχε συμβεί και στην ίδια όταν είχε επισκεφθεί τούτη την
πόλη; Ίσως να στεκόταν το ίδιο τυχερή και η Κάρι.
Χτύπησε το κινητό της. Αναστενάζοντας, πάτησε το καπάκι για να το ανοίξει και να απαντήσει στην κλήση που τόσο πολύ
φοβόταν. «Γεια σου, μπαμπά».
«Καρλίτα!» ακούστηκε η βροντερή φωνή του πατέρα της, να τη φωνάζει με το χαϊδευτικό που χρησιμοποιούσαν πάντα οι
γονείς της όταν ήθελαν να της υπενθυμίσουν τις γαλαζοαίματες ρίζες της και τις... γαλαζοαίματες προσδοκίες τους. Κάθε
φορά που φρόντιζαν να της υπενθυμίσουν ότι όφειλε να είναι μια υπάκουη κόρη, μια πειθήνια πριγκίπισσα.
Ναι, πώς!
Η Κάρι υπήρξε πάντοτε ατίθαση, η αντάρτισσα της οικογένειας. Και ποτέ δεν της άρεσε ο ασφυκτικός μανδύας της
βασιλικής ζωής. Ένιωθε πολύ πιο άνετα με λίγο χωματάκι στα νύχια της, παρά ντυμένη με μια εκθαμβωτική τουαλέτα σ’ ένα
επίσημο δείπνο. Είχε πάρει μαθήματα καλής συμπεριφοράς, είχε δεινοπαθήσει σε αυστηρά οικοτροφεία και είχε καθίσει
σιωπηλή σε αμέτρητες κοινωνικές εκδηλώσεις, βάζοντας τον καλύτερο εαυτό της ώστε να παριστάνει αυτό που όλοι
προσδοκούσαν από μια πριγκίπισσα.
Τον περισσότερο καιρό. Τώρα όμως έκανε ακριβώς το αντίθετο, κάτι που είχε δυσαρεστήσει τους γονείς της ως εκεί που δεν
έπαιρνε. Η Κάρι είχε βαρεθεί να την νταντεύουν. Και ήταν έτοιμη να ζήσει τη ζωή της, να απελευθερωθεί απ’ όλα αυτά μια
για πάντα.
«Πότε έρχεσαι;» τη ρώτησε ο πατέρας της, μιλώντας στη μητρική τους γλώσσα, στην τραγουδιστή γλώσσα του Ουτσέλι.
«Μα μόλις ήρθα», του απάντησε εκείνη, επίσης στη μητρική της γλώσσα, κι ένιωσε παράξενα, ύστερα από τόσες μέρες που
μιλούσε μόνο αγγλικά. «Ακόμα δεν έχω ξεκινήσει καλά καλά να δουλεύω».
Ο πατέρας της ξεφύσησε απαξιωτικά. «Δεν έχεις καμιά δουλειά εκεί. Γύρνα πίσω».
«Μπαμπά, το έχουμε συζητήσει αυτό. Θα επιστρέψω σε μερικούς μήνες. Η κάβα χρειάζεται κάποιον να προωθήσει το
προϊόν για το καλό του Ουτσέλι. Αν καταφέρουμε να απογειώσουμε τις πωλήσεις...»
«Σε χρειαζόμαστε εδώ», της είπε εκείνος. «Οι αδερφές σου, όλοι, σε χρειαζόμαστε εδώ».
Από τότε που η μεσαία αδερφή της, η Αλέγκρα, είχε γίνει βασίλισσα, οι γονείς τους πίεζαν την Κάρι να αποτελεί πιο
δυναμικό μέλος της βασιλικής οικογένειας, να παίζει πιο ενεργό ρόλο στις υποθέσεις της οικογένειας Σαντάρο και στις
ανάγκες της χώρας. Κάτι στο οποίο η Κάρι αντιστεκόταν από τη στιγμή της γέννησής της. Δεν ήθελε να έχει καμιά απολύτως
σχέση με όλα αυτά. Η σκέψη και μόνο ότι θα περιτριγυριζόταν από τόση επισημότητα την έπνιγε. «Τα καταφέρνετε μια χαρά
και χωρίς εμένα. Άλλωστε δεν είχα σχεδόν καμιά συμμετοχή στις οικογενειακές δραστηριότητες. Τα μέσα ενημέρωσης ούτε
καν το πήραν είδηση ότι έχω φύγει».
Υπήρξε μονάχα ένα μικρό άρθρο στις εφημερίδες του Ουτσέλι, μια σύντομη αναφορά ότι η πριγκίπισσα Καρλίτα είχε φύγει
για διακοπές, και τίποτα περισσότερο, όπως την είχε ενημερώσει η Μαριαμπέλα. Αντίθετα, αν είχε φύγει η Αλέγκρα από τη
χώρα, θα υπήρχε διαρκής κάλυψη για μέρες ολόκληρες από εφημερίδες και τηλεόραση. Για πολλοστή φορά, η Κάρι
ευχαρίστησε το τυχερό της αστέρι που δεν έμελλε να στεφτεί ποτέ βασίλισσα.
«Ναι, αυτό έγινε επειδή φροντίσαμε να κρατήσουμε μακριά από τα μέσα τις χαζομάρες σου, να διαφυλάξουμε σαν
επτασφράγιστο μυστικό αυτές τις διακοπές σου».
«Δεν είναι διακοπές, μπαμπά! Δουλειά είναι».
Εκείνος αναστέναξε. «Ξέρω ότι την αγαπάς αυτή τη δουλειά, και ξέρω επίσης ότι νομίζεις πως αυτό είναι που θέλεις να
κάνεις...»
«Νομίζω; Δε νομίζω! Το ξέρω!»
«Ωστόσο είναι πια καιρός να δεχτείς ποια είσαι, να αποδεχτείς την καταγωγή σου», είπε ο πατέρας της. «Και να πάψεις να
παίζεις με τους αμπελώνες. Ή με τη ζωή. Όλα αυτά τα χρόνια σου έκανα τα χατίρια και σε άφηνα ελεύθερη. Ήσουν η μόνη
από τις κόρες μου που συμμετείχε τόσο λίγο στις υποθέσεις και τα καθήκοντα της βασιλικής οικογένειας. Αλλά τώρα είσαι
είκοσι τεσσάρων χρονών πια, καλή μου. Είναι καιρός να νοικοκυρευτείς, να γίνεις μια αληθινή Σαντάρο».
Να νοικοκυρευτεί; Η Κάρι ένιωσε να της σηκώνεται η τρίχα στην προοπτική ότι θα παρέδινε τη ζωή της σε κάποιον άλλον
άνθρωπο, ο οποίος θα της έλεγε πού να καθίσει, πώς να φερθεί, τι όφειλε να κάνει. Στη διάρκεια της περασμένης χρονιάς, ο
πατέρας της δεν έπαυε να της υπενθυμίζει ότι τα ψέματα είχαν τελειώσει και ότι έπρεπε να μπει πιο ζεστά στο ρόλο της ως
πριγκίπισσας. «Είναι το τελευταίο πράγμα που θα ήθελα να κάνω τώρα», του απάντησε.
«Σ’ αγαπώ, κόρη μου. Στ’ αλήθεια, σ’ αγαπώ. Όμως έχεις ένα μεγάλο ελάττωμα».
Είχαν κάνει την ίδια ακριβώς κουβέντα ένα εκατομμύριο φορές στο παρελθόν, και η Κάρι δεν επιθυμούσε καθόλου να την
επαναλάβει αυτή τη στιγμή. «Κοίτα, μπαμπά...»
«Πετάς από το ένα πράγμα στο άλλο, σαν την πεταλούδα. Στην αρχή ήθελες να γίνεις αρχιτέκτονας τοπίου. Μετά σου
καρφώθηκε στο μυαλό να κάνεις πρωταθλητισμό στους ιππικούς αγώνες δεξιοτεχνίας. Στη συνέχεια καταπιάστηκες με τις
αναρριχήσεις, αν δεν κάνω λάθος. Και τώρα βάλθηκες να γίνεις επιχειρηματίας». Ο πατέρας της έκανε μια παύση, ωστόσο η
Κάρι διέκρινε την απογοήτευση στη φωνή του. «Πότε θα ηρεμήσεις; Είναι καιρός να πάρεις τη ζωή σου στα σοβαρά».
«Την έχω πάρει στα σοβαρά, μπαμπά!»
Εκείνος αναστέναξε. «Το ξέρω ότι προσπαθείς, όμως θα ήταν καλό να επιλέξεις ένα επάγγελμα στο οποίο θα μπορούσες να
κατασταλάξεις. Κάτι που θα σε βοηθούσε να λάμψεις πραγματικά».
«Έχω ήδη κατασταλάξει. Θέλω να ασχοληθώ με τους αμπελώνες». Την ίδια στιγμή που το έλεγε, η Κάρι αναγκάστηκε να
παραδεχτεί πως ο πατέρας της είχε δίκιο. Άλλαζε τη μια δουλειά μετά την άλλη. Ποτέ ως τώρα δεν την είχε ικανοποιήσει κάτι
ώστε να μείνει σ’ αυτό. Ούτε δουλειά ούτε άντρας, τίποτα. «Δεν καταλαβαίνεις. Είναι πολύ δύσκολο να βρεις τη θέση σου
κάτω απ’ τον ήλιο», του απάντησε αδύναμα. «Από τη στιγμή που υπάρχουν χιλιάδες αστέρια στον ουρανό».
«Ω, κάρα. Αυτό το συμμερίζομαι», είπε ο πατέρας της, μαλακώνοντας τον τόνο της φωνής του. «Μεγάλωσα στην Αυλή του
πατέρα μου ως το δεύτερο παιδί ανάμεσα σε πέντε. Αν δεν είχε πεθάνει ο μεγαλύτερος αδερφός μου, θα είχα ζήσει μια ζωή
πολύ διαφορετική από αυτή που μου δόθηκε. Ομολογώ, βέβαια, ότι ήταν μια όμορφη ζωή, δεν παραπονιέμαι».
Η Κάρι ευχαρίστησε σιωπηρά το Θεό που, λόγω της σειράς γέννησής της, απείχε τόσο από το θρόνο ώστε δε θα χρειαζόταν
ποτέ να ανησυχήσει για το αν θα φορούσε την κορόνα. «Μου αρέσει πολύ να δουλεύω στα κτήματα, θέλω ν’ ασχοληθώ με το
κρασί, μπαμπά. Ονειρεύομαι να διευθύνω τους αμπελώνες μια μέρα».
«Δεν είναι κατάλληλη δουλειά για μια πριγκίπισσα», της είπε εκείνος. «Πήγαινε να συνεχίσεις το κολέγιο. Γίνε γιατρός, κάνε
φιλανθρωπίες. Κάτι που να αρμόζει σε γόνο βασιλικής οικογένειας».
Με άλλα λόγια, κάτι που να μη λερώνει τα χέρια. Όταν ο διευθυντής πωλήσεων ανακοίνωσε τον προηγούμενο μήνα ότι η
σοδειά αυτής της χρονιάς θα ήταν η τελευταία για κείνον, μια και σκόπευε να συνταξιοδοτηθεί, η Κάρι το είδε σαν τη μόνη
της ευκαιρία να παίξει έναν πιο ενεργό ρόλο στην επιχείρηση που αγαπούσε τόσο πολύ. Ο πατέρας της είχε διαφωνήσει
κάθετα. Και παρ’ όλο που εκείνη ήλπιζε ότι θα του άλλαζε γνώμη, ήταν φανερό πως εκείνος δεν είχε καμία τέτοια διάθεση.
Με το ταξίδι της εκεί, λοιπόν, ήθελε να του αποδείξει ότι ήταν ικανή και για τα δύο. Να κάνει το επάγγελμα που αγαπούσε και
συγχρόνως να εκπροσωπεί τη βασιλική οικογένεια με τον πιο αξιοπρεπή τρόπο. «Μπαμπά, θα γυρίσω σπίτι σε λίγους μήνες»,
του είπε ξανά, πιο αποφασιστικά αυτή τη φορά.
«Είμαι σίγουρος ότι πρόκειται για ένα ακόμα καπρίτσιο σου, καλή μου», της απάντησε αναστενάζοντας εκείνος. «Ανησυχώ
για σένα».
«Δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς, μπαμπά».
«Κι όμως, κάρα. Εγκατέλειψες τις σπουδές σου στο κολέγιο μόλις τελείωσες το πρώτο έτος. Έπειτα άφησες στη μέση τις
σπουδές σου στο δεύτερο κολέγιο και, τελικά, έδωσε ο Θεός και αποφοίτησες από το τρίτο. Τώρα σηκώθηκες και πήγες εκεί
να...» Διέκοψε τη φράση του, χωρίς να ολοκληρώσει ποτέ αυτό που σκόπευε να πει. «Ανησυχώ, αυτό είναι όλο».
Η Κάρι μόρφασε στην υπενθύμιση των φοιτητικών της χρόνων. «Απλώς δεν ήμουν κατάλληλη για το κολέγιο. Μου αρέσει
να είμαι έξω... Θέλω δράση». Αναστέναξε βαθιά κι έσφιξε περισσότερο το τηλέφωνο στο χέρι της. «Πες στη μαμά ότι την
αγαπώ πολύ. Τώρα πρέπει να φύγω, γιατί αλλιώς θ’ αργήσω στη δουλειά. Σ’ αγαπώ, μπαμπά».
«Κι εγώ σ’ αγαπώ. Θα τα ξαναπούμε σύντομα».
Αφού έκλεισε το τηλέφωνο, η Κάρι έκανε ένα ντους, ντύθηκε και διένυσε με το νοικιασμένο της αυτοκίνητο τα τρία
χιλιόμετρα που απείχε το σπίτι από το κέντρο του Γουίντερ Χέιβεν. Μόνο όταν πάρκαρε συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει
μισή ώρα νωρίτερα την πρώτη της μέρα στη δουλειά.
Βγήκε από το αυτοκίνητο και στάθηκε κάτω από την ταμπέλα του «Ποτηριού», της εξειδικευμένης κάβας κρασιών όπου θα
περνούσε το τέλος του καλοκαιριού της και τις αρχές του φθινοπώρου. Γι’ αυτό είχαν γίνει όλα, άλλωστε. Αυτός ήταν ο
στόχος της τα χρόνια που δούλευε στους αμπελώνες, όσο εξελισσόταν από απλή εργάτρια σε βοηθό αμπελουργού και,
αφότου πήρε το πτυχίο της, σε υποδιευθύντρια.
Μάζευε με μεγάλη ζέση γνώσεις για τις προσμείξεις ειδών που δημιουργούν καινούριες, καλύτερες ποικιλίες. Της άρεσε που
έβλεπε το τελικό προϊόν του τρύγου να εμφιαλώνεται για να προωθηθεί στην κατανάλωση. Είχε δοκιμάσει πολλούς τομείς
προτού αποφασίσει να παρακολουθήσει τον κλάδο των πωλήσεων και του μάρκετινγκ, με ειδίκευση στην αμπελουργία, παρ’
όλο που ο πατέρας της διαφωνούσε με αυτού του είδους τις σπουδές.
Μόλις λοιπόν βρέθηκε στους αμπελώνες, ήθελε να εφαρμόσει στην πράξη τις γνώσεις της με σκοπό την ανάπτυξη της
επιχείρησης. Είχε χρειαστεί σχεδόν μια ολόκληρη χρονιά για να πείσει τον πατέρα της ότι τα καταπληκτικά κρασιά του
Ουτσέλι έπρεπε να εξαχθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι θα έμπαινε εκείνη επικεφαλής αυτού του εγχειρήματος. Όταν ο
Τζέικ, ο σύζυγος της νιόπαντρης Μαριαμπέλα, προσφέρθηκε να την καλύψει οικονομικά για να ανοίξει μια κάβα σ’ αυτή τη
μικρή τουριστική πόλη της Ιντιάνα, ο τέως βασιλιάς του Ουτσέλι επιτέλους συμφώνησε.
Στην αρχή η Κάρι είχε αρκεστεί να αφήσει το μαγαζί στην τύχη του, ενώ εκείνη το παρακολουθούσε από μακριά καθώς
εργαζόταν δίπλα στο γενικό διευθυντή του αμπελώνα. Αλλά όταν οι πρώτες βδομάδες πέρασαν και είδε τις πωλήσεις των
κρασιών του Ουτσέλι στην Αμερική να παραμένουν στάσιμες, κατάλαβε ότι έπρεπε να πάρει την υπόθεση στα χέρια της. Να
κάνει δηλαδή αυτό που τη χαροποιούσε όσο τίποτα: να περάσει στην πράξη. Σε τελική ανάλυση, να θέσει σε εφαρμογή όλα
όσα είχε διδαχτεί στο κολέγιο.
Είχε μείνει δυο βδομάδες σε μια κάβα του Ουτσέλι, μαθαίνοντας την τεχνική των πωλήσεων. Ακόμα και τότε, όμως, ο
πατέρας της διατηρούσε τις αμφιβολίες του, βέβαιος ότι σε μια μέρα, μια βδομάδα, ένα μήνα η κόρη του θα το βαριόταν και
θα καταπιανόταν με κάτι καινούριο.
Και πώς μπορούσε να τον κατηγορήσει γι’ αυτό; Όταν είχε επιστρέψει στο σπίτι της ύστερα από το τρίτο και τελευταίο
κολέγιο, ο πατέρας της ήταν σίγουρος πως δε θα την έβλεπε να κατασταλάζει σ’ ένα επάγγελμα, παρά το κορνιζαρισμένο
πτυχίο της. Αλλά η Κάρι κατέφυγε στα κτήματα και αμέσως ένιωσε σαν στο σπίτι της, συνειδητοποίησε ότι αυτός ήταν ο
προορισμός της, ότι εκεί βρισκόταν ανέκαθεν το νόημα της ζωής της. Έστω και μια μικρή αμφιβολία να υπήρχε ως τότε στο
μυαλό της, διαλύθηκε αμέσως.
Και τώρα ετοιμαζόταν να αποδείξει όχι μόνο ότι άξιζε ως διευθύντρια του αμπελώνα, αλλά και ότι τα κρασιά του Ουτσέλι
άξιζαν να βγουν στις αγορές του εξωτερικού. Και ίσως, απλά ίσως, όταν επέστρεφε στη χώρα της, ο πατέρας της να
αναγνώριζε επιτέλους πως ήταν ταγμένη σ’ αυτή τη δουλειά και ότι το επόμενο σκαλοπάτι θα ήταν να διευθύνει τις
υπερατλαντικές επιχειρήσεις. Αν όχι, θα έκανε αιματηρές οικονομίες και θα αποταμίευε, ώσπου να αποκτούσε έναν ολοδικό
της αμπελώνα.
Παρ’ όλα αυτά, δεν έπαυαν να τη βασανίζουν κάποιες ενοχλητικές σκέψεις. Τι θα γινόταν αν εγκατέλειπε κι αυτό της το
όνειρο; Τι θα γινόταν αν αποτύχαινε; Πού θα πήγαινε τότε;
Όχι! Δε θα αποτύχαινε. Τελεία και παύλα.
Ξεκλείδωσε την πόρτα της εισόδου, μπήκε μέσα κι έκανε τις πρώτες απαραίτητες ενέργειες ώστε ν’ ανοίξει το μαγαζί. Ως τη
στιγμή που κατέφθασε η Φέιθ, η μόνιμη υπάλληλος της κάβας, το μαγαζί είχε ζωντανέψει από τη μουσική και τον ευχάριστο
φωτισμό. «Ωωω!» αναφώνησε η Φέιθ, αφήνοντας την τσάντα της πίσω από το ταμείο. «Ήρθες πολύ νωρίς!»
«Είμαι πολύ ενθουσιασμένη για την πρώτη μου μέρα στη δουλειά», της εξήγησε η Κάρι και πήγε να πιάσει από την άλλη
μεριά ένα πολύ βαρύ καλάθι με κρασιά για να τη βοηθήσει να το βγάλει έξω, στο πεζοδρόμιο. Η πωλήτρια, με την οποία είχαν
γνωριστεί την Παρασκευή, τη μέρα δηλαδή που η Κάρι είχε φτάσει στο Γουίντερ Χέιβεν, ήταν μια ψηλή, λεπτή ξανθιά
κοπέλα με ζεστό χαμόγελο και μεγάλα, πράσινα μάτια. Την είχε καλωσορίσει και για μια ολόκληρη ώρα τη ρωτούσε για τα
κρασιά του Ουτσέλι, ολοφάνερα ενθουσιασμένη επειδή είχε γνωρίσει κάποιον που είχε άμεση σχέση με τους αμπελώνες.
«Είναι πολύ ευχάριστο να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που αγαπούν τη δουλειά τους», είπε η Φέιθ τώρα, καθώς έμπαιναν
πάλι στο μαγαζί. «Η τελευταία υπάλληλος που είχαμε αργούσε τόσο συχνά, που αναγκάστηκα να της κάνω δώρο ένα
ξυπνητήρι στα γενέθλιά της».
«Είχε αποτέλεσμα;»
«Όχι. Το ίδιο βράδυ της έπεσε κάτω τη στιγμή που έτρεχε στο αυτοκίνητό της, επειδή είχε αργήσει σ’ ένα ραντεβού!» Η
Φέιθ κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά. «Εσύ όμως φαίνεται από την πρώτη ματιά ότι θα είσαι πολύ καλύτερή της.
Επιπλέον γνωρίζεις αυτά τα κρασιά καλύτερα απ’ τον καθένα».
Η Κάρι απομάκρυνε μια μακριά μπούκλα από τα σκουροκάστανα μαλλιά της και τη στερέωσε πίσω από το αυτί της. Τα
μάγουλά της κοκκίνισαν. «Σ’ ευχαριστώ πολύ».
«Α, άκου, την επόμενη Παρασκευή θα κάνω πάρτι», είπε η Φέιθ καθώς τακτοποιούσε μια σειρά από πώματα κρασιών πάνω
σ’ ένα στρογγυλό τραπεζάκι, δίπλα στο ταμείο. «Μόνο χάμπουργκερ και πατάτες, στο εξοχικό μου στη λίμνη, προτού
χαλάσει τελείως ο καιρός και δε θα μπορούμε να καθίσουμε έξω. Πρέπει να έρθεις. Θα γνωριστείς με αρκετούς από τους
ντόπιους. Ίσως και να συναντήσεις κανέναν σέξι τύπο για μια περιπετειούλα τώρα που τελειώνει το καλοκαίρι», πρόσθεσε η
κοπέλα, μορφάζοντας πονηρά.
«Περιπετειούλα; Εγώ;» Η Κάρι γέλασε. «Δεν είναι στο χαρακτήρα μου».
«Για σκέψου το καλύτερα. Οι συνθήκες είναι οι ιδανικότερες. Θα είσαι εδώ για λίγες μόνο βδομάδες προτού ξαναγυρίσεις
στην άλλη άκρη του κόσμου. Υπάρχει πιο κατάλληλη περίσταση για μια σύντομη περιπέτεια;»
«Οι πριγκίπισσες δεν κάνουν τέτοια πράγματα, Φέιθ. Ο πατέρας μου θα πάθει εγκεφαλικό». Φαντάστηκε την έκφραση του
πατέρα της αν πρόσθετε κι ένα ερωτικό σκάνδαλο στον κατάλογο των λαθών της. Κάτι τέτοιο θα ήταν δέκα φορές χειρότερο
από εκείνη τη φορά που κατέφθασε σ’ ένα γεμάτο δημοσιογράφους δείπνο με τον πρωθυπουργό της Βρετανίας
αργοπορημένη μισή ώρα, φορώντας ένα μπλουτζίν λεκιασμένο από σταφύλι.
Η Φέιθ έσκυψε προς το μέρος της. «Κάθε γυναίκα αξίζει να ζήσει μια περιπέτεια, Κάρι. Ειδάλλως θα καταλήξεις
παντρεμένη, με κάμποσα κουτσούβελα στα πόδια σου και θα αναρωτιέσαι πού στην ευχή πήγαν τα καλύτερά σου χρόνια».
Η Κάρι συλλογίστηκε την προδιαγεγραμμένη ζωή που την περίμενε. Τη ζωή που οι άλλοι ήθελαν για κείνη. Η μεγαλύτερη
αδερφή της ήταν ήδη παντρεμένη και είχε βάλει μπρος για παιδιά, ενώ η μεσαία, η βασίλισσα, είχε αρραβωνιαστεί τον
προηγούμενο μήνα. Από την Κάρι όλοι περίμεναν ότι θα επέστρεφε στο Ουτσέλι, θα ακολουθούσε ένα αποδεκτό επάγγελμα,
θα έβρισκε έναν αποδεκτό σύζυγο, όπως είχαν κάνει οι μεγαλύτερες αδερφές της, και μετά θα γέμιζε την ατζέντα της με
προσκλήσεις για δεξιώσεις, για εγκαίνια και για ομιλίες που ανεβάζουν το ηθικό.
Μπλιαχ! Και μόνο που σκεφτόταν τι την περίμενε, της ερχόταν να βγει έξω στριγκλίζοντας. Πώς είχε καταφέρει η μητέρα
της να τα βγάλει πέρα; Μήπως αυτός ήταν ο λόγος που θυμόταν τόσο έντονα τις ξένοιαστες μέρες της στο Γουίντερ Χέιβεν;
Μήπως αυτή ήταν η μοναδική περίοδος της ζωής της που ένιωθε πραγματικά ελεύθερη να είναι ο εαυτός της;
«Θα έρθω», είπε τελικά η Κάρι, αποφασίζοντας πως όσο θα βρισκόταν εκεί, θα αποκτούσε όσο περισσότερες εμπειρίες
μπορούσε. Ίσως να μην έμπαινε σε κάποια ερωτική περιπέτεια, αλλά σκόπευε να περάσει όσο καλύτερα γινόταν. Μπορεί να
ήταν η τελευταία ευκαιρία της για ένα μεγάλο διάστημα, και ήθελε να εκμεταλλευτεί στο έπακρο αυτό το διάλειμμα από τις
απαιτήσεις των άλλων.
Η μητέρα της της είχε μιλήσει δεκάδες φορές γι’ αυτή τη μικρή πόλη της Ιντιάνα, ένα μέρος που είχε επισκεφθεί μια φορά
στα νιάτα της, προτού φέρει στη ζωή την Κάρι. Είχε μείνει εκεί ένα ολόκληρο καλοκαίρι με ψεύτικο όνομα, σαν κοινή θνητή
και όχι ως βασίλισσα. Εκείνα τα χρόνια, οι δημοσιογράφοι δεν προσπαθούσαν τόσο ανελέητα να αποκαλύψουν την
παραμικρή λεπτομέρεια της προσωπικής ζωής των επωνύμων, ούτε και διέθεταν τις πηγές του Διαδικτύου. Έτσι η Μπιάνκα
διέθετε την, πλέον, σπάνια πολυτέλεια του να περνάει απαρατήρητη. Ανέφερε λοιπόν στην Κάρι τόσο συχνά αυτή την πόλη,
ώστε όταν εκείνη κάθισε να ψάξει μαζί με τον Τζέικ ένα μέρος στις Ηνωμένες Πολιτείες στο οποίο θα μπορούσαν να
πειραματιστούν, το Γουίντερ Χέιβεν ήταν η πρώτη επιλογή που της ήρθε στο μυαλό. Και, πράγματι, τις λιγοστές μέρες που
βρισκόταν εκεί, είχε διαπιστώσει από πρώτο χέρι το λόγο για τον οποίο η μητέρα της είχε λατρέψει αυτό το μέρος. Ήταν ένας
τόπος γοητευτικός, ήσυχος, γεμάτος ζεστασιά και φιλόξενους ανθρώπους.
Επιπλέον, αν ήθελε να είναι απόλυτα ειλικρινής, έπρεπε να παραδεχτεί ότι είχε μεγάλη επιθυμία να μάθει γιατί ασκούσε αυτή
η μικρή πόλη τόση γοητεία στη μητέρα της. Κάθε φορά που πρόφερε το όνομα Γουίντερ Χέιβεν, τα χαρακτηριστικά της
μαλάκωναν και το βλέμμα της γινόταν ονειροπόλο. Η Κάρι δεν μπορούσε λοιπόν παρά να αναρωτιέται για ποιο λόγο της είχε
μείνει αξέχαστος αυτός ο τόπος.
Το πρωινό πέρασε γρήγορα, με κάμποσους πελάτες να μπαίνουν στο κατάστημα. Κάθε φορά που ένα μπουκάλι κρασί
έφευγε από το Ποτήρι η Κάρι ένιωθε να την πλημμυρίζει ένα γλυκό ρίγος. Κατά κάποιον τρόπο ήταν σαν να πρόσφερε ένα
κομμάτι της κληρονομιάς της. Και ήταν πολύ χαρούμενη που μοιραζόταν τους καρπούς της γενναιόδωρης γης της πατρίδας
της με άλλους ανθρώπους. Αναμφίβολα αυτός ήταν ο τομέας της, και το ήξερε.
Κατά τις έντεκα η ώρα η δουλειά έπεσε. «Το δίχως άλλο, έχεις το χάρισμα...» σχολίασε η Φέιθ. «Ποτέ άλλοτε δεν
πουλήσαμε τόσα μπουκάλια μέσα σε δυο ώρες».
«Φαίνεται πως ο κόσμος έχει όρεξη για κρασί σήμερα!»
«Αυτό λες να είναι; Ή μήπως ζαλίζονται που γνωρίζουν μια αληθινή πριγκίπισσα και αγοράζουν όσο περισσότερα
μπουκάλια μπορούν;»
«Ω, αυτό δεν το ξέρω». Η Κάρι μιλούσε για τη βασιλική της καταγωγή όταν οι πελάτες απορούσαν για την προφορά της,
που όμως δεν ήταν και πολύ έντονη, δεδομένου ότι είχε ζήσει κάμποσα χρόνια εσώκλειστη σε αγγλικά σχολεία –μία από τις
πάμπολλες προσπάθειες των γονιών της να χαλιναγωγήσουν την ανυπάκουη κόρη τους. Ωστόσο έδινε αυτές τις πληροφορίες
απρόθυμα, και μόνο όταν οι πελάτες την πίεζαν.
«Σου το λέω, πρέπει να εκμεταλλευτούμε την πριγκιπική σου καταγωγή. Να βάλουμε ταμπελίτσα και τα σχετικά», πρότεινε
η Φέιθ.
«Ταμπελίτσα;»
«Ε, κάτι μικρό. Δεν είπα να κρεμάσουμε αφίσες! Το Γουίντερ Χέιβεν είναι τουριστικός προορισμός. Η πριγκιπική λάμψη
είναι κάτι που τραβάει πάντα τους τουρίστες».
Η Κάρι δίσταζε. «Δεν ξέρω».
«Δε θα σου κάνει κακό λίγη μόστρα, φιλενάδα!» αστειεύτηκε η Φέιθ.
Να διαφήμιζε την καταγωγή της; Να τη χρησιμοποιούσε σαν διαφημιστικό εργαλείο; Η ιδέα ενόχλησε την Κάρι. Το γεγονός
ότι ήταν γαλαζοαίματη αποτελούσε πάντα εμπόδιο για την ελευθερία της. «Πιστεύω πως είναι καλύτερα να μην το
αναφέρουμε καθόλου».
«Μα θα ανέβαζε στα ύψη τις πωλήσεις», επέμεινε η Φέιθ. «Αυτός δεν είναι ο στόχος σου; Να πάει καλά το μαγαζί;»
Αντιμέτωπη μ’ αυτό το επιχείρημα, η Κάρι δεν είχε λόγους να αρνηθεί. Κι αν αυτό που σιχαινόταν περισσότερο στη ζωή της
αποδεικνυόταν το καλύτερο εργαλείο για την επίτευξη του σκοπού της; Επιπλέον, αν το χειριζόταν σωστά, θα έδειχνε στους
γονείς της πως η Καρλίτα Σαντάρο ήταν η τέλεια εκπρόσωπος για τα κρασιά του βασιλείου.
Χαμήλωσε το βλέμμα στο ξεβαμμένο μπλουτζίν παντελόνι και στο μακό μπλουζάκι της με το λογότυπο του καταστήματος.
«Ένα πράγμα είναι σίγουρο».
«Και ποιο είναι αυτό;» τη ρώτησε η Φέιθ.
«Ότι δε θα είμαι η πριγκίπισσα που φαντάζονται».
Η νεαρή πωλήτρια χαμογέλασε. «Να ξέρεις ότι αυτό αποτελεί κομμάτι της γοητείας σου».
Η Κάρι προχώρησε κι έπιασε από τη βιτρίνα το μαυροπίνακα με τις προσφορές της ημέρας. «Λοιπόν; Πού έχεις τις
κιμωλίες;»

Η ταμπέλα έκανε θαύματα. Μόλις διαδόθηκε η είδηση της παρουσίας της Κάρι στην κάβα, η δουλειά στην αρχή
διπλασιάστηκε και μετά τετραπλασιάστηκε. Ο πηγαία εξωστρεφής χαρακτήρας της Κάρι ήταν ό,τι έπρεπε για τους περίεργους
τουρίστες. Η Φέιθ κατενθουσιάστηκε από την απίστευτη άνοδο των πωλήσεων και είχε αρχίσει ήδη να συζητάει για την
ανάγκη πρόσληψης εποχιακών υπαλλήλων ώστε να μπορούν να αντεπεξέρχονται στην ξαφνική συρροή πελατών. Κάθε μέρα,
η Κάρι επέστρεφε στο σπίτι δίπλα στη λίμνη γεμάτη ικανοποίηση και περηφάνια για τη δουλειά της.
Ίσως τώρα, αφού θα έβλεπε τη συμβολή της κόρης του στις ανοδικές πωλήσεις των βραβευμένων κρασιών του Ουτσέλι
στην Αμερική, ο πατέρας της να παραδεχόταν επιτέλους ότι ήταν γεννημένη γι’ αυτή τη δουλειά. Ότι η καρδιά της ανήκε εκεί,
κι όχι στο παλάτι ή σε κάποιο αποπνικτικό γραφείο.
«Σε πειράζει να πάω έξω για φαγητό σήμερα;» τη ρώτησε η Φέιθ το μεσημεράκι της Πέμπτης, κάποια στιγμή που η δουλειά
καταλάγιασε. «Το ξέρω ότι πνιγόμαστε και δε μου αρέσει καθόλου που σ’ το ζητάω, όμως έχουν έρθει σήμερα στην πόλη η
αδερφή μου και η μητέρα μου και θέλουν να τις βοηθήσω στην οργάνωση του πάρτι για την εγκυμοσύνη της μικρότερης
αδερφής μου».
«Να πας. Τα έχω όλα υπό έλεγχο», την καθησύχασε η Κάρι. Έπειτα έριξε μια ματιά στην ταμειακή μηχανή, που αποτελούσε
τον εφιάλτη της από τη στιγμή που είχε πιάσει δουλειά εκεί. Μπορούσε να κάνει τα πάντα μέσα στο μαγαζί, εκτός από το να
πείσει το δύστροπο μηχάνημα να την υπακούει. Όποιο κουμπί κι αν πατούσε, ποτέ δεν ήταν το σωστό. «Δηλαδή... σχεδόν
όλα».
Η Φέιθ γέλασε. «Άκου, αν σου κάνει νάζια, σημείωνε την πώληση σ’ ένα χαρτί και θα τα φτιάξουμε όλα αργότερα. Να
θυμάσαι μόνο ότι μ’ αυτό εδώ το κουμπί...» Πάτησε ένα μεγάλο πράσινο πλήκτρο. «...ανοίγει το συρτάρι».
Η Κάρι έγνεψε καταφατικά. «Εντάξει. Το ’πιασα».
Όταν έφυγε η Φέιθ, η Κάρι βάλθηκε να ξεσκονίζει τα ράφια και να καθαρίζει τα μπουκάλια, ενώ μερικοί πελάτες
περιφέρονταν μέσα στο μαγαζί. Κάποια στιγμή κατέβασε από το κεντρικό ράφι ένα κορυφαίο κρασί του Ουτσέλι, ένα
ευγενικό πινό με αρώματα εσπεριδοειδών και αμυγδάλου. Ήταν ένα κρασί ξηρό, με έντονη προσωπικότητα και επίγευση που
μάγευε τον ουρανίσκο. Απ’ όλα τα κρασιά παραγωγής τους, αυτό ήταν το αγαπημένο της.
Ένα συναίσθημα ιδιοκτησίας και περηφάνιας την πλημμύρισε. Τα είχε περιποιηθεί η ίδια αυτά τα κλήματα, είχε βοηθήσει
στη συγκομιδή του καρπού τους. Είχε χειριστεί τα μηχανήματα που μετέτρεπαν το σταφύλι από καρπό σε ποτό. Για πολλά
χρόνια υπήρξε η απείθαρχη κόρη που αργούσε στις κοσμικές δεξιώσεις, που δεν πήγαινε ποτέ να κόψει κόκκινες κορδέλες,
εκείνη που έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να αποποιείται την ταυτότητά της και όσες υποχρεώσεις τη συνόδευαν.
Τι παράξενο που όλη αυτή η αντίδραση στις παραδόσεις μπορούσε να καταλήξει σε κάτι τόσο γλυκό, τόσο όμορφο.
Η ετικέτα ήταν διακοσμημένη με μια καλλιτεχνική απόδοση του πύργου, με την περίτεχνη πέτρινη πρόσοψη που έκανε
αντίθεση με το αγροτικό περιβάλλον και τη βραχώδη ακτή. Έσυρε τα δάχτυλά της πάνω στην απεικόνιση των τεσσάρων
πυργίσκων, στα ζωηρόχρωμα πορφυρά και χρυσαφένια τριγωνικά σημαιάκια.
Το καμπανάκι πάνω από την πόρτα ήχησε. Η Κάρι ακούμπησε στη θέση του το μπουκάλι και στράφηκε προς την είσοδο.
Ένας ψηλός άντρας στεκόταν στο κατώφλι. Το γυμνασμένο κορμί του θαρρείς και κάλυψε μεμιάς όλη την είσοδο. Οι απαλοί
κυματισμοί στα κοντοκομμένα μαύρα μαλλιά του τόνιζαν τις αυστηρές γωνίες του πιγουνιού του. Τα γυαλιά ηλίου έκρυβαν
τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του, προσδίδοντάς του μια αύρα μυστηριώδη. Φορούσε μπλουτζίν παντελόνι κι ένα ελαφρώς
τσαλακωμένο πουκάμισο που τον έκανε να δείχνει σέξι και ταυτόχρονα ατημέλητος.
Ω Θεέ μου! Η Κάρι αισθάνθηκε ένα παράξενο σφίξιμο στο στήθος· χρειάστηκε να πιέσει τον εαυτό της για να επικεντρωθεί
στη δουλειά της κι όχι στον άγνωστο. «Καλώς ήρθατε στο Ποτήρι», του είπε. «Να σας βοηθήσω να βρείτε αυτό που ζητάτε;»
Εκείνος έδειξε το μαυροπίνακα της βιτρίνας. «Ζητάω την πριγκίπισσα».
Η Κάρι χαμογέλασε. Άνοιξε διάπλατα τα μπράτσα δείχνοντας τον εαυτό της, και σκέφτηκε πως θα ήταν δικό του πρόβλημα
αν απογοητευόταν ανακαλύπτοντας πως δεν επρόκειτο για μια διαμαντοστολισμένη υψηλοτάτη. «Ολόκληρη».
Ο άντρας ύψωσε το ένα του φρύδι απορημένος. «Εσείς;»
«Μάλιστα». Έτεινε το χέρι της για χειραψία. Τις τελευταίες μέρες είχε συνηθίσει να συστήνεται ως πριγκίπισσα, όμως αυτή
τη φορά δίστασε. Κι αυτό επειδή αναρωτήθηκε ποια θα ήταν η αντίδραση αυτού του γοητευτικού άντρα. «Είμαι η Καρλίτα
Σαντάρο, τριτότοκη κόρη του βασιλιά και της βασίλισσας του Ουτσέλι. Δηλαδή της χώρας όπου καλλιεργούνται τα αμπέλια
και εμφιαλώνονται τα κρασιά μας».
Ο άγνωστος έβγαλε τα γυαλιά του, αποκαλύπτοντας ένα ζευγάρι μάτια τόσο γαλανά, που θύμισαν στην Κάρι τη θάλασσα
που αγκάλιαζε την πατρίδα της. Και το χέρι του, όταν έσφιξε το δικό της, ήταν δυνατό, γεμάτο σιγουριά. Στο μυαλό της
ήρθαν αμέσως τα λόγια της Φέιθ, όταν της μιλούσε για ερωτικές περιπέτειες. Αυτός ο άντρας ήταν ό,τι πιο κατάλληλο για μια
γυναίκα που αναζητούσε λίγη περιπέτεια στη ζωή της. Ψηλός, μελαχρινός, με βαθιά φωνή που την αναστάτωνε βαθιά. Και το
καλύτερο απ’ όλα; Δε φορούσε βέρα.
«Συγνώμη», της είπε. «Περίμενα κάτι πιο... επίσημο».
Η Κάρι κατέβασε το βλέμμα στο σκούρο μπλουτζίν της και στο φούξια μπλουζάκι με το λογότυπο της κάβας. Και γέλασε.
«Ξέρετε, οι πριγκίπισσες δεν κυκλοφορούν κάθε μέρα με μακριά φορέματα και τιάρες».
«Πράγματι». Ο άντρας άφησε το χέρι της και έψαξε στην τσέπη του πουκαμίσου του για την επαγγελματική του κάρτα. Τη
βρήκε και της την έδωσε. «Λέγομαι Ντάνιελ Ρέινολντς. Εργάζομαι ως παραγωγός και ρεπόρτερ για την εκπομπή
Αποκαλυπτική Ενημέρωση. Θα ήθελα να κάνω ένα ρεπορτάζ με θέμα εσάς και το κατάστημα».
Τα μάτια της Κάρι γούρλωσαν καθώς κοίταζε την κάρτα και μετά πάλι εκείνον. «Ρεπορτάζ; Για τις ειδήσεις;»
«Ε... όχι, η εκπομπή μου δεν είναι αμιγώς ενημερωτική». Ξερόβηξε απαλά. «Μας αρέσει να τη χαρακτηρίζουμε ψυχαγωγικο-
ενημερωτική».
Η Κάρι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Και να σκεφτεί κανείς ότι ήταν έτοιμη να του ζητήσει ραντεβού! Δίχως άλλο, οι
κεραίες της δε λειτουργούσαν· μόλις τους είχε ξεφύγει ένα ακόμα αρπακτικό. «Χα! Παπαράτσι! Γιατί δε μου κάνει
εντύπωση;» Στράφηκε απότομα από την άλλη, αδιαφορώντας για την επαγγελματική κάρτα. «Ευχαριστώ, αλλά δε θα πάρω».
Πλησίασε μια κυρία που είχε μπει στο μεταξύ στο μαγαζί και άρχισε να της παρουσιάζει τις προσφορές του καταστήματος
στα λευκά κρασιά.
«Δεν είμαι παπαράτσι», επέμεινε ο Ντάνιελ Ρέινολντς, ακολουθώντας την από πίσω.
«Αυτό εδώ, ποικιλίας ρίσλινγκ, είναι από τα πρώτα σε πωλήσεις», εξήγησε η Κάρι στη γυναίκα, αγνοώντας τον. Ας της
έλεγε ό,τι ήθελε. Τους ήξερε καλά όλους αυτούς. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να πιάσουν λαβράκι, να κάνουν μία
ακόμα επιτυχία στην τηλεόραση. «Αν σας αρέσουν τα γλυκά κρασιά, αυτό είναι το ιδανικό».
Η γυναίκα χτυπούσε το δάχτυλο στα χείλη της όσο το σκεφτόταν. «Δεν ξέρω... Προτιμώ κάτι ενδιάμεσο, ούτε πολύ γλυκό
ούτε πολύ ξηρό».
«Τότε επιτρέψτε μου να σας προτείνω το...»
«Ένα τέτοιο ρεπορτάζ θα έβαζε για τα καλά στο χάρτη το μαγαζί σας».
«Αυτό το πινό. Πιο ξηρό από το ρίσλινγκ αλλά όχι τόσο όσο το σαρντονέ που βλέπατε προηγουμένως». Άπλωσε το χέρι της
για να πιάσει το μπουκάλι, όμως προτού προλάβει να το αγγίξει, ο Ντάνιελ Ρέινολντς έβαλε την κάρτα του στην παλάμη της.
Και τότε η Κάρι στράφηκε απότομα προς το μέρος του. «Προσπαθώ να κάνω τη δουλειά μου εδώ πέρα!»
«Κι εγώ τη δική μου», της είπε εκείνος, πιέζοντας την κάρτα στην παλάμη της. «Τουλάχιστον σκεφτείτε το».
«Δε νομίζω». Η Κάρι πήρε την κάρτα, την έσκισε στα δύο και πέταξε τα κομμάτια στο πάτωμα. «Δε μ’ ενδιαφέρουν
καθόλου όσα έχεις να μου πεις. Ούτε τώρα ούτε ποτέ. Να πας να βρεις κανέναν άλλον να βασανίσεις!» Στράφηκε προς την
πελάτισσα, και μόνο όταν άκουσε την πόρτα του μαγαζιού να ξανακλείνει ξεφύσησε ανακουφισμένη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ένας ροζ σίφουνας εισέβαλε στο δωμάτιο και ρίχτηκε κατευθείαν στην αγκαλιά του Ντάνιελ. «Μπαμπάκα!»
Εκείνος γέλασε και σήκωσε ψηλά την κόρη του, φέρνοντάς την ως το στήθος του. Μεμιάς η καρδιά του πλημμύρισε από
βαθιά, δυνατή αγάπη κι έσφιξε κι άλλο τα μπράτσα του, εισπνέοντας το φραουλένιο άρωμα του σαμπουάν της Άναμπελ.
Υπήρχαν στιγμές που πραγματικά δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό το τετράχρονο πλάσμα ήταν δικό του.
Ένας οξύς πόνος τον διαπέρασε καθώς θυμήθηκε τη Σάρα και όλα όσα εκείνη έχανε. Στη διάρκεια του ενός χρόνου που η
Σάρα είχε φύγει από τη ζωή, η Άναμπελ είχε αλλάξει χίλιες φορές. Και η σύζυγός του, η γυναίκα που θυσιάστηκε για τη
μητρότητα, λες και είχε πλαστεί μονάχα γι’ αυτόν το σκοπό, δεν μπορούσε να καμαρώσει την κόρη της να μεγαλώνει. Να
πάρει! Δάκρυα έκαψαν τα μάτια του, όμως τα συγκράτησε προτού τα δει η Άναμπελ.
«Ευτυχώς που ήρθες. Αυτό το παιδί μ’ έχει ξεκάνει. Είναι μια μπάλα γεμάτη ενέργεια. Μια χαριτωμένη μπαλίτσα», είπε η
Γκρέτα Ρέινολντς, η μητέρα του Ντάνιελ, και, απλώνοντας το χέρι της, ανακάτεψε τα μαλλιά του κοριτσιού. «Παίξαμε
κρυφτό, χτίσαμε ολόκληρη πόλη με τις Μπάρμπι, ψήσαμε μια φουρνιά μπισκότα σοκολάτας και κοντέψαμε να ξεβάψουμε το
επιτραπέζιο της Ντόρας της Εξερευνήτριας από το πολύ παιχνίδι».
Ο Ντάνιελ ανασήκωσε ακόμα πιο ψηλά την Άναμπελ. «Αλήθεια λέει;»
«Ναι!»
«Πρέπει να περάσατε πολύ καλά, λοιπόν».
«Πράγματι. Αλλά τώρα πάω να βάλω το φαγητό στο φούρνο». Η Γκρέτα χτύπησε ανάλαφρα τον Ντάνιελ στον ώμο κι
ύστερα προχώρησε προς τον πάγκο της κουζίνας, όπου ένα κοτόπουλο και διάφορα λαχανικά περίμεναν να ενωθούν σ’ ένα
ταψί για να μαγειρευτούν.
«Από δω, μπαμπά», είπε η Άναμπελ, τραβώντας τον πατέρα της από το χέρι για να τον πάει στο τραπέζι της κουζίνας. «Έλα
να σε κεράσω τσάι».
Ο Ντάνιελ έπνιξε ένα στεναγμό. Όχι πάλι πάρτι τσαγιού! Ένα πλαστικό σερβίτσιο τσαγιού ήταν στρωμένο πάνω στο
στρογγυλό ξύλινο τραπέζι και οι δύο από τις τέσσερις καρέκλες ήταν κατειλημμένες από τον Μπούμπη, το λούτρινο αρκούδο
του κοριτσιού, και από ένα μεγάλο ροζ λαγό, που ο Ντάνιελ δε θυμόταν το όνομά του. Και προτού προλάβει να αρνηθεί, η
Άναμπελ τον είχε καθίσει σε μια καρέκλα και εκείνη είχε πάρει την απέναντι θέση. Μόλις ο Ντάνιελ άπλωσε το χέρι του για
να πιάσει ένα πλαστικό φλιτζάνι, η μικρή τον σταμάτησε. «Όχι, μπαμπά. Πρώτα πρέπει να φορέσεις αυτό». Πέταξε προς το
μέρος του ένα ροζ πουπουλένιο φουλάρι.
Ο Ντάνιελ την κοίταξε καχύποπτα. «Πρέπει να φορέσω αυτό το πράγμα;»
Η Άναμπελ σούφρωσε τα χείλη της. «Μα, μπαμπά, έχουμε πάρτι!» του είπε, λες κι ήταν κάτι απόλυτα φυσιολογικό.
Ο Ντάνιελ είχε παρευρεθεί σε επαγγελματικά δείπνα μέσα σε πεντάστερα ξενοδοχεία. Είχε πάρει συνεντεύξεις από επιφανείς
ανθρώπους που επισκέπτονταν τη χώρα. Είχε παραστεί σε επίσημες δεξιώσεις. Θα σκεφτόταν λοιπόν κανείς πως δεν είχε
κανένα πρόβλημα να καθίσει με την κόρη του σ’ ένα ψεύτικο πάρτι τσαγιού. Όμως κάθε φορά που επρόκειτο να προσποιηθεί
ή να γίνει λίγο αστείος, κυριαρχούσε η λογική του πλευρά και σοβάρευε απότομα. Παραμέρισε λοιπόν το ροζ φουλάρι. «Ε...
σέρβιρέ μου το τσάι, Άναμπελ».
Η μικρή υποκρίθηκε ότι έχυνε το υγρό στο φλιτζανάκι. «Ορίστε, μπαμπά».
Ο Ντάνιελ το σήκωσε και το αναποδογύρισε. «Δεν έχει τίποτα μέσα».
«Μα, μπαμπά, πρέπει να κάνεις ότι έχει...» είπε η μικρή αναστενάζοντας απογοητευμένη. Σήκωσε το δικό της φλιτζάνι,
τέντωσε το μικρό της δαχτυλάκι και ρούφηξε το ανύπαρκτο τσάι. «Βλέπεις;»
Στο πρόσωπο και στη φωνή της φαινόταν ολοκάθαρα η λύπη που ο πατέρας της δε φερόταν σαν σωστός καλεσμένος στο
πάρτι της. Ο Ντάνιελ είχε απογοητεύσει την κόρη του, είχε καταφέρει το μόνο πράγμα που δεν ήθελε. Όμως ένιωθε έξω από
τα νερά του, σαν άνθρωπος χαμένος στην έρημο χωρίς πυξίδα, ο οποίος κάθε φορά που προσπαθούσε να διορθώσει την
πορεία του χειροτέρευε την κατάσταση ακόμα περισσότερο. Αυτό άλλωστε δεν ήταν το μόνιμο παράπονο της Σάρας; Ότι δεν
ήταν παρών, ότι έλειπε πολύ και δε συμμετείχε ποτέ; Και τώρα αυτές οι απουσίες τον εκδικούνταν. «Συγνώμη, γλυκιά μου.
Δεν είμαι καλός στα παιχνίδια».
«Όχι, δεν είσαι», μουρμούρισε η Άναμπελ και στράφηκε στον αρκούδο της, πλησιάζοντας το φλιτζάνι στο κεντημένο στόμα
του.
Για τον Ντάνιελ ήταν πολύ πιο εύκολο να πάρει συνέντευξη από τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών από το να καθίσει
εκεί και να παριστάνει ότι πίνει τσάι. Όταν κατάλαβε ότι η κόρη του δεν είχε σκοπό να συνεχίσει να παίζει μαζί του,
σηκώθηκε από την καρέκλα του, νιώθοντας ηττημένος. «Ε... νομίζω πως με χρειάζεται η γιαγιά».
Προχώρησε προς τον πάγκο της κουζίνας, έπιασε μια φραντζόλα και άρχισε να κόβει ψωμί. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα,
αισθάνθηκε το χέρι της μητέρας του στον ώμο του.
Η Γκρέτα στράφηκε προς την Άναμπελ. «Νομίζω ότι ξέχασες να καλέσεις τη Γουίτνι, κοριτσάκι μου. Πήγαινε φέρ’ τη.
Βάζω στοίχημα πως νιώθει άσχημα έτσι μόνη στο δωμάτιό σου».
«Ω, η Γουίτνι! Έχεις δίκιο, γιαγιά!» Η μικρή πετάχτηκε μεμιάς όρθια και έτρεξε στο διάδρομο.
Ο Ντάνιελ τα ’βαλε με τον εαυτό του. Δεν είχε καν παρατηρήσει ότι έλειπε από τη συγκέντρωση το αγαπημένο υφασμάτινο
ζωάκι της Άναμπελ. Για μια ακόμα φορά του είχαν διαφύγει οι λεπτομέρειες. Και καθώς η δουλειά του βασιζόταν στις
λεπτομέρειες, ήταν πολύ παράξενο που στην προσωπική του ζωή υστερούσε σ’ αυτό το ζήτημα.
«Σιγά σιγά θα τα καταφέρεις», είπε η Γκρέτα, λες και διάβασε τη σκέψη του.
Ο Ντάνιελ αναστέναξε. «Το ελπίζω». Έστρεψε το βλέμμα στη μητέρα του, που έδειχνε έτοιμη να καταρρεύσει από την
κούραση. Την είδε όμως πόσο γλυκά χαμογελούσε στην εγγονή της και κατάλαβε πως η Γκρέτα απολάμβανε την κάθε στιγμή
με την υπερδραστήρια Άναμπελ. «Σ’ ευχαριστώ, μαμά. Σ’ ευχαριστώ για όλα».
«Δεν κάνει τίποτα».
Αφού ακούμπησε το μαχαίρι του ψωμιού μέσα στο νεροχύτη, ο Ντάνιελ παραμέρισε για να επιτρέψει στη μητέρα του να
πηγαινοέρχεται από τον πάγκο στην κουζίνα, ετοιμάζοντας το ψητό. «Πώς τα πάει;»
«Καλά», απάντησε η Γκρέτα, σταματώντας για λίγο το μαγείρεμα. «Δε νομίζω πως συνειδητοποιεί ότι μετακομίσατε. Για
κείνη είναι απλώς μια μεγάλη επίσκεψη στη γιαγιά».
«Είμαι σίγουρος ότι στο τέλος θα το συνηθίσει. Της έτυχαν όλα μαζί» Ο Ντάνιελ συλλογίστηκε πόσα πράγματα είχαν
αλλάξει στη ζωή της κόρης του μέσα σ’ ένα χρόνο. Ήλπιζε αυτή να ήταν η τελευταία αλλαγή. Όφειλε να της προσφέρει λίγη
σταθερότητα, ένα κανονικό σπιτικό, με αυλή και, γιατί όχι, ένα κουτάβι. Όλα τα παιδιά το άξιζαν. Και ο Ντάνιελ δεν είχε
καταφέρει ως τώρα να της προσφέρει τίποτα από τα παραπάνω. Όμως εδώ, στο Γουίντερ Χέιβεν, ήλπιζε πως θα τα έβρισκε
όλα. Όπως ήλπιζε ότι κι εκείνος θα συνέχιζε την επαγγελματική του καριέρα από εκεί που την είχε αφήσει στη Νέα Υόρκη. Ή,
έστω, ότι απλώς θα εργαζόταν κάπου.
Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ειδάλλως θα αναγκαζόταν να πιάσει μια δουλειά σαν αυτή που μόλις είχε παρατήσει. Κι αυτό
σήμαινε ότι θα ταξίδευε συνέχεια και θα δούλευε όλη μέρα, δυο πράγματα που δεν επιθυμεί καθόλου ένας πατέρας που
μεγαλώνει μόνος το παιδί του. Αυτό ήταν κάτι που είχε μάθει πολύ καλά όλη αυτή τη χρονιά.
Η μητέρα του, που μάντεψε τις σκέψεις του, ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του. «Τα πας περίφημα, Ντάνιελ. Η μικρή θα
είναι μια χαρά».
Εκείνος αναστέναξε καθώς παρατηρούσε την Άναμπελ να χοροπηδάει και το ροζ φορεματάκι της να στροβιλίζεται σαν
σύννεφο γύρω της. Έδειχνε τόσο αθώα, τόσο ανέμελη. Τόσο ευτυχισμένη. Πόσο καιρό είχε να τη δει έτσι! Την είχε ωφελήσει
πολύ η διαμονή της εκεί, με τη γιαγιά της, που της έκανε όλα τα χατίρια. Παρ’ όλα αυτά, ο Ντάνιελ ήξερε ότι είχαν ακόμα
πολύ δρόμο μπροστά τους. Κάθε φορά που βρισκόταν μόνος με την Μπελ, η κατάσταση δυσκόλευε πάλι, γιατί και οι δυο
τους προσπαθούσαν να αποφύγουν ένα θέμα που κανείς τους δεν ήθελε να θίξει. Και επειδή ο Ντάνιελ μάθαινε πώς να
μεγαλώνει μόνος του μια κόρη, την οποία με δυσκολία κατανοούσε. «Το ελπίζω».
«Εγώ είμαι σίγουρη», τον καθησύχασε η Γκρέτα, χτυπώντας τον πάλι στον ώμο. «Δύο παιδιά μεγάλωσα, έχω λίγη πείρα
παραπάνω».
Ο Ντάνιελ έπιασε το χέρι της μητέρας του και το έσφιξε. Η Γκρέτα υπήρξε μεγάλο στήριγμα όλη αυτή τη χρονιά. Είχε πάρει
αμέσως το αεροπλάνο και είχε πάει στη Νέα Υόρκη για να μείνει με το γιο της εκείνες τις πρώτες δύσκολες εβδομάδες που ο
Ντάνιελ έπρεπε να κηδέψει τη γυναίκα του, να αναλογιστεί τη ζωή του, να σκεφτεί πώς θα μεγάλωνε την κόρη του και
συγχρόνως πώς θα κρατούσε τη δουλειά του. Στην αρχή εκείνος νόμιζε πως θα τα κατάφερνε όλα, αλλά μετά οι ατελείωτες
ώρες που έλειπε στη δουλειά και τα συχνά ταξίδια που απαιτούσε το επάγγελμα του ρεπόρτερ άρχισαν να τον καταβάλλουν.
Συνειδητοποίησε τότε πως έπρεπε να αλλάξει. Τα λόγια που του επαναλάμβανε συνεχώς η Σάρα καθώς ο γάμος τους
διαλυόταν, λίγο καιρό πριν το θάνατό της, είχαν πιάσει επιτέλους τόπο.
Μπορεί να μην είχε καταφέρει να σώσει το γάμο του, θα πετύχαινε όμως στο θέμα της πατρότητας. Αυτό σήμαινε ότι θα
έβρισκε δουλειά με λογικό ωράριο έτσι ώστε να μην άφηνε την Άναμπελ από το πρωί ως το βράδυ στους παιδικούς σταθμούς
ούτε και με νταντάδες, όσο εκείνος ταξίδευε σε κάποια άλλη χώρα για να πάρει μια συνέντευξη.
Κι αυτό τον είχε οδηγήσει στην έσχατη λύση, σε κάτι με το οποίο δεν ήθελε ποτέ του να ασχοληθεί, γιατί δεν το θεωρούσε
σοβαρή δημοσιογραφία. Να γίνει δηλαδή παραγωγός εκπομπών που συνδύαζαν την ενημέρωση με την ψυχαγωγία για την
τηλεόραση. Πολύ πιθανόν ο πατέρας του να στριφογυρνούσε στον τάφο του, ξέροντας πως ο Ντάνιελ δούλευε σε τέτοια
εκπομπή. Ωστόσο εκείνος το έκανε για το καλό της κόρης του. Αυτό και μόνο σκεφτόταν σε κάθε του βήμα, ελπίζοντας ότι
με τη συμπαράσταση της Γκρέτα αυτή η μετάβαση θα γινόταν ομαλά για την Άναμπελ. Και για τον ίδιο.
Οποιεσδήποτε άλλες σκέψεις, όπως το να ξαναπαντρευτεί και να ξαναφτιάξει τη ζωή του, δεν περνούσαν καν από το νου
του. Αυτά αργότερα, έλεγε μέσα του. Αργότερα.
«Άναμπελ, νομίζω πως ο πατέρας σου θα ήθελε να δοκιμάσει ένα από τα μπισκοτάκια που φτιάξαμε», είπε τότε η Γκρέτα,
κοιτάζοντας με νόημα το γιο της.
«Ω, ναι. Το θέλω πάρα πολύ». Ας ήταν καλά η μητέρα του. Εκείνος είχε ξεχάσει κιόλας τα μπισκότα.
«Να πάρω δύο;» ρώτησε η μικρή, απλώνοντας το χεράκι της πάνω από τα γλυκά που κρύωναν στο ταψί. «Ένα για μένα κι
ένα για τον μπαμπά;»
Η Γκρέτα έγνεψε καταφατικά και η Άναμπελ πήρε δύο μπισκότα. «Ορίστε», είπε, προσφέροντας στον πατέρα της ένα
παραμορφωμένο κομμάτι ψημένης ζύμης. «Μόνη μου τα έφτιαξα».
«Μμμ, θα είναι πεντανόστιμα». Ο Ντάνιελ έφαγε σχεδόν με μια μπουκιά το μπισκότο και η Άναμπελ έλαμψε ολόκληρη από
περηφάνια για το επιδόρπιο που είχε φτιάξει με τα χεράκια της.
«Μόνο ένα επιτρέπεται, μπαμπά», του είπε, κουνώντας το δάχτυλό της. «Σε λίγο θα φάμε».
Εκείνος έγνεψε με σοβαρότητα. «Εντάξει, μικρή».
Το βλέμμα της Άναμπελ έπεσε στο άλλο μπισκότο που κρατούσε στο χέρι της. «Μακάρι να έτρωγε και η μαμά ένα».
Ακούγοντας αυτά τα τρυφερά λογάκια, ο Ντάνιελ ένιωσε την καρδιά του να ραγίζει. Η απώλεια της μητέρας ήταν βαρύ
χτύπημα για την Άναμπελ και αυτός ο πόνος εμφανιζόταν απρόοπτα ακόμα και στις πιο άσχετες στιγμές. Έψαξε στο μυαλό
του για τις κατάλληλες λέξεις, μα δε βρήκε καμιά. Πώς μπορούσε να γιατρέψει αυτό το τεράστιο κενό στην καρδούλα της
κόρης του, αφού ο ίδιος δεν είχε καλύψει το δικό του;
«Δε θέλω να φάω το κουλουράκι μου». Τα γαλανά μάτια της Άναμπελ πνίγονταν στα δάκρυα. Το γλυκό έπεσε από τα χέρια
της στο τραπέζι.
«Έχω μια ιδέα», πετάχτηκε η Γκρέτα, χαμηλώνοντας στο ύψος της εγγονής της. «Πάμε να βάλουμε αυτό το κουλουράκι
δίπλα στη φωτογραφία της μαμάς. Έτσι, όταν θα μας κοιτάζει από τον Παράδεισο, θα βλέπει ότι έφτιαξες και για κείνη».
«Αλήθεια; Θα την κάνει χαρούμενη αυτό;»
«Έτσι νομίζω, γλυκιά μου». Έπιασε τη μικρή από το χεράκι και πλησίασαν στο μακρύ ράφι, στον τοίχο πίσω από την
κουζίνα. Στο κέντρο ήταν ακουμπισμένη η αγαπημένη φωτογραφία της Άναμπελ, που έδειχνε τη μητέρα της να χαμογελάει.
Η Γκρέτα την είχε τοποθετήσει εκεί την πρώτη μέρα που είχαν φτάσει στο σπίτι ο γιος της και η εγγονή της, λέγοντας στην
Άναμπελ ότι από εκεί η μητέρα της θα μπορούσε να τη βλέπει όλη μέρα. Εκείνη τη στιγμή και τούτη εδώ τώρα, η Γκρέτα είχε
επέμβει καταλυτικά, κάτι που ο Ντάνιελ ήταν ακόμα ανίκανος να καταφέρει.
Η γυναίκα σήκωσε την Άναμπελ στην αγκαλιά της και τη βοήθησε να ακουμπήσει το μπισκότο στο ράφι. Όταν ο Ντάνιελ
είδε τη μητέρα του να σφίγγει τη μικρή στην αγκαλιά της και τη μικρή να τυλίγει τα χεράκια στο λαιμό της γιαγιάς της, πήρε
την απόφαση να ξανάρθει κοντά με την κόρη του, δυο φορές περισσότερο απ’ ό,τι πριν το θάνατο της Σάρας. Δίχως άλλο, θα
έβρισκε τον τρόπο για να την πλησιάσει.
Έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή της, η Άναμπελ έτρεξε πάλι στο σαλόνι για να παίξει, αφήνοντας μόνους τον Ντάνιελ
και τη μητέρα του. Κι όταν η Γκρέτα βεβαιώθηκε πως η μικρή δεν άκουγε, έγνεψε στο γιο της να καθίσει στο τραπέζι της
κουζίνας. Ο Ντάνιελ τράβηξε μια καρέκλα και κοιτούσε τη μητέρα του που μαγείρευε. «Πώς πήγε η πρώτη μέρα στη
δουλειά;» τον ρώτησε.
«Ω, ήταν μια δοκιμασία. Θέλουν να δουν τι θέματα μπορώ να τους φέρω και αν τους αρέσει αυτό που θα δουν, θα πάρω
μόνιμη θέση στην εκπομπή. Μ’ εκνευρίζει αυτή η αβεβαιότητα. Θέλω να έχω μια σίγουρη δουλειά, να ξέρω ότι το αύριο θα
είναι ίδιο με το σήμερα. Όχι μόνο για μένα, αλλά κυρίως για την Μπελ».
«Θα γίνει, γιε μου», είπε η Γκρέτα. «Είσαι εξαιρετικός ρεπόρτερ. Ακριβώς σαν τον πατέρα σου».
Στη διάρκεια της περασμένης χρονιάς υπήρξαν φορές που αυτή η σύγκριση ήταν ανυπόστατη. Ο πατέρας του ήταν
φημισμένος ρεπόρτερ, με ένα βραβείο Πούλιτζερ στο ενεργητικό του ως απόδειξη. Ο παππούς του Ντάνιελ ήταν κι αυτός
ρεπόρτερ, και πολύ πιθανόν και κάποιος άνθρωπος των σπηλαίων να ήταν ένας Ρέινολντς που σκάλιζε τις πληροφορίες στους
τοίχους της σπηλιάς του. «Ήμουν εξαιρετικός, μαμά. Μετά η ζωή μου έγινε κομμάτια και από εξαιρετικός έγινα άθλιος».
Θυμήθηκε τα βραβεία που είχε κρεμάσει κάποτε με περηφάνια πίσω από το γραφείο του και που αργότερα έπιασαν σκόνη
ώσπου στο τέλος ένιωθε πως τον ειρωνεύονταν και τα καταχώνιασε στο βάθος ενός συρταριού.
«Κανείς δεν μπορεί να σε κατηγορήσει. Πέρασες μια θλιβερή χρονιά...»
«Τα ποσοστά τηλεθέασης δε νοιάζονται για τα προσωπικά προβλήματα, μαμά. Και μόλις πέσει η τηλεθέαση, γκρεμίζεται και
η καριέρα σου». Πόσες και πόσες φορές δεν είχε προσπαθήσει ο πατέρας του να του το βάλει καλά στο μυαλό; Πόσες και
πόσες φορές δεν του επαναλάμβανε ότι όλα γίνονται για την τηλεθέαση και πως έπρεπε να κάνει το παν για να παραμείνει
στην κορυφή;
Η μητέρα του δαγκώθηκε, λες και συγκρατούσε τα πραγματικά λόγια που ήθελε ν’ αρθρώσει. «Λοιπόν; Για πες μου, με τι
θέματα ασχολείσαι τώρα;»
«Έχω ένα ζευγάρι που είναι παντρεμένο επί εξήντα τρία χρόνια και εξακολουθεί να πηγαίνει για χορό κάθε Παρασκευή
βράδυ, ένα σκυλί που υιοθέτησε τα γατάκια μιας γάτας που πέθανε...» Μετρούσε τα θέματα με τα δάχτυλά του.
«Α, μάλιστα. Ενδιαφέροντα ακούγονται...» σχολίασε η Γκρέτα, μα το χρώμα της φωνής της φανέρωνε το αντίθετο.
«Και...» Ο Ντάνιελ μόρφασε, αφήνοντας το καλύτερο για το τέλος. «...μια αυθεντική πριγκίπισσα. Ή τουλάχιστον έτσι
υποστηρίζει η ίδια».
«Μια πριγκίπισσα; Στάσου, δεν εννοείς αυτή που είναι στη Βοστόνη, ε; Μου διαφεύγει το όνομά της, αλλά θυμάμαι ότι την
είδα στις ειδήσεις».
«Όχι αυτή. Την αδερφή της. Εργάζεται σε μια κάβα, στο κέντρο. Ισχυρίζεται πως είναι η μικρότερη από τις πριγκίπισσες του
Ουτσέλι».
«Πιστεύεις ότι λέει ψέματα;»
«Δεν ξέρω. Μου φαίνεται βολικό να το λέει αυτό ενώ η άλλη πριγκίπισσα βρίσκεται στη Βοστόνη. Για να μην αναφέρω ότι
αυτή η Κάρι δουλεύει σ’ ένα μικρό μαγαζάκι, σε μια μικρή πόλη της Ιντιάνα, στη διάρκεια της τουριστικής περιόδου». Ο νους
του γύρισε στην κοπέλα που είχε γνωρίσει νωρίτερα. Πόσο κάθε άλλο παρά πριγκίπισσα έδειχνε... Τα μακριά σκουροκάστανα
μαλλιά της που ήταν μαζεμένα πίσω σε αλογοουρά, το απλό μπλουζάκι της, τα σχεδόν άψογα αγγλικά της. Και το γέλιο της,
που ήταν τόσο ανεπιφύλακτο, τόσο ανέμελο. Είχε τόσες γνώσεις για τα κρασιά, λες και δούλευε χρόνια σε κτήματα ή σε
κάβα. Αναμφίβολα δουλειές που ποτέ δεν αποδίδονταν σε πριγκίπισσες. Οι γαλαζοαίματες ήταν επιφανείς, είχαν λαμπερές
ασχολίες, έκαναν φιλανθρωπίες. Ποτέ δε θα μάζευαν σταφύλια.
«Ίσως να της αρέσει η ήσυχη ζωή. Και πιο ήσυχα απ’ ό,τι σ’ αυτή την πόλη δε γίνεται», παρατήρησε η Γκρέτα γελώντας.
Η Κάρι ήταν όμορφη, φυσικά όμορφη. Ο τύπος της γυναίκας που δείχνει ομορφότερη χωρίς μακιγιάζ παρά βαμμένη. Του
είχε τραβήξει το ενδιαφέρον, μα δεν ήταν σίγουρος αν επρόκειτο απλώς για επαγγελματική περιέργεια ή για κάτι
περισσότερο.
Όπως κι αν ήταν, είχε πολλά στο κεφάλι του και δε χρειαζόταν άλλα.
«Ουτσέλι... Ουτσέλι...» Η Γκρέτα έμεινε για μια στιγμή σκεφτική. «Ξέρεις, υπήρξε μια φήμη στα μέρη μας κάποτε. Πρέπει
να είναι πάνω από είκοσι χρόνια τώρα. Μια γυναίκα, που αυτή τη στιγμή δε θυμάμαι το όνομά της, είχε έρθει εδώ και είχε
μείνει για καλοκαίρι σ’ ένα από τα σπίτια της λίμνης. Όταν έφυγε, κάποιος την είδε στην τηλεόραση και είπε πως έμοιαζε με
τη βασίλισσα του Ουτσέλι. Για λίγο καιρό ήταν το θέμα του κουτσομπολιού στην πόλη. Ψιθυριζόταν πως η βασίλισσα είχε
έρθει κρυφά για διακοπές στο Γουίντερ Χέιβεν». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Ίσως να ήταν φούμαρα. Ξέρεις πόσοι
άνθρωποι νομίζουν ότι βλέπουν διάσημους στο δρόμο;»
«Ξέρω, ξέρω», είπε ο Ντάνιελ, γελώντας κι αυτός.
«Αν όμως η ιστορία με τη βασίλισσα είναι αληθινή, τότε ίσως η κόρη της ν’ ακολουθεί τα βήματά της».
«Ίσως. Δεν ξέρω και πολλά περί πριγκιπισσών. Πάντως η συγκεκριμένη κοπέλα δε μοιάζει καθόλου με γαλαζοαίματη».
«Τι να πω; Ίσως να πρόκειται για διαφημιστικό κόλπο. Ή ίσως...» Η Γκρέτα ακούμπησε την παλάμη στον ώμο του γιου της.
«Ίσως να είσαι εσύ πολύ κουρασμένος και να σε γελάει η κρίση σου».
«Δεν έχει σημασία», είπε ο Ντάνιελ. Μπορεί όντως να ήταν κουρασμένος. Αλλά προτιμούσε να είναι έτσι, παρά να γίνεται
συναισθηματικός. Πολύ ευκολότερο να είναι ψυχρός, παρά ευάλωτος. «Τέλος πάντων, εγώ θα ξετρυπώσω την αλήθεια.
Διαισθάνομαι πως αυτό το θέμα μπορεί να απογειώσει την καριέρα μου στην Αποκαλυπτική Ενημέρωση και, ό,τι κι αν γίνει,
θα το κυνηγήσω».

Η Κάρι έτριψε τον αυχένα της και μετά τέντωσε πλάτη και ώμους. Η δουλειά στο μαγαζί ήταν απίστευτη εκείνη τη μέρα, και
τώρα ένιωθε κάθε μυ του κορμιού της να πονάει. Αλλά ήταν ένας γλυκός πόνος, γιατί προερχόταν από μια μέρα
αποτελεσματικής δουλειάς. Είχε μεγάλη αγωνία να δει τον ισολογισμό της εβδομάδας. Το μέλλον των κρασιών του Ουτσέλι
στην Αμερική προμηνυόταν λαμπρό. Κι αυτό με τη σειρά του ήταν καλό σημάδι για το δικό της μέλλον στη διεύθυνση του
αμπελώνα.
Γύρισε το ταμπελάκι για να δείχνει ότι το μαγαζί ήταν πια κλειστό και αναστέναξε ανακουφισμένη που δεν είχε ξαναφανεί ο
ρεπόρτερ που την είχε επισκεφθεί τις προάλλες. Δεν ήθελε με τίποτα να την αποσπάσει από τα πλάνα της. Είχε λίγο χρόνο
στη διάθεσή της και πολλά να μάθει και να καταφέρει μέσα σ’ αυτόν. Ήθελε να ασχοληθεί περισσότερο με τα λογιστικά της
επιχείρησης, τη διαδικασία των παραγγελιών και των πωλήσεων. Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν ήταν να έχει στα πόδια
της έναν παπαράτσι που έψαχνε να αποκαλύψει σκάνδαλα.
«Νομίζω πως θα χρειαστεί να προσλάβουμε επιπλέον προσωπικό», πρότεινε η Φέιθ καθώς μετέφερε μέσα τα καλάθια που
έβγαζαν στο πεζοδρόμιο. «Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τόση δουλειά». Χτύπησε την Κάρι στην πλάτη. «Και το χρωστάμε στην
πριγκίπισσα».
«Χαίρομαι που φάνηκα χρήσιμη».
«Ό,τι είναι αυτό που κάνεις, συνέχισέ το. Αποδίδει». Η Φέιθ έριξε στους ώμους της ένα ελαφρύ ζακετάκι και έπιασε την
τσάντα της. «Θα τα πούμε τη Δευτέρα».
«Γιατί τη Δευτέρα;»
«Επειδή είμαστε κλειστά τις Κυριακές. Που σημαίνει ότι έχεις μια μέρα ελεύθερη, φιλενάδα». Η κοπέλα άφησε ένα βαθύ
αναστεναγμό, που μαρτυρούσε ότι ήταν εξίσου εξαντλημένη. «Και, ευτυχώς, το ίδιο ισχύει και για μένα».
Λίγα λεπτά αργότερα κι αφού είχαν κλείσει το μαγαζί, η Φέιθ με την Κάρι τραβούσαν η καθεμιά το δρόμο της. Η Κάρι είχε
μπροστά της μια μακριά νύχτα και μια ολόκληρη μέρα χωρίς να έχει κανονίσει τίποτα. Ούτε καν μπορούσε να θυμηθεί την
τελευταία φορά που είχε χρόνο για τον εαυτό της, ώρες που μπορούσε να τις γεμίσει όπως ήθελε, χωρίς να σκέφτεται ότι
κάποιος προσδοκούσε κάτι από εκείνη, χωρίς να έχει τύψεις επειδή απέφευγε κάποια υποχρέωση. Η ζωή στο παλάτι ήταν
καθημερινά γεμάτη εκδηλώσεις στις οποίες έπρεπε να παρευρίσκεται τουλάχιστον ένα μέλος της βασιλικής οικογένειας. Όταν
δε δούλευε στα κτήματα και δεν μπορούσε να ξεφύγει, αναγκαζόταν να στριμώχνεται σε κοστούμια ή να ανέχεται άβολες,
φαρδιές τουαλέτες και να φοράει ψεύτικα χαμόγελα. Ακόμα και στον πύργο, υπήρχαν πάντοτε υπηρέτριες και κόσμος που
μπαινόβγαινε όλη την ώρα.
Και τώρα είχε μιάμιση ολόκληρη μέρα στη διάθεσή της; Εντελώς και απολύτως ολομόναχη;
Ξεκίνησε με το αυτοκίνητό της τη διαδρομή για το σπίτι, όμως πρόσεξε την πινακίδα της βιβλιοθήκης του Γουίντερ Χέιβεν.
Ο απαλός χρυσαφένιος φωτισμός που ξέφευγε από τα παράθυρα του μικρού πλίνθινου κτιρίου την τράβηξε σαν μαγνήτης.
Πόσα χρόνια είχε να καθίσει και να διαβάσει ένα ολόκληρο βιβλίο, από την αρχή ως το τέλος; Να απολαύσει το κείμενο
χωρίς να τη διακόψουν το προσωπικό, οι επισκέπτες, κάποια εκδήλωση; Στην προοπτική ότι μπορούσε να κάνει κάτι τόσο
συνηθισμένο όσο το να διαβάσει, πλημμύρισε με γλυκιά αδημονία. Πάρκαρε, μπήκε στο κτίριο και εισέπνευσε το άρωμα των
βιβλίων ανακατεμένο με μια ελαφριά μυρωδιά σκόνης και υγρασίας. Απεχθανόταν τα οικοτροφεία, μισούσε τα βαρετά
μαθήματα, τους αμέτρητους κανονισμούς, αλλά περισσότερο την πείραζε που βρισκόταν μακριά από τις άγριες εκτάσεις που
περικύκλωναν τον πύργο του Ουτσέλι. Όμως είχε λατρέψει τη βιβλιοθήκη του οικοτροφείου, μια βιβλιοθήκη τεράστια και
γεμάτη με ό,τι βιβλίο μπορούσε να φανταστεί, που έκανε τη σχολική εμπειρία πιο υποφερτή για ένα κορίτσι που προτιμούσε
να γυρνοβολάει στους αγαπημένους αμπελώνες της πατρίδας του παρά να σπαζοκεφαλιάζει με αλγεβρικές εξισώσεις. Η Κάρι
περνούσε λοιπόν τον ελεύθερο χρόνο της κουλουριασμένη σε μια αναπαυτική πολυθρόνα, χαμένη σε κόσμους ολότελα
διαφορετικούς από τον δικό της.
Αυτό ακριβώς χρειαζόταν και τώρα. Ένα καλό βιβλίο, κάτι που θα μπορούσε να το πάρει μαζί της για να το απολαύσει στο
καναπεδάκι της, μαζί μ’ ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι και με το μουρμουρητό της αύρας. Η εικόνα αυτή την έκανε ν’ ανοίξει το
βήμα της και να μπει στην πρώτη αίθουσα που συνάντησε.
Σχεδόν αμέσως συνειδητοποίησε ότι είχε μπει κατά λάθος στο παιδικό τμήμα. Ετοιμάστηκε να κάνει στροφή, όταν άκουσε
μια αντρική φωνή. Μια οικεία, βαθιά αρρενωπή φωνή. «Μόνο ένα βιβλίο ακόμα, Μπελ, και πάμε να φύγουμε».
«Μα θέλω να διαβάσω ένα παραμύθι με πριγκίπισσες, μπαμπά».
Ένας βαθύς αναστεναγμός αντήχησε. «Τι λες γι’ αυτό εδώ; Διηγείται τα παιδικά χρόνια του Τζορτζ Ουάσινγκτον».
Ακολούθησε ένας καινούριος αναστεναγμός, που αυτή τη φορά ξέφευγε από παιδικά πνευμόνια. «Όχι, δε μ’ αρέσει! Είναι
αηδία. Βρες μου ένα παραμύθι με πριγκίπισσες».
Η Κάρι έπιασε τον εαυτό της να χαμογελάει. Γνώριζε καλά αυτό το πείσμα και την ανυπακοή, γιατί τα διέθετε και η ίδια.
Ωστόσο προχώρησε ένα δυο βήματα και κοίταξε στα κλεφτά πίσω από τα ράφια. Στην αρχή το βλέμμα της έπεσε πάνω σ’ ένα
κοριτσάκι μ’ ένα φωτοστέφανο από κατάξανθες μπούκλες που ξεχύνονταν στους ώμους του. Φορούσε ένα πλισέ ροζ με
άσπρο φουστανάκι και πλαστικά, γυαλιστερά παπούτσια με ελάχιστο τακουνάκι. Είχε σφίξει τις γροθιές στους γοφούς της
και κοιτούσε αγριεμένα τον άντρα που στεκόταν μπροστά της...
Ω, όχι!
Αντικρίζοντας τον αγανακτισμένο Ντάνιελ Ρέινολντς, η Κάρι πισωπάτησε απότομα, αλλά όχι όσο γρήγορα έπρεπε.
«Άναμπελ...» Η φωνή του έσβησε όταν ανασηκώνοντας το βλέμμα είδε την Κάρι, που στεκόταν δίπλα στα ράφια.
«Συ... συγνώμη», ψέλλισε εκείνη. Μα τι είχε πάθει; Τραύλιζε; Δεν της είχε ξανασυμβεί ποτέ! «Εεε... μπήκα κατά λάθος στο
παιδικό τμήμα. Δε... δεν περίμενα ότι θα σε βρω εδώ».
Τα σμιλεμένα χαρακτηριστικά του στράφηκαν στα δικά της. Το βλέμμα του ήταν ευθύ και επίμονο. Δεν υπήρχε έκπληξη
στην έκφρασή του. Μόνο αποτίμηση. «Ούτε κι εγώ περίμενα ότι θα σ’ έβλεπα εδώ».
«Σας... σας αφήνω να διαλέξετε τα βιβλία σας».
«Αυτή είναι!»
Η φωνή που ακούστηκε πίσω της ξάφνιασε την Κάρι, που στράφηκε μεμιάς και αντίκρισε μια πελάτισσά της. Η γυναίκα
προχώρησε, τραβώντας μαζί και το σύζυγό της. «Είσαι η πριγκίπισσα, σωστά; Από την κάβα».
Η Κάρι έγνεψε καταφατικά και συγκράτησε ένα χαμόγελο. Ο κόσμος ενθουσιαζόταν με την καταγωγή της, όμως εκείνη, που
ζούσε όσο πιο έξω μπορούσε από τη σκιά του παλατιού, θεωρούσε αυτή την αντίδραση πολύ αστεία.
Η γυναίκα συνέχισε να τραντάζει το μπράτσο του συζύγου της. «Είδες; Σου το είπα ότι ήρθε στο Γουίντερ Χέιβεν μια
πραγματική, μια αυθεντική πριγκίπισσα!»
Η μικρούλα που ήταν μαζί με τον Ντάνιελ κοίταξε τότε την Κάρι με μάτια γουρλωμένα. «Είσαι πριγκίπισσα; Αληθινή;»
Εκείνη έσκυψε λίγο. «Ναι, είμαι».
Το κοριτσάκι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Πω, πω!» Έπειτα έγειρε το κεφάλι στο πλάι και βάλθηκε να παρατηρεί με
περιέργεια την Κάρι. «Και πού είναι το στέμμα σου;»
«Στο σπίτι μου, στο Ουτσέλι».
«Μα οι πριγκίπισσες δεν πρέπει να φοράνε πάντα το στέμμα τους για να ξέρουν οι άλλοι ότι είναι ξεχωριστές;»
«Οι πριγκίπισσες είναι ξεχωριστές κάθε μέρα, Άναμπελ», αποκρίθηκε η Κάρι χαμογελώντας και μετά στράφηκε προς την
πελάτισσά της. «Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω».
«Κι εγώ, κι εγώ». Η γυναίκα έλαμψε ολόκληρη. «Κάθε καλοκαίρι παραθερίζουμε στο Γουίντερ Χέιβεν. Ερχόμαστε εδώ για
διακοπές τουλάχιστον είκοσι χρόνια. Σκόπευα να σου πω ότι είχα γνωρίσει και τη μητέρα σου κάποτε».
«Σοβαρά;»
«Αμέ. Έλεγε στον κόσμο πως ήταν μια συνηθισμένη τουρίστρια, αλλά εμείς ξέραμε, δεν ξέραμε;» Σκούντησε στον αγκώνα
τον άντρα της, ο οποίος μουρμούρισε ένα ναι. «Ω, το είχε λατρέψει αυτό το μέρος».
«Πράγματι, το λάτρευε», συμφώνησε η Κάρι.
«Δεν την αδικώ». Η γυναίκα άφησε ένα γελάκι κι έκλεισε το μάτι με νόημα. «Εύχομαι να περάσεις κι εσύ το ίδιο όμορφα».
«Μακάρι». Αντάλλαξαν μερικές ακόμα κουβέντες κι έπειτα το αντρόγυνο έφυγε, δίνοντας την υπόσχεση ότι θα
ξαναπερνούσαν από την κάβα πριν το τέλος των διακοπών τους.
«Μπα, μπα», είπε ο Ντάνιελ μόλις εκείνοι απομακρύνθηκαν από την αίθουσα. «Φαίνεται πως το τέχνασμα της πριγκίπισσας
ωφέλησε τις πωλήσεις».
Η Κάρι θύμωσε. «Δεν είναι αυτός ο λόγος που είπα στον κόσμο ποια είμαι!»
Ο Ντάνιελ ύψωσε το ένα φρύδι. «Όχι;»
«Και βέβαια όχι!» τον διαβεβαίωσε, αγριοκοιτάζοντάς τον. «Γιατί έχεις τη μανία να βλέπεις τους ανθρώπους με κακό μάτι;»
«Γιατί το λες αυτό;»
«Επειδή οι άνθρωποι του είδους σου είναι πικρόχολοι και πωρωμένοι και νομίζουν πως όλοι λένε ψέματα».
Τα χαρακτηριστικά του Ντάνιελ σκλήρυναν αμέσως, αποκαλύπτοντας στην Κάρι πως είχε χτυπήσει μια ευαίσθητη χορδή
του. «Αν οι άλλοι δε μας έλεγαν ψέματα όλη την ώρα, ίσως εμείς οι ρεπόρτερ να μην ήμαστε τόσο δύσπιστοι».
«Μα εγώ δε λέω...»
«Να, δες αυτό εδώ». Η μικρούλα έβαλε ένα βιβλίο ανάμεσά τους και μετά πλησίασε τον πατέρα της και χαμήλωσε τη φωνή
της. «Μπαμπά, δεν είναι σωστό να τσακώνεσαι με μια πριγκίπισσα...»
Η έκφραση του Ντάνιελ μαλάκωσε μεμιάς, κάθε σκληρότητα χάθηκε. Έσκυψε στο ύψος της κόρης του και πήρε το βιβλίο
από τα χέρια της. «Έχεις δίκιο, Μπελ».
Η μικρή χαμογέλασε, στριφογύρισε πάνω στα πλαστικά ροζ τακουνάκια της και έτεινε το χέρι της στην Κάρι. «Με λένε
Άναμπελ. Δεν είμαι πριγκίπισσα, αλλά θέλω πολύ να γίνω!»
Η Κάρι γέλασε με την καρδιά της καθώς έκανε τη χειραψία. Πέντε δαχτυλάκια, τόσο ντελικάτα, τόσο απαλά, όπως τα δικά
της και των αδερφών της όταν ήταν μικρές. «Είμαι η Καρλίτα Σαντάρο, αλλά μπορείς να με λες Κάρι».
«Πριγκίπισσα Κάρι!» Τα ξαναμμένα μάγουλα της Άναμπελ έμοιαζαν με κατακόκκινα μήλα. «Μου αρέσει αυτό το όνομα».
«Κι εμένα». Η Κάρι συνάντησε το βλέμμα του Ντάνιελ. Για την ώρα είχε τιθασεύσει την ανελέητη πλευρά του ρεπόρτερ.
Όμως πόσο θα διαρκούσε; Ο στόχος του παρέμενε ένας –και ήταν το αποκλειστικό ρεπορτάζ. Ανεξάρτητα από τις επιπτώσεις.
Παρ’ όλα αυτά, η Κάρι θα ήθελε πολύ να ξέρει αν ένας άνθρωπος που μπορούσε να κοιτάζει την κόρη του με τόση λατρεία
στο βλέμμα μπορούσε και να διαφέρει από τους υπόλοιπους ρεπόρτερ. Ωστόσο το ένστικτό της την προειδοποιούσε να
κρατήσει αποστάσεις. «Πρέπει να φύγω».
«Όχι, μείνε», είπε η Άναμπελ. «Ο μπαμπάς θα διαβάσει παραμύθι. Ξέρεις τι ωραία που διαβάζει;»
Η Κάρι προσπάθησε να αρνηθεί. «Ω, όχι. Δε νομίζω πως...»
Η μικρή δε σήκωνε κουβέντα. Είχε ήδη γραπώσει την Κάρι από το χέρι και την τραβούσε προς τον Ντάνιελ. «Εσύ θα
καθίσεις εκεί, εγώ εδώ. Και ο μπαμπάς...» Σταμάτησε μπροστά στον πατέρα της, έβαλε το χέρι στη μέση και τον κοίταξε
βλοσυρά. «...μπορεί να αρχίσει».
Ο Ντάνιελ γέλασε και έριξε στην Κάρι μια απολογητική ματιά. «Συγνώμη. Μερικές φορές η Άναμπελ γίνεται πολύ...
απαιτητική».
«Δεν απαιτώ, μπαμπά. Είμαι καλό παιδί».
Εκείνος γέλασε ξανά. «Ναι, Μπελ, είσαι καλό παιδί. Το καλύτερο του κόσμου».
Το πρόσωπο της μικρής φωτίστηκε. Η αγάπη πατέρα και κόρης γέμιζε όλη την αίθουσα. Αυτή η άλλη πλευρά του Ντάνιελ
Ρέινολντς είχε ξαφνιάσει την Κάρι, όμως εξακολουθούσε να είναι αρνητική στο να του μιλήσει για τον εαυτό της. Είχε
διαπιστώσει αμέτρητες φορές πώς μπορούσε να γυρίσει εναντίον της η εμπιστοσύνη σε έναν εκπρόσωπο των μέσων
ενημέρωσης. Χρόνια τώρα, οι συνάδελφοί του την αποκαλούσαν τρίτη και περιττή πριγκίπισσα. Λες και η οικογένειά της
έπρεπε να την ξεφορτωθεί επειδή δε θα γινόταν ποτέ βασίλισσα.
Ποιος της εξασφάλιζε ότι δε θα ήταν ίδιος και ο Ντάνιελ; Ή, το χειρότερο, ότι δε θα έβγαζε από το μυαλό του ιστορίες για
να κάνει ντόρο;
Όχι. Αν του επέτρεπε να μπει στον κόσμο της, θα το έκανε μόνο και μόνο για να μιλήσει για τα κρασιά του Ουτσέλι. Τίποτα
περισσότερο. Και θα ήταν συνεχώς σε επιφυλακή, χωρίς να τον εμπιστεύεται στιγμή.
Καθώς όμως τον παρατηρούσε να ασχολείται με την κόρη του, ένα κομμάτι του εαυτού της ήθελε να πιστέψει πως ήταν
διαφορετικός. Ότι μπορούσε να τον εμπιστευτεί.
«Έλα», την παρότρυνε η Άναμπελ, τραβώντας την πάλι από το χέρι. «Πρέπει να καθίσεις, αλλιώς ο μπαμπάς δε θα διαβάσει.
Είναι...» Κοίταξε τον πατέρα της για να τη βοηθήσει με τη σωστή λέξη.
«Όρος», ολοκλήρωσε εκείνος. Μετά ανασήκωσε τους ώμους και χαμογέλασε ξανά. «Λυπάμαι, αλλά είναι».
Η Κάρι σκέφτηκε να φύγει. Μετά όμως είδε το χαμόγελο του Ντάνιελ κι ένωσε μια ανεξήγητη ταραχή. Ήταν ένα λοξό
χαμόγελο που προσέδιδε ιδιαίτερο βάθος στην έκφρασή του. Χωρίς δεύτερη σκέψη ακολούθησε την Άναμπελ, που την έβαλε
να καθίσει στη μοκέτα, δεξιά από τον πατέρα της, ενώ εκείνη πήδηξε μεμιάς απέναντι, κάθισε οκλαδόν και ακούμπησε το
πιγούνι στα χέρια.
«Έλα, μπαμπά, διάβασέ μας».
Ο Ντάνιελ ανασήκωσε αυστηρά το ένα φρύδι.
«Σε παρακαλώ».
«Εντάξει». Ο Ντάνιελ γύρισε το εξώφυλλο του βιβλίου κι έριξε μια ματιά όλο νόημα στην Κάρι. «Βλέπω ότι η Μπελ διάλεξε
την Πριγκίπισσα και το Μπιζέλι. Ξέρεις, το παραμύθι για την κοπέλα που υποψιάζονται ότι παριστάνει την πριγκίπισσα».
«Ω, το λατρεύω αυτό το παραμύθι», αναφώνησε η μικρή, αγνοώντας απόλυτα τη βουβή συνομιλία μεταξύ των ενηλίκων.
«Επειδή έχει πριγκίπισσα. Τις λατρεύω τις πριγκίπισσες».
«Τότε πρέπει πάση θυσία να το διαβάσεις», είπε η Κάρι στον Ντάνιελ.
«Πρέπει, πράγματι. Για να φρεσκάρω τη μνήμη μου». Έγειρε προς τα πίσω, κόντρα σε ένα πουφ, και η Άναμπελ κούρνιασε
δίπλα του, απλώνοντας τα ξανθά μαλλάκια της στο στήθος του, ώστε να μπορεί να βλέπει τις εικόνες.
Το θέαμα πατέρα-κόρης μπροστά στα μάτια της έγινε αιτία να κυριευτεί η Κάρι από ένα σωρό συναισθήματα. Στις σπάνιες
περιπτώσεις που η μητέρα της ήταν στο σπίτι το βράδυ, την ώρα που εκείνη και οι αδερφές της έπεφταν για ύπνο, το είχε
κάνει συνήθεια να τους διαβάζει ένα τουλάχιστον παραμύθι, καμιά φορά και δύο. Και ήταν πάντα παραμύθι, γιατί πίστευε ότι
αυτά μάθαιναν τα παιδιά να ονειρεύονται. Η Κάρι έγειρε λοιπόν με την πλάτη να ακουμπάει στη βιβλιοθήκη και αφέθηκε
τόσο συνεπαρμένη, όσο και η μικρούλα στην αγκαλιά του Ντάνιελ.
Θα έμενε μόνο για λίγο, και μόνο επειδή της το είχε ζητήσει η Άναμπελ. Δεν ήθελε να είναι παρείσακτη. Ούτε να πλησιάσει
περισσότερο αυτό τον άντρα.
«‘Ύστερα πήρε είκοσι στρώματα και τα έβαλε πάνω από το μπιζέλι’», διάβασε ο Ντάνιελ, με φωνή απαλή, σαν να ύφαινε
ένα μαγικό ιστό. «‘Και μετά έβαλε είκοσι παπλώματα πάνω από τα είκοσι στρώματα’».
«Είκοσι;» ρώτησε η Άναμπελ και πετάρισε τα δάχτυλά της, σαν να μετρούσε το ύψος. «Πάρα πολλά».
«Ναι, πράγματι», συμφώνησε ο Ντάνιελ, γυρίζοντας σελίδα. «‘Η πριγκίπισσα αναγκάστηκε να ξαπλώσει εκεί πάνω για τη
νύχτα. Το πρωί τη ρώτησαν πώς κοιμήθηκε’». Έκανε μια παύση. «Τι λες, φραουλίτσα μου; Τελικά ήταν αληθινή πριγκίπισσα
ή μήπως μπαγαμπόντισσα;»
«Τι σημαίνει αγαπόντισσα;»
«Μπαγαμπόντης είναι κάποιος που παριστάνει ότι είναι κάτι που δεν είναι». Ο Ντάνιελ έκλεισε το βιβλίο, κοίταξε την Κάρι
και ύψωσε το ένα φρύδι. «Δε συμφωνείτε, δεσποινίς Σαντάρο;»
«Πιστεύω πως υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που παριστάνουν κάτι που δεν είναι».
«Πολύ σωστά», είπε εκείνος. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και, για μια στιγμή, ήταν σαν να έκαναν ανακωχή. Σαν να
ξεκινούσαν κάτι, που η Κάρι δεν μπορούσε να το προσδιορίσει.
«Διάβασέ μας, μπαμπά. Θέλω να μάθω αν θα έχει καλό τέλος το παραμύθι. Και η πριγκίπισσα Κάρι θέλει να μάθει».
Ο Ντάνιελ έριξε ακόμα μια επίμονη ματιά στην Κάρι και της χαμογέλασε πειραχτικά. Μα τι... τη φλέρταρε; Ή μήπως έδειχνε
τον καλό εαυτό του για χάρη της κόρης του; «Λοιπόν, πριγκίπισσα Κάρι; Θέλεις κι εσύ να συνεχίσω το διάβασμα;»
Εκείνη έγνεψε προς το βιβλίο. «Παρακαλώ, κύριε Ρέινολντς. Πεθαίνω να μάθω πώς τελειώνει».
Καθώς το βλέμμα του έψαξε και βρήκε ακόμα μια φορά το δικό της, η Κάρι ένιωσε ένα καυτό ρίγος να τη διατρέχει. «Κι
εγώ», της είπε. Έπειτα άνοιξε πάλι το βιβλίο και συνέχισε την ανάγνωση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

«Για έλα, εσύ ο καινούριος. Τι μας έχεις φέρει;»


Στο άκουσμα της φωνής του αφεντικού του, ο Ντάνιελ κάθισε προσοχή στην καρέκλα του. Αντίκρισε τον Ματ Χάροντ και
τους υπόλοιπους από την ομάδα παραγωγής, μια ετερόκλητη ομάδα από παραγωγούς, εικονολήπτες και δύο παρουσιαστές
που σχολίαζαν τα ρεπορτάζ, όλοι μαζεμένοι εκεί για μια σύντομη σύσκεψη το πρωί του Σαββάτου. Ο Ντάνιελ ήταν ο μόνος
που είχε σοβαρό παρελθόν στις ειδήσεις και τις λίγες μέρες που εργαζόταν εκεί είχε αρχίσει να νιώθει σαν να ζούσε σε άλλον
πλανήτη. Όλοι σ’ αυτή την παραγωγή κυνηγούσαν το επόμενο αισθησιακό θέμα, το επόμενο σκάνδαλο που θα συντάραζε τα
Μέσα. Όμοιοι με όρνεα πάνω από ένα λαχταριστό κουφάρι. Ο Ντάνιελ νοσταλγούσε τις εποχές που έβγαζε θέματα με νόημα,
του είδους που περνούν στους θεατές σημαντικά μηνύματα ή αλλάζουν ζωές. Ρεπορτάζ σαν αυτά που έκανε ο πατέρας του,
θέματα που αποτελούσαν κομμάτι της κληρονομιάς της οικογένειας των Ρέινολντς.
Αυτά όμως τα θέματα προϋπέθεταν πολύωρη απαιτητική δουλειά, συχνά και ξαφνικά ταξίδια σε όλο τον κόσμο, και
σήμαιναν επίσης ότι η κόρη του έπρεπε να μεγαλώνει με ξένες γυναίκες. Ο Ντάνιελ έλεγε στον εαυτό του πως η δουλειά που
είχε τώρα ήταν τέλεια κι ότι έπρεπε να το πάρει απόφαση και να στρωθεί.
«Ανακάλυψα μια πριγκίπισσα... ή, καλύτερα, κάποια που ισχυρίζεται ότι είναι πριγκίπισσα», είπε στον Ματ. «Έχει έρθει
προσωρινά στο Γουίντερ Χέιβεν».
Ο Ματ άφησε ένα επιφώνημα δυσπιστίας. «Εννοείς αληθινή, κανονική πριγκίπισσα;»
«Έτσι φαίνεται, αλλά το διασταυρώνω ακόμα». Τράβηξε μπροστά τις σημειώσεις του. «Αυτή η κοπέλα, η Καρλίτα Σαντάρο,
υποστηρίζει ότι είναι η τρίτη κόρη του βασιλιά του Ουτσέλι, μιας χώρας κοντά στην Ιταλία. Το έλεγξα και διαπίστωσα ότι
υπάρχει πράγματι κάποια Καρλίτα, η οποία ταιριάζει με την ηλικία της κοπέλας και της μοιάζει και φυσιογνωμικά. Η μεσαία
αδερφή, η Αλέγκρα, ανέβηκε στο θρόνο πέρσι, και η μεγαλύτερη αδερφή, η Μαριαμπέλα, είναι παντρεμένη με Αμερικανό και
την περίοδο που ζει εδώ, διευθύνει μια αίθουσα τέχνης στη Μασαχουσέτη. Η μητέρα της βρέθηκε στο Γουίντερ Χέιβεν πριν
από είκοσι χρόνια και, σύμφωνα με την Καρλίτα, αυτός ήταν ο λόγος που οδήγησε και την ίδια στα μέρη μας».
«Νομίζω πως κάτι έχω ακούσει για την τύπισσα με την γκαλερί. Την είδα στις ειδήσεις πριν από μήνες. Μακάρι να είχα κάνει
εγώ αυτή την αποκλειστικότητα». Ο Ματ κράτησε μερικές σημειώσεις σ’ ένα φύλλο χαρτί. «Και τι γυρεύει η πριγκιπέσα στην
Ιντιάνα;»
«Η χώρα της παράγει κρασιά. Άνοιξε, λοιπόν, μια μικρή κάβα, που είναι η πρώτη στις Ηνωμένες Πολιτείες, για να πουλάει
τα προϊόντα του Ουτσέλι. Ένα είδος πιλοτικού καταστήματος για να δει την αντίδραση των τουριστών».
«Είσαι βέβαιος ότι είναι γνήσιο πράγμα;» ρώτησε ο Ματ.
Ο Ντάνιελ ανασήκωσε τους ώμους. «Μέχρι τώρα όσα λέει επιβεβαιώνονται».
«Τι θα πει, ‘μέχρι τώρα’;» Ο Ματ ανασήκωσε το ένα φρύδι εκνευρισμένος. Οι υπόλοιποι της ομάδας παραγωγής στράφηκαν
και κοίταξαν τον Ντάνιελ.
«Μμμ... δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για την Καρλίτα Σαντάρο». Άνοιξε το ντοσιέ που είχε μπροστά του και τρ άβηξε
έξω τις λιγοστές φωτογραφίες της Κάρι που είχε με περιβολή πριγκίπισσας. Τις έσπρωξε πάνω στο μακρύ τραπέζι των
συσκέψεων. «Πρώτον, επειδή πάντοτε απέφευγε τα φώτα της δημοσιότητας και, δεύτερον, επειδή είναι η τριτότοκη και
συνεπώς δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα τα μέσα ενημέρωσης. Άρα, είναι κάπως δύσκολο, προς το παρόν, να αποδείξω τους
ισχυρισμούς της».
Ο Ματ διάλεξε μια παλιά και κάπως αχνή φωτογραφία της Κάρι σε μικρή ηλικία. «Της έκανες εξέταση αίματος;»
Ο Ντάνιελ κάγχασε. «Σοβαρολογείς; Δεν μπορώ να κάνω τέτοιο πράγμα».
«Σοβαρολογώ. Δε θέλω να κινδυνέψει το κανάλι εξαιτίας μιας τρελοκαμπέρως που πιστεύει ότι είναι απόγονος των
Ρομανόφ!»
Ο Ντάνιελ πιέστηκε για να συγκρατήσει το θυμό του. Ήταν η δουλειά του, η πρώτη του ευκαιρία για να αποδείξει στο
καινούριο του αφεντικό ότι άξιζε, και γι’ αυτό όφειλε να μη χάσει τον έλεγχο. Δουλειές με καλά λεφτά σ’ αυτό τον τόπο δεν
υπήρχαν πολλές. Οπότε, αν δεν τα κατάφερνε εκεί, θα αναγκαζόταν να γυρίσει πίσω στη Νέα Υόρκη. Κι αυτό με τη σειρά του
θα σήμαινε πως η κόρη του θα ξαναβίωνε τον εφιάλτη των παιδικών σταθμών, των νταντάδων και του απόντος πατέρα. Θα
επέστρεφε δηλαδή στην κατάσταση που με τόση προσπάθεια είχε καταφέρει να αφήσει πίσω του. Επιπλέον, δε θα του ήταν
και τόσο εύκολο να βρει άλλη δουλειά στην τηλεόραση, δεδομένου ότι η φήμη του είχε δεχτεί μεγάλο πλήγμα την
προηγούμενη χρονιά. Είχε κάνει είκοσι αιτήσεις για πρόσληψη, αλλά χωρίς τύχη, προτού τον προσλάβουν εκεί. Την είχε
λοιπόν μεγάλη ανάγκη αυτή τη δουλειά, όσο κι αν σιχαινόταν το γεγονός ότι οι επιλογές του είχαν συρρικνωθεί σ’ αυτή τη
μία και μοναδική προσφορά. «Όσα έχω διαβάσει για την πριγκίπισσα ταιριάζουν απόλυτα με την κοπέλα που γνώρισα εδώ.
Ακόμα δεν είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρος πως πρόκειται για την αληθινή Σαντάρο. Χρειάζεται λίγη ακόμη έρευνα ώστε να
βεβαιωθώ».
Ο Ματ βάλθηκε να σκέφτεται για λίγο όσα είχε ακούσει, παίζοντας το στυλό ανάμεσα στα δάχτυλά του. Έδειχνε
επιφυλακτικός και είχε πάρει το χαρακτηριστικό ραδιούργο ύφος του, το σήμα κατατεθέν του που τον είχε βοηθήσει να
ανεβάσει την τηλεθέαση της εκπομπής του. Ο Ντάνιελ ήταν σίγουρος πως από το μυαλό του αφεντικού περνούσε κάποια
παλαβή ιδέα, αναμφίβολα κάτι που δε θα του άρεσε καθόλου. Στις δύο βδομάδες που εργαζόταν εκεί, είχε δει τον Ματ να
περνάει την κόκκινη γραμμή της δημοσιογραφίας εκατοντάδες φορές. Στην πραγματικότητα, ο Ντάνιελ δε θα αποκαλούσε
ποτέ δημοσιογραφία αυτό που έκανε ο Ματ. Είχε γνωρίσει νεαρούς, ανειδίκευτους ακόμα απόφοιτους σχολών
δημοσιογραφίας που διέθεταν περισσότερη διακριτικότητα και ευαισθησία. Όμως αυτή ήταν η δουλειά του, και άρα έπρεπε
να κάνει κουράγιο και να αντέξει την ενοχλητική προσωπικότητα του Ματ. Προς το παρόν. Μόλις όμως πρόσθετε μία ακόμα
επιτυχία στο βιογραφικό του, θα αναζητούσε μια δουλειά με περισσότερη ουσία.
«Εντάξει, θα κάνουμε μια προσπάθεια. Αλλά δε θέλω τα συνηθισμένα γλυκανάλατα». Προσποιήθηκε ένα χασμουρητό.
«Φτιάξε κάτι που να συζητηθεί. Ένα ρεπορτάζ που θα θέλουν να το παίξουν οι άλλοι σταθμοί στις εκπομπές τους. Κάτι που
θα στρέψει τα φώτα στην Αποκαλυπτική Ενημέρωση. Θέλω να γίνουμε διάσημοι παγκοσμίως, φίλε. Και αυτό το θέμα θα μας
βοηθήσει. Κόσμε, σου ’ρχόμαστε!»
«Σύμφωνοι. Θα σκεφτώ μια προσέγγιση που...»
«Δε θέλω προσέγγιση. Θέλω κάτι που να κάνει πάταγο... Κάτι σαν...» Στριφογύρισε πάλι το στυλό του και ξαφνικά το
πρόσωπό του φωτίστηκε τόσο πολύ, που ο Ντάνιελ κατάλαβε πως θα άκουγε κάτι κακό. «Κάτι σαν τεστ».
«Τεστ;»
«Ναι! Όπως και στο παραμύθι. Πώς το λένε;...» Σκούντησε δυνατά τον ειδικευόμενο δημοσιογράφο δίπλα του.
Ο νεαρός, που ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών, αναπήδησε ολόκληρος. «Ε... Σταχτοπούτα;» ψέλλισε ταραγμένος.
«Όχι, όχι, το άλλο».
«Χιονάτη;» πρότεινε η Έμιλι, η συμπαρουσιάστρια.
«Ούτε. Να πάρει η ευχή, συνεργάζομαι με ανόητους», είπε νευριασμένος ο Ματ. «Πώς διάβολο το λένε το παραμύθι; Αυτό
που δοκιμάζουν την πριγκίπισσα για να σιγουρευτούν ότι δεν είναι δήθεν;»
«Η Πριγκίπισσα και το Μπιζέλι», απάντησε ο Ντάνιελ, αηδιασμένος με τον εαυτό του που πρόσφερε την απάντηση. Έβλεπε
ήδη πού οδηγούσε αυτός ο δρόμος και δεν του άρεσε καθόλου η κατεύθυνση που ακολουθούσε ο Ματ. Μπορεί να ήθελε
περισσότερο από τον καθένα να αποδείξει ή να καταρρίψει τους ισχυρισμούς της Κάρι, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήθελε
να καταντήσει τσίρκο.
«Ναι, ναι! Αυτό!» είπε ενθουσιασμένος ο Ματ, δείχνοντας τον Ντάνιελ. «Καινούριε, κέρδισες τη θέση σου. Νομίζω πως
είχες την καλύτερη ιδέα απ’ όλους αυτούς τους ανόητους. Συνέχισε με την πριγκίπισσά σου, βρες στοιχεία από το παρελθόν
της και στην πορεία θα διευθετήσουμε τη δοκιμασία στην οποία θα την υποβάλουμε για να αποδείξουμε τη βασιλική της
καταγωγή».
«Τι είδους δοκιμασία θα είναι;»
Ο Ματ χαμογέλασε διαβολικά, κάτι που μαρτυρούσε ότι όντως είχε πάρει τη λάθος κατεύθυνση. Ο Ντάνιελ αισθάνθηκε ένα
σφίξιμο στο στομάχι και αναρωτήθηκε αν υπήρχε ακόμα χρόνος για να αποσύρει την ιδέα του.
«Ω, κάτι θα σκεφτούμε. Αλλά ό,τι και να είναι αυτό, ένα πράγμα μπορώ να εγγυηθώ».
«Τι;» ρώτησε ο Ντάνιελ.
«Ότι θα είναι καταπληκτική τηλεόραση», απάντησε με το ίδιο χαμόγελο ο Ματ. «Φανταστική, αξέχαστη τηλεόραση με πολύ
χρήμα».
«Αυτό φοβάμαι κι εγώ», μουρμούρισε ο Ντάνιελ, καθώς μάζευε τα πράγματά του και αποχωρούσε από τη συνάντηση. Και
βάλθηκε σαν τρελός να ψάχνει έναν τρόπο για να το πει στην Κάρι, χωρίς να την κάνει να του φορέσει την κορόνα της
κολάρο.

Η Άναμπελ περπατούσε χοροπηδώντας μέσα στην κουζίνα. Φορούσε την πλαστική τιάρα της κι ένα φούξια φουστάνι που
άνοιγε σαν καμπάνα κάτω από τη μέση. Ο Ντάνιελ είχε προσπαθήσει να την αναγκάσει να βγάλει την τιάρα, αλλά η μικρή είχε
πεισμώσει κι εκείνος δεν ήθελε να τη δει να ξανασουφρώνει τα φρυδάκια της. Τουλάχιστον όχι τώρα που μόλις είχε
ξαναρχίσει να χαμογελάει.
«Είσαι έτοιμη, φραουλίτσα μου;»
Η κόρη του σταμάτησε να στροβιλίζεται και στράφηκε να τον αντικρίσει. «Ναι».
Ήταν έτοιμη και τον περίμενε να επιστρέψει από τη σύσκεψη. Τώρα ο ενθουσιασμός έκανε το πρόσωπό της να λάμπει, τα
μάτια της να χορεύουν. «Εντάξει, λοιπόν. Πάμε». Ο Ντάνιελ της άνοιξε τα μπράτσα του κι εκείνη άρχισε να προχωράει προς
το μέρος του, μετά κοντοστάθηκε και έπιασε μια φούξια σακούλα που ήταν ακουμπισμένη στο τραπέζι της κουζίνας. «Τι
είναι αυτό;»
«Δεν μπορώ να σου πω, μπαμπά. Είναι έκπληξη». Ένα πονηρό χαμόγελο απλώθηκε στα χαρακτηριστικά της.
«Έκπληξη, ε;» Ο Ντάνιελ έσκυψε πάνω από την τσάντα και προσποιήθηκε ότι προσπαθούσε να δει μέσα. «Για μένα;»
Η μικρή τράβηξε αμέσως τη σακούλα μακριά. «Μην κρυφοκοιτάζεις, μπαμπά! Δεν είναι για σένα».
«Για τη γιαγιά;»
«Όχι, χαζούλη. Για την πριγκίπισσα είναι». Το πρόσωπό της έλαμψε καθώς έσφιξε το σακουλάκι πάνω στο στήθος της.
«Σήμερα θα είμαστε κι οι δυο πριγκίπισσες».
Ο Ντάνιελ συγκράτησε ένα επιφώνημα αγανάκτησης. Ευχήθηκε να μην είχε ανακαλύψει η κόρη του την ταυτότητα της
Κάρι. Όμως ήταν εκεί, παρούσα, και είχε ακούσει με τα αυτάκια της τη διευθύντρια της βιβλιοθήκης που μπήκε στο τμήμα
παιδικής λογοτεχνίας και εξέφρασε φωναχτά την απορία της που έβλεπε μια πριγκίπισσα σ’ ένα τόσο συνηθισμένο μέρος. Η
Άναμπελ πέταξε από τη χαρά της και, προτού προλάβει ο Ντάνιελ να την εμποδίσει, κάλεσε την Κάρι στο πικνίκ στο πάρκο
που είχαν κανονίσει για εκείνη τη μέρα.
Στη αρχή εκείνος είχε εναντιωθεί στην ιδέα, αλλά μετά σκέφτηκε ότι το πικνίκ ήταν η τέλεια ευκαιρία για να γνωρίσει
καλύτερα την Κάρι, για να ανακαλύψει αν ήταν η αληθινή Καρλίτα Σαντάρο ή κάποια απατεώνισσα. Γιατί ήθελε να
σιγουρευτεί προτού αναλάβει να προχωρήσει το ρεπορτάζ για το κανάλι. Η μία μέθοδος ήταν το τεστ που είχε προτείνει ο
Ματ, αλλά ο Ντάνιελ προτιμούσε τον πατροπαράδοτο τρόπο. Θα έβγαζε δηλαδή στην επιφάνεια γεγονότα, θα τα συνδύαζε
και τελικά θα έφτανε στην αλήθεια.
Και προς το παρόν δεν ήξερε με βεβαιότητα ποια αλήθεια κρυβόταν πίσω από την κοπέλα που δούλευε στην κάβα.
Στις φωτογραφίες της βασιλικής οικογένειας που είχε στα χέρια του, η πριγκίπισσα Καρλίτα είτε απουσίαζε είτε στεκόταν
στο βάθος. Πολύ βολικό για μια κοπέλα που ήθελε να πάρει τη θέση της Καρλίτα Σαντάρο σε μια μικρή πόλη στην άλλη
άκρη του κόσμου, όπου πιθανότατα οι περισσότεροι κάτοικοι δεν είχαν καν ιδέα για την ύπαρξή της. Μήπως είχε πάει εκεί για
να επωφεληθεί από τη φημολογούμενη επίσκεψη της βασίλισσας του Ουτσέλι, δύο δεκαετίες νωρίτερα; Υπήρξε ελάχιστη
δημοσιογραφική κάλυψη για την επίσκεψη της Μπιάνκα Σαντάρο, μια δυο αναφορές με ψιλά γράμματα στις ευρωπαϊκές
εφημερίδες και μερικά πικάντικα σχόλια σ’ αυτές της Ιντιανάπολης, αλλά τίποτα το επιβεβαιωμένο. Οπωσδήποτε και αυτό
χρειαζόταν περισσότερη έρευνα. Όπως κι αν είχε, η βασίλισσα του Ουτσέλι είχε έλθει και απέλθει διατηρώντας την ανωνυμία
της. Ίσως λοιπόν η κόρη της να ήθελε να το επαναλάβει;
Η Καρλίτα της φωτογραφίας είχε σγουρά μαλλιά, πιασμένα ψηλά σε μια περίτεχνη κόμμωση, ενώ τα φορέματά της ήταν
τόσο πολύ στολισμένα με πετράδια, που έμοιαζαν σαν να ζύγιζαν τόνους. Καμία σχέση με το κορίτσι της διπλανής πόρτας
που είχε γνωρίσει πριν από δύο μέρες. Κι όμως, οι επίσημες ανακοινώσεις από το παλάτι για την ντροπαλή πριγκίπισσα
έρχονταν σε αντίθεση με τις αναφορές των μέσων ενημέρωσης του Ουτσέλι για κάποιες «περιπέτειές της», όπως τις
χαρακτήριζαν. Όποια κι αν ήταν η αλήθεια, ήσυχη κοπέλα ή ατίθασο θηλυκό, όλα έδειχναν ότι η πραγματική Καρλίτα
Σαντάρο απέφευγε τα φώτα της δημοσιότητας και έκανε το κατά δύναμιν για να αποφεύγει και τη βασιλική ζωή επίσης.
Μπορούσε η χαμογελαστή και πρόσχαρη κοπέλα που είχε γνωρίσει εκείνος να ήταν η ίδια που είχε φύγει στη μέση ενός
επίσημου δείπνου και είχε βουτήξει ένα φορτηγάκι του πύργου για να πάει για κάμπινγκ με τις φίλες της;
Ο Ντάνιελ χρειαζόταν οπωσδήποτε περισσότερες πληροφορίες προτού βγάλει τη βιογραφία της στον τηλεοπτικό αέρα. Με
λίγη τύχη, αυτή η ιστορία μπορεί να ήταν η ευκαιρία που αναζητούσε, η επιτυχία που θα του εξασφάλιζε μια μόνιμη θέση
στην Ιντιάνα. Δεν ήταν βέβαια η διεθνής καριέρα που είχε κάποτε ούτε τα αξιόλογα ρεπορτάζ πάνω στα οποία είχε χτίσει τη
σταδιοδρομία του, και αναμφίβολα απείχε πολύ από τη βραβευμένη με Πούλιτζερ δημοσιογραφία του πατέρα και του παππού
του. Όμως ήταν η ιδανική δουλειά για ένα χήρο πατέρα που χρειαζόταν ένα καινούριο ξεκίνημα στη ζωή του. Θα ήταν επίσης
το εισιτήριο που του έλειπε για να επιστρέψει στην αφρόκρεμα της δημοσιογραφίας.
Είχε διαπιστώσει πως ο καλύτερος τρόπος για να καταφέρει κάποιον συνεντευξιαζόμενο να μιλήσει ήταν να τον συναντήσει
σε καθημερινό περιβάλλον, στο οποίο θα χαλάρωνε αρκετά ώστε να βγάλει όλα τα εσώψυχά του. Το πικνίκ που είχε
κανονίσει ύστερα από πρόταση της Άναμπελ ήταν εξαιρετική περίπτωση. Είχε συγκεντρώσει ήδη αρκετές πληροφορίες για το
Ουτσέλι και τη βασιλική οικογένεια. Πίστευε λοιπόν ότι μετά κι από τη συνάντηση που θα γινόταν μαζί της με αφορμή το
πικνίκ, θα μπορούσε είτε να αποκαλύψει την απάτη της Κάρι ή να αποδείξει πως ήταν η γνήσια απόγονος των Σαντάρο.
Και ναι, έπρεπε να παραδεχτεί πως του είχε εξάψει το ενδιαφέρον αυτή η γυναίκα με την ελαφρά ξενική προφορά και το
πλατύ χαμόγελο. Του κινούσε το ενδιαφέρον για λόγους που δεν είχαν καμία σχέση με τη δουλειά του.
Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που τον είχε απασχολήσει μια γυναίκα. Μετά το αυτοκινητικό δυστύχημα που αφαίρεσε
τη ζωή της Σάρας, το μόνο που ήθελε ήταν να είναι μόνος του. Να χαθεί από προσώπου γης. Αλλά δεν μπορούσε, γιατί
υπήρχε η Μπελ. Περνούσαν μέρες που δεν ήθελε καν να σηκωθεί από το κρεβάτι του, δεν είχε καμία όρεξη να ζήσει. Δεν τον
ενδιέφερε καθόλου να βγει ραντεβού, πόσο μάλλον να ξαναπαντρευτεί. Παρ’ όλο που ακόμα και πριν το τροχαίο της Σάρας ο
γάμος του είχε ουσιαστικά λήξει και έλειπαν μόνο οι τυπικές υπογραφές για το διαζύγιο, δεν είχε περάσει ποτέ από το νου του
να ξεκινήσει μια καινούρια σχέση.
Και τώρα, αυτή η γυναίκα, μια ολότελα ξένη γυναίκα, είχε καταφέρει να οδηγήσει το μυαλό του σε μονοπάτια που πίστευε
ότι είχαν κλείσει για πάντα.
Σε μονοπάτια που δε σκόπευε να ξαναπάρει. Έφτανε μια φορά που τα είχε θαλασσώσει. Είχε κοντέψει να καταστρέψει
τελείως τη σχέση του με την κόρη του. Όχι, τέλος όλα αυτά. Τώρα μόνο δουλειά. Οι κάθε είδους σχέσεις μπορούσαν να
περιμένουν.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο σαλόνι η μητέρα του και του έδωσε ένα μικρό κόκκινο ψυγειάκι εκδρομής. «Σας έβαλα μερικά
σάντουιτς, μπουκαλάκια με νερό και λίγα από τα κουλουράκια της Άναμπελ».
«Θα τα έφτιαχνα εγώ, μαμά».
Η Γκρέτα γέλασε. «Θα ξεχνούσες τις χαρτοπετσέτες. Και τα νερά. Για να μην αναφέρω τι θα έβαζες μέσα στα σάντουιτς».
«Δίκιο έχεις. Δεν είμαι πολύ καλός στο... νοικοκυριό».
«Προσπαθείς. Κι αυτό έχει σημασία».
Ο Ντάνιελ ξεφύσησε και θυμήθηκε το προηγούμενο βράδυ, τη στιγμή που προσπαθούσε να βάλει για ύπνο την κόρη του. Η
μικρή αντιδρούσε τόσο πολύ, γκρίνιαζε και παραπονιόταν, προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση, ώσπου μπήκε στο δωμάτιο η
μητέρα του και ηρέμησε τα πνεύματα. Υπήρχαν μέρες που ο Ντάνιελ ένιωθε ότι ήταν ανίκανος να πλησιάσει το ίδιο του το
παιδί. Τι στην ευχή πατέρας ήταν;
«Επιπλέον, δεν κρύβω ότι απολαμβάνω να περιποιούμαι το γιο μου και την εγγονή μου», πρόσθεσε η Γκρέτα,
χαμογελώντας του στοργικά.
Εκείνος έγειρε προς το μέρος της και της έδωσε ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο. Η μητέρα του είχε κάνει τόσο πολλά γι’ αυτόν
όλη την προηγούμενη χρονιά, που δεν έβρισκε λόγια για να την ευχαριστήσει. Ένιωθε ευγνώμων που είχε ξαναφτιάξει μια
δεμένη σχέση μαζί της. «Σ’ ευχαριστώ», της είπε.
«Έλα, μπαμπά! Θα αργήσουμε στο ραντεβού μας με την πριγκίπισσα!» φώναξε η Άναμπελ, τραβώντας τον από το μανίκι
του πουκαμίσου του.
Η Γκρέτα χαμογέλασε. «Καλύτερα να βιαστείς. Δεν είναι πρέπον να αφήνεις μια πριγκίπισσα να περιμένει».
«Ακόμα κι αν είναι κίβδηλη», μουρμούρισε ο Ντάνιελ.
«Τι σημαίνει ίβηλη, μπαμπά;» ζήτησε να μάθει η Άναμπελ.
Ο Ντάνιελ συνοφρυώθηκε. Η κόρη του άκουγε τα πάντα εκτός από αυτά που δεν ήθελε ν’ ακούει, όπως το να μαζέψει τα
παιχνίδια της ή να πέσει για ύπνο. «Σημαίνει ότι θέλω να τη ρωτήσω πώς νιώθει που είναι πριγκίπισσα».
«Κι εγώ!» αναφώνησε η μικρή. «Θέλω να μάθω τα πάντα».
Αλλά καθώς βγήκαν έξω από το σπίτι, σκέφτηκε πως οι απαντήσεις που ζητούσε εκείνος και η κόρη του δεν είχαν καμία
απολύτως σχέση μεταξύ τους.

Η Κάρι είχε αλλάξει τρεις φορές ρούχα προτού εκνευριστεί και πει στο είδωλό της στον καθρέφτη πως δεν επρόκειτο για
ραντεβού. Θα πήγαινε σε ένα πικνίκ με τον Ντάνιελ Ρέινολντς μόνο και μόνο επειδή η κόρη του είχε ακούσει τη λέξη
πριγκίπισσα και είχε καταμαγευτεί. Δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθεί, βλέποντας τα αθώα γαλάζια ματάκια να την ικετεύουν
να δεχτεί. Αντίθετα με τον πατέρα της, η Άναμπελ Ρέινολντς ήταν αξιολάτρευτη και χαριτωμένη, το είδος του παιδιού που
μπορούσε να λυγίσει ακόμα και την πιο σκληρή καρδιά.
Να είχε άραγε συμφωνήσει με το πικνίκ ο Ντάνιελ μόνο και μόνο για να της αποσπάσει πληροφορίες; Ή μήπως επειδή
πραγματικά ενδιαφερόταν για την Κάρι Σαντάρο σαν άτομο; Μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να το εξακριβώσει, κι αυτός ήταν
να πάει στη συνάντηση.
Παρ’ όλα αυτά, δίσταζε. Δεν μπορούσε να τον εμπιστευτεί. Ένα κομμάτι του εαυτού της, η Κάρι που είχε περάσει τη ζωή
της μη ξέροντας αν οι άνθρωποι που γνώριζε ήταν αληθινοί φίλοι ή έψαχναν την ευκαιρία να χωθούν στην Αυλή του
παλατιού, αμφέβαλλε για τις προθέσεις του Ντάνιελ.
Εμπιστοσύνη. Μια απλή λέξη με τόσο σπουδαίο νόημα.
Κοίταξε το ρολόι της. Έπρεπε να βιαστεί, αλλιώς θα πήγαινε καθυστερημένα. Τελικά αποφάσισε να φορέσει ένα αχνοκίτρινο
φόρεμα με διάσπαρτα λευκά λουλούδια από τη μέση και κάτω. Το συνδύασε με άσπρες μπαλαρίνες κι ένα κοντό άσπρο
ζακετάκι. Δίχως άλλο, εντελώς διαφορετικά ρούχα από τα πολυτελή φορέματα και τα αυστηρά κοστούμια με τα οποία
ντυνόταν στις επίσημες εμφανίσεις της στο παλάτι. Αυτό το φορεματάκι, που το είχε ψωνίσει από ένα μαγαζί του Γουίντερ
Χέιβεν πριν λίγες μέρες, ταίριαζε πολύ περισσότερο στο χαρακτήρα της και στην απλότητά της. Απλό ήταν επίσης και το
χτένισμά της, αφού άφησε κάτω τα μαλλιά της, να κυματίζουν ελεύθερα γύρω από τους ώμους της.
Τέλος, έβαλε σε ένα δοχείο λίγο τυρί, κρακεράκια και σταφύλι και το τοποθέτησε σε μια πάνινη τσάντα. Το τελευταίο
δευτερόλεπτο, άρπαξε κι ένα μπουκάλι από τα αγαπημένα της κρασιά του Ουτσέλι και το έβαλε κι αυτό μέσα στην τσάντα
της. Αν ο Ντάνιελ προσπαθούσε να μετατρέψει το πικνίκ σε συνέντευξη για τη ζωή της, τότε εκείνη θα άλλαζε το θέμα σε
κάτι που την ενδιέφερε πραγματικά. Δεν είχε καμιά διάθεση να τον αφήσει να την εκμεταλλευτεί για χάρη της εκπομπής του.
Θα πήγαινε αποκλειστικά και μόνο για χάρη της Άναμπελ, τελεία και παύλα.
Διένυσε περπατώντας τα τρία τετράγωνα που απείχε το πάρκο, απολαμβάνοντας τη ζεστή ημέρα που τη δρόσιζε ένα απαλό
αεράκι. Αν έκλεινε τα μάτια της, θα νόμιζε ότι περπατούσε στις βραχώδεις ακτές του Ουτσέλι, με τους γλάρους και τα άλλα
θαλασσοπούλια να κρώζουν και να χορεύουν στον αφρό των κυμάτων. Με τη διαφορά ότι ο αέρας εδώ δε μύριζε αρμύρα και
οι γλάροι ήταν σπάνιο θέαμα.
Το πάρκο του Γουίντερ Χέιβεν δεν ήταν τεράστιο. Στο κέντρο δέσποζε ένα μεγάλο όμορφο κιόσκι με ξυλόγλυπτα κάγκελα,
ενώ στη ανατολική γωνία υπήρχε ένας πολύχρωμος παιδότοπος. Μια μικρή λίμνη αποτελούσε το κέντρο του ενδιαφέροντος
στη δυτική πλευρά, με ολόγυρά της τραπεζάκια του πικνίκ. Κάμποσες χήνες κολυμπούσαν ανέμελες στο νερό, ή έβγαιναν
στο γρασίδι κι έψαχναν ψίχουλα για να τσιμπολογήσουν. Παιδάκια γελούσαν καθώς σκαρφάλωναν στους στύλους της
παιδικής χαράς και οι γονείς τους κοντοστέκονταν παραδίπλα, έτοιμοι να εμποδίσουν μια πιθανή πτώση, μια μελανιά. Όλα
εκεί πέρα ήταν απλοϊκά, συνηθισμένα. Η Κάρι λάτρευε τη σπιτική ατμόσφαιρα αυτής της κωμόπολης, το γεγονός ότι νόμιζες
πως όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Δεν ήταν καθόλου περίεργο που τον είχε λατρέψει και η μητέρα της αυτό τον τόπο. Ένας
ψίθυρος ήχησε στο πίσω μέρος του μυαλού της. Αφού η Μπιάνκα είχε αγαπήσει τόσο πολύ το Γουίντερ Χέιβεν, γιατί είχε
εναντιωθεί στην απόφαση της κόρης της να το επισκεφθεί;
Ωστόσο η πόλη έσφυζε από τουρίστες, που τους τραβούσαν εκεί η πανέμορφη λίμνη και η φιλική, χωριάτικη ατμόσφαιρα.
Αντί για ξενοδοχεία, υπήρχαν στην πόλη πανσιόν για κάθε γούστο. Έμοιαζε σαν να είναι κανείς στο σπίτι του.
Ύστερα από διαμονή μόλις μιας βδομάδας εκεί, η Κάρι έμπαινε στα μαγαζιά και όλοι τη χαιρετούσαν με το μικρό της
όνομα. Οι κάτοικοι δεν έβλεπαν την πριγκίπισσα Καρλίτα, έβλεπαν την Κάρι.
Ήταν η πιο απελευθερωτική εμπειρία της ζωής της. Κάτι ήξερε η μαμά της.
Προχώρησε στο πλακόστρωτο μονοπάτι και προσπέρασε το ξύλινο περίπτερο που είχε ύψος έξι μέτρα. Εκεί, δίπλα στη
λιμνούλα, στεκόταν ο Ντάνιελ Ρέινολντς με την κόρη του. Έπνιξε το γέλιο της μόλις είδε το φουσκωτό φούξια φόρεμα της
μικρής και την παιδική κορόνα με τα στρας, που λαμπύριζαν στις χρυσαφένιες μπούκλες. Όλα τα κοριτσάκια ήθελαν να είναι
πριγκίπισσες... εκτός από εκείνο που ήταν πραγματική πριγκίπισσα.
Καθώς η Κάρι πλησίαζε, η Άναμπελ στράφηκε και την είδε. Μεμιάς άρχισε να τρέχει στο ανηφορικό μονοπάτι, κουνώντας
πέρα δώθε τα μπράτσα της ώσπου σταμάτησε απότομα, τρεκλίζοντας στα πλαστικά τακούνια της. «Γεια», είπε,
χαμογελώντας ντροπαλά και χαμηλώνοντας το βλέμμα.
Τότε η Κάρι γέλασε. Μονάχα μια λεξούλα. Έσκυψε πάνω από την Άναμπελ. «Γεια σου κι εσένα. Μου αρέσει πολύ το
στέμμα σου».
Το προσωπάκι της Άναμπελ φωτίστηκε καθώς πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από τις ασημί, πλαστικές αψίδες της τιάρας της.
«Ευχαριστώ».
«Και τα γοβάκια σου μου αρέσουν πολύ».
«Α, ευχαριστώ. Είναι τα τακούνια μου». Η μικρή ύψωσε το πόδι της για να δει η Κάρι το τακουνάκι. Έπειτα σήκωσε το
βλέμμα και την αντίκρισε. «Πού είναι ο πύργος σου; Ο μπαμπάς σου είναι ο βασιλιάς; Σ’ έχει φιλήσει πρίγκιπας;»
Ο Ντάνιελ σταμάτησε πλάι στην κόρη του και της ανακάτεψε τα μαλλιά. «Θεέ μου, Μπελ, την τρέλανες στις ερωτήσεις».
Η Άναμπελ στένεψε νευριασμένη τα μάτια καθώς κοίταξε τον πατέρα της. «Μα, μπαμπά, πρέπει να μάθω. Πώς θα γίνω
πριγκίπισσα αν δεν ξέρω;»
Η Κάρι πίεσε το δάχτυλό της στη μυτούλα του παιδιού. «Εσύ, γλυκιά μου, είσαι ήδη πριγκίπισσα».
Το χαμόγελο της Άναμπελ έγινε πιο φωτεινό κι από τον ήλιο. «Είμαι;»
«Αμέ. Για να είσαι πριγκίπισσα δεν είναι ανάγκη να σε γεννήσει βασιλιάς ούτε να σ’ έχει φιλήσει πρίγκιπας. Αρκεί να είσαι
καλός άνθρωπος, να συμπαραστέκεσαι στους άλλους, να τους φροντίζεις. Να παλεύεις για όσα θεωρείς σημαντικά για σένα».
Η Άναμπελ ζάρωσε τη μύτη της καθώς το σκεφτόταν. «Εγώ φροντίζω τη Γουίτνι. Κάνω πολύ καλή δουλειά με τη Γουίτνι».
«Η Γουίτνι είναι ένα πάνινο σκυλάκι», εξήγησε ο Ντάνιελ. «Την έχει από μωρό».
«Δεν είμαι μωρό, μπαμπά!»
«Το ξέρω, φραουλίτσα μου. Το ξέρω», είπε ο Ντάνιελ γελώντας και μετά έδειξε χαμηλά στο λοφάκι. «Έχουμε απλώσει την
κουβέρτα κάτω από τον πλάτανο, αν θέλεις να μας κάνεις παρέα».
«Ω, το θέλω πάρα πολύ».
Η Άναμπελ ενθουσιάστηκε. Άρπαξε την Κάρι από το χέρι και σχεδόν την έσυρε σ’ όλη την κατηφοριά, ώσπου σταμάτησε σε
μια κόκκινη καρό κουβέρτα. Ένα ψυγειάκι ήταν ακουμπισμένο σε μια γωνιά κι ένα πάνινο ζωάκι στην άλλη. Η Κάρι κάθισε
πάνω στην κουβέρτα δίπλα στην Άναμπελ και πήρε στα χέρια της το κουκλάκι. «Αυτή είναι η Γουίτνι;»
Η Άναμπελ έγνεψε καταφατικά. «Της αρέσουν πολύ τα πικνίκ».
«Κι εμένα, Γουίτνι», είπε η Κάρι στο σκυλάκι. «Χαίρομαι που γνωρίζω ένα λάτρη των πικνίκ». Έδωσε το σκυλάκι στην
Άναμπελ, η οποία το πήρε και το έσφιξε στην αγκαλιά της.
«Οι πριγκίπισσες πάνε για πικνίκ;» ρώτησε τότε η μικρή.
«Όχι πολύ συχνά», αποκρίθηκε η Κάρι και προσπάθησε να σκεφτεί πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε απολαύσει κάτι
τέτοιο. Ήταν δέκα χρονών και το είχε σκάσει από τον πύργο όταν η μητέρα της δεν την έβλεπε, γιατί βαριόταν να καθίσει σ’
ένα ακόμα πληκτικό γεύμα επισήμων. Έτσι όπως ήταν ντυμένη με ένα μακρύ σατέν φόρεμα, είχε τρέξει ξυπόλυτη στον
αμπελώνα και είχε περάσει υπέροχα, κολατσίζοντας με τους εργάτες και τις εργάτριες στον καταπράσινο λοφίσκο πάνω από
τα αμπέλια. Την ώρα που ο Τάβο, ο διευθυντής του αμπελώνα, της πρόσφερε κουλουράκια για επιδόρπιο, το αναστατωμένο
προσωπικό την εντόπισε επιτέλους και τη γύρισε πίσω στον πύργο. Η μικρή Κάρι κρατούσε όλη την ώρα σφιχτά στη χούφτα
της τα κουλουράκια, αλλά είχαν γίνει πια θρύμματα. «Καθόλου συχνά», πρόσθεσε άχρωμα.
Ο Ντάνιελ κάθισε κάτω, απέναντί τους, κι έβγαλε από το ψυγειάκι χάρτινα πιάτα και κάμποσα σάντουιτς με ζαμπόν και τυρί.
Έπειτα τοποθέτησε ένα μπουκάλι με ανθρακούχο νερό πάνω στην κουβέρτα και τελείωσε με πλαστικά ποτήρια και
χαρτοπετσέτες. Η Κάρι έβγαλε κι εκείνη το δοχείο από την τσάντα της, το άνοιξε και ακούμπησε τα κράκερ και το τυρί δίπλα
στα σάντουιτς. Όλα έδειχναν ότι επρόκειτο απλώς για ένα πικνίκ. Δόξα τω Θεώ.
Με τη διαφορά ότι έπιασε τον εαυτό της να παρατηρεί τα μπλε μάτια του Ντάνιελ καθώς και τις λίγες μπούκλες από τα
μαύρα μαλλιά που έπεφταν στο μέτωπό του. Παρατηρούσε πολλά, πάρα πολλά.
«Δε χρειαζόταν να φέρεις τίποτα», της είπε εκείνος.
«Αν επέμενε για κάτι η μητέρα μου είναι να μην πηγαίνω ποτέ με άδεια χέρια όταν με προσκαλούν. Ακόμα και οι
πριγκίπισσες πρέπει να είναι αξιοπρεπείς προσκεκλημένες, θα έλεγε. Έφερα λοιπόν σταφύλια και τυρί». Άνοιξε την τσάντα
της κι έπιασε από μέσα τα πλαστικά δοχεία και το μπουκάλι με το κρασί. Το έδειξε στον Ντάνιελ και μετά το ξανάβαλε μέσα
μέχρι να ερχόταν η ώρα του. «Είναι ένα δωράκι για την οικοδέσποινα ή, μάλλον, για τον οικοδεσπότη σ’ αυτή την περίσταση.
Μολονότι ομολογώ πως ξεπέρασες τις προσδοκίες μου».
Ο Ντάνιελ αρνήθηκε το κομπλιμέντο μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού του και στην Κάρι φάνηκε πως είχε έρθει σε αμηχανία. «Τα
μπράβο ανήκουν στη μητέρα μου. Εγώ δεν ξέρω να φτιάχνω Φιβού με Ζήτα για την Μπελ».
«Τι είναι αυτό;» απόρησε η Κάρι.
«Φιστικοβούτυρο με ζελέ», έσπευσε να της εξηγήσει η μικρή, βγάζοντας ένα ακόμα σάντουιτς από το ψυγείο, το οποίο
περιείχε τα παραπάνω συστατικά. «Είναι το νοστιμότερο σάντουιτς που υπάρχει. Να, δοκίμασε» Η Άναμπελ το έβγαλε
απότομα από το διάφανο σακουλάκι του, με αποτέλεσμα να πεταχτεί κάμποση ποσότητα από το ροζ ζελέ και να προσγειωθεί
πάνω στο κίτρινο ύφασμα του φορέματος της Κάρι.
Η Άναμπελ γούρλωσε τα μάτια. «Ω, όχι. Συγνώμη, πριγκίπισσα Κάρι. Χίλια συγνώμη».
Η Κάρι γέλασε κι έπιασε μια χαρτοπετσέτα για να σκουπίσει ό,τι μπορούσε. «Πίστεψέ με, δεν πειράζει καθόλου. Μικρό το
κακό».
«Μα κατέστρεψα το πριγκιπικό σου φόρεμα». Η μικρή είχε σουφρώσει τα χειλάκια της. «Συγνώμη».
Η Κάρι άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε το μπράτσο της Άναμπελ. Ένα απαλό, φευγαλέο χάδι. «Ειλικρινά, γλυκιά μου, δεν
πειράζει. Ακόμα και οι πριγκίπισσες λερώνονται πού και πού».
«Αλήθεια;»
«Αλήθεια». Ήταν ένας από τους λόγους που την τραβούσε η δουλειά στα κτήματα. Μπορούσε να λερωθεί, ακόμα και να
ιδρώσει, και να μη νοιαστεί κανείς. Ίσως γι’ αυτό και να της άρεσαν πάντα οι υπαίθριες δραστηριότητες. Για ένα διάστημα
ίππευε άλογα, μετά το θεώρησε πιο διασκεδαστικό να φροντίζει τους στάβλους. Υπήρξαν περίοδοι που βοηθούσε τους
διακοσμητές να στολίζουν τους κήπους για τις ετήσιες εκδηλώσεις και άλλοτε πήγαινε στα κτήματα και βοηθούσε στον
τρύγο.
«Όταν είμαι στο παλάτι», άρχισε να λέει στην Άναμπελ, «πρέπει πάντα να είμαι άψογη. Κάθε τούφα από τα μαλλιά μου,
κάθε κλωστούλα από τα ρούχα μου πρέπει να είναι στη θέση της. Όλη την ώρα υπάρχουν τριγύρω οι ακόλουθοι, κάτι σαν
καμαριέρες δηλαδή, που με βοηθάνε και ψειρίζουν τα πάντα. Αυτό ομολογώ ότι μου δίνει στα νεύρα».
«Σοβαρά;» Η Άναμπελ γούρλωσε ακόμα περισσότερο τα μάτια της.
«Σοβαρά. Και μερικές φορές το μόνο που θέλω να κάνω είναι να τρέξω στο δωμάτιό μου, να βγάλω από πάνω μου αυτά τα
ρούχα και να φορέσω το μπλουτζίν και τα αθλητικά μου, όπως όλες οι κοπέλες της ηλικίας μου».
Όταν σχεδίαζε αυτό το ταξίδι στο Γουίντερ Χέιβεν είχε πάει για ψώνια και είχε γεμίσει τη βαλίτσα της με ό,τι πιο απλό
υπήρχε. Κοίταξε τώρα το ροζ λεκέ στο φόρεμά της και ευχήθηκε να μην έβγαινε ποτέ στο πλύσιμο.
Ο Ντάνιελ την κοιτούσε με ένα παραξενεμένο βλέμμα. Η Κάρι δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν περιέργεια ή δυσπιστία.
«Είσαι σίγουρη ότι δε θέλεις να πας σπίτι σου να αλλάξεις;» τη ρώτησε. «Μη τυχόν και περάσει από εδώ κανένας άλλος
δημοσιογράφος και σε δει έτσι; Θα είναι το καλύτερό τους να σε βάλουν πρωτοσέλιδο καθισμένη στην κουβέρτα του πικνίκ
με λεκέδες στα ρούχα σου».
Σ’ όλη της τη ζωή οι γονείς της προσπαθούσαν να κρατούν τους δημοσιογράφους μακριά από τις ιδιοτροπίες της κόρης
τους. Αφού εκείνη ήταν η εφεδρική διάδοχος, όλοι έστρεφαν την προσοχή στις μεγαλύτερες αδερφές. Σαν αποτέλεσμα, ο
Τύπος την περιέγραφε ως την τριτότοκη που ζούσε στη σκιά των δύο λαμπερών αστεριών, της Μαριαμπέλα και της Αλέγκρα,
γράφοντας μόνο δυο λόγια στα ψιλά για τα καμώματά της εκτός παλατιού.
Όμως η Κάρι θα έδινε οριστικό τέλος σ’ όλα αυτά. Τώρα θα άφηνε το σημάδι της στον κόσμο. Ως Κάρι και όχι ως
πριγκίπισσα.
Χαμογελώντας στην ιδέα, έγειρε μπροστά, πήρε με το δάχτυλό της κι άλλο ζελέ από το σάντουιτς και πασάλειψε παντού το
φόρεμά της. «Ας το κάνουν», είπε αποφασιστικά. «Ακριβώς επειδή δεν είμαι η πριγκίπισσα που φαντάζονται».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Δεν ήταν η πριγκίπισσα που φαντάζονταν. Ο Ντάνιελ ανακάθισε στην κουβέρτα και βάλθηκε να κοιτάζει την Κάρι.
Διφορούμενη η φράση της. Μήπως παραδεχόταν πως δεν ήταν η αληθινή Καρλίτα Σαντάρο;
Αποφάσισε να μην την πιέσει με ερωτήσεις από την αρχή. Αν το έκανε, ίσως η Κάρι να κλεινόταν στο καβούκι της και μετά
δε θα κατάφερνε να πάρει ποτέ τις πληροφορίες που ζητούσε. Αντί γι’ αυτό λοιπόν, μοίρασε τα σάντουιτς με το ζαμπόν και
το τυρί, σέρβιρε το νερό και περίμενε. Θα κέρδιζε χρόνο, αυτός ήταν αναμφίβολα ο καλύτερος τρόπος δράσης. Επειδή αυτή
τη στιγμή είχε αναλάβει η Άναμπελ την ανάκριση.
Ποιο ήταν το πρόβλημα; Ότι δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Κάθε φορά που η Κάρι χαμογελούσε, ήθελε να την κάνει να
ξαναχαμογελάσει. Θα έπρεπε να είναι αντικειμενικός, να έχει καθαρό μυαλό, όμως το λακκάκι που εμφανιζόταν σε κάθε
χαμόγελό της του αποσπούσε την προσοχή. Έπιασε τον εαυτό του να παρακολουθεί το στόμα της όσο μιλούσε, να
αναρωτιέται τι γεύση θα είχε το φιλί της, αν θα ήταν τόσο γλυκό όσο και η ίδια, αν θα φώλιαζε στην αγκαλιά του ή αν θα τον
έσπρωχνε μακριά.
Απόδιωξε αμέσως τις σκέψεις μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού του. Δεν του χρειαζόταν κανενός είδους σχέση αυτό τον καιρό.
Ίσως και ποτέ ξανά.
Η Άναμπελ έφαγε λαίμαργα το σάντουιτς και πήγε στις κούνιες της παιδικής χαράς. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα κουνιόταν
πέρα δώθε, τραγουδώντας ένα τραγούδι για πριγκίπισσες.
«Η κόρη σου είναι αξιολάτρευτη. Μεγάλη μάρκα», σχολίασε η Κάρι γελώντας.
Το γέλιο της ήταν ανάλαφρο, μουσικό. Έμοιαζε με τραγούδι. Ανάθεμα! Του αποσπούσε συνεχώς την προσοχή, τώρα που
έπρεπε να είναι απόλυτα συγκεντρωμένος. «Πράγματι». Καθάρισε το λαιμό του. «Θα πρέπει να σου λείπει πολύ η ζωή στο
παλάτι».
Το βλέμμα της Κάρι βυθίστηκε στο κενό. Μήπως επειδή έφτιαχνε προσεκτικά την απάντησή της; Ή μήπως επειδή η
ερώτησή του την είχε ενοχλήσει; «Όχι, ειλικρινά, όχι. Ποτέ δε μου ταίριαζε η βασιλική ζωή».
«Γιατί το λες αυτό;»
Η Κάρι άπλωσε το χέρι πάνω στο φόρεμά της και βάλθηκε να διώχνει ανύπαρκτα χνούδια. Ήταν ολοφάνερο ότι
καθυστερούσε την απάντησή της. Ο κυνικός Ντάνιελ θεώρησε ότι το έκανε επειδή προετοίμαζε το ψέμα της. Ο άντρας που
ήταν συνεπαρμένος, όμως, αναρωτιόταν αν ακόμα και οι πριγκίπισσες βαριούνταν κάποτε την πολυτελή ζωή.
Ωστόσο μπορούσε να καταλάβει τι σήμαινε να ζει κανείς με τις προσδοκίες των άλλων. Μήπως κι από εκείνον δεν
περίμεναν όλοι ότι θα ακολουθούσε τα βήματα του παππού και του πατέρα του; Ήταν συνδεδεμένοι με το όνομά του, με ό,τι
κι αν έκανε. Υπήρξαν φορές που αναρωτιόταν τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε γίνει δημοσιογράφος, αλλά αρχιτέκτονας ή
καλλιτέχνης.
Όμως η γυναίκα που βρισκόταν τώρα απέναντί του έδειχνε τόσο συγκροτημένη και γαλήνια, τόσο αρχοντική. Έλεγες πως η
φινέτσα κυλούσε στο αίμα της. Ακόμα και τώρα που καθόταν σε μια κουβέρτα του πικνίκ, κάτω από ένα δέντρο, με το
φόρεμά της λεκιασμένο από ζελέ.
«Δεν είμαι τυπική πριγκίπισσα. Αν και προσπάθησα πολύ σκληρά για να γίνω».
Για μερικές στιγμές, ο Ντάνιελ ένιωσε να ταυτίζεται απόλυτα μαζί της. Ήξερε πώς ήταν να προσπαθείς να εκπληρώνεις τις
προσδοκίες που συνεχώς μεγάλωναν. Να αγωνίζεσαι να πετυχαίνεις στόχους ολοένα και ψηλότερους. Έτσι ακριβώς δεν ήταν
η δουλειά στην τηλεόραση; Συνεχής προσπάθεια να ξεπερνάς τον εαυτό σου; Και στη δική του περίπτωση, να προσπαθεί να
ξεπεράσει τα επιτεύγματα των προγόνων του.
Να το εννοούσε άραγε η Κάρι ή μήπως όλα αυτά ήταν μέρος ενός έξυπνου κόλπου; Η διαίσθηση του Ντάνιελ του έλεγε πως
η κοπέλα ήταν αυθεντική, όμως η διαίσθησή του είχε ατονήσει στη διάρκεια της τελευταίας χρονιάς.
«Ώστε η μητέρα σου είχε παραθερίσει κάποτε εδώ», της είπε, μπαίνοντας στο ζουμί, αλλά χωρίς να φαίνεται ότι τη ρωτούσε.
Η Κάρι έγνεψε καταφατικά. «Πριν γεννηθώ εγώ. Οι αδερφές μου είχαν πάει διακοπές με τους παππούδες για δυο βδομάδες
στο Αμάλφι, κι έτσι η μητέρα μου αποφάσισε να φύγει για λίγο μόνη της».
«Το κάνει συχνά;»
«Κάθε άλλο. Η ζωή στο παλάτι σε ξεζουμίζει. Υποθέτω ότι βρήκε μια ευκαιρία για να ξεφύγει λίγο και την άρπαξε προτού
παρουσιαστεί μια καινούρια δεξίωση». Η Κάρι γέλασε.
«Κι εσύ; Κάνεις ό,τι και η μητέρα σου;»
Ένα τρεμάμενο γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της. «Μοιάζει επικίνδυνα με συνέντευξη».
«Καθόλου. Απλώς θέλω να σε γνωρίσω καλύτερα».
Η Κάρι ύψωσε καχύποπτα τα φρύδια της. «Αλήθεια; Γιατί;»
«Επειδή δεν τυχαίνει κάθε μέρα να γνωρίζει ένας άντρας μια πριγκίπισσα. Και μάλιστα μια τόσο όμορφη πριγκίπισσα».
«Με κολακεύεις», του είπε, απορρίπτοντας μ’ ένα νεύμα του χεριού της τα λόγια του.
«Μα είναι η αλήθεια. Αν ήταν κανονική συνέντευξη, θα κρατούσα σημειώσεις ή θα σε μαγνητοφωνούσα. Δεν έχω τίποτα
από τα δύο». Άπλωσε τα χέρια του για να το αποδείξει. «Παρ’ όλο που, σκέψου το λίγο, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον για τον
κόσμο να αρχίσει να γνωρίζει μια πρωτότυπη πριγκίπισσα».
«Πρωτότυπη; Εγώ;» τον ρώτησε γελώντας.
«Εμένα έτσι μου φαίνεσαι. Τόσο αντισυμβατική, που δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι είσαι στ’ αλήθεια γαλαζοαίματη». Ο
Ντάνιελ βάλθηκε να διαβάζει το πρόσωπό της για να διακρίνει την αντίδρασή της στη μομφή του, αλλά εκείνη παρέμεινε
σκεφτική.
«Αντισυμβατική», επανέλαβε η Κάρι. «Μ’ αρέσει».
Πρόφερε τις λέξεις ήρεμα, κάνοντάς τον να νιώσει άσχημα επειδή έστρεφε τη συζήτηση σ’ αυτό που ήταν ο απώτερος
στόχος του. Ο Ντάνιελ υπενθύμισε στον εαυτό του πως ήταν δημοσιογράφος, κι ένας δημοσιογράφος έπρεπε να βάζει πρώτα
απ’ όλα την είδηση. Πόσες φορές του το είχε πει ο πατέρας του;
«Για να είμαι ειλικρινής, αυτή είναι η πλευρά σου που θα ήθελα να παρουσιάσω σ’ ένα ρεπορτάζ», της είπε. «Δε νομίζεις ότι
ο κόσμος πρέπει να γνωρίσει τον αληθινό εαυτό σου;»
«Τον αληθινό εαυτό μου;» Η Κάρι έμεινε να αναλογίζεται για λίγο τα λόγια του κι έπειτα του χάρισε ένα από τα ασύλληπτα
χαμόγελά της. «Εντάξει, ας κάνουμε τη συνέντευξη».
«Τέλεια!» Είχε ήδη στο τσεπάκι το πρώτο μέρος του ρεπορτάζ. Ίσως τώρα να μπορούσε επιτέλους να χαλαρώσει και να
πιστέψει ότι υπήρχε ελπίδα να στεριώσουν με την Άναμπελ στην Ιντιάνα. Ωστόσο... μια αόριστη ανησυχία τον κατέκλυσε,
λες και είχε αφήσει κάτι ατελείωτο ή, το χειρότερο, ότι έπαιρνε λάθος μονοπάτι. Μπα, μάλλον έφταιγαν τα άσχημα γεγονότα
της περασμένης χρονιάς που τον πλάκωναν ακόμα. Έπρεπε να επικεντρωθεί στη δουλειά του. «Σου υπόσχομαι ότι θα βγει
πολύ ωραίο, καθόλου κουτσομπολίστικο. Μπορούμε να το κανονίσουμε για...»
Η Κάρι ύψωσε το χέρι της και τον διέκοψε. «Υπό έναν όρο».
«Τι όρο;» Να τα. Θα του ζητούσε να μην της θέσει καμιά ερώτηση για την πριγκιπική της ιδιότητα. Καμιά αναφορά στη
σχέση της με τη βασιλική οικογένεια... ή στην ανύπαρκτη σχέση. Αν ήταν έτσι, δε θα του έβγαινε σε καλό. Μεγαλύτερη
επιτυχία θα έκανε το θέμα της σκυλίτσας που θήλαζε τα γατάκια.
«Θέλω να εστιάσεις στο λόγο για τον οποίο βρίσκομαι στην Αμερική», του ζήτησε. «Μέχρι εκεί».

Τον άφησε άναυδο. Αλλά σίγουρα όχι για πολύ. Η Κάρι ήταν ικανοποιημένη από τον εαυτό της. Ήθελε να αντιστρέψει τους
όρους, να επωφεληθεί εκείνη από όλο αυτό. Να εκμεταλλευτεί την κατάσταση για δικό της όφελος. Δεν την ενθουσίαζε
καθόλου η ιδέα να δώσει συνέντευξη, τα μέσα ενημέρωσης τα θεωρούσε περισσότερο κατάρα παρά ευχή, αν όμως επρόκειτο
να το κάνει, θα είχε εκείνη τον έλεγχο.
Αυτό σήμαινε ότι δε θα επέτρεπε άλλες μπούρδες για τη ζωή μιας γαλαζοαίματης. Θα χρησιμοποιούσε αυτή τη συνέντευξη
για να διαφημίσει τα κρασιά του Ουτσέλι, και συγχρόνως θα προετοίμαζε το έδαφος για να αναλάβει τη διεύθυνση και τις
πωλήσεις του αμπελώνα. Ο Ντάνιελ ήταν το μέσο για να το πετύχει.
Την ίδια στιγμή εμφανίστηκε η Άναμπελ, διακόπτοντας τις σκέψεις της Κάρι. Τα μαλλάκια της είχαν ξεφύγει από την
κορόνα, που είχε πέσει στο πλάι, και αιωρούνταν πάνω από το κεφάλι της σαν φωτοστέφανο. «Έλα να σε φτιάξω», είπε ο
Ντάνιελ, καλώντας την κοντά του.
Η Άναμπελ αποτραβήχτηκε. «Όχι, μπαμπά, δε θέλω εσύ».
Ο Ντάνιελ έβγαλε μια χτένα από την πίσω τσέπη του παντελονιού του. «Φοβάμαι μην πιαστούν τα μαλλιά σου στην κούνια.
Άσε με να...»
«Όχι, μπαμπά», επέμεινε η μικρή, πιέζοντας τις παλάμες της στις ατίθασες μπούκλες. «Με πονάς όταν με χτενίζεις. Θέλω να
με χτενίσει η γιαγιά. Εκείνη δε με πονάει».
Μια έκφραση θλίψης και απογοήτευσης διέτρεξε τα χαρακτηριστικά του Ντάνιελ κι έγινε ολοφάνερο ότι έψαχνε
απεγνωσμένα κάτι για να πει. Η Κάρι είχε δει το προηγούμενο βράδυ στη βιβλιοθήκη, αλλά και τώρα, το τείχος που
υψωνόταν ανάμεσα σε πατέρα και κόρη. Υπήρχε κάποια δυσλειτουργία σ’ αυτή τη σχέση, κάτι που η Κάρι γνώριζε από
πρώτο χέρι. Πάρα πολύ καλά.
Πόσες και πόσες φορές δεν είχε επιχειρήσει να πλησιάσει τον πατέρα της, να του δώσει να καταλάβει ότι η βασιλική ζωή που
εκείνον τον συνάρπαζε δεν ήταν καθόλου της αρεσκείας της; Όπως δεν την ενδιέφεραν και τα επαγγελματικά σχέδια που
έκανε εκείνος για χάρη της, ενώ η μικρή του κόρη ζητούσε κάτι διαφορετικό από τη ζωή της. Όταν η Μαριαμπέλα άνοιξε το
δρόμο, ένα χρόνο νωρίτερα, ο πατέρας της άρχισε να συμβιβάζεται λίγο με τις αντιρρήσεις της. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν
φορές που ο Φράνκο Σαντάρο παρέμενε πεισματικά στις παλιομοδίτικες παραδόσεις και στις πατριαρχικές του αντιλήψεις. Κι
αυτό πονούσε, όπως θα ’λεγε κι η Άναμπελ.
«Τα μαλλιά μας εμάς των κοριτσιών μπερδεύονται εύκολα, ε;»
Η Άναμπελ έγνεψε, συμφωνώντας.
«Μήπως θέλεις να σου τα ξεμπερδέψω εγώ;» τη ρώτησε η Κάρι.
Η μικρή κοίταξε επιφυλακτικά τον πατέρα της, αλλά ο Ντάνιελ έδινε ήδη τη χτένα στην Κάρι, φανερά ευγνώμων που
απαλλασσόταν από αυτή την ευθύνη. Η Άναμπελ πήρε θέση στην κουβέρτα, μπροστά στην Κάρι, και έμεινε ακίνητη όσο
εκείνη της έβγαζε προσεκτικά το στέμμα και άρχιζε να τη χτενίζει σιγά σιγά. «Ξέρω καλά από μαλλιά. Έχω δυο αδερφές.
Κάθε μέρα αλλάζαμε όλες χτένισμα».
«Σου έκανε κι εσένα τα μαλλιά ο πατέρας σου;»
Η Κάρι γέλασε μόλις σκέφτηκε τον τραχύ, μεγαλόσωμο βασιλιά πατέρα της να κρατάει βούρτσα. Έστρωσε τα μαλλιά στην
κορυφή του κεφαλιού και ξανατοποθέτησε όμορφα το στέμμα. «Όχι. Η μητέρα μου με χτένιζε».
«Ω, εμένα η μαμά μου πέθανε», είπε η μικρή, δαγκώνοντας τα χείλη της, ενώ τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα. «Γι’ αυτό
με χτενίζει ο μπαμπάς».
Η καρδιά της Κάρι ράγισε. Λίγες λέξεις και μια ματιά στην εύθραυστη ψυχή του μικρού παιδιού κατέληξαν ξαφνικά σε
τραγωδία. Σιγή απλώθηκε. Μια σκιά διέτρεξε το πρόσωπο του Ντάνιελ.
Για έναν ανεξήγητο λόγο, μαθαίνοντας πως ο Ντάνιελ ήταν χήρος, είχε αλλάξει γνώμη γι’ αυτόν. Είχε παντρευτεί και μετά
είχε βιώσει έναν τραγικό χαμό. Αυτές οι εικόνες άλλαζαν τον τρόπο που τον έβλεπε. Ίσως τελικά να μην ήταν απλώς ένας
σατανικός ρεπόρτερ, όπως νόμιζε.
Κοίταξε μέσα από τις χρυσόξανθες μπούκλες το πρόσωπο της Άναμπελ που είχε σκοτεινιάσει. Ήθελε να κάνει κάτι,
οτιδήποτε, για να διώξει αυτή τη θλίψη. Ξανάδωσε τη χτένα στον Ντάνιελ, ο οποίος έδειχνε πληγωμένος και... χαμένος.
Έπειτα έγειρε πιο κοντά στη μικρή. «Τι θα έλεγες αν σε βοηθούσα να γίνεις η καλύτερη πριγκίπισσα του κόσμου;» τη
ρώτησε.
«Αλήθεια;» Η Άναμπελ ζάρωσε τη μυτούλα και η λυπημένη έκφραση άρχισε να απομακρύνεται από τα χαρακτηριστικά της.
«Πώς;»
«Ε, να...» Μόλις τότε, η Κάρι συνειδητοποίησε ότι απείχε τόσο πολύ από το να είναι η ίδια μια αληθινή πριγκίπισσα, που δεν
είχε ούτε στέμμα, ούτε βραδινή τουαλέτα, ούτε την εμπειρία της αναζήτησης του όμορφου βασιλόπουλου, όπως τα
ονειρευόταν κάθε κοριτσάκι σαν την Άναμπελ. «Τι λες να αρχίσουμε από τα πιο απλά;»
Η Άναμπελ ανακάθισε στα γόνατά της. Τα γαλανά μάτια της δε σκοτίζονταν πια από στενοχώρια, αλλά ήταν ζωηρά και
λαμπερά. «Όπως τι;»
«Όπως το πριγκιπικό περπάτημα». Η Κάρι σηκώθηκε όρθια και της έδωσε το χέρι της. Η μικρή έκανε ένα βήμα μπροστά,
δίνοντας ώθηση στους γοφούς της για να σηκωθεί. «Πρέπει να θροΐζεις καθώς περπατάς».
«Να θροΐζω; Δηλαδή;»
«Θέλω να παρακολουθήσεις το φόρεμά μου». Προχώρησε μερικά βήματα, με τρόπο ώστε να στροβιλιστεί το φόρεμά της
γύρω από τα γόνατα. «Αν κάνεις απόλυτη ησυχία, θα ακούσεις το ύφασμα να θροΐζει. Όταν οι αδερφές μου κι εγώ ήμαστε
μικρές, το κάναμε αυτό όλη την ώρα». Το τρίο Σαντάρο διέσχιζε «πριγκιπικά» όλο τον πύργο και από τα χαχανητά των
κοριτσιών πάλλονταν ακόμα και οι ψηλοί πέτρινοι τοίχοι. Η δασκάλα που τους μάθαινε καλούς τρόπους τις κοιτούσε με
αυστηρά αποδοκιμαστικό ύφος, απογοητευμένη που όλη η σκληρή δουλειά της για να πλάσει καθώς πρέπει μικρές κυρίες
πήγαινε στράφι.
Η Άναμπελ μιμήθηκε την Κάρι. Το τούλι κάτω από το φουστάνι της ψιθύριζε σε κάθε κίνηση. «Θροΐζω! Θροΐζω!» έλεγε
ανάμεσα σε χαχανητά. «Έγινα πριγκίπισσα τώρα;»
Η Κάρι πίεσε με το δάχτυλό της τη μύτη της. «Νομίζω πως ναι. Όμως πρέπει να κάνεις πολλή εξάσκηση στο περπάτημα».
«Εντάξει». Η Άναμπελ επέστρεψε στην κουβέρτα του πικνίκ, άρπαξε το χνουδωτό σκυλάκι και το κράτησε μπροστά της.
«Έλα, Γουίτνι. Πάμε να σου δείξω πώς να περπατάς σαν πριγκίπισσα». Και με το σκυλάκι σφιχτά στη μασχάλη, κατηφόρισε
το λοφάκι.
Η Κάρι γύρισε κι εκείνη στην κουβέρτα και κάθισε πλάι στον Ντάνιελ. «Είναι πολύ χαριτωμένη».
Ο Ντάνιελ της χαμογέλασε μ’ ευγνωμοσύνη. «Σ’ ευχαριστώ. Της έφτιαξες τη μέρα».
«Δεν κάνει τίποτα».
«Κάνει και πολλά μάλιστα». Ο τόνος της φωνής του φανέρωνε πόσο ευάλωτος ένιωθε. «Έχει ανάγκη από μια έντονη
γυναικεία παρουσία στη ζωή της. Υπάρχει βέβαια η γιαγιά της, αλλά...» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και αναστέναξε.
«Πέρασε δύσκολα από τότε που πέθανε η μητέρα της».
«Λυπάμαι πολύ», είπε η Κάρι καθώς κοίταζε την Άναμπελ που προχωρούσε στο γρασίδι. Τι τραγικό ένα κοριτσάκι να χάνει
τη μαμά του. «Δε θέλω να γίνω αδιάκριτη, αλλά τι συνέβη;»
Για αρκετές στιγμές ο Ντάνιελ έμεινε σιωπηλός. Η Κάρι ευχήθηκε να μην είχε θέσει ποτέ την ερώτηση. Όμως τότε εκείνος
άρχισε να μιλάει. «Τροχαίο δυστύχημα», της απάντησε με φωνή που μόλις ακουγόταν, γεμάτη από το είδος του πόνου που η
Κάρι δεν μπορούσε καν ν’ αρχίσει να κατανοεί. «Θα έμενε μέχρι αργά εκείνη τη μέρα στη δουλειά, όμως με ειδοποίησαν να
φύγω εκτός πόλης για μια συνέντευξη κι έτσι η Σάρα βιάστηκε να γυρίσει σπίτι για να μείνει με την Άναμπελ ώστε να
μπορέσω εγώ να φύγω. Έβρεχε, εκείνη έτρεχε και...» Κούνησε το κεφάλι του.
«Λυπάμαι, Ντάνιελ». Άπλωσε το χέρι της κι άγγιξε απαλά το μπράτσο του. Καμιά χειρονομία δεν μπορούσε καν να
απαλύνει τον πόνο του.
«Έχει περάσει ένας χρόνος από τότε, όμως μερικές φορές μου φαίνεται σαν να έγινε χτες». Το βλέμμα του ακολούθησε την
κόρη του, που τοποθετούσε το ψεύτικο σκυλάκι σε μια από τις μωρουδίστικες κούνιες και άρχιζε να την κουνάει. «Η σχέση
μου με τη γυναίκα μου ήταν... δεν ήταν καλή και σκοπεύαμε να πάρουμε διαζύγιο». Αναστέναξε πάλι· το βλέμμα του δεν
έφευγε από το παιδί του. «Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα τελειώναμε έτσι».
Η Κάρι συνειδητοποίησε ότι τα δικά της προβλήματα ήταν εντελώς ανούσια σε σύγκριση με τις δοκιμασίες που είχε περάσει
εκείνος. Η στάση της απέναντί του μαλάκωσε κι άλλο. «Λυπάμαι πολύ. Καταλαβαίνω ότι πρέπει να είναι τρομερά δύσκολο».
Ο Ντάνιελ γέλασε κοφτά. Γέλιο γλυκόπικρο. «Μόνο δύσκολο; Δεν έχω ιδέα από κοτσίδες, από κοριτσίστικα ρουχαλάκια ή
από πάρτι με πλαστικά κουζινικά... Η Άναμπελ δεν πρόκειται να με ξανακαλέσει να παίξουμε γιατί δεν τηρώ τους
κανονισμούς».
«Μην ανησυχείς, δεν είσαι ο μόνος. Και ο δικός μου πατέρας δεν ήταν ποτέ καλός σ’ αυτά. Όχι πως είχε πολύ χρόνο για να
αφιερώσει στις κόρες του».
«Ήταν πολύ απασχολημένος με τη διακυβέρνηση της χώρας;»
«Ακριβώς». Αφού τσαλάκωσε το άδειο πιάτο της, σηκώθηκε και το πέταξε στο σκουπιδοτενεκέ. Μετά ξανακάθισε στη θέση
της στην κουβέρτα, γέρνοντας στους αγκώνες της για να τη βλέπει καλύτερα ο ήλιος. «Όταν ήμουν μικρή, πιο συχνά έβλεπα
τις νταντάδες και τις υπηρέτριες, παρά τους γονείς μου».
«Σε κατανοώ απόλυτα».
Τρεις λέξεις, ένας φράχτης που υψώθηκε σαν να της έλεγε να μη ρωτήσει περισσότερα. Και η Κάρι ήξερε ότι δεν έπρεπε να
τον πιέσει. Αλλά το έκανε. «Δούλευαν πολύ οι γονείς σου;»
«Ο πατέρας μου. Γι’ αυτόν ανακαλύφτηκε η λέξη εργασιομανής».
«Τι δουλειά έκανε;»
«Έγραφε άρθρα που άλλαξαν τον κόσμο». Η φράση του χρωματίστηκε από έναν τόνο σαρκασμού. «Δικά του είναι τα λόγια,
όχι δικά μου. Ήταν ένας δημοσιογράφος βραβευμένος με Πούλιτζερ. Ένας δημοσιογράφος που κάλυπτε θέματα τα οποία
κανείς άλλος δεν αναλάμβανε επειδή ήταν πολύ επικίνδυνα ή αμφιλεγόμενα».
«Και τα κατάφερε;»
«Τι να κατάφερε;»
«Να αλλάξει τον κόσμο».
«Με διάφορους τρόπους... Ας είναι. Δεν ήρθα εδώ για να μιλήσουμε για μένα ή για την παιδική μου ηλικία».
«Τότε γιατί ήρθες;»
«Για να σε γνωρίσω καλύτερα». Ο Ντάνιελ απλώθηκε στην κουβέρτα, άνοιξε το δοχείο με τα σταφύλια και τα πρόσφερε
στην Κάρι, προτού πάρει κάμποσες ρώγες στην παλάμη του.
Να τη γνωρίσει καλύτερα. Μόνο και μόνο για επαγγελματικούς λόγους; Ή μήπως για πιο προσωπικούς;
Η Κάρι πέταξε μια ρώγα στο στόμα της και μετά ξανάγειρε στους αγκώνες της, απολαμβάνοντας το ζεστό φιλί του ήλιου
στο πρόσωπό της και τη στυφή γεύση του σταφυλιού. Το προτιμούσε αυτό, αντί να ανησυχεί για απαντήσεις που δεν
μπορούσε να δώσει.
«Σ’ ευχαριστώ», της είπε εκείνος.
«Για ποιο πράγμα;»
«Επειδή έκανες την Άναμπελ να χαμογελάσει. Γίνεται τόσο σπάνια τελευταία». Τώρα έστρεψε το δικό του χαμόγελο στην
Κάρι.
Και την τρέλανε. Να πάρει! Ήταν πανέμορφος άντρας. Και ο τρόπος που χαμογελούσε...
Την έκανε να ξεχάσει όλα όσα έλεγε συνεχώς στον εαυτό της να θυμάται. Η συμβουλή της Φέιθ για μια καλοκαιρινή
περιπέτεια επέστρεψε στο μυαλό της. Αν επρόκειτο να την ακολουθήσει, αυτός θα ήταν ο άντρας που θα διάλεγε.
Κούνησε το κεφάλι για να αποδιώξει τις σκέψεις και προσπάθησε να επανέλθει στην κουβέντα. Ο Ντάνιελ ήταν
δημοσιογράφος. Δεν έπρεπε να τον εμπιστεύεται. Όμως δυσκολευόταν να πείσει τον εαυτό της.
«Είναι ένα υπέροχο παιδί», σχολίασε καθώς παρατηρούσε την Άναμπελ να συζητάει χαρούμενη με το κουκλάκι της. «Μου
θυμίζει εμένα όταν ήμουν στην ηλικία της».
«Δηλαδή;»
«Πάντα ήμουν ξεκομμένη από τους υπόλοιπους, ζούσα στο δικό μου κόσμο. Και πάντα την πλήρωνα γι’ αυτό», πρόσθεσε
γελώντας.
Βλέποντας τον Ντάνιελ να ρίχνει μερικές ακόμα ρώγες στην παλάμη του, ένας ψίθυρος απογοήτευσης κόντεψε να ξεφύγει
από τα χείλη της. Τι ωραία που θα ήταν αν την τάιζε στο στόμα ένα ένα σταφύλι! Μα τι στην ευχή την είχε πιάσει; Ήξερε
καλά ότι δεν έπρεπε να μπλέξει μ’ έναν άνθρωπο σαν αυτόν. Ωστόσο υπήρχε κάτι στον Ντάνιελ Ρέινολντς, μια ευαισθησία
που ξέφευγε κάθε τόσο από το σκληρό προσωπείο του. Την έκανε να αναρωτιέται πόσα ακόμα θα ανακάλυπτε αν τον γνώριζε
από πιο κοντά.
Από πολύ πιο κοντά.
«Μπορώ να το διακρίνω αυτό σ’ εσένα», της είπε. «Σ’ έχω ψυχολογήσει και μου φαίνεσαι επαναστάτρια».
«Που φυσικά δεν είναι προσόν μιας τυπικής πριγκίπισσας!»
«Όμως γι’ αυτόν το λόγο δε θα έπρεπε να τραβάς περισσότερο τα φλας των δημοσιογράφων, αντί για λιγότερο;» Άνοιξε τα
χέρια του. «Κάνω την έρευνά μου. Και οφείλω να ομολογήσω ότι στο Διαδίκτυο είσαι σχεδόν ανύπαρκτη».
«Και όσες φωτογραφίες μου βρήκες είναι όλες από κοινωνικές εκδηλώσεις, σωστά;»
Ο Ντάνιελ έγνεψε καταφατικά. «Δε μοιάζεις καν με την κοπέλα που δείχνουν».
Η Κάρι δυσανασχέτησε. «Επειδή ακριβώς δεν είμαι εγώ. Δεν είναι ο αληθινός μου εαυτός». Αναστέναξε. «Το ότι δε
βρίσκεις πληροφορίες για μένα οφείλεται σε δύο λόγους. Πρώτον, επειδή προσπαθούσα πάντοτε να αποφεύγω τις
εκδηλώσεις του παλατιού όσο περισσότερο μπορούσα. Ήμουν πιο ευτυχισμένη στο ύπαιθρο, μου άρεσε να δουλεύω στους
στάβλους, στους κήπους, στον αμπελώνα. Οπουδήποτε έξω από τους τοίχους και τη ζωή του παλατιού. Ξεκίνησα να
ασχολούμαι με τον αμπελώνα από τα οχτώ μου χρόνια. Ο πατέρας μου νευρίαζε μαζί μου επειδή σπαταλούσα εκεί το χρόνο
μου. Πίστευε και πιστεύει ακόμα ότι θα έπρεπε να ακολουθήσω ένα επάγγελμα πιο...»
«Σοβαρό;» τη βοήθησε ο Ντάνιελ.
Η Κάρι γέλασε. «Ναι. Και πιο αρμόζον σε μια γαλαζοαίματη».
«Το να μαζεύεις σταφύλια δεν είναι, ε;»
«Καθόλου. Το τελευταίο λοιπόν πράγμα που ήθελε ήταν να διαρρεύσουν στον Τύπο φωτογραφίες που να με δείχνουν μέχρι
τα γόνατα μέσα στο μούστο. Η μία αδερφή μου, η γκαλερίστα, απασχόλησε πολύ τα Μέσα και η άλλη, η οποία ήταν
σχεδιάστρια μόδας προτού γίνει βασίλισσα, ήταν ο τύπος που τραβούσε πάντα τα φώτα της δημοσιότητας».
«Και η μητέρα σου; Κάποτε είχε παραθερίσει εδώ, άκουσα».
«Πράγματι. Με αλλαγμένο όνομα ώστε να μη μάθει κανείς την παρουσία της. Πέρασε ολόκληρο καλοκαίρι σαν απλός
άνθρωπος. Είπε πως διάλεξε το Γουίντερ Χέιβεν επειδή είναι γαλήνιο και δεν έχει τίποτα το βασιλικό». Το βλέμμα της
πλανήθηκε στο πάρκο, στις δεκάδες οικογένειες που μοιράζονταν στιγμές χαράς. Να είχε απολαύσει άραγε και η μητέρα της
τέτοιες στιγμές; Ή μήπως υπήρξαν κι άλλα πράγματα που την είχαν τραβήξει εκεί; Τον τελευταίο καιρό, η Μπιάνκα δεν ήθελε
να συζητάει για το Γουίντερ Χέιβεν ούτε για όσα έζησε εκεί. «Το αγάπησε αυτό το μέρος... το ίδιο το αγαπώ κι εγώ».
«Δε νομίζω ότι οι εφημερίδες πήραν είδηση ότι ήταν εδώ η μητέρα σου. Έκανα και γι’ αυτό λίγη έρευνα και δεν μπόρεσα να
βρω τίποτε άλλο, εκτός από λίγα κουτσομπολιά. Αλλά τώρα που εσύ δεν κρύβεις την ταυτότητά σου, απορώ πώς δεν έχουν
πέσει σαν μύγες οι δημοσιογράφοι».
Η Κάρι ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν είμαι η διάδοχος. Δεν είμαι καν η δεύτερη στη σειρά. Είμαι η τρίτη κόρη, η περιττή,
όπως με αποκάλεσαν οι εφημερίδες τη μέρα που γεννήθηκα. Όπως λέμε ότι το τρίτο αυτοκίνητο είναι περιττό σε μια
οικογένεια».
Ο Ντάνιελ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα σε χαρακτήριζε κανείς έτσι».
«Μα το είπαν. Μαζί με πολλά άλλα πράγματα. Πριν από πολύ καιρό, αυτά τα λόγια με πλήγωναν. Οι δημοσιογράφοι ξέρουν
πώς να γυρίζουν το μαχαίρι στην πληγή. Δε σε συμπεριλαμβάνω σ’ αυτούς».
«Εγώ δεν είμαι έτσι. Δεν έγινα δημοσιογράφος για να πληγώνω τους ανθρώπους».
Τα λόγια του μείωσαν κι άλλο τους φόβους της. «Χαίρομαι που το ακούω».
«Μ’ εμπιστεύεσαι τώρα;»
«Λιγάκι».
Ο Ντάνιελ μόρφασε. «Κάναμε κάποια πρόοδο. Κάτι είναι κι αυτό».
«Ναι, είναι». Αλλά πρόοδο σε τι ακριβώς;
«Λοιπόν; Γιατί με το κρασί;» ζήτησε να μάθει ο Ντάνιελ.
«Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν ξεκίνησα μ’ αυτό. Μου πήρε πολλά χρόνια και πολλές απόπειρες και λάθη μέχρι να
καταλήξω στη δουλειά που πραγματικά με ολοκλήρωνε. Που ήταν κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μου. Αλλά που δεν
άρμοζε στην εικόνα μιας πριγκίπισσας». Τίναξε το σταφύλι μέσα στην παλάμη της και παρατήρησε τους πράσινους καρπούς
που αναπηδούσαν. «Όταν κάνουμε τη συγκομιδή, θέλουμε κάθε ένα σταφύλι να είναι τέλειο. Να είναι όσο χυμώδες πρέπει,
να έχει τέλεια ωρίμανση, να έχει τέλειο σχήμα. Όμως πάντα υπάρχουν κάποια τσαμπιά που είναι πολύ μικρά και στην
πραγματικότητα ποτέ δεν αναπτύχθηκαν, κάποια που είναι πολύ μεγάλα και επισκίασαν τα υπόλοιπα, κρύβοντάς τους τον
ήλιο, και, κάποτε, ολόκληρα κλήματα που μια χρονιά δε βγήκαν τόσο γλυκά όσο την προηγούμενη. Αλλά, αλήθεια, στο τέλος
είναι αυτά τα ατελή που φτιάχνουν το καλύτερο κρασί».
«Πώς γίνεται αυτό;»
«Δανείζουν ένα αλλιώτικο άρωμα στο μείγμα απ’ ό,τι αυτό που δίνουν τα τέλεια. Όταν τα αναμείξεις αυτά τα δυο, παίρνεις
μια γκάμα αρωμάτων που δε θα το είχες αν όλα τα σταφύλια ήταν ίδια. Και για να φτιάξουμε τα κρασιά μας, χρειαζόμαστε
την ένωση και των δύο αυτών ποιοτήτων».
«Όπως χρειάζεται η μείξη προσωπικοτήτων για να φτιαχτεί μια βασιλική οικογένεια;»
Η Κάρι γέλασε. «Ναι, τουλάχιστον έτσι νομίζω εγώ».
«Εγώ νομίζω πως η κάθε οικογένεια αποτελείται από ένα μείγμα προσωπικοτήτων».
Η Κάρι κατάπιε το σάλιο της και μετά επέτρεψε στο βλέμμα της να ενωθεί με το δικό του. Διάβολε, τα μάτια του είχαν την
πιο έντονη απόχρωση του μπλε. Δίχως άλλο τον ερωτευόταν, και τον ερωτευόταν με συνοπτικές διαδικασίες. Έπρεπε να
επιβληθεί στον εαυτό της, αλλά για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να βρει τη δύναμη. «Εσύ ποιο κομμάτι του μείγματος είσαι;»
τον ρώτησε.
Έμπαιναν σε προσωπικά χωράφια, υπερπηδούσαν όρια. Και η Κάρι, που θα έπρεπε, δεν μπορούσε να βάλει φρένο στην
κουβέντα. Ήθελε να μάθει περισσότερα για τον Ντάνιελ Ρέινολντς, να δει πιο βαθιά μέσα στην ψυχή του ανθρώπου που,
όπως εκείνη, δεν ταίριαζε με τη φήμη του επαγγέλματός του.
«Εγώ; Εγώ είμαι ο απόντας πατέρας. Σ’ αυτό, πήρα δυστυχώς από το δικό μου πατέρα. Έγινα ο εργασιομανής που έχασε
πολύτιμες στιγμές, οι οποίες δεν ξανάρχονται. Θεωρούσα ότι έτσι πρόσφερα στην οικογένειά μου, συνεχίζοντας την
παράδοση των Ρέινολντς. Όμως ήμουν σαν αυτά τα σταφύλια που είναι πολύ μεγάλα και δεν μπορούν να δουν τη ζημιά που
κάνουν σ’ αυτά που είναι από κάτω τους». Τότε, λες και συνειδητοποίησε ότι είχε πει πιο πολλά απ’ όσα ήθελε, έπιασε το
νερό του, ήπιε μια γουλιά και άφησε ένα κοφτό γέλιο. «Τέλος πάντων, αρκετή ψυχανάλυση για σήμερα, δόκτορ Φρόιντ».
«Γι’ αυτό έφυγες από τη Νέα Υόρκη και ήρθες εδώ;»
Ο Ντάνιελ ύψωσε απορημένος τα φρύδια του. «Πού το ξέρεις;»
«Ξέρω κι εγώ να χρησιμοποιώ το Διαδίκτυο, κύριε Ρέινολντς». Του χαμογέλασε κι εκείνος έβαλε τα γέλια. Είχε διαβάσει
μερικά άρθρα που τον αφορούσαν και είχε αποθηκεύσει κάποια άλλα για να τα διαβάσει αργότερα.
«Μου την έφερες, δεσποινίς Σαντάρο». Αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό, στύλωσε το βλέμμα του στην Άναμπελ, που
έπαιζε στις κούνιες. «Όταν έμενα στη Νέα Υόρκη, η ζωή της κόρης μου ήταν δύσκολη, ειδικά αφότου έχασε τη μητέρα της.
Εργαζόμουν πάρα πολλές ώρες και ταξίδευα τόσο συχνά, με αποτέλεσμα να είναι πιο κοντά με την νταντά της παρά μ’
εμένα».
«Σε κατανοώ απόλυτα», είπε η Κάρι, αντηχώντας τα δικά του λόγια προηγουμένως.
Οι τύψεις μαλάκωναν τα χαρακτηριστικά του. «Γι’ αυτό επέστρεψα. Τουλάχιστον εδώ είναι με τη μητέρα μου, που την
αγαπάει πιο πολύ κι από τη ζωή της και την κακομαθαίνει ανελέητα!»
«Όλοι χρειάζονται μια τέτοια γιαγιά».
Ο Ντάνιελ στράφηκε προς το μέρος της και η έκφρασή του ζωήρεψε. Μεταμορφωνόταν πάλι σε επαγγελματία. «Γι’ αυτό
έχει τόση σημασία για μένα αυτό το ρεπορτάζ. Σου υπόσχομαι ότι το αποτέλεσμα θα είναι δίκαιο, καλοψαγμένο και καθόλου
κουτσομπολίστικο. Το χρειάζομαι, Κάρι. Πρέπει να δώσω μια ώθηση στην καριέρα μου. Και θέλω να είμαι τίμιος μαζί σου. Η
ιστορία μιας πριγκίπισσας είναι το είδος που θα με βοηθήσει να το καταφέρω. Θα μου επιτρέψει να παραμείνω στην Ιντιάνα
και να κρατήσω την Άναμπελ κοντά στην οικογένειά της». Γύρισε στο πλάι, στηρίχτηκε στον αγκώνα του και ύψωσε το
βλέμμα για να την αντικρίσει. Και μόλις το έκανε, η Κάρι φαντάστηκε τον εαυτό της να βυθίζεται στα γαλανά του μάτια, να
παρασύρεται από έναν άντρα που ήταν τελείως λάθος για κείνη. Πρώτον, ζούσε στην Αμερική, δεύτερον, ήταν χήρος με παιδί
και, τρίτο και χειρότερο...
Ήταν δημοσιογράφος. Κάθε φορά, λοιπόν, που θα έμπαινε στον πειρασμό να τον ερωτευτεί, θα έπρεπε να θυμάται πως ο
κύριος στόχος του ήταν αυτό το ρεπορτάζ.
Όχι μια σχέση μαζί της.
Της το είχε ξεκαθαρίσει. Χρειαζόταν την ιστορία της για να μπορέσει να εξυπηρετήσει το σκοπό του. Ω, γιατί ήταν τόσο
ανόητη;
«Λοιπόν... Ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που βρίσκεσαι στην Αμερική;» τη ρώτησε. «Δε μου έχεις πει ακόμα».
Η Κάρι έπνιξε ένα στεναγμό και θύμισε στον εαυτό της πως αυτός ήταν και ο δικός της στόχος... Και, σε τελική ανάλυση,
πιο ευτυχισμένη θα ήταν με έναν αμπελώνα, παρά μ’ έναν άντρα! Ναι. Τότε... γιατί ένιωθε το ενοχλητικό τσίμπημα της
απογοήτευσης;
«Πριν από ένα χρόνο ξεκίνησα να εργάζομαι στη διεύθυνση εισαγωγών-εξαγωγών των αμπελώνων του Ουτσέλι, βοηθώντας
στις πωλήσεις και στη διαφήμιση. Είχα ήδη περάσει από όλα τα στάδια, από τη φύτευση στη συγκομιδή, στο οινοποιείο, στην
εμφιάλωση. Όσο περισσότερο δούλευα εκεί, τόσο περισσότερα ήθελα να μαθαίνω. Κατόπιν συνειδητοποίησα πως το κλειδί
για την ανάπτυξη της επιχείρησης ήταν να προωθηθούν τα κρασιά μας στην αγορά της Αμερικής. Όταν παρουσιάστηκε η
ευκαιρία να εργαστώ στην πρώτη κάβα μας, την άρπαξα αμέσως».
«Για να μάθεις τη δουλειά από μέσα και απ’ έξω;»
Η Κάρι έγνεψε καταφατικά κι έπιασε το νερό της για να πιει μια γουλιά. «Ακριβώς».
Ο Ντάνιελ έμεινε για μια στιγμή να σκέφτεται την απάντησή της. Στην παιδική χαρά, η Άναμπελ χόρευε γύρω από τις
κούνιες με τη Γουίτνι για καβαλιέρο. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του.
«Παντρεύτηκες ποτέ;» τη ρώτησε, χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει.
Η αλλαγή κατεύθυνσης της συζήτησης την επανέφερε απότομα. Μήπως επιχειρούσε να την αποπροσανατολίσει ή μήπως τον
είχε παρεξηγήσει και τελικά τον ενδιέφερε σε προσωπικό επίπεδο η ζωή της; «Εγώ; Όχι, ποτέ. Ούτε κατά διάνοια».
«Μου φαίνεται δύσκολο να το πιστέψω. Μια όμορφη γυναίκα σαν εσένα».
«Κι όμως, είναι αλήθεια. Οι πριγκίπισσες δεν έχουν τόση ζήτηση όσο νομίζεις».
«Πάντως στα μέρη μας, οι πριγκίπισσες δεν είναι κάτι τόσο συνηθισμένο όσο νομίζεις».
Η Κάρι γέλασε. «Πράγματι».
«Οι άλλες πριγκίπισσες της οικογένειάς σου είναι παντρεμένες;» τη ρώτησε τότε ο Ντάνιελ.
Εκείνη βάλθηκε να σιγοπίνει το νερό της και τον παρατηρούσε, προσπαθώντας να μαντέψει τα κίνητρά του. «Μόνο η
Μαριαμπέλα είναι παντρεμένη. Η Αλέγκρα, που έγινε βασίλισσα όταν οι γονείς μου παραιτήθηκαν από το αξίωμά τους, δεν
έχει παντρευτεί ακόμα. Είναι αρραβωνιασμένη, και αν μπορέσουμε να της βρούμε μια μέρα ελεύθερη, θα παντρευτεί κι
αυτή». Ακούμπησε παράμερα το μπουκάλι του νερού και σταύρωσε τα μπράτσα στο στήθος της. «Πώς αυτό το ξαφνικό
ενδιαφέρον για την οικογενειακή μου κατάσταση; Συνέντευξη μου παίρνεις;»
«Είναι...» Μια έκφραση αμηχανίας φάνηκε στο πρόσωπό του, αλλά η Κάρι αρνήθηκε να αποτραβήξει το βλέμμα της από
πάνω του. «Ε... είναι μέρος της έρευνάς μου».
Τα λόγια του έπεσαν πάνω της σαν πάγος. Έπρεπε να το περιμένει. Έπρεπε να είχε ακούσει το ένστικτό της. Αυτά πάθαινε
όταν απομακρυνόταν τόσο πολύ από το παλάτι. Ωστόσο χαλάρωσε, έριξε τις άμυνές της και πίστεψε ότι μπορούσε να
αντιδράσει σαν όλες τις γυναίκες. «Νόμιζα ότι με κάλεσες στο πικνίκ επειδή ενδιαφερόσουν για μένα. Για εμένα την ίδια, όχι
για το μέλος της βασιλικής οικογένειας». Αναστέναξε αγανακτισμένα. «Αυτό ήταν λοιπόν το σχέδιό σου; Μήπως έχεις
τοποθετήσει πουθενά και κανένα μικρόφωνο;»
«Όχι, όχι μικρόφωνο, σου το ορκίζομαι. Όταν κανονιστεί η συνέντευξη, θα την κάνουμε στο στούντιο».
Η Κάρι παρατήρησε μια ξαφνική λάμψη στα μάτια του. «Τι μου κρύβεις;»
Ο Ντάνιελ εξέπνευσε αργά. «Η ιδέα ήταν του αφεντικού μου. Βασίζεται στο παραμύθι Η Πριγκίπισσα και το Μπιζέλι. Θέλει
να...»
«Τι θέλει;» Καθώς του έθετε την ερώτηση, ήξερε και την απάντηση.
«Να κάνουμε ένα τεστ». Ο Ντάνιελ σήκωσε ψηλά τα χέρια. «Δεν έχω καμιά ευθύνη. Προφανώς, το αφεντικό μου θεώρησε
πως θα ήταν καλή ιδέα να προσεγγίσουμε το θέμα σου σύμφωνα με το παραμύθι. Εγώ διαφώνησα και προσπάθησα να του
αλλάξω γνώμη, αλλά εκείνος επέμενε. Και, δυστυχώς, αυτός έχει τον πρώτο λόγο».
Η Κάρι γέλασε, αλλά άχρωμα. «Και πώς στην ευχή θα μου κάνεις ένα τέτοιο τεστ; Θα με βάλεις να κοιμηθώ πάνω σε είκοσι
στρώματα;»
«Ειλικρινά, δεν ξέρω... Συγνώμη, Κάρι. Αν μπορούσα να κάνω κάτι για να...»
Εκείνη σηκώθηκε όρθια και άρπαξε την τσάντα της. Έβγαλε από μέσα το μπουκάλι με το αγαπημένο της κρασί και το έριξε
πάνω στην κουβέρτα. Μέσα από το γυαλί, το χρυσοκίτρινο υγρό λαμπύρισε στον ήλιο. «Δεν έχω ανάγκη να αποδείξω την
ταυτότητά μου. Θέλεις να μάθεις ποια είναι η Καρλίτα Σαντάρο; Δες εκεί μέσα. Όλα όσα χρειάζεται να μάθεις για μένα είναι
μέσα σ’ αυτό το κρασί. Εκεί είναι η καρδιά μου. Εκεί και η ψυχή μου. Όχι μέσα σ’ έναν πέτρινο πύργο. Ούτε σε κάποιο
γελοίο τεστ!»
Έκανε στροφή κι έφυγε από εκεί αμέσως, πριν επιτρέψει στον εαυτό της να πιστέψει έστω για ένα δευτερόλεπτο παραπάνω
ότι η έλξη που ένιωθε γι’ αυτό τον άντρα ήταν οτιδήποτε περισσότερο από ένα παραμύθι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Ο Ντάνιελ μάζεψε τα πιάτα και τα υπόλοιπα, δίπλωσε την κουβέρτα και μετά γύρισε να αντικρίσει την απογοητευμένη κόρη
του. «Είπε πως έπρεπε να φύγει νωρίς. Λυπάμαι».
Η Άναμπελ σούφρωσε τα χειλάκια και αγριοκοίταξε τον πατέρα της. Δίχως άλλο, δεν τον περιλάμβανε στη λίστα των
αγαπημένων της ανθρώπων εκείνη τη μέρα. «Μα της είχα φέρει ένα δώρο. Κι εσύ μου είπες ότι μπορούσα να της το δώσω».
«Το ξέρω, γλυκιά μου, όμως...»
«Μπαμπά! Μου το υποσχέθηκες!» Χτύπησε κάτω τα πόδια της ρίχνοντας τα μπουκαλάκια του νερού, που άρχισαν να
κυλούν στο γρασίδι.
«Μπελ, συμμορφώσου. Δεν είναι αυτός τρόπος για...»
«Και πρέπει να κρατάς τις υποσχέσεις σου». Ο θυμός της έγινε θλίψη που πλημμύρισε τα μάτια της, ώσπου έγιναν ξέχειλες
καταγάλανες λίμνες. «Μου το υποσχέθηκες».
Η τελευταία φράση ακούστηκε σαν ψίθυρος, όμως έπεσε σαν μαχαίρι στην καρδιά του Ντάνιελ. Ένα χρόνο πριν, είχε
καθίσει με την Μπελ στο κρεβατάκι της και την κρατούσε στην αγκαλιά του όσο εκείνη σπάραζε στο κλάμα. Χρειαζόταν λίγη
ασφάλεια για να πιστέψει πως ο κόσμος της θα ξαναρχόταν στη θέση του. Κι έπρεπε να την καθησυχάσει. Της είπε λοιπόν
πως από εκείνη τη μέρα και μετά θα τηρούσε κάθε υπόσχεση που θα της έδινε.
Στην αρχή αθετούσε κάποιες ασήμαντες, όπως ότι θα επέστρεφε νωρίς στο σπίτι για φαγητό, αλλά τελικά γυρνούσε αργά,
πολλή ώρα αφότου η νταντά είχε πλύνει πια τα πιάτα. Έπειτα, μεγαλύτερες. Όπως ότι θα πήγαινε την πρώτη μέρα του
νηπιαγωγείου για να την καμαρώσει, έχοντας όμως ξεχάσει πως ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών θα επισκεπτόταν
εκείνη τη μέρα τη Νέα Υόρκη και άρα θα ήταν απασχολημένος από νωρίς το πρωί ως αργά τη νύχτα για να καλύψει το θέμα.
Όταν πια συνειδητοποίησε πως αθετούσε συστηματικά την πιο σημαντική υπόσχεση απ’ όλες, δηλαδή ότι θα την έβαζε
εκείνος κάθε βράδυ για ύπνο, η έκφραση απογοήτευσης και δυσπιστίας είχε γίνει ήδη μόνιμη σκιά στα μάτια της μικρής
Άναμπελ.
Πηγαίνοντας, λοιπόν, στο Γουίντερ Χέιβεν ο Ντάνιελ ορκίστηκε πως εκεί θα τα κατάφερνε καλύτερα, πως θα γινόταν
ολοένα και καλύτερος πατέρας. Και να που ξανακυλούσε πάλι στα ίδια.
Γινόταν πάλι σαν το δικό του πατέρα.
Πώς θα συνδύαζε το να είναι καλός πατέρας και καλός επαγγελματίας; Ίσως να ζητούσε πολλά. Ίσως τελικά να ήταν
αδύνατον να κερδίσει αυτή τη μάχη.
Έσκυψε για να έρθει στο ύψος της κόρης του. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο από αυστηρή κριτική, αλλά τα χείλη της
έτρεμαν και τα μάτια της γυάλιζαν από τα μαζεμένα δάκρυα. Ουφ, κάθε φορά που προσπαθούσε να κάνει κάτι για να την
ευχαριστήσει, τα θαλάσσωνε χειρότερα. «Σου το υποσχέθηκα, έτσι δεν είναι;»
Η μικρή κούνησε το κεφαλάκι της.
Ο Ντάνιελ αναστέναξε. Ποιος αμφέβαλλε ότι η πιο δύσκολη δουλειά απ’ όλες ήταν αυτή του γονέα; Ποιος θα πίστευε ότι
ένας πατέρας μπορούσε να κάνει τόσο ασυγχώρητα λάθη; Τα λάθη του παρελθόντος δεν μπορούσε να τα διορθώσει, το
σημερινό όμως θα το τακτοποιούσε. «Ας μαζέψουμε λοιπόν και τα υπόλοιπα, για να πάμε...»
«Να πάμε σπίτι; Μα, μπαμπά...»
«Όχι, δε θα πάμε στο σπίτι». Έκλεισε το λεπτεπίλεπτο χεράκι της κόρης του στο δικό του. Του έδειχνε τόση εμπιστοσύνη,
ενώ εκείνος ένα χρόνο τώρα την απογοήτευε συνεχώς. Ε, λοιπόν, ως εδώ! «Θα πάμε να συναντήσουμε την πριγκίπισσα».
Αμέσως μόλις επεξεργάστηκε τα λόγια του, η Άναμπελ έλαμψε ολόκληρη από ευτυχία. «Αλήθεια;»
Ο Ντάνιελ έγνεψε καταφατικά και πήρε παραμάσχαλα την κουβέρτα και το ψυγειάκι. «Μάλιστα. Επειδή της έχεις ένα δώρο.
Και της έχω κι εγώ κάτι».
«Κι εσύ δώρο, μπαμπά;»
«Όχι, είναι κάτι άλλο». Ξεκίνησε να προχωράει στο ανηφορικό μονοπάτι με την κόρη του από πίσω. «Μια συγνώμη».

Η Κάρι είχε διαβάσει τρεις φορές την ίδια σελίδα. Τα μάτια της κοιτούσαν τα γράμματα, αλλά ο εγκέφαλός της αρνιόταν να
τα βάλει σε μια τάξη ώστε να αποκτήσουν νόημα. Δεν έφταιγε το μυθιστόρημα, το μυαλό της είχε το πρόβλημα.
Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη στο καναπεδάκι της, η προσοχή της στρεφόταν από το βιβλίο
που είχε δανειστεί από τη βιβλιοθήκη στη θέα έξω από το παράθυρο, όμως ο νους της ήταν στον Ντάνιελ Ρέινολντς.
Γιατί τον σκεφτόταν συνέχεια; Μονάχα ένα πράγμα ζητούσε από κείνη, μια συνέντευξη που θα εκτόξευε την καριέρα του.
Βέβαια δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει. Στο κάτω κάτω, κι εκείνη το ίδιο δε ζητούσε;
Μόνο που... είχε πάει στο πικνίκ με σκοπό να τον χρησιμοποιήσει για να πετύχει το δικό της σκοπό, αλλά μετά βρέθηκε να
παρασύρεται από εκείνον, από την Άναμπελ, από τα μάτια του. Το χαμόγελό του. Τη φωνή του. Πόσο σέξι ήταν όταν είχε
ξαπλώσει πάνω στην καρό κουβέρτα, όταν έριχνε μία μία τις ρώγες του σταφυλιού στο στόμα του καθώς συζητούσαν.
Και είχε αρχίσει να αναρωτιέται μήπως αν ζούσε μια κανονική ζωή μακριά από το σπίτι της, θα ζούσε κι ένα κανονικό
ειδύλλιο, σαν αυτά που ζουν εκατομμύρια γυναίκες στον κόσμο, αλλά εκείνη δεν ήξερε καν πώς είναι. Είχε βιώσει το
ανελέητο κυνήγι των δημοσιογράφων που ακολουθούσαν τις αδερφές της σε κάθε ραντεβού τους. Οι παπαράτσι
κατασκήνωναν κυριολεκτικά έξω από τα εστιατόρια, σκαρφάλωναν στα δέντρα. Παρακολουθούσαν και φωτογράφιζαν την
κάθε κίνηση της Μαριαμπέλα και της Αλέγκρα, παραμόνευαν για το κάθε φιλί, το κάθε χαμόγελο. Όταν παντρεύτηκε η
Μαριαμπέλα, η φρενίτιδα μετατοπίστηκε στην Αλέγκρα, και εξελίχτηκε σε πυρηνική έκρηξη ενδιαφέροντος όταν εκείνη
ανέβηκε στο θρόνο.
Την Κάρι, καθώς ήταν η τρίτη κόρη και αυτή που απείχε περισσότερο από τη διαδοχή, συχνά την ξεχνούσαν. Οι δύο
μεγαλύτερες, πιο λαμπερές και πιο κοινωνικές αδερφές αιχμαλώτιζαν τα φώτα, ενώ εκείνη ήταν κάτι παραπάνω από
ευτυχισμένη που έμενε εκτός δημοσιότητας. Παρ’ όλα αυτά, υπήρξαν κάποιοι δημοσιογράφοι που ασχολήθηκαν μαζί της και
προσπαθούσαν να την κατασκοπεύουν στις εξόδους της. Ήταν τόσο ενοχλητικό, που απέφευγε να βγαίνει. Ενώ εκεί, στη
μέση του πουθενά, θα μπορούσε να πάει σε ραντεβού, χωρίς να ανησυχεί για το τι θα έγραφαν τα πρωτοσέλιδα την επόμενη
μέρα.
Την ίδια στιγμή χτύπησε το κουδούνι, βγάζοντας την Κάρι από τις σκέψεις της. Άφησε το βιβλίο και σηκώθηκε για να πάει
στην πόρτα της εισόδου. Ελάχιστοι άνθρωποι γνώριζαν το σπίτι της, ποιος λοιπόν να ήθελε να την επισκεφθεί τέτοια ώρα
κυριακάτικα;
Μέσα από το οβάλ τζαμάκι, διέκρινε ένα γνώριμο στέμμα και γέλασε μόνη της. Ήταν η Άναμπελ Ρέινολντς, ντυμένη ακόμα
με τα πριγκιπικά της ρούχα. Όμως... Απομακρύνθηκε αυθόρμητα από την πόρτα. Δίχως άλλο, η Άναμπελ θα συνοδευόταν
από τον πατέρα της.
«Τι θέλεις εδώ;» τον ρώτησε μόλις τους άνοιξε. Ο τόνος της ήταν ουδέτερος, μια αφ’ υψηλού χροιά στην οποία κατέφευγε
πότε πότε. Ήταν η φωνή που έλεγε στον άλλον να μείνει μακριά, που κρατούσε σε απόσταση αυτούς που προσπαθούσαν να
την πλησιάσουν. Προφανώς ο Ντάνιελ Ρέινολντς δε διέκρινε τον υπεροπτικό τόνο, αφού έκανε ένα βήμα προς το μέρος της
και της χαμογέλασε. «Και πώς ανακάλυψες πού μένω;»
«Δεν ήταν δύσκολο. Δεν έχουν νοικιάσει πολλές πριγκίπισσες εξοχικό στο Γουίντερ Χέιβεν».
«Ω!» Το πρόσωπό της κοκκίνισε. Δεν είχε σκεφτεί το σούσουρο που είχε γίνει για τη διαμονή της εκεί.
«Σου ζητώ συγνώμη που ήρθαμε στο σπίτι σου», είπε τότε ο Ντάνιελ. «Η Άναμπελ ήθελε να σου χαρίσει κάτι, όμως έφυγες
ξαφνικά από το πικνίκ και δεν της δόθηκε η ευκαιρία. Κι εγώ, με τη σειρά μου, θα ήθελα να σου ζητήσω να με συγχωρήσεις».
Η Κάρι πλημμύρισε από τύψεις. Καθόταν και σκεφτόταν τα χειρότερα για τα κίνητρα του Ντάνιελ Ρέινολντς, ενώ εκείνος
είχε πάει για να της ζητήσει συγνώμη και να κάνει το χατίρι της κόρης του. Χαμήλωσε το σώμα της και αντίκρισε την
Άναμπελ. «Έχεις κάτι για μένα;»
Η Άναμπελ έγνεψε καταφατικά, η πλαστική κορόνα κουνήθηκε ανάμεσα στις ξανθές μπούκλες. «Ναι. Ένα δώρο».
«Δώρο; Ω, με τρώει η περιέργεια», της είπε η Κάρι, χαμογελώντας. «Νομίζω όμως πως ένα τόσο ιδιαίτερο γεγονός απαιτεί
λίγα μπισκότα πρώτα».
«Τρελαίνομαι για μπισκότα!»
«Τέλεια. Ελάτε μέσα, λοιπόν». Πισωπάτησε και τους έγνεψε να περάσουν.
Η Άναμπελ όρμησε μέσα στο μικρό σαλόνι του σπιτιού κι έκανε μια περιστροφή, παρατηρώντας τα άνετα έπιπλα και τα
πολλά παράθυρα του χώρου. «Είναι τόσο γλυκούλι. Είναι σαν το σπιτάκι που έμεινε η... Χιονάτη».
Η Κάρι γέλασε. «Ναι, δεν είναι;»
Ο Ντάνιελ έγειρε συνωμοτικά προς το μέρος της. «Δεν πιστεύω να εμφανιστούν τίποτα νάνοι;»
«Λυπάμαι. Σήμερα έχουν ρεπό».
«Κι εγώ που νόμιζα ότι θα έβρισκα υπηρέτες να στέκονται προσοχή κι έναν μπάτλερ στην είσοδο!» αστειεύτηκε ο Ντάνιελ.
«Για όνομα του Θεού, όχι. Είναι τόσο ωραίο να είμαι μόνη. Και δε με νοιάζει καθόλου να πλένω εγώ τα πιάτα ή να καθαρίζω
το μπάνιο». Καθώς το έλεγε αυτό, συνειδητοποιούσε ότι ήταν αλήθεια. Είχε περάσει τόσα χρόνια έχοντας άλλους να κάνουν
για χάρη της ακόμα και τις πιο απλές δουλειές, και τώρα απολάμβανε αυτή την αίσθηση ελευθερίας. «Αν και μάλλον δεν είμαι
πολύ καλή σ’ αυτά».
«Μόνη σου έφτιαξες και τα μπισκότα;» τη ρώτησε καθώς προχωρούσαν προς την κουζίνα.
«Η νοικοκυροσύνη μου δεν εκτείνεται ως το φούρνο της κουζίνας, μολονότι ξέρω να χτυπήσω δυο αβγά για να φτιάξω μια
ομελέτα, αν χρειαστεί. Αλλά ως εκεί. Μην περιμένεις γκουρμέ γεύμα από αυτά τα χέρια».
«Ούτε κι εγώ ξέρω να μαγειρεύω». Της χαμογέλασε κι αμέσως μια ζεστασιά φώτισε τα γαλανά μάτια του. «Δεν κάνουμε
μαζί. Θα πεθάνουμε από την πείνα».
Τα λόγια του υπονοούσαν κάτι για το μέλλον. Μια σχέση. Παρ’ όλο που ήξερε πως δεν έπρεπε να αφήνει τη φαντασία της
να ταξιδεύει, αυτή η φράση προκάλεσε ένα ανεξήγητο ρίγος μέσα της. Για μια στιγμή φαντάστηκε τους δυο τους να
στέκονται στην κουζίνα και να μαλώνουν για το τι θα παραγγείλουν απ’ έξω και στο τέλος να συμβιβάζονται μ’ ένα... φιλί.
«Θα αναγκαζόμασταν να παραγγέλνουμε έτοιμο φαγητό», του είπε. «Πολύ συχνά».
Το βλέμμα του σκοτείνιασε και το χαμόγελο έγινε πιο έντονο. «Ναι, αυτό θα κάναμε».
«Και μάλλον θα τσακωνόμασταν μεταξύ κινέζικου και πίτσας». Τον είχε πλησιάσει, δήθεν για να πιάσει ένα φλιτζάνι, αλλά
το χέρι της δεν ακουμπούσε πουθενά.
«Δε θα τσακωνόμασταν». Το χαμόγελό του έγινε σαρκαστικό καθώς έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Ο χώρος ανάμεσά
τους ηλεκτρίστηκε, ο χρόνος πάγωσε. Μακριά, στη λίμνη, μια βενζινάκατος μάρσαρε, αυξάνοντας ταχύτητα. «Γιατί ο έξυπνος
άντρας αφήνει τη γυναίκα να πάρει αυτό που θέλει».
Η Κάρι ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Ένιωθε σαν να είχε τρέξει σε μαραθώνιο και να σταματούσε ξαφνικά. Η καρδιά της
χτυπούσε δυνατά, τα πνευμόνια της πάλευαν να βρουν αέρα. Το μόνο που έβλεπε ήταν τα μάτια του Ντάνιελ. «Γιατί το λες;»
«Επειδή η ευτυχισμένη γυναίκα φτιάχνει ένα ευτυχισμένο σπιτικό. Κι αυτό συνεπάγεται έναν πολύ, πάρα πολύ ευτυχισμένο
άντρα».
Την είχε πλησιάσει περισσότερο κάνοντας τις σκέψεις της να κατρακυλάνε σαν βράχια στον γκρεμό. Θα τη φιλούσε; Κι
εκείνη θα το ήθελε; Ο σφυγμός της βούιζε στ’ αυτιά της. Πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που την είχαν φιλήσει... που
την είχαν φιλήσει αληθινά;
Πολύς καιρός. Πάρα πολύς.
Η Κάρι άνοιξε το στόμα, προσπάθησε να αρθρώσει την ερώτηση. «Ντάνιελ...»
«Μπαμπά! Να δώσω στην πριγκίπισσα το δώρο της!»
Η φωνή της Άναμπελ τους έκανε να αποτραβηχτούν απότομα. Ο Ντάνιελ στράφηκε προς την κόρη του. «Α, ναι. Το... το
δώρο. Σωστά, φραουλίτσα μου. Πάλι το ξέχασα. Συγνώμη».
Η μικρή έτεινε μια φούξια σακουλίτσα στην Κάρι. «Ορίστε. Για σένα».
«Ω, ευχαριστώ». Η Κάρι την πήρε και την κράτησε μπροστά στο στήθος της. Ένα κομμάτι του εαυτού της ευχαριστούσε
σιωπηρά την Άναμπελ επειδή τους είχε διακόψει. Γιατί αλλιώς θα είχε πάρει μια τρελή, αυθόρμητη απόφαση, που θα είχε
τεράστιες συνέπειες. Πόσες φορές την είχε πάθει έτσι στο παρελθόν, όταν πρώτα έπραττε και μετά σκεφτόταν; Ξανάστρεψε
την προσοχή της στην Άναμπελ, κάτι που ήταν η καλύτερη επιλογή εκείνη τη στιγμή. «Αλλά πρώτα θα σου προσφέρω τα
μπισκότα που σου υποσχέθηκα».
«Εντάξει...» Κοίταξε σοβαρά τον πατέρα της. «Ευχαριστώ».
Η Κάρι ακούμπησε ένα πλαστικό δοχείο στον πάγκο της κουζίνας και άνοιξε το καπάκι για να κεράσει την Άναμπελ. Το
δοχείο περιείχε διάφορα είδη μπισκότων, όλα αγορασμένα από το μπακάλικο του Γουίντερ Χέιβεν. «Πάρε όσα θέλεις».
«Επ! Μόνο δύο», είπε ο Ντάνιελ, κουνώντας το δάχτυλο στη λαίμαργη κόρη του. «Δεν έχουμε φάει ακόμα για βράδυ».
«Διαλέγω αυτό εδώ και αυτό...» Έβγαλε ένα γεμιστό μπισκότο και μετά ταλαντευόταν ανάμεσα σ’ ένα με γλάσο και σ’ ένα
πασπαλισμένο με χρωματιστή τρούφα. Ανασήκωσε το βλέμμα και αντίκρισε τον πατέρα της. «Να πάρω τρία; Σε παρακαλώ,
μπαμπάκα».
Ο Ντάνιελ παρέμεινε ανένδοτος για μερικά δευτερόλεπτα. Μετά η αυστηρότητα έδωσε τη θέση της στην επιείκεια και η Κάρι
ένιωσε τις αντιστάσεις της να κλονίζονται ακόμα μια φορά. «Εντάξει. Όμως μετά θα φας όλο σου το φαγητό».
«Ζήτω! Θα το φάω όλο, το υπόσχομαι!» Βούτηξε και τα δυο μπισκότα που είχε βάλει στο μάτι και βούλιαξε σε μια καρέκλα
της κουζίνας. Ψίχουλα σκορπίζονταν σ’ όλη την ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού.
Η Κάρι της πρόσφερε κι ένα ποτήρι με γάλα, μετά έφτιαξε καφέ για τον εαυτό της και τον Ντάνιελ. Οι δυο τους κάθισαν
παρέα με την Άναμπελ, η οποία είχε φάει κιόλας το πρώτο της μπισκότο. Η Κάρι ακούμπησε το δώρο πάνω στο τραπέζι. «Να
το ανοίξω;»
«Αμέ».
Πριν τραβήξει την κορδέλα, η Κάρι σταμάτησε. «Χμ... αναρωτιέμαι τι να έχει εδώ μέσα».
Ο Ντάνιελ σήκωσε ψηλά τα χέρια του. «Εγώ δεν έχω ιδέα. Αν λοιπόν βρεις καμιά μαϊμού, να ξέρεις πως δεν έχω καμιά
ευθύνη».
«Μπαμπά! Δεν έχει μαϊμού!» Η Άναμπελ στριφογύρισε τα μάτια της από αγανάκτηση. «Δε θα με άφηνες να πάρω!»
«Για πολύ συγκεκριμένους λόγους». Τα μάτια του πατέρα της έλαμψαν πειραχτικά.
«Οι μαϊμούδες είναι αστείες. Έχουν πολλή πλάκα. Θέλω να μου πάρεις μία».
«Δε νομίζω ότι πρέπει», επενέβη η Κάρι. «Είναι εφιαλτικές σαν κατοικίδια. Το ξέρω από πρώτο χέρι, γιατί είχαμε ένα
διάστημα μία στον πύργο».
Η Άναμπελ γούρλωσε τα μάτια. «Αλήθεια; Δικιά σου ήταν;»
«Ήταν δώρο του προέδρου της Νότιας Αφρικής. Σε μια επίσκεψή του, η αδερφή μου ανέφερε πως θα ήθελε να έχει μια
μαϊμού και, μια βδομάδα αργότερα, μια ολοζώντανη μαϊμού βρισκόταν στο κατώφλι μας».
«Τι την κάνατε;» ρώτησε ο Ντάνιελ.
«Ο πατέρας μου της έριξε μονάχα μια ματιά και τηλεφώνησε στο ζωολογικό κήπο. Η Αλέγκρα θύμωσε τόσο πολύ, που
έκανε δέκα μέρες να του μιλήσει. Και επί ένα χρόνο πήγαινε και την έβλεπε στο ζωολογικό κήπο». Τράβηξε το κορδελάκι.
«Χμμ... τι δώρο να μου έφερε άραγε η δεσποινίς Άναμπελ;»
Αυτό και μόνο αρκούσε για να ξεχάσει η Άναμπελ τις μαϊμούδες. Ο Ντάνιελ σχημάτισε με τα χείλη του ένα ευχαριστώ πάνω
από το κεφάλι της κόρης του. Ήταν μια στιγμή οικειότητας που προκάλεσε καινούρια ρίγη στην Κάρι. Όλα ήταν τόσο
φυσιολογικά, τόσο οικογενειακά.
Να γινόταν άραγε κάποτε έτσι η ζωή της; Θα καθόταν ποτέ στο τραπέζι της κουζίνας με τον άντρα της και το παιδί τους, να
μοιράζονται γέλια και χαμόγελα;
Μα τότε άνοιξε τη σακούλα κι έβγαλε ένα πλαστικό στέμμα γεμάτο στρας, που της θύμισε ποια ήταν και πού ανήκε. «Ω,
είναι μια κορόνα. Μια πανέμορφη κορόνα».
«Έχω δύο», της εξήγησε η Άναμπελ. «Σου δίνω λοιπόν τη μία, επειδή ξέχασες τη δική σου στο Κουτσέλι».
Η Κάρι κρατήθηκε για να μη γελάσει μ’ αυτή την εκδοχή του Ουτσέλι. «Ναι, πράγματι».
Η Άναμπελ έδειξε την κορόνα που κρατούσε η Κάρι και μετά τη δική της. «Τώρα μπορούμε να είμαστε και οι δύο
πριγκίπισσες».
Πώς ήταν δυνατόν να αντισταθεί η Κάρι σε μια τόσο γλυκιά πρόταση; Φόρεσε προσεκτικά το πλαστικό στέμμα και το πίεσε
στο κεφάλι της για να το στερεώσει. «Μου πάει;»
Η Άναμπελ χαχάνισε. «Μοιάζεις με πριγκίπισσα!»
«Κι εσύ», της είπε η Κάρι, σέρνοντας το δάχτυλό της στη μύτη του κοριτσιού. «Είσαι η πιο όμορφη πριγκίπισσα που έχω
δει, Άναμπελ».
Ολόκληρο το παιδικό προσωπάκι φωτίστηκε σαν τον ήλιο. Πετάχτηκε από την καρέκλα της κι έκανε μια περιστροφή, έτσι
που το φόρεμά της άνοιξε σαν καμπάνα. Έπειτα άρχισε να στριφογυρνάει όλο και πιο γρήγορα. «Είμαι πριγκίπισσα!»
«Καλά, καλά», είπε ο πατέρας της, βάζοντας το χέρι του στον ώμο της για να την επιβραδύνει. «Νομίζω πως κάποιος έφαγε
πολλά μπισκότα».
Η μικρή σταμάτησε απρόθυμα. «Ακόμα ένα; Σε παρακαλώ».
«Ούτε κουβέντα. Πρέπει να αφήσεις χώρο για το φαγητό, αλλιώς η γιαγιά θα στενοχωρηθεί».
Η Κάρι απομάκρυνε το κουτί με τα μπισκότα, ώστε να μην μπαίνει η μικρή σε πειρασμό. «Μήπως θέλεις να δεις μια ταινία;
Ή κινούμενα σχέδια;»
Η Άναμπελ έγνεψε καταφατικά και ακολούθησε την Κάρι στο σαλόνι. Βολεύτηκε στον καναπέ και λίγα λεπτά αργότερα είχε
αποκοιμηθεί μπροστά στην τηλεόραση. Η πλαστική κορόνα ανεβοκατέβαινε στο κεφάλι της με κάθε απαλή ανάσα της.
«Δεν της το βγάζεις καλύτερα;» πρότεινε η Κάρι στον Ντάνιελ.
«Τι να της βγάλω;»
«Το στέμμα. Ούτε οι αληθινές πριγκίπισσες δεν κοιμούνται με το στέμμα τους». Του χαμογέλασε.
Εκείνος αναστέναξε, μετά πλησίασε στον καναπέ, έβγαλε το στέμμα από τα μαλλιά της μικρής και το ακούμπησε στο
τραπεζάκι του σαλονιού. Ωστόσο, το βλέμμα του παρέμεινε καθηλωμένο σ’ αυτό το αστραφτερό αξεσουάρ. «Πάντα ξεχνάω
τα μικρά πράγματα».
Ξαναγύρισαν στην κουζίνα, στον καφέ τους. Η τηλεόραση έπαιζε σιγανά στο βάθος μια ορχηστρική μουσική, που συνόδευε
τα καμώματα μιας εκνευρισμένης γάτας κι ενός πανούργου ποντικού.
Ο Ντάνιελ πέρασε το χέρι ανάμεσα από τα μαλλιά του, αναστατώνοντας τα μαύρα κύματά τους. Και τούτη η ελαφρώς
ατημέλητη όψη πρόσθεσε κι άλλη γοητεία σ’ αυτό τον άντρα και τον έκανε ακόμα πιο σέξι. Η Κάρι μάλωσε τον εαυτό της
επειδή σκεφτόταν να φιλήσει τον Ντάνιελ Ρέινολντς τη στιγμή που συζητούσαν σοβαρά για τα προβλήματά του.
Με τη διαφορά ότι το να τον φιλήσει ήταν το μόνο πράγμα που σκεφτόταν από εκείνη τη στιγμή στην κουζίνα
προηγουμένως. Λάθος! Από τη στιγμή που τον είχε γνωρίσει.
Είχε βγει με αρκετούς άντρες, όχι πολλούς, διότι δεν υπήρχαν πολλοί που άντεχαν τις υποχρεώσεις μιας συνοδού με
βασιλικές ρίζες. Αλλά, όπως και με τις επιλογές της καριέρας της, δεν είχε στεριώσει ποτέ με κανέναν. Οι άντρες που είχε
γνωρίσει ήταν ή πολύ βαρετοί ή θαμπώνονταν από τη βασιλική της καταγωγή.
Ο Ντάνιελ δεν ήταν τίποτα από τα δύο. Ήταν... φυσιολογικός, αλλά στον υπέρτατο βαθμό. Κι αυτό ήταν ελκυστικό. Πολύ
ελκυστικό.
«Το αστείο είναι πως ήμουν εξαιρετικός στη δουλειά μου», συνέχισε εκείνος, επαναφέροντάς τη στην κουβέντα τους. «Δεν
υπήρξε πρόκληση που να μη δέχτηκα, καμιά αποστολή που δεν ανέλαβα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πετούσα για κάποια
εμπόλεμη ζώνη κι έκανα την ανταπόκριση από το πεδίο της μάχης, κατέβαινα με ελικόπτερο στον τόπο της καταστροφής και
ζούσα για μέρες με μοναδικά εφόδια ένα σακίδιο και μια σκηνή. Αλλά το να ανατρέφω μόνος την κόρη μου...» Κούνησε
αρνητικά το κεφάλι και το βλέμμα του κατευθύνθηκε στις ξανθές μπούκλες που ξέφευγαν από το μπράτσο του καναπέ.
«Είναι η πιο τρομακτική, η πιο δύσκολη αποστολή που μου ανατέθηκε ποτέ. Φοβάμαι ότι θα τα κάνω θάλασσα».
«Ω, δε νομίζω. Την αγαπάς κι αυτό τα διορθώνει όλα».
«Λες;» Τα μάτια του θόλωσαν, τόσο ευάλωτος ένιωθε. Η Κάρι ήθελε να του υποσχεθεί πως όλα θα πήγαιναν τέλεια στο
εξής, ότι το παραμύθι θα είχε για όλους τέλος καλό. Αλλά δεν μπορούσε. Ακόμα και μια πριγκίπισσα δεν μπορούσε να
εγγυηθεί ότι όλα θα πήγαιναν καλά στο τέλος.
«Προφανώς κάτι κάνεις σωστά», του είπε. «Η Άναμπελ είναι θαυμάσιο παιδί».
«Είναι, πράγματι. Από αυτή την άποψη είμαι ευλογημένος. Αλλά όταν σκέφτομαι τις μέρες που έρχονται, τα χρόνια της
εφηβείας, τα πρώτα ραντεβού, τα πάρτι, το γάμο της... συνειδητοποιώ πως πηγαίνω τελείως άοπλος σ’ αυτή τη μάχη».
Έκλεισε τη λευκή κούπα του καφέ στις παλάμες του και τη στριφογύρισε. «Πριν από λίγους μήνες, μου ζήτησε να της κάνω
μια κοτσίδα. Δε θυμάμαι με ποια αφορμή... νομίζω πως είχε ντυθεί Ραπουνζέλ, κάτι τέτοιο. Ε, παιδεύτηκα είκοσι ολόκληρα
λεπτά, προσπαθώντας να σκεφτώ πώς θα την έκανα, ώσπου αναγκάστηκα να κοιτάξω για οδηγίες στο Διαδίκτυο. Ποιος
πατέρας δεν είναι ικανός ούτε για κάτι τόσο απλό;»
Η Κάρι άπλωσε το χέρι της και το ακούμπησε πάνω στο δικό του. Η παλάμη της γέμισε ζεστασιά. Και τότε εκείνος ύψωσε
το βλέμμα του για να συναντήσει το δικό της, κάνοντας την καρδιά της να λιγώσει. «Ο πατέρας που βάζει τα δυνατά του για
να τα καταφέρει», του είπε.
«Έτσι λες εσύ».
«Δεν είμαι και ειδική, αλλά νομίζω ότι τα πας μια χαρά».
Ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του. «Σ’ ευχαριστώ».
Την ίδια στιγμή, το απλό άγγιγμα της Κάρι άρχισε να παίρνει καινούριο νόημα, μια καινούρια διάσταση.
Κάθε νεύρο του κορμιού της συγχρονίστηκε με την αίσθηση που πρόσφερε αυτή η επαφή του χεριού της με το πιο πλατύ,
πιο δυνατό δικό του. Μπορούσε κυριολεκτικά να νιώσει τις αρθρώσεις των δαχτύλων του, το σφυγμό στις φλέβες του, τη
σφιχτή επιδερμίδα του. Τον ήθελε, με τρόπο που διέφερε πολύ από ένα απλό φιλικό άγγιγμα. Ήξερε ότι βάδιζε σε επικίνδυνα
μονοπάτια.
Μεμιάς αποτραβήχτηκε και σηκώθηκε όρθια. «Ε... θέλεις άλλο καφέ;»
Ποτέ άλλοτε στη ζωή της δεν είχε νιώσει τόσο μπερδεμένη. Τόσο έξω από τα νερά της. Θαρρείς και είχε χάσει κάθε έλεγχο,
και τώρα τον αναλάμβανε κάποιο κομμάτι του εαυτού της που δεν είχε ξαναεμφανιστεί ποτέ. Πήρε την κούπα του χωρίς να
περιμένει την απάντησή του και πήγε στην κουζίνα. Το χέρι της έτρεμε καθώς σέρβιρε τον καφέ, με αποτέλεσμα να της χυθεί
πάνω στον πάγκο.
«Πρόσεξε, θα καείς», της είπε ο Ντάνιελ, που στο μεταξύ την είχε ακολουθήσει και στεκόταν πίσω της.
Η καρδιά της σταμάτησε. Προσπάθησε να υπενθυμίσει στον εαυτό της ότι είχε να κάνει μ’ ένα δημοσιογράφο. Πως ήταν
μαζί της γιατί είχε κάποιον απώτερο σκοπό. Αλλά ο νους της χόρευε μακριά από την αλήθεια και, αντίθετα, φλέρταρε με την
ιδέα να τον φιλήσει. Να τον αφήσει να την αγκαλιάσει. Να τον παρασύρει στο διάδρομο ως το μικρό ασπρογάλαζο
υπνοδωμάτιο και να εξερευνήσει κάθε σπιθαμή του Ντάνιελ Ρέινολντς.
«Συγνώμη... τα έκανα χάλια». Άπλωσε το χέρι της για να πιάσει ένα πανί, αλλά ο Ντάνιελ τη γράπωσε από το μπράτσο. Το
άγγιγμά του την ηλέκτρισε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει τρελά, ανεξέλεγκτα· δεν ανέπνεε καν.
«Δε θέλω άλλο καφέ, Κάρι».
«Ε... καλά».
Την τράβηξε από το μπράτσο και την ανάγκασε να στραφεί για να τον αντικρίσει. «Δε θέλω άλλο καφέ», επανέλαβε, με
φωνή πιο σιγανή, πιο βαθιά τώρα.
Στο διπλανό δωμάτιο, η τηλεόραση έπαιζε απαλή μουσική. Έξω, στη λίμνη, το σκάφος ανέπτυσσε ταχύτητα μ’ ένα
μονότονο βουητό. Αλλά μέσα στη μικροσκοπική κουζίνα του εξοχικού, ένα άλλο βουητό γεννιόταν μέσα στο κορμί της Κάρι.
Καταπίνοντας με δυσκολία το σάλιο της, πρόφερε τη πιο αποφασιστική ερώτηση με μια και μόνη ανάσα. «Τι θέλεις,
Ντάνιελ;»
«Αυτό». Ύψωσε τα χέρια του στο πρόσωπό της κι έκλεισε μέσα τους το πιγούνι της, σε μια χειρονομία τόσο τρυφερή και
γλυκιά, που σχεδόν της ήρθαν κλάματα. Και μετά, την πλησίασε σιγά σιγά, όσο πιο βασανιστικά μπορούσε, και έσυρε τα
χείλη του πάνω στα δικά της.
Μια γεύση ήταν μονάχα, τίποτα περισσότερο. Ένα φευγαλέο πέρασμα των χειλιών του πάνω από τα δικά της, τόσο σύντομο
ώστε να της δώσει μια ευκαιρία να αλλάξει γνώμη. Αν η Κάρι ήταν έξυπνη, θα τον έσπρωχνε μακριά της. Θα το σταματούσε
εγκαίρως, προτού ξέφευγε από κάθε έλεγχο.
Μα εκείνη ούτε που σάλεψε.
Δεν ανέπνευσε.
Δεν είπε λέξη.
«Κι αυτό», συνέχισε ο Ντάνιελ ψιθυριστά και έγειρε κι άλλο μπροστά, έτσι που το στόμα του συνάντησε απόλυτα το δικό
της και το φιλί τους έγινε πανηγύρι εξερεύνησης και πόθου. Η έξαψη που πλημμύριζε το κορμί της ήταν ασυγκράτητη. Από
τη μια στιγμή στην άλλη, το πάθος την είχε φτάσει στα όριά της.
«Ντάνιελ», ψέλλισε, και μετά παραδόθηκε. Τα χέρια της γλίστρησαν στην πλάτη του, γραπώθηκαν από τους ώμους του για
να τον τραβήξουν ακόμα πιο κοντά της. Μηδενική πια απόσταση χώριζε τα κορμιά τους. Μα η Κάρι ήθελε κι άλλο,
λαχταρούσε τα πάντα. Χωρίς καμιά καθυστέρηση.
Η άκρη της γλώσσας του έψαξε τη δική της σε μια μικρή ερωτική επαφή που παρέλυσε τη ραχοκοκαλιά της. Και του
απάντησε μ’ ένα ορμητικό χάδι της δικιάς της. Το βογκητό της αντίδρασής του και τα δάχτυλά του που πλέχτηκαν στα
μαλλιά της συδαύλισαν την υγρή φωτιά που κατέτρωγε το κορμί της. Το φιλί τους βάθυνε, μετατράπηκε από αναγνωριστικό
σε απολαυστικό, και η Κάρι σπατάλησε ένα δευτερόλεπτο για να παραδεχτεί πως αυτό ήταν ό,τι έψαχνε στη ζωή της.
Όταν ο Ντάνιελ επιτέλους αποτραβήχτηκε, η ανάσα του ήταν κοφτή και στα μάτια του λίμναζε ακόμα ο πόθος. Η Κάρι
μπορούσε να ορκιστεί πως άκουσε ένα στεναγμό απογοήτευσης. Να ’ταν δικός του; Ή μήπως δικός της;
«Εεε... οπωσδήποτε αυτό δεν είναι καφές», του είπε.
Εκείνος γέλασε. «Όχι, δεν είναι».
«Μήπως ήταν λάθος;»
Τα δάχτυλά του χόρεψαν στο πιγούνι της. Το γαλάζιο των ματιών του είχε πάρει το χρώμα της ανεμοδαρμένης θάλασσας.
Τη μαγνήτιζαν, την έκαναν να πιστέψει πως θα μπορούσε να τα κοιτάζει για πάντα χωρίς ποτέ να φτάσει στα απύθμενα βάθη
τους. «Δεν ξέρω», της είπε. «Έχω πολύ καιρό να κάνω σχέση».
«Κι εγώ το ίδιο».
«Και ποτέ δεν έχω κάνει σχέση με γυναίκα που της πήρα συνέντευξη».
«Κι εγώ δε βγήκα ποτέ με δημοσιογράφο».
«Μήπως λοιπόν πρέπει να σταματήσουμε εδώ;»
Η Κάρι κάρφωσε το βλέμμα της στο όμορφο πρόσωπό του, στις γραμμές του πιγουνιού του, στο ανταριασμένο βλέμμα, στα
μαύρα μαλλιά. Το μόνο που ήθελε ήταν να τον αγγίξει, να τον γνωρίσει, να τον μάθει. Πισωπάτησε έτσι όπως ήταν στην
αγκαλιά του και ανασήκωσε το πιγούνι της. «Όχι τώρα. Αργότερα ίσως. Πολύ αργότερα».
Τα χείλη του Ντάνιελ μισάνοιξαν σ’ ένα χαμόγελο καθώς την τραβούσε πάλι κοντά του για να την ξαναφιλήσει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Αναζήτησαν ανάσα πολύ αργότερα. Το φιλί τους ακόμα έκαιγε στο μυαλό του Ντάνιελ, και ήθελε σαν τρελός να το
επαναλάβει. Όμως πρώτα η δουλειά.
«Όσο ωραίο κι αν ήταν», της είπε μ’ ένα χαμόγελο. «Δεν ήρθα εδώ γι’ αυτό».
«Όχι;»
«Ε, ίσως». Το χαμόγελο πλάτυνε. Αλλά αμέσως μετά το ύφος του σοβάρεψε. «Η αλήθεια είναι πως ήρθα για να απολογηθώ.
Δεν έπρεπε να σου πω για το τεστ. Δεν ανήκω σ’ αυτό το είδος δημοσιογράφων. Ήθελα, βέβαια, να αποδείξω αν είσαι ή δεν
είσαι αληθινή πριγκίπισσα, αλλά όχι με τέτοιο γελοίο τρόπο».
«Και το κατάφερες;»
«Ποιο;»
«Να αποδείξεις την ταυτότητά μου».
Το βλέμμα του συνάντησε το δικό της και στα μεγάλα καστανά μάτια της ο Ντάνιελ βρήκε τις απαντήσεις που έψαχνε όλη
τη μέρα. Καιρό τώρα είχε μάθει να εμπιστεύεται τη διαίσθησή του όταν επρόκειτο για ένα θέμα και, αυτή τη στιγμή, του
φώναζε μόνο ένα πράγμα. «Μάλιστα, υψηλοτάτη».
Η Κάρι χαμογέλασε. «Και τώρα;»
«Σκεφτόμουν ότι...» Αναζήτησε το χέρι της, γιατί είχε ανάγκη να την αγγίξει, παρ’ όλο που ήξερε ότι έπρεπε να διαχωρίσει
τα προσωπικά του από τα επαγγελματικά. «Ότι ίσως θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε για να διευθετήσουμε το τεστ. Το
αφεντικό μου έχει κολλήσει σ’ αυτή την ιδέα, αλλά αν έχουμε εμείς τον έλεγχο, αντί γι’ αυτόν...»
«Θα καταλήξουμε σε κάτι που θα μας ικανοποιήσει όλους», συμπλήρωσε η Κάρι κι έμεινε να το σκέφτεται για λίγο, ενώ
συγχρόνως έτριβε με τα δάχτυλά της το χέρι του. Με κάθε της χάδι τον δυσκόλευε ακόμα περισσότερο να συγκεντρωθεί.
«Και αν φροντίσουμε να γίνει λίγο αστείο και ανάλαφρο, δε θα είναι...»
«Εξευτελιστικό».
«Ακριβώς».
Ο Ντάνιελ ύψωσε τα χέρια τους. «Λοιπόν, είμαστε σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι».
Αφού έδωσαν τα χέρια, ο Ντάνιελ έφερε το δικό της στα χείλη του και σφράγισε τη συμφωνία μ’ ένα φιλί.
«Ωραία».
Την επόμενη στιγμή άκουσαν την Άναμπελ να στριφογυρνάει στον καναπέ. Ο Ντάνιελ κοίταξε το ρολόι στον τοίχο και είδε
πως ήταν ώρα για το βραδινό φαγητό. «Λυπάμαι που το λέω, αλλά σε λίγο θα πρέπει να φύγουμε. Η μητέρα μου έχει
μαγειρέψει και θα...» Της χάρισε άλλο ένα πλατύ χαμόγελο. «Γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί μας;»
«Μα πώς να έρθω; Η γυναίκα δε με περιμένει και...»
«Η μητέρα μου τρελαίνεται για παρέα. Άσε που είμαι σίγουρος ότι θα σε λατρέψει».
Λίγο αργότερα βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητο του Ντάνιελ και διέσχιζαν το Γουίντερ Χέιβεν. Η Άναμπελ δεν έβαλε
γλώσσα σ’ όλη τη διαδρομή. Ο υπνάκος στον καναπέ είχε φορτίσει για τα καλά τις μπαταρίες της. Ο Ντάνιελ είχε μήνες να
ακούσει την κόρη του να συζητάει, και ο σταθερός ρυθμός της φωνής της ζέσταινε τα σωθικά του. Να είχε άραγε ξεπεράσει
επιτέλους τη θλίψη της;
Ή μήπως οφείλονταν όλα στο ότι η Κάρι είχε τον τρόπο της μαζί της; Γιατί, αναμφισβήτητα, είχε κάνει την κόρη του να
εκφράσει τα συναισθήματά της όπως δεν είχε καταφέρει κανείς ένα χρόνο τώρα. Απόδειξη πρώτη; Είχε πάει μόνη της να
παίξει στις κούνιες. Μετά το θάνατο της μητέρας της, η μικρή έμενε κολλημένη πάνω στον πατέρα της κάθε φορά που
βρίσκονταν σε δημόσιο χώρο, θαρρείς και φοβόταν πως θα την εγκατέλειπε κι εκείνος. Σήμερα όμως...
Το πρωί στο πάρκο είχε απομακρυνθεί χωρίς δεύτερη σκέψη από τον Ντάνιελ κι έπαιζε περισσότερο από μία ώρα μόνη της,
χαμένη στον κόσμο της φαντασίας των μικρών παιδιών. Έπειτα, στο σπίτι της Κάρι, γελούσε και χόρευε. Κι αργότερα, όταν
ξύπνησε, η Κάρι έστησε στο τραπέζι της κουζίνας πιατάκια και φλιτζάνια κι έπαιξε μαζί της και με τη Γουίτνι για μισή ώρα. Η
Άναμπελ το καταδιασκέδαζε με τη συμμετοχή της Κάρι στο παιχνίδι. Υποκρίνονταν ότι ήταν και οι δυο τους πριγκίπισσες, κι
έπιναν σαν αριστοκράτισσες με μικρές γουλιές το υποτιθέμενο τσάι, έτρωγαν με μικρές μπουκιές τα αόρατα κεράσματα. Ο
Ντάνιελ τις παρακολουθούσε με ολοένα και μεγαλύτερη χαρά και σκεφτόταν πως ίσως τελικά θα μπορούσε να τα βρει με την
κόρη του.
Την κοίταξε πάλι και κυριεύτηκε από μια έντονη ανάγκη να φιλήσει την Κάρι. Να πάρει η ευχή. Του ήταν αδύνατον να
σκεφτεί αυτή τη γυναίκα χωρίς να φανταστεί πως τη φιλούσε... και όχι μόνο. Τα φιλιά που είχαν μοιραστεί στην κουζίνα ήταν
στην αρχή γλυκά και τρυφερά, αλλά γρήγορα έγιναν καυτά και παθιασμένα. Η Κάρι συμμετείχε το ίδιο μ’ εκείνον, τα χέρια
της σάλευαν αδιάκοπα στην πλάτη του, το κορμί της πίεζε το δικό του, το στόμα της ξυπνούσε κομμάτια του εαυτού του που
τα νόμιζε για πεθαμένα.
Κι όταν εκείνη ψέλλισε ανάμεσα σε βογκητά το όνομά του πάνω στα χείλη του, ο Ντάνιελ λίγο έλειψε να τη σηκώσει στην
αγκαλιά του και να την πάει στην κρεβατοκάμαρα. Αν δεν ήταν η Άναμπελ στο σαλόνι...
Όμως ήταν. Και ίσως η παρουσία της ήταν για καλό του. Προχωρούσε πολύ γρήγορα και δενόταν προτού το σκεφτεί καλά.
Και από πείρα ήξερε πόσο λάθος θα μπορούσε να αποβεί μια τέτοια βιασύνη. Για εκατοστή φορά συνέστησε στον εαυτό του
να εστιάσει στη δουλειά. Κι όχι στην όμορφη κι ελκυστική πριγκίπισσα.

«Δε νομίζω ότι έχω δει άλλον άνθρωπο να γελάει τόσο πολύ», είπε η Φέιθ όταν έφυγε ο τελευταίος πελάτης τη Δευτέρα το
βράδυ και γύρισε το ταμπελάκι στην πόρτα για να δείχνει κλειστό. «Ή γενέθλια έχεις ή γνώρισες κάποιον άντρα», πρόσθεσε
με νόημα.
Η Κάρι γέλασε. «Ε... δεν είναι τα γενέθλιά μου».
«Ω! Άρα ένας άντρας! Θέλω να το ακούσω. Πάμε να πιούμε καφεδάκι στο γωνιακό μαγαζί για να μου τα πεις όλα».
Η Κάρι σκέφτηκε να αρνηθεί. Τόσα χρόνια που ζούσε στο περιβάλλον του παλατιού ή του οικοτροφείου, όπου ό,τι έλεγες το
άκουγαν δεκάδες άνθρωποι και στο τέλος διέρρεε στις εφημερίδες για να γίνει πρωτοσέλιδο, της είχαν μάθει να είναι πολύ
προσεκτική, να κρατάει σαν φυλαχτό την προσωπική της ζωή. Αλλά τώρα δε βρισκόταν στο Ουτσέλι. Τώρα ήταν στο
Γουίντερ Χέιβεν της Ιντιάνα και είχε γνωρίσει έναν ωραίο τύπο και ήθελε να μοιραστεί τις λεπτομέρειες με την καινούρια
φίλη της. «Καλή ιδέα. Πάω να φέρω την τσάντα μου».
Ένα λεπτό αργότερα, οι δυο τους βγήκαν από την κάβα. Περπάτησαν δύο τετράγωνα κι έφτασαν στη χαριτωμένη καφετέρια
στη γωνία των οδών Ελμ και Ουάσινγκτον. Ο ήλιος έδυε εκείνη την ώρα και το σούρουπο έλουζε την πόλη μ’ ένα μπλε-μοβ
φως. Το έντονο άρωμα του φρεσκοψημένου καφέ και η μυρωδιά από τις λιχουδιές που μόλις είχαν βγει από το φούρνο τις
καλωσόρισαν μόλις μπήκαν μέσα. Έπιασαν ένα γωνιακό τραπέζι κι η Φέιθ πήγε κι έφερε δύο κρύους καφέδες με γάλα κι ένα
ατομικό κέικ για να το μοιραστούν. Άφησε το πιάτο στο τραπέζι και πρόσφερε στην Κάρι ένα πιρούνι. Μετά ακούμπησε το
πιγούνι στα χέρια της. «Λοιπόν, πες τα όλα».
Προτού αρχίσει να μιλάει η Κάρι, μια ηλικιωμένη γυναίκα στάθηκε μπροστά στο τραπέζι τους. Τα φινετσάτα γκρίζα μαλλιά
της εξισορροπούσαν την μπορντό μπλούζα και το καλοφτιαγμένο χρυσό κολιέ. «Με συγχωρείτε, είστε η πριγκίπισσα
Καρλίτα;»
«Μάλιστα».
Η γυναίκα χαμογέλασε. «Το κατάλαβα. Μοιάζετε τόσο πολύ στη μητέρα σας».
«Ω, σας ευχαριστώ. Τη γνωρίζατε;»
«Ναι. Εκείνα τα χρόνια είχα ένα μικρό παντοπωλείο στη γωνία Ελμ και Μέιν. Το πούλησα στον Έρνι Γουόλερ το 1998,
αλλά όταν η μητέρα σας ήταν εδώ, όλοι το έλεγαν Το Μπακάλικο της Ίρμα. Είμαι η Ίρμα». Πίεσε το χέρι στο στήθος της.
«Ερχόταν κάθε βδομάδα ανελλιπώς. Και πάντα αγόραζε τσάι και κουλουράκια».
Η Κάρι γέλασε. «Αυτή είναι η μητέρα μου! Ακόμα και τώρα, αυτά θέλει για πρόγευμα».
«Ήταν υπέροχη γυναίκα. Γοήτευσε όλους όσους γνώρισε εδώ. Και μάλλον ράγισε και κάμποσες καρδιές όταν έφυγε. Δε θα
είναι υπερβολή αν πω ότι η μισή πόλη ήταν ερωτευμένη μαζί της».
«Δεν εκπλήσσομαι», είπε η Κάρι. «Ο λαός στη χώρα μας πίνει νερό στ’ όνομά της. Οι άνθρωποι τη λατρεύουν».
«Χωρίς υπερβολή. Ξέρω αρκετούς άντρες στην πόλη που τη λάτρεψαν», τόνισε η Ίρμα, κλείνοντας το μάτι.
Κάτι στον τόνο της γυναίκας προκάλεσε αναστάτωση στην Κάρι. Προσπάθησε να την αποδιώξει και το απέδωσε στα
κουτσουμπολιά που πάνε πακέτο με μια μικρή πόλη, ωστόσο οι αμφιβολίες παρέμειναν στο βάθος του μυαλού της. Ο γρίφος
προσπαθούσε να λυθεί, αλλά δε γινόταν. Κάτι έλειπε. Κάποιο κομμάτι; Ή μήπως ήταν όλα της φαντασίας της;
«Πάντως μόλις μιλήσουμε στο τηλέφωνο, θα της πω ότι σας συνάντησα».
«Θα το εκτιμούσα», είπε η Ίρμα. «Η μητέρα σας έκανε πολλούς φίλους όσο έμεινε εδώ. Πάντα πίστευα ότι θα μας
ξαναρχόταν».
«Ποιος ξέρει; Ίσως και να ξανάρθει κάποια μέρα».
«Να της μεταφέρετε πως όταν έρθει, η Ίρμα θα της έχει ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι να την περιμένει». Η γυναίκα χαιρέτησε και
βγήκε από το μαγαζί.
«Ωραία», είπε η Φέιθ. «Αλλά μας διέκοψε πάνω που θα μου έλεγες για τον τύπο».
Η Κάρι πήρε βαθιά ανάσα. «Είναι ένας πατέρας που μεγαλώνει μόνος ένα κοριτσάκι, το οποίο είναι το πιο αξιολάτρευτο
πλάσμα του κόσμου». Οι λεπτομέρειες βγήκαν από μέσα της σαν ξέχειλο ποτάμι. Το μυαλό της ήταν ακόμα πλημμυρισμένο
από τις εντυπώσεις του Σαββατοκύριακου. Το πικνίκ, ύστερα οι στιγμές στην κουζίνα της, το ανέμελο δείπνο με τη μητέρα
του. «Και είναι ψηλός, μελαχρινός και...»
«Άσε με να μαντέψω. Κούκλος;»
Η Κάρι έγνεψε καταφατικά κι ένιωσε σαν μαθήτρια όταν τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Ναι, όμορφος. Πολύ».
Η Φέιθ έγειρε μπροστά. «Πού τον γνώρισες;»
«Η αλήθεια είναι πως πέρασε από το μαγαζί την προηγούμενη βδομάδα».
«Και ψώνισε τα υπέροχα κρασιά του Ουτσέλι ή μήπως μόνο την υπέροχη πριγκίπισσα του Ουτσέλι;» ρώτησε η Φέιθ
μορφάζοντας και πήρε ένα κομμάτι κέικ.
«Τίποτα από τα δύο. Ήρθε για... Ήρθε απλά για να με γνωρίσει». Δίσταζε να αναφέρει στη Φέιθ ότι στην αρχή το
ενδιαφέρον του ήταν μόνο επαγγελματικό.
«Τέλεια». Η Φέιθ έπιασε τον καφέ της και άρχισε να ανακατεύει τη σαντιγί με το καλαμάκι της. «Τι δουλειά κάνει; Αν μου
πεις ότι είναι γιατρός, θα σε ρωτήσω αν έχει δίδυμο αδερφό».
«Όχι, δεν είναι γιατρός». Η Κάρι έπαιζε αμήχανα με τα ψίχουλα του κέικ. «Δουλεύει στην Αποκαλυπτική Ενημέρωση».
«Ωχ!» Η Φέιθ ζάρωσε τη μύτη της και μετά προσπάθησε να καλύψει την γκριμάτσα με το χέρι της. «Ε... ενδιαφέρον
ακούγεται».
Η Κάρι ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι. Τις δύο τελευταίες μέρες είχε κάνει τη δική της έρευνα για την Αποκαλυπτική
Ενημέρωση. Όλα όσα βρήκε γι’ αυτή την εκπομπή τη χαρακτήριζαν ευτελή και παρατραβηγμένη. Με άλλα λόγια, ο εφιάλτης
των δια-σημοτήτων... και μιας πριγκίπισσας. Ήξερε βέβαια ότι το υπόβαθρο του Ντάνιελ ήταν τα καλά, αξιόπιστα ρεπορτάζ,
έστω κι αν είχε μια πολύ κακιά στιγμή κάποτε στην καριέρα του, κι έτσι έπεισε τον εαυτό της ότι μια συνέντευξη σ’ αυτόν δε
θα έμοιαζε με κουτσομπολιό χωρίς ουσία. Αλλά η ανησυχία της, που εντάθηκε τώρα από την αντίδραση της φίλης της, άλλα
μαρτυρούσε. «Γιατί είπες ότι ακούγεται ενδιαφέρον με ύφος σαν να είναι κάτι φρικιαστικό;»
Η Φέιθ αναστέναξε βαθιά. «Δε θέλω να σε στενοχωρήσω».
«Μα πες μου, σε παρακαλώ». Καλύτερα να μάθαινε την αλήθεια τώρα, παρά όταν θα είχε πια δαγκώσει για τα καλά τη
λαμαρίνα.
Ωστόσο, μια φωνή μέσα της της έλεγε πως ήταν ήδη πολύ αργά. Πως ήταν ήδη τρελά ερωτευμένη μαζί του, παρ’ όλο που η
λογική φώναζε πως ένας ρεπόρτερ δεν ήταν το είδος του ανθρώπου που μπορούσε να εμπιστευτεί.
Αλλά εκείνη τον εμπιστευόταν, κι ας έδειχναν όλα τα σημάδια πως ήταν λάθος. Υπήρχε κάτι στον Ντάνιελ· ίσως και να ήταν
η αγάπη που διέκρινε στο βλέμμα του για την Άναμπελ, η ζεστασιά που ένιωσε όταν συνάντησε τη μητέρα του ή το γνήσιο
ενδιαφέρον που έδειχνε για την προσωπικότητά της –ίσως όλα αυτά να τη βεβαίωναν πως δεν ήταν σαν τους άλλους
δημοσιογράφους. Πως ήταν κάτι παραπάνω. Πως ήταν ξεχωριστός.
«Το έβλεπα αυτό το πρόγραμμα», είπε η Φέιθ. «Και είναι... πώς να το πω; Εκμεταλλεύονται το καθετί. Ψάχνουν και
βρίσκουν την πιο απίθανη πλευρά των γεγονότων για να δώσουν έμφαση. Δεν είναι αυτό που λέμε σοβαρές ειδήσεις.
Λυπάμαι. Μακάρι να μπορούσα να σου πω το αντίθετο. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Ίσως αυτός ο τύπος να κάνει τη διαφορά. Ίσως
μ’ αυτόν η εκπομπή να ακολουθήσει καινούρια κατεύθυνση».
«Του έχω εμπιστοσύνη», είπε η Κάρι. Είχαν συζητήσει αρκετά για το τεστ της πριγκίπισσας μετά το δείπνο στης μητέρας
του, και απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει, ο Ντάνιελ βρισκόταν στο ίδιο μήκος κύματος μαζί της. «Νιώθω ότι όλα θα πάνε
καλά. Όπως και να ’χει, νομίζω πως είναι ώρα για λίγο γλυκό».
«Μπράβο, φιλενάδα». Η Φέιθ έπιασε το πιρούνι της και έφαγαν και οι δύο μια μπουκιά από το σοκολατένιο γλύκισμα. «Μ’
αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι».

Η Κάρι επέστρεψε στο εξοχικό λίγο μετά τις δέκα εκείνο το βράδυ. Κάθισε ακόμα μια ώρα στην τηλεόραση,
παρακολουθώντας μια ταινία, που την ξέχασε αμέσως μόλις πάτησε το τηλεκοντρόλ για να τη σβήσει. Ο νους της πλανιόταν
στον Ντάνιελ, σε όσα της είχε πει η Φέιθ και στο στόχο που είχε το ταξίδι της στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Της χρειαζόταν μια καλή συμβουλή. Και μόνο κάποιος πολύ οικείος της μπορούσε να της τη δώσει. Υπολόγισε τη διαφορά
της ώρας και σήκωσε το τηλέφωνο.
«Κάρα! Πόσο χαίρομαι που σε ακούω!» έλεγε η Μπιάνκα Σαντάρο λίγα λεπτά αργότερα. Και μόνο που άκουγε τη φωνή της
μητέρας της, τόσο ζεστή και χαρούμενη, η Κάρι ένιωσε νοσταλγία για το σπίτι και την οικογένειά της. «Το κατάλαβα ότι θα
ήσουν εσύ. Μόνο ένας άνθρωπος θα μου τηλεφωνούσε τόσο νωρίς το πρωί».
«Συγνώμη, μαμά».
«Όχι, όχι. Ξέρεις ότι μου αρέσει να ξυπνάω νωρίς για να δω την ανατολή. Είναι μαγική στιγμή».
Η Κάρι μπορούσε να φανταστεί τη μητέρα της, στην άλλη άκρη του κόσμου, καθισμένη σε μια από τις βεράντες του
πύργου, τυλιγμένη σε μια εσάρπα, με ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι και μια ποικιλία από κουλουράκια στο τραπεζάκι δίπλα της.
Όσο τη θυμόταν, έτσι υποδεχόταν την κάθε καινούρια μέρα. Η Μπιάνκα περίμενε τον ήλιο να ανατείλει, τα πουλιά να
πιάσουν το τραγούδι, αδημονούσε να απολαύσει μόνη της αυτές τις μονάκριβες στιγμές, προτού παραδοθεί στην τρέλα μιας
ακόμα πολυάσχολης μέρας. Ήταν μια συνήθεια που διατηρούσε και η Κάρι, η μόνη κόρη που ήταν κι αυτή πρωινός τύπος.
Πολλές φορές έκανε παρέα στη μητέρα της, καθισμένη κι εκείνη σε μια από τις αναπαυτικές πολυθρόνες του μπαλκονιού.
Κάποιες από τις καλύτερες, τις πιο προσωπικές συζητήσεις που είχαν κάνει μητέρα με κόρη είχαν γίνει αυτή την ήσυχη στιγμή
του λυκαυγούς. «Βλέπω κι εγώ την ανατολή του ήλιου κάθε πρωί όσες μέρες είμαι εδώ», είπε η Κάρι. «Χαίρομαι πολύ που
μου μίλησες για το Γουίντερ Χέιβεν, μαμά. Είναι πανέμορφο μέρος».
«Έχει θέα στη λίμνη το σπίτι σου;»
Στην ίδια λίμνη για την οποία μιλούσε τόσο συχνά η μητέρα της, πολλές φορές με μια χροιά μελαγχολίας. Η Μπιάνκα είχε
πάει εκεί λίγο μετά την κηδεία της βασιλομήτορος, σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για όλη την οικογένεια, όπως έμαθε η
Κάρι όταν μεγάλωσε. Είχε αφήσει τις μεγαλύτερες αδερφές της Κάρι στη γιαγιά τους και πήγε για πρώτη φορά μόνη της
διακοπές.
Μολονότι αγαπούσε την πατρίδα της, η Μπιάνκα μιλούσε τόσες φορές για τη γαλήνη και ησυχία του Γουίντερ Χέιβεν, που η
Κάρι νόμιζε πως είχε πάει και η ίδια. Έτσι, όταν έψαχνε για να νοικιάσει σπίτι, είχε επιμείνει να είναι πάνω στη λίμνη, με θέα
την ανατολή. «Εννοείται, μαμά, όπως ακριβώς αυτό που είχες μείνει εσύ πριν τόσα χρόνια. Και βλέπω τον ήλιο να φιλάει τα
νερά κάθε πρωί. Όπως έκανες κι εσύ».
Η μητέρα της αναστέναξε. «Δεν ξέρεις πόσο έχω επιθυμήσει αυτή τη θέα. Ήταν ανεπανάληπτη».
«Πρέπει να ξανάρθεις. Μου μιλούσες τόσο πολύ γι’ αυτό το μέρος όταν ήμουν μικρή, που μπορώ να καταλάβω πόσο σου
λείπει».
«Δε... δε γίνεται. Είμαι ευτυχισμένη τώρα εδώ. Στο Ουτσέλι». Τα λόγια της δε θα έπειθαν κανέναν. Μήπως επειδή, αντί για
εκείνη, ήταν η κόρη της εκεί; «Γι’ αυτό διάλεξες αυτό το μέρος; Επειδή σου μιλούσα τόσο πολύ;»
«Ναι. Το ένιωθα σαν να ήταν κομμάτι δικό σου. Και ήθελα να το δω από κοντά. Απ’ ό,τι κατάλαβα, ήσουν πολύ δημοφιλής
εδώ πέρα», την πείραξε η Κάρι. «Συνάντησα την Ίρμα, που είχε ένα μπακάλικο στην πόλη. Μου είπε να σου δώσω
χαιρετίσματα».
«Την Ίρμα;» Να ήταν πράγματι ένας τόνος ανησυχίας αυτό που διέκρινε η Κάρι στη φωνή της μητέρας της; Αλλά τότε η
Μπιάνκα γέλασε. «Τη θυμάμαι! Πολύ γλυκιά γυναίκα».
«Είπε να περάσεις να τη δεις όποτε ξανάρθεις».
«Να ’ναι καλά». Η Μπιάνκα έκανε μια παύση. «Συνάντησες κανέναν άλλον που να με θυμάται;»
«Ένα ζευγάρι. Φαίνεται πως δεν ξεχνιέσαι», της είπε η Κάρι γελώντας.
«Δεν το έκανα επίτηδες». Η Μπιάνκα αναστέναξε πάλι. «Μακάρι να μην είχες πάει εκεί, παιδί μου. Υπήρχαν τόσα άλλα μέρη
να πας στην Αμερική».
«Γιατί όχι; Είναι πανέμορφο μέρος, μαμά, όπως το έλεγες».
«Μερικές φορές μιλάω πιο πολύ απ’ ό,τι πρέπει». Καινούρια παύση. «Δε νομίζεις ότι έμεινες πολύ, κάρα; Η αδερφή σου
είναι αρραβωνιασμένη και θα έπρεπε να ήσουν εδώ για να τη βοηθάς στην οργάνωση του γάμου. Γύρνα πίσω, μου λείπεις».
«Ποια οργάνωση, μαμά; Αφού η Αλέγκρα δεν έχει ορίσει ακόμα ημερομηνία».
Όταν είχε πει στην Μπιάνκα πως είχε επιλέξει το Γουίντερ Χέιβεν για να ανοίξει την πρώτη κάβα, εκείνη είχε
κατενθουσιαστεί. Είχε νιώσει περήφανη, μάλιστα. Αλλά από την ώρα που η Κάρι αποφάσισε να πάει και να διευθύνει η ίδια
το μαγαζί, η στάση της Μπιάνκα άλλαξε. Ίσως επειδή δεν ήθελε να χωριστεί η οικογένεια. Η Μαριαμπέλα βρισκόταν πιο
πολύ καιρό στην Αμερική παρά στο Ουτσέλι, και η Αλέγκρα αναλωνόταν στα βασιλικά της καθήκοντα. Τώρα που έλειπε και
η Κάρι, μάλλον ο πύργος φάνταζε πολύ άδειος.
Αλλά, διαισθητικά, καταλάβαινε πως κάτι άλλο κρυβόταν πίσω από την αλλαγή της μητέρας της. Τι ήταν αυτό, δεν ήξερε,
όμως σίγουρα κάτι υπήρχε.
«Ξέρεις, γνώρισα κάποιον». Η Κάρι δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά από τη φωνή της. Χρωμάτιζε την κάθε της λέξη και τα
χείλη της είχαν καμπυλώσει σ’ ένα χαμόγελο. «Τον λένε Ντάνιελ».
«Ω, αυτό είναι υπέροχο!» Δίχως άλλο, από χαρά φωτίστηκε και το πρόσωπο της μητέρας της. «Καλός;»
«Τέλειος. Πολύ καλός για να είναι αληθινός».
«Είναι κοινός θνητός, δηλαδή;»
Κατανοητή ερώτηση από μια μητέρα που ήθελε να δει την κόρη της να τακτοποιείται και να αρχίσει να φέρνει στον κόσμο
εγγόνια. «Ναι, αλλά δε σκέφτομαι το γάμο». Ψεύτρα, ψιθύρισε μια φωνούλα μέσα της. «Καλά καλά δε γνωριστήκαμε
ακόμα».
«Εγώ γνώριζα μόλις ένα μήνα τον πατέρα σου πριν παντρευτούμε. Και φέτος κλείνουμε σαράντα χρόνια γάμου. Δεν μπορώ
να το πιστέψω ότι πέρασε τόσος καιρός ή ότι... γέρασα τόσο», πρόσθεσε η Μπιάνκα γελώντας. «Πολλές φορές αυτές οι
σχέσεις είναι οι καλύτερες».
«Κάθε πράγμα στον καιρό του, μαμά. Προς το παρόν έχω το ενδιαφέρον μου στραμμένο στην κάβα». Βούλιαξε στο
καναπεδάκι της. Έξω, ένα φεγγάρι σχεδόν γεμάτο έβαφε χρυσαφένια τη λίμνη.
«Το ξέρω, καρδιά μου. Θέλω και οι τρεις κόρες μου να νιώθουν ευτυχισμένες μ’ αυτό που κάνουν. Αλλά νομίζω ότι λείπεις
πολύ. Μου... μου λείπεις. Αυτό είναι όλο».
Η Κάρι χαμογέλασε. Ήταν αυτό που είχε σκεφτεί. Τίποτα περισσότερο, εκτός από μια μητέρα που είχε επιθυμήσει το παιδί
της. «Το μαγαζί δεν έχει καιρό που δουλεύει. Έχουμε ήδη ξεπεράσει το στόχο μας, αλλά νομίζω ότι πρέπει να μείνω λίγο
ακόμα για να εδραιώσω την παρουσία των κρασιών μας στην Αμερική. Πριν προλάβεις να το καταλάβεις, θα έχω γυρίσει και
θα γιορτάζουμε όλοι μαζί τα Χριστούγεννα».
«Δε βλέπω την ώρα», είπε τρυφερά η Μπιάνκα.
«Κι εγώ το ίδιο». Η Κάρι κράτησε πιο σφιχτά το τηλέφωνο. Η καρδιά της λαχταρούσε μια άλλη χώρα, στην άλλη άκρη του
κόσμου.
«Και όταν γυρίσεις, θα ξαναπάς πάλι να δουλέψεις στον αμπελώνα, έτσι δεν είναι;» ζήτησε να μάθει η μητέρα της.
«Το ελπίζω».
«Πιστεύω ότι θα κάνεις πολύ καλή δουλειά εκεί».
Η Κάρι κάγχασε. «Αυτό να το πεις στον πατέρα μου, που ελπίζει ν’ αλλάξω μυαλά».
«Θα πειστεί, πού θα πάει; Απλώς ανησυχεί, όπως όλοι οι μπαμπάδες. Θέλει να είσαι σίγουρη γι’ αυτό που κάνεις. Το μόνο
που μας νοιάζει είναι να είσαι ευτυχισμένη».
«Κι εμένα αυτό με νοιάζει, μαμά». Ακολούθησε μεγάλη παύση, μια σιγή ξέχειλη από αγάπη κι ενδιαφέρον κι από τις δυο
πλευρές της τηλεφωνικής γραμμής. Όσο κι αν αγαπούσε η Κάρι τη δουλειά της στο Γουίντερ Χέιβεν, της έλειπαν εξίσου η
οικογένεια και η χώρα της.
«Δε θέλω καθόλου να σ’ αφήσω», είπε η Μπιάνκα, «αλλά έχω να μιλήσω στο ετήσιο πρόγευμα του Γυναικείου Συλλόγου».
Η Κάρι γέλασε πνιχτά. «Εξακολουθείς να είσαι το ίδιο πολυάσχολη, κι ας μην είσαι πια εσύ η βασίλισσα».
«Οι υποχρεώσεις των εστεμμένων δε σταματούν ποτέ», δήλωσε λίγο κουρασμένα η Μπιάνκα Σαντάρο. «Όπου κι αν πας,
όπου κι αν βρεθείς».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

«Ναι, αυτό θα κάνουμε!» είπε ο Ντάνιελ μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, που πλάτυνε περισσότερο όταν η Κάρι του το ανταπέδωσε
μ’ ένα δικό της. «Πρέπει να πετύχει, ώστε και το αφεντικό μου να μείνει ευχαριστημένο, αλλά κι εσύ».
Καθόταν δίπλα του, στο αυτοκίνητό του, ενώ κατευθύνονταν προς το μαγαζί μετά από ένα αγχωμένο διάλειμμα για φαγητό,
την Τετάρτη το μεσημέρι. «Σ’ ευχαριστώ. Το εκτιμώ που συνεργάζεσαι μαζί μου. Άλλοι δημοσιογράφοι θα...»
«Θα κοίταζαν να σου πιουν το αίμα;»
Του έγνεψε καταφατικά.
«Εγώ δεν είμαι τέτοιος», είπε ο Ντάνιελ, αλλά μετά αναρωτήθηκε κατά πόσο ήταν αλήθεια αυτό. Δεν υπήρξε κι εκείνος
επίμονος δημοσιογράφος; Και δεν περίμενε την ευκαιρία για να επιστρέψει σ’ αυτό το είδος δουλειάς;
Ο πατέρας και ο παππούς του ήταν από τους δημοσιογράφους που ποτέ δεν το έβαζαν κάτω, που έκαναν το παν για να
φέρουν σε πέρας το ρεπορτάζ τους. Ο Ντάνιελ κουβαλούσε αυτή το κληροδότημα, και μάλιστα με περηφάνια. Αλλά τώρα πια
δεν ήταν τόσο σίγουρος. Ίσως επειδή είχε υποβιβαστεί στις ψυχαγωγικές εκπομπές. Ίσως όμως και να οφειλόταν αλλού.
Όπως στο ότι η Κάρι τον κοιτούσε με τόση εμπιστοσύνη στο βλέμμα της, που ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο να διατηρήσει
αυτή την έκφραση στο πρόσωπό της.
Πάρκαρε το αυτοκίνητό του ένα τετράγωνο μακριά από την κάβα, επειδή όλες οι κοντινές θέσεις παρκαρίσματος ήταν
πιασμένες από πελάτες. Ολοφάνερα, το μικρό μαγαζάκι είχε τρελά ανοδική πορεία. Θαρρείς και όλοι οι τουρίστες του
Γουίντερ Χέιβεν ήταν μέσα εκείνη τη μέρα. Και ίσως κάποιοι να είχαν καταφθάσει από γειτονικές περιοχές, όπως
μαρτυρούσαν οι πινακίδες μερικών αυτοκινήτων.
«Καλύτερα να βιαστώ. Έχουμε προσλάβει δύο προσωρινούς υπαλλήλους, αλλά είμαι σίγουρη ότι η Φέιθ θα κοντεύει να
τρελαθεί».
«Άσε με να σε συνοδεύσω». Βγήκαν από το αυτοκίνητο και περπάτησαν στο πεζοδρόμιο. Ο καιρός ήταν εξαιρετικός, ένα
ελαφρύ αεράκι ταξίδευε το άρωμα της λίμνης στην ατμόσφαιρα, ενώ ο ήλιος διατηρούσε ευχάριστη τη θερμοκρασία στους
τριάντα βαθμούς.
Όταν μπήκαν μέσα, ο Ντάνιελ είδε παραπάνω από δέκα πελάτες, που κατέκλυζαν το μικρό χώρο. Η Φέιθ ήταν στο ταμείο,
όπου χτυπούσε στη μηχανή τα ποσά ή τύλιγε πακέτα. Οι δύο υπάλληλοι εξυπηρετούσαν τους πελάτες.
«Σ’ ευχαριστώ και πάλι», είπε η Κάρι στον Ντάνιελ. Τον φίλησε απαλά στο μάγουλο, έτσι που εκείνος ήξερε ότι θα είχε την
αίσθησή της όλη τη μέρα. «Τώρα πρέπει να πιάσω δουλειά».
«Θα φάμε μαζί το βραδάκι;»
Το χαμόγελο που φάνηκε στο πρόσωπό της ήταν ικανό να φωτίσει ολόκληρη την πλάση.
Ο Ντάνιελ στάθηκε παράμερα και βάλθηκε να παρατηρεί την Κάρι να αλληλεπιδρά με τους πελάτες. Ήταν ευχάριστη, φιλική
και πρόσχαρη. Φορούσε μαύρο κάπρι παντελόνι, χαμηλά τακούνια κι ένα φούξια κοντομάνικο μπλουζάκι που έδινε έμφαση
στα σκουροκάστανα μάτια και μαλλιά της.
Ανάθεμα, ήταν πανέμορφη. Δεν ήθελε τίποτε άλλο παρά μόνο να τη φιλήσει, να τη φιλήσει, να τη φιλήσει, ώσπου έπαψε να
σκέφτεται τη δουλειά, τα χρονικά περιθώρια, τις απαιτήσεις του αφεντικού. Ώσπου ο κόσμος όλος έγινε μονάχα δύο
άνθρωποι. Τον είχε τρελάνει αυτή η πριγκίπισσα, που δεν ήταν τυπική πριγκίπισσα, και την ήθελε απεγνωσμένα.
Αυτό όμως σήμαινε πως θα έπρεπε να ανοίξει την καρδιά του και να δοκιμάσει πάλι την τύχη του στην αγάπη. Είχε να
σκεφτεί την Άναμπελ, τη δουλειά του... Μια σχέση θα ήταν ένα επιπρόσθετο ρίσκο. Ένα ρίσκο που δεν ήταν σίγουρος ότι θα
έπρεπε να πάρει, γιατί την πρώτη φορά δεν τα είχε πάει καθόλου καλά στη σχέση του. Αν κατέληγε στην παλιά του δουλειά,
θα επαναλαμβάνονταν καταστάσεις που προσπαθούσε να αποφύγει. Κι όλα αυτά ήταν ενδεχόμενα που τον άγχωναν.
Ήξερε ότι έπρεπε να γυρίσει στη δουλειά του. Αλλά τα πόδια του έμεναν καθηλωμένα στο ξύλινο πάτωμα του μαγαζιού.
Όταν ήχησε το καμπανάκι της πόρτας, η Κάρι ανασήκωσε το βλέμμα της, που αιχμαλώτισε το δικό του. Μόλις του
χαμογέλασε, μια γλυκιά αίσθηση πλημμύρισε τα σωθικά του, ένα συναίσθημα πρωτόγνωρο για εκείνον, που τον έσπρωξε
αυθόρμητα να διασχίσει το χώρο για να πάει κοντά της, παρασυρμένος από τη φλόγα της φωτεινής προσωπικότητάς της.
«Δεν ξέρω», έλεγε η πελάτισσα της Κάρι, μια ηλικιωμένη γυναίκα που φορούσε ένα εκτυφλωτικό λουλουδάτο πουκάμισο
με ασορτί παντελόνα. Στράφηκε στο σύζυγό της, έναν άντρα εντελώς διαφορετικό από εκείνη στην εμφάνιση. Ήταν ψηλός,
λεπτός, ντυμένος στα μπεζ από την κορφή ως τα νύχια.
Ο Ντάνιελ γέλασε πνιχτά. Ο κύριος και η κυρία Μίλερ, γείτονες της μητέρας του. Ο κύριος Μίλερ, που, δίχως άλλο, δεν είχε
υπάρξει ούτε μια μέρα ευτυχισμένος στη ζωή του, και η κυρία Μίλερ, μια πολύ υπομονετική γυναίκα που είχε υποφέρει
πολλά.
Η κυρία Μίλερ απευθυνόταν στον άντρα της. «Εσύ τι λες, Γουόλτερ;»
Εκείνος κατσούφιασε. «Λέω ότι βαρέθηκα να με τραβολογάς όλη μέρα στα μαγαζιά».
«Εντάξει, αλλά νομίζεις ότι οι καλεσμένοι μας θα εκτιμήσουν αυτό το κρασί;»
«Νομίζω ότι θα πάω να καθίσω στο παγκάκι απ’ έξω. Καλεσμένοι! Σκέτος μπελάς! Να τους προσφέρεις νεράκι, αυτό λέω
εγώ». Ρουθούνισε τσαντισμένος, έκανε στροφή και βγήκε από το μαγαζί.
Ο Ντάνιελ έπνιξε ένα γέλιο. Ο κύριος Μίλερ δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα φιλικός. Ο Ντάνιελ τον θυμόταν πολλές φορές να
στέκεται στο φράχτη που χώριζε το σπίτι της Γκρέτα από το δικό του, και να γκρινιάζει για ανόητα θέματα, όπως για τα
φύλλα που είχαν πέσει στο γκαζόν του, για έναν πλάτανο που έριχνε πολλή σκιά στον κήπο του ή, μια φορά, για ένα
τριαντάφυλλο που είχε ξεπροβάλει μέσα από το φράχτη και είχε τολμήσει να ομορφύνει την αυλή του.
Πλησίασε την Κάρι, η οποία προσπαθούσε ολοφάνερα να κρατήσει την υπομονή της με την κυρία Μίλερ. Η ηλικιωμένη
γυναίκα αμφέβαλλε και αναρωτιόταν ακόμα γι’ αυτό που είχε διαλέξει. «Μπορώ να σας εγγυηθώ προσωπικά γι’ αυτό το
λευκό κρασί του Ουτσέλι, κυρία Μίλερ», της είπε. «Για να είμαι ειλικρινής, απόλαυσα ένα ποτήρι χτες το βράδυ».
«Αλήθεια;» τον ρώτησε η κυρία Μίλερ. «Και ποια είναι η γνώμη σου;»
«Μου αρέσει πάρα πολύ. Είναι πιο ελαφρύ, πιο φρουτώδες, με ποικιλία αρωμάτων. Πιστεύω ότι θα είναι ιδανικό για τους
καλεσμένους σας. Καλή παρέα για την κουβέντα».
Η Κάρι ύψωσε τα φρύδια της ξαφνιασμένη. «Το μπουκάλι που σου άφησα στο πικνίκ; Δεν ήξερα ότι το ήπιες».
«Ήθελα να μάθω όσα περισσότερα γινόταν για σένα και για το Ουτσέλι». Όταν άκουσε τον εαυτό του να προφέρει αυτές τις
λέξεις, συνειδητοποίησε ότι την είχε ερωτευτεί για τα καλά. Πότε του είχε συμβεί; «Τι καλύτερο για αρχή από το κρασί που
αγαπάς τόσο πολύ; Αυτό που δημιουργήθηκε και με τη δική σου βοήθεια;»
Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Χαίρομαι».
«Εργαζόσουν στα κτήματα, παιδί μου;» ρώτησε η κυρία Μίλερ, με μια έκφραση έκπληξης στο πρόσωπό της.
«Μάλιστα. Ξεκίνησα από μικρή και στην πορεία ασχολήθηκα με όλες τις δουλειές του αμπελώνα.
Η γυναίκα κάγχασε. «Ποια πριγκίπισσα το κάνει αυτό;»
«Κάποια που ζητάει περισσότερα στη ζωή της από το να φοράει ένα στέμμα», πήρε το λόγο ο Ντάνιελ. «Επίσης κάποια που
αγαπάει την πατρίδα της και είναι πολύ περήφανη για τα προϊόντα που παράγει».
Η Κάρι του χαμογέλασε, κάνοντας τον κόσμο του φωτεινότερο, καλύτερο. «Σ’ ευχαριστώ», του είπε.
Εκείνος της έγνεψε και μετά απομακρύνθηκε, ενώ η κυρία Μίλερ έπαιρνε κάμποσα μπουκάλια κρασί. Άραγε να ήταν αυτή η
αίσθηση του να τα έχει όλα; Και το κορίτσι και το ρεπορτάζ;
Ήξερε πως έθετε σε κίνδυνο τον εαυτό του. Ήξερε ότι η κρίση του επηρεαζόταν από τη σχέση του με την Κάρι. Αλλά για
πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό δεν τον ένοιαζε καθόλου. Το βάρος της κληρονομιάς των Ρέινολντς τον είχε κουράσει
πια και ήθελε όσο τίποτα να το ξεφορτωθεί.
Μια από τις υπαλλήλους τον πλησίασε τότε. «Εσύ πρέπει να είσαι ο Ντάνιελ. Έχω ακούσει πολλά για σένα», του είπε,
τείνοντας το χέρι της. «Είμαι η Φέιθ».
Ο Ντάνιελ το έσφιξε στο δικό του. «Κάτι μου θυμίζεις. Μήπως πήγαινες στο γυμνάσιο του Γουίντερ Χέιβεν;»
«Ναι. Αποφοίτησα πριν από εφτά χρόνια».
«Α! Λίγα χρόνια μετά από μένα».
Χωρίς καθόλου προκαταρκτικά, η Φέιθ μπήκε κατευθείαν στο ζουμί. «Η Κάρι είναι τρελή για σένα, το ξέρεις, ε;»
Καινούρια αίσθηση ζεστασιάς τον πλημμύρισε. Και ήταν σίγουρος ότι είχε μια έκφραση δεκαπεντάχρονου έφηβου που
ανακαλύπτει πως το κορίτσι που τον ενδιαφέρει τον αγαπάει κι εκείνο κρυφά από καιρό. Ω, ναι, σίγουρα ήταν ερωτευμένος
για τα καλά. «Τα αισθήματα είναι αμοιβαία».
Η Φέιθ του έβαλε τότε στο χέρι μια πρόσκληση γραμμένη σε απλό χαρτί. «Την Παρασκευή το βράδυ κάνω πάρτι. Η Κάρι θα
έρθει, νομίζω πως πρέπει να έρθεις κι εσύ. Είπε πως έχεις και μια κόρη... φέρ’ την κι αυτή... κι όποιον άλλο θέλεις. Θα είναι
μια απλή συγκέντρωση για όλη τη γειτονιά, με ζαχαρωτά και υπαίθρια παιχνίδια για τα μικρά».
«Τέλεια, να με περιμένεις».
Η Φέιθ τον αποχαιρέτησε και πήγε να βοηθήσει την Κάρι να τελειώσει με τη συναλλαγή της κυρίας Μίλερ. Καθώς
καινούριοι πελάτες έμπαιναν στο μαγαζί, ο Ντάνιελ έγνεψε αντίο κι έφυγε για να πάει στη δουλειά του. Ίσως λίγες ώρες στο
γραφείο του να τον βοηθούσαν να συγκεντρωθεί στη δουλειά. Είχε να ολοκληρώσει μερικές λεπτομέρειες που αφορούσαν
την Κάρι και μετά θα έγραφε τις ερωτήσεις για τη συνέντευξη.
Ενώ κατευθυνόταν πάλι προς το αυτοκίνητό του, αισθάνθηκε τη γνώριμη δόνηση του κινητού του. Κοίταξε την οθόνη και
είδε πως τον καλούσε ο πρώην εκδότης της εφημερίδας του Γουίντερ Χέιβεν. Ο Τζο Ρούσο είχε συνταξιοδοτηθεί πριν μερικά
χρόνια και είχε μετακομίσει στο Μίσιγκαν για να περάσει τα υπόλοιπα χρόνια του ψαρεύοντας. Είχε σταθεί υπερβολικά
δύσκολο να τον εντοπίσει. «Κύριε Ρούσο! Ευχαριστώ που απαντήσατε στην κλήση μου».
«Ρίχνει καρεκλοπόδαρα εδώ πέρα. Πρώτη μέρα σ’ όλο το καλοκαίρι που αναγκάστηκα να μείνω μέσα. Βάζω στοίχημα πως
τα ψάρια θα τσιμπάνε σαν τρελά. Καταραμένη βροχή!»
«Δε θα σας απασχολήσω πολύ. Μονάχα δύο ερωτήσεις έχω». Στο μεταξύ ο Ντάνιελ είχε φτάσει στο αυτοκίνητό του. Μπήκε
στα γρήγορα μέσα, έβγαλε το σημειωματάριό του κι ένα στυλό, και στερέωσε το τηλέφωνο με τον ώμο του. «Ήσαστε
εκδότης τότε που επισκέφθηκε την πόλη η Μπιάνκα Σαντάρο;»
«Φυσικά και ήμουν. Τη θυμάμαι. Μια εκθαμβωτική γυναίκα, από αυτές που δεν ξεχνιούνται εύκολα».
«Το πιστεύω. Εξίσου όμορφη είναι και η κόρη της». Μετακίνησε λίγο το τηλέφωνο. «Σκεφτόμουν να συγκρίνω τα ταξίδια
των δύο γυναικών. Η Καρλίτα είναι εδώ γιατί διευθύνει την κάβα, αλλά η Μπιάνκα είχε έρθει για διακοπές. Έχετε να μου
πείτε τίποτα για την επίσκεψή της;»
«Εννοείς αυτά που έγραψα... ή όσα δεν έγραψα;»
Ένα καμπανάκι χτύπησε στο μυαλό του Ντάνιελ. «Όσα δε γράψατε;»
«Πριν από είκοσι χρόνια, οι εφημερίδες ήταν αλλιώς», του εξήγησε ο Τζο Ρούσο. «Ειδικά οι εφημερίδες των μικρών
πόλεων. Δε γυρνούσαμε γύρω γύρω για να δίνουμε στον καθένα τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας. Θέλαμε να γράφουμε
ωραία, χαρούμενα θέματα».
«Εννοείτε πως υπάρχει ένα όχι και τόσο ωραίο θέμα σχετικά με την επίσκεψη της Μπιάνκα Σαντάρο;»
«Δε θα το έλεγα έτσι. Περισσότερο ήταν φήμες... και μια διαίσθηση».
Ο Ντάνιελ τον άκουγε με σηκωμένη την τρίχα κι αισθανόταν να βουίζει μέσα του το μυστικό που μπορούσε να τα αλλάξει
όλα. Ήταν ένα ένστικτο που είχε εξασκήσει όσα χρόνια εργαζόταν ως ρεπόρτερ, και προτού ο Τζο προλάβει να προσθέσει
κάτι ακόμα, εκείνος ήταν σίγουρος για ένα πράγμα.
Πως θα άκουγε το είδος της πληροφορίας που πραγματικά θα τα άλλαζε όλα.

Κατά τις δύο, η Κάρι ήταν παραπάνω από έτοιμη για διάλειμμα. Σωριάστηκε σ’ ένα από τα δύο σκαμπό που υπήρχαν πίσω
από το ταμείο και αναστέναξε βαθιά. «Ήταν η πιο κουραστική μέρα από τότε που ανοίξαμε. Δε θυμάμαι να έχω ξαναζήσει
άλλη φορά τόση τρέλα».
Η Φέιθ βολεύτηκε στο άλλο σκαμπό. «Η φήμη των κρασιών μας εξαπλώνεται στόμα με στόμα. Πολύ καλό αυτό».
Η Κάρι πάτησε ένα πλήκτρο στην ταμειακή μηχανή, αφού ύστερα από τόσες μέρες στο μαγαζί είχε επιτέλους κατακτήσει το
ατίθασο μηχάνημα, και αμέσως τυπώθηκε ένα γρήγορο ταμείο των πωλήσεων της μέρας. Τα ψηφία που είδε ήταν κάτι
παραπάνω από ικανοποιητικά, ήταν απίστευτα! Δεν έβλεπε την ώρα να τηλεφωνήσει στον πατέρα της και στο διευθυντή του
αμπελώνα για να τους ανακοινώσει την τεράστια επιτυχία των κρασιών Ουτσέλι στην αγορά της Αμερικής.
Η διαφημιστική καμπάνια που είχε εξαπολύσει πριν από λίγους μήνες, δηλαδή η παρουσίασή τους στα τοπικά περιοδικά, μια
διαφημιστική πινακίδα στον αυτοκινητόδρομο, στην έξοδο για το Γουίντερ Χέιβεν, καθώς και μερικά σποτάκια στους
ραδιοφωνικούς σταθμούς, είχε αρχίσει να αποδίδει. Έφτιαξε μια νοερή λίστα με τα όσα έπρεπε να κάνει στο εξής ώστε να
επωφεληθεί ακόμα περισσότερο από την απότομη αύξηση των πωλήσεων. Θα παράγγελνε μερικά διαφημιστικά είδη, όπως
μπλουζάκια, σουβέρ και παγοθήκες, και θα οργάνωνε μια γευσιγνωσία κρασιού, σε συνεργασία με κάποιον τοπικό
ραδιοσταθμό, προς το τέλος του μήνα.
Αλλά προτεραιότητα είχε το δείπνο με τον Ντάνιελ. Η Κάρι χαμογέλασε μόνη της, έπειτα έπιασε την τσάντα της, έβγαλε το
καθρεφτάκι για να ανανεώσει το κραγιόν της και μετά έστρωσε λίγο τα μαλλιά της.
«Ωωω! Καυτό ραντεβού μου μυρίζει», την πείραξε η Φέιθ. «Με τον Ντάνιελ;»
«Ναι». Στάθηκε αδύνατον να εμποδίσει ένα χαμόγελο να απλωθεί στα χείλη της.
«Πράγματι, είναι καυτός». Η Φέιθ σφύριξε. «Ακόμα πιο καυτός απ’ ό,τι ήταν στο γυμνάσιο. Και ξέρεις, ξέχνα όσα σου είπα
περί της εκπομπής που δουλεύει. Τον άκουσα πώς μίλησε στην κυρία Μίλερ και ήταν φοβερός».
Το χαμόγελο της Κάρι πλάτυνε. «Δεν είναι;»
Η Φέιθ ακούμπησε το χέρι της πάνω στης φίλης της. «Είμαι πολύ χαρούμενη για σένα».
«Σ’ ευχαριστώ. Ξέρω πως θα σου φανεί περίεργο, όμως είναι πολύ όμορφο να έχεις μια φυσιολογική σχέση... σαν όλους
τους ανθρώπους».
«Δε μου φαίνεται καθόλου περίεργο. Κι αν με ρωτάς, νομίζω ότι σου αξίζει. Είσαι σπουδαίο άτομο, Κάρι, και... αυτό που
λέμε καλή περίπτωση».
«Να ’σαι καλά». Ένιωθε ευγνώμων που είχε μια φίλη σαν τη Φέιθ στη διάρκεια της παραμονής της στην Αμερική. Γιατί
αυτή η κοπέλα δεν την έβλεπε σαν πριγκίπισσα, σαν μια ξένη, σαν οτιδήποτε άλλο εκτός από μια απλή γυναίκα. Κι αυτό την
αναζωογονούσε, την απελευθέρωνε και της έδινε την αυτοπεποίθηση ότι μπορούσε κάποια μέρα να ζήσει μια φυσιολογική
ζωή, όπως πάλευε από μικρό παιδί.
Μια φυσιολογική ζωή με τον Ντάνιελ και την Άναμπελ;
Βάλθηκε να συλλογίζεται αυτή την προοπτική, να φλερτάρει με εικόνες μιας κοινής ζωής μαζί του στο μέλλον. Θα γελούσαν
άραγε κάθε μέρα; Θα αντάλλασσαν φιλάκια κάθε πρωί με τον καφέ τους; Θα ατένιζαν την ανατολή του ήλιου πάνω από τη
λίμνη;
Ίσως.
Το καμπανάκι της πόρτας χτύπησε. Ένας άντρας μπήκε μέσα. Ήταν ψηλός, με αριστοκρατική εμφάνιση. Είχε κοντά γκρίζα
μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω, και πολύ σκούρα σοκολατί μάτια. Φορούσε κοντομάνικο μπλουζάκι και μπλουτζίν που
έπεφτε όμορφα στο καλοδιατηρημένο σώμα του. Είχε τον αέρα ανθρώπου που θα ένιωθε το ίδιο άνετα σε μια αίθουσα
συμβουλίων ή μέσα σε μια ψαρόβαρκα. Κοντοστάθηκε για λίγο στο κατώφλι, ενώ τα μάτια του προσπαθούσαν να
προσαρμοστούν στο πιο σκοτεινό εσωτερικό περιβάλλον.
Η Φέιθ μετακινήθηκε στο σκαμνί της για να σηκωθεί, αλλά η Κάρι την εμπόδισε, κρατώντας την από το μπράτσο. «Στάσου,
κάνε ένα διάλειμμα. Έχεις κουραστεί πολύ σήμερα. Θα εξυπηρετήσω εγώ».
Η Φέιθ αναστέναξε ανακουφισμένη και ξανακάθισε. «Δε θα επιμείνω».
Η Κάρι διέσχισε το χώρο. Σκεφτόταν τον Ντάνιελ και το αποψινό τους ραντεβού και ήλπιζε να τελείωνε γρήγορα ο πελάτης.
«Καλησπέρα σας, καλώς ήρθατε στο Ποτήρι. Ονομάζομαι Κάρι και είμαι εδώ για να σας βοηθήσω να επιλέξετε το κατάλληλο
κρασί».
Αλλά το βλέμμα του άντρα δεν έψαχνε καθόλου τα μπουκάλια στα ράφια του μαγαζιού. Ούτε τη μεγάλη ποικιλία από
ποτήρια του κρασιού και καράφες. Η ματιά του είχε εστιαστεί στην Κάρι. «Εσύ είσαι;»
«Ω, αυτό εννοείτε; Ναι, εγώ είμαι», απάντησε η Κάρι, δείχνοντας προς τον πίνακα της βιτρίνας. «Είμαι η πριγκίπισσα
Καρλίτα Σαντάρο. Της βασιλικής οικογένειας του Ουτσέλι, απ’ όπου προέρχονται τα περισσότερα από τα κρασιά μας».
«Έχω ακούσει ότι είναι όμορφη χώρα».
«Πράγματι. Γεμάτη βραχώδεις ακτές και παμπάλαια γραφικά σπίτια».
Ο άντρας γέλασε και τα χαρακτηριστικά του γλύκαναν. «Είσαι πράγματι αυτή».
«Είμαι». Ακόμα ένας τουρίστας για να δει το τοπικό αξιοθέατο, την πριγκίπισσα. Θα προσπαθούσε τουλάχιστον να του
πουλήσει κάποιο κρασί Ουτσέλι για να το έχει ενθύμιο. «Να σας βοηθήσω να επιλέξετε κρασί;»
Η πόρτα άνοιξε πάλι εκείνη τη στιγμή και όρμησε μέσα μια γυναίκα που είχε έρθει και την προηγούμενη μέρα, και
κατευθύνθηκε αμέσως προς το μέρος της Κάρι. «Επείγον περιστατικό! Ο άντρας μου προσκάλεσε το αφεντικό του απόψε για
φαγητό. Ποιο κρασί εγγυάται προαγωγή;»
Η Κάρι έβαλε τα γέλια. «Είμαι σίγουρη ότι θα βρούμε κάτι, κυρία Ντελ», της είπε, και στράφηκε προς τον προηγούμενο
πελάτη. «Ρίξτε μια ματιά μόνος σας, κύριε, και αν χρειαστείτε τη βοήθειά μου, μη διστάσετε να με φωνάξετε».
Ο άντρας έμοιαζε σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά μετά κοίταξε την κυρία Ντελ και φάνηκε να αλλάζει γνώμη. «Ναι, αυτό θα
κάνω», είπε τελικά, και στράφηκε στα ράφια με τα κρασιά. Η Κάρι ασχολήθηκε με την πελάτισσα και δεν έδωσε περισσότερη
σημασία.
Αργότερα, ευχήθηκε να το είχε κάνει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Ο Ντάνιελ βλαστήμησε πάλι. Δεν είχε πάψει να βλαστημάει. Έκανε μια μεγάλη βόλτα γύρω από το τετράγωνο της μητέρας
του, βρίζοντας όλη την ώρα μέσα από τα δόντια. Οι γείτονες θα νόμιζαν σίγουρα ότι του είχε στρίψει, αλλά λίγο τον ένοιαζε.
Σκεφτόταν τις τόσο απρόσμενες πληροφορίες. Και για πρώτη φορά στην καριέρα του, ευχόταν να μην είχε κάνει τόσο
διεξοδική έρευνα για το ρεπορτάζ του.
Όσο κι αν έψαχνε με το νου του, δεν μπορούσε να βρει έναν τρόπο που και το αφεντικό του θα ευχαριστούσε, αλλά και θα
εμπόδιζε την Κάρι να βιώσει μια ταπεινωτική εμπειρία. Κάτι που θα εξασφάλιζε ένα καλό τέλος για όλους.
Ας μην ήταν και τέλειο.
Για τα θέματα που αφορούσαν τον ίδιο, είχε ξεγράψει προ πολλού κάθε ευτυχή κατάληξη. Έβλεπε πού τον είχε οδηγήσει η
πίστη του στην ευτυχία. Είχε δει το γάμο του να διαλύεται, έπειτα ήρθε το διαζύγιο και μετά βρέθηκε μπροστά σ’ ένα μνήμα
και προσπαθούσε να παρηγορήσει ένα κοριτσάκι που δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δε θα το ξανάβαζε ποτέ για ύπνο η
μαμά του.
«Ντάνιελ Ρέινολντς, εσύ είσαι;»
Ακούγοντας το όνομά του, έκανε μεταβολή. «Γεια σας, κύριε Μίλερ. Πώς είστε;»
«Χάλια», αποκρίθηκε ο Γουόλτερ Μίλερ, συνοφρυωμένος όπως πάντα. «Δεν μπορώ να περπατήσω, γιατί με πονάει το πόδι
μου, τα αρθριτικά μου δε μ’ αφήνουν να ασχοληθώ λίγο με τα εργαλεία μου στο γκαράζ, επιπλέον μου έσπασε και μια
κορόνα». Πίεσε το μάγουλό του και μόρφασε από τον πονόδοντο.
Ο Ντάνιελ κρατήθηκε για να μη γελάσει. «Τουλάχιστον έχετε καλή διάθεση, κύριε Μίλερ».
«Καλή διάθεση και κουραφέξαλα», γρύλισε ο ηλικιωμένος άντρας, απορρίπτοντας μ’ ένα νεύμα του χεριού τα λόγια του
Ντάνιελ.
«Καλή σας νύχτα, κύριε Μίλερ», του ευχήθηκε εκείνος και προχώρησε για να φύγει.
«Στάσου».
Ο Ντάνιελ σταμάτησε και γύρισε το κεφάλι. «Χρειάζεστε κάτι;»
Ο κύριος Μίλερ κατσούφιασε πάλι και μετά σούφρωσε τα χείλη, λες και του κόστιζε πολύ αυτό που θα έλεγε. «Ήθελα να σ’
ευχαριστήσω. Επειδή βοήθησες την κυρά να αποφασίσει για το κρασί. Αυτή η γυναίκα θα με τρελάνει με την
αναποφασιστικότητά της».
Ο Ντάνιελ χαμογέλασε. «Αλίμονο, δική μου η ευχαρίστηση».
«Και πες σ’ αυτή την πριγκίπισσα ότι το απολαύσαμε το κρασί της. Δε με ζάλισε καθόλου».
Ναι, αυτό θα μπορούσε να το πει στην Κάρι. Όσο για τα υπόλοιπα, δεν ήταν σίγουρος. «Είμαι βέβαιος ότι θα εκτιμήσει τη
στήριξή σας».
«Τι δουλειά έχουν να βγάζουν την πριγκίπισσα σ’ αυτό το σκουπίδι, την Αποκαλυπτική Ενημέρωση; Είδα να το διαφημίζουν
απόψε, όταν έτρωγα συκώτι με κρεμμύδια».
Ο Ντάνιελ συγκράτησε ένα βογκητό. Προφανώς ο Ματ δεν είχε χάσει χρόνο και είχε βγάλει στον αέρα μια πρόγευση.
«Γιατί δουλεύεις για έναν τόσο γελοίο τύπο;» τον ρώτησε ο κύριος Μίλερ. «Τον ξέρω τον άτιμο».
«Είναι μεγάλη ιστορία».
Ο ηλικιωμένος άντρας κοίταξε πάνω από τον ώμο του, το σπίτι πίσω του. «Η Μερτλ θα μου έπαιρνε το κεφάλι αν με άκουγε
να μιλάω έτσι για τον ανιψιό μου».
«Ο Ματ είναι ανιψιός σας;»
«Γιος του γαμπρού μου, του Τσαρλς. Σαν τον πατέρα του κατάντησε. Αυτοί οι δυο χαλάσανε το όνομα της οικογένειας».
Καθάρισε το λαιμό του. «Λοιπόν, θα την παντρευτείς;»
Η ερώτηση ήρθε από το πουθενά και αιφνιδίασε τον Ντάνιελ. «Να την παντρευτώ;»
«Σ’ έχω δει πώς κοιτάζεις αυτή την πριγκίπισσα. Έλα, γιε μου, φως φανάρι πως είσαι ερωτευμένος».
«Εεε... κύριε Μίλερ, δε νομίζω ότι...»
«Άκου να σου δώσω μια συμβουλή». Τον πλησίασε περισσότερο. «Ο γάμος δεν είναι εύκολη υπόθεση. Μάρτυς μου ο Θεός,
είναι το δυσκολότερο πράγμα που έκανα ποτέ. Αλλά αν το κάνεις σωστά, θα γίνεις τόσο ευτυχισμένος, όσο δεν μπορείς να
φανταστείς».
«Ξέρετε... μόλις τώρα τη γνώρισα και...»
«Μα τι έχεις πάθει;» Ο Γουόλτερ σήκωσε ψηλά τα χέρια του, νευριασμένος μπροστά στην ολοφάνερη ανικανότητα του
Ντάνιελ να τον καταλάβει. «Είδες την ευτυχία, άρπαξέ τη. Δεν υπάρχει δα και άφθονη στον κόσμο. Είναι σαν εκείνο το
κρασί».
Ο Ντάνιελ κούνησε το κεφάλι, προσπαθώντας να ακολουθήσει το μπερδεμένο μονοπάτι που είχε πάρει η κουβέντα με τον
κύριο Μίλερ. «Τι είναι σαν το κρασί;»
«Η αγάπη, καημένε! Στην αρχή νομίζεις πως δεν την έχεις ανάγκη. Σαν να είναι ένα ακόμα περιττό μπουκάλι που θα σου
πιάσει χώρο στην κουζίνα. Αλλά μετά το αγοράζεις, και ξέρεις τι γίνεται;»
«Ε... όχι».
«Η γυναίκα που αγαπάς χαμογελάει και σιγοτραγουδάει καθώς μαγειρεύει φαγητό επειδή έκανες κάτι καλό. Εγώ μέχρι που
άνοιξα το μπουκάλι και γέμισα ένα ποτηράκι για την κυρά μου. Αυτός είναι ο ευτυχισμένος γάμος, γιε μου. Αυτός που δε σε
φτάνει σε σημείο να τραβάς τα μαλλιά σου».
Ο Ντάνιελ γέλασε. «Ω! Φοβερή συμβουλή, κύριε Μίλερ. Σας ευχαριστώ».
«Ναι, ναι, δεν κάνει τίποτα». Έσκυψε πάλι μπροστά. «Και το εννοώ. Μην πεις τίποτα στη Μερτλ. Θα είναι όλο φιλιά και
αγκαλιές αν μάθει ότι μου ξέφυγαν καλά λόγια».
«Μην ανησυχείτε, είμαι τάφος. Καλό σας απόγευμα». Ο Ντάνιελ απομακρύνθηκε, ενώ μέσα στη σιγαλιά του σούρουπου
στα αυτιά του ηχούσαν οι μουρμούρες του κυρίου Μίλερ για το μήκος του γκαζόν του.
Όταν πια έφτασε στο σπίτι της μητέρας του, είχε βραδιάσει, κι εκείνος δεν είχε βρει ακόμα λύση. Έβγαλε μια μπίρα από το
ψυγείο και σωριάστηκε σε μια καρέκλα της κουζίνας.
«Νόμιζα πως θα έβγαινες για φαγητό με την Κάρι», του είπε η Γκρέτα.
«Το ακύρωσα». Το βλέμμα του έπεσε έξω από το παράθυρο. Οι αποφάσεις που είχε πάρει τον είχαν κάνει κομμάτια. «Έχω
πολλή δουλειά γι’ απόψε».
«Καλά. Έχει μείνει λίγο φαγητό από το μεσημέρι. Θέλεις;» Βλέποντάς τον να γνέφει καταφατικά, η μητέρα του ετοίμασε ένα
πιάτο, το ακούμπησε μπροστά του και κάθισε στην απέναντι καρέκλα. «Την ξέρω αυτή την έκφραση. Κάτι σε απασχολεί.
Θέλεις να το συζητήσεις;»
«Όχι», αρνήθηκε εκείνος αμέσως. Όμως, σε τι τον είχε ωφελήσει που κρατούσε τα προβλήματα μέσα του; Που κατέστρεφε
μόνος του τη ζωή του; Η προηγούμενη χρονιά τον είχε διδάξει πως το να ζητάει κανείς βοήθεια ήταν ένδειξη δύναμης και όχι
αδυναμίας. «Ναι, θέλω».
Η Γκρέτα στήριξε τους αγκώνες στο τραπέζι, ένωσε τα ακροδάχτυλα των δυο χεριών της και του χάρισε ένα ζεστό
χαμόγελο. «Σ’ ακούω».
Ο Ντάνιελ άφησε κάτω το πιρούνι του. Του είχε κοπεί η όρεξη. «Σήμερα έμαθα κάποιες πληροφορίες. Του είδους που κάθε
δημοσιογράφος θα έδινε και τη ζωή του για να πάρει. Θα μπορούσαν να αλλάξουν τα πάντα στην καριέρα μου».
«Αλλά;»
«Δεν τις έχω χρησιμοποιήσει ακόμα». Το χαρτί που είχε στην τσέπη του τον βάραινε σαν να ήταν μολύβι, ένα βάρος
φορτωμένο με τα αποτελέσματα μιας συνέντευξης και κάμποσες λεπτομέρειες που αποδείκνυαν την ιστορία που του είχε πει
ο προηγούμενος εκδότης της εφημερίδας. «Ο μπαμπάς θα έλεγε πως είμαι τρελός. Εκείνος θα τα έβαζε όλα στην πρώτη
σελίδα».
«Ο πατέρας σου ήταν καλός άνθρωπος», είπε η Γκρέτα. «Αλλά μερικές φορές έπαιρνε λάθος αποφάσεις».
«Τα λάθη είναι ανθρώπινα, μαμά».
«Εκείνα ήταν διαφορετικά. Ήταν αποφάσεις που τον στοίχειωναν». Βάλθηκε να παίζει με την αλατιέρα. Ο Ντάνιελ περίμενε,
καθώς διαισθανόταν πως ήταν κάτι που η μητέρα του είχε ανάγκη να πει, όσο δύσκολο κι αν ήταν. «Πολλές φορές μου έχει
περάσει από το μυαλό ότι στην πραγματικότητα η καρδιακή προσβολή προκλήθηκε από τις τύψεις».
«Τύψεις για ποιο πράγμα;»
«Πάντοτε σου μιλούσε για τις καλές του δουλειές. Εκείνες για τις οποίες είχε βραβευτεί. Αλλά εκείνες που τον ενοχλούσαν,
που τον στοίχειωναν, τις κρατούσε για τον εαυτό του. Τον έβλεπα να μελαγχολεί και προσπαθούσα να συζητήσω μαζί του,
αλλά δεν ήθελε να μιλήσει».
«Ούτε και σ’ εμένα είπε ποτέ τίποτα». Ο Ντάνιελ πάντα πίστευε πως η απόσταση που κρατούσε ο πατέρας του οφειλόταν σε
μια ιδιοτροπία της ανικανοποίητης δημοσιογραφικής του φύσης. Αλλά προφανώς ήταν κάτι παραπάνω απ’ όσα έλεγε στο γιο
του.
«Είχε ένα θέμα, ένα θέμα που αφορούσε την ταμία μιας τράπεζας η οποία είχε απαχθεί και μαζί της είχε εξαφανιστεί ένα
μεγάλο χρηματικό ποσό. Το θυμάσαι; Ήσουν περίπου εφτά χρονών τότε».
«Αμυδρά».
«Ο πατέρας σου ήταν αποφασισμένος να τη βρει αυτή τη γυναίκα. Ήταν μια νέα κοπέλα, που η περίπτωσή της είχε
θορυβήσει όλη την κοινότητα. Έτσι ο πατέρας σου σήκωσε κάθε πέτρα για να αποκαλύψει την αλήθεια. Δούλευε με τρελούς
ρυθμούς, δημοσιεύοντας τα νέα αμέσως μόλις τα έγραφε. Και μετά...» Η Γκρέτα στέναξε. «Μετά συνειδητοποίησε ότι είχε
πέσει έξω σχεδόν σε όλα. Η ταμίας δεν ήταν κάποια αθώα γυναίκα που υπέφερε στα χέρια ενός απαγωγέα. Ήταν μια
ραδιούργα που είχε οργανώσει την απαγωγή της και στην πορεία διέρρεε πληροφορίες που έκαναν το αφεντικό της να
φαίνεται ο ένοχος της υπόθεσης. Προφανώς ήλπιζε πως έτσι όλη η προσοχή θα στρεφόταν σ’ αυτόν αντί σ’ εκείνη».
«Ναι, το θυμάμαι, δεν υπήρχε θέμα απαγωγής. Είχε καταχραστεί η ίδια τα χρήματα του ταμείου». Στο τέλος είχαν συλλάβει
τη γυναίκα μαζί με το φίλο της και το παιδί της στο Μεξικό.
Η μητέρα του έγνεψε καταφατικά. «Και στο μεταξύ η ζωή του αφεντικού της είχε καταστραφεί. Ο άνθρωπος ήταν εντελώς
αθώος. Και παρ’ όλο που όλα τα στοιχεία ήταν κατασκευασμένα, δε συνήλθε ποτέ. Τότε πια την εφημερίδα την
απασχολούσαν άλλα θέματα, και η αλήθεια γράφτηκε σε μια μικρή παράγραφο στις τελευταίες σελίδες. Ο διευθυντής της
τράπεζας αυτοκτόνησε λίγες βδομάδες αργότερα, και ο πατέρας σου...» Η Γκρέτα αναστέναξε πάλι. «Το πήρε κατάκαρδα.
Μου έλεγε πως αν δεν είχε επιδοθεί με τόση εμμονή να αποκαλύψει την ιστορία, θα είχε βρει το χρόνο να δει την αλήθεια.
Ύστερα από αυτό, δεν ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος άνθρωπος».
«Και δεν υπήρχε ποτέ στο σπίτι». Τα λόγια του Ντάνιελ έκρυβαν τόση πίκρα, όση τα χρωμάτισε. Θυμήθηκε τον πατέρα του
να ρίχνεται με τα μούτρα στο καθήκον, να τρέχει από δω κι από κει στην αναζήτηση του επόμενου πρωτοσέλιδου. Έλεγχε και
διασταύρωνε τα πάντα δέκα φορές, αφού η δουλειά τού είχε γίνει πλέον ψύχωση.
«Πράγματι. Και το γεγονός ότι απουσίαζε τόσο πολύ του προκαλούσε τις μεγαλύτερες ενοχές. Πιστεύω ότι έλειπε συνεχώς
επειδή προσπαθούσε να επανορθώσει για εκείνη την κακή στιγμή του. Κι επειδή εσύ τον είχες σαν είδωλό σου, αλλά δεν είχε
το σθένος να σου ομολογήσει ότι είχε πέσει σε τόσο μεγάλο σφάλμα».
«Μακάρι να το είχε κάνει». Θα είχε εξανθρωπίσει τους πρεσβύτερους Ρέινολντς και θα είχε δώσει στις δυο γενιές έναν
τρόπο σύνδεσης. «Για μένα, ο μπαμπάς ήταν το απόμακρο, μυθικό άτομο. Ο τέλειος ρεπόρτερ. Αυτός του οποίου τα βήματα
όφειλα να ακολουθήσω».
Η Γκρέτα κάλυψε το χέρι του με το δικό της. «Και το κατάφερες».
«Αυτό δεν το ξέρω».
«Παράλληλα, όμως, έχω δει πόσο σου έχει κοστίσει. Για ένα διάστημα ήσουν πιο πολύ ο πατέρας σου απ’ όσο νόμιζες». Τα
χαρακτηριστικά της σφίχτηκαν από την ανησυχία καθώς του χάιδευε ενθαρρυντικά τα δάχτυλα. «Δεν είσαι υποχρεωμένος θα
κάνεις το ρεπορτάζ με κάθε κόστος, Ντάνιελ. Δε χρειάζεται να είσαι ο νούμερο ένα ρεπόρτερ της εκπομπής. Δεν είναι ανάγκη
να ξεσκεπάζεις εσύ το κάθε μεγάλο σκάνδαλο. Υπάρχουν σπουδαιότερα πράγματα στη ζωή από αυτό».
«Όπως;»
«Όπως το να είσαι καλός πατέρας. Ο πατέρας που η Άναμπελ θα μπορεί να σέβεται και να θαυμάζει. Ζωή είναι οι δεσμοί που
κάνουμε με τους ανθρώπους, Ντάνιελ. Όχι η επαγγελματική επιτυχία».
«Το κάνω αυτό. Κάνω δεσμούς».
Η Γκρέτα ύψωσε το ένα φρύδι σε ένδειξη αμφισβήτησης.
«Εντάξει. Μπορώ να βελτιωθώ στις σχέσεις μου. Αλλά... μάλλον δεν ξέρω τον τρόπο». Έσπρωξε μακριά την μπίρα του. Δεν
ήθελε αλκοόλ, δεν το είχε ανάγκη.
«Να αρχίσεις με το να ακούς. Τα υπόλοιπα έρχονται», είπε η Γκρέτα χαμογελώντας.
«Δεν ξέρω». Πίστευε πως ένα χρόνο τώρα άκουγε την κόρη του, όμως η σχέση τους εξακολουθούσε να μένει στάσιμη.
Νόμιζε πως άκουγε την Κάρι, όμως όταν η αποκαλυπτική είδηση έπεσε στα χέρια του, η παλιά του ανάγκη να
ξαναδιεκδικήσει τις δημοσιογραφικές του διακρίσεις αναδύθηκε πάλι. Είχε άραγε παραμερίσει τους δεσμούς του και αντί γι’
αυτούς είχε επιλέξει την επαγγελματική επιτυχία;
«Θυμάσαι πώς νιώθαμε όταν χάσαμε τον πατέρα σου;» πήρε πάλι το λόγο η Γκρέτα. «Εσύ ήσουν δεκαεννιά χρονών και
παρ’ όλο που δεν έφταιγα εγώ για την καρδιακή προσβολή του πατέρα σου, εσύ έριξες σ’ εμένα την ευθύνη. Υπήρχε μεγάλη
ένταση στη σχέση μας για μεγάλο χρονικό διάστημα».
Ο Ντάνιελ χαμήλωσε τα μάτια. «Το ξέρω και σου ζητάω συγνώμη. Μόνο τώρα καταλαβαίνω τι περνούσες».
Εκείνη έπιασε πάλι το χέρι του. «Δεν πειράζει. Δε σε παρεξηγούσα. Το θέμα είναι να κάνεις ό,τι μπορείς για τα παιδιά σου
και παράλληλα να προσπαθείς να ζεις τη ζωή σου. Η οικογένεια και οι άνθρωποι που αγαπάς πρέπει να έχουν προτεραιότητα.
Τα υπόλοιπα θα πάρουν το δρόμο τους. Αυτό μην το φοβάσαι, Ντάνιελ».
«Δεν μπορώ, μαμά». Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και προσπάθησε να συγκρατήσει τα δάκρυα που θόλωναν τα μάτια
του. «Φοβάμαι ότι θα τα κάνω πάλι θάλασσα. Ο γάμος μου ήταν ρημαδιό, η κόρη μου με γνωρίζει ελάχιστα... Πώς να
προσπαθήσω να κάνω μια καινούρια αρχή με μια άλλη σύντροφο; Κι αν τα καταστρέψω πάλι όλα;» Η φωνή του έσπασε σ’
αυτές τις τελευταίες λέξεις και τελικά ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. «Δε... δεν μπορώ».
«Αν φοβάσαι συνεχώς για το τι σε περιμένει πίσω από τη γωνία, θα χάσεις τα σπουδαία πράγματα που είναι ήδη εδώ, γλυκέ
μου». Τον χτύπησε ανάλαφρα στον ώμο και σηκώθηκε όρθια.
Η μητέρα του έφυγε από την κουζίνα, αλλά ο Ντάνιελ εξακολουθούσε να μένει στο σκοτεινό δωμάτιο παρέα με τις σκέψεις
του. Δυο άνθρωποι στη σειρά τού είχαν δώσει την ίδια συμβουλή... να αφήσει τους άλλους να μπουν στην καρδιά του.
Αν ξεκινούσε μ’ αυτό, ίσως τα άλλα να έρχονταν από μόνα τους, όπως υποστήριζε η μητέρα του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Η Τετάρτη κόντευε να περάσει. Ύστερα από μια κουραστική μέρα, η Κάρι ένιωθε κατά βάθος ευγνωμοσύνη που ο Ντάνιελ
είχε ακυρώσει την έξοδό τους για δείπνο. Ωστόσο, τα σημεία του κορμιού της που δεν είχαν κουραστεί τον αποζητούσαν.
Έχοντας στο αυριανό πρόγραμμα το τεστ, θα ένιωθε πολύ καλύτερα αν τον έβλεπε αυτό το βράδυ, κι επιπλέον θα μπορούσαν
να προβάρουν ξανά το σχέδιό τους.
Δεν ήταν ειρωνικό που προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί ένα γεγονός που σκοπό είχε να αποδείξει την καταγωγή της, έχοντας
συγχρόνως την πρόθεση να αποφύγει στο τέλος αυτό τον προσδιορισμό; Σ’ όλη της τη ζωή εναντιωνόταν στη βασιλική
καταγωγή της, δεν ήθελε να έχει καμιά σχέση μ’ όλα αυτά. Με την πρώτη ευκαιρία το έσκαγε από τον πύργο για να πάει να
δουλέψει στον αμπελώνα, για να βγει με τους φίλους της, για να ζήσει σαν φυσιολογικός άνθρωπος.
«Έχεις αγωνία γι’ αύριο;» τη ρώτησε η Φέιθ.
«Λιγάκι. Αλλά έχω εμπιστοσύνη στον Ντάνιελ. Έχουμε καταστρώσει ένα σχέδιο για το τεστ και ξέρω ότι δε θα κάνει τίποτα
που να με φέρει σε δύσκολη θέση».
«Δύσκολο να βρεις τόσο σωστό άντρα». Η Φέιθ έβγαλε ένα καθρεφτάκι από την τσάντα της και διόρθωσε το μακιγιάζ της.
«Μια που λέμε για σωστούς άντρες, είσαι σίγουρη ότι δε σε πειράζει να κλείσεις εσύ;»
«Καθόλου. Καλά να περάσεις στο ραντεβού σου». Νωρίτερα, η Φέιθ είχε αναφέρει ότι θα έβγαινε για πρώτη φορά με μια
καινούρια γνωριμία, και η Κάρι της είχε πει να φύγει νωρίτερα για να προλάβει να ετοιμαστεί. Έτσι κι εκείνη θα είχε λίγο
χρόνο μόνη της για να προετοιμάσει τη στρατηγική της επόμενης μέρας.
«Ευχαριστώ, είναι βέβαιο ότι θα περάσω καλά». Η Φέιθ χαμογέλασε με νόημα και μετά πήρε την τσάντα της κι έφυγε. Στο
μεταξύ η Κάρι παρέμεινε για να τελειώσει κάποιες δουλειές στο μαγαζί.
Γύρισε το ταμπελάκι της πόρτας ώστε να δείχνει ότι είχαν κλείσει και πήγε να κάνει ταμείο και να τσεκάρει τις εισπράξεις
της μέρας. Η ταμειακή μηχανή μόλις είχε αρχίσει να τυπώνει το λογαριασμό, όταν χτύπησε το καμπανάκι πάνω από την
πόρτα. «Έχουμε κλείσει», είπε, χωρίς να κοιτάξει.
«Ήθελα να σου μιλήσω».
Ο Ντάνιελ. «Γεια». Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της, αλλά έσβησε αμέσως. «Τι συμβαίνει;»
Εκείνος πέρασε νευρικά τα δάχτυλα ανάμεσα από τα μαλλιά του. «Το σκέφτηκα πολύ. Ίσως να μην πρέπει να δώσεις αυτή
τη συνέντευξη».
«Γιατί;»
«Επειδή πιστεύω ότι θα είναι καλύτερα αν δεν το κάνεις. Αν στραφεί η προσοχή των Μέσων επάνω σου, θα σε φέρει
αντιμέτωπη με όλο και περισσότερη...»
Η Κάρι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Ένα κύμα ανησυχίας την κατέκλυσε. «Τι λες; Ή, μάλλον, τι δε μου λες;»
«Τίποτα. Απλώς...» Άφησε την ανάσα του να βγει. «Νομίζω ότι πρέπει να το ξανασκεφτούμε. Δε θέλω για τίποτα στον
κόσμο να βρεθείς σε δύσκολη θέση».
Λίγα βήματα ακόμα, και η Κάρι είχε καλύψει την απόσταση που τους χώριζε. Έπεσε στην αγκαλιά του, και όταν εκείνος
τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της, κάθε ανησυχία της διαλύθηκε. Είχε πάει να τη βρει από ενδιαφέρον. Επειδή νοιαζόταν.
«Πώς θα συμβεί αυτό, αφού τη συνέντευξη θα μου την πάρει ένας τόσο ικανός δημοσιογράφος;»
Ο Ντάνιελ μούδιασε στα λόγια της, αλλά μετά αποτραβήχτηκε από την αγκαλιά της. «Δεν ξέρω αν αυτή η λέξη με
περιγράφει σωστά. Δεν έχω και μεγάλη ζήτηση αυτό τον καιρό». Λόγια ανθρώπου ευάλωτου, ειπωμένα με θλίψη.
«Μα, Ντάνιελ, είσαι καταπληκτικός δημοσιογράφος. Έχω δει άρθρα σου. Και πιστεύω ότι το σχέδιο που έχεις για το τεστ
είναι εξαιρετικό. Γιατί, λοιπόν, το λες αυτό;»
Το ρολόι του τοίχου μετρούσε τα δευτερόλεπτα. Ένα διερχόμενο αυτοκίνητο έριξε ακτίνες φωτός πάνω στα μπουκάλια του
κρασιού, που με τη σειρά τους έστειλαν λαμπερές σπίθες στο ξύλινο πάτωμα. Παρατεταμένη σιγή γέμισε το χώρο ανάμεσά
τους. Όταν ο Ντάνιελ μίλησε επιτέλους, η φωνή του ήχησε τόσο αχνή όσο το φως των αστεριών.
«Όταν πέθανε η γυναίκα μου, έχασα για λίγο καιρό τον κόσμο από τα πόδια μου. Αργούσα στη δουλειά, ξεχνούσα
ραντεβού, δεν πήγαινα στις προγραμματισμένες συνεντεύξεις. Αλλά το τέλος της καριέρας μου ήρθε ενώ ήμουν στον αέρα».
Σταμάτησε για λίγο και πέρασαν μερικές στιγμές προτού συνεχίσει. «Ήταν τη μέρα των γενεθλίων της γυναίκας μου. Έπρεπε
να είχα πάρει ρεπό. Είχαν περάσει μόνο πέντε μήνες από το θάνατό της και όπως καταλαβαίνεις ήταν μια πολύ δύσκολη μέρα,
ειδικά για την Άναμπελ. Έκλαιγε από τη στιγμή που ξύπνησε, με ικέτευε να μην πάω στη δουλειά, ζητούσε τη μητέρα της.
Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Όλη η ένταση των τελευταίων μηνών, όλες οι αγωνίες μου και οι αποτυχημένες
προσπάθειες να συμφιλιωθώ με την κόρη μου, όλα βρήκαν τη μέρα για να ξεσπάσουν. Ήμουν χάλια. Αλλά οι ειδήσεις έπρεπε
να μεταδοθούν». Γέλασε σαρκαστικά.
«Τι συνέβη;» ζήτησε να μάθει η Κάρι, μόλο που ήξερε την απάντηση. Ένιωθε όμως ότι ο Ντάνιελ είχε ανάγκη να μιλήσει.
«Ξεκίνησα καλά το δελτίο, αλλά είχαμε ένα θέμα για τους στρατιώτες που επέστρεφαν στην πατρίδα από κάποια εμπόλεμη
ζώνη. Τους ακολουθούσαμε σ’ όλη τη διάρκεια. Διάβολε, είχα πάρει συνεντεύξεις μέχρι κι από τις οικογένειές τους στο
πέρασμα του χρόνων. Αλλά εκείνη τη φορά, εκείνη τη μέρα, παραήταν πολύ για να το αντέξω. Όλη αυτή η ευτυχισμένη
επανασύνδεση, οι αγκαλιές και τα κλάματα με τα παιδιά και τις συζύγους... Κατέρρευσα ενώ έλεγα την είδηση». Ύψωσε το
χέρι του προτού προλάβει η Κάρι να αρθρώσει λέξη. «Υπάρχει και χειρότερο. Όταν ο διευθυντής του προγράμματος
επιχείρησε να διακόψει εμένα για να συνεχίσει ένας συνάδελφος, εγώ τρελάθηκα. Κάθε συναίσθημα που έπνιγα τόσο καιρό
βγήκε στην επιφάνεια και... και ξέσπασα στον αέρα. Πέταξα τα χαρτιά μου στο στούντιο, ούρλιαζα στο μετεωρολόγο, τα
έβαλα με όλο το συνεργείο. Καταλαβαίνεις; Την ώρα του ζωντανού προγράμματος! Αυτό σήμανε το τέλος της καριέρας μου.
Ο σταθμός με κράτησε μερικές βδομάδες, μου ανέθεσε δουλειά γραφείου, αλλά μόνο και μόνο από λύπηση. Έμοιαζε σαν να
είχε σπάσει κάτι εκείνη τη μέρα, σαν να μην μπορούσα πια να ξαναγυρίσω εκεί που ήμουν. Τελικά με άφησαν να φύγω. Η
φήμη μου, καθώς και το βίντεο στο Διαδίκτυο από το περιστατικό με ακολουθούσαν όπου κι αν πήγαινα. Χρειάστηκε να
περάσει όλος αυτός ο καιρός μέχρι να βρω την τωρινή μου δουλειά».
«Τα ξέρω. Είδα το βίντεο». Του χαμογέλασε τρυφερά. «Έκανα κι εγώ την έρευνά μου για σένα, το ξέχασες;»
«Το... το είδες;»
Η Κάρι του έγνεψε καταφατικά. «Προφανώς δεν ήταν η καλύτερη στιγμή σου, αλλά οποιοσδήποτε γνώριζε τι είχες βιώσει
μπορούσε να δείξει κατανόηση. Εγώ... εγώ καταλαβαίνω».
«Μα...»
«Όσα πέρασες ήταν αναμφίβολα αβάσταχτα και το ξέσπασμά σου στον αέρα ακόμα χειρότερο. Ξέρω τι σημαίνει να ζεις με
το φακό της κάμερας στραμμένο συνεχώς πάνω σου και ευχαριστώ το Θεό που δεν ένιωσα ποτέ τη γη να χάνεται κάτω από
τα πόδια μου».
«Δεν είναι καθόλου αστείο, σου το λέω εγώ». Ένα μικρό χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη του.
Η Κάρι έσφιξε ενθαρρυντικά το χέρι του και αμέσως το χαμόγελο μεγάλωσε. «Πιστεύω επίσης ότι ήθελε πολλά κότσια να
μαζέψεις τα κομμάτια σου και να επιστρέψεις στην τηλεόραση».
«Αχ, αυτό λέγεται ανάγκη για δουλειά».
«Ναι, αλλά γιατί αυτή τη δουλειά; Από τη μέρα που σε γνώρισα και μου ανέφερες σε ποια εκπομπή δουλεύεις, κατάλαβα ότι
δεν ήσουν ευχαριστημένος εκεί. Γιατί εξακολουθείς να εργάζεσαι κάπου όπου δε θέλεις;» Πραγματικά, από την πρώτη μέρα
αναρωτιόταν αν ο Ντάνιελ ήταν ευχαριστημένος από το επάγγελμά του. Όταν έβλεπε τα ρεπορτάζ του στο Διαδίκτυο, είχε
διακρίνει πως κάτι έλειπε από τα μάτια του.
Το πάθος.
Και η Κάρι το ήξερε καλά αυτό το συναίσθημα. Ήξερε πώς ήταν να προσπαθείς να ταιριάξεις σε λάθος περιβάλλον. Ήταν
κάτι που έπρεπε να το κοιτάξει σοβαρά ο Ντάνιελ.
«Επειδή έχω μια κόρη που πρέπει να φροντίσω», της απάντησε. «Επειδή είμαι τρίτη γενιά δημοσιογράφος. Κι επειδή...»
«Επειδή σε τρομάζει να πας κόντρα στις προσδοκίες των άλλων». Έσυρε το χέρι της στο μπράτσο του. «Το ξέρω. Το έχω
περάσει».
«Δεν είναι τόσο εύκολο, Κάρι. Δεν καταλαβαίνεις. Πρέπει να φροντίσω την Άναμπελ. Δεν μπορώ έτσι απλά να τα παρατήσω
όλα και να κάνω κάτι άλλο. Η δουλειά στην Αποκαλυπτική Ενημέρωση είναι ένας τρόπος για να συνεχίσω την καριέρα μου
από εκεί που την άφησα».
«Μόνος σου δεν είπες ότι αυτή η καριέρα είναι που σε κρατάει σε απόσταση από την κόρη σου;»
Ο Ντάνιελ ανασήκωσε τους ώμους. «Μόνο σ’ αυτό είμαι καλός».
«Ανοησίες, μπορείς να γίνεις καλός και σε άλλα πράγματα».
«Δεν καταλαβαίνεις. Μόνο σ’ αυτό είμαι καλός. Τελεία και παύλα. Και τώρα που είμαι εδώ, η κόρη μου έχει και τη γιαγιά
της».
«Αλλά όχι εσένα όσο θα έπρεπε».
«Κάνω ό,τι μπορώ, Κάρι. Δεν ξέρεις πόσο απαιτητική είναι η δουλειά μου».
«Καταλαβαίνω πως προσπαθείς να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα». Καθώς τον κοιτούσε και αφομοίωνε αυτό που της
είχε πει, συνειδητοποίησε μια σκληρή αλήθεια. «Ώστε πρώτα έρχεται το ρεπορτάζ και μετά οι άνθρωποι; Η δουλειά
προηγείται της Άναμπελ; Κι από μένα;»
«Όχι. Δηλαδή, ναι. Αλλά όχι έτσι όπως νομίζεις».
Η Κάρι ήθελε να τον πιστέψει. Αλλά ο Ντάνιελ της είχε μόλις πει, κατάμουτρα, ότι θα προστάτευε τη δουλειά του με κάθε
κόστος. Μήπως αυτός ήταν ο σκοπός της συνέντευξης που ήθελε να της πάρει; Να σκαρφαλώσει πιο γρήγορα στην κορυφή,
εκμεταλλευόμενος την ιστορία της σαν σκαλοπάτι για να πατήσει; Ενδιαφερόταν καθόλου για εκείνη;
Ή μήπως μόνο για να πλουτίσει το βιογραφικό του;
Η Άναμπελ αρνήθηκε να δεχτεί το όχι σαν απάντηση. Ο Ντάνιελ καθόταν στην άκρη του κρεβατιού της κι ευχόταν να
αποκοιμηθεί επιτέλους η κόρη του ώστε να μπορέσει κι εκείνος να καθίσει λίγο στο σαλόνι με μια μπίρα για να χαλαρώσει.
Η Κάρι είχε αγγίξει μια χορδή του προηγουμένως όταν τον είχε ρωτήσει αν ήταν η δουλειά ή οι άνθρωποι η προτεραιότητά
του. Σκεφτόταν το χαρτάκι που κρατούσε στο χέρι του, αυτό που, νωρίτερα, σκόπευε να της δείξει. Αλλά όταν την είδε να
του χαμογελάει, αποφάσισε να μην το βγάλει από την τσέπη του.
Μια λεπτή φωνή μέσα του ψιθύριζε ένα ερώτημα στο οποίο εκείνος δεν ήθελε να απαντήσει. Μήπως είχε κρατήσει κρυφή
την πληροφορία επειδή ήθελε να κάνει πάταγο την επόμενη μέρα;
«Δε θέλω να διαβάσω αυτό. Θέλω να διαβάσω το άλλο». Η Άναμπελ του πέταξε το παραμύθι από τη δανειστική βιβλιοθήκη.
«Θέλω την Πριγκίπισσα και το Μπιζέλι!»
Ο λεπτός τόμος έπεσε σαν ασήκωτο βάρος στα χέρια του. Της είχε προτείνει έξι διαφορετικά βιβλία, προσπαθώντας να
αποσπάσει την προσοχή της από το συγκεκριμένο παραμύθι, αλλά η μικρή ήταν ανένδοτη. Κοίταξε στο εξώφυλλο την εικόνα
μιας απλής κοπέλας που στεκόταν έξω από έναν πύργο, έχοντας σηκωμένο το χέρι της για να χτυπήσει την πόρτα. Στο
παραμύθι, η γυναίκα αποδείχτηκε πως ήταν πριγκίπισσα, η αγαπημένη του πρίγκιπα που περίμενε μέσα στον πύργο. «Και
ζήσαν όλοι καλά...» είπε σιγανά.
«Μπαμπά! Διάβαζε!» του φώναξε η Άναμπελ, παίρνοντας θέση πλάι στο μπράτσο του.
«Μα το έχουμε διαβάσει τρεις φορές».
«Επειδή είναι το αγαπημένο μου», είπε, δίνοντας έμφαση στις τελευταίες λέξεις.
Η Άναμπελ δεν είχε ιδέα πόσο τον επηρέαζε αυτό το βιβλίο. Πόσο πολύ του θύμιζε την Κάρι. Είχε γνωρίσει μια κοπέλα που
νοιαζόταν για την κόρη του όσο κι εκείνος, που είχε ξαναφέρει το χαμόγελο στα χείλη της μικρής. Που ήταν τελείως
διαφορετική από όσες κοπέλες είχε γνωρίσει στη ζωή του και που του είχε δώσει ελπίδα για ένα μέλλον το οποίο δεν πίστευε
ποτέ του ότι θα του αναλογούσε ξανά.
Το χαρτί στην τσέπη του τον βάραινε όλο και περισσότερο. Ένας καλός δημοσιογράφος, του είδους του πατέρα του και του
παππού του, θα χρησιμοποιούσε αυτή την πληροφορία. Θα έκανε τα πάντα για να ανέβουν οι δείκτες τηλεθέασης.
Για να αποκαταστήσει τη φήμη του. Η χρυσή ευκαιρία που αναζητούσε όλους αυτούς τους μήνες από εκείνη τη μαύρη
στιγμή του ζωντανού δελτίου θόλωνε τη σκέψη του. Αν την άρπαζε, θα αποκαθιστούσε τη φήμη του, αν την άφηνε να πάει
χαμένη θα...
Θα έμενε στάσιμος.
«Είμαι πολύ κουρασμένος», είπε, και ακούμπησε το παραμύθι στο κομοδίνο της Άναμπελ. «Θα επανορθώσω στο διπλάσιο
αύριο το βράδυ, Μπελ, το υπόσχομαι».
Ήταν πλέον πολύ αργά όταν συνειδητοποίησε ότι είχε αρθρώσει τις δύο πιο μισητές λέξεις της κόρης του. Λέξεις κενές, σαν
ένα κουτί γεμάτο με αέρα. Το ίδιο ακριβώς δεν είχε κάνει και με την Κάρι ο ανόητος; Λίγο πριν φύγει, της είχε υποσχεθεί ότι
η συνέντευξη θα ήταν πανεύκολη υπόθεση. Χωρίς εκπλήξεις και απρόοπτα.
Ενώ είχε στην τσέπη του μια βόμβα.
Η Άναμπελ έσμιξε τα φρύδια, μετά κύλησε στο κρεβάτι της και γύρισε την πλάτη στον πατέρα της. Πήρε αγκαλιά τη Γουίτνι
και την έσφιξε στο στήθος της. «Δε θέλω να μου ξαναδιαβάσεις ποτέ».
«Μπελ...» Ο Ντάνιελ άπλωσε το χέρι του για να την αγγίξει, αλλά εκείνη τραβήχτηκε μακριά.
«Καληνύχτα, μπαμπά», του είπε με ύφος απόλυτο. Και λυπημένο.
Ωστόσο εκείνος έγειρε και τη φίλησε στο μάγουλο, παρ’ όλο που η Μπελ υποκρίθηκε πως κοιμόταν, κι έφυγε από το
δωμάτιό της νιώθοντας την καρδιά του ραγισμένη όσο ποτέ.

Εκείνη τη νύχτα, η Κάρι έριξε ένα πουλόβερ στους ώμους της και περπάτησε στο μακρύ, πλακοστρωμένο μονοπάτι που
έβγαζε στη λίμνη. Το φωτισμένο εξοχικό πίσω της έμοιαζε με φάρο που την περίμενε να γυρίσει, ενώ το φεγγάρι
λαμποκοπούσε στον ουρανό, τόσο φωτεινό και γεμάτο, που έντυνε στο ασήμι όλη τη λίμνη. Ρούφηξε τον καθαρό αέρα, τον
άφησε να γεμίσει τα πνευμόνια της. Ήταν τόσο όμορφα εκεί, τόσο γαλήνια.
Η Μπιάνκα της είχε αφήσει ένα φωνητικό μήνυμα εκείνη τη μέρα, ικετεύοντάς τη να επιστρέψει στο Ουτσέλι. Δεν έβγαινε
νόημα. Σ’ όλη της τη ζωή, η Μπιάνκα την ενθάρρυνε να χαράξει τη δική της πορεία. Και τώρα που επιτέλους το έκανε, η
μητέρα της ήθελε να της βάλει χαλινάρια και να την ξαναφυλακίσει;
Η ίδια γυναίκα που είχε δραπετεύσει κι εκείνη πριν από δύο δεκαετίες;
Το μυαλό της στράφηκε στον Ντάνιελ. Εάν επέστρεφε στο Ουτσέλι... κάτι που κάποτε θα γινόταν έτσι κι αλλιώς, δε θα
μπορούσε να βλέπει αυτόν και την Άναμπελ. Η σκέψη και μόνο ράγισε την καρδιά της.
Είχε ήδη αρχίσει να φαντάζεται το μέλλον της μαζί του και με την Άναμπελ. Τολμούσε να ονειρεύεται μια ζωή σ’ ένα μικρό
σπιτάκι σαν αυτό της λίμνης.
Μα ποιον προσπαθούσε να κοροϊδέψει; Ήταν μια πριγκίπισσα, όχι μια συνηθισμένη γυναίκα που θα μπορούσε να ζήσει για
πάντα σε μια μικρή πόλη και να πουλάει κρασιά σ’ όλη της τη ζωή. Ακόμα και η Μαριαμπέλα, που είχε παντρευτεί έναν
Αμερικανό επιχειρηματία, περνούσε το μισό χρόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον άλλο μισό στο Ουτσέλι, υπακούοντας
κάθε τόσο στις απαιτήσεις του βασιλείου. Τα μέσα ενημέρωσης και στις δυο χώρες την είχαν από κοντά, καθώς τους έκανε
μεγάλη εντύπωση η γυναίκα που είχε απαρνηθεί το θρόνο για χάρη μιας πιο φυσιολογικής ζωής.
Ίσως λοιπόν να υπήρχε ελπίδα και για την Κάρι. Να υπήρχε ένας τρόπος για να αποκτήσει όσα ήθελε από μικρό παιδί.
Ο Ντάνιελ την είχε καθησυχάσει νωρίτερα, την είχε διαβεβαιώσει πως το τεστ και η συνέντευξη θα ήταν πανεύκολα και
ανώδυνα. Και πως εκείνος θα ήταν συνεχώς στο πλευρό της. Χαμογέλασε λοιπόν μόνη της καθώς προχωρούσε λίγο ακόμα
στο μονοπάτι και σταύρωσε τα μπράτσα κόντρα στη βραδινή ψυχρούλα.
Την επόμενη στιγμή άκουσε το στρίγκλισμα ελαστικών πάνω σε χαλίκια, και αναρωτήθηκε αν ο θόρυβος ερχόταν από το
δικό της μονοπάτι ή από των γειτονικών σπιτιών. Ακολούθησαν ο θόρυβος από πόρτα αυτοκινήτου που κλείνει και η ηχώ που
διαδόθηκε στη σιωπηλή απεραντοσύνη της λίμνης. Μετά ακούστηκε το τρίξιμο παπουτσιών πάνω στο χαλίκι. Η Κάρι
στράφηκε για να δει από πού ερχόταν αυτός ο θόρυβος.
Ένας άντρας κατευθυνόταν με γρήγορο βήμα προς το μέρος της. Η σιλουέτα του φάνταζε γνώριμη, αλλά δεν μπορούσε να
προσδιορίσει ποιος ήταν. Στάθηκε λοιπόν εκεί, σίγουρη πως επρόκειτο για κάποιο γείτονα, αφού αυτή την εποχή όλα τα
σπίτια της λίμνης ήταν κατοικημένα. Αλλά είχε πέσει έξω. Ο άντρας συνέχισε να προχωράει προς το μέρος της, κάνοντάς τη
να παγώσει από φόβο. Έπρεπε να τρέξει, να γυρίσει γρήγορα στο σπίτι...
«Καρλίτα;»
Η φωνή του ήταν βαθιά, τραχιά, γνώριμη.
Η Κάρι προσπάθησε να καταπολεμήσει μια αόριστη νευρικότητα και να παραμείνει ψύχραιμη. Βρισκόταν ολομόναχη στη
λίμνη μέσα στη νύχτα. Πώς της είχε έρθει να βγει βόλτα τέτοια ώρα; «Τι θέλετε;»
«Να σου μιλήσω».
«Ακούστε, αν είστε δημοσιογράφος, καλέστε με αύριο στο μαγαζί».
Ο άντρας είχε φτάσει πια στο τέρμα του μονοπατιού και όταν το φως του φεγγαριού έπεσε πάνω στα χαρακτηριστικά του, η
Κάρι κατάλαβε γιατί της είχε φανεί γνώριμη η σιλουέτα του. Ήταν ο κύριος που είχε φύγει όταν εκείνη ασχολήθηκε με μια
άλλη πελάτισσα. «Δεν είμαι δημοσιογράφος. Απλώς θέλω να σου μιλήσω. Σε παρακαλώ...»
Η Κάρι τον πλησίασε. «Συγνώμη, κύριε... σας γνωρίζω;»
«Κατά κάποιον τρόπο, ναι». Της έτεινε το χέρι του. «Λέγομαι Ρίτσαρντ Πάρκερ». Έκανε μια παύση και μετά την κοίταξε
στα μάτια. «Είμαι ο πατέρας σου».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Ο Ντάνιελ στεκόταν στο γραφείο του και κοιτούσε τον ανοιγμένο φάκελο μπροστά του. Απ’ έξω είχε γράψει Καρλίτα
Σαντάρο με το δυσανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα του. Έπειτα, έβγαλε από την τσέπη του πουκαμίσου του ένα μακρύ χαρτί
γεμάτο σημειώσεις και το ακούμπησε πάνω από τα υπόλοιπα έγγραφα του φακέλου που περιείχαν συνεντεύξεις,
φωτογραφίες, παλιές αφηγήσεις.
«Είσαι έτοιμος, καινούριε;»
Ο Ντάνιελ σήκωσε το βλέμμα του μόλις άκουσε τη φωνή του Ματ. «Εεε... ναι»
«Βρήκες τίποτα πικάντικο για να της το πετάξουμε; Θα είναι τέλειο αν γίνει κανένα σκανδαλάκι. Ξέρεις πόσο τρελαίνονται οι
δείκτες με κάτι τέτοια».
Ο Ντάνιελ έκλεισε το φάκελο. «Όχι, κανένα σκάνδαλο».
«Κοίτα, βρες μου κανένα σύντομα, γιατί το ξέρεις όπως κι εγώ ότι αυτά πουλάνε. Ξέθαψε λοιπόν καμιά βρομιά και βγάλ’ τη
στον αέρα».
Ο Ντάνιελ οργίστηκε και ήθελε σαν τρελός να βρίσει τον Ματ. Μετά όμως σκέφτηκε την Άναμπελ, που μόλις εκείνο το
πρωινό είχε πει ενθουσιασμένη στην Γκρέτα πόσο πολύ της άρεσε που έμεναν εκεί. Αγαπούσε την πόλη, τα ζώα που υπήρχαν
σε κάθε αυλή, ήταν χαρούμενη που ζούσε μαζί με την πολυαγαπημένη γιαγιά της. Όλη την προηγούμενη βδομάδα ήταν
ευτυχισμένη και πλήρης. Κι ο Ντάνιελ ένιωθε πως επιτέλους είχε αρχίσει να χτίζεται η γέφυρα ανάμεσα σ’ εκείνον και στο
παιδί του.
Με ποιο δικαίωμα θα την ξερίζωνε πάλι;
Οι ανάγκες της κόρης του έρχονταν πρώτες. Μόλις θα έκλεινε εκεί λίγους μήνες δουλειάς, θα μπορούσε να προσληφθεί σε
άλλο σταθμό, να συνεχίσει την καριέρα που είχε στο παρελθόν. Αλλά, προς το παρόν, αυτή ήταν η δουλειά του, όσο κι αν
πήγαινε κόντρα στη συνείδησή του.
Τα λόγια που του είχε πει νωρίτερα η Κάρι ηχούσαν ακόμα στ’ αυτιά του. Κοίταξε πάλι το χαρτί. Καριέρα; Ή άνθρωποι;
Άνθρωποι, είπε με το νου του αποφασιστικά και έκλεισε το φάκελο. Μια ανάλαφρη αίσθηση γέμισε το στήθος του, κάτι που
θα τολμούσε να το χαρακτηρίσει χαρά. Ίσως να αναγκαζόταν να ψάξει για άλλη δουλειά μετά από αυτό, αν όμως σήμαινε ότι
θα ένιωθε έτσι κάθε μέρα, θα το έκανε αγόγγυστα.
«Πάμε να δουλέψουμε», είπε. «Ώρα για να γίνει το τεστ της πριγκίπισσας». Βγήκε από το γραφείο, αφήνοντας τον Ματ πίσω
του.
Η πόρτα του στούντιο άνοιξε, και η Κάρι μπήκε μέσα. Ο Ντάνιελ ένιωσε να του κόβεται η ανάσα. Δε φορούσε το
συνηθισμένο μπλουτζίν και το μπλουζάκι της. Αντίθετα, είχε επιλέξει μια σατέν φούστα ως το γόνατο, σε ζωηρό μπλε χρώμα.
Η μπλούζα της είχε ένα διακριτικό ντεκολτέ, ήταν εφαρμοστή ως τη μέση και μετά άνοιγε ελαφρά. Είχε συνδυάσει τα ρούχα
με μαύρα τακούνια, που κολάκευαν τις γάμπες της και αναδείκνυαν τα ήδη υπέροχα πόδια της. Είχε σγουρύνει τα μαλλιά της,
αφήνοντας τις μακριές, σχεδόν μαύρες μπούκλες να ξεχύνονται αισθησιακά στους ώμους της.
«Πω, πω!» θαύμασε καθώς την πλησίασε. Το απαλό άρωμα βανίλια της Κάρι τον καλωσόρισε, τον έβαλε σε πειρασμό να
φιλήσει το εσωτερικό του καρπού της, την καμπύλη του λαιμού της, κάθε σημείο του κορμιού της που είχε ποτιστεί μ’ αυτό.
«Είσαι κούκλα».
Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. «Σ’ ευχαριστώ». Έσυρε το χέρι της στο φόρεμά της, ίσιωσε το μπροστινό του
μέρος και κοιτάχτηκε με αμφιβολία. «Αν και δε βλέπω την ώρα να ξαναφορέσω το τζινάκι μου!»
Ο Ντάνιελ λαχταρούσε να απλώσει το χέρι του και να την αγγίξει, όμως ήξερε ότι με το συνεργείο παρόν και με τον Ματ να
παρακολουθεί κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει. «Και με το μπλουτζίν κούκλα είσαι».
Αν ήλπιζε ότι το κομπλιμέντο θα την έκανε να ξαναχαμογελάσει, έπεφτε έξω. Γιατί, αντίθετα, μια έκφραση ανησυχίας
σκίασε τα μάτια της.
«Ε... μήπως υπάρχει κάποιο μέρος για να μιλήσουμε;» τον ρώτησε. «Είναι κάτι που θέλω να σου πω».
Για πρώτη φορά, ο Ντάνιελ παρατήρησε πως ήταν ωχρή. Έτρεμε. Τι να είχε μεσολαβήσει από το προηγούμενο βράδυ; Δεν
μπορεί να οφειλόταν στη συζήτησή τους. Προτού φύγει την είχε διαβεβαιώσει πως όλα θα πήγαιναν καλά. Και τώρα, μ’ αυτό
το χαρτί φυλαγμένο καλά μέσα στο φάκελο, θα πήγαιναν σίγουρα όλα καλά. «Βεβαίως, έλα...»
«Λοιπόν, ακούστε όλοι, ξεκινάμε την εκπομπή». Ο Ματ χτύπησε τις παλάμες του. Όσοι υπήρχαν στο χώρο κάθισαν
προσοχή. «Θα βγει στον αέρα αύριο, δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Πρέπει να το μαγνητοσκοπήσω, να το επιμεληθώ και να
το έχω έτοιμο πριν από τις πέντε αύριο. Κουνηθείτε, λοιπόν».
«Πρέπει οπωσδήποτε να μιλήσουμε», ψιθύρισε η Κάρι στον Ντάνιελ.
Εκείνος κοίταξε γύρω την αίθουσα. Το συνεργείο παραγωγής είχε πιάσει κιόλας δουλειά. Οι τεχνικοί είχαν πάρει θέση πίσω
από τις κάμερές τους, ο σκηνοθέτης στην καρέκλα του. «Δεν μπορεί να περιμένει; Είναι έτοιμοι για γύρισμα».
Η Κάρι έσμιξε ανήσυχη τα φρύδια. «Δε νομίζω. Είναι πολύ σημαντικό».
Ο Ματ τους πλησίασε και μπήκε ανάμεσά τους, διακόπτοντας κάθε κουβέντα. Οι προβολείς άναψαν από πάνω τους,
λούζοντας μ’ ένα κατάλευκο φως το πλατό. Ο Ματ κούνησε το χέρι του, δείχνοντας το χώρο. «Ιδού το σκηνικό μας».
Δεν ήταν και τόσο κακό όσο περίμενε ο Ντάνιελ, ωστόσο και πάλι θα μπορούσε να βραβευτεί σαν το πιο κακόγουστο
σκηνικό του κόσμου. Ήταν όλο βαμμένο ροζ και άσπρο και από τα πολλά στρας λαμποκοπούσε σαν τον κεντρικό δρόμο του
Λας Βέγκας. Αλλά κι αυτός ακόμα ωχριούσε μπροστά στην περίτεχνη, παραφουσκωμένη, γεμάτη σούρες επίπλωση σε
εκτυφλωτικό λευκό που καταλάμβανε το μικρό χώρο. Ο Ματ είχε φροντίσει να κρεμαστούν μέχρι και φτηνά αντίγραφα
ιταλικών πινάκων στους ψεύτικους τοίχους, όλα με παχιές, χρυσές κορνίζες.
«Νόμιζα πως θα κρατούσες την υπερβολή στο ελάχιστο», σχολίασε ο Ντάνιελ. «Είχαμε συνεννοηθεί να δώσουμε σ’ αυτό το
κομμάτι λίγο νόημα και ουσία».
«Νόημα και ουσία», σάρκασε ο Ματ. «Ναι, ναι, θα το έχω κατά νου. Αν δεις καθόλου νόημα και ουσία εδώ πέρα, πες το μου
κι εμένα». Μετά πήγε κοντά στην Κάρι και άρχισε να κάνει νεύματα στους τεχνικούς. «Πάμε, παιδιά. Θα ξεκινήσουμε μ’ ένα
δικό σου πλάνο και θα προχωρήσουμε πρώτα με τη δοκιμασία του κεντήματος. Μετά...» Κούνησε το κεφάλι και φόρεσε
εκείνο το ραδιούργο χαμόγελο που ο Ντάνιελ ήξερε πια κι έτρεμε. «Τα υπόλοιπα θα τα αφήσουμε για έκπληξη. Έτσι θα
έχουμε περισσότερες γνήσιες αντιδράσεις». Χτύπησε πάλι τα χέρια. «Όλοι στις θέσεις σας».
Μια αόριστη αίσθηση ανησυχίας κυρίεψε τον Ντάνιελ, αλλά την έδιωξε αμέσως. Στο κάτω κάτω, ήταν το δικό του κομμάτι
και τα είχε όλα έτοιμα εκ των προτέρων. Δεν υπήρχαν εκπλήξεις, διότι είχε φροντίσει ο ίδιος να μη συμπεριλάβει καμία στο
σενάριο. Ήταν ό,τι ακριβώς είχαν κανονίσει μαζί με την Κάρι πριν από δύο μέρες. Ένα αθώο χαζοτέστ και μια συνέντευξη με
κύριο θέμα τα κρασιά και το μαγαζί της.
«Είμαι έτοιμη», του είπε. «Εσύ;»
«Πανέτοιμος. Να θυμάσαι ότι όλο αυτό γίνεται για την πλάκα μας. Σου υποσχέθηκα ότι δε θα γίνει τίποτα που να μην το
συμφωνήσαμε».
Η Κάρι άφησε ένα τρεμάμενο γέλιο. «Στηρίζομαι σ’ αυτό, Ντάνιελ. Στηρίζομαι σ’ εσένα».
Ο βοηθός παραγωγής πήρε την Κάρι από το χέρι και την οδήγησε στο πλατό. Ο Ματ ακολούθησε και στάθηκε δίπλα της,
ενώ ο βοηθός στερέωνε ένα μικρόφωνο στο φόρεμα της Κάρι. Όταν τελείωσε, ο Ντάνιελ καλωδιώθηκε κι εκείνος.
Χαμογέλασε στην Κάρι, αλλά τα χαρακτηριστικά της παρέμειναν πέτρινα. Ίσως να ήταν απλώς αγχωμένη.
Η διαίσθηση που σ’ όλα τα χρόνια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας τον είχε υπηρετήσει αλάνθαστα του έλεγε το
αντίθετο. Και ο κόμπος της ανησυχίας μεγάλωνε στο στομάχι του. Μόλις τελείωνε το γύρισμα, θα της μιλούσε χωρίς άλλη
καθυστέρηση.
Ο Ματ είχε προσθέσει μια επιπλέον καρέκλα για τον Ντάνιελ και του είχε δώσει ένα τελάρο κεντήματος, βελόνα και
κλωστή. Η όλη σύλληψη είχε μια αστειότητα, έτσι ακριβώς όπως το ήθελε. Άρχισε να χαλαρώνει. Όλα θα πήγαιναν καλά και,
παρ’ όλο που εδώ δεν επρόκειτο για τη σοβαρή δημοσιογραφία πάνω στην οποία είχε χτίσει την καριέρα του, δε θα έβλαπτε
κανέναν αν έδειχνε μια άλλη πλευρά της προσωπικότητάς του. Ίσως και να τον οδηγούσε σε μια δουλειά σε πρωινάδικο. Η
σκέψη αυτή τον έκανε να γελάσει φωναχτά.
«Πάλι καλά που δεν προσθέσαμε και στήλη μαγειρικής», ψιθύρισε στην Κάρι.
«Ωχ, όχι. Θα ήταν σκέτη καταστροφή», του είπε εκείνη και μετά ήχησε το βαθύ γέλιο της, κόβοντάς του κυριολεκτικά την
ανάσα. «Θα βάζαμε φωτιά!»
Το βλέμμα του συνάντησε το δικό της, τις μακριές, μαύρες βλεφαρίδες που σκίαζαν τα μεγάλα καστανά μάτια της. Και ο
πόθος κατέκαψε το είναι του. Ανάθεμα. Ήταν όμορφη. Όχι απλώς όμορφη. Ήταν συγκλονιστική. Αξέχαστη.
«Νομίζω πως την έχουμε βάλει ήδη», της είπε, και για μερικές στιγμές σβήστηκαν όλα όσα υπήρχαν γύρω του και είχε μάτια
μόνο για κείνη.
«Έτοιμοι, παιδιά;» ρώτησε ο βοηθός σκηνοθέτη. Η Κάρι αποτράβηξε το βλέμμα της από τον Ντάνιελ και έγνεψε
καταφατικά. Η μαγεία της στιγμής είχε διαλυθεί από τα σκληρά φώτα της πραγματικότητας.
«Εντάξει. Τρία... δύο... ένα». Ο βοηθός σκηνοθέτη χτύπησε το δάχτυλό του προς το μέρος τους και οι κάμερες άρχισαν να
τραβούν.

Κέντημα. Πώς της είχε έρθει αυτή η ιδέα και την είχε θεωρήσει σωστή; Αυτό σκεφτόταν η Κάρι ενώ τρυπούσε το δάχτυλό της
για τέταρτη φορά. Τράβηξε απότομα το χέρι της από το κάτω μέρος του υφάσματος. «Άουτς. Πάλι». Οι κάμερες
απαθανάτιζαν τις αδέξιες προσπάθειές της να κεντήσει ένα λουλούδι στο κέντρο του τελάρου. Ως τώρα, είχε καταφέρει ένα
ακαθόριστο σχήμα. «Προφανώς, δεν είναι το ατού μου».
Ο Ντάνιελ σήκωσε ψηλά ένα τελάρο που είχε ακριβώς τρεις βελονιές, η καθεμία μεγαλύτερη από την άλλη. Και είδε την
Κάρι να πνίγει το γέλιο της.
«Ούτε και το δικό μου. Ευτυχώς, για μένα». Γέλασε και μετά ακούμπησε το κέντημα στο τραπεζάκι που υπήρχε ανάμεσά
τους. «Συμπεραίνω πως δεν κεντούσες και πολύ όσο ήσουν στο παλάτι».
«Πράγματι. Καθόλου. Έκανα τα πάντα εκτός από το να καταπιάνομαι με τις ασχολίες μιας πριγκίπισσας».
Μιας πριγκίπισσας; Τι είδους πριγκίπισσα ήταν στην πραγματικότητα; Τα ερωτήματα αυτά εισχώρησαν οδυνηρά στο μυαλό
της, αναστατώνοντας τα σωθικά της. Έφερε στο νου της τον Ρίτσαρντ Πάρκερ και τη βόμβα που είχε ρίξει πάνω της το
προηγούμενο βράδυ, όταν της αποκάλυπτε πως ήταν ο πατέρας της.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε ο Ντάνιελ.
«Χμ... πώς να το πω; Μου αρέσει περισσότερο το έξω. Τρελαίνομαι για κάμπινγκ, για ιππασία... λατρεύω τη δουλειά στους
κήπους και στους αμπελώνες. Δε μου άρεσε να κάθομαι μέσα». Πέταξε το κέντημά της πάνω από του Ντάνιελ και χαλάρωσε
λίγο. Ως τώρα όλα κυλούσαν σύμφωνα με το πλάνο που είχε καταστρώσει με τον Ντάνιελ.
Αλλά καθώς καθόταν εκεί και συζητούσε για τις βασιλικές της ρίζες, η αλήθεια τριβέλιζε το μυαλό της.
Δεν ήταν αληθινή πριγκίπισσα. Ποτέ δεν υπήρξε.
«Και... και δεν ήμουν...» Πίεσε τον εαυτό της να ξαναπιάσει τον ειρμό. «Δεν ήμουν καθόλου καλή στα γυναικεία χόμπι».
«Έτσι όπως μας τα λες, μοιάζει σαν να είσαι μια μοντέρνα πριγκίπισσα».
«Σωστά, θα έλεγα πως έτσι είναι».
Μήπως επειδή στην πραγματικότητα δεν είχε καθόλου βασιλικές ρίζες; Οι ενοχλητικές σκέψεις δεν έλεγαν να πάψουν μέσα
της.
Ο Ντάνιελ έγειρε μπροστά. Τα μπλε μάτια του την κοιτούσαν ερευνητικά. Και τότε η Κάρι σκέφτηκε το μυστικό που του
είχε κρατήσει κρυφό. Άραγε θα της έδειχνε κατανόηση αργότερα, όταν θα του το αποκάλυπτε;
Η καρδιά της σκίρτησε. Μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιούσε το λόγο που την ενδιέφερε τόσο πολύ η αντίδρασή του.
Να μην προδώσει την εμπιστοσύνη του.
Επειδή είχε αγαπήσει αυτό τον άντρα, ο οποίος προσπαθούσε να κάνει το σωστό μαζί της, με την κόρη του, με όλους. Και
τώρα προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις να την παρουσιάσει όπως ήταν, όχι κάτι που δεν ήταν. Ήξερε την αληθινή Κάρι,
και...
Γι’ αυτό τον αγαπούσε. Η διαπίστωση αυτή δυνάμωσε το καρδιοχτύπι της, αλλά αναγκάστηκε να το τιθασεύσει. Έπρεπε να
το κρατήσει μυστικό.
Για την ώρα. Αλλά υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι θα του το έλεγε αργότερα.
«Πες μας, πριγκίπισσα Καρλίτα», τη ρώτησε τότε ο Ντάνιελ. «Πώς θα περιέγραφες μια μοντέρνα πριγκίπισσα;»
Η Κάρι σκέφτηκε για λίγο την απάντηση που θα έδινε. «Μια κοπέλα που ζει όσο πιο φυσιολογικά μπορεί», είπε τελικά. «Δε
θέλω να στέκομαι στον πύργο μου σαν τη Ραπουνζέλ, απομονωμένη απ’ όλους τους ανθρώπους. Θέλω να είμαι... να είμαι
σαν μια συνηθισμένη κοπέλα».
Και ήταν. Περισσότερο απ’ όσο μπορούσε ποτέ να φανταστεί.
«Να έχεις μια ζωή κανονική, προβλέψιμη. Να βρεις την ήσυχη φωλιά όπου ανήκεις και απλώς να μείνεις εκεί».
Η Κάρι έγνεψε καταφατικά. Ο Ντάνιελ την καταλάβαινε απόλυτα. Το διέκρινε στον ήχο της φωνής του και αναρωτήθηκε αν,
όταν όλα αυτά τελείωναν, θα έβρισκαν οι δυο τους αυτό που αναζητούσαν. Και αν θα το έβρισκαν ο ένας στον άλλον.
«Καταλαβαίνω», της είπε ο Ντάνιελ τρυφερά. «Και πιστεύω ότι το αξίζεις, Κάρι».
Εκείνη χαμογέλασε, ανήμπορη να εμποδίσει τα συναισθήματά της γι’ αυτόν να φανούν στο πρόσωπό της. «Κι εσύ το
αξίζεις, Ντάνιελ».
«Στοπ!» Η φωνή του Ματ έπεσε σαν μαχαιριά στην αίθουσα. Περπάτησε με μεγάλες δρασκελιές και μπήκε στο πλατό. Το
πρόσωπό του είχε γίνει πέτρινη μάσκα. «Τι στο διάβολο ήταν αυτό; Τι κρυανάλατες βλακείες άκουσαν τ’ αυτιά μου; Κάντε το
τεστ να τελειώνουμε. Να γελάσει ο κόσμος, να ανεβάσουμε την τηλεθέαση αποδεικνύοντας αν είναι πριγκίπισσα ή όχι και ως
εκεί. Τίποτ’ άλλο. Κατανοητό;»
Ο Ντάνιελ σηκώθηκε με μια απότομη κίνηση από την καρέκλα του. «Αυτό είναι το δικό μου κομμάτι, Ματ. Θα το χειριστώ
όπως θέλω εγώ. Σε τελική ανάλυση γι’ αυτό με προσέλαβες».
Ένας μυς τραβήχτηκε στο πιγούνι του Ματ. Κοίταξε πάνω από τον ώμο του τους τεχνικούς της παραγωγής, που όλοι
παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα την αντιπαράθεση. «Καλώς. Κάν’ το όπως θέλεις. Αλλά την τελική έγκριση θα την
έχω εγώ». Κατέβηκε από το πλατό και στράφηκε προς το βοηθό του. «Ετοιμαστείτε για τη δεύτερη δοκιμασία».
Λίγα λεπτά αργότερα, ο ψεύτικος τοίχος είχε αφαιρεθεί για να αναδιοργανωθεί το πλατό. Ένα μακρύ τραπέζι στήθηκε κάτω
από τα φώτα, στρωμένο με τόσα πολλά πιάτα και ασημικά, που φαινόταν μόνο ένα ελάχιστο μέρος από το τραπεζομάντιλο. Ο
Ματ στεκόταν παράμερα και χαμογελούσε χαιρέκακα, βέβαιος ότι η Κάρι θα πελάγωνε και μόνο που θα το έβλεπε. Ο βοηθός
του σκηνοθέτη άρχισε την αντίστροφη μέτρηση και τους έκανε νόημα να ξεκινήσουν.
Ο Ντάνιελ ανέβηκε στο πλατό και τράβηξε την καρέκλα της κεφαλής του τραπεζιού για την Κάρι. «Παρακαλώ, δεσποινίς,
καθίστε».
Εκείνη βολεύτηκε στην καρέκλα και περίμενε να τη σπρώξει στη θέση της ο Ντάνιελ. Έπειτα εκείνος πέρασε μπροστά της,
τίναξε την πετσέτα της για να ανοίξει και της την έστρωσε στην ποδιά της. «Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε».
«Καθήκον μου». Ο Ντάνιελ κάθισε στην καρέκλα στα αριστερά της κι έστρωσε κι εκείνος την πετσέτα του. Απέναντί τους, η
κάμερα παρακολουθούσε το καθετί με το άγρυπνο κόκκινο μάτι της.
Η αλήθεια κατάκαιγε τα σωθικά της Κάρι. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο για να τη μοιραστεί με τον Ντάνιελ. Όταν θα
τελείωναν, θα πήγαιναν κάπου ήσυχα για να μιλήσουν. Δεν ήθελε να τον αφήσει να βγάλει την εκπομπή στον αέρα και μετά
να αποκαλυπτόταν η αλήθεια. Είχε φανεί ειλικρινής μαζί της και άξιζε την ίδια αντιμετώπιση κι από τη μεριά της.
Το πρώτο πιάτο, τη σούπα, την έφερε ο βοηθός παραγωγής, ο οποίος τους σέρβιρε επίσης το κρασί και το νερό. Ο Ντάνιελ,
για τον οποίο η Κάρι γνώριζε πως είχε γευματίσει άπειρες φορές σε πεντάστερα εστιατόρια στη διάρκεια της επαγγελματικής
σταδιοδρομίας του με σημαίνοντα πρόσωπα, δεν είχε κανένα πρόβλημα να σηκώσει το κατάλληλο ασημένιο κουτάλι. Κι
εκείνη επίσης, που είχε παρακαθίσει σε άλλα τόσα επίσημα δείπνα, επέλεξε χωρίς κανένα πρόβλημα το σωστό κουτάλι.
Παραδίπλα, ο Ματ πήγαινε κι ερχόταν νευρικά.
«Μίλησέ μου για τη χώρα σου», είπε ο Ντάνιελ καθώς έπιανε με το ειδικό μαχαιράκι ένα ρολό από βούτυρο. «Πώς είναι το
Ουτσέλι;»
«Είναι πανέμορφο». Ένα μικρό χαμόγελο ζωντάνεψε το πρόσωπό της. «Είναι παράλιο και κάθε πρωί το καλημερίζει η
ανάσα του ωκεανού. Ο πύργος χτίστηκε πριν από εκατοντάδες χρόνια πάνω σ’ ένα βραχώδη λόφο. Επιβλέπει συνεχώς όλη τη
χώρα, σαν καλός γονέας. Οι πολίτες είναι ζεστοί και φιλόξενοι, και αν το επισκεφθείς ποτέ, να είσαι σίγουρος ότι θα
αποκτήσεις καινούριους φίλους».
Στην άλλη άκρη της αίθουσας, άκουσε τον ήχο μιας πόρτας που έκλεινε σιγανά. Δεν μπορούσε να δει καλά, γιατί την
τύφλωναν οι προβολείς, οπότε ξανάστρεψε την προσοχή της στον Ντάνιελ.
«Η λέξη Ουτσέλι θυμίζει τη λέξη Ουτοπία», σχολίασε εκείνος.
Η Κάρι γέλασε. «Δεν είναι τέλειο, όμως είναι υπέροχο».
«Νιώθω ότι είναι ένας πολύ ωραίος προορισμός για ταξίδι».
«Είναι, πράγματι». Το βλέμμα της συνάντησε το δικό του και, για μια στιγμή, αναρωτήθηκε αν πράγματι θα επισκεπτόταν
κάποτε ο Ντάνιελ την πατρίδα της μαζί της ή για να δει εκείνη. Επειδή ήδη δεν μπορούσε να φανταστεί μέρα που δε θα τον
έβλεπε.
«Τι σ’ έφερε στην Αμερική;» τη ρώτησε τότε εκείνος.
Πριν του απαντήσει, άφησε το κουτάλι της και σταύρωσε τα χέρια. «Αρκετοί λόγοι. Ήθελα να μάθω πώς είναι η ζωή στην
Αμερική, όπως έκανε και η αδερφή μου πριν από ένα χρόνο. Επιπλέον, ήθελα να φέρω τα καλύτερα κρασιά του Ουτσέλι σ’
αυτή τη χώρα. Αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε πειραματικά από εδώ, την Ιντιάνα, και συγκεκριμένα από το Γουίντερ Χέιβεν».
«Έχω ακούσει πολύ καλά λόγια για τα κρασιά του Ουτσέλι. Οι φήμες λένε ότι το μαγαζί πάει μια χαρά».
Έξω από την ακτίνα της κάμερας, ο Ματ τους έκανε νόημα να συνεχίσουν να τρώνε. Οι βοηθοί στέκονταν παράμερα,
κρατώντας πιατέλες με φαγητά, και έδειχναν διστακτικοί για το αν έπρεπε να τις πλησιάσουν στο τραπέζι. Η Κάρι τους
αγνόησε όλους και εστίασε την προσοχή της στον Ντάνιελ.
Αλλά η αλήθεια εξακολουθούσε να στριφογυρίζει μέσα της, και για χιλιοστή φορά αναρωτήθηκε αν είχε κάνει τραγικό
λάθος πηγαίνοντας εκεί αυτή τη μέρα.
«Ε... ευτυχώς τύχαμε καλής υποδοχής από τους τουρίστες», του απάντησε.
«Και φαντάζομαι ότι βοηθάει το γεγονός ότι εσύ, μια πριγκίπισσα του Ουτσέλι, είσαι εδώ για να απαντήσεις σε ερωτήσεις,
δεδομένου ότι δούλεψες στους αμπελώνες και η ίδια».
Η Κάρι ανακάθισε στην καρέκλα της. Κοίταξε την κάμερα και μετά πάλι τον Ντάνιελ. «Θα ήθελα να πιστεύω ότι τα κρασιά
μας θα πουλούσαν είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε μια πριγκίπισσα που να δουλεύει στο μαγαζί».
Πριγκίπισσα! Μάλλον θα έπρεπε να πει, ψευτοπριγκίπισσα!
Απόδιωξε τις σκέψεις της. Το μόνο που πετύχαιναν ήταν να της αποσπούν την προσοχή, ενώ έπρεπε να είναι αυστηρά
προσηλωμένη στη συνέντευξη.
Ο Ντάνιελ έγειρε πίσω στην πλάτη της καρέκλας του και ήπιε μια γουλιά νερό. «Δούλευες πάντα στους αμπελώνες;»
«Περιστασιακά κατά την παιδική μου ηλικία, αλλά πλήρως απασχολούμενη μετά το κολέγιο».
Εκείνος γέλασε. «Έτσι εξηγείται το ότι δεν είναι στον τύπο σου το κέντημα ή οι χοροεσπερίδες».
Γέλασε και η Κάρι. «Ακριβώς. Μου αρέσει να δουλεύω στα κτήματα, επειδή μπορείς να δεις και να γευτείς τα αποτελέσματα
του κόπου σου. Μου αρέσει να βλέπω να αναπτύσσονται τα κλήματα που εγώ φύτεψα, να γίνονται προϊόν που μπορεί να το
απολαύσει ο κόσμος. Έχω δουλέψει σε κάθε στάδιο και τώρα είμαι εδώ για να μάθω το κομμάτι της διαφήμισης και της
λιανικής πώλησης, εφαρμόζοντας παράλληλα όσα διδάχτηκα στο κολέγιο».
«Γιατί επέλεξες το Γουίντερ Χέιβεν για το πείραμά σου;»
Αυτές ήταν οι εύκολες ερωτήσεις, τις ήξερε παπαγαλία. Χαλάρωσε λίγο περισσότερο, και μαζί της χαλάρωσε και ο κόμπος
του άγχους στο στομάχι της. «Το Γουίντερ Χέιβεν είχε όλα τα προτερήματα που αναζητούσα. Είναι ο ιδανικός μικρός
παραθεριστικός τόπος, με αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα κρασιά. Οι άνθρωποι εδώ δεν έχουν πρόσβαση σε πολλά ευρωπαϊκά
κρασιά, όπως στη Βοστόνη ή στη Νέα Υόρκη, για παράδειγμα. Ε, αυτοί ειδικά είναι οι άνθρωποι που θέλουμε να γνωρίσουν
τα κρασιά μας και να τα αγαπήσουν. Αλλά, κυρίως, επέλεξα το Γουίντερ Χέιβεν επειδή μου μιλούσε συχνά η μητέρα μου γι’
αυτό το μέρος και μάλιστα με πολλή τρυφερότητα. Είχε αποκομίσει τόσο ωραίες ανα...» Η φωνή της έσβησε. Οι αναμνήσεις
της μητέρας της. Να ήταν άραγε κι αυτές ένα ψέμα; Μήπως το μοναδικό πράγμα που είχε κάνει υπέροχο αυτό το μέρος για
εκείνη ήταν ένας άντρας με τον οποίο σχετίστηκε;
Το βλέμμα της έφυγε, πλανήθηκε κάπου αλλού, και ο Ντάνιελ ήρθε αντιμέτωπος με το μοναδικό πράγμα που όλοι οι
δημοσιογράφοι έτρεμαν.
Τη νεκρική σιγή.
«Υπέροχες τι;» την παρότρυνε.
«Εεε... αναμνήσεις. Είναι πολύ όμορφη πόλη». Τα μάγουλά της κοκκίνισαν.
Ο Ντάνιελ την κοίταξε ανήσυχος. «Είσαι καλά;»
«Μια χαρά είναι», φώναξε ο Ματ, ανεβαίνοντας στο πλατό.
«Τι στην ευχή κάνεις; Φύγε από δω». Ο Ντάνιελ στράφηκε προς το συνεργείο. «Στοπ!»
«Δε φεύγω. Σου είπα ότι έχω μια έκπληξη για τους δυο σας». Στριφογύρισε το δάχτυλό του στον αέρα, δίνοντας εντολή
στους τεχνικούς να συνεχίσουν να τραβάνε.
Ο Ντάνιελ πετάχτηκε αμέσως όρθιος, αλλά προτού προλάβει να αρθρώσει λέξη, ο Ματ είχε ήδη ξαναπάρει το λόγο. Τι στο
διάβολο συνέβαινε; Αφού του το είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή. Με ποιο δικαίωμα λοιπόν ανακατευόταν στο δικό του
κομμάτι;
«Απέτυχες στη δοκιμασία της πριγκίπισσας, Καρλίτα Σαντάρο, αν είναι αυτό το πραγματικό σου όνομα», της είπε ο Ματ μ’
ένα μοχθηρό βλέμμα στα μάτια. «Γιατί, όπως αποδεικνύεται, δεν είσαι αληθινή πριγκίπισσα, έτσι δεν είναι;»
Ο Ντάνιελ ένιωσε να του κόβεται το αίμα. Είδε το χαρτί που κρατούσε ο Ματ στο χέρι του. Το ήξερε πολύ καλά. Πάρα πολύ
καλά. Γιατί δεν το είχε σκίσει; Γιατί το είχε αφήσει στο φάκελο;
Η Κάρι έχασε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. «Πώς... πώς το ανακάλυψες;»
Ο Ματ χτύπησε τον ώμο του Ντάνιελ. «Ο δαιμόνιος ρεπόρτερ από δω το βρήκε. Το ήξερα ότι κάτι έκρυβε. Αλλά, βλέπεις,
το ’ριξε στις γλύκες και στα κομπλιμέντα και ξεχάστηκε να το αποκαλύψει. Δεν είναι ο βασιλιάς ο πατέρας σου, σωστά;»
Η Κάρι στράφηκε στον Ντάνιελ. «Πώς μπόρεσες;» Το πρόσωπό της είχε γίνει κάτωχρο. Έσπρωξε πίσω την καρέκλα της και
στάθηκε όρθια. «Συγνώμη... πρέπει να φύγω».
Κατέβηκε μεμιάς από το πλατό. Ο Ντάνιελ έτρεξε για να την προλάβει. Ο Ματ ούρλιαζε στους τεχνικούς να ακολουθούν
κάθε τους κίνηση, πράγμα που έγινε. Όλοι οι προβολείς άναψαν, φωτίζοντας τα πάντα.
«Κάρι, περίμενε!»
Εκείνη στράφηκε. «Πώς μπόρεσες; Πώς μπόρεσες να μου το πετάξεις κατάμουτρα, μπροστά στις κάμερες; Σ’
εμπιστεύτηκα!»
«Δεν είχα σκοπό να το πω πουθενά, Καρλίτα. Σου τ’ ορκίζομαι».
«Σταμάτα να με λες έτσι! Δεν είμαι αυτή! Δεν είμαι η τρίτη πριγκίπισσα του Ουτσέλι. Δεν είμαι καν μια Σαντάρο. Κι εσύ το
ήξερες και το εκμεταλλεύτηκες. Υπεράνω όλων η δουλειά, ε; Νόμιζα πως ήσουν διαφορετικός. Έκανα λάθος. Μεγάλο
λάθος». Προχώρησε, έκανε δυο βήματα και σταμάτησε απότομα. Τα γόνατά της λύγισαν. «Ω, όχι».
Η Άναμπελ στεκόταν εκεί και την κοιτούσε με μια έκφραση απογοήτευσης στο ντελικάτο προσωπάκι της. Η Γκρέτα ήταν
πίσω από την εγγονή της, με το χέρι προστατευτικά ακουμπισμένο στον ώμο της μικρής. «Δεν είσαι πριγκίπισσα;» ρώτησε με
σβησμένη την παιδική της φωνούλα.
«Λυ... λυπάμαι, Άναμπελ. Ειλικρινά, λυπάμαι». Προτού προλάβει ο Ντάνιελ να τη σταματήσει, η Κάρι όρμησε έξω από την
αίθουσα. Η βαριά πόρτα του στούντιο έκλεισε με πάταγο πίσω της.
Ο Ντάνιελ έμεινε από την άλλη μεριά. Πώς στην ευχή είχαν πάει όλα τόσο στραβά; Έκανε μεταβολή. «Τι πήγες κι έκανες;»
Κατανίκησε την έντονη επιθυμία του να πετάξει τον Ματ από το παράθυρο και αρκέστηκε να σφίξει τις γροθιές του.
«Είπα αυτό που εσύ φοβόσουν τόσο πολύ να πεις. Ότι η δοκιμασία που επέβαλε η Αποκαλυπτική Ενημέρωση στην
πριγκίπισσα ξεσκέπασε το μεγάλο ψέμα. Ω, θα γίνει πρώτο θέμα παντού. Δε βλέπω την ώρα να με καλέσουν από το CBS για
να τους δώσω την αποκλειστικότητα».
«Δεν έχεις το δικαίωμα να το κάνεις. Την εκμεταλλεύεσαι για να ανεβάσεις τα νούμερα!»
«Και λοιπόν; Πού είναι το κακό; Αυτό δεν κάνει κάθε μέρα το σινάφι μας;»
«Εγώ όχι», του είπε ο Ντάνιελ. Η αηδία που ένιωσε για τη δουλειά του, για το αφεντικό του, για ολόκληρη την παραγωγή
έφτασε σε πρωτόγνωρο σημείο. Όχι, δεν ήταν έτσι. Δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει αυτό το είδος του ανθρώπου. «Όχι πια».
«Μας έπεισες! Λες και δε θα θυσίαζες ακόμα και το δεξί σου χέρι για να σου πέσει ένα τέτοιο θέμα όταν δούλευες στη Νέα
Υόρκη. Το λόγο που καταχώνιασες στο φάκελό σου αυτή την πληροφορία αντί να τη χρησιμοποιήσεις δε θα τον μάθω ποτέ.
Αυτό το πράγμα ήταν σκέτο χρυσωρυχείο».
«Ο άλλος Ντάνιελ Ρέινολντς, ο προηγούμενος εαυτός μου, θα το είχε εκμεταλλευτεί. Εκείνος ο Ντάνιελ έκανε πολλά λάθη
στη ζωή του. Αλλά ετούτος εδώ ο Ντάνιελ λέει... παραιτούμαι». Σήκωσε ψηλά τα χέρια, και για πρώτη φορά από τότε που
είχε πιάσει δουλειά σ’ αυτό το κανάλι, ένιωσε όμορφα με τον εαυτό του. «Δεν είμαι πια εκείνος ο άνθρωπος. Και βαρέθηκα
να τον παριστάνω».
Μετά πήρε δύο από τους τρεις ανθρώπους που σήμαιναν το παν γι’ αυτόν, δηλαδή τη μητέρα του και την κόρη του, και
βγήκαν πιασμένοι χέρι χέρι από το στούντιο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Το αγαπημένο της καναπεδάκι κάτω από το παράθυρο δεν της πρόσφερε καμιά ανακούφιση. Αφού έφυγε από το στούντιο, η
Κάρι επέστρεψε στο σπίτι, έβαλε ένα κρύο τσάι, τυλίχτηκε σε μια κουβέρτα και αντί να νιώσει πιο χαλαρωμένη, η ένταση και
η αγωνία της αυξήθηκαν.
Αλλά περισσότερο ένιωθε ταραχή επειδή ήταν παρούσα στο συμβάν η Άναμπελ. Αν ήξερε πως θα ήταν εκεί η μικρή, δε θα
είχε πει τίποτα. Τι μπέρδεμα. Και το χειρότερο ήταν πως το είχε προκαλέσει μόνη της. Πρώτον, επειδή είχε συμφωνήσει να
κάνει αυτό το ανόητο τεστ και, δεύτερον, επειδή είχε ξεστομίσει το μοναδικό πράγμα που ήθελε να κρατήσει κρυφό.
Πίστευε ότι είχε καταφέρει να τιθασεύσει τον αυθορμητισμό της. Ότι επιτέλους, εκεί, μακριά από την ασφάλεια του πύργου,
τώρα, που κρατούσε το μέλλον της στα δικά της χέρια, είχε μάθει πρώτα να σκέφτεται και μετά να μιλάει. Προφανώς δεν είχε
μάθει τίποτα.
Ο Ντάνιελ της είχε τηλεφωνήσει ήδη δύο φορές, αλλά εκείνη είχε αφήσει να απαντήσει ο τηλεφωνητής. Δεν μπορούσε να
τον αντιμετωπίσει. Όχι ακόμα.
Το πιθανότερο ήταν πως την ήθελε για να του παραχωρήσει μια καινούρια συνέντευξη, αυτή τη φορά για το θέμα της
πατρότητάς της ώστε να τη μεταδώσει παγκοσμίως. Έκλεισε τα μάτια της, βλέποντας κιόλας το αύριο. Η κάβα ίσως να
συνέχιζε να υπάρχει, όμως οι πωλήσεις θα έπεφταν κατακόρυφα. Και τα κρασιά του Ουτσέλι θα αμαυρώνονταν για πάντα από
τη σχέση τους μαζί της. Αλλά πάνω απ’ όλα θα ήταν η αντίδραση των γονιών της.
Αναστέναξε. Έπαιξε με το κινητό τηλέφωνό της, το στριφογυρνούσε στην παλάμη της.
Ήταν η στιγμή.
Της φάνηκε ένας αιώνας μέχρι να συνδεθεί και στο μεταξύ περνούσε τον αντίχειρά της πάνω από το κουμπί της
αποσύνδεσης, μία, δύο, τρεις φορές. Αλλά τελικά περίμενε ώσπου άκουσε το γνώριμο χαιρετισμό.
«Μία μπέλα. Τι ωραία έκπληξη!» Η φωνή της μητέρας της ήταν ζεστή, γεμάτη αγάπη.
Προς στιγμήν η Κάρι σκέφτηκε να μην αναφέρει τίποτα, αλλά δε γινόταν. Χρειαζόταν απαντήσεις. «Γεια σου, μαμά».
Βάλθηκε να παίζει με τα κρόσσια της κουβέρτας της, ανήμπορη να συνεχίσει. «Γνώρισα και κάποιον άλλον στο Γουίντερ
Χέιβεν. Κάποιον που σε ξέρει».
«Αλήθεια; Μπράβο». Η φωνή της μητέρας της έγινε άχρωμη. Η ένταση εκμηδένισε τα χιλιάδες χιλιόμετρα που τις χώριζαν.
«Είπε ότι σε ξέρει. Και μάλιστα πολύ καλά. Θυμάσαι κάποιον Ρίτσαρντ Πάρκερ;»
«Ο Ρίτσαρντ». Η Μπιάνκα είπε το όνομα με μια ανάσα. «Σε βρήκε;»
«Ναι. Και μου είπε ότι...» Η Κάρι έκλεισε τα μάτια της και βρέθηκε πάλι στη λίμνη, τότε που αντίκρισε ένα βλέμμα γνώριμο,
όμοιο με το δικό της, άκουσε ξανά τις λέξεις που έφεραν τα πάνω κάτω στη ζωή της. «Ότι είναι πατέρας μου». Ένας λυγμός
στάθηκε στο λαιμό της. «Είναι αλήθεια;»
Η Μπιάνκα έμεινε αμίλητη για πολλές στιγμές. Η τηλεφωνική γραμμή σύριζε. «Ναι».
Μια λέξη που άλλαξε όλα όσα νόμιζε ότι γνώριζε η Κάρι για τον εαυτό της. Δεν το είχε συνειδητοποιήσει μέχρι εκείνη τη
στιγμή, ίσως επειδή ήλπιζε πως η μητέρα της θα το αρνιόταν. Πως ο Ρίτσαρντ ήταν ένας τρελός ή ότι τα είχε βγάλει όλα από
το μυαλό της και τίποτα απ’ αυτά δεν είχε συμβεί στην πραγματικότητα. Το τηλέφωνο έτρεμε στο αυτί της, δάκρυα κύλησαν
στα μάγουλά της. «Γιατί δε μου το είχες πει;»
«Νόμιζα πως δεν το ήξερε. Έφυγα τόσο βιαστικά και δε... δεν τον ξαναείδα από τότε. Ήταν πολύ πιο εύκολο να ξαναγυρίσω
στη ζωή μου και να ξεχάσω αυτό που είχε συμβεί».
«Είπε πως το ήξερε από την αρχή. Και πως ήταν σίγουρος ότι γι’ αυτόν το λόγο έφυγες τόσο βιαστικά από την Αμερική.
Αλλά αφού είχες επιλέξει να γυρίσεις στο Ουτσέλι και στον μπαμπά, κατάλαβε ότι έπρεπε να μείνει μακριά σου». Στην αρχή,
όταν ο Ρίτσαρντ Πάρκερ πήγε και της είπε την ιστορία του, η Κάρι ήθελε να πιστεύει πως της έλεγε ψέματα. Πως ήταν ένας
τυχοδιώ-κτης που ήθελε να εκβιάσει τη βασιλική οικογένεια.
Αλλά καθώς συζητούσαν, και η μιας ώρας κουβέντα έγινε δύο, κατάλαβε πως είχε μπροστά της έναν άνθρωπο που
εξακολουθούσε να είναι βαθιά ερωτευμένος με τη μητέρα της. Και της είχε αποκαλυφτεί μόνο και μόνο επειδή πίστευε πως
ήταν πια αρκετά μεγάλος για να μάθει την αλήθεια. Κι επειδή ήθελε να γνωρίσει την κόρη του.
«Δεν ξαναεπικοινωνήσαμε ποτέ από τότε», είπε αδύναμα η Μπιάνκα. «Πάντα αναρωτιόμουν πώς να πήγε η ζωή του».
Η Κάρι μπορούσε να διακρίνει την αγάπη στη φωνή της μητέρας της. Αυτή η σχέση είχε τελειώσει πριν από δυο δεκαετίες,
αλλά ήταν ολοφάνερο πως η στοργή δεν είχε πεθάνει ποτέ. Κι αυτό μετρίασε το θυμό της επειδή δεν της είχαν πει την
αλήθεια. Κάπως. «Παντρεύτηκε. Έκανε δυο παιδιά. Μένει ακόμα εδώ, ασχολείται ακόμα με τη δικηγορία. Όμως είναι
μεγάλος τώρα και σκέφτεται να σταματήσει».
«Ωραία», είπε η Μπιάνκα, μ’ έναν τόνο μελαγχολίας στη φωνή της. «Λυπάμαι που το έμαθες μ’ αυτό τον τρόπο. Είχα
αποφασίσει να μη σου το πω ποτέ».
«Είχα δικαίωμα να ξέρω, μαμά».
«Συγνώμη, αγάπη μου. Ειλικρινά, συγνώμη».
«Ο μπαμπάς το ξέρει;»
«Ναι», αποκρίθηκε η Μπιάνκα, αφήνοντας μια βαθιά ανάσα. «Ήμουν έτοιμη να φύγω, ξέρεις. Να παραιτηθώ από το θρόνο,
να τα εγκαταλείψω όλα».
«Θα εγκατέλειπες τη Μαριαμπέλα και την Αλέγκρα;»
«Αυτό ποτέ! Όμως ήθελα περισσότερα. Ήθελα... όσα δεν είχα. Και το ειρωνικό είναι πως ήταν ο Ρίτσαρντ αυτός που μου
έδειξε τη σωστή απόφαση που έπρεπε να πάρω».
«Κι έτσι έμεινες». Η Κάρι δεν ήξερε αν αυτό τη θύμωνε περισσότερο ή την έκανε να συναισθανθεί τη μητέρα της.
«Η θέση μου είναι εδώ, κάρα. Με τον άνθρωπο που αγαπώ πραγματικά, στη χώρα που λατρεύω. Δεν είχα συνειδητοποιήσει
πόσο πολύ αγαπούσα τον πατέρα σου κι αυτή τη χώρα, ώσπου κόντεψα να τα χάσω όλα».
Η Κάρι είχε συμπαθήσει τον Ρίτσαρντ Πάρκερ. Είχε μια απλότητα που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον πεισματάρη,
οξύθυμο, αλλά και τόσο στοργικό πατέρα της. Μπορούσε να καταλάβει γιατί είχε τραβήξει τη μητέρα της. Ο Ρίτσαρντ ήταν η
προσωποποίηση της ήρεμης λίμνης, της γαλήνης μέσα στον ταραγμένο ωκεανό που ήταν η βασιλική ζωή. «Μακάρι να μου το
είχες πει. Τόσα χρόνια πέρασαν και δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να τον γνωρίσω».
«Λυπάμαι... για πολλούς λόγους». Ο τόνος της Μπιάνκα μαρτυρούσε πως είχε πολλές τύψεις και μετάνιωνε πραγματικά.
Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό της Κάρι. «Πρέπει να κλείσω, μαμά. Χρειάζομαι λίγο χρόνο για να σκεφτώ».
«Σ’ αγαπώ, Καρλίτα. Έκανα αυτό που νόμιζα σωστό».
«Κι εγώ το ίδιο», είπε εκείνη, ενώ σκεφτόταν όσα είχαν συμβεί στο στούντιο, ότι το είχε βάλει στα πόδια αντί να καθίσει και
να υπερασπιστεί τον εαυτό της. «Αλλά δεν ξέρω αν ήταν το σωστό».
Αφού τελείωσε η συνομιλία, η Κάρι παρέμεινε για πολλή ακόμα ώρα στο καναπεδάκι της μπροστά στο παράθυρο,
παρατηρώντας το φεγγάρι να καθρεφτίζεται πάνω στα ήσυχα νερά της λίμνης και ακούγοντας τα νυχτοπούλια να καλούν το
ένα το άλλο.

Η Άναμπελ αρνιόταν να του μιλήσει. Είχε κουλουριαστεί στο κρεβάτι της, είχε στραφεί προς τον τοίχο, μακριά από τον
πατέρα της, και προσποιούνταν ότι κοιμόταν. Όταν ο Ντάνιελ είχε καλέσει τη μητέρα του και την κόρη του στο στούντιο για
να δουν το γύρισμα, πίστευε ότι θα ήταν κάτι που θα χαροποιούσε την Άναμπελ. Ούτε στους χειρότερους εφιάλτες του δεν
μπορούσε να φανταστεί ότι ο Ματ θα έριχνε αυτή τη βόμβα για την αληθινή ταυτότητα της Κάρι, αφήνοντας την κόρη του
σαστισμένη, αλλά και νευριασμένη μαζί του επειδή την είχε απογοητεύσει.
Για μία ακόμη φορά.
Ήταν τραγικό το λάθος του να αφήσει το χαρτί στο φάκελο. Θα έπρεπε να είχε βρει έναν τρόπο να το προφτάσει, να μην
αφήσει τη βόμβα να εκραγεί. Και να καταστρέψει έτσι τη ζωή της Κάρι. Κι αυτό το λάθος του ήταν πολύ χειρότερο από
εκείνο το βίντεο που είχε δημοσιευτεί στο Διαδίκτυο, επειδή αυτή τη φορά οι συνέπειες της πράξης του έθιγαν τον άνθρωπο
που τον ενδιέφερε.
«Θέλεις να σου διαβάσω ένα παραμύθι;» τη ρώτησε, κάνοντας ακόμα μια προσπάθεια μαζί της.
Ακούστηκε ένα πνιχτό όχι.
«Ε... μήπως θέλεις να παίξουμε ένα επιτραπέζιο;»
«Όχι».
Έψαξε στο μυαλό του για μια δελεαστική πρόταση. Αλλά δε βρήκε τίποτα. «Θέλεις να σου φέρω το αγαπημένο σου
κουβερτάκι;»
Η Άναμπελ στριφογύρισε και τον κοίταξε. «Μπαμπά, δεν έχω πια κουβερτάκι. Μεγάλωσα, δεν είμαι μωρό». Ξεφύσηξε
αγανακτισμένη και ξαναγύρισε ώστε να κοιτάζει τον τοίχο.
Ο Ντάνιελ μπήκε στον πειρασμό να φύγει από το δωμάτιο. Πάντοτε του ήταν πιο εύκολη αυτή η λύση, παρά να
προσπαθήσει να ρίξει τα τείχη ανάμεσα σ’ εκείνον και στην κόρη του. Επειδή το να ρίξει αυτά τα τείχη θα σήμαινε να εκθέσει
παλιές πληγές, που κάποιες από αυτές έμεναν ακόμα ανοιχτές.
Προχώρησε μισό βήμα προς την πόρτα, κοντοστάθηκε, γύρισε πίσω.
Να αρχίσεις με το να ακούς.
Μήπως ήταν εκεί το λάθος του και σ’ ό,τι αφορούσε την κόρη του; Μήπως είχε δοθεί ολοκληρωτικά στη δουλειά του για να
επιβιώσει και είχε πάψει να ακούει; Κοίταξε το λεπτεπίλεπτο, πολύτιμο προσωπάκι της που κρυβόταν στο μαξιλάρι και τα
κλειστά ματάκια της που όμως τα βλέφαρά τους πετάριζαν καθώς προσπαθούσε να δει αν ο πατέρας της είχε φύγει.
Το να ακούσει την Άναμπελ σήμαινε ότι θα έμπαινε στον κόσμο της. Κάτι που πραγματικά είχε αργήσει πολύ να κάνει.
Προφανώς επειδή δεν ήξερε τι ήταν σημαντικό για εκείνη. Είχε ήδη χάσει τη γυναίκα του, δεν άντεχε να χάσει και την κόρη
του. Και, αν μπορούσε να διορθώσει αυτό το κομμάτι της ζωής του, τότε ίσως να έβρισκε έναν τρόπο για να επανορθώσει και
με την Κάρι. Ένα βήμα τη φορά.
Προχώρησε μέχρι τη γωνία του δωματίου και κάθισε σε μια από τις μικροσκοπικές καρέκλες γύρω από το τραπεζάκι της
Άναμπελ. Ευχήθηκε να τον κρατούσε.
Έπειτα έπιασε δυο κουκλάκια που βρήκε σε ένα παιχνιδόκουτο, τα κάθισε στις άλλες καρέκλες και άρχισε να μιλάει.
«Καλώς ήρθατε στο τσάι-πάρτι μου, Μπούμπη, και ε... Λαγέ». Να πάρει, πάλι δε θυμόταν το όνομα. «Ποιος θέλει τσάι;»
Άκουσε τότε την Άναμπελ να γυρνάει πλευρό. Αλλά δεν του μίλησε, ούτε σηκώθηκε από το κρεβάτι. Ο Ντάνιελ έγειρε
μπροστά, νιώθοντας κάπως γελοίος, αλλά ήξερε ότι εδώ διακυβεύονταν πολύ περισσότερα απ’ ό,τι το επίπεδο σοβαρότητάς
του. «Εντάξει, Μπούμπη, σου βάζω». Σήκωσε μια πλαστική τσαγιέρα και προσποιήθηκε ότι γέμιζε ένα πλαστικό φλιτζανάκι.
«Α, θες και κουλουράκι; Αλλά μόνο ένα, γιατί αλλιώς δε θα σου μείνει χώρος για το φαγητό, εντάξει;»
Με την άκρη του ματιού του είδε την Άναμπελ να ανακάθεται και να βγάζει τα πόδια της έξω από το κρεβάτι για να σηκωθεί.
Η ελπίδα άρχισε να φτερουγίζει στο στήθος του.
«Όλα κι όλα, Λαγέ, περίμενε τη σειρά σου». Προσποιήθηκε πως γέμιζε άλλο ένα φλιτζάνι, αλλά ύψωσε τη φωνή του σε πιο
δραματικό τόνο. «Όχι, δεν έχει καρότα σήμερα! Λυπάμαι, φιλαράκο». Μετά έστρεψε την τσαγιέρα προς το τρίτο φλιτζάνι.
«Τι λέτε, παιδιά, να σερβίρουμε λίγο τσάι και στην Άναμπελ; Πού ξέρετε; Μπορεί να θέλει να μας κάνει παρέα». Τα
κουκλάκια τον κοιτούσαν μουγκά. Θαρρείς και πίστευαν πως ήταν χαζός.
Η αλήθεια είναι πως ένα κομμάτι του εαυτού του ένιωθε έτσι ακριβώς. Αλλά το άλλο κομμάτι του, η πλευρά του Ντάνιελ
που δε γνώριζε ότι η Μπελ είχε σταματήσει πια να παίζει με το μωρουδίστικο κουβερτάκι και που έμενε αυτό το βράδυ να
κοιτάζει την πλάτη της, του έλεγε να επιμείνει. Δε συνέβαιναν σε μια στιγμή τα θαύματα.
Έσπρωξε το τρίτο φλιτζάνι μπροστά από το άδειο καρεκλάκι και μετά έβγαλε έναν ήχο, προσποιούμενος ότι γέμιζε και το
δικό του φλιτζάνι. Χτύπησε το μέτωπό του και απευθύνθηκε στον Μπούμπη. «Ξέρεις τι ξέχασα; Να βάλω τα καλά μου ρούχα
για το πάρτι. Δεν πας ποτέ με τα καθημερινά σου ρούχα σ’ ένα πάρτι. Η Άναμπελ μου το έχει τονίσει, αλλά εγώ το ξεχνάω.
Πόσο χαζός είμαι;» Σηκώθηκε όρθιος και πήγε στο καλάθι που έβαζε η κόρη του τα ρούχα των μεταμφιέσεών της. «Λοιπόν,
παιδιά, τι λέτε να φορέσω;»
«Να, βάλε αυτό εδώ, μπαμπά». Η Άναμπελ του πέταξε ένα ροζ φουλάρι με πούπουλα. Ήταν γελοίο, όμως αυτό ακριβώς
ήθελε η κόρη του, οπότε αυτό ήθελε κι εκείνος.
«Τέλεια». Πήρε το φουλάρι και το τύλιξε γύρω από το λαιμό του, μετά κάθισε πάλι στο καρεκλάκι. Ένιωθε αυτό το
κοριτσίστικο αξεσουάρ να τον ενοχλεί στο στήθος, αλλά ήταν επιθυμία της κόρης του κι έπρεπε να το υπομείνει. Γιατί η
ελπίδα φούντωνε μέσα του, τον έκανε να τολμήσει να πιστέψει πως όλα θα μπορούσαν να διορθωθούν. Ίσως όχι μ’ ένα
μονάχα ψεύτικο τσάι-πάρτι, ωστόσο δεν έπαυε να είναι μια αρχή. «Θα μας κάνεις παρέα, πριγκίπισσα Άναμπελ;»
Εκείνη έγνεψε καταφατικά, φόρεσε το πλαστικό στέμμα της και τα πλαστικά τακούνια και κάθισε στην καρέκλα της.
«Φυσικά, λατρεύω το τσάι, μπαμπά».
Ο Ντάνιελ χαμογέλασε και της τσίμπησε το πιγούνι. «Κι εγώ λατρεύω εσένα, μωρό μου».
Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της Άναμπελ και τα μάτια της έλαμψαν. «Μπαμπά;»
«Ναι;»
«Κι εγώ σε λατρεύω». Μεμιάς πετάχτηκε από την καρέκλα της και χώθηκε στην αγκαλιά του πατέρα της. Και του γαλήνεψε
την καρδιά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Την επόμενη μέρα, το μαγαζί ήταν σανίδα σωτηρίας για την Κάρι. Στρώθηκε στη δουλειά κι αυτό τη βοήθησε να μη
σκέφτεται όσα θα συνέβαιναν αργότερα, όταν θα παιζόταν στην τηλεόραση η εκπομπή. Και τότε θα άρχιζε ο πόλεμος. Όλα τα
κανάλια του κόσμου θα κατέφθαναν, και τους επόμενους μήνες δε θα υπήρχαν παρά μόνο αρνητικά πρωτοσέλιδα.
Και στο κέντρο των μαχών θα βρισκόταν ο πολυαγαπημένος της αμπελώνας.
«Παραείσαι ήσυχη σήμερα», είπε η Φέιθ, πηγαίνοντας κοντά της.
«Απλώς σκέφτομαι τι θα γίνει μόλις βγει η εκπομπή στον αέρα». Όταν πήγε στη δουλειά, την Παρασκευή το πρωί, μίλησε
στη Φέιθ για το φιάσκο στο στούντιο. Η κοπέλα είχε δείξει απόλυτη κατανόηση και της είχε συμπαρασταθεί, κάτι που
σήμαινε ότι ήταν πραγματική φίλη.
«Ίσως και να μην είναι τόσο χάλια τα πράγματα όσο νομίζεις», την καθησύχασε, πιάνοντας το χέρι της. «Εντάξει, μπορεί και
να είναι, όμως είσαι πολύ δυνατή. Θα τα πας μια χαρά».
«Το ελπίζω».
«Αν πρόκειται να διευθύνεις ολόκληρο αμπελώνα, θα πρέπει να είσαι πιο σίγουρη για όλα».
«Ο αμπελώνας και τα κρασιά μας είναι εξαιρετικά. Γι’ αυτά είμαι απόλυτα σίγουρη».
«Εννοούσα ότι θα πρέπει να είσαι πιο σίγουρη για τον εαυτό σου». Τα πράσινα μάτια της Φέιθ κοιτούσαν σοβαρά την Κάρι.
«Είσαι τέλεια σ’ αυτό, όπως τέλεια θα είσαι όταν θα διευθύνεις τον αμπελώνα ή τις επιχειρήσεις στο εξωτερικό, ή οτιδήποτε
αναλάβεις να κάνεις».
«Οι πωλήσεις είναι ψηλά επειδή ο κόσμος εντυπωσιάστηκε από την παρουσία μιας πριγκίπισσας», σχολίασε η Κάρι και
σούφρωσε τα χείλη της. «Μολονότι τώρα που ο ίδιος κόσμος θα μάθει πως η πριγκίπισσα δεν είναι γνήσια, είμαι σίγουρη ότι
θα πέσουν και οι πωλήσεις».
«Πράγματι, κάποιοι αγόρασαν κρασιά μόνο και μόνο επειδή θαμπώθηκαν από το συσχετισμό τους με βασιλιάδες. Αλλά οι
περισσότερες πωλήσεις μας, και οι μόνιμοι πελάτες μας, οφείλονται στο ότι τα κρασιά είναι μοναδικά, όπως είσαι κι εσύ
μοναδική πωλήτρια. Δεν ξέρεις πόσα πράγματα έμαθα δίπλα σου μόνο και μόνο που σε παρακολουθούσα».
«Αλήθεια;»
«Ακούς τους ανθρώπους. Τους κερδίζεις, γιατί δε σε νοιάζει απλώς να αγοράσουν κάτι, αλλά τους συμβουλεύεις ώστε να
αγοράσουν εκείνο που πραγματικά τους ταιριάζει. Κι αυτό οι πελάτες το εκτιμούν αφάνταστα. Δεν έχει να κάνει λοιπόν με το
γεγονός ότι είσαι πριγκίπισσα, αλλά με το ότι πάνω απ’ όλα είσαι άνθρωπος με άλφα κεφαλαίο».
Σ’ όλη της τη ζωή, η Κάρι ψαχνόταν, προσπαθώντας να ανακαλύψει ποια ήταν η θέση της στον κόσμο, εκτός από τρίτη
κόρη του βασιλιά του Ουτσέλι. Και τώρα, εκεί, μέσα σ’ αυτό το μικρό μαγαζάκι, είχε βρει επιτέλους τον εαυτό της. Ήταν
απλά η Κάρι, μια γυναίκα παθιασμένη με τη δουλειά της.
Και είχε καταφέρει με επιτυχία να είναι ο εαυτός της. Το συναίσθημα ήταν ολοκαίνουριο κι έκανε την καρδιά της να
φουσκώνει από ευτυχία. Μακάρι να έβρισκε έναν τρόπο να διατηρήσει αυτό το συναίσθημα και συγχρόνως να διαφυλάξει την
υπόληψη της οικογένειάς της.
Η πόρτα του καταστήματος άνοιξε και μπήκε μέσα ο Ντάνιελ. Στην αρχή η Κάρι ένιωσε το γνώριμο καρδιοχτύπι, αλλά μετά
θυμήθηκε ότι ήταν κι αυτός μέρος της τηλεοπτικής εκπομπής που σε λίγες ώρες έμελλε να διαλύσει τη ζωή της. Αυτός είχε
βγάλει στην επιφάνεια τα γεγονότα. Αυτός τα είχε χρησιμοποιήσει εναντίον της. Έκανε λοιπόν μεταβολή και κατευθύνθηκε
προς το μέσα δωμάτιο. «Δεν μπορώ να τον αντιμετωπίσω», είπε στη Φέιθ.
Αν ήλπιζε πως ο Ντάνιελ θα δεχόταν τη σπόντα και θα την άφηνε να περάσει, έκανε λάθος. Αντί γι’ αυτό, την ακολούθησε.
«Πήρες αυτό που ήθελες, Ντάνιελ. Άφησέ με ήσυχη τώρα».
«Δεν ήθελα αυτό. Δεν είχα καμιά πρόθεση να χρησιμοποιήσω στην εκπομπή αυτή την πληροφορία».
«Αλήθεια; Δε μου είχες πει ότι όλο το θέμα ήταν να αποδείξεις αν είμαι ή δεν είμαι αληθινή πριγκίπισσα; Και γιατί όταν
έπεσε στα χέρια σου αυτή η πληροφορία για τον αληθινό πατέρα μου δεν ήρθες κατευθείαν σ’ εμένα;»
«Εγώ...» Αναστέναξε. «Εντάξει, ναι. Στην αρχή ταλαντεύτηκα λίγο για το αν έπρεπε να τη χρησιμοποιήσω. Αλλά αμέσως
μετά σκέφτηκα πόσο θα επηρέαζε μια τέτοια αποκάλυψη εσένα, το μαγαζί, και επέλεξα να μην το πω σε κανέναν».
«Και τότε πώς το ανακάλυψε ο Ματ;» Ύψωσε το χέρι, προτού εκείνος προλάβει να μιλήσει. «Αλλά ξέρεις κάτι; Δεν έχει
σημασία. Εύχομαι να κερδίσεις εκατομμύρια διαδίδοντας αυτό το σκάνδαλο σ’ όλο τον κόσμο!»
Ο Ντάνιελ βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του και κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα
κατέληγαν έτσι τα πράγματα».
«Μπορεί και να είναι έτσι. Αλλά τελικά τα κατέγραψαν όλα οι κάμερες. Πολύ βολικό για σένα. Πρώτα το θέμα και μετά οι
άνθρωποι, σωστά;»
«Η δουλειά μου είναι να ξετρυπώνω την αλήθεια, Κάρι».
Εκείνη αρνήθηκε να τον κατανοήσει. Να τον αφήσει να τη μαλακώσει. «Να βρεις άλλη! Κάποια που να σου επιτρέπει να
κοιμάσαι τα βράδια με ήσυχη τη συνείδησή σου». Του γύρισε την πλάτη και βάλθηκε να τακτοποιεί μια στοίβα με χαρτιά
πάνω στο γραφείο.
«Κάρι...»
«Έχεις το λαβράκι σου». Του έδειξε την πόρτα. «Τράβα και δώσ’ το στο λαό, Ντάνιελ!»
«Τέτοιος άνθρωπος νομίζεις πως είμαι;» Όταν εκείνη δεν του απάντησε, την έπιασε από το μπράτσο και τη γύρισε απαλά
προς το μέρος του. «Πιστεύεις πραγματικά ότι αυτό ήθελα;»
«Ποιος δημοσιογράφος δε θέλει τη μεγάλη είδηση;» Κούνησε το κεφάλι της για να εμποδίσει τα δάκρυα που απειλούσαν να
κυλήσουν ανεξέλεγκτα.
«Πράγματι. Κάποτε ζούσα για την ηδονή που προσφέρουν μια αποκλειστική συνέντευξη, το κυνήγι των στοιχείων, η
αποκάλυψη της αλήθειας. Αλλά πού με οδήγησε; Στο να χηρέψω και να πρέπει να αναθρέψω μόνος μου ένα παιδί που δε με
εμπιστεύεται. Αλλά και στο να χάσω τη μοναδική γυναίκα που με κατάλαβε». Η φωνή του έσπασε στις τελευταίες λέξεις και
η αποφασιστικότητα της Κάρι κλονίστηκε.
Ποιος Ντάνιελ ήταν; Εκείνος που ήθελε το θέμα με οποιοδήποτε προσωπικό κόστος; Ή ο ευάλωτος άντρας που
προσπαθούσε να κάνει το σωστό;
Ακούστηκε ένα σιγανό χτύπημα στην πόρτα. Ήταν η Φέιθ, που έβαλε το κεφάλι της μέσα. «Κάρι, συγνώμη που σε
διακόπτω, όμως έχει έρθει κάποιος που ζητάει να σε δει. Είναι ένας πελάτης μας που θέλει να ρωτήσει για κάποιο κρασί».
«Πρέπει να πάω», είπε εκείνη. «Εσύ μπορείς να φύγεις από την πίσω πόρτα». Έδειξε πίσω της και μετά βγήκε από το
δωμάτιο προτού καταρρεύσει τελείως κάθε ψήγμα αποφασιστικότητάς της.

Χρειάστηκε να περάσουν μόλις τριάντα δευτερόλεπτα για να αποφασίσει ο Ντάνιελ τι έπρεπε να κάνει. Στεκόταν στο στενό
δρομάκι στο πίσω μέρος του μαγαζιού και σκεφτόταν να ξαναμπεί μέσα και να κατασκηνώσει δίπλα στα ράφια ώσπου να
καταφέρει να τον πιστέψει η Κάρι. Αλλά επειδή, έστω και ύστερα από μόνο δύο βδομάδες, την είχε μάθει καλά, ήξερε ότι με
τα λόγια δε θα πετύχαινε τίποτα. Μια γυναίκα σαν την Κάρι, που θεωρούσε τα μέσα ενημέρωσης εχθρό της, χρειαζόταν
ακλόνητες αποδείξεις για να τον πιστέψει.
Αν λοιπόν είχε σκοπό να το κάνει, έπρεπε να βιαστεί.
Μπήκε στα γρήγορα στο αυτοκίνητό του και έτρεξε στο στούντιο, σπάζοντας σχεδόν ρεκόρ ταχύτητας. Φτάνοντας στο
κτίριο, δίστασε για λίγο έξω από την κλειδωμένη πόρτα. Έβαλε τον κωδικό και αναστέναξε ανακουφισμένος. Προφανώς ο
Ματ δεν είχε προλάβει να αλλάξει τον αριθμό.
Συμβουλεύτηκε το ρολόι του. Είχε δύο ώρες προθεσμία μέχρι να μεταδοθεί η εκπομπή. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να μπει
μέσα και κάνει το θαύμα.
Ο κωδικός του ίσχυε και για το θάλαμο της παραγωγής. Ένας καινούριος αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα χείλη
του μόλις είδε ότι μέσα στο γεμάτο εξοπλισμό χώρο υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος. «Γεια χαρά, Τεντ, πώς πάει;»
Ο Τεντ Λιντς, ένας εικοσάχρονος νεαρός, μάγος της τεχνολογίας κι εξπέρ στους υπολογιστές, που εργαζόταν στο στούντιο
ένα χρόνο, στριφογύρισε την καρέκλα του. «Ντάνιελ; Νόμιζα ότι ο Ματ σε απέλυσε».
Δύο επιλογές είχε. Να πει ψέματα ή την αλήθεια. Προσπάθησε να ψυχολογήσει τον Τεντ, όμως τον γνώριζε ελάχιστα. Δεν
ήξερε αν ο νεαρός θα καλούσε την ασφάλεια ή αν θα τον άφηνε να καθίσει στο κοντρόλ. «Ξέρεις τώρα τον Ματ», είπε τελικά,
ρίχνοντας άδεια για να πιάσει γεμάτα. «Δύσκολος άνθρωπος για να συνεργάζεσαι μαζί του».
Ο Τεντ ρουθούνισε. «Εμένα θα μου πεις;»
«Αλήθεια, ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτό το τεστ της πριγκίπισσας;»
«Ειλικρινά;» Ο Τεντ κοίταξε ολόγυρα, παρ’ όλο που ήταν μόνο οι δυο τους εκεί μέσα. «Νομίζω ότι είναι ανοησία.
Σπατάλησα τόσα χρόνια στο κολέγιο για να βγω έξω και να κάνω τη διαφορά. Να δείξω τι αξίζω, καταλαβαίνεις; Όμως τι θα
βγει μ’ αυτό;»
«Τίποτα ωραίο», είπε ο Ντάνιελ. Κάθισε σε μια άλλη περιστρεφόμενη καρέκλα και σύρθηκε μέχρι τον Τεντ. «Όμως εγώ έχω
έναν τρόπο για να δείξεις τι αξίζεις. Είσαι μέσα;»
«Πώς θα γίνει αυτό;»
«Ε, εντάξει, είναι λίγο ριψοκίνδυνο». Λίγο; Υπερβολικά, έπρεπε να πει. «Ίσως να σε βάλει σε μπελάδες. Αλλά, στην
καλύτερη περίπτωση, θα σε στείλει υποψήφιο για βραβείο Έμμυ».
Ο ενθουσιασμός του Τεντ δεν μπορούσε να κρυφτεί. Το πρόσωπό του αναψοκοκκίνισε. Και ο Ντάνιελ χαλάρωσε. Μέχρι
εκείνη τη στιγμή φοβόταν ότι ο νεαρός θα καλούσε την ασφάλεια.
«Τι είδους μπελάδες;» ζήτησε να μάθει ο Τεντ.
«Τους μεγαλύτερους», αποκρίθηκε ο Ντάνιελ. Κι αφού προσάρμοσε το κάθισμά του, βρήκε το απόσπασμα που είχαν
εγγράψει την προηγούμενη μέρα και στρώθηκε στη δουλειά.

Ένα τέταρτο πριν αρχίσει να μεταδίδεται το επεισόδιο της εκπομπής, η Φέιθ έπεισε την Κάρι να κλείσουν και να πάει στο
σπίτι της. «Και μόλις το δεις, έλα στο πάρτι μου».
«Σ’ ευχαριστώ. Θα το κάνω». Αγκάλιασε τη Φέιθ, έφυγε και γύρισε στο ήσυχο εξοχικό της λίμνης. Άνοιξε την πόρτα και
μπήκε μέσα, όμως αυτή τη φορά το όμορφο, ζεστό σπιτάκι δεν της πρόσφερε την ίδια αίσθηση θαλπωρής όπως άλλοτε. Ο
χώρος φάνταζε ξαφνικά άδειος, λες και απέπνεε... μοναξιά.
Γέμισε ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί Ουτσέλι, κάθισε στον καναπέ και άναψε την τηλεόραση. Όσο κι αν δεν ήθελε, θα
έβλεπε την πανωλεθρία της, γιατί έπρεπε να είναι προετοιμασμένη. Μόνο έτσι θα οπλιζόταν για όσα θα επακολουθούσαν.
Αλλά μόλις ξεκίνησε να παίζει το σήμα της Αποκαλυπτικής Ενημέρωσης, έχασε το κουράγιο της κι έκλεισε την τηλεόραση.
Σηκώθηκε, βούτηξε ένα ελαφρύ τζιν μπουφάν για να προστατευτεί από το βραδινό αγιάζι και βγήκε από το σπίτι. Η Φέιθ
έμενε μόλις πεντακόσια μέτρα μακριά, στην απέναντι όχθη της λίμνης, οπότε η Κάρι αποφάσισε να διανύσει με τα πόδια την
απόσταση, παρά να οδηγήσει. Ο καθαρός αέρας δρόσιζε το καυτό πρόσωπό της και φρέσκαρε τη σκέψη της. Έστω και λίγο.
Η μυρωδιά της ψησταριάς την οδήγησε στο μονοπάτι της Φέιθ και από εκεί στην καταπράσινη πίσω αυλή του σπιτιού της.
Κάμποσοι άνθρωποι που η Κάρι γνώριζε ήδη ήταν εκεί, όπως και κάποιοι που δεν ήξερε καθόλου.
Το βλέμμα της έψαξε τον κόσμο για τον Ντάνιελ, μετά μάλωσε τον εαυτό της που ακόμα ενδιαφερόταν. Το πιθανότερο ήταν
πως θα γλεντούσε σε κάποιο μπαράκι της πόλης τη μεγάλη του επιτυχία.
Αναρωτήθηκε μήπως έπρεπε να γυρίσει πίσω. Θα ήταν πιο εύκολο να απομονωθεί, να αντιμετωπίσει την προδοσία του
Ντάνιελ καθισμένη ολομόναχη στο καναπεδάκι της.
Θα το είχε κάνει η παλιά Κάρι, εκείνη που είχε μάθει ν’ αποφεύγει να εκδηλώνει τα συναισθήματά της δημοσίως, που είχε
μάθει με τον πιο σκληρό τρόπο ότι λίγοι φίλοι ήταν αληθινοί φίλοι. Ή θα το είχε βάλει στα πόδια, κανονίζοντας την τελευταία
στιγμή ένα ταξίδι μόνο και μόνο για να μην έρθει αντιμέτωπη με την πραγματικότητα.
Όμως η καινούρια Κάρι, εκείνη που ποθούσε όσο τίποτα να ζει σαν φυσιολογική κοπέλα, παρέμεινε. Οι φυσιολογικοί
άνθρωποι κατέφευγαν στους φίλους τους όταν είχαν κάποιο πρόβλημα. Οι φυσιολογικοί άνθρωποι πήγαιναν σε μπάρμπεκιου
και άφηναν το καλό φαγητό και την καλή συντροφιά να τους βοηθήσουν να ξεχαστούν για λίγο. Και στο εξής, η Κάρι θα
ήταν φυσιολογική.
Οτιδήποτε κι αν περιλάμβανε αυτό. Δε θα απαρνιόταν πια την καταγωγή της, δε θα αντιστεκόταν στις προσδοκίες της
οικογένειάς της. Δε θα απέφευγε πλέον τον εαυτό της.
Η Φέιθ πλησίασε για να την υποδεχτεί. «Ε, ήρθες νωρίτερα απ’ ό,τι σε περίμενα. Δεν είδες την εκπομπή;»
Η Κάρι κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν μπόρεσα. Δεν ήθελα να δω τη ζωή μου να διαλύεται στην τηλεόραση».
«Ίσως και να μην ήταν τόσο χάλια».
«Ίσως και να ήταν χειρότερα. Τέλος πάντων, νομίζω ότι χρειάζομαι κάτι ανθυγιεινό για να τονώσω τον οργανισμό μου!»
Η Φέιθ έβαλε τα γέλια και οδήγησε την Κάρι προς μια παρέα που καθόταν σε πολυθρόνες κήπου, γύρω από την ψησταριά.
«Είσαι στο σωστό μέρος!»
Δύο χάμπουργκερ με τυρί και μια τεράστια μερίδα πατάτες κατάφεραν να προσφέρουν στην Κάρι αρκετή χαλάρωση, ή
τουλάχιστον κατάφεραν να τη βοηθήσουν να δείχνει χαλαρωμένη. Βολεύτηκε στην μπαμπού πολυθρόνα, αργόπινε το
κόκκινο Ουτσέλι της και κουβέντιαζε και γελούσε με τον κόσμο γύρω της. Κάποιους τους είχε πελάτες, άλλοι ήταν φίλοι και
γείτονες της Φέιθ, αλλά όλοι την υποδέχτηκαν με ζεστασιά και της φέρονταν σαν να ήταν μια απλή γειτόνισσα.
Όμως μέσα της καιγόταν, ξέροντας ότι η ζωή της είχε αλλάξει άρδην μέσα σε λίγη ώρα και όλα όσα είχε τόσο σκληρά
αγωνιστεί για να πετύχει θα γίνονταν συντρίμμια. Το κινητό τηλέφωνο βάραινε την τσέπη της. Το περίμενε να χτυπήσει ανά
πάσα στιγμή. Το μόνο που δεν ήξερε ήταν αν θα την καλούσε πρώτα ο πατέρας της ή κάποιο διεθνές κανάλι.
Όταν λοιπόν πράγματι αυτό χτύπησε, ζήτησε συγνώμη από την παρέα και πήγε σε μια ήσυχη γωνιά για να απαντήσει. Ήταν
μεσάνυχτα στο Ουτσέλι, αλλά δεν ξαφνιάστηκε. Η μητέρα της μπορεί να κοιμόταν με τις κότες, όμως ο πατέρας της έκανε
παρέα στις κουκουβάγιες. Έλεγε πως προτιμούσε να κάνει τις δουλειές του όταν όλο το Ουτσέλι κοιμόταν και δεν μπορούσε
να τον διακόψει κανείς. «Γεια σου, μπαμπά».
Εκείνος δεν έχασε χρόνο με περιττές κουβέντες. «Μίλησα με τη μητέρα σου. Ξέρω ότι έμαθες την αλήθεια για το βιολογικό
πατέρα σου».
Βαθιά μέσα της, η Κάρι ήλπιζε να γινόταν ένα θαύμα και να έσβηνε όλα όσα είχαν συμβεί. Αλλά τίποτα τέτοιο δεν έγινε, και
τώρα έπρεπε να δουν κατάματα την αλήθεια. Δεν μπορούσε να καθυστερήσει άλλο, έπρεπε να τα πει όλα στους γονείς της.
«Λυπάμαι, μπαμπά. Όταν ήρθε και με βρήκε, δεν είχα ιδέα ποιος ήταν». Δεν ήθελε να πληγώσει τον πατέρα της. Τον
αγαπούσε. Όμως καταλάβαινε ότι θα ήταν μια πολύ δύσκολη συζήτηση. Μακάρι να μη χρειαζόταν να την κάνουν, αλλά βαθιά
μέσα στην καρδιά της ήξερε πως ήταν καλύτερα να μιλήσουν γι’ αυτό, παρά να συνεχίσουν να το κρατούν μυστικό.
«Όχι, είναι καλό που ξέρεις. Είναι καλό που τον γνώρισες. Όπως επίσης κι εκείνος είχε δικαίωμα να σε γνωρίσει. Θα έπρεπε
να σου το είχαμε πει εδώ και πολλά χρόνια, όμως είναι τόσο λεπτό το θέμα, που δε βρίσκεις εύκολα τα κατάλληλα λόγια».
«Το ξέρω, μπαμπά». Δάγκωσε τα χείλη της και μάζεψε το κουράγιο της για να του πει και τα υπόλοιπα. «Ένα τοπικό κανάλι
μου πήρε συνέντευξη και κάποιος δημοσιογράφος αποκάλυψε την αλήθεια. Λογικά θα παιζόταν απόψε, που σημαίνει ότι τα
μέσα ενημέρωσης θα χτυπήσουν όπου να ’ναι».
Περίμενε την έκρηξη που ήταν σίγουρη ότι θα ακολουθούσε. Ο οξύθυμος πατέρας της δεν είχε διστάσει ποτέ να της πει τη
γνώμη του για τα λάθη της. Όπως όταν παρατούσε την οικογένεια σε κάποια επίσημη εμφάνιση κι έτρεχε στους στάβλους με
κάποιον. Ή τότε που έφυγε από κάποια τελετή για να γυρίσει με ταξί στον πύργο. Ακόμα και όταν ήταν μικρή και βαριόταν
στις δεξιώσεις, εκείνος ήταν που τη μάλωνε.
«Θα το αντιμετωπίσουμε κι αυτό στην ώρα του», είπε εκείνος. «Ίσως είναι καλύτερα που αποκαλύφτηκε εκεί η αλήθεια».
«Πώς είναι δυνατόν; Κηλίδωσα το όνομα της οικογένειας και αυτό θα έχει συνέπειες στον αμπελώνα».
«Ίσως. Ίσως όμως και να δείξει στους ανθρώπους πως ακόμα και η βασίλισσα είναι άνθρωπος. Συγχώρεσα τη μητέρα σου
πριν από πολλά πολλά χρόνια, κάρα. Η πίεση αυτού του τίτλου και το βλέμμα του κόσμου μοιάζουν με μέγκενη που
σφίγγεται γύρω από τη ζωή μας. Μας δένουν χειροπόδαρα. Δεν μπορώ να την κατηγορήσω επειδή θέλησε να αποδράσει για
λίγο». Έκανε μια παύση. «Ούτε κι εσένα μπορώ να κατηγορήσω».
«Δεν υπήρξα ποτέ καλή πριγκίπισσα, μπαμπά. Είχες πάντα δίκιο. Έπρεπε να έχω πάρει πιο σοβαρά τη θέση μου σ’ αυτή την
οικογένεια. Έπρεπε να έχω τακτοποιηθεί επαγγελματικά εδώ και καιρό».
«Όχι, γλυκιά μου. Ήσουν η τέλεια πριγκίπισσα». Η φωνή του γλύκανε. «Είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολη αυτή η ζωή κι εγώ
σου την έκανα ακόμα πιο δύσκολη. Θα έλεγε κανείς ότι θα έπρεπε να έχω πάρει το μάθημά μου από την αδερφή σου, αλλά
όταν είσαι γονιός και μάλιστα βασιλιάς, δεν είναι και τόσο εύκολο, πίστεψέ με».
«Ήσουν καταπληκτικός πατέρας».
Εκείνος γέλασε. «Παρ’ όλο που ήξερα ότι σε πίεζα, ήθελα να βάλεις τα γερά θεμέλια που χρειαζόσουν για να επιβιώσεις σ’
αυτή τη ζωή. Να ανθίσεις μέσα στα όρια του βασιλείου».
«Κι εγώ το μόνο που έκανα ήταν να το σκάω όσο πιο συχνά μπορούσα. Και να πειραματίζομαι με σχεδόν όλα τα
επαγγέλματα του κόσμου».
«Αν θέλεις τη γνώμη μου, έκανες το εξυπνότερο πράγμα. Ζούσες όσο μπορούσες σαν κανονικός άνθρωπος. Και στα χρόνια
που έρχονται μάλλον αυτό θα σε βοηθήσει πολύ. Θα σου δώσει τα εργαλεία που χρειάζεσαι για να τα βγάλεις πέρα στη ζωή
σου».
Η Κάρι είχε ξαφνιαστεί. «Νομίζω πως συμφωνώ, μπαμπά».
«Και τώρα που πήρες γεύση από τον κόσμο, θα γυρίσεις στο Ουτσέλι; Ή θα παραμείνεις για να διευθύνεις την επιχείρηση
στην Αμερική;»
Της πρόσφερε αυτό που πάντα ονειρευόταν, τη δουλειά, την ελευθερία, την υποστήριξη. Όλα αυτά για τα οποία είχε
αγωνιστεί, αυτά που λαχταρούσε η καρδιά της.
Ωστόσο, το κλειδί ήταν ο παρελθοντικός χρόνος. Σήκωσε το βλέμμα της και διέκρινε δυο σιλουέτες στη γωνία του σπιτιού
της Φέιθ. Δύο άτομα, το ένα ψηλό, το άλλο κοντό και μικροκαμωμένο. Κράτησε την ανάσα της και έβαλε τα δυνατά της να
δείχνει αδιάφορη. Αλλά μόνο αδιάφορη δεν ήταν. Εντελώς το αντίθετο.
Ειδικά όταν συνειδητοποίησε ότι οι καινούριες αφίξεις στο πάρτι ήταν η Άναμπελ και η μητέρα του Ντάνιελ. Αλλά όχι ο
ίδιος ο Ντάνιελ.
Να έμενε εκεί, στην Αμερική, και να είχε όλα όσα ήθελε... εκτός από ένα πράγμα. «Δεν ξέρω, μπαμπά. Ίσως να είναι
καλύτερα να επιστρέψω στο Ουτσέλι».
«Εσύ αποφασίζεις. Ό,τι κι αν γίνει, θέλω να αναλάβεις τον αμπελώνα. Είδα τα στοιχεία από τις πωλήσεις, Καρλίτα, και είμαι
πολύ περήφανος για τη δουλειά που έχεις κάνει».
Η Κάρι ένιωσε να απολαμβάνει τον έπαινο. Η αναγνώριση ήταν ωραίο πράγμα. Πολύ ωραίο. «Σ’ ευχαριστώ».
«Παραδέχομαι πως ήμουν λίγο ξεροκέφαλος σ’ ό,τι αφορούσε τον αμπελώνα. Έπρεπε να έχω δείξει εμπιστοσύνη στις
αποφάσεις σου».
Η Κάρι γέλασε. «Για πολύ καιρό ούτε κι εγώ ήξερα τι θέλω να κάνω. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που είχες τις επιφυλάξεις
σου. Αλλά τώρα ξέρω, μπαμπά, πόσο πολύ αγαπώ τον αμπελώνα. Πόσο πολύ θέλω να μάθει ο κόσμος τα κρασιά μας».
«Τότε αυτό να κάνεις».
«Ακόμα κι αν δεν είμαι πια πριγκίπισσα;»
«Πάντοτε θα είσαι η κόρη μου, αγάπη μου. Και πάντα θα είσαι η πριγκίπισσά μου. Πάντα». Τα λόγια του πλημμύριζαν από
συναίσθημα, συγκίνηση και ειλικρίνεια. Η Κάρι δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυά της.
«Ω, μπαμπά μου, σε λατρεύω». Η φωνή της τρεμούλιασε, ένας κόμπος ευτυχίας στάθηκε στο λαιμό της.
«Κι εγώ σε λατρεύω, Καρλίτα». Η πνιχτή φωνή μαρτυρούσε πως ο ισχυρός πατέρας της είχε χύσει κι αυτός ένα δυο δάκρυα.
Τα λόγια γεφύρωσαν τα χιλιάδες χιλιόμετρα που τους χώριζαν. Ο Ρίτσαρντ Πάρκερ μπορεί να ήταν ο βιολογικός της
πατέρας, αλλά ο πατέρας της καρδιάς της, αυτός που την αγαπούσε όσο τίποτα στον κόσμο, ήταν ο Φράνκο Σαντάρο.
Γαλαζοαίματη ή όχι, ήξερε ότι στα δικά του μάτια θα ήταν πάντα πριγκίπισσα, και στα δικά της θα ήταν για πάντα ο βασιλιάς
της. «Σε λατρεύω», ψέλλισε ξανά στον πατέρα της. Δίχως άλλο, η τεταμένη σχέση τους είχε αρχίσει επιτέλους να
εξομαλύνεται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

«Πριγκίπισσα Κάρι!» Η Άναμπελ άρχισε να τρέχει προς το μέρος της ώσπου όρμησε κατευθείαν στην αγκαλιά της. Η γιαγιά
της ακολουθούσε από πίσω. «Μου έλειψες!»
Η καρδιά της Κάρι έλιωσε. Γονάτισε και έσφιξε την Άναμπελ στην αγκαλιά της. «Κι εμένα μου έλειψες, πριγκίπισσα
Άναμπελ...»
Η Γκρέτα έπιασε το χέρι της Κάρι. «Χαίρομαι που σε βλέπω, κορίτσι μου».
«Κι εγώ χαίρομαι», είπε χαμογελώντας. Σε κάποια άλλη ζωή, εκείνη και η Γκρέτα θα τα πήγαιναν περίφημα. Ήταν μια
εγκάρδια γυναίκα που θα γινόταν η τέλεια πεθερά.
Αλλά σε κάποια άλλη ζωή. Με κάποια άλλη νύφη. Γιατί η δική της σχέση με τον Ντάνιελ είχε τελειώσει.
«Ήμουν πολύ απασχολημένη αυτή τη βδομάδα», είπε τότε η μικρή, ξεφυσώντας από κούραση. «Έκανα εξάσκηση στο
περπάτημα της πριγκίπισσας. Και έπαιζα με τη Γουίτνι, και η γιαγιά με βοήθησε να φτιάξω κεκάκια, και μετά, χτες το βράδυ,
όταν έκανα στα ψέματα ότι κοιμόμουν, μπήκε στο δωμάτιο ο μπαμπάς και... έστησε τα κουζινικά μου για να παίξουμε!»
«Αλήθεια το έκανε;»
«Αμέ. Και στο πάρτι κάλεσε και τον Μπούμπη, και το Λαγούδο. Η Γουίτνι δεν ήρθε, γιατί κοιμόταν. Αλλά ο μπαμπάς κι
εγώ περάσαμε φανταστικά. Εγώ φόρεσα το στέμμα μου και τα γοβάκια μου».
«Ω, σίγουρα θα ήταν υπέροχα».
«Ο μπαμπάς ήταν πολύ αστείος», χαχάνισε η Άναμπελ. «Ακόμα και ο Μπούμπης έσκασε στα γέλια».
Ώστε ο Ντάνιελ είχε βρει επιτέλους τη σωστή συνταγή για ένα τσάι-πάρτι με την κόρη του. Η σκέψη αυτή ζέστανε την
καρδιά της Κάρι, και για μια στιγμή φαντάστηκε τους τρεις τους να κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και να προσποιούνται ότι
πίνουν τσάι κι ότι μασουλάνε κουλουράκια. Αλλά αμέσως προσγειώθηκε στην πραγματικότητα. Δε θα ήταν ποτέ με τον
Ντάνιελ.
Επειδή εκείνος είχε τελικά προτιμήσει την καριέρα του. Και όσο κι αν η Κάρι επιθυμούσε να αποτελεί ένα κομμάτι στη ζωή
της Άναμπελ, δε θα ήθελε ποτέ να σχετιστεί μ’ έναν άντρα που δε θα μπορούσε να τον εμπιστευτεί.
Όταν κάθισε στο παγκάκι του κήπου, η Άναμπελ ανέβηκε να καθίσει στα πόδια της. Ο δεσμός της με τη μικρή ήταν
αναμφισβήτητος. Κι αυτό το δέσιμο θα κρατούσε για πολύ, ίσως και για πάντα.
Η Καρλίτα Σαντάρο, το ατίθασο κορίτσι που φρόντισε όσο μπορούσε να μη δένεται με το σπίτι της, την οικογένειά της, με
οτιδήποτε στη ζωή της, είχε δεθεί διά παντός με τούτο εδώ το παιδί. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα επέστρεφε στο
Ουτσέλι και δε θα ξανάβλεπε το κατεργάρικο, φωτεινό πρόσωπο της Άναμπελ ή ότι θα περνούσε μέρα που δε θα άκουγε τις
μυριάδες ερωτήσεις που έθετε σαν πολυβόλο η πανέξυπνη μικρούλα.
Είχε δεσμευτεί. Εκείνη, μια γυναίκα που δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει για δεσμεύσεις, που δεν ήθελε να ενώσει τη ζωή της με
κανέναν, τώρα ένιωθε κιόλας την έλλειψη, ξέροντας ότι είχε βρει κάτι απίστευτο και έπρεπε να το εγκαταλείψει. Τα μάτια της
βούρκωσαν. «Άναμπελ, ε... θέλω να πιω λίγο νερό. Θα με περιμένεις εδώ με τη γιαγιά σου;»
Η Άναμπελ έγνεψε καταφατικά. Η Κάρι σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το πίσω μέρος της αυλής, αναζητώντας
παρηγοριά σε μια σκοτεινή συστάδα δέντρων.
Και μετά τον είδε, και κάθε σκέψη πάγωσε. Ο Ντάνιελ σταμάτησε στο παγκάκι, χαιρέτησε τη μητέρα του μ’ ένα φιλί στο
μάγουλο, αλλά εκείνη κάτι του είπε και τον διέκοψε. Το βλέμμα του υψώθηκε και άρχισε να ψάχνει τους καλεσμένους,
προτού σταθεί στην Κάρι.
Το αίμα άρχισε να κυλάει σαν λάβα στις φλέβες της. Νευρίασε με την αντίδρασή της και προσπάθησε να κάνει κάτι,
οτιδήποτε, παρά να κοιτάζει τον Ντάνιελ που διέσχιζε το γκαζόν και προχωρούσε προς το μέρος της. Για να καταπολεμήσει
την ανυπομονησία που μεγάλωνε μέσα της. Λοξοδρόμησε από το μονοπάτι και κατευθύνθηκε προς το σημείο που ήταν η
ψησταριά. Βρήκε ένα σιδερένιο σουβλάκι, έμπηξε στην άκρη ένα μπαλάκι ζαχαρόπαστας, το έβαλε πάνω από τη φωτιά και
προσποιήθηκε ότι την ενδιέφερε όσο τίποτε άλλο το ψήσιμο του λευκού ζαχαρωτού.
«Ευχόμουν να προλάβω τα κάρβουνα αναμμένα».
Η Κάρι τον κοίταξε, παρ’ όλο που μάλωσε τον εαυτό της γι’ αυτό. «Γιατί;»
Ένα χαμόγελο γράφτηκε στα χείλη του, η προδότρα καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά. «Επειδή ήθελα να σε
εντυπωσιάσω με τις απίθανες προσκοπικές μου ικανότητες».
«Ε, λοιπόν, η φωτιά δεν έχει σβήσει, και γι’ αυτό πρέπει να προσέξω, αλλιώς θα γίνει κάρβουνο το γλυκό μου».
Ξανάστρεψε την προσοχή της στο σουβλάκι, όπου στην άκρη του κειτόταν πλέον μια καρβουνιασμένη μπαλίτσα.
«Δεν μπορείς πια να το σώσεις». Ο Ντάνιελ έπιασε ένα καινούριο σουβλάκι με δυο άκρες και τοποθέτησε δύο ζαχαρωτά.
«Το κόλπο είναι να το κρατάς μακριά από τις φλόγες και να το αφήσεις να ψηθεί σιγά σιγά πάνω από τα κάρβουνα. Να το
έχεις στο νου σου, να το γυρνάς, και προτού το καταλάβεις, θα έχεις αυτό που θέλεις».
«Μακάρι να ήταν τόσο απλό». Η Κάρι πέταξε το αποκαΐδι μέσα στη φωτιά και παράτησε σε μια άκρη το σιδερένιο
σουβλάκι.
«Είναι τόσο απλό, Κάρι». Της πρόσφερε αυτό που είχε ψήσει. Πράγματι, στην άκρη του σίδερου ήταν ένα λαχταριστό,
χρυσοκάστανο ζαχαρωτό. «Ορίστε, κυρία μου».
Εκείνη τράβηξε το γλυκό και το έβαλε στο στόμα της. Η ζάχαρη έλιωνε στη γλώσσα της, γλυκιά, απερίγραπτη. Προσπάθησε
να μη συγκρίνει την αίσθηση με το φιλί του Ντάνιελ ή με τη ζεστή φωνή του όταν ψέλλιζε το όνομά της... αλλά δεν τα
κατάφερε. «Ε... ευχαριστώ».
Ο Ντάνιελ έφαγε το δεύτερο γλυκό, μετά τίναξε τα χέρια του και όρθωσε το κορμί του. «Μπορούμε να μιλήσουμε;»
Κανονικά θα έπρεπε να του πει όχι. Θα έπρεπε να μείνει εκεί και να πιάσει κουβέντα με τους άλλους καλεσμένους. Δεν
έπρεπε να πάει πουθενά με τον Ντάνιελ Ρέινολντς. «Πρέπει να...»
Δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τη φράση της, γιατί δεν ήξερε τι να κάνει. Για την ακρίβεια, δεν ήξερε τι ήθελε να κάνει. Κι
έτσι άφησε την αμφιβολία να τρεμοπαίζει στη φωνή της.
«Σε παρακαλώ, έλα μαζί μου. Θέλω να σου πω κάτι». Έτεινε το χέρι του, και προτού προλάβει η Κάρι να το σκεφτεί
καλύτερα, του έδωσε το δικό της.
Τον άφησε αμέσως μόλις άρχισαν να περπατάνε. Δεν ήθελε να πέσει στην παγίδα του, να δείξει ενδιαφέρον ή να τον
εμπιστευτεί ξανά. Αλλά καθώς απομακρύνονταν και άκουσε το γάργαρο γέλιο της Άναμπελ να αντηχεί στον κήπο, ένας
αβάσταχτος πόνος διαπέρασε την καρδιά της.
Περπάτησαν αμίλητοι για λίγο ακόμα, ώσπου έφτασαν σε μια χαμηλή κούνια, που η Φέιθ είχε κρεμάσει κάτω από μια
κλαίουσα. Τα περήφανα κλαδιά της χόρευαν στο απαλό αεράκι και σχημάτιζαν ένα χρυσωπό θόλο πάνω από την κούνια. Στο
μεταξύ, είχε αρχίσει να πέφτει το δειλινό, προσδίδοντας στο τοπίο μια αίσθηση πολύ ιδιωτική. Στην άλλη άκρη του κήπου, οι
παρέες συζητούσαν και γελούσαν, δημιουργώντας με τις φωνές τους μια ρυθμική μελωδία.
Η Κάρι κάθισε στην κούνια, αλλά ο Ντάνιελ παρέμεινε όρθιος. Πιάστηκε από το ένα σχοινί και της χαμογέλασε. «Θεέ μου,
πόσο μου έλειψε το όμορφο πρόσωπό σου».
Εκείνη αναστέναξε και σηκώθηκε. «Μην το κάνεις».
«Τι να μην κάνω;»
«Να φέρεσαι σαν να είναι όλα μια χαρά, αφού ξέρουμε και οι δύο ότι δεν είναι». Στράφηκε για να φύγει, αλλά ο Ντάνιελ τη
γράπωσε από το χέρι και την τράβηξε πάλι πίσω. Η Κάρι έπεσε πάνω στο στήθος του και ήθελε τόσο πολύ να φωλιάσει μέσα
στη ζεστή δύναμή του, να εισπνεύσει τις αρρενωπές νότες της κολόνιας του, να πλησιάσει τα χείλη της στα δικά του. Αντί γι’
αυτό όμως, στράφηκε από την άλλη, παύοντας την επαφή.
«Συγνώμη, δεν έπρεπε να αρχίσω έτσι, αλλά μου είχες λείψει». Δεν την άφησε. Περίμενε ώσπου το βλέμμα της συνάντησε
το δικό του. «Όλα θα πάνε καλά, Κάρι, σου το υπόσχομαι».
«Για σήμερα, ίσως. Ξέρω ότι περιμένεις να ρίξεις τη βόμβα, Ντάνιελ. Ίσως περιμένεις μέχρι να βρεις τον αληθινό πατέρα
μου και να του πάρεις συνέντευξη. Ή ίσως μέχρι να σου δοθεί η ευκαιρία να πετάξεις ως το Ουτσέλι και να αιφνιδιάσεις τους
γονείς μου για να δεις τις αντιδράσεις τους». Ο πανικός ανέβασε την ένταση της φωνής της. Έβλεπε τον εύθραυστο κόσμο
της, αυτόν που τόσο πρόσφατα είχε οικοδομήσει, να καταρρέει γύρω της. Δεν είχε προλάβει να αποδείξει ότι τα κατάφερνε με
τα κρασιά του Ουτσέλι, να αποδείξει πως ήταν μια χειραφετημένη και υπεύθυνη ενήλικη, και τώρα αυτός ο άντρας
ετοιμαζόταν να τα καταστρέψει όλα. Παρ’ όλη τη στήριξη και την εμπιστοσύνη του πατέρα της, είχε δει από πρώτο χέρι το
χάος που μπορούσε να προκαλέσει ένα σκάνδαλο. «Έχω άποψη για τέτοιες εκπομπές. Ξέρω τι θα γίνει».
«Δε θα το κάνω. Πίστεψέ με».
«Να σε πιστέψω; Αυτό δεν έκανα; Και κοίτα πού με οδήγησε!» Κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Όλοι οι δημοσιογράφοι του
κόσμου θα θεωρούσαν ένα τέτοιο θέμα την ευκαιρία μιας ολόκληρης ζωής.
«Πού σε οδήγησε;»
Να πάρει! Αυτός ο άνθρωπος την εξόργιζε. Γιατί δεν την άφηνε ήσυχη; Γιατί δεν πήγαινε να τελειώσει αυτό που είχε να
κάνει για να μην την έχει και σε αγωνία; «Τι εννοείς;»
«Δεν είδες την εκπομπή απόψε;»
«Όχι. Την έζησα στην πραγματικότητα. Φτάνει αυτό».
«Ε, έτσι εξηγούνται όλα». Ένα χαμόγελο καμπύλωσε τα χείλη του.
Πόσο πολύ ήθελε να του το σβήσει! Μα δεν καταλάβαινε τι συνέπειες θα είχε όλο αυτό σ’ εκείνη, στο μαγαζί της;
«Είναι απλώς ένα ακόμα θέμα για σένα! Ένα ακόμα παράσημο για τη δημοσιογραφική συλλογή σου!»
«Κάθε άλλο. Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω πως είναι το πιο σημαντικό θέμα που κάλυψα ποτέ».
Η άνεσή του της έδινε στα νεύρα. Ήταν ολοφάνερο πως δεν έδινε δεκάρα για εκείνη. «Τι ανόητη που ήμουν να σου δείξω
εμπιστοσύνη». Επιχείρησε πάλι να αποτραβηχτεί, αλλά ο Ντάνιελ αρνήθηκε να την αφήσει να φύγει.
«Ο Ματ έψαξε τα χαρτιά μου και το βρήκε. Δεν του το έδωσα εγώ, Κάρι. Δεν έκανα τίποτα που να προδώσει την
εμπιστοσύνη σου».
«Έκανες!» Σταμάτησε να μιλάει και έψαξε στο μυαλό της για να βρει τις φορές που της είχε πει ψέματα. Βέβαια... δεν της
είχε πει ακριβώς ψέματα, όμως την είχε απογοητεύσει. Τον είχε εμπιστευτεί, κι εκείνος είχε προδώσει την εμπιστοσύνη της.
«Μου υποσχέθηκες ότι όλα θα πάνε καλά». Η φωνή της έσπασε στις τελευταίες λέξεις. Μόλις τώρα συνειδητοποιούσε πόσο
πολύ είχε πληγωθεί. «Και δεν πήγαν! Καθόλου!»
«Το ξέρω. Και λυπάμαι πολύ, Κάρι. Και κάνω τα πάντα για να επανορθώσω. Για να τ’ αλλάξω... όλα». Τα νυχτοπούλια
καλούσαν το ένα το άλλο κάπου πίσω τους, ενώ το πάρτι συνεχιζόταν και τα γέλια δυνάμωναν κι έπεφταν σαν θαλασσινά
κύματα. Ο Ντάνιελ ανάσανε βαθιά, μετά άφησε την Κάρι και κάθισε εκείνος στην κούνια. «Πριν από πολύ καιρό, αθέτησα
την πιο σοβαρή υπόσχεση της ζωής μου, κι από τότε φαίνεται πως δεν έκανα τίποτε άλλο παρά να αθετώ υποσχέσεις».
Η Κάρι πήγε και κάθισε στον άδειο χώρο δίπλα του, οδηγημένη από τη φωνή του που μαρτυρούσε πόσο ευάλωτος ένιωθε.
Ίσως να τον έκρινε πολύ αυστηρά. Αν τον άκουγε, ίσως να τον καταλάβαινε. «Γιατί;»
Το βλέμμα του χάθηκε μακριά. Ολόκληρο το κορμί του εξέπεμπε πόνο και τύψεις. Και δεν οφείλονταν σ’ ό,τι είχε συμβεί
ανάμεσά τους, αλλά σε κάτι πιο βαθύ, κάτι που τον βασάνιζε περισσότερο από ένα χρόνο τώρα.
«Έπρεπε να ήμουν εκεί», είπε σιγανά, λες και οι λέξεις έγδερναν το λαιμό του καθώς έβγαιναν. «Έπρεπε να είχα επιστρέψει
εγκαίρως στο σπίτι, όπως της είχα υποσχεθεί».
«Όλοι οι άνθρωποι αναγκάζονται να μείνουν στη δουλειά περισσότερες ώρες, Ντάνιελ. Μη ρίχνεις το φταίξιμο πάνω σου».
Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Έπρεπε να είχα φωνάξει μια γυναίκα να κρατήσει το παιδί. Διάβολε, δεν έπρεπε να
την αναλάβω εκείνη την υπόθεση». Έβγαλε με δυσκολία τον αέρα από τα πνευμόνια του. «Και κυρίως, έπρεπε να σκεφτώ
πρώτα την οικογένειά μου και μετά την αναθεματισμένη καριέρα μου».
«Το κάνεις τώρα, όμως, και αυτό η Άναμπελ το...»
Στράφηκε απότομα προς το μέρος της. «Δεν καταλαβαίνεις; Δεν ήμουν εκεί όταν με χρειαζόταν. Δεν έχει σημασία αν
ήμαστε σε διάσταση. Όταν τηλεφώνησε η Σάρα, έπρεπε να έχω πάει αμέσως να φροντίσω το παιδί μου. Και κάθε μέρα από
τότε, έδινα και μια υπόσχεση που όμως ποτέ δεν κράτησα. Συνέχιζα να απογοητεύω την κόρη μου ξανά και ξανά. Και
τώρα...» Αναζήτησε το βλέμμα της. «Απογοητεύω κι εσένα. Όχι σκόπιμα, αλλά παρ’ όλα αυτά συνέβη. Νόμιζα ότι το είχα
υπό τον έλεγχό μου, μα δεν το είχα. Συγνώμη, Κάρι. Δεν έχεις ιδέα πόσο πολύ λυπάμαι».
Εκείνη προσπάθησε να μην υποκύψει στον πόνο που διέκρινε στο πρόσωπό του, στις ενοχές που αλλοίωναν τα
χαρακτηριστικά του. Αλλά το κομμάτι του εαυτού της που εξακολουθούσε να νοιάζεται γι’ αυτόν ήθελε να τον αγγίξει, να
τον παρηγορήσει, να πάρει μακριά τον πόνο. Ήθελε να τον πιστέψει. Να τον... αγαπήσει. «Ω Ντάνιελ, ένας άνθρωπος είσαι,
που βάζει τα δυνατά του για να τα καταφέρει».
«Είχες δίκιο. Έβαζα τη δουλειά πάνω από τους ανθρώπους για τους οποίους νοιαζόμουν. Εστίαζα μόνο σ’ ένα πράγμα... στο
να αποκαταστήσω τη φήμη μου. Στο να φανώ αντάξιος απόγονος των Ρέινολντς». Σαρκασμός χρωμάτισε τα τελευταία λόγια
του. «Σ’ όλη τη ζωή μου, αυτό νόμιζα ότι ήθελα. Ώσπου γνώρισα εσένα». Συνέχισε να μιλάει, τα λόγια ξεχύνονταν σαν
καταρράκτης από τα χείλη του. «Προσπάθησα, αλλά δεν αρκούσε. Όχι εκείνη τη νύχτα. Ποτέ από τότε». Η φωνή του έσπασε
πια, σαν κρύσταλλο που πέφτει από ψηλά. «Τους απογοήτευσα, Κάρι. Θεέ μου, τους απογοήτευσα. Λυπάμαι τόσο πολύ».
«Κανέναν δεν απογοήτευσες. Απλώς είσαι κι εσύ άνθρωπος», του είπε, αλλά εκείνος δεν άκουγε. Δεν μπορούσε να
απαλλαγεί από τις τύψεις.
«Αν ήμουν εκεί, αν είχα δώσει προτεραιότητα στην οικογένειά μου... Ω, έπρεπε να... Ω Θεέ μου, έπρεπε να ήμουν εκεί».
Και μετά βρέθηκε στην αγκαλιά της, κι εκείνη τον κρατούσε σφιχτά, και του έλεγε πως δεν είχε αποτύχει καθόλου, ότι ήταν
καλός άνθρωπος και ότι τον καταλάβαινε. Μα εκείνος ζητούσε και ξαναζητούσε συγνώμη, ώσπου η φωνή του έγινε πνιχτή.
Τα δάκρυά του μούσκεψαν τους ώμους της και συνέχισε να τον έχει αγκαλιά, τον άφησε να διώξει τον πόνο που τον
κρατούσε όμηρο εδώ κι ένα χρόνο. Ήταν το ελάχιστο που μπορούσε να κάνει για τον Ντάνιελ πριν την επιστροφή της στο
Ουτσέλι.
Ύστερα από λίγο, εκείνος αποτραβήχτηκε. Το βλέμμα του είχε καθαρίσει, λες και, έχοντας ομολογήσει τις ενοχές του, είχε
επιτέλους λυτρωθεί. «Συγνώμη».
«Γιατί ζητάς συγνώμη; Επειδή άφησες ένα φίλο να σε παρηγορήσει;»
«Αυτό είμαστε εμείς οι δυο, Κάρι;» Η ματιά του αναζήτησε τη δική της. «Φίλοι;»
Η λέξη έμεινε να αιωρείται ανάμεσά τους. Αυτό ήταν άραγε; Απλώς φίλοι; Η Κάρι αναρωτήθηκε, αλλά δεν ήξερε τι να
απαντήσει. Αν έλεγε ναι, θα ήταν ψέμα. Αν έλεγε όχι, θα αναγκαζόταν να μπει σε μονοπάτια που δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε
να ακολουθήσει ξανά. Προτίμησε λοιπόν, σαν δειλή, να το αποφύγει και να αλλάξει θέμα. «Πέρασες πολλά και παρ’ όλο που
δεν μπορώ να πω ότι ξέρω τι περνάς τώρα, θέλω να είμαι δίπλα σου, Ντάνιελ».
Εκείνος δε σχολίασε την υπεκφυγή της. «Από εδώ και στο εξής, δε θέλω να δίνω υποσχέσεις που δεν μπορώ να τηρήσω.
Ποτέ ξανά. Απογοήτευσα εκατοντάδες φορές την Μπελ και δε θέλω να το ξανακάνω».
«Μου είπε ότι κάθισες κι έπαιξες μαζί της».
Ο Ντάνιελ χαμογέλασε, οι τύψεις του υποχώρησαν κι άλλο. «Ναι, αλήθεια είναι. Φόρεσα μέχρι και φουλάρι με φτερά!»
Η Κάρι δεν μπόρεσε να κρατήσει το γέλιο της. «Εσύ; Μη μου πεις!»
«Ναι, ναι. Θεώρησα ότι ήταν πια καιρός να δείξω στην κόρη μου τα συναισθήματά μου για κείνη. Να της αποδείξω ότι
άκουγα τις ανάγκες της. Από τότε που πέθανε η γυναίκα μου, νόμιζα ότι δεν μπορούσα να γίνω καλός πατέρας. Έλειπα τόσο
συχνά όταν η Άναμπελ ήταν μικρή, που σχεδόν δεν τη γνώριζα καλά. Δεν ήξερα τα ονόματα που είχε δώσει στα κουκλάκια
της. Ούτε ποιο ήταν το αγαπημένο της βιβλίο ή τα δημητριακά που της άρεσαν. Αλλά από τη στιγμή που εμφανίστηκες εσύ,
έμαθα να δείχνω περισσότερη προσοχή».
«Εγώ;» Η Κάρι έδωσε προς τα πίσω ώθηση με τα πόδια της. Η κούνια άρχισε να κινείται σιγά σιγά μπρος πίσω και το απαλό
της τρίξιμο συντρόφεψε μεμιάς τα γέλια του κόσμου, τους ήχους των πουλιών, δημιουργώντας το δικό του τραγούδι. «Τι
σχέση έχω εγώ με όλα αυτά;»
«Γλίστρησες μέσα στον κόσμο της τόσο εύκολα, όπως βουτάμε σε μια πισίνα. Χωρίς καλά καλά να την ξέρεις, βρήκες
αμέσως κοινά σημεία μαζί της. Κι αυτό την έκανε πολύ ευτυχισμένη».
Η Κάρι ανασήκωσε τους ώμους με φυσικότητα. «Κορίτσια είμαστε. Δεν είναι δύσκολο να βρούμε κοινά σημεία».
«Κι αφού εγώ συνδέομαι με την Άναμπελ, άρα θα έπρεπε να ήταν εύκολο και για μας τους δυο. Αλλά δεν ήταν. Ήταν
διαβολεμένα δύσκολο και κατέληξε σε αποτυχία. Και γι’ αυτό φταίει το ότι εγώ...» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι και
βλαστήμησε. «Φοβόμουν».
«Φοβόσουν; Εσύ;» Το βλέμμα της περιεργάστηκε τον ψηλό, δυνατό, γεμάτο αυτοπεποίθηση άντρα δίπλα της. Τον άνθρωπο
που αγνόησε πυροβολισμούς και φωτιές για να καλύψει το θέμα του όταν εργαζόταν στη Νέα Υόρκη. Ποτέ δε θα
χρησιμοποιούσε τη λέξη αυτή για να χαρακτηρίσει τον Ντάνιελ Ρέινολντς. «Τι φοβόσουν;»
«Φοβόμουν ότι θα απογοήτευα πάλι τους ανθρώπους που αγαπώ. Σκεφτόμουν ότι αν δεν τους πλησίαζα πολύ, αν εστίαζα
μόνο στη δουλειά μου, θα ήταν ευκολότερο». Το ανταριασμένο βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της. «Ευκολότερο από το
να ρισκάρω την καρδιά μου και να... να αγαπήσω».
Τα λόγια του την πάγωσαν. Απομακρύνθηκε αμέσως από κοντά του, στέλνοντας την κούνια με δύναμη προς τα πίσω. «Να
αγαπήσεις; Μην το λες αυτό, Ντάνιελ. Μην το λες αν δεν το εννοείς».
Εκείνος σηκώθηκε όρθιος και πήγε και στάθηκε μπροστά της. Με το ένα χέρι σταμάτησε την κούνια. Με το άλλο την
τράβηξε κοντά του, σε απόσταση αναπνοής από εκείνον. «Το εννοώ, Κάρι».
Ω, πόσο πολύ ήθελε να τον πιστέψει. Αλλά τον είχε εμπιστευτεί ήδη μια φορά, τον είχε αφήσει να μπει στο σπίτι της, στην
καρδιά της. Και πού την είχε οδηγήσει; Σε μια τηλεοπτική εκπομπή που κόντευε να τα καταστρέψει όλα. Πώς μπορούσε να
είναι σίγουρη ότι δε θα την πρόδιδε πάλι;
Το βλέμμα της στάθηκε στις φλόγες που χόρευαν στην ψησταριά, στην άλλη άκρη της αυλής. Το πορτοκαλί και το κίτρινο
τσακώνονταν για το ποιο θα επικρατούσε, γλείφοντας με λαιμαργία το καθένα τα κούτσουρα που ήταν στημένα στο κέντρο
της εστίας. Αυτή η φωτιά μπορούσε να παρομοιαστεί με την καρδιά της και με την πάλη που γινόταν μέσα της ανάμεσα στην
επιθυμία και στη λογική.
Ω, πόσο πολύ τον ήθελε. Ήθελε να τον πιστέψει. Αλλά εκείνος εξακολουθούσε να έχει στοιχεία σε βάρος της, και η Κάρι
δεν μπορούσε να αφεθεί πάλι. Την είχε τυλίξει με τα μάγια του, προσπαθούσε να την προσεγγίσει μόνο και μόνο επειδή
ήθελε το θέμα. Όχι την ίδια. Ξανάστρεψε το βλέμμα της σ’ εκείνον και έθεσε την ερώτηση που και οι δύο απέφευγαν: «Πες
μου την αλήθεια, Ντάνιελ. Πόσο καιρό σκοπεύεις να περιμένεις μέχρι να με προδώσεις και να μου καταστρέψεις τη ζωή;»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14

Ο Ντάνιελ έμεινε να την κοιτάζει σαστισμένος. Μα ακόμα δεν τον πίστευε; Δεν είχε καταλάβει τίποτα; «Τι να περιμένω;»
«Μέχρι να αποκαλύψεις στον αέρα το θέμα του αληθινού πατέρα μου. Μία μέρα; Μία βδομάδα; Ένα μήνα;» Δάγκωσε το
κάτω χείλι της, ενώ δάκρυα λαμπύριζαν στα μάτια της. «Κάν’ το μια ώρα αρχύτερα να τελειώνουμε».
«Δεν πρόκειται να μεταδοθεί, Κάρι. Ποτέ», της επανέλαβε. «Άλλωστε, δεν υπάρχει πια αυτό το απόσπασμα». Άρα
πραγματικά δεν είχε δει το επεισόδιο. Ειδάλλως δε θα του το έλεγε αυτό.
«Εκεί ήμουν, Ντάνιελ. Οι κάμερες τραβούσαν, τις έβλεπα! Απλώς εύχομαι να μην είχα σταθεί τόσο ανόητη και να είχα
συγκρατηθεί όταν μου επιτέθηκε ο Ματ».
«Δε μ’ ακούς, Κάρι. Το απόσπασμα δεν υπάρχει πια. Το μυστικό σου είναι ασφαλές». Αναζήτησε τα χέρια της και τα
κράτησε σφιχτά. «Πίστεψέ με. Δεν υπάρχει πια».
Εκείνη εξακολουθούσε να αντιστέκεται. Η δυσπιστία χασομερούσε ακόμα στα καστανά μάτια της. «Πώς έγινε αυτό;»
«Πήγα σήμερα το πρωί στο στούντιο, επιμελήθηκα λίγο το κομμάτι για να είναι πιο ωραίο και το προγραμμάτισα να παίξει
αντί για το έκτρωμα του Ματ. Και όσο ήμουν εκεί έσβησα και το άλλο απόσπασμα. Μετά έσκισα και τις σημειώσεις μου.
Κάτι που έπρεπε να είχα κάνει αμέσως μόλις συνειδητοποίησα ότι σ’ έχω ερωτευτεί». Ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του.
Ευτυχώς που ο Τεντ είχε συμφωνήσει και μάλιστα είχε ενθουσιαστεί με το αποτέλεσμα. Προφανώς ο νεαρός βοηθός
παραγωγής δε χώνευε τον Ματ, ούτε και τους ανήθικους χειρισμούς του. Επιπλέον, χάρηκε με το παραπάνω επειδή θα
έβγαινε από τα χέρια του ένα τόσο καλό αποτέλεσμα.
«Μα... έτσι κινδυνεύεις με απόλυση».
«Ήδη παραιτήθηκα». Ο Ντάνιελ ανασήκωσε τους ώμους. Νόμιζε ότι θα τον πείραζε αν έχανε τη δουλειά του, αλλά δεν τον
πείραξε καθόλου. Η συνεργασία με ένα αφεντικό που αντιπαθούσε, σε μια δουλειά που πήγαινε κόντρα στη συνείδησή του,
δεν μπορούσε να ειπωθεί καριέρα. Ήταν ποινή φυλάκισης. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι θα κατάφερνε να σταθεί στα πόδια
του, ό,τι κι αν έκανε στο εξής. «Ίσως να με μηνύσει, αλλά, πάλι, δεν πιστεύω να το κάνει».
«Κάποιον τρόπο θα βρει για να το βγάλει στη φόρα, είμαι σίγουρη».
«Λάθος. Το κανόνισα κι αυτό».
«Πώς; Έλα, Ντάνιελ. Αυτούς τους τύπους δεν τους σταματάει τίποτα».
«Πράγματι, εκτός κι αν τους κρατάς στο χέρι, γνωρίζοντας κάτι μεγαλύτερο γι’ αυτούς από αυτό που γνωρίζουν εκείνοι για
σένα». Ούτε κι ο ίδιος μπορούσε να πιστέψει πώς του είχε έρθει αυτή η ιδέα νωρίτερα. Αλλά τουλάχιστον του είχε έρθει
εγκαίρως. Αυτό είχε σημασία. Η ιστορία της Κάρι ήταν ασφαλής, και θα έκανε τα πάντα για να την προστατέψει.
«Τι εννοείς;»
«Ο κύριος Μίλερ, ο μονόχνοτος πελάτης σου και γείτονας της μητέρας μου, ήξερε κάτι για το αφεντικό μου. Είναι ανιψιός
του, βλέπεις, και μου είπε πως ο Ματ δεν είναι απόφοιτος του Χάρβαρντ, όπως διατείνεται. Για την ακρίβεια, δεν έχει βγάλει
κανένα κολέγιο. Τον έδιωξαν με τις κλοτσιές για λογοκλοπή στις εξετάσεις του εξαμήνου. Ο ιδιοκτήτης του σταθμού, αυτός
που περηφανευόταν πως είχε αποφοιτήσει από το Χάρβαρντ, δε θα ήθελε καθόλου να αποκαλυφτεί το ψέμα του. Πήρε τη
δουλειά μόνο και μόνο χάρη στις διασυνδέσεις του μέσα στα μεγάλα πανεπιστήμια της Άιβι Λιγκ. Αφού συζήτησα με έναν
άλλον υπάλληλο, ανακάλυψα ότι ο Ματ είχε κάνει κι άλλες απατεωνιές όσο δούλευε για το κανάλι». Ο κατάλογος που του
είχε δώσει ο Τεντ ήταν μακρύς. Δωροδοκίες, ψεύτικα σκάνδαλα, στημένες συνεντεύξεις, πληρωμένοι μάρτυρες.
«Τον εκβίασες;»
«Θα έλεγα ότι τον έπεισα πως είναι συμφέρον του να μη δώσει συνέχεια». Ο Ντάνιελ δεν είχε καμιά αμφιβολία πως ο Ματ
δε θα έμενε για πολύ καιρό ακόμα στο σταθμό. Ο διεφθαρμένος παραγωγός το είχε πάρει μυρωδιά και σίγουρα θα είχε ήδη
στείλει με ηλεκτρονικό μήνυμα την παραίτησή του.
Ο Ντάνιελ διέθετε πολλά όπλα εναντίον του Ματ, τόσα στοιχεία που έφτιαχναν ολόκληρο σίριαλ με τις βρομοδουλειές του.
Και, δίχως άλλο, κάποιος θα μπορούσε να το μοσχοπουλήσει στα εθνικά κανάλια. Κάποιος που θα ήθελε να σώσει την
καριέρα του ή να πάρει ξανά πίσω τη δουλειά του. Αλλά αυτή η ακατανίκητη ανάγκη για αποκάλυψη της αλήθειας με κάθε
τίμημα δεν υπήρχε πια μέσα στον Ντάνιελ, κι αυτό ήξερε πως σήμαινε ότι έπρεπε να μεταπηδήσει σε άλλο κλάδο.
«Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω αυτή την πληροφορία για να κάνω μια δυναμική επιστροφή στη δημοσιογραφία», της
είπε. «Αλλά δε θέλω. Αν υπάρχει ένα πράγμα που έμαθα από σένα, αυτό είναι η σημασία που έχει να είναι κανείς περήφανος
για τον εαυτό του».
«Αυτό σου το δίδαξα εγώ; Πώς;»
«Με το να είσαι εσύ περήφανη για τον εαυτό σου».
«Περήφανη επειδή είμαι μια απάτη;» Στράφηκε από την άλλη. «Δεν το νομίζω».
«Πιστεύεις ότι το αίμα είναι το μόνο πράγμα που σε κάνει μέλος μιας οικογένειας; Έστω και μιας βασιλικής οικογένειας;»
«Ίσως όχι, αλλά...»
«Δεν υπάρχει ‘αλλά’. Είσαι μια πριγκίπισσα. Στα μάτια τα δικά μου, στα μάτια της πόλης, στα μάτια της πατρίδας σου. Και,
ειδικά, στα μάτια της Άναμπελ».
Το τελευταίο της ράγισε την καρδιά. Με κάθε τρόπο, έπρεπε να επανορθώσει για τη λύπη που είχε προκαλέσει στη μικρή.
«Αν φέρεσαι σαν πριγκίπισσα, πριγκίπισσα θα είσαι», πρόσθεσε ο Ντάνιελ.
«Να φέρομαι σαν πριγκίπισσα; Με ξέρεις. Πότε φέρθηκα σαν πριγκίπισσα;»
«Όταν μπήκες στο αεροπλάνο για να ταξιδέψεις ως το Γουίντερ Χέιβεν και να αναλάβεις μια δουλειά που λατρεύεις. Μια
δουλειά που θα γνωρίσει τα καλύτερα προϊόντα της χώρας σου στον κόσμο. Όταν υποστήριξες αυτό που έχει σημασία για
σένα και για τη χώρα σου. Είσαι μια πρέσβειρα, είτε το θέλεις είτε όχι. Αυτό δεν είπες στην Άναμπελ ότι κάνει με τον
καλύτερο τρόπο μια πριγκίπισσα;»
Η Κάρι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Μια πρέσβειρα δε θα πρωταγωνιστούσε σε σκάνδαλο στην τηλεόραση. Μια
πρέσβειρα κρατούσε τη γλώσσα της και την ψυχραιμία της. «Δεν το ξέρω αυτό».
«Η κόρη μου το είπε σ’ εμένα τόσες φορές που μπορώ να σου το επαναλάβω απέξω κι ανακατωτά». Της χαμογέλασε. «Της
είχες πει ότι για να είσαι πριγκίπισσα δεν είναι ανάγκη να σε γεννήσει βασιλιάς ούτε να σ’ έχει φιλήσει πρίγκιπας, αλλά ότι
πρέπει να είσαι καλός άνθρωπος, να συμπαραστέκεσαι στους άλλους, να τους φροντίζεις. Να παλεύεις για όσα θεωρείς
σημαντικά για σένα». Το χαμόγελό του έγινε ακόμα πιο τρυφερό. «Της το είπες, Κάρι. Και αυτή είναι η αλήθεια».
«Ίσως και να το είπα, αλλά...»
«Δεν έχει ‘αλλά’. Υποστήριξες αυτό που πιστεύεις όταν ανέλαβες την ευθύνη να έρθεις εδώ και να διευθύνεις την κάβα.
Όταν δέχτηκες να βγεις στην εκπομπή και να δείξεις στον κόσμο πως μια αληθινή πριγκίπισσα δεν είναι ανάγκη να ξέρει από
κέντημα ή να μιλάει γαλλικά ή δεν ξέρω τι άλλο υποτίθεται πως κάνει. Ότι μπορεί να είναι μια εργαζόμενη γυναίκα, μια ικανή
επιχειρηματίας. Κι όταν σε είδα να το κάνεις, κατάλαβα πως έπρεπε να υποστηρίξω κι εγώ αυτό που είναι σημαντικό για
μένα».
Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα και γυάλιζαν στο σεληνόφως. «Και ποιο είναι αυτό;»
«Η οικογένεια. Οι άνθρωποι που αγαπώ. Θέλω αυτό που σου είπα πριν από ένα λεπτό. Το να κρατάω τις υποσχέσεις που
δίνω στους δικούς μου ανθρώπους είναι πιο σημαντικό από καθετί άλλο. Από οποιοδήποτε θέμα, από οποιαδήποτε δουλειά».
Το είχε συνειδητοποιήσει το προηγούμενο βράδυ, όταν καθόταν στο παιδικό τραπεζάκι μαζί με την κόρη του. Δε ζητούσε
τίποτα περισσότερο από το να βλέπει την κόρη του να γελάει, κάθε μέρα, για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Και δεν μπορούσε
να το κάνει, αν πρώτα δε διόρθωνε το λάθος που είχε γίνει εξαιτίας του με την Κάρι. «Σου έδωσα μια υπόσχεση όταν
ξεκίνησα όλο αυτό το θέμα με τη συνέντευξη. Ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Και θα πάνε».
Η Κάρι δαγκώθηκε. «Τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;»
«Μμμ...» Το χαμόγελό του πλάτυνε, οι αντίχειρές του σύρθηκαν στις παλάμες της. «Νομίζω ότι μπορεί και να παντρευτώ».
«Να πα...» Κούνησε το κεφάλι της σαν να μην είχε ακούσει καλά. «Τι να κάνεις;»
«Να παντρευτώ. Αν και οφείλω να ομολογήσω ότι δεν είμαι κανένα κελεπούρι, δεδομένου ότι για την ώρα είμαι άνεργος».
«Είμαι βέβαιη ότι θα βρεις δουλειά. Είσαι πολύ ταλαντούχος». Αποτραβήχτηκε και στράφηκε προς την κούνια. «Και μια
γυναίκα θα είναι πολύ ευτυχισμένη κοντά σου».
Ο Ντάνιελ πήγε πίσω της και στάθηκε τόσο κοντά της, που η Κάρι μπόρεσε να νιώσει τη ζεστασιά του κορμιού του, να
αισθανθεί την ανάσα του στα μαλλιά της. «Σου είναι τόσο πολύ δύσκολο να μ’ εμπιστευτείς;»
Εκείνη στράφηκε και τον αντίκρισε. «Σ’ εμπιστεύομαι».
Εκείνος ύψωσε το ένα φρύδι του. «Εσύ, αγάπη μου, δεν εμπιστεύεσαι κανέναν».
«Κάνεις λάθος».
Το αρρενωπό φρύδι υψώθηκε ακόμα περισσότερο, επισημαίνοντας το ψέμα.
Η Κάρι αναστέναξε. «Εντάξει. Έχεις δίκιο. Δεν εμπιστεύομαι εύκολα τον κόσμο. Και οι δημοσιογράφοι...»
«Είναι η φάρα που δεν εμπιστεύεσαι καθόλου».
«Ναι».
Ο Ντάνιελ μόρφασε, καθώς η αλήθεια πονούσε. Είχε δίκιο να μην τους εμπιστεύεται, ακόμα κι εκείνον. Γιατί μόνος του είχε
κερδίσει τον τίτλο του ανάξιου εμπιστοσύνης, όπως και πολλοί συνάδελφοί του. Στο κυνήγι του θέματος υπήρχαν απώλειες
στις προσωπικές σχέσεις.
Ως εδώ, όμως. Το είχε πάρει πλέον απόφαση. Δε θα ήταν πια τέτοιος άνθρωπος, ούτε για ένα δευτερόλεπτο.
«Το καταλαβαίνω, επειδή βρέθηκα και στις δύο θέσεις. Ο Ματ με χρησιμοποίησε για να πάρει την είδηση που ήθελε.
Πίστευα ότι θα είχα τον έλεγχο, αλλά πού να ήξερα με ποιον είχα να κάνω. Είναι ένας ανελέητος άνθρωπος που κυνηγάει τη
φήμη και το χρήμα χωρίς να έχει κανέναν ηθικό φραγμό. Όταν τον είδα να το κάνει, κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να είμαι
άλλο τέτοιος άνθρωπος. Κατάλαβα πόσο πολύ θα πληγωνόσουν... κι όχι μόνο εσύ, αλλά και η οικογένειά σου, η χώρα σου, η
επιχείρηση που αγαπάς, εξαιτίας μιας στιγμής τρέλας πριν από είκοσι χρόνια που θα έπρεπε να είχε μείνει στο σκοτάδι. Κι
έτσι αποφάσισα να πάρω την υπόθεση στα χέρια μου».
«Τι θα εμποδίσει κάποιον άλλον από όσους βρίσκονταν εκεί και τα άκουσαν όλα να δώσει το θέμα στις εφημερίδες;»
«Τίποτα». Ο Ντάνιελ ευχήθηκε να μπορούσε να σβήσει τη σκηνή από τη μνήμη των τεχνικών όσο εύκολα την είχε σβήσει
από την κασέτα της εγγραφής. «Όμως αυτό θα το αντιμετωπίσουμε εάν και όταν συμβεί. Μαζί. Όποιο σκάνδαλο προκύψει
στο δρόμο μας, θα το αντιμετωπίσουμε μαζί».
Η αμφιβολία ήταν ευδιάκριτη ακόμα στα μάτια της. «Ντάνιελ, δε νομίζω πως...»
Εκείνος έφερε το δάχτυλό του στα χείλη της, διακόπτοντας τις αντιρρήσεις της προτού τις εκφράσει. «Δεν εμπιστεύεσαι
κανέναν, επειδή κανείς ως τώρα δεν έχει δει, δεν έχει γνωρίσει την αληθινή Κάρι. Αλλά εγώ το έκανα. Και η αληθινή Κάρι
που γνώρισα είναι ασυναγώνιστα φανταστική».
«Μόνο δυο βδομάδες γνωριζόμαστε. Πώς είναι δυνατόν να μ’ έμαθες τόσο καλά σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα;»
«Έμαθα πως είσαι μια αποφασιστική, δυναμική γυναίκα που θα πάρει οποιοδήποτε ρίσκο χρειάζεται για να προστατέψει ό,τι
αγαπάει. Είσαι μια αληθινή πριγκίπισσα. Όχι από εκείνες που γυροφέρνουν στα σαλόνια φορώντας στέμμα και κοιτούν τους
άλλους αφ’ υψηλού, αλλά του είδους που περιέγραψες στην Άναμπελ. Φροντίζεις αυτούς που αγαπάς και υποστηρίζεις με
νύχια και με δόντια ό,τι είναι σημαντικό για σένα. Για να μην αναφέρω πως είσαι ειλικρινής, γλυκιά, τρυφερή και, το
κυριότερο, έχεις την έγκριση της κόρης μου. Και, αν θέλεις τη γνώμη μου, αυτή είναι η πιο σημαντική έγκριση».
«Έγκριση για ποιο πράγμα;»
«Για να γίνεις γυναίκα μου».
Η Κάρι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μετά το έκλεισε. Μετά το άνοιξε πάλι. Μήπως τη γελούσαν τ’ αυτιά της; «Γυ... γυναίκα
σου;»
«Μόνο μία γυναίκα θέλω να παντρευτώ». Έκανε μια πολύ μικρή παύση. «Κι αυτή η γυναίκα είσαι εσύ, Καρλίτα Σαντάρο».
Τα λόγια του εισχώρησαν αργά αργά στον οργανισμό της. Πρώτα πέρασαν από τις φλέβες της, μετά στάθηκαν στην καρδιά
της. Το βλέμμα της συνάντησε το δικό του και μέσα στα γαλάζια βάθη των ματιών του μπόρεσε να διαβάσει μόνο αλήθεια.
Ένα χαμόγελο μεταμόρφωσε το πρόσωπό της, η ευτυχία πλημμύρισε κάθε κύτταρό της. «Αυτός ο εκπληκτικός, θαρραλέος
και μοναδικός άντρας θέλει να παντρευτεί εμένα... μια συνηθισμένη κοπέλα;»
Ο Ντάνιελ έβαλε τα γέλια. «Εσύ, μωρό μου, απέχεις πολύ από το συνηθισμένο».
«Το ίδιο κι εσύ. Από τη στιγμή που σε γνώρισα... εντάξει, από τη δεύτερη φορά που συναντηθήκαμε», του είπε
μορφάζοντας, «διαισθάνθηκα ότι είσαι διαφορετικός. Σε είδα να διαβάζεις εκείνο το παραμύθι στην κόρη σου και διέκρινα
έναν άνθρωπο με καρδιά και ψυχή. Έναν άντρα που θα έκανε τα πάντα για να προστατέψει τους αγαπημένους του
ανθρώπους. Το ίδιο έκανες και μ’ εμένα».
«Επειδή σ’ αγαπώ, Κάρι». Έσυρε τα δάχτυλά του στο πιγούνι της. «Το στέμμα είναι απλώς ένα συν».
Η Κάρι γέλασε. Τα χαρακτηριστικά της άνθισαν από χαρά, όπως τα λουλούδια την άνοιξη. Είχε πάρει ένα ρίσκο πολύ
μεγαλύτερο από το τόλμημα να πάει στην Αμερική, και είχε δικαιωθεί. Ο άντρας που γνώρισε και ερωτεύτηκε ήταν ο
πρίγκιπας που είχε ονειρευτεί. «Ω Ντάνιελ, κι εγώ σ’ αγαπώ».
Εκείνος την τράβηξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε. Απόλυτα και ανενδοίαστα, τα χείλη τους ενώθηκαν σ’ ένα χορό που
ελάχιστα μπορούσε να εκφράσει το πάθος που υπήρχε ανάμεσά τους. Τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω του, τον κράτησαν
σφιχτά, ανταπέδωσαν την αγάπη. Λίγες στιγμές αργότερα, η Κάρι αποτραβήχτηκε. Μπορούσε και η ίδια να νιώσει την
ευτυχία που εξέπεμπε το πρόσωπό της. «Κι αν δεν ξαναφορέσω ποτέ το στέμμα;»
«Δε μ’ ενδιαφέρει καθόλου. Αρκεί να φοράς τη βέρα μου». Ο Ντάνιελ πήρε βαθιά ανάσα, έβαλε το χέρι στην τσέπη του κι
έβγαλε ένα μικρό μαύρο βελούδινο κουτάκι. Σήκωσε το καπάκι και αποκάλυψε ένα μονόπετρο δαχτυλίδι αρραβώνα μ’ ένα
κεντρικό τετράγωνο διαμάντι, πλαισιωμένο σε κάθε πλευρά από έξι μικρότερα διαμάντια στο χρώμα της σαμπάνιας. Είχε
επισκεφθεί τρία κοσμηματοπωλεία προτού βρει το δαχτυλίδι που ήθελε, αλλά όταν είδε την έκπληξη στο πρόσωπο της Κάρι,
κατάλαβε πως άξιζε εκατό τοις εκατό την επιμονή του σ’ αυτή την αναζήτηση.
«Είναι... είναι εκθαμβωτικό, Ντάνιελ!»
«Έψαχνα κάτι που να έχει κάτι από σένα και κάτι από το Ουτσέλι», της εξήγησε. «Τα διαμάντια στο χρώμα της σαμπάνιας
έχουν σχεδόν το ίδιο χρώμα με το αγαπημένο σου λευκό κρασί, αυτό που έγινε η αφορμή να έρθουμε πιο κοντά».
Η Κάρι έφερε το χέρι της στο στόμα. Δάκρυα ανάβλυσαν από τα μάτια της. Ο Ντάνιελ την καταλάβαινε απόλυτα και
εκτιμούσε όλες τις πλευρές της. Ω, πόσο τυχερή είχε σταθεί να γνωρίσει έναν άντρα που αγαπούσε και την πριγκίπισσα και
την απλή γυναίκα που έκρυβε μέσα της! «Είναι τόσο τέλειο».
Εκείνος γονάτισε τότε μπροστά της. «Δηλαδή μου λες ναι; Θα με παντρευτείς;»
Ένα πλατύ χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της. Άρχισε να γνέφει καταφατικά και συγχρόνως να ψελλίζει: «Ναι. Ναι,
Ντάνιελ, θα σε παντρευτώ».
Απερίγραπτη χαρά απλώθηκε μέσα του. Ήθελε να το φωνάξει, να τον ακούσει όλη η πλάση. Όμως σηκώθηκε όρθιος, τη
φίλησε ξανά και γλίστρησε το δαχτυλίδι στο αριστερό της χέρι. Τα πετράδια συνέλαβαν τη λάμψη του φεγγαριού και
αστραποβόλησαν, σαν να έδιναν την έγκρισή τους.
Έπειτα ο Ντάνιελ έφερε το χέρι της στα χείλη του και της φίλησε τα δάχτυλα. «Ξέρεις, έχω διαβάσει ένα σωρό παραμύθια
στην Άναμπελ. Στο τέλος ο πρίγκιπας πάντα παίρνει την πριγκίπισσά του και απομακρύνονται με το περήφανο άλογο προς το
ηλιοβασίλεμα. Αλλά...» Προσποιήθηκε απογοήτευση. «...υπάρχει ένα μικρό προβληματάκι με το δικό μας παραμύθι».
«Τι προβληματάκι;»
«Δεν είμαι πρίγκιπας».
«Θα μοιραστώ μαζί σου ένα μυστικό», του είπε εκείνη, πιέζοντας τα χείλη της πάνω στα δικά του. «Ούτε κι εγώ είμαι στ’
αλήθεια πριγκίπισσα. Αλλά δε νομίζω ότι αυτό θα σταθεί εμπόδιο».
«Εμπόδιο σε τι;»
Η Κάρι ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του και παραδόθηκε στην αγκαλιά του, έχοντας πια γίνει ένα μαζί του. «Στο
να έχει ευτυχισμένο τέλος το παραμύθι μας».
«Κι έζησαν αυτοί καλά», ψέλλισε τότε ο Ντάνιελ πάνω στα χείλη της, «κι εμείς καλύτερα».
ΞΑΦΝΙΚΑ… Ο ΕΡΩΤΑΣ!
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

«Παντρέψου με. Έλα τώρα, αφού το θέλεις!»


Η Έλλα Τζέιν Μπέιλι Μαρτίνες χτύπησε το δάχτυλό της στο κάτω χείλος της και κούνησε το κεφάλι της πάνω κάτω, σαν να
προσπαθούσε να πάρει κάποια απόφαση.
Δυστυχώς, ο Ανρί το εξέλαβε σαν ενθαρρυντική κίνηση.
«Έχω δικό μου μεταφορικό μέσο. Θα μπορείς να πηγαίνεις όπου θέλεις σ’ αυτή την πόλη. Λοιπόν, ομορφούλα; Τι λες; Θα
κάναμε ωραία πράγματα μαζί!»
«Δελεαστική πρόταση. Όμως ο κύριος Ντιμπουά ήδη μου έχει υποσχεθεί την κάρτα δωρεάν μετακινήσεων που δικαιούται
λόγω ηλικίας και είναι δύσκολο ν’ αρνηθώ τέτοια προσφορά».
«Ο Ντιμπουά είναι όλο λόγια κι από έργα τίποτα. Όχι σαν εμένα, μωρό μου». Ο Ανρί έκλεισε πονηρά το μάτι του.
«Χμ. Αυτό είναι που με ανησυχεί. Δεν είμαι από τα κορίτσια που παίζουν σε δύο ταμπλό. Και χτες το βράδυ σε είδα να
φλερτάρεις με τη ρεσεψιονίστ, μεγάλε γόη! Τα λέμε αργότερα».
Ο Ανρί κοπάνησε το χέρι του στο μπράτσο της αναπηρικής πολυθρόνας και βλαστήμησε σιγανά στα γαλλικά, ύστερα
ανασήκωσε τους ώμους του κι επανέλαβε τη βρισιά στα αγγλικά για χάρη της Έλλα.
«Να πάρει η οργή!»
Εκείνη χαμογέλασε κι ανακάτεψε τα λιγοστά μαλλιά του, έπειτα προχώρησε αργά στο διάδρομο που οδηγούσε στην
κουζίνα. Σαν να ήξερε ότι ο Ανρί παρακολουθούσε ακόμα κάθε της κίνηση, λικνίστηκε με χάρη και κοίταξε πάνω απ’ τον
ώμο της τον γκριζομάλλη Ρωμαίο. Εκείνος έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και της έκλεισε το μάτι. «Μπράβο, κορίτσι μου!»
της είπε.
Ύστερα γύρισε απότομα το αναπηρικό καροτσάκι του και γύρισε με εκπληκτική ταχύτητα στην τραπεζαρία του λιακωτού,
απ’ όπου ακούστηκαν δυνατά γέλια όταν οι αυτόματες πόρτες άνοιξαν και ξανάκλεισαν πίσω του.
«Ελπίζω οι πελάτες μου να μη σου δυσκολεύουν τη ζωή!»
Η Έλλα χαμογέλασε στη φίλη της τη Σαντρίν, η οποία διηύθυνε το μικρό ξενοδοχείο όπου εργαζόταν σαν πιανίστρια όποτε
μπορούσε –και περιστασιακά βοηθούσε στα γεύματα.
«Είναι φοβεροί. Θα μπορούσα να συζητώ μαζί τους όλη μέρα για τζαζ. Ήξερες ότι ο Ανρί έχει ζήσει τρία χρόνια στη Νέα
Ορλεάνη; Και τα φιλαράκια του μόλις καταβρόχθισαν τρεις από τις μηλόπιτές μου! Οι μουσικοί είναι ίδιοι σε όλο τον κόσμο.
Το φαγητό είναι γι’ αυτούς ό,τι καλύτερο μετά τη μουσική. Ακόμα και στη Γαλλία».
Η Σαντρίν αγκάλιασε την Έλλα από τους ώμους και της χάρισε ένα χαμόγελο. «Το ξέρω. Αυτοί οι γόητες μπορεί να
ισχυρίζονται ότι δεν είναι γλυκατζήδες, αλλά οι αντιστάσεις τους πάνε περίπατο μόλις εμφανιστεί μπροστά τους το τρόλεϊ με
τα επιδόρπια. Και πάλι σ’ ευχαριστώ που έσπευσες να με βοηθήσεις ενώ σε ειδοποίησα την τελευταία στιγμή. Κυριολεκτικά
πνίγομαι!»
«Μην το συζητάς. Θα είσαι γεμάτη και το επόμενο Σαββατοκύριακο;»
«Δε θα έχω ούτε ένα δωμάτιο ελεύθερο! Πρώτη φορά μου τυχαίνει να έχω σαράντα πελάτες που μένουν ολόκληρο το
διήμερο». Η Σαντρίν έσφιξε την Έλλα με θέρμη. «Και ξέρω ποιον πρέπει να ευχαριστήσω γι’ αυτό. Έλα τώρα, άσε τις
μετριοφροσύνες. Ξέρω ότι εσύ συνέστησες στη Νικόλ το ξενοδοχείο μου για τους καλεσμένους που θα ’ρθουν από μακριά
για το πάρτι των γενεθλίων της την άλλη βδομάδα. Σ’ ευχαριστώ».
«Αφού ζήτησε τη γνώμη μου. Χαίρομαι πολύ που η Νικόλ αποφάσισε να γιορτάσει τα γενέθλιά της στο σπίτι αντί να μείνει
στο Παρίσι. Έρχεται σπάνια τον τελευταίο καιρό».
«Αυτό δεν είναι το πλεονέκτημα του να φροντίζεις ένα όμορφο εξοχικό; Το έχεις δικό σου τον περισσότερο καιρό, όσο η
Νικόλ είναι στο Παρίσι ή ταξιδεύει».
Η Έλλα έκλεισε τα μάτια της και χαμογέλασε ικανοποιημένη. «Έχεις δίκιο. Το λατρεύω και δεν μπορώ να διανοηθώ ότι θα
έμενα κάπου αλλού εκτός από το Μας Τουρνεσόλ. Είμαστε τυχεροί». Ξανάνοιξε τα βλέφαρά της. «Της αξίζει το καλύτερο
πάρτι γενεθλίων που έγινε ποτέ σ’ αυτό το σπίτι και θα βάλω τα δυνατά μου να το έχει! Στο κάτω κάτω, μόνο μια φορά
γίνεσαι εξήντα ετών».
«Ασφαλώς. Και μην ξεχνάς πού πρέπει να απευθυνθείς αν χρειαστείς οτιδήποτε».
Η Έλλα φίλησε τη Σαντρίν στα μάγουλα και χαμογέλασε. «Είσαι αστέρι. Αλλά ο Νταν θα σχολάσει σε λίγο από το σχολείο
και δεν πρέπει ν’ αργήσω. Τα λέμε αύριο».
Ήταν ώρα να το σκάσει πριν ο Ανρί τελειώσει τον απογευματινό καφέ του και η καφεΐνη τού φέρει έμπνευση για καμιά
ακόμη πιο δελεαστική πρόταση.
«Η PSN Media επανήλθε με ακόμα καλύτερη προσφορά, αλλά τα ’χουν στυλώσει στο θέμα των υπαλλήλων. Δεν ξέρω πόσο
μπορούμε να τους πιέσουμε να μην πειράξουν τα κεκτημένα των εργαζομένων χωρίς να βάλουμε σε κίνδυνο τη συμφωνία
συνολικά». Η αγανάκτηση του Ματ ακουγόταν καθαρά ακόμα και στο κινητό τηλέφωνο.
Ο Σεμπαστιάν Καστελάνο χτύπησε τα δάχτυλά του στο δερμάτινο τιμόνι του χαμηλού, σπορ ιταλικού αυτοκινήτου του.
Προσπάθησε να ηρεμήσει, κοιτάζοντας τις σειρές με τα κλήματα που άρχιζαν από το σημείο που είχε σταθμεύσει στον
ερημικό, στενό δρόμο στη μέση του Λανγκντόκ και έφταναν μέχρι τους χαμηλούς λόφους και τα πλατώματα με τους
θάμνους.
Όλη τη νύχτα και τις περισσότερες ώρες της Πέμπτης ήταν κλεισμένος με τον Ματ και την ομάδα διαπραγματεύσεων της
PSN Media σε μια ασφυκτική αίθουσα συσκέψεων στο Μονπελιέ, προκειμένου να καταλήξουν σε μια συμφωνία που θα
εξασφάλιζε τις θέσεις των εκατοντάδων εργαζομένων της Castellano Tech στην Αυστραλία.
Και η PSN Media συνέχιζε να μην τον παίρνει στα σοβαρά!
Ήταν η πρώτη εταιρεία τηλεπικοινωνιών στον κόσμο, αλλά η Castellano Tech ήταν η δική του εταιρεία. Αυτή που είχε
φτιάξει από το μηδέν.
Δε θα καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα όσο θα προσπαθούσαν να τον εξαγοράσουν χωρίς να ενδιαφέρονται για τους
υπαλλήλους του και τις οικογένειές τους.
Μέχρι πρόσφατα έπαιρνε ο ίδιος συνέντευξη από κάθε εργαζόμενο που προσλάμβανε και πολλοί ήταν μαζί του από τον
πρώτο καιρό, τότε που είχε ρισκάρει τα πάντα με την παράτολμη ιδέα μιας εταιρείας ψηφιακών μέσων επικοινωνίας. Η ομάδα
του είχε καταστήσει την Castellano Tech κορυφαία στην Αυστραλία. Και δε θα τους απογοήτευε για λίγα δολάρια. Η
αφοσίωση ήταν αμφίδρομη.
Κρίμα που η PSN Media δεν το έβλεπε από αυτή τη σκοπιά. Κι αν δεν ήταν διατεθειμένοι ν’ αλλάξουν στάση, τη Δευτέρα το
πρωί δε θα υπέγραφε τη συμφωνία. Ο γενικός διευθυντής της PSN Media θα έφευγε με το ιδιωτικό γιοτ του από το Μονπελιέ
με άδεια χέρια.
Ο Σεμπαστιάν πήρε μια βαθιά εισπνοή πριν απαντήσει.
«Ξέρω ότι δουλεύεις σκληρά πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, Ματ, αλλά ήμαστε απόλυτα ξεκάθαροι στη θέση μας. Ή θα
εγγυηθούν ότι όλοι οι εργαζόμενοι θα παραμείνουν στη δουλειά και θα διατηρήσουν όλες τις παροχές τους τουλάχιστον για
δύο χρόνια ή... φεύγω. Δε συμβιβάζομαι».
Ο οικονομικός διευθυντής του αναστέναξε. «Θα χάσεις πολλά χρήματα, φίλε», του είπε.
Εκείνος ξεφύσηξε δυνατά. Οι τύποι της PSN Media νόμιζαν ότι όλοι είχαν μια τιμή κι άρα μπορούσαν να εξαγοράσουν τους
πάντες. Ε, λοιπόν, έκαναν λάθος αν πίστευαν ότι η αρχή του Σεμπαστιάν Καστελάνο να φροντίζει το προσωπικό του
μπορούσε να αγοραστεί. Και θα τους το αποδείκνυε.
Ο Σεμπ δεν απάντησε αμέσως. Ο Ματ έκανε απλά τη δουλειά του ως δεύτερος στην ιεραρχία μετά από εκείνον και την έκανε
πολύ καλά. Είχε χάσει εξίσου πολλές ώρες ύπνου τις τελευταίες βδομάδες. Και οι δυο χρειάζονταν ένα διάλειμμα.
«Πριν από λίγες ώρες είπαμε στην PSN Media ότι είχαν ένα Σαββατοκύριακο για να μας παρουσιάσουν την τελευταία
προσφορά τους. Λυπάμαι, Ματ, αλλά δεν άλλαξε τίποτα στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να έρθω στο Λανγκντόκ.
Τελεία και παύλα».
«Πεισματάρης όπως πάντα!» είπε ξεφυσώντας ο Ματ. «Τέλος πάντων, θα τους ενημερώσω. Και μετά, προτείνω να κάνουμε
κι οι δυο κάτι διαφορετικό. Να κοιμηθούμε, παραδείγματος χάρη».
«Η καλύτερη ιδέα που άκουσα σήμερα!» αποκρίθηκε ο Σεμπ, προσπαθώντας να δώσει έναν πιο ανάλαφρο τόνο στη φωνή
του. «Πάρε άδεια για την υπόλοιπη μέρα και θα τα πούμε πάλι αύριο».
«Έγινε! Ίσως πάω να δω κι εκείνα τα άγρια φλαμίνγκο που μου έλεγες. Δώσε χαιρετίσματα στη Νικόλ. Θα έχει ενθουσιαστεί
που πήγες στη Γαλλία για τα γενέθλιά της. Τα λέμε αύριο».
Η γραμμή έκλεισε, αφήνοντας τον Σεμπαστιάν να κάθεται σιωπηλός στο πολυτελές, κλιματιζόμενο εσωτερικό του
αυτοκινήτου και να βράζει από προσμονή και αγανάκτηση. Η συγχώνευση με την PSN Media ήταν κορυφαία συναλλαγή.
Μέσα σε έξι μήνες τα συστήματα επικοινωνίας που είχε σχεδιάσει με την ομάδα του σ’ ένα μεταποιημένο γκαράζ στο Σίδνεϊ
θα χρησιμοποιούνταν σε όλο τον κόσμο!
Ήταν τόσο κοντά στην υλοποίηση του ονείρου του που του ερχόταν να πανηγυρίσει.
Ναι. Θα μπορούσε να κατακτήσει και μόνος του τις διεθνείς αγορές, σιγά σιγά, αλλά η συγχώνευση με την PSN Media ήταν
ο καλύτερος και γρηγορότερος τρόπος να διαδοθεί η βραβευμένη τεχνολογία του.
Ύστερα από δέκα χρόνια ατέλειωτης δουλειάς μέρα και νύχτα, βρισκόταν ένα βήμα από τη σημαντικότερη συμφωνία της
ζωής του. Το αισθανόταν!
Φυσικά, είχε πληρώσει βαρύ αντίτιμο για τις ατέλειωτες ώρες εργασίας. Είχε πίσω του μια σειρά από αποτυχημένες σχέσεις
και οικογενειακές συγκεντρώσεις στις οποίες δεν είχε μπορέσει να παρευρεθεί, στο Σίδνεϊ. Όμως άξιζε τον κόπο.
Σε λίγες μέρες η Castellano Tech θα γινόταν κομμάτι ενός διεθνούς ομίλου επιχειρήσεων και ο ίδιος θα είχε μια θέση με
νέες ευθύνες στο συμβούλιο των διευθυντών κι ένα λαμπρό επιχειρηματικό μέλλον μπροστά του. Θα εργαζόταν από τα
υπάρχοντα γραφεία της εταιρείας του στο Σίδνεϊ –τη ζωντανή και συναρπαστική πόλη που του είχε προσφέρει τα μέσα και τις
ευκαιρίες να πραγματοποιήσει τα όνειρά του.
Και θα είχε το χρόνο και τα χρήματα για ν’ ασχοληθεί μ’ ένα πολύ ξεχωριστό έργο.
Τα εισοδήματα από την πώληση της Castellano Tech θα του εξασφάλιζαν τους πόρους και τα τεχνικά μέσα που χρειαζόταν
για να χρηματοδοτεί εξ ολοκλήρου το Ίδρυμα Ελέν Καστελάνο. Τα πιλοτικά προγράμματά του σε όλη την Αυστραλία είχαν
δείξει ήδη ότι η πρόσβαση στη σύγχρονη τεχνολογία και τα συστήματα επικοινωνίας μπορούσε να επιφέρει αλλαγές στις
απομακρυσμένες περιοχές του κόσμου. Και θα αφιέρωνε το χρόνο και τα χρήματα για να κάνει αυτά τα προγράμματα να
λειτουργήσουν.
Η μητέρα του, η Ελέν, θα ενθουσιαζόταν με την ιδέα.
Ανυπομονούσε να γυρίσει στο Σίδνεϊ και να πιάσει δουλειά. Η ομάδα ήταν κιόλας έτοιμη, τα σχέδια καταστρωμένα. Το
μόνο που χρειαζόταν ήταν το τελικό πράσινο φως και το άκρως σημαντικό εννιαψήφιο ποσό που του πρόσφερε η PSN Media
για τη συγχώνευση.
Όμως αυτά περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα της επόμενης βδομάδας. Σήμερα είχε μια πολύ πιο ωραία αποστολή.
Σήμερα θα συναντούσε τη Νικόλ Λαμπέρ, την αξιαγάπητη γυναίκα που ήταν μητριά του για δώδεκα ταραχώδη χρόνια πριν
χωρίσει με τον πατέρα του και γυρίσει από το Σίδνεϊ στο Παρίσι. Της δημιουργούσε πολλούς μπελάδες όταν ήταν έφηβος,
όμως εκείνη τον είχε ανεχτεί και είχε υποστηρίξει μέχρι τέλους την επαγγελματική επιλογή του –χωρίς ν’ ακούσει ούτε ένα
ευχαριστώ εκείνο τον καιρό. Η σχέση τους είχε βελτιωθεί μόλις τα τελευταία χρόνια που είχαν περάσει μαζί στο Σίδνεϊ, κι ο
Σεμπ ένιωθε πως είχε ακόμα πολλά πράγματα να κάνει για να επανορθώσει για το παρελθόν.
Όταν είχε συμφωνήσει να ξεκινήσουν μυστικές διαπραγματεύσεις με την PSN Media δεν ήξερε ότι η εταιρεία είχε την
ευρωπαϊκή έδρα της στη νότια Γαλλία και συγκεκριμένα στο Μονπελιέ, αρκετά κοντά στο παλιό σπίτι των Καστελάνο στο
Λανγκντόκ, όπου η Νικόλ θα έκανε το πάρτι των εξηκοστών γενεθλίων της.
Για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια θα βρίσκονταν στην ίδια χώρα, σε μια λογική απόσταση, την ίδια χρονική
στιγμή.
Τώρα που το ξανασκεφτόταν, ήταν πρωτοφανές.
Στα πεντηκοστά γενέθλιά της μόλις που είχε προλάβει να πάει στο Σίδνεϊ, εξαιτίας μιας τεράστιας ζημιάς σ’ ένα δορυφόρο
κατά τη διάρκεια ενός λανσαρίσματος τηλεπικοινωνιακών προϊόντων στην Ιαπωνία. Χριστουγεννιάτικες κι άλλες
οικογενειακές συγκεντρώσεις ήταν εκτός συζήτησης, ακόμα και πριν χωρίσει με τον πατέρα του. Έτσι, το γεγονός ότι ήταν
πρόθυμος και διαθέσιμος να πάει στο φετινό πάρτι της ήταν κάτι καινούριο.
Ίσως γι’ αυτό να είχε τόσες ενοχές που τελικά θα το έχανε.
Η Νικόλ είχε χαρεί τόσο πολύ όταν δέχτηκε την πρόσκλησή της ώστε επέμεινε να μείνει στο σπίτι των Καστελάνο, όχι σε
κανένα μεγάλο ξενοδοχείο.
Φυσικά, δεν τον είχε ρωτήσει ευθέως αν είχε και κάποιο άλλο, δικό του πρόγραμμα, αλλά σίγουρα είχε υποψιαστεί ότι κάτι
έτρεχε. Ο Σεμπ λυπόταν που δεν μπορούσε να της πει τίποτε για τις διαπραγματεύσεις, ειδικά από τη στιγμή που η PSN
Media ζήτησε να γίνει η συνάντηση μια βδομάδα νωρίτερα, ώστε να συμπέσει με την άφιξη του γενικού διευθυντή τους.
Αυτό σήμαινε ότι, αν η συμφωνία προχωρούσε όπως ήλπιζε, σε εφτά μέρες από σήμερα θα ήταν πίσω στο Σίδνεϊ με
καινούρια δουλειά και τεράστιο φόρτο εργασίας. Όχι στο Λανγκντόκ για να γιορτάσει τα γενέθλια της Νικόλ. Τουλάχιστον
θα περνούσε το Σαββατοκύριακο κοντά της. Αυτό ήταν κάτι, έστω κι αν θα ήταν αναγκασμένος να έχει το κινητό του ανοιχτό
και να είναι έτοιμος να φύγει αν τον ειδοποιούσε ο Ματ.
Ήταν καιρός να πει στη Νικόλ τα δυσάρεστα νέα και να της ζητήσει συγνώμη που για άλλη μια φορά θα ήταν απών. Αν ήταν
τυχερός θα τον συγχωρούσε. Ξανά.

Επιτέλους ελεύθερη!
Η Έλλα έκανε πετάλι πιο δυνατά για ν’ αποκτήσει ταχύτητα στην ευθεία του άδειου εξοχικού δρόμου, ύστερα έγειρε πίσω
στη σέλα του ποδηλάτου της, τέντωσε τα πόδια της στα πλάγια και σήκωσε το κεφάλι της προς το λαμπρό ήλιο.
Ήταν αρχές Ιουλίου. Το απαλό αεράκι δρόσιζε τα γυμνά μπράτσα και τις γάμπες της, σχεδόν γευόταν την αρμύρα της
Μεσογείου, η οποία απείχε μόνο λίγα χιλιόμετρα προς τα νότια. Ο συνδυασμός της λιακάδας και της αύρας ήταν θεϊκός, την
έκανε ν’ αναστενάξει από ευχαρίστηση.
Η γαλήνη του γνώριμου τοπίου λειτούργησε σαν διεγερτικό για το κουρασμένο κεφάλι της. Η Σαντρίν της είχε τηλεφωνήσει
λίγο μετά τις οχτώ το πρωί για να τη ρωτήσει αν μπορούσε να πάει να τη βοηθήσει να σερβίρει μεσημεριανό σε μια παρέα
φανατικών της τζαζ, οι οποίοι είχαν έρθει για το φεστιβάλ της τζαζ που γινόταν στην περιοχή το Σαββατοκύριακο.
Πόσο ήθελε να μπορούσε να πήγαινε μαζί τους! Θα ήταν υπέροχο να απολαύσει για λίγο την έξαψη και το ρίγος της
μουσικής με την οποία είχε μεγαλώσει, που λάτρευε να τραγουδάει και να παίζει από τα δεκαέξι της. Τη μουσική που οι
γονείς της συνέχιζαν να παίζουν για να κερδίζουν τα προς το ζην. Κάποιες φορές της έλειπε τόσο πολύ η παλιά της ζωή που
πονούσε όταν το σκεφτόταν. Ήταν πιο εύκολο να τη βγάζει απ’ το μυαλό της και να εστιάζει στη χαρά τού να ζει σ’ εκείνο το
πανέμορφο μέρος. Ο Νταν είχε προτεραιότητα. Ήταν το μόνο που είχε σημασία τώρα.
Η αρνητική πλευρά τού να είναι οικονόμος ήταν ότι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ήθελε πού και πού να μένει σ’ αυτό! Αλλά η
Νικόλ ήταν αξιαγάπητη, ευγενική και γενναιόδωρη. Της είχε προσφέρει στέγη και δουλειά τότε που το χρειαζόταν
περισσότερο. Γι’ αυτό και μόνο η Έλλα ήταν διατεθειμένη να δουλέψει ακόμα πιο σκληρά έτσι ώστε το πάρτι των εξηκοστών
γενεθλίων της να έχει τεράστια επιτυχία. Για πρώτη φορά απ’ όταν είχαν πάει εκεί, το σπίτι θα ζωντάνευε και θα έσφυζε από
ευθυμία και γέλια. Υπέροχα!
Έπειτα η Νικόλ θα έφευγε για μια δυο βδομάδες πριν γυρίσει για το καθιερωμένο αυγουστιάτικο διάλειμμά της, αφήνοντας
την Έλλα να διασκεδάσει με τον Νταν στη διάρκεια των πολύτιμων σχολικών διακοπών.
Στο πρόσωπο της Έλλα απλώθηκε ένα ζεστό χαμόγελο καθώς κοιτούσε τις σειρές με τα αμπέλια, που από τη μια πλευρά του
δρόμου εκτείνονταν προς τους λόφους με τα χαμηλά πεύκα κι από την άλλη στη θάλασσα. Απόλαυσε το κελάηδισμα των
πουλιών, το θρόισμα των δέντρων και το ανέμισμα της μικροσκοπικής σημαίας που ο Νταν είχε στερεώσει στο πλάι του
καθίσματός του με μισό καρούλι κολλητική ταινία.
Οι απλές χαρές ενός εξάχρονου. Το σημαιάκι που φτερούγιζε στον αέρα ενώ έτρεχαν του έδινε τόση χαρά που θα ήταν
παιδιάστικο να του επισημάνει ότι ήταν μια ισπανική σημαία από τους παππούδες τους και ίσως όχι το πιο ενδεδειγμένο
αντικείμενο για τα νότια της Γαλλίας. Όμως δεν είχε σημασία.
Αυτό το κομμάτι του Λανγκντόκ δεν ήταν σαν τη Νίκαια ή τη Μασσαλία. Δεν υπήρχαν λαμπερά φώτα, πολυσύχναστοι
δρόμοι, μοντέρνα μπαρ ή εστιατόρια τεσσάρων αστέρων. Εδώ ήταν τα δουλεμένα χωράφια που καθιστούσαν τη Γαλλία τόσο
ξεχωριστή. Ακόμα και η τουριστική περίοδος ήταν σύντομη εκεί. Τα μικρά ξενοδοχεία σαν της Σαντρίν είχαν δουλειά μόνο
μεταξύ Μαΐου και Οκτωβρίου, όταν οι επισκέπτες συνέρρεαν στην περιοχή για να απολαύσουν τις εκπληκτικές ακτές και τα
μικρά χωριά στην Καμάργκ ή στα ανατολικά της Προβηγκίας.
Η Έλλα ήθελε περισσότερο χρόνο με τον Νταν. Τον είχε ανάγκη. Μεγάλωνε τόσο γρήγορα. Και τώρα που είχε μείνει να τον
μεγαλώνει μόνη της, το παιδί της τη χρειαζόταν τόσο πολύ που ράγιζε η καρδιά της όταν τον άφηνε τα βράδια για να κερδίσει
λίγα χρήματα παραπάνω παίζοντας πιάνο στο ξενοδοχείο της Σαντρίν. Φυσικά, του είχε πάντα τις καλύτερες νταντάδες που
μπορούσε να βρει κι έφευγε μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις σαν την τωρινή, όμως λάτρευε τις ώρες που περνούσαν μαζί τα
βράδια, ειδικά όταν ο καιρός ήταν αρκετά ζεστός ώστε να κάθονται έξω με τα σκυλιά.
Μία μέρα ακόμα, και μετά το σχολείο έκλεινε! Τέλεια.
Ξαφνικά την κυρίεψε ένα δυσοίωνο προαίσθημα κι αναρίγησε. Οι σχολικές διακοπές σήμαιναν και κάτι άλλο. Κάτι που δεν
ήθελε καν να σκέφτεται. Ο Νταν θα περνούσε δυο βδομάδες με τους παππούδες του στη Βαρκελώνη. Τους ίδιους παππούδες
που είχαν προσπαθήσει τόσο επίμονα να της πάρουν την κηδεμονία του μετά το θάνατο του πατέρα του –και παραλίγο να τα
καταφέρουν.
Ω Κριστόμπαλ! Μακάρι να ζούσες για να έβλεπες πώς μεγάλωσε το αγοράκι σου!
Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να κοιτάξει τα μάτια του Νταν για να δει τον άντρα που είχε αγαπήσει και παντρευτεί
να της χαμογελάει. Και κανείς δε θα απειλούσε ξανά να της πάρει το γιο της. Θα φρόντιζε εκείνη γι’ αυτό.
Για χάρη του είχε εγκαταλείψει την καριέρα της ως επαγγελματία μουσικού.
Ο δρόμος ανέβαινε σ’ ένα μικρό ύψωμα. Καθώς η Έλλα κατέβαζε πάλι τα πόδια της στα πετάλια, το κρώξιμο από τα
θαλασσοπούλια την επανέφερε στην πραγματικότητα, θυμίζοντάς της ότι το σχολείο θα έκλεινε σε λιγότερο από μία ώρα.
Έπρεπε να κάνει πιο γρήγορα πετάλι!

Ο Σεμπ βγήκε απ’ το αυτοκίνητο και στάθηκε στο γρασίδι για να απολαύσει τη λιακάδα.
Απέναντί του, από την άλλη πλευρά του δρόμου, έβλεπε την πύλη του Μας Τουρνεσόλ. Του σπιτιού που είχε γεννηθεί και
είχε περάσει τα δώδεκα πρώτα χρόνια της ζωής του.
Του φαινόταν πάρα πολύς καιρός.
Κάτι που ίσως εξηγούσε γιατί δε θυμόταν να είναι τόσο μικρή η πύλη ή τόσο πυκνή η βλάστηση γύρω. Προφανώς η άποψη
ενός δωδεκάχρονου αγοριού διέφερε από εκείνη ενός άντρα τριάντα ετών.
Τότε ήταν μια διπλή βαριά πόρτα από σφυρήλατο σίδερο με το όνομα της αγροικίας ανάγλυφο πάνω στο μέταλλο. Μας
Τουρνεσόλ. Το Σπίτι με τα Ηλιοτρόπια.
Τώρα το ένα φύλλο της πόρτας ήταν βγαλμένο από τους μεντεσέδες του και πεσμένο στο χώμα. Ανάμεσα απ’ τα περίτεχνα
κάγκελά του ξεφύτρωναν χόρτα. Πρέπει να είχε πέσει εδώ και μήνες. Το δίδυμό του δεν υπήρχε καν.
Θυμόταν από τότε που ήταν παιδί κι έπαιζε σ’ εκείνα τα χωράφια ότι στα αριστερά του, απ’ την άλλη πλευρά της ίσιας
γραμμής με τα πλατάνια, υπήρχε ένα ποτάμι όπου είχε περάσει ατέλειωτες ώρες χαράς ψαρεύοντας με τον πατέρα του. Τα
βάτα στα δεξιά αποτελούσαν το όριο των αμπελώνων και των χωραφιών με τα ηλιοτρόπια που ο πατέρας του είχε πουλήσει
στο γείτονά τους λίγες μέρες πριν μεταναστεύσουν, αλλά τώρα είχαν πιο ψηλά κλαριά και μπερδεύονταν με ανθισμένους
θάμνους.
Τον πλημμύρισε μια θλίψη καθώς σκεφτόταν την τελευταία φορά που είχε πάρει αυτόν το δρόμο στην πορεία του για μια
νέα ζωή.
Μήπως δεν ήταν τόσο έτοιμος γι’ αυτό όσο νόμιζε;
Έκλεισε για λίγο τα μάτια του και είδε πάλι τον κήπο της μητέρας του, περπάτησε στα μονοπάτια του όπου το μεθυστικό
άρωμα των λουλουδιών επισκίαζε το βόμβο των μελισσών και το κελάηδισμα των πουλιών. Και για λίγα λεπτά μεταφέρθηκε
σ’ εκείνο το μέρος που πάντα θα ήταν συνδεδεμένο με την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του.
Τότε που η μητέρα του ζούσε ακόμα.
Ο Σεμπ άνοιξε αργά τα βλέφαρά του κι έφτιαξε τα γυαλιά του για να προστατευτεί από το δυνατό ήλιο.
Υπήρχαν πολλοί λόγοι για τους οποίους δεν είχε γυρίσει σ’ αυτό το σπίτι. Μπορεί να ζούσε στο Σίδνεϊ από τα δώδεκά του
και να λάτρευε τη ζωή εκεί, όμως παρέμενε ένας Γάλλος που η καρδιά του ανήκε σε μια χώρα με βαθιά κληρονομιά και
πολιτισμό. Αυτό ήταν αναμφισβήτητο.
Αλλά κάτι άλλο τον τραβούσε εκεί. Και το συναίσθημα τον αναστάτωνε. Στην αρχή το είχε αποδώσει στο άγχος για την
επιχειρηματική συμφωνία, όμως ήταν κάτι περισσότερο. Ήταν μια παράξενη αίσθηση ανικανοποίητου κι ενοχλητικής
ανησυχίας που είχε καταφέρει να απωθήσει τους τελευταίους έξι μήνες.
Συγκεκριμένα από τότε που είχε ανακαλύψει ότι ο πατέρας του δεν μπορεί να ήταν φυσικός πατέρας του.
Ναι, είχε εκπλαγεί και σοκαριστεί. Είχε μείνει άναυδος κι είχε αιφνιδιαστεί, όμως δεν είχε επιτρέψει στη συγκλονιστική
αποκάλυψη να γκρεμίσει τον κόσμο του. Είχε μεγαλώσει σε μια οικογένεια γεμάτη αγάπη, με δυο τρυφερούς γονείς. Τα
ταξίδια του σε όλο τον κόσμο για τα φιλανθρωπικά έργα του του είχαν δείξει πόσο σημαντικό ήταν αυτό για ένα παιδί.
Όποιος κι αν ήταν πατέρας του, ήταν περήφανος για τη μητέρα του και θα εξακολουθούσε να είναι. Μόνο που δεν μπορούσε
να μην αναρωτιέται γιατί δεν του είχε πει την αλήθεια. Ειδικά στο τέλος, όταν όλοι ήξεραν ότι ο χρόνος της τελείωνε και ο
Σεμπ είχε περάσει αμέτρητες ώρες κοντά της όσο είχε ακόμα διαύγεια πνεύματος. Μιλούσαν. Κι εκείνη είχε κρατήσει το
μυστικό της.
Φυσικά, τους τελευταίους μήνες επικρατούσε φρενήρης δραστηριότητα στη δουλειά. Τώρα του δινόταν για πρώτη φορά η
ευκαιρία να κάνει ένα πραγματικό διάλειμμα, έστω κι αν ήταν μερικές ώρες ανάμεσα στις συζητήσεις με τον Ματ ή με τη
νομική ομάδα της PSN Media.
Ήταν λογικό να περάσει λίγες μέρες με τη Νικόλ και να ηρεμήσει.
Ο Σεμπ κίνησε τους ώμους του κυκλικά για να διώξει την ένταση. Χρειαζόταν κάτι για να ηρεμήσει το μυαλό του.
Γιατί τώρα γυρνούσε εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει!
Πίσω στο σπίτι που τώρα ανήκε στη μητριά του. Τη Νικόλ, που είχε κερδίσει το σπίτι ύστερα από το διαζύγιό της με τον
πατέρα του.
Ήταν δικό της και μπορούσε να το κάνει ό,τι ήθελε, ακόμα και να το χρησιμοποιεί μόνο ως εξοχικό για μερικές βδομάδες το
χρόνο. Ή ως τόπο διεξαγωγής του πάρτι των γενεθλίων της.
Ίσως η Νικόλ να μην είχε καν συνειδητοποιήσει ότι την ίδια βδομάδα ήταν η επέτειος του θανάτου της μητέρας του. Κι ότι
αυτή η θαυμάσια μητέρα είχε αφήσει την τελευταία της πνοή σ’ εκείνο το σπίτι.
Ο Σεμπ σήκωσε το κεφάλι του πιο ψηλά.
Ένα πράγμα ήξερε.
Δε θα ξανάφηνε ποτέ τον εαυτό του ν’ αγαπήσει τόσο απόλυτα κάποιο πρόσωπο ή ένα μέρος. Όχι, αφού θα μπορούσαν να
του το στερήσουν στη στιγμή κι εκείνος να είναι ανίκανος να αποτρέψει την απώλεια. Ειδικά όταν γνώριζε ό,τι γνώριζε.
Δεν πίστευε στο να εστιάζει κανείς στο παρελθόν –μόνο στο μέλλον. Κι αυτό σήμαινε ότι τιμούσε τη μητέρα του μέσω του
φιλανθρωπικού έργου που άλλαζε ζωές τώρα. Η παλιά του ζωή είχε τελειώσει. Κι όσο πιο γρήγορα επέστρεφε στο Σίδνεϊ και
ξεκινούσε τα νέα προγράμματά του, τόσο το καλύτερο.
Λίγα λεπτά αργότερα πέρασε με το πολύ φαρδύ, πολύ κόκκινο και πολύ αστραφτερό νοικιασμένο ιταλικό αυτοκίνητό του
την πύλη κι άρχισε να κατηφορίζει αργά το χωματόδρομο, που γινόταν όλο και πιο οικείος μέτρο με το μέτρο.
Μια ξαφνική έκρηξη αγανάκτησης για το ότι ήταν ανίκανος να ελέγξει τη νευρικότητα και την ανησυχία του τον έκανε να
πατήσει γκάζι, αδιαφορώντας για τα χαλίκια που πετάγονταν στο πέρασμά του.
Ήλπιζε μόνο οι κήποι να μην ήταν τόσο παραμελημένοι όσο ο δρόμος, όμως θα το μάθαινε σύντομα. Μόλις θα έπαιρνε την
επόμενη τυφλή στροφή θα έβλεπε τις στέγες του σπιτιού.
Ήταν ανοησία του να έρθει εκεί και να περιμένει ότι το μέρος θα ήταν το ίδιο.
Το αυτοκίνητο ανέπτυξε ταχύτητα καθώς έφτανε στη στροφή, τα μάτια του εστίασαν στον ορίζοντα ψάχνοντας για το κτίριο.
Και ξαφνικά πάτησε φρένο τόσο απότομα που ενεργοποιήθηκε το ABS και το αυτοκίνητο σταμάτησε γλιστρώντας στο
χώμα.
Κάτι ήταν ξαπλωμένο στο δρόμο. Και τον κοιτούσε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Η καρδιά του χτυπούσε σαν ταμπούρλο. Του πήρε μερικά δευτερόλεπτα να ξαναβρεί τον κανονικό ρυθμό της αναπνοής του
και να ξεσφίξει τα δάχτυλά του απ’ το τιμόνι.
Με τις κλειδώσεις του ακόμα άσπρες, άνοιξε την πόρτα και βγήκε απ’ το αυτοκίνητο.
Στη μέση του δρόμου, μισό μέτρο μακρύτερα απ’ το αμάξι, ήταν ξαπλωμένο ένα μεγάλο γκρίζο σκυλί με καφέ μπαλώματα
και δεν έδειχνε καμία πρόθεση να σηκωθεί.
Το κεφάλι του ακουμπούσε στις πατούσες του, το πυκνό τρίχωμά του ήταν σκονισμένο και τώρα είχε περισσότερο χώμα
από το φρενάρισμα.
Και δεν ήταν οποιοδήποτε σκυλί. Ήταν ένα κυνηγετικό γκριφόν σαν εκείνο που είχαν τα παιδιά στο γειτονικό αγρόκτημα
όταν ο Σεμπ ήταν μικρός. Είχε να δει γκριφόν χρόνια. Και μόνο το θέαμα των έξυπνων ματιών που τον κοιτούσαν καθώς
πλησίαζε να δει αν ήταν τραυματισμένο τον έκανε να χαμογελάσει.
Αναστέναξε ανακουφισμένος και κάθισε στις φτέρνες του για να κοιτάξει καλύτερα το παράξενο ζώο. Εκείνο τέντωσε την
καφετιά μουσούδα του προς το απλωμένο χέρι του, τον μύρισε κι έπειτα χασμουρήθηκε.
«Δεν είναι το καλύτερο μέρος για να παίρνεις τον υπνάκο σου, παλιόφιλε», μουρμούρισε ο Σεμπαστιάν ενώ το σκυλί
κουνούσε την ουρά του και μετά γύριζε ανάσκελα για να του χαϊδέψει την κοιλιά, τελείως ανυποψίαστο για την τρομάρα που
είχε πάρει ο οδηγός του αυτοκινήτου που παραλίγο να το πατήσει.
Ξαφνικά τέντωσε τα αυτιά του και σηκώθηκε.
«Τι είναι, αγόρι μου; Τι άκουσες;» το ρώτησε ο Σεμπ στα γαλλικά. Πριν ο σκύλος προλάβει να γαβγίσει σε απάντηση, ένας
σίφουνας με τέσσερα πόδια πετάχτηκε από τους θάμνους γαβγίζοντας δυνατά, όρμησε στο στέρνο του Σεμπ και τον έστειλε
να προσγειωθεί ανάσκελα στο γρασίδι, στα βάτα και στις τσουκνίδες.
Του πήρε λίγα δευτερόλεπτα για να σηκώσει τα χέρια του και να αμυνθεί στην επίθεση μιας πολύ υγρής γλώσσας και μιας
ακόμα πιο υγρής γούνινης μπάλας, όμως ήταν πολύ αργά για να αποκρούσει τις δυο λασπωμένες πατούσες που
ποδοπατούσαν με χαρά το επώνυμο πουκάμισό του. Ούτε που τολμούσε να σκεφτεί το παντελόνι του κοστουμιού του. Από
τη γωνία που το έβλεπε, το ζώο έμοιαζε με νεαρότερη εκδοχή του σκυλιού στο μονοπάτι.
Το χαμόγελο και το κούνημα της ουράς τα έλεγαν όλα στη σκυλίσια γλώσσα.
Κοιτάξτε τι βρήκα! Κάποιον καινούριο για να παίξω μαζί του! Τι καλά! Θες να σου δείξω τι κόλπα ξέρω;
Ο μεγαλύτερος φίλος του ή συγγενής του αποφάσισε ότι το να φυλάει το δρόμο ήταν πληκτικό και πήγε να κυνηγήσει στους
θάμνους.
Εντάξει. Ώρα να κουνηθούμε.
Ο Σεμπ στηρίχτηκε στον αγκώνα του κι αμέσως ξανάπεσε πάνω του το νεαρό σκυλί, το οποίο είχε βρει ένα κομμάτι ξύλο για
να του πετάξει και ήθελε να του τραβήξει την προσοχή.
Εκείνος το κοίταξε για μια στιγμή κι έπειτα γέλασε δυνατά.
Ωραία εξέλιξη είχε η μέρα του! Το να τον πετάξει κάτω ένα παιχνιδιάρικο σκυλί δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με την
κουραστική πτήση από την Αυστραλία, τις δύο μέρες σκληρών διαπραγματεύσεων και μια σύντομη διαδρομή με ξένο
αυτοκίνητο σ’ ένα δρόμο που είχε να δει δεκαοχτώ χρόνια.
Αναστέναξε και γύρισε στο αισιόδοξο κυνηγόσκυλο, που ακόμα τον κοιτούσε και χοροπηδούσε με το ξύλο στο στόμα.
«Ξέχασέ το, φίλε. Άσε με πρώτα να σηκωθώ».
Ξαφνικά το σκυλί πέταξε το ξύλο κι άρχισε να τρέχει γρήγορα προς τον κεντρικό δρόμο, αφήνοντας τον Σεμπ μόνο του με
το μεγαλύτερο σκύλο, ο οποίος τον πλησίαζε μάλλον για να εισπράξει κι άλλα χάδια.
«Μείναμε οι δυο μας, φιλαράκο; Πού μένεις; Ε;»
«Ο Μιλού δε μιλάει αγγλικά. Και μένει μαζί μου, κύριε Καστελάνο».

Ήταν η φωνή μιας γυναίκας. Η προφορά της ήταν αγγλική. Δεν έβλεπε αυτή που του μιλούσε, οπότε πρέπει να ήταν πίσω απ’
το αυτοκίνητό του.
Ωραία! Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συναντούσε στο παλιό χωριό του κι εκείνος ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο γρασίδι.
Και ήδη τον είχαν αναγνωρίσει. Ήταν που θα περνούσε απαρατήρητος!
Ο Σεμπ αναρωτήθηκε πόση ώρα βρισκόταν εκεί η γυναίκα και τον παρακολουθούσε.
Αναστέναξε δυνατά και κούνησε το κεφάλι του, σκεπτόμενος πόσο γελοίος θα έδειχνε. Είχε δύο επιλογές. Ή ν’ αρχίσει να
φωνάζει για τα ανεξέλεγκτα σκυλιά, κάτι που δε θα ήταν δίκαιο αφού βρισκόταν σ’ έναν ιδιωτικό δρόμο, ή να χαμογελούσε
και να σηκωνόταν.
Στηρίχτηκε στο σημείο με τις λιγότερες τσουκνίδες και κατάφερε να ανασηκωθεί λίγο για να μη δείχνει τελείως γελοίος.
Ύστερα φώναξε προς το μέρος της γυναίκας που προφανώς ήξερε ποιος ήταν.
«Γεια σας. Δικά σας είναι τα σκυλιά; Πολύ άτακτα», είπε στα αγγλικά.
Ένα ζευγάρι μπεζ εσπαντρίγιες στο τέλος δυο λεπτών, μαυρισμένων γυναικείων ποδιών εμφανίστηκαν στο κομμάτι
ανάμεσα στο χώμα και στο κάτω μέρος του σπορ αυτοκινήτου του, ύστερα προχώρησαν αργά και στάθηκαν ακριβώς
μπροστά του.
Ο αστράγαλος που βρισκόταν σε απόστασης αφής απ’ το χέρι του φορούσε ένα λεπτό βραχιόλι με μικροσκοπικές χάντρες
σε σχήμα λουλουδιού. Αλλά το κορδόνι σ’ αυτό το παπούτσι ήταν πράσινο, ενώ στο άλλο μπλε με ρίγες.
Ξαφνικά τον κυρίεψε η περιέργεια να δει και την υπόλοιπη αμφίεση. Ο Σεμπ προσπάθησε να μη γουρλώσει τα μάτια του
όταν είδε ένα κίτρινο και άσπρο κοντό φορεματάκι με λεπτές τιράντες, το οποίο έπεφτε πάνω από ένα σκούρο πράσινο κάπρι.
Η τελευταία φορά που είχε δει κάτι τέτοιο ήταν σε μια χριστουγεννιάτικη φιλανθρωπική συναυλία ενός δημοτικού, που
χρηματοδοτούσε η εταιρεία του.
Είχε μπροστά του τον Πίτερ Παν. Ή μήπως την Τίνκερμπελ;
Σήκωσε τα γυαλιά του με το ένα χέρι κι αντίκρισε ένα πρόσωπο με υπέροχα, χαμογελαστά γαλάζια μάτια, ανασηκωμένη
μύτη και σαρκώδη χείλη.
Τα ίσια, ανοιχτοκάστανα μαλλιά της ήταν τραβηγμένα πίσω με μια φαρδιά κορδέλα στο ίδιο χρώμα με το παντελόνι.
Άλλαξε γνώμη. Ο Πίτερ Παν δεν ήταν τόσο χαριτωμένος ούτε τόσο μικροσκοπικός. Η Τίνκερμπελ, λοιπόν.
Και για μια στιγμή του κόπηκε η μιλιά, καθώς εκείνη τον κοίταξε χωρίς ίχνος ανησυχίας κι έπειτα γύρισε να παίξει με τα
σκυλιά, που προφανώς είχαν μάθει να μην πηδούν και ρίχνουν κάτω τη γυναίκα που τα τάιζε.
«Γεια σας, παιδιά!» τους φώναξε στα γαλλικά. «Τι κάνετε; Συγνώμη που άργησα. Σας έλειψα;»
Τα χάιδεψε και μετά πέταξε το ξύλο πιο πέρα, μακριά απ’ το αυτοκίνητο. «Άντε. Γυρίστε στο σπίτι. Θα σας βρω εκεί», είπε.
Ύστερα στάθηκε και τα παρακολουθούσε χαμογελώντας καθώς έτρεχαν.
Εντέλει το πανέμορφο ξωτικό χαμογέλασε στον Σεμπ και μίλησε πάλι αγγλικά.
«Μην ανησυχείτε. Μπορείτε να παίξετε μαζί τους αργότερα».
Να παίξει. Εκείνος δεν είχε καμιά πρόθεση να παίξει μαζί τους! Αναστέναξε δυνατά και κούνησε το κεφάλι του. Ο
χαρούμενος τόνος της ήταν πολύ μεταδοτικός, δεν μπορούσε να θυμώσει μαζί της.
«Πάντα τόσο... θερμά υποδέχονται τους ξένους;»
«Ω, όχι. Μόνο τους άντρες. Ειδικά τους κοστουμαρισμένους. Λατρεύουν τους κοστουμαρισμένους».
Το βλέμμα του Σεμπ καρφώθηκε στα παπούτσια του κι έπειτα στο παντελόνι του. Η νεαρή γυναίκα κούνησε το κεφάλι της
πέρα δώθε.
«Από την άλλη, αυτοί οι λεκέδες δεν πρόκειται να φύγουν ποτέ απ’ το παντελόνι σας. Ίσως δεν ήταν η καλύτερη επιλογή
ρούχων για να κυλιστείτε στο χώμα με τα σκυλιά».
Επιλογή! Λες και το είχε επιλέξει!
«Χρειάζεστε βοήθεια με το αυτοκίνητό σας, κύριε Καστελάνο; Δεν έχουμε γκαράζ, αλλά έχω καθαρίσει ένα χώρο στον
αχυρώνα που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε στη διάρκεια της παραμονής σας. Υπάρχει πρόβλεψη για βορειοδυτικούς
ανέμους».
Στη διάρκεια της παραμονής του; Πώς ήξερε ότι θα έμενε εκεί; Ίσως αυτό το κορίτσι ήταν κάτι παραπάνω απ’ ό,τι έδειχνε.
«Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι το όνομά μου είναι Καστελάνο; Δεσποινίς;...»
«Κυρία Μαρτίνες. Έλλα Μαρτίνες».
Η Έλλα έγειρε για λίγο το κεφάλι της στο πλάι και χαμογέλασε στον Σεμπ λες και μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη του σαν
ανοιχτό βιβλίο. Στα μάγουλά της σχηματίστηκαν δυο μικρά λακκάκια.
«Ηρεμήστε. Δεν είμαι ούτε δημοσιογράφος ούτε μέντιουμ. Απλά οικονόμος της Νικόλ. Πράγμα που σημαίνει ότι ξεσκονίζω
τις φωτογραφίες σας που είναι πάνω στο πιάνο κάθε βδομάδα τα τελευταία τρία χρόνια».
Σταμάτησε και κοίταξε λοξά το αστραφτερό, κόκκινο αυτοκίνητο που έκλεινε το δρόμο. «Ο γιος μου τρελαίνεται για τις
φωτογραφίες με όλα εκείνα τα ωραία κορίτσια απ’ το Γκραν Πρι του Μονακό, όμως η Νικόλ προτιμάει τους ιστιοπλοϊκούς
αγώνες. Περίεργο που δε σας έχει και μία να κάθεστε με το... καλό σας παντελόνι στο γρασίδι. Να πάω να φέρω τη
φωτογραφική μηχανή μου;»
Ο Σεμπ έριξε το κεφάλι του στο πλάι και προσπάθησε να μην πετάξει καμιά τσουχτερή απάντηση. Η Νικόλ είχε οικονόμο.
Έτσι εξηγούνταν όλα.
«Χάρηκα που σε γνώρισα, Έλλα. Θα προτιμούσα να μιλάμε στον ενικό και σε παρακαλώ να με λες κι εσύ Σεμπ. Όσο για τη
φωτογραφική μηχανή, ευχαριστώ, αλλά δε θα πάρω. Στην πραγματικότητα ανακουφίστηκα που δεν έχεις φωτογραφική
μηχανή. Ήδη αισθάνομαι αρκετά ταπεινωμένος».
Η Έλλα γέλασε ευγενικά.
«Να μην αισθάνεσαι. Βλέπω ότι κάθεσαι πολύ άνετα εκεί. Θα τα πούμε στο σπίτι όταν θα είσαι έτοιμος. Το δωμάτιό σου σε
περιμένει. Προς το παρόν, γεια».
Χαιρέτησε τον Σεμπ κουνώντας τα δάχτυλά της, πήγε πάλι πίσω απ’ το αυτοκίνητό του και τράβηξε απ’ τους θάμνους ένα
πολύ περίεργο, αρχαίο ποδήλατο με παιδικό κάθισμα. Το καβάλησε κι άρχισε να κατηφορίζει ήσυχα στο δρόμο, αφήνοντας
τον Σεμπ να κάθεται τριγυρισμένος από πουλιά, με το βόμβο των εντόμων και τα γαβγίσματα από τα σκυλιά που πρέπει να
ήταν κάπου κοντά.
Είδε μια κίτρινη πεταλούδα να κάθεται στο απλωμένο χέρι του, να καθαρίζει τις κεραίες της και να πετάει πάλι.
«Τώρα είσαι πολύ μακριά απ’ το Κάνσας», μουρμούρισε, σαν να ’χε κι εκείνος βρεθεί ξαφνικά στη Χώρα του Οζ –τόσο
παράξενα του φαίνονταν όλα. Γέλασε κοφτά με τη γελοιότητα της κατάστασης.
Τι να του έκαναν τώρα τα εκατομμύρια στον τραπεζικό λογαριασμό του! Ευτυχώς που δεν μπορούσαν να τον δουν τα
στελέχη της PSN Media. Θα το ξανασκέφτονταν αν έπρεπε ν’ αγοράσουν μια εταιρεία από ένα αγροτόπαιδο.
Σπουδαία εξέλιξη είχε η μέρα του. Και μόλις είχε φτάσει!
Κρίμα που δε θα έμενε αρκετά για να μάθει περισσότερα πράγματα για την οικονόμο της Νικόλ.

Λίγο αργότερα ο Σεμπ βγήκε απ’ το αυτοκίνητο κι ένιωσε τις τρίχες στον αυχένα του να σηκώνονται.
Εξωτερικά, το σπίτι δεν είχε αλλάξει και τόσο σε δεκαοχτώ χρόνια. Ήταν φτιαγμένο από πωρόλιθο, που ήξερε ότι έπαιρνε
μια χρυσορόδινη απόχρωση στο απογευματινό φως του καλοκαιριού. Τα μακρόστενα ξύλινα παντζούρια στα παράθυρα και
τις πόρτες της βεράντας κάποτε ήταν βαμμένα στο μπλε-μοβ της λεβάντας που δεν είχε δει πουθενά αλλού εκτός από εκείνη
την περιοχή του Λανγκντόκ. Τώρα ήταν σκούρα μπλε μ’ ένα ανοιχτό κίτρινο ρέλι. Για το ανεκπαίδευτο μάτι του η χρωματική
αντίθεση ήταν πολύ σκληρή κάτω από την παλιά κεραμοσκεπή με τα μπαλώματα από βρύα.
Ο φόβος του ότι το παλιό σπίτι του μπορεί να είχε γίνει ερείπιο εξαφανίστηκε κι αντικαταστάθηκε από μια αίσθηση
ανησυχίας που του προκάλεσε πονοκέφαλο. Το στομάχι του σφίχτηκε από αγωνία και τον έλουσε κρύος ιδρώτας.
Δεν περίμενε να νιώσει έτσι.
Είχε φτιάξει μια δική του εταιρεία που είχε εξελιχθεί σε διεθνή επιχείρηση εκατομμυρίων δολαρίων, δεν είχε πρόβλημα να
κάνει παρουσιάσεις σε εκατοντάδες αγνώστους, αλλά να που καθόταν στη ζεστή λιακάδα και δίσταζε να διαβεί το κατώφλι με
την ψηλή, οικεία ξύλινη πόρτα που οδηγούσε στο εσωτερικό του σπιτιού που είχε μεγαλώσει.
Ξαφνικά, ένα απαλό αεράκι πέρασε μέσα από τις λεύκες και τα πλατάνια κι έφερε αρώματα από λεβάντα, τριαντάφυλλα,
αγιόκλημα και γιασεμί. Το μυαλό του πλημμύρισε από αναμνήσεις που τον αναστάτωσαν τόσο πολύ, που χρειάστηκε να
πάρει μια βαθιά εισπνοή για να ηρεμήσει.
Χιλιάδες στιγμές και εικόνες έστελναν το ίδιο μήνυμα.
Ήρθες στο σπίτι σου.
Ύστερα από μια ολόκληρη ζωή μακριά από τη γενέτειρά του, τον τόπο του, το χωριό του κι αυτή την αγροικία... ήταν σπίτι
του.
Η σκέψη και μόνο τον σοκάρισε όσο δε θα μπορούσε να είχε φανταστεί.
Σπίτι του ήταν το διαμέρισμα στο Σίδνεϊ με την εκπληκτική θέα στην πόλη, στο οποίο κοιμόταν μερικές ώρες και είχε τα
ρούχα του. Εκεί ήταν το σπίτι του. Όχι εδώ. Όχι πια.
Πριν από δεκαοχτώ χρόνια είχε αποφασίσει πως δε θα βασιζόταν ξανά τόσο πολύ σε κάποιον άλλον για να είναι
ευτυχισμένος. Ο πόνος που του είχε προκαλέσει το γεγονός ότι τον είχαν ξεριζώσει απ’ αυτό το σπιτικό είχε καταστρέψει μια
για πάντα την παιδική συναισθηματικότητά του.
Δεν ήταν συναισθηματικός.
Και μόνο η ιδέα τον σοκάρισε τόσο πολύ, που όταν η Έλλα ήρθε απ’ το πλάι του σπιτιού και στάθηκε δίπλα του ενώ εκείνος
κοιτούσε το παράθυρο, ούτε αντιλήφθηκε την παρουσία της, μέχρι που η γλυκιά φωνή της έσπασε τη σιωπή.
«Έχει αλλάξει πολύ από την τελευταία φορά που το είδες;»
Εκείνος μισογύρισε προς το μέρος της κι ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του σαν να προσπαθούσε να αποκαταστήσει την
επικοινωνία μεταξύ του εγκεφάλου και του στόματός του. Διάβαζε τη σκέψη του;
Εκείνη ύψωσε το πιγούνι της και τον κοίταξε κατάματα. «Η Νικόλ μου είπε ότι μεγάλωσες εδώ. Αναρωτιόμουν αν το σπίτι
είναι ακόμα όπως το θυμόσουν. Τίποτε άλλο», του είπε. Ύστερα γύρισε κι άρχισε να κόβει τα μαραμένα λουλούδια από τις
δυο τεράστιες, πέτρινες ζαρντινιέρες που πλαισίωναν την είσοδο, δίνοντας στον Σεμπ την ευκαιρία να αρθρώσει μια λογική
απάντηση.
«Ε... όχι. Όχι ιδιαίτερα. Πρόσεξα ότι η πόρτα της πύλης έχει πέσει, αλλά το σπίτι είναι λίγο πολύ το ίδιο». Έδειξε τα
παντζούρια και κούνησε το κεφάλι του. «Ο συνδυασμός των χρωμάτων είναι διαφορετικός. Δεν ξέρω αν είναι επιτυχημένος».
Η Έλλα αναστέναξε αγανακτισμένη, γύρισε προς το μέρος του κι έβαλε τα χέρια της στη μέση της.
«Ευχαριστώ! Η Νικόλ προσέλαβε ένα διακοσμητή εσωτερικών χώρων για να... ανακαινίσει –υποτίθεται– το σπίτι την
άνοιξη». Κοίταξε τα παντζούρια κι αναρίγησε. «Ήταν ένας γοητευτικός άντρας με καταπληκτικό μάτι στα υφάσματα και
πλήρη άγνοια της τοπικής αισθητικής. Μηδέν. Τίποτα. Ντε νάδα».
Έσκυψε προς τον Σεμπ σαν να ήθελε να του εκμυστηρευτεί κάτι. «Μπορεί να είμαι απ’ το Λονδίνο, αλλά έχω ζήσει εδώ
αρκετό καιρό για να ξέρω ότι αυτό το σπίτι δε χρειάζεται σκούρα μπλε παντζούρια».
Μετά γύρισε στα λουλούδια κι έκοψε επιδέξια ένα μισάνοιχτο ροζ τριαντάφυλλο με λιγοστά φύλλα.
Πριν ο Σεμπ προλάβει να της απαντήσει, εκείνη πήγε και πέρασε το μπουμπούκι στην μπουτονιέρα του σακακιού του και
ίσιωσε το ύφασμα με τα ακροδάχτυλά της.
«Ορίστε. Δεν έχει αγκάθια. Φύτεψα μια τριανταφυλλιά χωρίς αγκάθια. Σ’ αρέσει;»
Ύψωσε τα φρύδια της και τον κοίταξε στα μάτια επίμονα. Ξαφνικά σχηματίστηκε στα χείλη της ένα λοξό χαμόγελο, σαν να
ήξερε ότι καθώς ο Σεμπ κοιτούσε προς τα κάτω για να δει το καινούριο αξεσουάρ του είχε και μια απολαυστική θέα απ’ το
μπροστινό μέρος του φορέματός της.
Για λίγη ώρα ξέχασε τελείως τα προβλήματά του, καθώς θαύμαζε τη μαυρισμένη επιδερμίδα και τις απαλές καμπύλες κάτω
απ’ το λεπτό κίτρινο και άσπρο ύφασμα. Ένα λευκό δαντελένιο σουτιέν πρόβαλλε απ’ τις δυο πλευρές του φορέματος που η
μια τιράντα του είχε γλιστρήσει στον ώμο της. Του γεννήθηκε μια απρόσμενη επιθυμία να ξαναφέρει την τιράντα στη θέση
της, όμως αυτό θα σήμαινε ότι θα την άγγιζε και θ’ ανακάλυπτε αν το δέρμα της ήταν τόσο απαλό όσο έδειχνε.
Ήταν πολύ δελεαστικό, αλλά και τελείως απαράδεκτο.
Ω, όχι. Ούτε να το σκέφτεσαι. Εκείνου του άρεσαν τεχνοκράτισσες που ήξεραν να χειρίζονται προγράμματα πολυμέσων και
μπορούσαν να κάνουν δορυφόρους να υπακούν στις διαταγές του. Όχι ξωτικά με πράσινα παντελόνια. Και πολύ περισσότερο
αυτό το ξωτικό, που, όταν σήκωσε το χέρι να στρώσει το σακάκι του, άστραψε στο δάχτυλό του ένα δαχτυλίδι με διαμάντι
και ζαφείρια.
Κυρία Μαρτίνες. Η οικονόμος της Νικόλ ήταν παντρεμένη. Θυμήθηκε ότι του είχε πει κάτι για το γιο της. Παντρεμένη και
με οικογένεια. Η ιδανική οικονόμος, κηπουρός και οικιακή βοηθός για να φροντίζει το σπίτι όταν η Νικόλ έλειπε.
Ο κύριος Μαρτίνες ήταν πολύ τυχερός άνθρωπος.
Ο Σεμπ έστρεψε την προσοχή του στις πέργκολες με τις τριανταφυλλιές πάνω από το κεφάλι της Έλλα. «Ναι, μ’ αρέσει»,
απάντησε με βραχνή φωνή. «Είναι πανέμορφο. Ευχαριστώ».
Εκείνη χτύπησε πάλι ελαφρά το σακάκι του και χαμογέλασε. «Παρακαλώ. Ο μεγάλος ροδώνας είναι ακόμα στο πίσω μέρος
του σπιτιού». Έκανε μια μικρή παύση, ύστερα έδειξε το αυτοκίνητό του. «Ακόμα και μ’ αυτό τον κινούμενο καναπέ που
αποκαλείς αμάξι θα είσαι κουρασμένος μετά το μακρύ ταξίδι σου. Είσαι έτοιμος να δεις τι έκανε ο διακοσμητής στην παλιά
κρεβατοκάμαρά σου;»

Κάποτε ήταν η κρεβατοκάμαρά του. Το παμπάλαιο μπάνιο με τη ραγισμένη εμαγιέ μπανιέρα ήταν στο διπλανό δωμάτιο. Οι
τοίχοι πρέπει να είχαν γκρεμιστεί για να δημιουργηθεί αυτός ο κομψός χώρος με το συνεχόμενο λουτρό. Αλλά το ίδιο το
υπνοδωμάτιο δεν είχε αλλάξει πολύ. Οι σανίδες στο πάτωμα έτριζαν στα ίδια σημεία.
Το κύμα των αναμνήσεων τον έπνιξε καθώς κοιτούσε απ’ το τετράγωνο παράθυρο το μαντρωμένο κήπο στο πίσω μέρος του
σπιτιού, εκεί που έπαιζε κι είχε μάθει ν’ αγαπάει τη ζωή.
Και ξαφνικά το συνειδητοποίησε.
Η Έλλα Μαρτίνες είχε ετοιμάσει αυτό το δωμάτιο για εκείνον. Όχι το βοηθητικό που χρησιμοποιούσε η γιαγιά του όταν η
μητέρα του ήταν βαριά άρρωστη. Πώς ήξερε ότι ήταν δικό του;
Γύρισε προς την πόρτα. Η Έλλα στεκόταν στην κορφή της σκάλας και τον παρακολουθούσε μ’ ένα χαμόγελο που ήταν σαν
λιακάδα στο σκοτεινό, δροσερό διάδρομο.
«Μόνη μου το κατάλαβα», είπε, βλέποντας την έκφραση στο πρόσωπό του. «Από την ταπετσαρία. Ηρέμησε», πρόσθεσε
όταν τον είδε να την κοιτάζει απορημένος. «Δεν είμαι μάντισσα. Όταν οι εργάτες έβγαλαν τις ταπετσαρίες απ’ τους τοίχους
βρήκαν κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία απ’ το παρελθόν».
Γύρισε και κοίταξε μια στιγμή προς τη σκάλα, σαν να ήθελε να σιγουρευτεί πως δεν κρυφάκουγε κανένας. Ύστερα έσκυψε
μπροστά.
«Είμαι σίγουρη ότι εκείνη την εποχή πολλοί έφηβοι κάλυπταν τους τοίχους του δωματίου τους με αφίσες των αγαπημένων
τους συγκροτημάτων». Έγειρε πίσω, σούφρωσε τα χείλη της και κούνησε το κεφάλι της. «Στοιχηματίζω ότι θα έβαζες
δίσκους και θα τραγουδούσες κρατώντας για μικρόφωνο μια βούρτσα. Κάνω λάθος;»
Ο Σεμπ ένιωσε τον αυχένα του να κοκκινίζει από έξαψη και ντροπή, μέχρι που κοίταξε την Έλλα και την είδε να χαμογελάει.
Ύστερα το χαμόγελο έγινε ζεστό γέλιο.
Εδώ και πολύ καιρό κανείς δεν είχε τολμήσει να γελάσει με τον Σεμπαστιάν Καστελάνο. Μόνο που κάτι στη φωνή της Έλλα
του έλεγε ότι τα σχόλιά της δεν είχαν σκοπό να τον προσβάλουν ή να τον μειώσουν. Απλώς αστειευόταν.
Έπειτα σκέφτηκε πόσο ειρωνικό ήταν το γεγονός ότι οι παλιές αφίσες του είχαν βρεθεί σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα κι
έκανε το λάθος να την κοιτάξει. Και τότε άρχισε να γελάει. Να γελάει πραγματικά. Ο ήχος του γέλιου του του φάνηκε τόσο
ανοίκειος, που συνειδητοποίησε ότι είχε να γελάσει έτσι πολύ καιρό.
«Ναι, κάνεις λάθος», κατάφερε ν’ απαντήσει τελικά ενώ σκούπιζε τα δάκρυα απ’ τα μάτια του. «Δεν ήταν βούρτσα. Ήταν η
λακ της γιαγιάς μου. Και η παλιά ντουλάπα είχε έναν ολόσωμο καθρέφτη, οπότε μπορούσα να θαυμάσω τον εαυτό μου σε
όλο του το μεγαλείο με το καινούριο τζιν μου».
«Τότε είσαι τυχερός. Οι γονείς μου είναι μουσικοί κι εγώ γεννήθηκα πάνω από το τζαζ κλαμπ τους στο Λονδίνο.
Φαντάζεσαι τι φασαρία υπήρχε κάθε βράδυ;» Η Έλλα σταμάτησε, κοίταξε το ταβάνι κι αναστέναξε. «Στην πραγματικότητα
ήταν κάτι το εκπληκτικό και με ξετρέλαινε». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Τέλος πάντων. Σ’ αφήνω να τακτοποιηθείς. Αν
χρειαστείς τίποτα, θα είμαι εκεί που βρίσκονται ο καφές και τα μπισκότα».
Ο Σεμπ κατένευσε. «Μόνο μια ερώτηση: Τι ώρα περίπου θα έρθει η Νικόλ; Θέλω να τη δω αμέσως μόλις γυρίσει».
Η Έλλα ύψωσε τα φρύδια της και σούφρωσε τα χείλη της με έκπληξη. «Η Νικόλ; Μα δεν είναι εδώ. Δε σου το είπε;»
Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Δεν είναι εδώ; Δεν καταλαβαίνω. Μου έστειλε μήνυμα πριν από λίγες βδομάδες για να
σιγουρευτεί ότι τα σχέδιά μου δεν είχαν αλλάξει. Συνέβη κάτι; Είναι καλά;»
Εκείνη σήκωσε τα χέρια της και τα ξανακατέβασε. «Μια χαρά. Λίγο βρεγμένη ίσως, αλλά είναι καλά. Αυτό που δεν είναι
καλό είναι ο καιρός στο Νεπάλ. Οι μουσώνες ξεκίνησαν νωρίς κι έτσι κατεβαίνουν πολύ αργά από το Έβερεστ. Ήδη έχασαν
την πτήση τους. Οπότε θα καθυστερήσει μερικές μέρες».
Ανασήκωσε πάλι τους ώμους της. «Μέχρι τότε, μόνο εγώ θα βρίσκομαι εδώ».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η Έλλα κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο της κουζίνας για να δει αν ο Σεμπ είχε ξυπνήσει απ’ το μεσημεριανό ύπνο του.
Ήλπιζε ότι θα σηκωνόταν εγκαίρως για να μετακινήσει το υπέροχο δείγμα ιταλικού σχεδιασμού που αποκαλούσε
αυτοκίνητο, το οποίο ακόμα ήταν μισοπαρκαρισμένο, μισοπαρατημένο στο κυκλικό δρομάκι μπροστά στο σπίτι, πριν φτάσει
η δασκάλα του Νταν και προσπαθήσει να περάσει με το μικροσκοπικό αμάξι της.
Ο κήπος ήταν ήσυχος και γαλήνιος. Ήταν ένα συνηθισμένο καλοκαιρινό μεσημέρι.
Περίεργο. Απ’ ό,τι της είχε πει η Νικόλ, ο Σεμπαστιάν Καστελάνο ζούσε σε έντονους ρυθμούς. Έτρεχε πότε εδώ και πότε
εκεί, πάντα ψάχνοντας το επόμενο έργο ή την επόμενη επιχειρηματική συμφωνία που θα εξασφάλιζε σύγχρονα μέσα
επικοινωνίας σε μια εταιρεία ή ακόμα και σε μια πόλη. Δούλευε απ’ το πρωί ως το βράδυ για να αντεπεξέλθει στον όγκο της
δουλειάς και στις φιλανθρωπικές εκδηλώσεις.
Δεν αστειευόταν όταν του μιλούσε για τις φωτογραφίες στις ασημένιες κορνίζες πάνω στο πιάνο που χρειάζονταν τακτικά
ξεσκόνισμα και γυάλισμα. Η Νικόλ είχε ολόκληρη συλλογή.
Ωστόσο υπήρχε κάτι παράξενο σ’ αυτές τις φωτογραφίες. Κάτι που η Έλλα δεν είχε αναφέρει ποτέ, από σεβασμό στην
προσωπική ζωή της Νικόλ.
Η συλλογή δεν περιλάμβανε ούτε μία του Σεμπαστιάν με τον πατέρα του ή την ίδια. Ο Σεμπ δεν ήταν στη φωτογραφία του
γάμου της Νικόλ, κι όμως πρέπει να ήταν στα τέλη της εφηβείας του όταν εκείνη παντρεύτηκε τον πατέρα του.
Ήταν κάτι που ανέκαθεν την παραξένευε. Ειδικά όταν τα δικά της άλμπουμ ήταν γεμάτα από οικογενειακές φωτογραφίες με
τους δικούς της και τον Νταν. Στους γονείς του Κριστόμπαλ άρεσαν τα κλασικά πορτραίτα που τραβούσαν επαγγελματίες
φωτογράφοι σε στούντιο και ήταν ευγνώμων που μπορούσε να δείξει στο γιο της πώς ήταν ο πατέρας του, αλλά προτιμούσε
τα στιγμιότυπα που είχε απαθανατίσει με τη φτηνή μηχανή της.
Αλλά η Νικόλ δεν είχε τέτοιες φωτογραφίες.
Φυσικά, ήταν μεγάλο πλεονέκτημα να είναι υπεύθυνη για το ξεσκόνισμα του προσώπου του Σεμπαστιάν Καστελάνο κάθε
βδομάδα. Ήταν ελεύθερη ν’ αφήνει τη φαντασία της να οργιάζει σε σχέση με το πώς ήταν με σάρκα και οστά. Η Νικόλ δεν
ήταν η μόνη που είχε ενθουσιαστεί όταν ο Σεμπαστιάν είχε δεχτεί την πρόσκλησή της για το πάρτι των γενεθλίων της.
Η Έλλα μασούλισε το κάτω χείλος της. Δεν πίστευε στα μάτια της όταν είδε ποιος οδηγούσε το αυτοκίνητο που είχε κλείσει
το δρόμο. Πώς ήταν δυνατόν ένας τόσο ωραίος άντρας να κάθεται στους θάμνους και να παίζει με τον Μιλού και τον Γούλφι;
Αυτό την έκανε ν’ αναρωτηθεί ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που βρισκόταν εκεί. Από τα λίγα που της είχε πει η Νικόλ, ο
Σεμπ έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του για να την αποφεύγει τα προηγούμενα χρόνια και ποτέ δεν πήγαινε διακοπές, οπότε
ήταν κάπως παράξενο το ότι είχε εμφανιστεί. Μήπως η Νικόλ είχε δίκιο όταν έλεγε ότι μάλλον είχε έρθει για δικές του
δουλειές;
Η Έλλα κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε.
Τι ανόητη που ήταν να κάθεται και να κάνει υποθέσεις!
Η μέρα ήταν τόσο όμορφη που δεν μπορούσε να κατηγορήσει τον Σεμπ για το ότι απείχε από τη δουλειά για να χαλαρώσει
και ν’ απολαύσει τον κήπο του παλιού σπιτιού του ύστερα από το μακρύ ταξίδι του απ’ την Αυστραλία.
Όσο για κείνη, έπρεπε να ξαναπιάσει δουλειά και ν’ ασχοληθεί με μια από τις αγαπημένες της, στην οποία ο Νταν
τρελαινόταν να τη βοηθάει. Να ξεφλουδίζει μπιζέλια κάτω απ’ τα δέντρα.
Πήρε το σουρωτήρι της κι ένα καλάθι με φρέσκο αρακά που είχε αγοράσει από το τοπικό μπακάλικο και τα μετέφερε στο
τραπέζι της βεράντας.
Σταμάτησε απότομα και τα μπιζέλια ταρακουνήθηκαν μέσα στο καλάθι.
Ο Σεμπ ήταν ξαπλωμένος σε μια σεζλόνγκ, σ’ ένα χαμηλό τραπέζι δίπλα του υπήρχαν ένας καφές που θα είχε πια κρυώσει
και μια στοίβα από τα σπιτικά μπισκότα του γιου της.
Κοιμόταν.
Το στήθος του ανεβοκατέβαινε απαλά κάτω απ’ το άλλοτε καθαρό πουκάμισό του, που τώρα ήταν καταλερωμένο από τις
πατούσες του σκύλου.
Έσκυψε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε πάνω απ’ το ξύλινο τραπέζι και τον κοίταξε. Τον μελέτησε.
Οι ηλιαχτίδες που περνούσαν απ’ τα κλαδιά των δέντρων και τα πυκνά φυλλώματα παιχνίδιζαν στην επιδερμίδα του και
σχημάτιζαν ένα μωσαϊκό από σκιά και φως στη σεζλόνγκ.
Το όμορφο πρόσωπό του είχε το δυναμισμό, τη φιλοδοξία και την αποφασιστικότητα που ωθούσε τους ισχυρούς και
πλούσιους να γίνονται ακόμα πιο πλούσιοι και ισχυροί.
Ευαίσθητες ψυχές σαν εκείνη θα γίνονταν παρανάλωμα στη φλόγα αυτού του δυναμισμού. Κι απ’ ό,τι καταλάβαινε, ο
Σεμπαστιάν Καστελάνο είχε τσουρουφλιστεί κι εξουθενωθεί από τη μάχη με τη φωτιά.
Τα πυκνά, σκούρα φρύδια του και το ευρύ μέτωπό του τον έκαναν να δείχνει επιβλητικός ακόμα κι όταν κοιμόταν.
Τα σκούρα καστανά μαλλιά του είχαν ένα συντηρητικό κούρεμα, αλλά στον αυχένα ήταν λίγο πιο μακριά και στο μέτωπό
του έπεφταν μερικές τούφες.
Καθώς η Έλλα έσκυβε να κοιτάξει καλύτερα, οι φακίδες που είδε στη μύτη του την έκαναν να χαμογελάσει. Ίσως τις είχε
αποκτήσει από την ιστιοπλοΐα στους τροπικούς ή τις καταδύσεις στο Μεγάλο Κοραλλιογενή Ύφαλο. Όχι ξεφλουδίζοντας
μπιζέλια σε μια αγροικία στο Λανγκντόκ.
Τα γένια που είχαν αρχίσει να φυτρώνουν στα μάγουλά του απάλαιναν τη γραμμή του τετράγωνου πιγουνιού του, που θα
μπορούσε ν’ ανήκει σε επαγγελματία πυγμάχο ή ταυρομάχο κι όχι σε αυτοδημιούργητο επιχειρηματία.
Το κάτω χείλος του ήταν στενό σε σύγκριση με το πάνω. Οι φωτογράφοι λάτρευαν να απαθανατίζουν τα χείλη του σε
τελετές βράβευσης ή επιχειρηματικές εκδηλώσεις.
Αναστέναξε σιγανά. Ω, πόσο ζήλευε τον τρόπο ζωής του! Λάτρευε το δικό της παλιό τρόπο ζωής, τότε που ταξίδευε με τους
γονείς της από πόλη σε πόλη κι έπαιζαν τζαζ και κλασική μουσική όπου μπορούσαν. Είχε ξεχάσει σε πόσους γάμους,
γενέθλια και φεστιβάλ οι τρεις Μπέιλι είχαν μοιραστεί το πάθος τους για τη μουσική.
Ταξίδευαν τόσο πολύ από τότε που είχε γίνει δεκαέξι ετών ώστε οι χώρες που επισκέπτονταν της φαίνονταν πολλές φορές
σαν μία. Η Ισπανία και η Πορτογαλία ήταν εκπληκτικές, αλλά οι τρεις μήνες που είχε περάσει στη νότια Ινδία ήταν εκείνοι
που θυμόταν πιο έντονα. Τα χρώματα, η ενέργεια, οι χωματόδρομοι που η σκόνη τους σ’ έπνιγε μόλις τραγουδούσες δυο
ώρες. Και χαιρόταν που είχε εκείνες τις αναμνήσεις για να ανατρέχει.
Η παλιά ζωή της δεν είχε καμιά σχέση με την τωρινή καθημερινότητα στην ασφαλή αγροικία όπου μπορούσε να προσφέρει
στον Νταν το προνόμιο μιας ήρεμης, τακτοποιημένης ζωής.
Ναι. Είσαι πολύ τυχερός, Σεμπ Καστελάνο.
Εκείνη τη στιγμή η άκρη του στόματος του Σεμπ συσπάστηκε ελαφρά μ’ έναν πολύ γοητευτικό τρόπο. Κάποιες φορές ο
Νταν έκανε την ίδια ακριβώς κίνηση στον ύπνο του.
Η Έλλα χαμογέλασε.
Αυτή τη στιγμή ο Σεμπαστιάν δεν έδειχνε ακριβώς ο τρομερός, διψασμένος για δύναμη ιδιοκτήτης της Castellano Tech,
όπως τον παρουσίαζαν τα εξειδικευμένα περιοδικά απ’ όπου η Νικόλ έκοβε άρθρα που τον αφορούσαν.
Ώστε αυτός ήταν ο διάσημος προγονός της Νικόλ. Ή ο διαβόητος;
Είχε αντιδράσει πολύ παράξενα όταν του είχε πει ότι η Νικόλ δε θα γύριζε νωρίτερα από τη Δευτέρα. Απ’ ό,τι της είχε πει η
εργοδότριά της, ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα δεμένοι, αλλά η έγνοια του για την καθυστέρησή της είχε φανεί γνήσια.
Τι ήθελε από εκείνη που δε θα μπορούσε να της το ζητήσει τηλεφωνικά ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου; Γιατί είχε έρθει
εδώ;
Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, ήταν φανερό ότι ο Σεμπαστιάν Καστελάνο με σάρκα και οστά χρειαζόταν ένα καλό γεύμα και
στη συνέχεια λίγο ύπνο σ’ ένα μαλακό κρεβάτι.
Αφού δεν μπορούσε να έχει αυτά, ένας υπνάκος στη σεζλόνγκ θα του έκανε καλό.
Πράγμα που σήμαινε δύο πράγματα: ότι η Έλλα έπρεπε να αποτρέψει επιθέσεις από τα σκυλιά, που είχαν εξαφανιστεί αφού
τα είχε ταΐσει, και από το γιο της, που θα γυρνούσε απ’ το σχολείο από λεπτό σε λεπτό.
Γύρισε προσεκτικά, σήκωσε το καλάθι με τον αρακά όσο πιο ήσυχα μπορούσε... και κόντεψε να το πετάξει στον αέρα όταν
το κινητό του Σεμπ άρχισε να χτυπάει.
Εκείνος ανασάλεψε, αναστέναξε δυνατά κι ανασηκώθηκε. Έπειτα άρπαξε το τηλέφωνο και απάντησε πριν καλά καλά ανοίξει
τα μάτια του.
Ήταν η εικόνα κάποιου που ζούσε με πολύ έντονους ρυθμούς. Εκείνη τη στιγμή η ζήλια της Έλλα μεταμορφώθηκε σε οίκτο.

Ο οικείος ήχος διέκοψε τον απολαυστικό ύπνο του. Ο Σεμπ χασμουρήθηκε και καθώς έφερνε το τηλέφωνο στο αυτί του
κοίταξε την οθόνη για να δει ποιος τον καλούσε.
«Ματ; Τι κάνεις; Ω. Τσιμπήματα από έντομα; Α, ναι. Τα διάσημα κουνούπια της Καμάργκ. Έπρεπε να σε είχα
προειδοποιήσει. Με συγχωρείς, φίλε». Γέλασε κοφτά και συνέχισε σε πιο σοβαρό τόνο: «Να υποθέσω ότι έχεις νέα από την
PSN Media;»
Έτριψε το αξύριστο σαγόνι του και στα χείλη του σχηματίστηκε ένα χαμόγελο ικανοποίησης. «Ήμουν σίγουρος ότι στο
τέλος θα δέχονταν τους όρους για το προσωπικό. Έκανες σπουδαία δουλειά, Ματ. Τι πράγμα; Στο γιοτ του; Προσπαθεί να
μας εντυπωσιάσει, ε; Ενδιαφέρον».
Σήκωσε το χέρι του και το άφησε να πέσει στο γόνατό του. «Αν ο Φρανκ Σμιθ είναι διατεθειμένος να φέρει τη Δευτέρα
δικηγόρο από το Παρίσι για να υπογράψουμε τα συμβόλαια στο γιοτ του, τότε ευχαρίστως να εμφανιστώ και ν’ απολαύσω τη
φιλοξενία του... με την προϋπόθεση ότι όλα είναι εντάξει».
Έπειτα ρουθούνισε. «Σωστά. Σ’ αυτή την περίπτωση θα μελετήσουμε τα ψιλά γράμματα την Κυριακή το απόγευμα, πριν το
δείπνο. Και η συμφωνία θα κλείσει τη Δευτέρα. Ευχαριστώ. Κι εσύ».
Έσφιξε τις γροθιές του καθώς το μυαλό του επεξεργαζόταν τα νέα.
Η PSN Media είχε συμβιβαστεί όσον αφορούσε στις παροχές του προσωπικού. Και ο γενικός διευθυντής της δε συνήθιζε να
προσκαλεί κόσμο στο ιδιωτικό γιοτ του. Αυτό ήταν πρωτόγνωρο. Και θα γινόταν πραγματικότητα!
Και ήξερε με ποιον θα το μοιραζόταν.
Έσυρε το δάχτυλό του στην οθόνη του κινητού του, βρήκε τον αριθμό που έψαχνε και το πρόσωπο στο οποίο τηλεφωνούσε
στα γραφεία του στο Σίδνεϊ απάντησε στο τρίτο χτύπημα.
«Γεια σου, Βίκι. Ο Σεμπ είμαι. Έχω καλά νέα. Είσαι ελεύθερη ν’ αρχίσεις να σχεδιάζεις τη δεύτερη φάση του έργου».
Ο Σεμπαστιάν χαμογέλασε ακούγοντας τη χαρούμενη στριγκλιά και τα γέλια της ικανής διαχειρίστριας στην οποία είχε
αναθέσει την επίβλεψη του Ιδρύματος Ελέν Καστελάνο.
«Ήμουν σίγουρος ότι θα χαιρόσουν. Θα γυρίσω την επόμενη Τετάρτη και θέλω να μελετήσω λίγο τις προθεσμίες και τους
προϋπολογισμούς πριν τη συνάντηση της Παρασκευής. Πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις; Το ήξερα. Άλλωστε για τι άλλο είναι
τα Σαββατοκύριακα; Ευχαριστώ, Βίκι. Κι εσύ. Ναι, είναι σπουδαία νέα».
Ο Σεμπ έκλεισε τα μάτια του και κούνησε το κεφάλι του χαμογελώντας, ύστερα τεντώθηκε σαν γάτα που μόλις είχε
ξυπνήσει.
Η Βίκι δεν ήταν μόνο η καλύτερη στη δουλειά της, αλλά κι ένα απ’ τα πιο παθιασμένα κι ενθουσιώδη άτομα που γνώριζε.
Όταν βγήκε στη σύνταξη, προτίμησε να αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο την πείρα και τις γνωριμίες που είχε αποκτήσει
στα σαράντα χρόνια που ασχολούνταν με τις επενδύσεις. Τέτοια ώρα την επόμενη βδομάδα θα είχε στη διάθεσή της ένα
ονειρεμένο ποσό για να διαχειριστεί και ο Σεμπ θα μπορούσε να συνεχίσει ν’ ασχολείται προσωπικά με τα συστήματα
επικοινωνίας.
Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να εξασφαλίσει ότι η συμφωνία θα υπογραφόταν χωρίς προβλήματα που θα προέκυπταν
την τελευταία στιγμή.
Τότε θα μπορούσε να πανηγυρίσει. Στο Σίδνεϊ μπορεί να ήταν χειμώνας, όμως αυτό δε θα τον εμπόδιζε να πάρει την ομάδα
του και να κατέβουν στην παραλία! Όλοι είχαν δουλέψει εξίσου σκληρά μ’ εκείνον. Τους άξιζε ένα πάρτι πριν ξαναπέσουν με
τα μούτρα στη δουλειά. Ανυπομονούσε να γυρίσει στην Αυστραλία.
Χαμογέλασε αχνά.
Ξαφνικά αισθάνθηκε ότι δεν ήταν μόνος και στράφηκε απότομα. Χρειάστηκε να περάσουν λίγα δευτερόλεπτα για να
συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν. Ύστερα έσφιξε τις γροθιές του, θυμωμένος με το γεγονός ότι κάποιος τον κατασκόπευε.
Είχε χαλαρώσει τις άμυνές του κι αυτό ήταν ανοησία!

Η απότομη κίνηση του Σεμπ έκανε την Έλλα να μαζευτεί. Μια χούφτα μπιζέλια έπεσαν στις πέτρες της βεράντας κι έσκυψε
να τα μαζέψει.
Την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε δύο πράγματα.
Πρώτον, τα στήθη της κόντευαν να πεταχτούν από το βαθύ ντεκολτέ του φορέματός της καθώς έσκυβε.
Ανόητη! Δεν είχε συνηθίσει να υπάρχουν άντρες στο σπίτι. Τις επόμενες μέρες έπρεπε να προσέχει τι φοράει αν δεν ήθελε να
συμβεί ξανά κάτι τέτοιο.
Δεύτερον, ο Σεμπαστιάν Καστελάνο την κοιτούσε. Τα μάτια του με το μελένιο χρώμα των φθινοπωρινών φύλλων
άστραφταν από έκπληξη για το γεγονός ότι κάποιος τον παρατηρούσε από τόσο κοντά. Έπειτα γλύκαναν σαν να ζεστάθηκαν
απ’ τον καλοκαιρινό ήλιο.
Και η Έλλα κατάλαβε γιατί γινόταν τόση φασαρία για εκείνον στις κοσμικές στήλες.
Τα μάτια του δεν ήταν απλώς καστανά. Είχαν το βαθύ καφετί της καραμέλας και χρυσαφένιες πινελιές γύρω από ένα σκούρο
πυρήνα που σε τραβούσε σαν λίμνη με βαθιά, σκοτεινά νερά. Τόσο βαθιά που η Έλλα φοβόταν πως αν έπεφτε μέσα δε θα
έφτανε ποτέ στον πυθμένα. Ή δε θα κατάφερνε να ξαναβγεί στην επιφάνεια.
Είχε προσέξει πώς κοιτούσε το μπροστινό μέρος του φορέματός της νωρίτερα. Το λάθος ήταν δικό της. Κι εκείνος ήταν
αρκετά διακριτικός ώστε να πάρει αμέσως το βλέμμα του. Τώρα όμως εισέπραττε όλη τη σφοδρότητα αυτού του βλέμματος.
Ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Ήταν η ανταπόκριση στην πρωτόγονη δύναμη που εξέπεμπε ένας απίστευτα
αρρενωπός άντρας που τεντωνόταν αισθησιακά στη λιακάδα, χαλαρώνοντας μετά την ένταση που του είχε προκαλέσει το
τηλεφώνημα.
Ο Σεμπ δεν είπε τίποτα ούτε κινήθηκε από τη σεζλόνγκ του. Απλά την κοιτούσε. Η Έλλα αισθάνθηκε το χρόνο να
τεντώνεται σαν λάστιχο και φοβήθηκε τι θα συνέβαινε όταν θα έσπαζε, όταν όλη αυτή η ενέργεια θα ελευθερωνόταν.
Άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά δεν πρόλαβε, γιατί σ’ εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου πόρτες άρχισαν να
κοπανούν σε όλο το σπίτι, ένα αυτοκίνητο ακούστηκε να φεύγει στο χωματόδρομο και μια χαρακτηριστική φωνή φώναξε
στην τοπική γαλλική διάλεκτο, «Μαμά! Ο Μιλού πάλι το ’σκασε!»

Ο Σεμπ κοίταξε επίμονα το πράγμα που ερχόταν προς το μέρος του –ένα σκύλο που τον κουβαλούσαν παραπατώντας δυο
παιδικά ποδαράκια– για να βεβαιωθεί ότι δε συνέχιζε να κοιμάται. Όχι. Ήταν ξύπνιος.
Η παιδική φωνή είχε ακουστεί κάπου πίσω από το τεράστιο χνουδωτό πλάσμα που είχε βαρεθεί να το κουβαλούν αγκαλιά
και τώρα κουνούσε τα πόδια του ξέφρενα προσπαθώντας να ξεφύγει.
Το παιδί κατάφερε να φτάσει μέχρι το τραπέζι, παράτησε το σκύλο κι αυτός έπεσε στο πέτρινο δάπεδο μ’ ένα σιγανό
γάβγισμα, σηκώνοντας παντού σκόνη και τρίχες.
Εντέλει ο Σεμπ δεν ονειρευόταν. Και το πλάσμα έμοιαζε καταπληκτικά με το γέρικο γκριφόν που είχε κοντέψει να σκοτώσει
με το αυτοκίνητο καθώς ερχόταν προς το σπίτι.
Το αγγελούδι με τα σγουρά, σκούρα μαλλιά τίναξε το πουκάμισο της σχολικής στολής του που είχε λερωθεί, ύστερα
σήκωσε το κεφάλι του σαν να είχε συνειδητοποιήσει μόλις εκείνη τη στιγμή ότι κάποιος άγνωστος ήταν ξαπλωμένος σε μια
από τις σεζλόνγκ.
Η Έλλα έσκυψε να μιλήσει στο γιο της. «Ντάνιελ Τσαρλς Μπέιλι Μαρτίνες. Παραμέλησες το καθήκον σου».
Ο μικρός κοίταξε το σκυλί, ύστερα τον Σεμπαστιάν και τελικά τη μητέρα του. Μετά ανασήκωσε τους ώμους του, γύρισε απ’
την άλλη κι έσκυψε το κεφάλι του.
«Συγνώμη, μαμά».
«Μη ζητάς συγνώμη από εμένα, νεαρέ. Αυτή τη φορά ξεμάκρυνε πολύ. Αν ο κύριος Καστελάνο δεν είχε καλά φρένα, ο
φιλαράκος σου ο Μιλού μπορεί να είχε τραυματιστεί κι εσύ θα χρειαζόταν να εξηγήσεις πώς βρέθηκε να παίρνει έναν υπνάκο
στη μέση του δρόμου. Κι αυτό θα ήταν σοβαρό. Οπότε ξέρεις τι πρέπει να κάνεις».
Η Έλλα έδειξε με το κεφάλι της τον Σεμπ.
Ο μικρός προχώρησε σκυφτός, με τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του και σέρνοντας τα πόδια του, μέχρι που βρέθηκε
μπροστά στον Σεμπ.
«Ευχαριστώ που δε σκοτώσατε τον Μιλού», είπε.
Ο Σεμπαστιάν κοίταξε το κεφάλι του παιδιού, έπειτα το σκυλί που ήταν ξαπλωμένο ανάσκελα στα πόδια του και περίμενε να
του χαϊδέψει την κοιλιά. Παρ’ ότι ήταν συνηθισμένος να του δείχνουν τον απαιτούμενο σεβασμό τα πρόσωπα που τον
περιστοίχιζαν, η παιδική εκδοχή της αίτησης για συγχώρεση τον ξάφνιασε. Συνήλθε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και πέταξε
ένα, «Κανένα πρόβλημα», πριν αρχίσει ν’ αναρωτιέται πώς θα μπορούσε να μεταφραστεί στη γλώσσα των παιδιών.
Ο Νταν σήκωσε το βλέμμα του. «Χρειάστηκε να φρενάρετε απότομα;» ψιθύρισε. «Θέλω να πω... ντεραπάρατε κι όλα αυτά;»
«Νταν!»
Ο μικρός χαμήλωσε πάλι το κεφάλι του.
«Καλά, έτσι ρώτησα!»
Κοίταξε πάλι τον Σεμπ και του χάρισε ένα φαφούτικο χαμόγελο που θα έκαιγε καρδιές στο πολύ κοντινό μέλλον. Ήταν ένας
κώδικας μεταξύ αντρών.
«Η αλήθεια είναι ότι χρειάστηκε να πατήσω απότομα φρένο. Πετάχτηκαν παντού χαλίκια. Ήταν σαν να ήμουν σε αυτοκίνητο
αγώνων ταχύτητας. Μέχρι που σύρθηκα και λίγα μέτρα στο γρασίδι».
«Φοβερό!»
«Ω, σταματήστε πια!» Η Έλλα γύρισε στα μπιζέλια της, ενώ ο Μιλού διάλεξε εκείνη τη στιγμή να χασμουρηθεί και να το
ξαναρίξει στον ύπνο μετά τη συναρπαστική περιπέτειά του.
Ο Νταν ζύγωσε περισσότερο τον Σεμπαστιάν κι έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στην Έλλα, η οποία τον ενθάρρυνε μ’ ένα νεύμα.
«Δικό σου είναι το αυτοκίνητο έξω;» ψιθύρισε μετά. «Είναι το πιο μεγάλο που έχω δει στη ζωή μου!»
Στην αρχή ο Σεμπ παραξενεύτηκε με το θάρρος του, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι είχε πάρει το πράσινο φως από τη
μητέρα του. Έσκυψε για να έρθει στο ύψος του.
«Ναι, δικό μου είναι, αλλά η μαμά σου έχει δίκιο, φίλε», είπε κουνώντας το κεφάλι του. «Θα αισθανόμουν απαίσια αν είχα
χτυπήσει το σκύλο σου. Την τελευταία στιγμή κατάφερα να τον αποφύγω. Δική σου ευθύνη είναι να μην τον αφήνεις να
κατεβαίνει στο δρόμο;»
Το παιδί κατένευσε κοφτά, όμως το κάτω χείλος του έτρεμε και ο Σεμπαστιάν κατάλαβε πως έπρεπε ν’ αλλάξει θέμα. Δεν
ήξερε πώς να αντιμετωπίσει ένα παιδί και πολύ περισσότερο ένα που ήταν έτοιμο να βάλει τα κλάματα.
«Πες μου για το άλλο σκυλί. Το πιο μικρό. Πού μένει;»
Ο Νταν κοίταξε πάλι την Έλλα και τον Μιλού, δίστασε για μια στιγμή και ύστερα η γλώσσα του άρχισε να τρέχει ροδάνι. «Ο
Μιλού είναι γέρος, αλλά ο Γούλφι είναι κουτάβι και ζει εδώ δίπλα, στη φάρμα, κι έρχεται να μας βλέπει καμιά φορά. Θες να
δεις από πού περνάει απ’ το φράχτη;»
Το πρόσωπό του ξαστέρωσε κι άρπαξε τον Σεμπ από το μανίκι. «Μήπως μπορείς να μας βοηθήσεις να φτιάξουμε το φράχτη;
Για να μη βγαίνει από την τρύπα ο Μιλού; Μπορείς; Μπορείς να τον φτιάξεις; Σε παρακαλώ;»
«Νταν! Σταμάτα να ενοχλείς τον κύριο Καστελάνο», ψιθύρισε ευγενικά η Έλλα, όμως ήταν φανερό ότι το παιδί χρειαζόταν
οπωσδήποτε μια απάντηση γιατί δεν έλεγε ν’ αφήσει το μανίκι του Σεμπαστιάν.
Τα εργαλεία και τα μαστορέματα δεν ήταν το φόρτε του –δεν του χρειάζονταν στο σχεδιασμό λογισμικών συστημάτων
επικοινωνίας. Γι’ αυτό κι ο Σεμπ έκρινε ότι δεν είχε τα προσόντα να αναλάβει την επισκευή του φράχτη. Εξάλλου ο κύριος
Μαρτίνες θα γύριζε κάποια στιγμή από τη δουλειά του ή ό,τι, τέλος πάντων, τον κρατούσε μακριά απ’ το σπίτι του Πέμπτη
μεσημέρι και σίγουρα θα έκανε πολύ καλύτερη δουλειά από εκείνον.
Έτσι είπε το πρώτο πράγμα που του κατέβηκε στο κεφάλι.
«Δε θέλεις να περιμένεις να επιστρέψει ο πατέρας σου και να φτιάξετε το φράχτη μαζί; Είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρει
πολύ καλύτερα από μένα».
Άκουσε την Έλλα να παίρνει μια απότομη εισπνοή. Κοίταξε προς το μέρος της και είδε ότι είχε σταματήσει να ξεφλουδίζει
τον αρακά, τα χείλη της ήταν σφιγμένα και είχε καρφώσει το βλέμμα της στο καλάθι.
Δεν ήταν καλό σημάδι.
Ύστερα ο Νταν κούνησε το κεφάλι του και τράβηξε το μανίκι του πιο επίμονα, απαιτώντας την προσοχή του.
«Ο μπαμπάς μου είναι στον ουρανό. Και ο Μιλού είναι πολύ άτακτος. Η θεία Νικόλ θα κάνει πάρτι. Θα μαζευτούν πολλά
αυτοκίνητα και πούλμαν και τέτοια κι αυτό σημαίνει... μεγάλο πρόβλημα».
Πριν πει τις τελευταίες δυο λέξεις αναστέναξε βαθιά και σήκωσε τα χέρια του ψηλά.
Ο Σεμπαστιάν εντυπωσιάστηκε από τον απλό, αφοπλιστικά λογικό τρόπο σκέψης ενός μικρού παιδιού. Που ο πατέρας του
ήταν στον ουρανό. Και που ο φράχτης του σπιτιού του είχε χαλάσει και πιθανότατα ήταν χαλασμένος πολύ καιρό.
Μήπως έπρεπε να αντιμετωπίσει με την ίδια απλή, παιδική λογική την έκκληση για βοήθεια; Το σπίτι ήταν της Νικόλ.
Εκείνος ήταν προγονός της Νικόλ. Κατά κάποιον τρόπο αυτό τον καθιστούσε υπεύθυνο τώρα που εκείνη έλειπε. Όχι πως
ήθελε να αναλάβει την ευθύνη, αλλά...
Εντέλει πήρε την απόφασή του. Κατέβασε τα πόδια του από την ξαπλώστρα και κατένευσε. «Καταλαβαίνω ότι θα υπάρξει
πρόβλημα. Θέλεις να μου δείξεις πώς κατάφερε να το σκάσει ο Μιλού; Ίσως μπορέσουμε να καταστρώσουμε ένα σχέδιο για
να είναι ασφαλής από δω και πέρα. Λοιπόν, τι λες;»
Ο Νταν κοίταξε πάλι το σκύλο και τη μητέρα του και μετά το πρόσωπό του πήρε μια αποφασιστική έκφραση. «Με λένε
Ντάνιελ. Εσένα πώς σε λένε;»
«Οι φίλοι μου στην Αυστραλία με φωνάζουν Σεμπ. Θέλεις να με φωνάζεις κι εσύ έτσι;»
«Εντάξει». Ο Νταν έπιασε τον Σεμπαστιάν απ’ το χέρι και προσπάθησε να τον τραβήξει προς τον αχυρώνα.
Εκείνος έμεινε ακίνητος και κοιτούσε τα μικροσκοπικά δάχτυλα που έσφιγγαν τα δικά του. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο.
Κάποιοι από την ομάδα του ήταν παντρεμένοι και είχαν παιδιά, αλλά οι περισσότεροι τεχνικοί που δούλευαν μαζί του στο
σχεδιασμό ήταν ανύπαντροι. Δεν είχε συνηθίσει να υπάρχουν παιδιά στον εργασιακό χώρο του ή στην προσωπική του ζωή.
Ειδικά, παιδιά που κρατούσαν το χέρι του. Δε θυμόταν να του έχει ξανασυμβεί.
Ήταν πρωτόγνωρο. Αλλά ήταν δεκτικός σε νέες εμπειρίες. Μπορούσε να το χειριστεί.
«Πάμε, Σεμπ», φώναξε ο Ντάνιελ και τον τράβηξε ξανά. «Αλλιώς ο Γούλφι θα ξεμυαλίσει πάλι τον Μιλού».

Η Έλλα, που παρακολουθούσε τον Σεμπ, τον είδε να διστάζει για μια στιγμή πριν κλείσει στη μεγάλη παλάμη του το χέρι του
γιου της κι αρχίσουν να προχωρούν αργά προς τον ηλιόλουστο κήπο. Ο Νταν κοιτούσε κάθε τόσο προς τα πάνω ενώ
φλυαρούσε ασταμάτητα για το φράχτη και για τα ανοίγματα ανάμεσα στα δέντρα και για το ότι η μητέρα του με την Ιβέτ τον
είχαν φτιάξει στη μια πλευρά, αλλά ο Γούλφι είχε πηδήσει από πάνω για να έρθει να δει τον Μιλού και... και...
Ο Σεμπαστιάν κουνούσε το κεφάλι του χωρίς να μιλάει. Είχε ανοίξει με το άλλο του χέρι μια ηλεκτρονική ατζέντα και
μάλλον έψαχνε να βρει τηλέφωνα ντόπιων μαστόρων. Αυτό που θα ’πρεπε να είχε κάνει εκείνη. Αν το είχε σκεφτεί.
Και πότε να προλάβαινε να μιλήσει; Τον άφηνε ο Νταν;
Ω Νταν.
Η Έλλα δεν περίμενε ότι θα έδινε μια τόσο άμεση απάντηση για τον πατέρα του. Ήταν εξαιρετικά κοινωνικός με ενήλικους
που γνώριζε, αλλά κάποιες φορές δύσκολα πλησίαζε άντρες. Ειδικά ξένους που δεν είχε ξαναδεί.
Κάθισε και παρακολούθησε για λίγο το αταίριαστο ζευγάρι. Ο ψηλός, ωραίος επιχειρηματίας με τα επώνυμα ρούχα και τα
παπούτσια που σίγουρα κόστιζαν περισσότερο από το βδομαδιάτικό της έδινε αμέριστη προσοχή στο μικρό αγόρι που
απολάμβανε το απλό γεγονός ότι είχε και μια φορά έναν άντρα να μιλήσει.
Έναν άντρα που δεν είχε άλλα παιδιά για να συζητάει και να παίζει μαζί τους.
Έναν άντρα που ο Νταν είχε όλο δικό του, έστω και για λίγο.
Και η καρδιά της μάτωσε για το ορφανό που δε θα γνώριζε ποτέ την αγάπη του πατέρα του. Ίσως κάποια μέρα να έβρισκε
κάποιον που θα αγαπούσε τόσο εκείνη όσο και το γιο της, αλλά στο μεταξύ το μόνο που μπορούσε να ελπίζει ήταν ότι ο Νταν
δε θα δενόταν υπερβολικά με τον Σεμπ στο μικρό διάστημα που θα έμενε μαζί τους.
Μήπως τελικά δεν ήταν καλή ιδέα να έχει τον Σεμπαστιάν στο σπίτι για λίγες μέρες;
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Ο Σεμπ στριφογύρισε στο κρεβάτι, σκέπασε το κεφάλι του μ’ ένα αφράτο μαξιλάρι κι αποφάσισε πως δεν υπήρχε περίπτωση
να τον ξαναπάρει ο ύπνος.
Το βιολογικό ρολόι του ήταν ακόμα ρυθμισμένο σε ώρα Σίδνεϊ και το παλιό του δωμάτιο ήταν πολύ σκοτεινό και ήσυχο για
να μπορέσει το μυαλό του να ηρεμήσει αρκετά ώστε να κοιμηθεί. Ήταν ακόμα σε εγρήγορση από τα ευχάριστα γεγονότα των
τελευταίων δύο ημερών και στριφογύριζε σχεδόν όλη τη νύχτα. Δύο φορές είχε πιάσει από το κομοδίνο την ηλεκτρονική
ατζέντα του κι είχε κρατήσει σημειώσεις.
Ήταν ενθουσιασμένος που θα ολοκληρωνόταν η συμφωνία με την PSN Media, αλλά τον στενοχωρούσε το ότι είχε κάνει
τόσο δρόμο για να δει τη Νικόλ κι εκείνη έλειπε ακόμα σε διακοπές. Ούτε το ένα ούτε το άλλο τον άφηναν να κοιμηθεί.
Πέταξε το μαξιλάρι στην άκρη.
Όταν ήταν στο Σίδνεϊ, η Νικόλ δεν ασχολιόταν καθόλου με τον αθλητισμό, κάτι που αποτελούσε σχεδόν επίτευγμα σε μια
πόλη όπου όλοι αθλούνταν. Και τώρα είχε πάει για πεζοπορία στο Νεπάλ; Ήθελε πάρα πολύ να τη δει, αλλά αν εκείνη δεν
κατάφερνε να γυρίσει στη Γαλλία μέσα στις επόμενες τριάντα έξι ώρες, θα έφευγε χωρίς να συναντηθούν. Και λυπόταν γι’
αυτό.
Αλλά τώρα ήταν ώρα να τα μαζεύει.
Ο Σεμπ ξεμπερδεύτηκε από τα μπουρδουκλωμένα σκεπάσματα, πάτησε στα κρύα πλακάκια και πήγε ν’ ανοίξει το παράθυρο
φορώντας μόνο το μακό και το σορτς του. Δε θα του έπαιρνε πολύ χρόνο να φτιάξει πάλι τη χειραποσκευή του.
Του είχε φανεί πιο λογικό να διανυκτερεύσει εκεί, αλλά θα δούλευε πολύ καλύτερα στο Μονπελιέ, με τον Ματ κοντά του
και με ενσύρματη σύνδεση στο Διαδίκτυο, παρά την ασύρματη του τηλεφώνου του.
Μόλις άνοιξε τα παντζούρια, το γλυκό φως της ανατολής τον ξάφνιασε και τον τύφλωσε με τη λαμπρότητά του.
Το παλιό παιδικό δωμάτιό του μεταμορφώθηκε στη στιγμή από την αντανάκλαση των αχτίδων στους ψηλούς ιβουάρ
τοίχους.
Η μελιά ντουλάπα που έμοιαζε τόσο αλλόκοτη και ντεμοντέ το προηγούμενο βράδυ τώρα του φαινόταν τέλεια σε
συνδυασμό με τα παστέλ χρώματα των υφασμάτων που είχαν επιλεγεί για την κρεβατοκάμαρα.
Έσυρε το δάχτυλό του στο στένσιλ με τα αχνά ροζ λουλούδια και τα φύλλα στον τοίχο κι αναρωτήθηκε ποιο ευαίσθητο χέρι
είχε κάνει τη διακόσμηση με τόση έγνοια και σχολαστικότητα.
Ένα πράγμα ήταν σίγουρο: Αυτή η επίπλωση κι αυτός ο διάκοσμος δεν υπήρχαν εκεί πριν δεκαοχτώ χρόνια. Το σπίτι ήταν
τότε ένα απέριττο, βολικό σπιτικό. Τώρα είχε την αίσθηση πως είχε περάσει τη νύχτα σε κάποιο θεατρικό σκηνικό που
αναπαριστούσε μια τυπική γαλλική αγροικία.
Τα κάδρα στους τοίχους ήταν όμορφα βαλμένα και ολόισια, και κάθε τετραγωνικό εκατοστό του σανιδένιου πατώματος είχε
ξυστεί και περαστεί με κερί για να δημιουργηθεί μια ομοιόμορφη επιφάνεια. Προφανώς δεν επιτρέπονταν οι ατέλειες.
Όμως ήταν όμορφο. Κομψό. Ό,τι θα περίμενε να δει κανείς στη συγκεκριμένη περιοχή της Γαλλίας.
Σε δωμάτιο ξενοδοχείου.
Έσπρωξε πιο δυνατά τα παντζούρια, έσκυψε στο πέτρινο περβάζι και κοίταξε τον κήπο στο πίσω μέρος του σπιτιού. Κάποια
πράγματα δεν είχαν αλλάξει.
Ένιωσε τις αισθήσεις του να ξυπνούν μπροστά στην αφθονία των χρωμάτων και των αρωμάτων.
Ο πρωινός ήλιος έλαμπε πάνω από τις κεραμοσκεπές κι έκανε το γαλάζιο του ουρανού εκτυφλωτικό. Ούτε ένα σύννεφο δεν
υπήρχε στον ορίζοντα.
Εισέπνευσε βαθιά τον καθαρό, ευωδιαστό αέρα. Κάπου από μακριά ακούγονταν σκυλιά που γάβγιζαν και ο αδιόρατος
θόρυβος της κίνησης του δρόμου απ’ όπου είχε έρθει την προηγούμενη μέρα, αλλά πέρα απ’ αυτά υπήρχαν μόνο
κελαηδίσματα πουλιών.
Και η φωνή μιας γυναίκας που τραγουδούσε στον κήπο.
Ήταν ένας τόσο γλυκός ήχος που στην αρχή νόμισε ότι ερχόταν από ραδιόφωνο, αλλά προσέχοντας καλύτερα διαπίστωσε
ότι στο τραγούδι παρεμβάλλονταν μουρμουρητά κι αυτοσχέδιοι στίχοι.
Ήταν τόσο παράξενο κι ενδιαφέρον που δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. Σε όποια κι αν ανήκε η φωνή, ήταν σαν να ήθελε
να εκφράσει την αγάπη της για τη ζωή και τη μουσική.
Κι αυτή η ζωντάνια και η ενέργεια ήταν τόσο μεταδοτικές!
Ο ελαφρύς πονοκέφαλος που τον βασάνιζε από μέρες άρχισε να περνάει όσο άκουγε το τραγούδι. Οι ώμοι του χαλάρωσαν.
Ξαφνικά δεν ήθελε πια να κάθεται μέσα κι απλώς να κοιτάζει τη λιακάδα. Ήθελε να τη νιώσει. Να απολαύσει το μέρος που
γνώριζε τόσο καλά για λίγα λεπτά ακόμα πριν γυρίσει στην πόλη και στην πολυτέλεια μιας αίθουσας συσκέψεων ενός
ξενοδοχείου πέντε αστέρων.
Το ντύσιμο μπορούσε να περιμένει. Το ίδιο και η βιάση του ν’ ανοίξει τον υπολογιστή του και να συνδεθεί με το ασύρματο
δίκτυό του. Προς το παρόν τουλάχιστον. Σε μια ώρα θα είχε φύγει.
Κατέβηκε την πέτρινη σκάλα, άνοιξε διάπλατα την εξώπορτα και προχώρησε ξυπόλυτος στο καμπυλωτό, λιθόστρωτο
μονοπάτι που ακολουθούσε τον πλαϊνό τοίχο του σπιτιού κι οδηγούσε στη βεράντα, που ήταν λουσμένη στο φως του ήλιου.
Ο νους του προσπάθησε να συλλάβει την ένταση των χρωμάτων που αντίκριζε. Κι απέτυχε.
Λεβάντες οριοθετούσαν τα μονοπάτια κι ανακατεύονταν με γαλάζιες καμπανούλες και ροζ παιωνίες. Αναρριχώμενες
τριανταφυλλιές άνθιζαν στον πέτρινο τοίχο ανάμεσα στους καταπράσινους κισσούς.
Κυρίαρχο στοιχείο του κήπου ήταν το πλατάνι που είχε φυτευτεί όταν χτίστηκε το σπίτι. Τα μεγάλα, πλατιά φύλλα του
σκίαζαν το χώρο έξω από την πόρτα της κουζίνας όλο το καλοκαίρι.
Τα κελαηδίσματα των πουλιών ανακατεύονταν με το κελάρυσμα του κοντινού ποταμιού. Και μαζί τους ακουγόταν ο βόμβος
από τις μέλισσες που τριγυρνούσαν στα λουλούδια.
Ήταν τόσο γαλήνια που αισθάνθηκε σαν να ήταν ο μοναδικός άνθρωπος σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων.
Μήπως είχε φανταστεί τη μελωδική φωνή και τελικά κοιμόταν ακόμα;
Η ζεστή αύρα μοσχοβολούσε από τα αρώματα των λουλουδιών και των θάμνων. Και κάτι άλλο... μια μυρωδιά που ήταν
μοναδική σ’ αυτό τον ξεχωριστό κήπο. Πλούσια, γλυκιά και δυνατή μαζί. Σαν μήλα με κανέλα.
Μια εισπνοή ήταν αρκετή για να γυρίσει πίσω στο χρόνο, στη ζωή του σ’ εκείνο το σπίτι. Αμέτρητα λευκά ρόδα ξεχύνονταν
από τις πήλινες ζαρντινιέρες και σκαρφάλωναν στα άσπρα καφασωτά του τοίχου, όπου τα κλαδιά από τις τριανταφυλλιές
μπλέκονταν με τα γιασεμιά για να δημιουργήσουν ένα μεθυστικό άρωμα.
Μοσχάτη τριανταφυλλιά και μπουγαρίνι. Ήταν υπέροχο. Μαγικό. Η μητέρα του θα ξετρελαινόταν.
Ξαφνικά αισθάνθηκε μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά.
Η Ελέν Καστελάνο ήταν η μόνη μητέρα που είχε γνωρίσει ποτέ. Το γεγονός ότι ίσως να μην ήταν η φυσική μητέρα του δεν
επηρέαζε το ότι υπήρχε μεταξύ τους ένα πολύ δυνατό δέσιμο. Ο Σεμπ ήταν πολύ περήφανος για εκείνη και για όλα όσα
αντιπροσώπευε.
Μόνο που καθώς κοιτούσε τον κήπο οι έγνοιες κι οι ανησυχίες που είχε σπρώξει στο πίσω μέρος του μυαλού του αφότου
είχε ανακαλύψει ότι ο πατέρας του δεν ήταν πατέρας του άρχισαν να διαπερνούν τις άμυνές του. Κάθε καινούρια ανάμνηση
από τη ζωή του σ’ εκείνο το σπίτι ανέβαινε στην επιφάνεια και προκαλούσε νέους προβληματισμούς.
Παρά τις καλές προθέσεις του ήταν ακόμα θυμωμένος με τον πατέρα του για το ότι είχε αρνηθεί να κουβεντιάσουν το θέμα
της πατρότητας. Δεν καταλάβαινε γιατί δεν ήθελε να του πει την αλήθεια. Στο κάτω κάτω, ήταν μια ιστορία που είχε συμβεί
τριάντα χρόνια πριν.
Θα μπορούσε να του είχε πει τουλάχιστον αν είχε άλλο πατέρα ή αν ήταν υιοθετημένος. Δε θα κατέκρινε τη μητέρα του αν
είχε κάποια σχέση πριν παντρευτεί τον Λυκ Καστελάνο έξι μήνες προτού γεννηθεί εκείνος. Τα λάθη ήταν ανθρώπινα. Και η
Ελέν ήταν μια υπέροχη μητέρα.
Κι αν τον είχαν υιοθετήσει; Αν τον έψαχναν κάποιοι συγγενείς; Ο Σεμπ δε χρειαζόταν κανέναν, αλλά ήταν κάτι που έπρεπε
να ξέρει.
Εκτός κι αν υπήρχε για τους πραγματικούς γονείς του κάποιο στοιχείο που ο πατέρας του δεν ήθελε να το μάθει ο
Σεμπαστιάν. Κάτι που ίσως έβλαπτε τόσο τον ίδιο όσο και την καριέρα του; Ενδεχομένως, όμως, αυτό καθιστούσε την
ανάγκη του να μάθει την αλήθεια ακόμα πιο επιτακτική.
Μήπως είχαν μεταναστεύσει τόσο βιαστικά στην Αυστραλία εξαιτίας του βιολογικού πατέρα του; Τα ερωτήματα ήταν πολλά
και οι απαντήσεις ελάχιστες.
Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να ηρεμήσει το αναστατωμένο μυαλό του.
Δεν είχε έρθει εκεί γι’ αυτόν το λόγο. Ήταν κάτι που αφορούσε το παρελθόν. Θα έπειθε τον πατέρα του να του μιλήσει, όταν
θα γύριζε στο Σίδνεϊ. Ίσως τραβούσε μερικές φωτογραφίες το σπίτι για να του τις δείξει και να του θυμίσει την ευτυχισμένη
οικογενειακή ζωή τους εκεί. Και τότε ίσως άλλαζε γνώμη.
Ο Σεμπ έφυγε απ’ τη σκιασμένη βεράντα, πάτησε στο λιθόστρωτο κι ένιωσε τη ζεστασιά από τις πλάκες στα γυμνά πέλματά
του.
Η ενέργεια της γης ήταν σαν να πέρασε από τα πόδια του και ν’ ανέβηκε μέχρι το κεφάλι του. Έγειρε προς τα πίσω για να
απολαύσει όσο μπορούσε περισσότερο την υπέροχη θέρμη στο πρόσωπο και στο λαιμό του.
Ο ευωδιαστός αέρας χάιδεψε τα μάγουλά του, τους ώμους του και τα χέρια του.
Πήρε μια βαθιά εισπνοή κι έκλεισε τα μάτια του, απολαμβάνοντας τη στιγμή.
Ηρεμία. Γαλήνη. Ζεστασιά. Παράδεισος. Θα μπορούσε να μείνει έτσι για πάντα. Με τα χέρια απλωμένα.
Γύρισε αμέσως σε μια άλλη εποχή, στον ίδιο κήπο, τότε που ήταν παιδί. Το μυαλό του ξεχείλισε από αναμνήσεις.
Αναμνήσεις ξεχασμένες για χρόνια, θαμμένες βαθιά στην προσωπική ζωή του για να μην τις ανακαλύψουν οι παπαράτσι και
τις εκθέσουν στον κόσμο.
Αναμνήσεις από τρυφερά χέρια κι ευγενικές, ώριμες φωνές που έλεγαν πόσο λυπόνταν και πόσο θα τους έλειπε εκείνη. Από
τη γιαγιά του ντυμένη στα μαύρα. Από φίλους και γείτονες, συμμαθητές.
Η μητέρα του είχε πεθάνει τον αγαπημένο της μήνα του χρόνου. Κι αυτό ήταν κάτι παραπάνω από λυπηρό. Θα λάτρευε
τούτο τον κήπο.
Την ονειροπόλησή του διέκοψε ένας πνιχτός ήχος που ερχόταν από την κουζίνα στα αριστερά του. Ακολούθησε η γλυκιά
φωνή της ίδιας γυναίκας που σιγοτραγουδούσε έναν παλιό σκοπό.
Άνοιξε αργά τα μάτια του, κατέβασε απότομα τα χέρια του σαν παιδί που το είχαν τσακώσει να κλέβει το γλυκό και γύρισε
να ελέγξει αν τον είχε δει κανείς στη στιγμή της αδυναμίας του. Ο αυχένας του κοκκίνισε από ντροπή όταν σκέφτηκε ότι η
Έλλα Μαρτίνες και ο γιος της μπορεί να είχαν σηκωθεί και να τον κρυφοκοίταζαν πίσω από τις κουρτίνες των δωματίων
τους.
Ήδη είχε ντροπιαστεί μια φορά με το να μιλήσει στον Νταν για τον πατέρα του.
Φυσικά, δε θα μπορούσε να ξέρει ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει, ωστόσο είχε έρθει σε δύσκολη θέση κι είχε συμπονέσει το
παιδί και τη μητέρα του. Ήξερε πώς ήταν να χάνεις ένα γονιό. Και ο Νταν ήταν πολύ μικρός. Ήταν πολύ σκληρό για εκείνον.
Προς το παρόν, δεν είχε περάσει μαζί τους παραπάνω από μια ώρα το προηγούμενο βράδυ. Στη συνέχεια είχε ζητήσει
συγνώμη και είχε ανέβει πάνω για να περάσει δυο δύσκολες ώρες παρέα με το φορητό υπολογιστή του, μέχρι που η Έλλα του
είχε φέρει ένα δίσκο με εκπληκτικό φαγητό.
Ίσως έτσι εξηγούνταν το γουργουρητό στο στομάχι του. Έπρεπε να πάρει το πρωινό του.
Ήταν καιρός να μάθει ποιος τραγουδούσε, να τσιμπήσει κάτι και να γυρίσει στον πολιτισμό, να γλιτώσει από τις οδυνηρές
αναμνήσεις.
Ακολούθησε τη φωνή περπατώντας αργά στη βεράντα. Πού και πού τα γυμνά δάχτυλα των ποδιών του σκόνταφταν σε
καμιά ξεκολλημένη πλάκα, όμως άξιζε τον κόπο.
Η Έλλα Μαρτίνες στεκόταν δίπλα στην πόρτα της κουζίνας κι ανακάτευε κάτι σ’ ένα κεραμικό μπολ. Χόρευε και κουνούσε
το κεφάλι της πέρα δώθε. Δυο άσπρα καλώδια ξεκινούσαν από την τσέπη της ροζ πιτζάμας της και κατέληγαν στ’ αυτιά της.
Καθώς κουνούσε τους ώμους και τους γοφούς της, σήκωσε την ξύλινη κουτάλα της κι έκανε σαν να διηύθυνε κάποια
αόρατη ορχήστρα από την άλλη πλευρά του παραθύρου. Ήταν τόσο απορροφημένη στον κόσμο της, που ο Σεμπ ένιωσε
άσχημα που την κατασκόπευε.
Το φως του ήλιου έπεφτε στο πρόσωπό της κι αναδείκνυε τις χάλκινες ανταύγειες στα μακριά, καστανά μαλλιά της. Έδειχνε
αθώα κι εκστασιασμένη.
Ήταν μια στιγμή κι ένα θέαμα που ο Σεμπ ήξερε πως θα θυμόταν για πάντα. Καμιά φωτογραφία δε θα μπορούσε να
συλλάβει το άρωμα των λουλουδιών το πρωί, την αψάδα των πεύκων, τον ήχο των πουλιών στα δέντρα.
Και μια όμορφη καστανή στην κουζίνα μιας αγροικίας.
Ο συνδυασμός ήταν μαγικός.
Αισθάνθηκε να τον πλημμυρίζει μια οικεία ζεστασιά. Αναρωτήθηκε πώς μια γυναίκα αρκετά ώριμη για να έχει παιδί στην
ηλικία του Νταν μπορούσε να είναι τόσο σέξι και ποθητή με μια πιτζάμα με ροζ λαγουδάκια.
Ήταν τελείως διαφορετική από τις γυναίκες που τον έλκυαν συνήθως, αλλά από μια άποψη ήταν τέλεια σ’ εκείνο το σπίτι
και σ’ εκείνο τον κήπο.
Ζήλεψε την αίσθηση της γαλήνης και της ηρεμίας που της δημιουργούσε το ότι έμενε σε μια αγροικία. Μπορεί η ζωή της να
ήταν κάπως περιορισμένη σ’ εκείνον το μικρόκοσμο, αλλά σίγουρα ήταν ένα όμορφο μέρος για να ζεις.
Δεν ήταν βέβαια το Σίδνεϊ. Δε θα μπορούσε να είναι. Το διαμέρισμά του απείχε λίγα λεπτά με τα πόδια από διάφορα
πολυτελή εστιατόρια και χώρους ψυχαγωγίας. Αλλά για ηρεμία ούτε λόγος.
Άλλος ένας λόγος για να γυρίσει στο δικό του κόσμο το συντομότερο. Αυτό το μέρος τον αναστάτωνε βαθιά, παρ’ ότι
απολάμβανε τη θέα.
Η Έλλα μουρμούριζε στο ρυθμό της μουσικής καθώς πηγαινοερχόταν από το μακρύ ξύλινο τραπέζι στο γρανιτένιο πάγκο
της κουζίνας με τον υπερσύγχρονο επαγγελματικό εξοπλισμό.
Δεν ήταν απλά όμορφη. Ήταν γνήσια, ανεπιτήδευτη και τρομερά γοητευτική. Κι αφοπλιστική. Από μια μεριά ήθελε να
γνωρίσει καλύτερα τη γυναίκα πίσω από τη βιτρίνα της μητέρας και της οικονόμου.
Κι αυτό τον αναστάτωσε περισσότερο.
Μήπως το σπίτι τον έκανε να σκέφτεται τέτοια πράγματα;
Όμως η έλξη ήταν αδιαμφισβήτητη.
Έπρεπε να τη ρωτήσει αν είχε νέα από τη Νικόλ. Ξερά και τυπικά.
Ύστερα θυμήθηκε ότι φορούσε μόνο το μακό και το σορτς του. Ήταν αξύριστος και του χρειαζόταν ένα ντους. Η εμφάνισή
του δεν ήταν ό,τι καλύτερο. Είχε έρθει η ώρα να φύγει διακριτικά και να γυρίσει στο δωμάτιό του για ν’ αλλάξει.
Πολύ αργά. Πάνω που στρεφόταν, ο Μιλού, που ερχόταν από τον αχυρώνα μυρίζοντας το χώμα, τον είδε και σταμάτησε,
σήκωσε τα αυτιά του κι άρχισε να τρέχει προς το μέρος του κουνώντας την ουρά του. Και γαβγίζοντας ασταμάτητα.
Ο Σεμπ βόγκηξε όταν το σκυλί πήδησε πάνω του και μαγάρισε με τις πατούσες του τα ρούχα του, όμως αυτή τη φορά
κατάφερε να μείνει όρθιος με το να καθίσει στην άκρη του τραπεζιού της βεράντας. Ω, όχι, όχι πάλι!
Την επόμενη στιγμή άκουσε ένα σιγανό σφύριγμα και είδε την Έλλα να βγαίνει από την κουζίνα με την ξύλινη κουτάλα της
στο χέρι. Ο Μιλού όρμησε στο μπολ με το φαγητό του, αφήνοντάς τον να προσπαθεί να περισώσει το κύρος και την
αξιοπρέπειά του μ’ ένα κεφάτο, «Καλημέρα, κυρία Μαρτίνες».

Η Έλλα ένιωσε εκτεθειμένη.


Αναρωτήθηκε πόση ώρα την παρακολουθούσε ο Σεμπαστιάν Καστελάνο. Ντράπηκε, όμως ό,τι είχε γίνει είχε γίνει.
Άλλωστε τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι χειρότερα. Κάποιες μέρες φορούσε μόνο ένα μπλουζάκι! Η Νικόλ
φιλοξενούσε συνήθως φίλες της, και όσες φορές έρχονταν άντρες ήταν πολύ διακριτικοί, σαν να μην υπήρχαν μέσα στο σπίτι.
Ο Σεμπ, όμως, θα έμενε εκεί μέρες!
Με λίγη τύχη, ο πρωινός περίπατός του στον κήπο θα ήταν η εξαίρεση κι όχι ο κανόνας.
Η Έλλα λάτρευε τη μουσική και ο λιγοστός χρόνος που είχε στη διάθεσή της πριν ξυπνήσει ο Νταν ήταν πολύτιμος, τον
αφιέρωνε στον εαυτό της. Για μια δυο ώρες μπορούσε να δοθεί στο πάθος της για τη μουσική της χωρίς να τον ξυπνήσει
παίζοντας πιάνο στο σαλόνι ή τραγουδώντας πολύ δυνατά.
Κατάπιε την ντροπή της, ύψωσε το πιγούνι της και χαμογέλασε ευγενικά, λες και υποδεχόταν κανέναν καλεσμένο σε
γκάρντεν πάρτι. Έπειτα τον χαιρέτησε με την κουτάλα της όσο πιο χαριτωμένα μπορούσε, ειδικά αν σκεφτόταν κανείς πως
και οι δυο φορούσαν τις πιτζάμες τους.
«Καλημέρα και σ’ εσένα. Και είπαμε να με φωνάζεις Έλλα, το ξέχασες;» του απάντησε. «Ελπίζω να κοιμήθηκες καλά. Έχει
ωραία μέρα σήμερα».
Η μυρωδιά του ζεστού χώματος, των λουλουδιών, του καθαρού αντρικού ιδρώτα και της κολόνιας του πλημμύρισε τις
αισθήσεις της και την αναστάτωσε. Η αναστάτωσή της μεγάλωσε όταν τον πλησίασε για να του σφίξει το χέρι. Μόνο που στο
ένα δικό της κρατούσε το μπολ και το άλλο είχε πιτσιλιές απ’ το κουρκούτι της ξύλινης κουτάλας.
Βλέποντας τα μάτια του Σεμπ να αστράφτουν από κάτι που έμοιαζε πολύ με ευθυμία, άλλαξε γνώμη κι απλά τον χαιρέτησε
πάλι με την κουτάλα.
Ακόμα και με το σορτσάκι που αποκάλυπτε δυο μακριά, δυνατά πόδια και μια στενή μέση, ο Σεμπαστιάν ήταν η επιτομή του
εκλεπτυσμένου αστού επιχειρηματία. Και ήταν ψηλός. Τουλάχιστον τριάντα πόντους ψηλότερός της. Αλλά είχε και μια
επιβλητική παρουσία που φώναζε από μακριά ότι ήταν συνηθισμένος να δίνει εντολές.
Βλέποντας πώς την κοιτούσε, αναρωτήθηκε ξαφνικά πώς έδειχνε με τις ροζ πιτζάμες.
Κι από μέσα δε φορούσε τίποτα.
Και τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα απ’ τον ύπνο.
Ω, όχι. Η εμφάνισή της δεν ήταν ό,τι καλύτερο. Οι κάτοικοι του χωριού είχαν συνηθίσει την ευφάνταστη άποψή της στο
ντύσιμο. Ο Σεμπ όχι ακόμα, αν έκρινε από την έκφρασή του.
«Εεε... ήταν εντάξει το δωμάτιο;» είπε τέλος αμήχανα. «Με συγχωρείς αν σε ξύπνησα με τα τραγούδια μου. Στο εξής θα
φροντίσω να είμαι πιο ήσυχη».
«Μια χαρά ήταν το δωμάτιο. Και μπορείς να τραγουδάς όποτε θέλεις. Το σπίτι είναι της Νικόλ και δικό σου. Και μια που
ανέφερα τη Νικόλ, είχες καθόλου νέα της;»
Η Έλλα ένιωσε την ένταση τόσο στην ατμόσφαιρα όσο και στη στάση του Σεμπ. Στο βλέμμα του.
«Όχι ακόμα, αλλά δεν έχω ανοίξει τον υπολογιστή μου. Πάω να ντυθώ και να ετοιμάσω πρωινό. Θα ήθελες να μας κάνεις
παρέα σε καμιά εικοσαριά λεπτά; Θα κοιτάξω να δω αν έχω κανένα μέιλ κι έπειτα θα σε ενημερώσω για το πάρτι των
γενεθλίων». Έκανε μια μικρή παύση κι αναστέναξε. «Η μέρα προβλέπεται ενδιαφέρουσα».

Λίγη ώρα αργότερα, ο Σεμπ προχωρούσε φρεσκαρισμένος στο διάδρομο προς την κουζίνα.
Είχε κάνει ένα καυτό ντους, είχε ντυθεί και ήταν έτοιμος να συγκεντρωθεί στη δουλειά του.
Τα δέκα λεπτά ξενοιασιάς στον ήλιο είχαν τελειώσει. Έπρεπε να κάνει πράγματα και να δει κόσμο, είχε ένα σωρό
εκκρεμότητες που έπρεπε να τακτοποιηθούν –και βέβαια έπρεπε να μάθει και πότε θα επέστρεφε η Νικόλ απ’ τις διακοπές
της.
Μήπως θα βόλευε να συναντηθούν στο αεροδρόμιο;
Εκείνο που τον ενοχλούσε ήταν ότι δεν είχε την πληροφορία που χρειαζόταν. Φυσικά, η Νικόλ θα επικοινωνούσε με την
οικονόμο της στην πρώτη ευκαιρία, αλλά τον εκνεύριζε το γεγονός ότι δεν ήξερε ήδη ώστε να ρυθμίσει το πρόγραμμά του.
Έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Είκοσι λεπτά ακριβώς. Σκέφτηκε ότι η Έλλα θα είχε συνδεθεί στο μεταξύ και θα είχε πάρει
τα μηνύματά της.
Έτσι δεν περίμενε να βρει τον Νταν να κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας με το πιγούνι του στηριγμένο στις παλάμες του και
το πρόσωπό του σχεδόν κολλημένο στην πιο αρχαία τηλεόραση που είχε δει στη ζωή του.
«Μαμά, δε δουλεύει. Δε μπορώ να δω τη θεία Νικόλ!»
«Έρχομαι αμέσως, αγάπη μου. Φάε το πρωινό σου».
Η Έλλα φορούσε τώρα ένα εφαρμοστό παντελόνι στο κόκκινο του κερασιού κι ένα φανελάκι με ροζ και κίτρινες ρίγες.
Ξαφνικά ο Σεμπ ένιωσε πολύ μουντός και μονότονος. Μήπως έπρεπε να είχε πάρει μαζί του και μερικά σπορ ρούχα; Στα
επαγγελματικά ταξίδια του έπαιρνε μόνο χειραποσκευές που δεν άφηναν χώρο για πρόχειρα ρούχα, αλλά πρέπει να ήταν
ντυμένος πολύ επίσημα για μια γαλλική αγροικία.
Όταν πλησίασε τον Νταν πρόσεξε ότι η τηλεόραση ήταν συνδεδεμένη με μια τεράστια κεντρική μονάδα υπολογιστή με
φθαρμένο πληκτρολόγιο και ενσύρματο ποντίκι.
Δεν ήταν τηλεόραση, λοιπόν. Ήταν υπολογιστής. Μια αρχαιολογία που μάλλον έκαιγε κάρβουνο.
Ο μικρός αναστέναξε πάλι βαθιά και καμπούριασε τη ράχη του καθώς η μητέρα του άφηνε μπροστά του ένα χρωματιστό
πιάτο με τηγανίτες με φρούτα κι ένα ποτήρι γάλα.
«Γεια σου, Νταν». Ο Σεμπ χαμογέλασε στο παιδί που μασούσε με μια παράξενη έκφραση στο πρόσωπο. «Τι βλέπεις εκεί;»
Ο Νταν κατάπιε κι έδειξε με το υπόλοιπο κομμάτι της τηγανίτας του την οθόνη, σκορπίζοντας ψίχουλα στο πληκτρολόγιο.
«Η θεία Νικόλ έστειλε ένα γράμμα και φωτογραφίες με ελέφαντες! Και ψηλά βουνά με χιόνι».
«Και πού βρίσκονται αυτά τα βουνά;» ρώτησε η Έλλα.
Ο μικρός έσφιξε για λίγο τα χείλη του κι έπειτα απάντησε μ’ ένα μεγάλο χαμόγελο. «Στην Ινδία. Στην Ινδία έχει ελέφαντες».
Η Έλλα κοίταξε τον Σεμπ κι ανασήκωσε τους ώμους της. «Κοντά έπεσες. Μπράβο που το θυμήθηκες». Έδειξε το τραπέζι.
«Κάθισε μαζί μας, Σεμπ. Σε δυο λεπτά θα έχω ετοιμάσει στραπατσάδα και μπέικον».
«Υπέροχα», απάντησε εκείνος. Το στομάχι του συμφώνησε μ’ ένα γουργουρητό, αλλά καθώς κοιτούσε τις τεράστιες
τηγανίτες, τα κρουασάν, τις μαρμελάδες και την μπαγκέτα στην άλλη άκρη του τραπεζιού πήρε τη δεύτερη μεγάλη απόφαση
της μέρας του, κάθισε δίπλα στο παιδί κι έσκυψε για να κοιτάξουν μαζί την οθόνη.
Πράγματι υπήρχαν μηνύματα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, αλλά οι συνημμένες φωτογραφίες έκαναν ν’ ανοίξουν τόση
πολλή ώρα που ο Νταν θα έφευγε για το σχολείο πριν προλάβει να τις δει.
«Α, κατάλαβα τι εννοείς», του είπε. «Πειράζει να ρίξω μια ματιά στον υπολογιστή;»
«Μαμά; Πειράζει να δει ο Σεμπ το ’λογιστή;»
Ο Σεμπαστιάν κοίταξε την Έλλα που χτυπούσε ακόμα αβγά. Εκείνη του χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι της. «Μόνο αν
υποσχεθεί ότι δε θα τον χαλάσει», απάντησε και δάγκωσε το κάτω χείλος της για να συγκρατήσει ένα γέλιο.
«Υπόσχομαι», απάντησε εκείνος σε σοβαρό τόνο. Ο Νταν τον κοίταξε, κατένευσε και του έδωσε το ποντίκι για να μπορέσει
να κρατήσει το γάλα του και με τα δύο χέρια.
Είχαν περάσει αιώνες από την τελευταία φορά που ο Σεμπ είχε δει τέτοιο απαρχαιωμένο εργαλείο με ταχύτητες
γυμνοσάλιαγκα. Το κινητό του είχε καλύτερες επιδόσεις.
Τη στιγμή που η Έλλα έφερνε στο τραπέζι το τηγάνι με τη στραπατσάδα έκανε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε.
«Ξεκίνα να τρως· δε θ’ αργήσω», της είπε.
Δεν του πήρε παραπάνω από πέντε λεπτά να πάει στο δωμάτιό του, να γυρίσει στην κουζίνα με το φορητό υπολογιστή του
και να προωθήσει το μήνυμα στο λάπτοπ του για να το διαβάσει ο Νταν από εκεί αντί από την οθόνη της τηλεόρασης.
«Ορίστε», είπε στο παιδί.
«Πού είναι το ποντίκι;»
«Μέσα. Εσύ απλώς πατάς εδώ. Και η μικρή κάρτα που εξέχει στο πλάι είναι για να μπορώ να συνδέομαι στο Διαδίκτυο όπου
κι αν είμαι».
Ο Νταν γούρλωσε τα μάτια του από ευχαρίστηση. Ύστερα τσίριξε και χτύπησε τα χέρια του, όταν στην οθόνη εμφανίστηκε
η φωτογραφία μιας χαμογελαστής γυναίκας με φόντο τα χιονισμένα βουνά.
«Κοίτα, μαμά... η θεία Νικόλ».
Η Έλλα έριξε τη στραπατσάδα πάνω απ’ το μπέικον και το ζυμωτό ψωμί στο πιάτο του Σεμπ, ύστερα κοίταξε πάνω απ’ τον
ώμο του γιου της.
«Ναι. Κοίτα ένα ωραίο καπέλο που φοράει! Ευχαριστώ γι’ αυτό που έκανες, Σεμπ. Μπορείς να διαβάσεις το μήνυμα. Δεν
είναι προσωπικό».
Ο Νταν κούνησε το κεφάλι του πολλές φορές καθώς μασούσε και μουρμούρισε ένα ευχαριστώ με μπουκωμένο στόμα.
Ο Σεμπ χαμογέλασε. «Παρακαλώ». Ύστερα το χαμόγελό του έσβησε. «Δεν υπολογίζει να είναι στο Παρίσι νωρίτερα απ’ το
μεσημέρι της Δευτέρας. Ύστερα σκοπεύει να ταξιδέψει προς τα νότια κατά το απόγευμα της Τρίτης».
Κάθισε πίσω και σούφρωσε τα χείλη του. «Κρίμα. Ήλπιζα να τη δω, αλλά πρέπει να έχω φύγει μέχρι το βράδυ της
Δευτέρας».
Κοίταξε την Έλλα. «Λυπάμαι, κυρία Μαρτίνες, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει λόγος να μείνω εδώ περισσότερο.
Θα επιστρέψω το απόγευμα στο Μονπελιέ».
Ο Νταν γούρλωσε τα μάτια του από κατάπληξη. «Πρέπει να φύγεις; Κιόλας;»
Η Έλλα έβαλε τα χέρια της στους ώμους του και τον φίλησε στην κορφή του κεφαλιού του, όμως το χαμόγελο χάθηκε απ’
το πρόσωπό της. «Δε θυμάσαι τι είπε η θεία Νικόλ; Έτσι είναι η δουλειά του Σεμπ. Ζει στην Αυστραλία και η Αυστραλία
είναι πολύ μακριά από εδώ. Και τώρα πήγαινε να δεις τι κάνει ο Μιλού και να ετοιμαστείς για το σχολείο. Εντάξει;»
Ο μικρός κούνησε το κεφάλι του έντονα και κατέβηκε απ’ την καρέκλα του μ’ ένα κομμάτι τηγανίτα στο χέρι, αλλά
σταμάτησε και χτύπησε τον Σεμπ στο μπράτσο.
«Μπορώ να σου στείλω μήνυμα στο ’λογιστή; Σε παρακαλώ; Μπορώ;»
«Φυσικά», απάντησε εκείνος καθώς μασούσε. Ύστερα κοίταξε την Έλλα. «Αν συμφωνεί η μητέρα σου», πρόσθεσε.
Εκείνη στράφηκε στο γιο της. «Αργότερα ίσως».
Μόλις ο Νταν ανέβηκε πάνω, κάθισε απέναντι απ’ τον Σεμπ, αναστέναξε βαθιά και γέμισε δυο κούπες με ευωδιαστό καφέ.
«Σου ζητώ συγνώμη γι’ αυτό που συνέβη», είπε σιγανά. «Ο Νταν λατρεύει οτιδήποτε έχει σχέση με υπολογιστές και
τεχνολογία. Δεν έχω ιδέα από πού το κληρονόμησε».
Έπειτα κοίταξε τον Σεμπαστιάν και του χάρισε ένα αχνό χαμόγελο. «Λυπάμαι που πρέπει να φύγεις τόσο σύντομα. Ξέρω ότι
η Νικόλ θ’ απογοητευτεί πολύ που δε θα σε δει. Ανυπομονούσε να έρθεις».
«Κι εγώ λυπάμαι, αλλά θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι. Προφανώς είσαι εξαιρετική μαγείρισσα, όμως είσαι και πολυάσχολη
μαμά. Εκπλήσσομαι που η Νικόλ σου ζήτησε να οργανώσεις το πάρτι των γενεθλίων της. Είναι πολλή δουλειά για ένα
άτομο».
Ο Σεμπ έβγαλε από την τσέπη του την ηλεκτρονική ατζέντα του. «Αν βοηθάει σε κάτι, μπορώ να εξιλεωθώ για την απουσία
μου με το να αναθέσω την οργάνωση του πάρτι σε κάποια εταιρεία. Θα ήταν χαρά μου».
Η Έλλα απάντησε κουνώντας έντονα το κεφάλι της πέρα δώθε.
«Ευχαριστώ, αλλά όχι. Δε μου ζήτησε η Νικόλ να οργανώσω το πάρτι. Εγώ προσφέρθηκα. Εγώ ζήτησα από εκείνη να μου
δώσει την ευκαιρία να το κάνω».

Πάνω που η Έλλα ετοιμαζόταν ν’ απαριθμήσει στον Σεμπ τους λόγους, ακούστηκε στην πόρτα της κουζίνας ένα κοφτό
χτύπημα. Μια μικρόσωμη μεσόκοπη γυναίκα με σκούρα μαλλιά και στραβά πόδια μπήκε μέσα αργά, ένευσε στον Σεμπαστιάν
κι άφησε στο πάτωμα ένα καλάθι με βερίκοκα. Έπειτα φίλησε την Έλλα στα μάγουλα και προχώρησε προς το τραπέζι.
Φορούσε μπλε φόρμα, φθαρμένες μπότες και αραιοπλεγμένο μάλλινο κασκόλ.
Η Έλλα της πρόσφερε μια κούπα καφέ και, καθώς η γυναίκα τον έπινε, εκείνη άρχισε να ψαχουλεύει μέσα στο καλάθι.
«Ω, είναι φανταστικά!» φώναξε σε άψογα γαλλικά και μάλιστα με την ντόπια προφορά, πράγμα που εντυπωσίασε τον Σεμπ.
Ύστερα σήκωσε το κεφάλι της σαν να θυμήθηκε ότι ο Σεμπ δεν ήξερε ποια ήταν η επισκέπτριά τους.
«Ω, με συγχωρείτε», είπε. «Να κάνω τις συστάσεις. Από δω η Ιβέτ. Ιβέτ, θυμάσαι τους Καστελάνο που έμεναν εδώ; Αυτός
είναι ο Σεμπαστιάν Καστελάνο και ήρθε από το Σίδνεϊ».
«Φυσικά και τους θυμάμαι», αποκρίθηκε η γυναίκα. «Είσαι ο γιος της Ελέν. Έπαιζες ποδόσφαιρο με τους γιους μου μετά το
σχολείο, όταν είχαμε το αγρόκτημα». Κοίταξε τα ρούχα του Σεμπ. «Έμαθα ότι πρόκοψες», πρόσθεσε. Ύστερα ήπιε τον
υπόλοιπο καφέ της, τσίμπησε μια τηγανίτα κι έφυγε κουνώντας το χέρι της.
«Σίφουνας, ε;» είπε σαστισμένος ο Σεμπαστιάν.
«Έτσι είναι η Ιβέτ. Πάντως, με τα βερίκοκα μου θύμισε ότι πρέπει να μαζέψω τα κεράσια, αλλιώς θα τα χάσω», συνέχισε η
Έλλα. «Το Σαββατοκύριακο αναμένεται μιστράλ».
Σταμάτησε να ψαχουλεύει στο καλάθι και κοίταξε προς την πόρτα της κουζίνας. «Η Ιβέτ είναι καταπληκτική μπέιμπι σίτερ
και κηπουρός, αλλά φοβάμαι ότι θα προσφερθεί να με βοηθήσει στον οπωρώνα ανεβασμένη σε μια σαραβαλιασμένη σκάλα.
Οπότε να σου ζητήσω μια χάρη;»
Έγλειψε τα χείλη της και συνέχισε: «Μπορείς να της πιάσεις τη συζήτηση για να μην ανέβει στη σκάλα μέχρι να πάω τον
Νταν στο σχολείο και να γυρίσω; Δε θέλω να της συμβεί κανένα ατύχημα. Σου υπόσχομαι ότι δε θ’ αργήσω. Μπορείς να
φύγεις αμέσως μόλις επιστρέψω».
Χαμογέλασε λοξά. «Και βέβαια, θα έχεις και την ευκαιρία να μάθεις όλα τα κουτσομπολιά. Είμαι σίγουρη ότι θα το
διασκεδάσεις».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Ο Σεμπ δε βρήκε καθόλου διασκεδαστικό το να τον ανακρίνει η Ιβέτ για μια ολόκληρη ώρα θέλοντας να μάθει τι είχε
σπουδάσει, τι είχε κάνει και σε ποιες χώρες είχε ταξιδέψει τα τελευταία δεκαοχτώ χρόνια της ζωής του.
Χώρια που τον είχε στρώσει στη δουλειά! Μέχρι να φανεί η Έλλα με το ποδήλατό της στη γωνία του σπιτιού, εκείνος είχε
αδειάσει τρία καρότσια με κλαδιά από κορφολογημένους θάμνους, είχε ακούσει ιστορίες για διάφορους συμμαθητές του κι
είχε υποσχεθεί να δώσει χαιρετίσματα εκ μέρους της σε διάφορους συγγενείς της στο Σίδνεϊ.
Έτσι η ανακούφισή του ήταν απερίγραπτη όταν τελικά μπόρεσε να δώσει τη σκυτάλη στην Έλλα, η οποία μόλις ήρθε
εξαφανίστηκε στην κουζίνα με τη φίλη της και τον άφησε μόνο στη βεράντα.
Επιτέλους! Τώρα μπορούσε να μαζέψει τα πράγματά του και να γυρίσει στον κόσμο των επιχειρήσεων που κατανοούσε.
Όμως έπρεπε να βρει τρόπο να μπει στο σπίτι χωρίς να περάσει από την κουζίνα. Ο γρηγορότερος δρόμος ήταν από το
καθιστικό, αυτό που κάποτε ήταν σαλόνι της μητέρας του.
Κοίταξε από τα ανοιχτά παράθυρα της βεράντας το μακρόστενο δωμάτιο και ξαφνικά αισθάνθηκε το αίμα του να παγώνει.
Πάνω από το πέτρινο τζάκι υπήρχε μια φωτογραφία της μητέρας του σε φυσικό μέγεθος, την οποία δεν είχε δει ποτέ του.
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Το να δει τη μητέρα του να του χαμογελάει ήταν ένα σοκ.
Ανίκανος ακόμα να το πιστέψει, πήρε μια βαθιά εισπνοή και την άφησε να βγει αργά απ’ τη μύτη του πριν περάσει το
κατώφλι για να μπει στο σπίτι.
Μόνο το τζάκι τού ήταν οικείο σ’ εκείνον το χώρο που κάποτε ήταν δύο δωμάτια –το επίσημο σαλόνι και το καθιστικό. Ο
τοίχος που τα χώριζε είχε γκρεμιστεί και τα μακριά παράθυρα του καθιστικού είχαν αντικατασταθεί από μπαλκονόπορτες που
έβγαζαν στον κήπο κι επέτρεπαν να μπαίνει περισσότερο φως στον άλλοτε σκοτεινό χώρο.
Αυτό το φως έπεφτε σαν προβολέας στη φωτογραφία της μητέρας του. Η Ελέν πρέπει να ήταν γύρω στα είκοσι και ο
φωτογράφος την είχε απαθανατίσει σε μια εποχή που η ομορφιά και η χάρη της ήταν στο απόγειό τους.
Ήταν πανέμορφη. Έμοιαζε περισσότερο με ηθοποιό ή μοντέλο παρά με τη γυναίκα που τον καληνύχτιζε μ’ ένα φιλί και του
έφτιαχνε το αγαπημένο του κέικ με σοκολάτα κάθε Παρασκευή.
Πώς είχε ξεχάσει πόσο όμορφη ήταν;
Τα λαμπερά, καστανοπράσινα μάτια της και το άψογο χαμόγελό της σου έκοβαν την ανάσα ακόμα και πίσω απ’ το γυαλί της
κορνίζας. Αυτή η απλή, έγχρωμη εικόνα κυριαρχούσε στο χώρο.
Φορούσε ένα ροζ ανοιχτό φόρεμα κι ένα απλό περιδέραιο από μαργαριτάρια, που ο Σεμπ ήξερε ότι ο πατέρας του κρατούσε
ακόμα φυλαγμένο σ’ ένα ξύλινο κουτί στο δωμάτιό του. Αυτό ήταν κάτι που υποτίθεται πως δεν έπρεπε να γνωρίζει.
Στον έναν της ώμο είχε ένα μπουκετάκι από κλειστά τριαντάφυλλα, άσπρα και ροζ όπως το φόρεμά της. Το άγγιζε απαλά με
το αριστερό της χέρι. Στον παράμεσό της φορούσε ένα δαχτυλίδι με ροζ πέτρα, όμως ο Σεμπ δεν το αναγνώρισε.
Αναστατωμένος και προβληματισμένος από τα συναισθήματα που μαίνονταν μέσα του, πλησίασε σε απόσταση αναπνοής
από τη φωτογραφία, που ήταν φανερό πως είχε τραβηχτεί από ερασιτέχνη φωτογράφο.
Ένα πράγμα ήταν σαφές· η Ελέν κοιτούσε το φακό μ’ ένα βλέμμα που ήταν αδιαμφισβήτητο. Ήταν το βλέμμα της αγάπης.
Γιατί αν η Ελέν Καστελάνο είχε ένα ελάττωμα, ήταν αυτό: Δεν μπορούσε να κρύψει τα πραγματικά συναισθήματά της. Για
τίποτα.
Μπορεί να του είχε πει ότι εκείνος ο βάτραχος που είχε φέρει να της δείξει κάποτε ήταν ο καλύτερος που είχε δει στη ζωή
της, όμως δεν είχε χρειαστεί να κάνει κάτι περισσότερο απ’ το να κοιτάξει το πρόσωπό της για να καταλάβει την αλήθεια. Και
το επόμενο πρωί είχε αφήσει το κακόμοιρο ζωντανό πίσω στο ποτάμι.
Ο Σεμπ την είχε αγαπήσει πολύ. Όταν είχε αρρωστήσει, ένιωθε τόσο αδύναμος να κάνει οτιδήποτε για να τη βοηθήσει, ώστε
οι τελευταίες βδομάδες της ζωής της ήταν ένα συνονθύλευμα από τρυφερά λόγια προς εκείνη και οργή και απελπισία που
ξεσπούσε στα πάντα και στους πάντες γύρω του.
Όσο ζούσε τον είχε διδάξει το σεβασμό και την εργατικότητα. Ο θάνατός της τον είχε μάθει πώς ήταν ν’ αγαπάς κάποιον
τόσο πολύ και μετά να σου στερούν αυτή την αγάπη.
Η καρδιά της ήταν ένα ανοιχτό βιβλίο.
Η δική του καρδιά ήταν κλειδωμένη και θα παρέμενε κλειδωμένη. Άλλοι άντρες μπορεί να ήταν αρκετά ανόητοι ώστε να
ερωτευτούν και να κάνουν οικογένεια. Εκείνος όχι.
Ο Σεμπ ένιωσε το αίμα να σφυροκοπάει στα μηνίγγια του.
Ίσως η φωτογραφία είχε τραβηχτεί από τον Λυκ Καστελάνο, τον άνθρωπο που φώναζε πατέρα τα πρώτα τριάντα χρόνια της
ζωής του. Αλλά θα μπορούσε να έχει τραβηχτεί κι από κάποιο φίλο ή συγγενή. Δεν μπορούσε να ξέρει! Το σίγουρο ήταν ότι
είχε αφεθεί πίσω σκόπιμα όταν είχαν μεταναστεύσει.
Το μυαλό του άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς και να σταθμίζει τις πιθανότητες. Κι αν οι φυσικοί του γονείς ήταν στο ίδιο
δωμάτιο όταν είχε τραβηχτεί;
Αυτή η φωτογραφία ίσως ήταν το στοιχείο που δεν ήξερε καν ότι έψαχνε. Το πρώτο βήμα στο να βρει απαντήσεις στα
αμέτρητα ερωτήματα που είχε θάψει στο μυαλό του σχετικά με την καταγωγή του.
Ερωτήματα που τώρα έπρεπε να απαντηθούν.
Πόσο ανόητος ήταν!
Η αίσθηση της αγωνίας και της ανησυχίας που τον είχε καταλάβει αφότου είχε μάθει ότι ο πατέρας του δεν ήταν φυσικός
πατέρας του έβρισκε ξαφνικά την εξήγησή της.
Δεν είχε σχέση με την επιχειρηματική συμφωνία που επρόκειτο να κλείσει, αλλά με την ανάγκη του να κατανοήσει ποιος
ήταν πραγματικά και με την απόφαση που είχαν πάρει οι γονείς του για να του εξασφαλίσουν μια σταθερή οικογενειακή ζωή.
Αντί να νιώθει αγαλλίαση για το ότι ετοιμαζόταν να υπογράψει μια συμφωνία με τεράστια σημασία, στεκόταν μπροστά στο
πορτραίτο της μητέρας του και το μόνο που ένιωθε ήταν ένα τεράστιο κενό που έπρεπε να γεμίσει.
Το Ίδρυμα Ελέν Καστελάνο ήταν πολύ σημαντικό, έπρεπε να του αφιερώσει την ενέργεια και τη συγκέντρωση που
χρειαζόταν για να πάει μπροστά. Δε θα επέτρεπε στον εαυτό του να το παραμελήσει επειδή τον απασχολούσε το παρελθόν
του. Έπρεπε να κλείσει οριστικά τους λογαριασμούς του με το χτες.
Είχε πάει εκεί για να ηρεμήσει πριν ξεκινήσει για τη μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής του. Η Νικόλ απουσίαζε, οπότε έπρεπε
να κάνει τη δουλειά μόνος του.
Ήταν ώρα να αντιμετωπίσει τα γεγονότα και να πάρει τις απαντήσεις που χρειαζόταν.

Ο Σεμπ άκουσε πίσω του θόρυβο κι έσφιξε τα χείλη του, ενοχλημένος από την εισβολή.
Η Έλλα ερχόταν χαρούμενη από τη βεράντα μ’ ένα κινέζικο βάζο γεμάτο φρεσκοκομμένα ηλιοτρόπια και πρασινάδα. Το
άφησε προσεκτικά στο χαμηλό τραπέζι μπροστά στον καναπέ κι έγειρε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά για να δει από ποια
πλευρά πρόσφερε το καλύτερο θέαμα.
Όταν ικανοποιήθηκε, έκανε πίσω, κατένευσε, ύστερα πήγε στον μπουφέ κι άρχισε να ψαχουλεύει στο μακρύ κάτω συρτάρι.
«Σ’ ευχαριστώ που έμεινες και ανέλαβες την Ιβέτ», είπε στον Σεμπαστιάν. «Σ’ αρέσει το πορτραίτο; Βρήκα τη φωτογραφία
της μητέρας σου σ’ ένα κουτί στη σοφίτα. Ο ντεκορατέρ της Νικόλ είχε βάλει πάνω από το τζάκι ένα έργο αφηρημένης τέχνης
που δεν ταίριαζε καθόλου. Δεν είναι υπέροχη;»
«Ναι, είναι». Ο Σεμπ γύρισε προς το πορτραίτο για να μην καταλάβει η Έλλα πόσο είχε ταραχτεί. «Δεν την έχω ξαναδεί αυτή
τη φωτογραφία. Δεν έχω και πολλές οικογενειακές φωτογραφίες βέβαια, οπότε δεν εκπλήσσομαι».
Εκείνη έκλεισε το συρτάρι του μπουφέ και χαμογέλασε ικανοποιημένη. «Εδώ είναι το πρωτότυπο. Όλες αυτές ήταν στο ίδιο
κουτί στη σοφίτα».
Εκείνος κοίταξε την καφετιά θήκη που του έδινε. Έκαναν ταυτόχρονα ένα βήμα μπροστά και τα δάχτυλά τους αγγίχτηκαν
για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.
Ο Σεμπ αισθάνθηκε μέσα του μια έκρηξη ενέργειας, σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός. Ήταν τόσο αναπάντεχο που
τινάχτηκε από την έκπληξη. Όταν σήκωσε το κεφάλι του είδε ότι η Έλλα τον κοιτούσε σαστισμένη. Κατάπληκτη.
Την επόμενη στιγμή πήρε μια βαθιά εισπνοή κι έδειξε με τα χέρια της προς τα πάνω. «Έχει κι άλλες στη σοφίτα. Πάω να
ψάξω για να σου τις βρω».
Πριν ο Σεμπ προλάβει ν’ απαντήσει, εκείνη βγήκε στο διάδρομο και τα σανδάλια της ακούστηκαν ανάλαφρα στην ξύλινη
σκάλα. Προφανώς δεν ήταν ο μόνος που είχε αισθανθεί το παράξενο φορτίο της ενέργειας.
Ενοχλημένος με το γεγονός ότι είχε εκτεθεί σε μια χήρα μητέρα, αναστέναξε βαθιά.
Κι άλλες φωτογραφίες; Ούτε καν ήξερε ότι υπήρχαν. Κι ότι τις είχαν δει ξένοι.
Άνοιξε τη θήκη κι άρχισε να κοιτάζει τις κυρίως ασπρόμαυρες φωτογραφίες που βρήκε μέσα. Κάποια πρόσωπα του ήταν
αδιόρατα γνωστά. Σε πολλές ήταν οι γονείς του και η γιαγιά του, σε άλλες άγνωστοι που χαμογελούσαν.
Και τότε τη βρήκε. Μια μικρή, έγχρωμη φωτογραφία της μητέρας του που χαμογελούσε.
Η καρδιά του κόντεψε να σπάσει όταν τη γύρισε απ’ την πίσω πλευρά και είδε τα ξεθωριασμένα γράμματα. Αρραβώνας.
Είκοσι έξι Μαΐου. Σπίτι του Αντρέ.
Αυτό ήταν όλο. Κανένα άλλο στοιχείο ως προς το ποιοι αρραβωνιάζονταν ή ποιος ήταν ο Αντρέ. Φίλος; Συγγενής;
Κάποιος που γνώριζε τη μητέρα του στα νιάτα της και θα μπορούσε να του πει ποιοι ήταν οι φυσικοί γονείς του και τι είχαν
απογίνει;
Είχε πολλές απορίες κι ελάχιστες απαντήσεις.
Πέταξε τη θήκη στον καναπέ κι άρχισε να πηγαινοέρχεται στο χώρο ανάμεσα στο τζάκι και στον κήπο.
Έσφιξε τις γροθιές του θυμωμένος. Ο πατέρας του είχε αφήσει αυτές τις πολύτιμες φωτογραφίες της μητέρας του και της
κληρονομιάς του πίσω, πάνω στη βιάση του να εγκαταλείψει τα πάντα και να φύγει για ένα μικρό διαμέρισμα στο Σίδνεϊ.
Πώς είχε μπορέσει; Τόσο δύσκολο θα του ήταν να βρει ένα χώρο για να τις βάλει;
Εκείνος είχε στο Σίδνεϊ τρεις φωτογραφίες της μητέρας του. Το χαρτί τους είχε φθαρεί από το τρίψιμο των δαχτύλων του με
τα χρόνια. Ο πατέρας του είχε μία από το γάμο τους στην κρεβατοκάμαρά του. Ο Σεμπ έμπαινε εκεί μέσα κρυφά και δε
χόρταινε να κοιτάζει το όμορφο κορίτσι με τα σκούρα μαλλιά και το λευκό φόρεμα που κρατούσε μια τεράστια ανθοδέσμη
και στεκόταν δίπλα στον πατέρα του με το κομψό κοστούμι. Και οι δυο χαμογελούσαν στο φακό.
Γιατί ο πατέρας του είχε αφήσει όλες τις υπόλοιπες πίσω; Ήθελε να κρύψει κάτι; Προσπαθούσε να τον προστατέψει;
Αλλαγή σχεδίου.
Ο Σεμπαστιάν αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την επιμονή και την αποφασιστικότητα που τον είχαν βοηθήσει να γίνει
κορυφαίος επιχειρηματίας για να σκαλίσει το παρελθόν του και να πάρει απαντήσεις.
Τώρα είχε μια νέα αποστολή. Θα έβρισκε και το παραμικρό στοιχείο για το οικογενειακό παρελθόν του. Ακόμα κι αν
χρειαζόταν να κάνει το σπίτι άνω κάτω. Ξεκινώντας από τη σοφίτα.
Ό,τι κι αν έβρισκε θα το διεκδικούσε. Το ζήτημα δεν αφορούσε ούτε τη Νικόλ ούτε την οικονόμο της.

Η Έλλα προσπαθούσε να περάσει ανάμεσα από το συνονθύλευμα των ανεπιθύμητων επίπλων και των ετερόκλητων
αντικειμένων που κατέκλυζαν τη σοφίτα. Ξαφνικά της ήρθε να τα κλοτσήσει. Δυνατά.
Έκλεισε τα μάτια της και μέτρησε αργά μέχρι το δέκα. Τα πράγματα ήταν ήδη αρκετά ταλαιπωρημένα· δε χρειαζόταν να τα
αρχίσει στις κλοτσιές.
Έλεγαν ότι το κακό τριτώνει. Τα πράγματα εξελίσσονταν πιο άσχημα απ’ ό,τι περίμενε εκείνη τη μέρα. Πρώτα ήταν τα νέα
για τον μιστράλ. Μια καλοκαιρινή καταιγίδα ήταν το τελευταίο που χρειαζόταν ο κήπος λίγες μέρες πριν από το πάρτι.
Όσο για το δεύτερο; Ήταν φανερό ότι ο Σεμπαστιάν δε σκόπευε να μείνει για το πάρτι της Νικόλ. Κι αυτό ήταν απαράδεκτο.
Έδινε υποσχέσεις κι έπειτα τις αναιρούσε;
Η Έλλα δεν τον καταλάβαινε. Είχε έρθει από την άλλη άκρη του κόσμου για δουλειές και θα ξανάφευγε χωρίς να δει τη
Νικόλ! Τι εγωιστής! Και τόσο επιτακτική ανάγκη ήταν να γυρίσει στο Σίδνεϊ ώστε δεν μπορούσε να μείνει λίγες μέρες;
Και το τελειωτικό χτύπημα ήταν το γράμμα που είχε στην τσέπη του παντελονιού της. Το είχε βρει στο γραμματοκιβώτιο
γυρίζοντας απ’ το σχολείο.
Και μόνο στη θέα των ισπανικών γραμματοσήμων το στομάχι της είχε σφιχτεί.
Ένα παιδί έξι ετών μπορεί να νόμιζε ότι η Βαρκελώνη ήταν τόσο μακριά όσο η Ινδία κι όχι λίγες ώρες δρόμος. Όχι ότι οι
γονείς του Κριστόμπαλ έρχονταν να τους επισκεφθούν συχνά. Απεχθάνονταν να μένουν στο καθαρό, αλλά απλό ξενοδοχείο
της Σαντρίν και το σύγκριναν συνεχώς με την πολυτελή βίλα τους με την εσωτερική θερμαινόμενη πισίνα και όλα τα μέσα
της σύγχρονης τεχνολογίας.
Τους καθόταν στο λαιμό το ότι ο εγγονός τους μεγάλωνε σ’ ένα μικρό χωριό της Γαλλίας με τη μητέρα του που εργαζόταν
ως οικονόμος σε μια πλούσια κυρία.
Η Έλλα δεν οδηγούσε καν τώρα πια.
Τα Χριστούγεννα ήταν ένας εφιάλτης. Μόλις ο Νταν είχε πάει για ύπνο την είχαν βομβαρδίσει με τα εξεζητημένα σχέδιά
τους για τη μόρφωσή του, κάνοντάς τη να αισθανθεί πολύ εγωίστρια που δεν τον πήγαινε σε ιδιωτικό σχολείο και δεν του
είχε σύγχρονα παιχνίδια υπολογιστών και τέτοια πράγματα, έτσι ώστε να μην αισθανθεί ότι υστερούσε στα ακριβά ιδιωτικά
εκπαιδευτικά ιδρύματα όπου θα πήγαινε σύντομα.
Οικοτροφεία. Ναι, πώς! Λες και η Έλλα θα επέτρεπε να συμβεί κάτι τέτοιο. Μόνο που ήταν εγωιστικό να κρατήσει το γιο
της κοντά της και να του στερήσει τη δυνατότητα σε μια καλή παιδεία και καριέρα. Ενοχές, ενοχές, ενοχές...
Η Έλλα βόγκηξε, κάθισε σ’ ένα μπαούλο κι άνοιξε το γράμμα για να το διαβάσει στο φως που έμπαινε απ’ το σκονισμένο
φεγγίτη της σοφίτας.
Κι έπειτα η όρασή της θόλωσε από τα δάκρυα που πλημμύρισαν τα μάτια της.
Μέσα στο φάκελο υπήρχαν δύο εισιτήρια μετ’ επιστροφής για τη Βαρκελώνη. Πρώτη θέση. Για την ερχόμενη Δευτέρα. Δύο
μέρες. Μόνο δύο μέρες της έμεναν μέχρι να παραδώσει τον αγαπημένο της γιο στους παππούδες του.
Ήξερε ότι θα ήθελαν να δουν τον Νταν στις σχολικές διακοπές, αλλά από την πρώτη βδομάδα κιόλας; Άλλες φορές τον
έπαιρναν Αύγουστο, όχι Ιούλιο! Και ο Νταν περίμενε με ανυπομονησία το πάρτι της Νικόλ. Αν χρησιμοποιούσε αυτά τα
εισιτήρια, θα ήταν αναγκασμένη να τον αφήσει εκεί μόνο του και να σκοτωθεί να γυρίσει πίσω για να ετοιμάσει το πάρτι της
εργοδότριάς της.
Την κυρίεψε πανικός. Θα μπορούσε βέβαια ν’ αλλάξει τις ημερομηνίες και... Διάβασε το γράμμα που συνόδευε τα εισιτήρια.
Οι Μαρτίνες είχαν κλείσει ήδη κι άλλα εισιτήρια για ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα από πανέμορφα ταξίδια και ψυχαγωγικές
δραστηριότητες για τον εγγονό τους. Και η Έλλα ήξερε ότι ο Νταν θα ξετρελαινόταν.
Ένιωσε τη μαχητικότητά της να την εγκαταλείπει.
Δεν μπορούσε να αναδιοργανώσει το ταξίδι χωρίς να καταστρέψει όλα εκείνα τα σχέδια.
Άλλωστε ο Νταν ήταν παιδί του παιδιού τους. Το μόνο που τους είχε απομείνει απ’ αυτόν. Δεν μπορούσε να τους τον
στερήσει.
Τα δάχτυλά της έσφιξαν το χαρτί. Τι επιλογή είχε; Οι Μαρτίνες ήξεραν ότι δεν είχε χρήματα για να προσφέρει στο γιο της
αυτά που μπορούσαν εκείνοι. Ούτε οι γονείς της ήταν σε θέση να την υποστηρίξουν οικονομικά.
Δεν είχε επενδύσεις ή πόρους για να προσφέρει στο παιδί της τη μόρφωση που είχε πάρει ο πατέρας του. Ούτε στο
πανεπιστήμιο δεν είχε πάει!
Το φως του ήλιου που έμπαινε από το φεγγίτη έπεσε στο χέρι της και η Έλλα είδε τα μόρια της σκόνης να αιωρούνται στο
χώρο. Ο αέρας τα σκόρπιζε προς κάθε κατεύθυνση.
Ύστερα ακούστηκε απ’ τον κήπο το γάβγισμα ενός σκυλιού κι αισθάνθηκε να την πλημμυρίζει μια αίσθηση σταθερότητας
και ασφάλειας.
«Ανόητη», μουρμούρισε. Σκούπισε τα μάτια της και ρούφηξε τη μύτη της. Τουλάχιστον δεν της έλειπαν οι φίλοι. «Ας
ξεκινήσει η παράσταση. Έχουμε να κάνουμε πράγματα και να δούμε κόσμο».
«Για όλα έχεις ένα ρητό, κυρία Μαρτίνες;» ακούστηκε μια αντρική φωνή. Και η Έλλα τινάχτηκε από την τρομάρα της.

Ο Σεμπ είδε την Έλλα να χώνει στην τσέπη του παντελονιού της ένα γράμμα. Είχε δει αρκετά για να καταλάβει πως κάτι την
είχε ταράξει πολύ.
«Με συγχωρείς που σε τρόμαξα», της είπε. Ύστερα κοίταξε γύρω στη σοφίτα κι ανοιγόκλεισε κάμποσες φορές τα βλέφαρά
του καθώς τα μάτια του προσαρμόζονταν στο λιγοστό φως εκείνου του σημείου. «Αν και εκπλήσσομαι που μπορείς και
βλέπεις».
Γύρισε στο πλάι και σκουντούφλησε σ’ ένα κουτί με εργαλεία καθώς έψαχνε να βρει το διακόπτη για το φως, όμως η Έλλα
είχε ήδη σηκωθεί για να κάνει το ίδιο. Όταν τα χέρια τους αγγίχτηκαν, το μυαλό και οι αισθήσεις του πλημμύρισαν απ’ την
εικόνα του κοριτσιού με τα λυτά μαλλιά που είχε δει το πρωί στον κήπο. Το κορίτσι που η επαφή της του είχε προκαλέσει
ανατριχίλα.
Πάνω απ’ το κεφάλι του άναψε ένας λαμπτήρας φθορισμού που δημιούργησε σκληρές σκιές στις σκοτεινές γωνιές της
σοφίτας. Η Έλλα τράβηξε αμέσως το χέρι της σαν να είχε καεί, αλλά τα ανοιχτογάλανα μάτια της συνέχισαν να τον κοιτούν
επίμονα. Σ’ εκείνο το φως οι γραμμές του προσώπου της έκαναν έντονη αντίθεση με την απαλή επιδερμίδα της.
Ο Σεμπ διέκοψε πρώτος την οπτική επαφή και κοίταξε γύρω στο μακρύ δωμάτιο, στο οποίο είχε περάσει αμέτρητες ώρες
ευχαρίστησης όταν ήταν παιδί και το εξερευνούσε.
«Πω, πω...» μουρμούρισε. «Τα πράγματα θα είναι πιο δύσκολα απ’ ό,τι περίμενα. Παλιότερα δεν επικρατούσε τέτοιο χάος».
Εντέλει η Έλλα ξαναβρήκε τη μιλιά της. «Η στέγη επισκευάστηκε το φθινόπωρο. Ύστερα ο διακοσμητής ήθελε να
αποθηκεύσει κάπου τα πράγματα που μεταφέρθηκαν από κάτω. Στον αχυρώνα ζουν κάμποσες οικογένειες αρουραίων και...»
Άφησε την πρότασή της στη μέση κι ανασήκωσε τους ώμους της. «Και όλα κατέληξαν εδώ», αποτελείωσε ο Σεμπ.
Εκείνη έδειξε ένα μεγάλο ξύλινο κασόνι με το λογότυπο ενός φημισμένου οίκου σαμπάνιας στο πλάι του. «Εκεί βρήκα τη
φωτογραφία της μητέρας σου. Ανάμεσα σε διάφορα χαρτιά είναι και δύο άλμπουμ. Ήταν πολύ βαρύ για να το κατεβάσω
μόνη μου από τη σκάλα. Ξέρω ότι υπάρχουν κι άλλα, όμως είναι καταχωνιασμένα πίσω απ’ τα έπιπλα».
«Κάτσε ένα λεπτό να τα τραβήξω».
«Είσαι σίγουρος;» Η Έλλα έβηξε κι έδιωξε τη σκόνη που σηκώθηκε, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να χειροτερέψει τα
πράγματα. «Τα ρούχα σου θα γίνουν χάλια».
Ο Σεμπ κοιτάχτηκε και συνοφρυώθηκε. Το επώνυμο κοστούμι και τα παπούτσια επί παραγγελία ίσως δεν ήταν η καλύτερη
επιλογή για να ψαχουλεύει κανείς σε βρόμικες σοφίτες, αλλά δεν είχε πρόχειρα ρούχα κι έτσι δεν μπορούσε να κάνει τίποτε
άλλο.
Εξάλλου είχε μια σημαντική αποστολή.
Η καταστροφή των ρούχων του ήταν μικρό τίμημα αν ήθελε να βρει κάποια στοιχεία για το παρελθόν του.
«Θα επιβιώσω», απάντησε καθώς στριμωχνόταν ανάμεσα σε παλιές καρέκλες και βιβλιοθήκες για να φτάσει στη στοίβα με
τα κουτιά στη σκοτεινή γωνιά της σοφίτας.
«Ω, όχι», φώναξε η Έλλα, καθώς κοιτούσε μέσα στο πρώτο κουτί. «Αυτή η κορνίζα έχει σπάσει. Τι κρίμα! Αναρωτιόμουν
συχνά γιατί δεν πήρατε μαζί σας αυτές τις φωτογραφίες. Θέλω να πω, αν δεν τις θέλατε πια, θα μπορούσατε να τις δώσετε σε
συγγενείς σας αντί να τις αφήσετε να τις φάνε τα ποντίκια».
Ο Σεμπ πήρε την κορνίζα από το χέρι της κι έσυρε τα δάχτυλά του στο τζάμι.
«Όταν φύγαμε για την Αυστραλία», απάντησε με σιγανή φωνή, «μου επέτρεψαν να πάρω μαζί μου μόνο μια βαλίτσα και ό,τι
άλλο μπορούσα να κουβαλήσω στο σακίδιό μου».
Προσπάθησε να κρύψει το πόσο τον είχε στενοχωρήσει η απόφαση του πατέρα του, όμως δεν τα κατάφερε.
«Ήμουν δώδεκα ετών κι εγκατέλειπα το μόνο σπίτι που είχα γνωρίσει». Σήκωσε το βλέμμα του από τη φωτογραφία κι
ανασήκωσε τους ώμους του σαν γνήσιος Γάλλος που ήταν. «Με απασχολούσε περισσότερο το ότι άφηνα πίσω τα σκυλιά μου
και τους φίλους μου. Δεν είχα μυαλό για τα προσωπικά πράγματα τότε... αλλά τώρα δεν είμαι πια παιδί».
Άφησε προσεκτικά τη σπασμένη κορνίζα στη στοίβα με τις φωτογραφίες, τα χαρτιά και τις κάρτες γενεθλίων.
«Στην πραγματικότητα εκπλήσσομαι που γλίτωσαν από τις ορδές των ενοικιαστών που πέρασαν από δω. Δεν πρέπει να ήταν
ιδιαίτερα περίεργοι. Ή δεν υπήρχε τίποτα αξιόλογο για να το πουλήσουν».
Όταν η Έλλα δεν απάντησε αμέσως, ο Σεμπ γύρισε και την είδε να τον κοιτάζει με μια σαστισμένη έκφραση.
«Οι μόνοι που έμειναν εδώ ήταν ένα ζευγάρι συνταξιούχων από τη Μασσαλία, που χρησιμοποιούσαν το σπίτι μόνο τον
Αύγουστο. Ήταν άδειο πάνω από ένα χρόνο όταν εγκατασταθήκαμε εδώ η Νικόλ κι εγώ. Δεν το ήξερες;» τον ρώτησε.
Εκείνος την κοιτούσε επίμονα, προσπαθώντας να χωνέψει αυτά που του είχε πει. Στο τέλος τα λόγια βγήκαν απ’ το στόμα
του σε μια έκρηξη θυμού και αποστροφής. «Δεν είναι δυνατόν! Εδώ ζούσε μια οικογένεια πριν υπογραφούν τα χαρτιά του
διαζυγίου».
Η σκληρή φωνή του αντήχησε στο χώρο και η θερμοκρασία ήταν σαν να έπεσε αρκετούς βαθμούς.
Η Έλλα έσφιξε τα χείλη της, σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος κι ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να μπορέσει
να τον κοιτάξει κατάματα.
«Κύριε Καστελάνο», είπε ήρεμα και σιγανά, υψώνοντας το πιγούνι της. «Μπορεί να είμαι απλώς η οικονόμος του σπιτιού,
αλλά δε μ’ αρέσει καθόλου να με αποκαλούν ψεύτρα». Σταμάτησε, πήρε μια βαθιά εισπνοή και συνέχισε: «Αποφάσισε
λοιπόν. Θέλεις να σε βοηθήσω ή όχι; Γιατί αν θέλεις, θα πρέπει να διορθώσεις τον τόνο σου. Αμέσως. Ήμουν σαφής;»

Το στόμα της έγινε μια ίσια γραμμή, έσφιξε περισσότερο τα χέρια της και στάθηκε εκεί ακίνητη, πνιγμένη στη σκόνη και στις
αράχνες, κρατώντας τη θέση της και περιμένοντας τον Σεμπ να πει κάτι.
Εκείνος κάθισε σ’ ένα άλλο κουτί. Δεν τον ένοιαζε αν λερώνονταν τα ρούχα του ή αν οι σκλήθρες τρυπούσαν το δέρμα του.
Ούτε που θυμόταν από πότε είχε τολμήσει κάποιος να υψώσει το παράστημά του και να του ζητήσει –ή μάλλον να
απαιτήσει– να διορθώσει τον τόνο του.
Τον τόνο του! Μια χαρά ήταν ο τόνος του. Τα νεύρα του ήταν το πρόβλημα.
Η Έλλα δεν ήξερε τι είχε περάσει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Πώς μπορούσε να καταλάβει οποιοσδήποτε, όταν το
μοναδικό πρόσωπο που γνώριζε την αλήθεια ήταν ο πατέρας του; Μ’ αυτόν, με τον Λυκ Καστελάνο, έπρεπε να τα βάλει.
Όσο για την Έλλα Μαρτίνες... ήταν απλώς υπέροχη.
Την είχε παρεξηγήσει. Προφανώς είχε ταραχτεί απ’ το γράμμα που την είχε δει να διαβάζει νωρίτερα και ίσως γι’ αυτό να
ήταν εριστική. Η ήρεμη, χαλαρή γυναίκα που είχε ακούσει να τραγουδάει το πρωί είχε ν’ αντιμετωπίσει δικά της προβλήματα.
Δεν είχε δικαίωμα να της τα επιδεινώνει με το να ξεσπάει τα νεύρα του πάνω της.
Ο Σεμπ πήρε μια βαθιά ανάσα, της χαμογέλασε συγκρατημένα και την είδε να ξεσφίγγει λίγο το πιγούνι της.
«Ναι. Ήσουν απόλυτα σαφής», απάντησε. «Και σε διαβεβαιώνω ότι δεν πρόκειται να σου ξαναμιλήσω σε τέτοιο τόνο. Είμαι
τέρας».
Στα χείλη της Έλλα σχηματίστηκε ένα λοξό χαμόγελο, αλλά ο Σεμπάστιαν ήταν σίγουρος πως δε θα του τη χάριζε τόσο
εύκολα. «Τι είδους τέρας;» τον ρώτησε.
«Τετράποδο».
«Χμμ. Καλά». Ξεσταύρωσε τα χέρια της κι έγειρε πίσω σε μια καρέκλα, έτσι που ήρθε περίπου στο ίδιο επίπεδο με τον
Σεμπ. «Αλλά θα σε συγχωρήσω μόνο αν μου πεις γιατί δυσκολεύτηκες τόσο πολύ να δεχτείς ότι το σπίτι ήταν άδειο. Γιατί
ήταν. Το ξέρω επειδή εγώ το καθάρισα!»
Η δύναμη απ’ αυτά τα απλά λόγια, σε συνδυασμό με το σταθερό, επίμονο βλέμμα της, τον καθήλωσε. Ο Σεμπ κατάλαβε ότι
του έλεγε αλήθεια κι αισθάνθηκε απίστευτα ανόητος. Είχε πιστέψει τον πατέρα του. Όλα αυτά τα ψέματα τον είχαν κουράσει.
Άξιζε στην Έλλα μια εξήγηση. Όχι. Της άξιζε κάτι παραπάνω. Η αλήθεια.
Είχαν περάσει πολλά χρόνια απ’ την τελευταία φορά που ο Σεμπαστιάν είχε νιώσει την ανάγκη να απολογηθεί σε κάποιον.
Δεν του άρεσε το ότι είχε βρεθεί σε τόσο δύσκολη θέση. Ήταν κάτι που δεν του συνέβαινε συχνά. Μήπως έφταιγε το σπίτι;
Οι προκλήσεις εδώ μέσα δεν είχαν τελειωμό.
Είχε δύο επιλογές. Η πρώτη ήταν να σηκωθεί να φύγει από κείνη τη σοφίτα και να μπει στο αμάξι του. Η δεύτερη να μείνει
και να ολοκληρώσει την αποστολή του.
Εντέλει άπλωσε τα χέρια του μπροστά με τις παλάμες ενωμένες.
«Θα σου πω τι ξέρω εγώ. Ξέρω ότι πριν από μερικά χρόνια πρόσφερα στον πατέρα μου ένα πολύ μεγάλο ποσό με
αντάλλαγμα αυτό το σπίτι, τον καιρό που χρειαζόταν μετρητά για το διαζύγιό του και για την πρόωρη συνταξιοδότησή του.
Ξέρω ότι αρνήθηκε να μου το πουλήσει σε οποιαδήποτε τιμή. Όταν τον ρώτησα γιατί, μου είπε ότι ήταν νοικιασμένο σε
κάποιον τον οποίο δε σκόπευε να πετάξει στο δρόμο».
Ο θυμός έκανε τον αυχένα του να κοκκινίσει και την αναπνοή του να γίνει πιο γρήγορη. Συγκράτησε τον εαυτό του και
συνέχισε: «Οπότε, καταλαβαίνεις πόσο σάστισα όταν η Νικόλ πήρε την αγροικία ως μέρος της αποζημίωσής της για το
διαζύγιο λίγες βδομάδες αργότερα. Και ναι, είμαι κάπως ενοχλημένος».
Στα χείλη του σχηματίστηκε ένα λοξό χαμόγελο. «Αλλά το πρόβλημα είναι δικό μου κι αυτός που πρέπει να το
αντιμετωπίσει είμαι εγώ. Όχι εσύ. Οπότε σου ζητώ συγνώμη, Έλλα».
«Πιστεύω ότι η ευθεία προσέγγιση είναι το καλύτερο...» Ξαφνικά το πρόσωπο της Έλλα φωτίστηκε. «Γιατί δεν τηλεφωνείς
στον πατέρα σου να τον ρωτήσεις;»
Να τον ρωτήσει; Τι να τον ρωτούσε; Γιατί του είχε κρύψει το ότι οι γονείς του δεν ήταν πραγματικοί γονείς του; Ή γιατί είχε
παντρευτεί την πρώτη Γαλλίδα που είχε γνωρίσει στο Σίδνεϊ και περίμενε ο Σεμπ να δεχτεί τη Νικόλ σαν καινούρια μητέρα
του; Και τώρα αυτό...
Όχι, ας του έλειπε. Είχε σταματήσει να ρωτάει και είχε αρχίσει να παίρνει μόνος του τις αποφάσεις του από καιρό.
«Ίσως κάποια άλλη στιγμή. Προς το παρόν μ’ ενδιαφέρει περισσότερο να συγκεντρώσω όσο πιο πολλά στοιχεία μπορώ για
την οικογενειακή ιστορία μου πριν φύγω».
«Τότε καλύτερα να ξεκινήσεις μ’ αυτές τις φωτογραφίες από το γάμο των γονιών σου».
Η Έλλα του έδωσε το δερματόδετο άλμπουμ. «Η μητέρα σου είναι πανέμορφη. Προφανώς αισθανόταν υπέροχα που ήταν
έγκυος».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Δύο ώρες αργότερα, ο Σεμπ βημάτιζε πέρα δώθε στο δωμάτιό του με τόση μανία που κόντευε ν’ ανοίξει αυλάκι στο μάλλινο
χαλί.
Δεν είχε φύγει από το Μας Τουρνεσόλ. Δεν μπορούσε. Ήταν τόσο ταραγμένος που αν οδηγούσε θα έπεφτε στον πρώτο
μαντρότοιχο ή σε κανένα μεγάλο δέντρο.
Το μόνο καλό νέο ήταν ότι τώρα είχε απαντήσεις σε δύο ερωτήματά του.
Τελικά δεν ήταν υιοθετημένος.
Τώρα δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η μητέρα του ήταν έγκυος όταν παντρεύτηκε τον πατέρα του. Οι φωτογραφίες του γάμου
που είχε βρει η Έλλα στη σοφίτα ήταν υπέροχες –πραγματική απόλαυση να βλέπει τη μητέρα του γελαστή και ευτυχισμένη,
τριγυρισμένη από αγαπημένους συγγενείς και φίλους. Και χωρίς το τεράστιο μπουκέτο να κρύβει τη στρογγυλή κοιλιά της, η
εγκυμοσύνη της φαινόταν ολοκάθαρα.
Η Έλλα το είχε καταλάβει με την πρώτη ματιά που έριξε σ’ εκείνες τις φωτογραφίες.
Ενώ εκείνος είχε μαύρα μεσάνυχτα τόσα χρόνια!
Ωραία. Έπρεπε να το πάρει απόφαση, και το να κόβει βόλτες στο παλιό του δωμάτιο δε βοηθούσε σε τίποτε. Υπήρχε πάντα η
πιθανότητα να είχε μια άλλη σχέση η μητέρα του πριν από το γάμο της, αλλά αυτό δεν άλλαζε τη βαθιά σχέση του μαζί της.
Πράγμα που άφηνε απέξω ένα κομμάτι του παζλ. Ποιος ήταν ο πατέρας του;
Τώρα είχε μια πιθανή απάντηση.
Γιατί είχε ένα όνομα. Αντρέ Σεμπαστιάν Μορέλ. Μόνο που αυτός ο Αντρέ δεν ήταν φίλος ή συγγενής. Ο Αντρέ Μορέλ ήταν
ο αρραβωνιαστικός της μητέρας του.
Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα τσαλακωμένο και ξεθωριασμένο απόκομμα από μια εφημερίδα του Μονπελιέ που είχε
ξεθάψει από το δεύτερο κιβώτιο με τα οικογενειακά κειμήλια των Καστελάνο που είχε βρει στη σοφίτα.
Οι άκρες του αποκόμματος ήταν φαγωμένες γιατί αυτός που το είχε κόψει από την εφημερίδα είχε χρησιμοποιήσει ένα μικρό
ψαλιδάκι της ραπτικής.
Η φωτογραφία στο σαλόνι είχε βγει στη γιορτή για τους αρραβώνες της μητέρας του με τον Αντρέ Σεμπαστιάν Μορέλ,
δεκατέσσερις μήνες πριν παντρευτεί τον Λυκ Καστελάνο.
Δεν υπήρχε αμφιβολία. Η ημερομηνία και η χρονολογία του αποκόμματος ταίριαζαν μ’ εκείνες της φωτογραφίας στο
σαλόνι.
Η μητέρα του ήταν κάποτε αρραβωνιασμένη με τον Αντρέ Σεμπαστιάν Μορέλ.
Αυτό δε σήμαινε αναγκαστικά ότι ο Αντρέ ήταν ο πατέρας του, αλλά τουλάχιστον ήταν ένα στοιχείο από το οποίο μπορούσε
να ξεκινήσει.
Τσαλάκωσε το κιτρινισμένο κομμάτι της εφημερίδας, το έβαλε βαθιά στην τσέπη του, πήγε στο παράθυρο και στηρίχτηκε
στο στενό περβάζι. Τα δάχτυλά του άσπρισαν από το σφίξιμο και ανάσανε βαθιά το δροσερό αέρα γιατί ένιωθε ότι πνιγόταν.
Είχε σαστίσει, ήταν θυμωμένος και προσπαθούσε να ξεμπερδέψει το κουβάρι των σκέψεων που του είχε προκαλέσει εκείνη
η ανακάλυψη.
Υπήρχαν άλλα δύο κουτιά να ξεσκαρτάρει και είχε αρχίσει να φοβάται για το τι θα έβρισκε εκεί. Όμως έπρεπε να το κάνει.
Ξαφνικά όμως ένιωσε παγιδευμένος μέσα σ’ εκείνο το μικρό δωμάτιο. Είχε ανάγκη να περπατήσει για να διώξει λίγη
υπερένταση από τον οργανισμό του. Και γρήγορα.
Ίσως μια αλλαγή σκηνικού τον βοηθούσε να καταστρώσει ένα σχέδιο.
Έπρεπε να βρει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για τον Αντρέ Μορέλ. Ακόμη και αν δεν έπαιρνε απαντήσεις σε
όλα του τα ερωτήματα, ο Αντρέ γνώριζε τη μητέρα του σε μια κρίσιμη περίοδο της ζωής της και θα τον βοηθούσε να βρει τον
πατέρα του. Στη χειρότερη περίπτωση, η μητέρα του δε θα ήταν η πρώτη κοπέλα που είχε μείνει έγκυος και είχε
αρραβωνιαστεί τον αγαπημένο της, για να μείνει στο τέλος μόνη και ανύπαντρη. Ό,τι κι αν είχε γίνει, έπρεπε να το μάθει.
Άρπαξε το σακίδιό του και άρχισε να βάζει μέσα χαρτιά και φωτογραφίες –αλλά ήταν πολύ μικρό.
Το χτύπημα στην πόρτα τον ξάφνιασε και έτρεξε εκνευρισμένος να την ανοίξει, αλλά στο μεταξύ η Έλλα είχε κάνει ένα
βήμα μέσα στο δωμάτιο, κρατώντας ένα δίσκο στολισμένο με λευκό πλεχτό πετσετάκι που πάνω του είχε μια καφετιέρα
γεμάτη με καφέ που μοσχοβολούσε.
«Συγνώμη που ενοχλώ, αλλά η ενασχόληση με το παρελθόν μπορεί να γίνει κουραστική υπόθεση. Βάζεις ζάχαρη και γάλα;
Πρόσεξα ότι στο πρωινό τον ήπιες σκέτο, αλλά αν θέλεις μπορώ να πάω κάτω και να σου φέρω. Θα ήθελες και ένα γλυκό;
Φαίνεται να το έχεις ανάγκη. Ω! Μαζεύεις τα πράγματά σου;»
Το ενδιαφέρον στο πρόσωπό της και η ήρεμη έγνοια της λειτούργησαν σαν ένας κουβάς κρύο νερό. Έσβησαν τις φλόγες της
οργής και της δυσφορίας του.
Η Έλλα φλυαρούσε και ήταν φανερό ότι ένιωθε νευρικότητα... για λογαριασμό του.
Η χειρονομία της ήταν τόσο γνήσια και γεμάτη ενδιαφέρον, που τον συγκίνησε και τον έκανε να αλλάξει διάθεση.
Ακούμπησε απαλά το χέρι του στο μπράτσο της κι εκείνη σταμάτησε την πολυλογία και τον κοίταξε. Έντονα. Σαν να έβλεπε
μέχρι τα βάθη του μυαλού του και να προσπαθούσε να ξεμπερδέψει το κουβάρι των ερωτημάτων και των απαντήσεων που
υπήρχε εκεί μέσα. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε και η απαλή φωνή της έτρεμε από ανησυχία.
Ο καφές κόντευε να ξεχειλίσει και όλος ο δίσκος κινδύνευε να πέσει από τα χέρια της, κι έτσι ο Σεμπ τον πήρε και τον
άφησε σε μια στοίβα περιοδικά. Ένιωσε την παρόρμηση να της πιάσει τα χέρια για να πάψουν να τρέμουν, αλλά
συγκρατήθηκε και έβαλε τα δικά του στις τσέπες του παντελονιού του.
«Είμαι καλά και, ναι, μαζεύω τα πράγματά μου. Μόνο που θα χρειαστώ αρκετές τσάντες ακόμα», είπε κοιτάζοντας τα
διάφορα έγγραφα που ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα του δωματίου, κοντά στα πόδια της Έλλα.
Φορούσε μπλε μοκασίνια με κορδόνια και μια πράσινη κορδέλα στον αριστερό της αστράγαλο.
Από το στόμα της ξέφυγε ένας απαλός αναστεναγμός και κάτι στην έκφρασή της τον συγκίνησε. Του ήταν σχεδόν άγνωστη,
αλλά ένιωθε σαν να την καταλάβαινε απόλυτα. Ίσως γι’ αυτό τη ρώτησε αυθόρμητα, «Εσύ τι κάνεις; Είσαι καλά;»
«Ήμουν και καλύτερα», του απάντησε σχεδόν ψιθυριστά.
Έσφιξε τα χείλη της και για μια φριχτή στιγμή ο Σεμπ φοβήθηκε πως θα έβαζε τα κλάματα.
Αντί γι’ αυτό, ανοιγόκλεισε κάμποσες φορές τα μάτια της, χαμογέλασε και του έδειξε με το κεφάλι προς το διάδρομο.
«Μου φαίνεται πως χρειάζεσαι κάποια δουλειά για να μη μένεις άπραγος. Κι εγώ χρειάζομαι κάποιον πιο ψηλό από μένα,
που να μη φοβάται τα ύψη. Η Ιβέτ έφυγε για σήμερα και, για να είμαι ειλικρινής, είναι φανερό ότι λίγος καθαρός αέρας θα
σου έκανε καλό».
«Έχεις να μου αναθέσεις δουλειά;» Γέλασε με απορία. «Λυπάμαι, Έλλα, αλλά έχω ήδη αρκετές σκοτούρες στο κεφάλι
μου».
Της έδειξε τα ανακατεμένα χαρτιά και τα κιβώτια. «Πρέπει να πάω στην πόλη και να βρω ένα μεγάλο τραπέζι εργασίας και
ένα γρήγορο υπολογιστή. Βάσεις δεδομένων. Παλιές εφημερίδες. Οτιδήποτε θα μου δώσει τις πληροφορίες που χρειάζομαι.
Και πρώτο απ’ όλα τη ληξιαρχική πράξη γέννησής μου. Πώς θα πάρω αμέσως ένα αντίγραφο αφού δεν έχω δει το αρχικό
έγγραφο;»
Η Έλλα έριξε μια ματιά στις κούτες. «Και πού ξέρεις αν δεν είναι θαμμένο σε κάποιο από τα κουτιά που δεν έχεις ανοίξει
ακόμα;»
Ο Σεμπ την κοίταξε βλοσυρός. «Δε θέλω να γίνω αγενής, αλλά πρέπει να συνεχίσω τη δουλειά. Γι’ αυτό, με συγχωρείς,
θέλω να μαζέψω τα υπόλοιπα πράγματά μου. Είμαι βέβαιος ότι θα βρεις κάποιον άλλον να σε βοηθήσει στον κήπο».
Η Έλλα έσφιξε τα χείλη της και για μερικές στιγμές τον παρακολουθούσε να προσπαθεί, χωρίς επιτυχία, να παραχώσει τα
ρούχα του στο σακίδιο.
Όταν σταμάτησε για μια στιγμή, εκείνη εκμεταλλεύτηκε την παύση και πήγε κοντά του. Ο Σεμπ γύρισε και την κοίταξε.
«Αν ασχοληθείς μία ώρα για να με βοηθήσεις στον κήπο της Νικόλ, θα σου χαρίσω μία ώρα από το χρόνο μου και θα σε
βοηθήσω να ξεσκαρτάρεις τα κουτιά. Τη θυμάσαι τη Νικόλ, έτσι; Είναι η γυναίκα που έχει τα γενέθλιά της και εσύ θα τα
χάσεις παρ’ όλο που της υποσχέθηκες ότι θα είσαι εδώ».
Κοίταξε με νόημα τις γαμήλιες φωτογραφίες που ο Σεμπ είχε αραδιάσει πάνω στο κάλυμμα του κρεβατιού. «Ωραίες
φωτογραφίες. Κρίμα που δεν μπορείς να διαθέσεις λίγες μέρες από τον τόσο πολύτιμο χρόνο σου για να μάθεις την ιστορία
της οικογένειάς σου. Ή μήπως το κυνήγι του χρήματος δε σου αφήνει περιθώρια να αναρωτηθείς ποιος είσαι πραγματικά;»
Κοίταξε το ρολόι της και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. «Όμως, σε παρακαλώ, αποφάσισε τι θα κάνεις γιατί δεν έχω
όλη τη μέρα στη διάθεσή μου».

«Ματ! Τι κάνεις, φίλε; Περνάς καλά δίπλα στην πισίνα;»


«Πισίνα; Πού τέτοια τύχη! Γύρισα στο Παρίσι», απάντησε εκείνος με έναν αναστεναγμό. «Για μερικούς δεν υπάρχει
ανάπαυλα».
Ο Σεμπ έσμιξε τα φρύδια του και το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Τι εννοείς; Γιατί είσαι στο Παρίσι; Δε σου φάνηκε αρκετά
συναρπαστικό το Μονπελιέ; Ή παρουσιάστηκε πρόβλημα με τη συμφωνία;»
«Μην ανησυχείς, οι δικηγόροι της PSN Media θέλουν να μελετήσω τα ψιλά γράμματα του συμβολαίου και το πιο λογικό
ήταν να πάω στο γραφείο τους. Θα επιστρέψω την Κυριακή. Η δουλειά έγινε. Τα χαρτιά είναι έτοιμα για υπογραφή. Εντάξει;»
Ο Σεμπ ένιωσε τύψεις επειδή ο φίλος του πηγαινοερχόταν από πόλη σε πόλη και κόπιαζε για τη συμφωνία ενώ εκείνος είχε
χαραμίσει άλλη μία ώρα ελέγχοντας τους λογαριασμούς της αγροικίας και διαβάζοντας για αθλητικά κατορθώματα του
χωριού. Χωρίς να έχει βρει τη ληξιαρχική πράξη γέννησής του.
«Χρειάζεσαι βοήθεια;» ρώτησε με προθυμία. «Δεν είναι σωστό εγώ να διασκεδάζω κι εσύ να δουλεύεις!»
«Όλα είναι τακτοποιημένα. Φρόντισε να περνάς καλά και θα τα πούμε στο ξενοδοχείο την Κυριακή το βράδυ. Και τη
Δευτέρα, πίσω στην πατρίδα! Δε βλέπω την ώρα!»
Όταν έκλεισαν το τηλέφωνο, ο Σεμπ αναστέναξε με ανακούφιση.
Ακόμα δεν είχε αποφασίσει αν θα έμενε άλλη μία μέρα για να επισκεφθεί το ληξιαρχείο της περιοχής και να πάρει ένα
αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης ή αν θα γύριζε για να βοηθήσει τον Ματ. Παρά τη βοήθεια της Έλλα, οι φωτογραφίες και
τα έγγραφα δεν τον είχαν διαφωτίσει ιδιαίτερα. Ίσως η όλη προσπάθειά του να ήταν μάταιη, μια έμμονη ιδέα που του είχε
προκαλέσει η υπερένταση από την έλλειψη ύπνου και τους πολλούς καφέδες.
Στο μεταξύ είχε να σπαταλήσει μία ολόκληρη ώρα παριστάνοντας τον κηπουρό για χάρη μιας γυναίκας με την οποία είχε
ανταλλάξει ελάχιστες λέξεις αφότου δέχτηκε τη βοήθειά της.
Τον εκνεύριζε αφάνταστα! Κυρίως επειδή δεν μπορούσε να βρει αντεπιχειρήματα στην τετράγωνη λογική της.
Όμως είχε δώσει το λόγο του. Και είχε κουβαλήσει δυο κούτες με χαρτιά πίσω στη σοφίτα πριν σταματήσει τις έρευνες για
κείνη τη μέρα.
Βγήκε στη ζεστή λιακάδα και τον υποδέχτηκαν το κελάηδισμα των πουλιών και ο βόμβος των μελισσών στις λεβάντες και
τα αρωματικά φυτά του λαχανόκηπου.
Μια κίνηση στο πλάι του σπιτιού τού τράβηξε την προσοχή και γυρνώντας προς τα εκεί είδε την Έλλα να τραβάει με
δυσκολία μια πτυσσόμενη σκάλα από το στάβλο. Στο χέρι της είχε περασμένο έναν κουβά. Από το λαχάνιασμα και το
ξεφύσημά της ήταν φανερό ότι η σκάλα ήταν πιο βαριά απ’ όσο έδειχνε –και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Μιλού χοροπηδούσε
χαρούμενα γύρω από τα πόδια της.
«Περίμενε να σε βοηθήσω, πριν πέσει η σκάλα στα πόδια σου και σου τσακίσει τα δάχτυλα».
«Τα καταφέρνω, ευχαριστώ», είπε εκείνη κοντανασαίνοντας. Τη στιγμή που το έλεγε, ο κουβάς γλίστρησε προς τα κάτω, το
βάρος του την έκανε να χάσει την ισορροπία της και η σκάλα άρχισε να γέρνει επικίνδυνα. Ο Σεμπ έτρεξε κοντά της και την
έπιασε από το μπράτσο πριν πέσει.
«Το βλέπω. Πότε ήταν η τελευταία φορά που κλάδεψες αυτά τα δέντρα;»
Η Έλλα ανασήκωσε τα φρύδια της και τον κοίταξε ερωτηματικά. Εκείνος πήρε ήρεμα τη σκάλα από τα χέρια της και την
άνοιξε με μια κοφτή κίνηση.
«Τι λες τώρα! Εγώ είμαι παιδί του Λονδίνου! Μεγάλωσα σε ένα τζαζ κλαμπ! Μια ζαρντινιέρα στο παράθυρο είναι το πιο
πολύ που έχω ασχοληθεί. Η Ιβέτ κλάδεψε τις μηλιές πέρσι, αλλά αν θυμάμαι καλά τις κερασιές δεν τις άγγιξε».
Ο Σεμπ χαμογέλασε και στερέωσε γερά τη σκάλα μπροστά στον κορμό της πιο κοντινής κερασιάς.
«Αν είναι τα πρώτα δέντρα που είχαν φυτέψει, θυμάμαι πως έβγαζαν πολύ νόστιμα κεράσια».
«Είναι πολύ γλυκά. Ο Νταν τα λατρεύει. Ελπίζω να αρέσουν στη Νικόλ και στους καλεσμένους της. Λογαριάζω να φτιάξω
τάρτα με κρέμα αμυγδάλου και κεράσια εκτός από τα υπόλοιπα γλυκά, αλλά ακόμα δεν έχω καταλήξει στην ιδανική
συνταγή». Έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης. «Και δε θα ανεβείς στη σκάλα μ’ αυτά τα παπούτσια!»
Ο Σεμπ έσκυψε και κοίταξε τα μαύρα, δετά, χειροποίητα παπούτσια που φορούσε.
«Γιατί, τι έχουν;»
«Τίποτα. Είναι ιδανικά για αίθουσες συμβουλίων και ακριβά εστιατόρια, αλλά αν ανεβείς μ’ αυτά στη σκάλα θα γλιστρήσεις.
Και λυπάμαι που το λέω, αλλά αν πέσεις δεν πρόκειται να σε πιάσω. Γι’ αυτό... ευχαριστώ για τη βοήθεια, αλλά μπορείς να
πηγαίνεις τώρα».
Και πριν προλάβει να τη σταματήσει, πέρασε από μπροστά του και άρχισε να ανεβαίνει στη σκάλα. Απείχε τρία σκαλοπάτια
από την κορυφή, όταν η σκάλα άρχισε να γέρνει προς το πλάι. Η Έλλα αρπάχτηκε από τα κάθετα ξύλα και μουρμούρισε μια
γλαφυρή βρισιά, αλλά για καλή της τύχη η σκάλα σταθεροποιήθηκε πριν αναποδογυρίσει.
«Ωραία προσπάθεια», της φώναξε ο Σεμπ από κάτω. «Μπορείς να κατεβείς τώρα;»
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και βόγκηξε με τρόμο. «Μισό λεπτό να ηρεμήσω», απάντησε με αδύναμη φωνή.
«Εντάξει. Θα σε πιάσω από τη μέση, μην τρομάξεις. Και θα σε κρατήσω μέχρι να πατήσεις κάτω. Είσαι έτοιμη;»
Στάθηκε από πίσω της, άπλωσε τα χέρια του και την έπιασε μαλακά αλλά σταθερά από τη μέση.
«Εντάξει, σε κρατάω. Κατέβαινε προσεκτικά, ένα σκαλοπάτι τη φορά. Έτσι μπράβο».
Ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα και δυνατά κάτω από τα δάχτυλά του και θυμήθηκε ένα σπίνο που είχε στο
κλουβί όταν ήταν μικρός. Μόνο που δεν ήταν πουλί αυτό που κρατούσε –ήταν το ζεστό, απαλό σώμα μιας γυναίκας που
έτρεμε μέσα στα χέρια του. Το μόνο που χώριζε τα δάχτυλά του από το δέρμα της ήταν ένα λεπτό ύφασμα. Και καθώς
πατούσε με προσοχή το πόδι της στο χαμηλότερο σκαλοπάτι, μια γλυκιά μυρωδιά από λουλούδια και φρεσκοψημένο ψωμί
έσμιξε με την ευωδιά της χλόης και το άρωμα των καρπών που κρέμονταν πάνω από το κεφάλι του.
Αν τους έβλεπε κανείς θα έβγαζε λάθος συμπεράσματα· γιατί όταν πάτησε στο έδαφος, η Έλλα γύρισε προς το μέρος του,
ακούμπησε τα χέρια της με τις παλάμες ανοιχτές στο στήθος του, και έγειρε το μέτωπό της πάνω του, έτσι που ο Σεμπ
βρέθηκε να κοιτάζει την κορυφή του κεφαλιού της με τα στιλπνά καστανά μαλλιά.
Και ξαφνικά τον πλημμύρισαν μια απέραντη τρυφερότητα, μια πρωτόγνωρη συγκίνηση και η επιθυμία να μην πάρει ποτέ πια
τα χέρια του από τη μέση της.
Ήταν τρελό!
Είχε νιώσει περίεργα πριν από μερικές ώρες όταν τα χέρια τους είχαν αγγιχτεί κατά λάθος, αλλά αυτή η επαφή ήταν πιο
βαθιά, πιο έντονη, και τον αναστάτωνε τόσο που τον έφερνε σε δύσκολη θέση.
Ένιωσε μια ευχάριστη έξαψη να αγκαλιάζει το σώμα του και ξεροκατάπιε αμήχανα. Ύστερα τράβηξε αργά τα χέρια του από
τη μέση της και έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Έπρεπε να ξαναβρεί τον αυτοέλεγχό του.
Ήταν περαστικός από κει και με την πρώτη ευκαιρία θα έφευγε. Δεν έπρεπε να το ξεχνάει. Ίσως έμενε για μεσημεριανό,
αλλά τίποτε περισσότερο. Η δουλειά του είχε τελειώσει και ήταν καιρός να επιστρέψει στην έδρα του.
«Είσαι καλά;» τη ρώτησε κοιτάζοντάς την ερευνητικά και ανταμείφθηκε μ’ ένα διστακτικό χαμόγελο.
«Μια χαρά, σ’ ευχαριστώ. Ε... καλά να πάθω, αφού ξεπέρασα τα όριά μου, ε;»
«Ανταλλάσσω ένα καλάθι κεράσια...» Έδειξε την ψηλή κορυφή του δέντρου που έλαμπε κατακόκκινη. «...με μια από τις
τάρτες που θα φτιάξεις και με το μεσημεριανό που μου υποσχέθηκες. Και θα προσέχω να μη γλιστρήσω μ’ αυτά τα
παπούτσια. Είμαστε σύμφωνοι;»
Η Έλλα μασούλισε το χείλι της και έκανε πως το σκεφτόταν για λίγο. Ύστερα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και του
άπλωσε το χέρι. Η παλάμη της ήταν ξηρή και τραχιά –χέρι ανθρώπου που δε φοβόταν τη σκληρή δουλειά. Του άρεσε, κι αυτό
τον παραξένεψε. Ίσως τελικά δεν προτιμούσε τις κοπέλες με το άψογο μανικιούρ και τη βελούδινη επιδερμίδα, όπως νόμιζε.
Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, αλλά εκείνη η γυναίκα τον μπέρδευε πολύ.
«Σύμφωνοι», είπε κουνώντας κοφτά το κεφάλι της. «Σου υποσχέθηκα μεσημεριανό. Με την προϋπόθεση ότι θα το κάνεις
τώρα, φυσικά. Ποτέ μην αναβάλλεις για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα».
«Σου αρέσουν πολύ τα ρητά, ε;»
«Έχω μία για κάθε περίσταση. Δεν το ήξερες;» του απάντησε χαμογελώντας αμυδρά. Η αναπνοή της είχε αρχίσει να
ξαναγίνεται κανονική. «Πάω να τελειοποιήσω εκείνη τη συνταγή. Και μην ξεχνάς ότι μου χρωστάς μία ώρα. Θα σε
συμβούλευα να πιάσεις αμέσως δουλειά!»
Του έγνεψε χαρωπά, έκανε μεταβολή και προχώρησε προς το σπίτι, ενώ ο Σεμπ και ο Μιλού στάθηκαν για λίγο και
κοιτούσαν τη λεπτή φιγούρα της να απομακρύνεται.
Ο Σεμπ κοίταξε προς τα κάτω και είδε τα χρυσαφιά μάτια του Μιλού να τον κοιτάζουν.
«Λοιπόν, ας πιάσουμε δουλειά, φιλαράκο».
Ο σκύλος αναστέναξε βαθιά και ξάπλωσε αναπαυτικά στη σκιά που έριχναν οι κερασιές.
«Καλή ιδέα –εσύ μείνε εδώ να φυλάς τσίλιες! Σωστό. Κι εγώ θα κόψω τα κεράσια». Και θα προσπαθήσω να καταλάβω πού
πήγα κι έμπλεξα.

Μία ώρα αργότερα, η Έλλα άκουσε τον Μιλού να γαβγίζει και κοίταξε από το παράθυρο της κουζίνας.
Ο Σεμπ πηγαινοερχόταν στο αίθριο και μιλούσε με κάποιον στο κινητό χειρονομώντας ζωηρά.
Βγήκε παραξενεμένη για να δει τι συνέβαινε, σκουπίζοντας ταυτόχρονα τα χέρια της στην πετσέτα που είχε στερεωμένη στη
ζώνη της ποδιάς της. Εκείνη τη στιγμή ο Σεμπ έκλεισε το τηλέφωνο.
«Πρόβλημα;»
Την είδε και το πρόσωπό του κοκκίνισε από αμηχανία, σαν να τον είχε τσακώσει να κάνει κάποια αταξία.
Ο άτακτος Σεμπαστιάν, σκέφτηκε και χαμογέλασε.
Στις μπούκλες των μαλλιών του είχαν σκαλώσει κλαράκια και ξερά φύλλα, το δεξί του μπράτσο ήταν γρατσουνισμένο εκεί
που τελείωνε το γυρισμένο μανίκι του πουκαμίσου του και ο φαρδύς του ώμος ήταν πιτσιλισμένος με ζουμί από κεράσι.
Ο χαρακτηρισμός τού ταίριαζε απόλυτα. Ο άτακτος Σεμπ...
«Οι σφήκες θύμωσαν επειδή τους έκλεβα το φαγητό», είπε αναστενάζοντας. «Και ο φίλος μου ο Ματ μόλις ανακάλυψε μια
νομική λεπτομέρεια στο συμβόλαιο και θα μείνει στο Παρίσι μέχρι αργά την Κυριακή. Κι έτσι θα είμαι μόνος μου εδώ. Την
πάτησα».
«Ω, ευχαριστώ πολύ! Τι ωραίο κομπλιμέντο. Περίμενε να ρίξω μια ματιά στο τσίμπημα».
Ο Σεμπ σήκωσε το χέρι πάνω από το κεφάλι του και την κοίταξε με έκπληξη.
«Μπορώ ν’ αντέξω ένα τσίμπημα σφήκας, αλλά ευχαριστώ για το ενδιαφέρον. Η αλήθεια είναι ότι τσούζει αρκετά».
Εκείνη άπλωσε απολογητικά τα χέρια της. «Ήθελα απλώς να σου προτείνω να βάλεις λίγη αντιισταμινική αλοιφή, αλλά αν
προτιμάς να παραστήσεις το παλικάρι, με γεια σου, με χαρά σου». Σταύρωσε τα χέρια της και περίμενε υπομονετικά.
Ο Σεμπ σούφρωσε τα χείλη του και ξεφύσηξε. «Εντάξει, αντιισταμινικά χρησιμοποιώ. Φέρ’ την».
Του έδειξε με το κεφάλι προς την κουζίνα, έλυσε τα χέρια της και έπιασε από κάτω το καλάθι με τα κεράσια. «Έλα μαζί
μου».
Το πρώτο πράγμα που είδε ο Σεμπ όταν μπήκε στην κουζίνα ήταν δύο τάρτες με φρούτα, που η καθεμιά τους έφτανε για να
χορτάσει μια οικογένεια.
«Ω! Δεν αστειευόσουν. Είναι οι δοκιμαστικές τάρτες για το πάρτι της Νικόλ;»
«Εν μέρει για το πάρτι της Νικόλ και εν μέρει για τη γιορτή που κάνουν σήμερα το απόγευμα στο σχολείο του Νταν για το
τέλος της χρονιάς. Προσφέρθηκα να συνεισφέρω στην ψυχαγωγία και να ετοιμάσω τα περισσότερα γλυκά. Αυτή με τα
φρέσκα βερίκοκα και την κρέμα βανίλιας την ξανάφτιαξα την προηγούμενη βδομάδα, αλλά η κερασόπιτα είναι καινούρια
συνταγή. Τα κεράσια που μάζεψα χτες είναι τόσο γλυκά και ζουμερά που μου φάνηκε αμαρτία να χαλάσω τη γεύση βάζοντας
πάρα πολύ αμύγδαλο».
Ο Σαμ κάθισε μπροστά από τα δύο γλυκά που ήταν ήδη κομμένα σε μεγάλα κομμάτια. Μοσχομύριζαν.
«Α, εννοείς το κερμές; Όλοι λατρεύουν αυτή τη γιορτή». Κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε όταν θυμήθηκε τις εικόνες
που ήταν από καιρό θαμμένες στη μνήμη του. «Θυμάμαι αμυδρά ότι στο νηπιαγωγείο είχα ντυθεί τίγρης. Ή μήπως αρκούδος;
Τρέχαμε και χοροπηδούσαμε και διασκεδάζαμε τόσο πολύ με τις στολές, που δε νομίζω ότι δίναμε μεγάλη σημασία στο
φαγητό».
«Τότε σήμερα είναι η τυχερή σου μέρα. Χρειάζομαι δοκιμαστή για να με βοηθήσει να αποφασίσω ποια από τις δύο είναι πιο
κατάλληλη για καλοκαιρινό μενού. Έχε υπόψη σου ότι η γιορτή θα είναι στον κήπο και θα κάνει ζέστη. Σκέψου κομψά
φορέματα και κοστούμια. Τα ζουμιά και οι σος απαγορεύονται. Γιατί τα παιδιά και οι γονείς στη σχολική γιορτή μπορεί να
μην έχουν πρόβλημα, οι καλεσμένοι της Νικόλ όμως θα έχουν».
Καθώς μιλούσε, έβαζε σε ένα πιάτο ένα μεγάλο κομμάτι από κάθε τάρτα. Το έσπρωξε προς το μέρος του και μετά άφησε το
σωληνάριο με την αλοιφή για τα τσιμπήματα δίπλα στο πιάτο.
«Αυτό είναι το μεσημεριανό σου, γι’ αυτό φάε όσο είναι ακόμα χλιαρή. Ξέρω ότι δε θα διστάσεις να μου πεις την αλήθεια».
Ο Σεμπ έπιασε το πιρούνι και έκοψε ένα κομμάτι από τη μαλακή, βαθιά τάρτα με τα κεράσια. Καθώς το έφερνε στο στόμα
του, ένιωσε την ευωδιά από τα γλυκά αμύγδαλα, τη βουτυράτη ζύμη και τα ζεστά κεράσια και άρχισαν να του τρέχουν τα
σάλια.
Έκλεισε τα μάτια του και είχε την αίσθηση ότι γευόταν το ίδιο το καλοκαίρι.
Η τραγανή κρούστα έλιωσε στο στόμα του, η βελούδινη αμυγδαλόπαστα απλώθηκε στον ουρανίσκο του κι εκεί που νόμιζε
ότι καλύτερα δε γινόταν, τα δόντια του έσπασαν ένα ολόκληρο ξεκουκουτσιασμένο κεράσι και οι χλιαροί χυμοί ξεχύθηκαν
στη γλώσσα του.
Ήταν η πιο καταπληκτική κερασόπιτα που είχε φάει ποτέ. Όχι, ήταν γενικά το πιο καταπληκτικό, το πιο πεντανόστιμο γλυκό
που είχε φάει ποτέ! Πράγμα διόλου ασήμαντο, αν σκεφτόταν κανείς ότι γνώριζε προσωπικά τους σεφ των καλύτερων
εστιατορίων της Αυστραλίας.
Από μικρός πίστευε ότι η γιαγιά του ήταν η καλύτερη μαγείρισσα του κόσμου, όμως ποτέ δεν είχε φτιάξει κάτι σαν αυτό.
Άνοιξε τα μάτια του και έφαγε άλλη μια γερή πιρουνιά. Ήθελε κι άλλο. Για να βεβαιωθεί ότι οι αισθήσεις του δεν τον
απατούσαν.
Τη στιγμή που δάγκωνε ένα δεύτερο κεράσι, η γεύση του τον γύρισε αστραπιαία πίσω στην εποχή που ήταν μικρός και
καθόταν σ’ εκείνη την κουζίνα.
Κεράσια, αμύγδαλα, μήλα, βερίκοκα. Καθόταν στον κήπο τις καλοκαιρινές μέρες, έτρωγε φράουλες ζεστές από τον ήλιο,
κόβοντάς τες από το φυτό. Τον μάλωναν και μετά τον αγκάλιαζαν τρυφερά επειδή είχε λεκιάσει με τους χυμούς των φρούτων
τα παντελονάκια και το δέρμα του.
Γεύσεις δεμένες παντοτινά στο νου και τη μνήμη του μ’ εκείνο το σπίτι κι εκείνη τη γη. Και με τους ανθρώπους που τους
έδιναν νόημα.
Ήταν η γεύση του σπιτικού φαγητού και των φρέσκων καρπών. Τώρα πια το φαγητό του ήταν φίνα γεύματα ακριβών
ξενοδοχείων ή ένα σάντουιτς την ώρα που δούλευε. Τίποτ’ άλλο.
Πότε είχε ξεχάσει τι γεύση είχε το αληθινό φαγητό;
Φαγητό φτιαγμένο με αγάπη σε ένα σπίτι με μια οικογένεια γύρω από το τραπέζι.
Είχε χρόνια να θυμηθεί τόσο ζωντανά πώς ήταν να ανήκει σε μια δεμένη, στοργική οικογένεια. Και του το είχε θυμίσει μια
ξένη. Μια εκκεντρική Αγγλίδα του είχε χαρίσει πάλι αυτή την ανάμνηση. Και ήταν πολύ σημαντικό. Κάποια μέρα ίσως
αποκτούσε κι εκείνος δική του οικογένεια, ως τότε όμως θα την ευγνωμονούσε γι’ αυτή την ανάμνηση.
Γύρισε για να ευχαριστήσει την Έλλα, και την ίδια στιγμή εκείνη έσκυψε για να προσφέρει ένα πιάτο με κομμάτια από
σπασμένη κρούστα στον Μιλού. Το γέρικο σκυλί ήρθε τρέχοντας και η Έλλα τον χάιδεψε στο κεφάλι, στον ίδιο χαρούμενο
ρυθμό που κουνούσε την ουρά του. Για μερικές στιγμές η γυναίκα και ο σκύλος στάθηκαν στη λιακάδα που έμπαινε από την
ανοιχτή πόρτα.
Το βλέμμα του Σεμπ πλανήθηκε από το μακρύ εφαρμοστό παντελόνι στη λεπτή της μέση και τα ηλιοκαμένα μπράτσα της.
Φαινόταν ευτυχισμένη. Ικανοποιημένη. Γαλήνια. Ήρεμη. Και πολύ, πολύ όμορφη.
Η τελευταία σκέψη τον ξάφνιασε τόσο πολύ που στραβοκατάπιε και άρχισε να βήχει.
Όμορφη; Πώς του είχε έρθει αυτό;
Γύρισε βιαστικά μπροστά του και την ίδια στιγμή το τσαγερό άρχισε να σφυρίζει. Η Έλλα έριξε το καυτό νερό στους
κόκκους του καφέ και το υπέροχο άρωμα απλώθηκε στην κουζίνα.
Αυτή η γυναίκα ήταν τέλεια. Ακόμα και ο καφές της ήταν μοναδικός.
Καθώς τον έφερνε στο τραπέζι, το βλέμμα του Σεμπ έπεσε στο αριστερό της χέρι. Χωρίς αμφιβολία, τα ανοιχτογάλαζα
ζαφείρια του δαχτυλιδιού, που ταίριαζαν με το χρώμα των ματιών της, ήταν επιλογή του νεκρού άντρα της –με τον οποίο
σίγουρα ήταν ακόμα ερωτευμένη.
Το τσίμπημα της ζήλιας που ένιωσε ήταν τόσο ύπουλο ώστε στην αρχή δεν το συνειδητοποίησε καν. Και μετά του φάνηκε
γελοίο.
Ένας ακόμη λόγος για να μαζέψει τα πράγματά του μια ώρα αρχύτερα και να γυρίσει στη μοναχική του ζωή.
Η Έλλα τον άκουσε να γελάει δυνατά. Άφησε τον Μιλού και κάθισε απέναντι από τον Σεμπ σκουπίζοντας τα χέρια στην
ποδιά της.
«Πού είναι το αστείο; Δε σ’ αρέσει;»
Εκείνος ακούμπησε στην πλάτη της σκληρής ξύλινης καρέκλας, έδεσε τα χέρια πίσω από το κεφάλι του και τεντώθηκε,
χωρίς να ξέρει ότι μ’ αυτό τον τρόπο άφηνε να φανεί και ένα κομμάτι της γυμνής, επίπεδης κοιλιάς του με τις μαύρες
τριχούλες.
«Αχ, σε παρακαλώ, όχι τέτοια ώρα!» Η Έλλα έκλεισε τα μάτια της με το χέρι σαν να την είχε τρομάξει το θέαμα. «Θα
ταραχτώ και δε θα μπορώ να φάω το φαγητό μου!»
Ο Σεμπ κοίταξε προς τα κάτω, είδε σε τι αναφερόταν, και κατέβασε τα χέρια του. Για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια
ένιωσε πραγματική αμηχανία και προσπάθησε να την ξεπεράσει βάζοντας καφέ στα φλιτζάνια.
«Δηλαδή αν το έβλεπες άλλη ώρα δε θα υπήρχε πρόβλημα;»
Είχε κάνει στ’ αλήθεια φωναχτά αυτή την ερώτηση; Γιατί φαινόταν σαν να φλερτάριζε μαζί της –και δε φλερτάριζε. Ποτέ.
«Ποιος ξέρει... μπορεί». Του χαμογέλασε πονηρά και πήρε τον καφέ που της πρόσφερε. «Συνήθως όμως βλέπω ημίγυμνους
ανθρώπους γύρω από την πισίνα και πάλι φοράνε τα μαγιό τους. Κι εφόσον δε συμβαίνει αυτό...»
«Θα φροντίζω να βάζω το πουκάμισό μου μέσα από το παντελόνι. Εντάξει, έλαβα το μήνυμα».
Ήπιε μια μικρή γουλιά καφέ και αναστέναξε με ευχαρίστηση.
«Υπέροχος καφές. Από εδώ γύρω τον αγόρασες;»
«Από το Μονπελιέ. Χαίρομαι που σ’ αρέσει. Η Νικόλ τον βρίσκει υπερβολικά δυνατό. Και οι γονείς μου προτιμούν το
τσάι».
Ο Σεμπ ανατρίχιασε με αηδία. «Ποτέ μου δεν το συμπάθησα. Τους βλέπεις συχνά; Πηγαίνεις στο Λονδίνο;»
Η Έλλα ήπιε μερικές γουλιές πριν απαντήσει. «Όχι. Πούλησαν το σπίτι τους πριν από χρόνια και αγόρασαν ένα από εκείνα
τα πελώρια αυτοκινούμενα. Εξακολουθούν να παίζουν τζαζ και συνήθως συμμετέχουν σε συναυλίες σε όλη την Ευρώπη το
καλοκαίρι. Το χειμώνα κατεβαίνουν στα νότια. Περνούν κι από δω όποτε μπορούν». Κοίταξε τον ηλιόλουστο κήπο και
χαμογέλασε. «Εγώ δε θα μπορούσα να ζήσω έτσι. Προτιμώ αυτή τη ζωή. Και ειδικά για τον Νταν».
Έριξε μια ματιά στο πιάτο του και χαμογέλασε. «Διάλεξες την τάρτα με τα κεράσια. Πώς σου φάνηκε;»
«Πεντανόστιμη. Και θα ήταν ιδανική για καλοκαιρινό πάρτι. Η Νικόλ και οι καλεσμένοι της θα ξετρελαθούν».
Άφησε αργά το φλιτζάνι της στο τραπέζι. «Τότε θα μου επιτρέψεις να σου κάνω μια ερώτηση;» Τον κοίταξε και το πρόσωπό
της σοβάρεψε. «Το ξέρει η Νικόλ ότι, εξαρχής, ο λόγος που ήρθες δεν ήταν το πάρτι των γενεθλίων της;»
Ο Σεμπ συνοφρυώθηκε. «Κοίτα, θα βρισκόμουν ούτως ή άλλως στην περιοχή για μερικές μέρες και συμφωνήσαμε να
βρεθούμε και να περάσουμε επιτέλους μαζί λίγο χρόνο. Έτυχε όμως να μεταφερθεί το επαγγελματικό μου ραντεβού μια
βδομάδα νωρίτερα. Λυπάμαι που δεν την πρόλαβα, αλλά θα μας δοθούν άλλες ευκαιρίες».
«Ξέρεις πολύ καλά ότι η Νικόλ, εκτός από εργοδότριά μου, είναι και φίλη μου. Δε θέλω ούτε να βάλω με το νου μου ότι
ήρθες ως εδώ για κάποιο λόγο που μπορεί να την αναστατώσει. Τι συμβαίνει; Έχει να κάνει με το διαζύγιο; Επειδή νομίζω ότι
αρκετά έχει υποφέρει μ’ όλη αυτή την ιστορία».
«Όχι, δεν έχει καμία σχέση με το διαζύγιο. Και σκοπεύω να της ζητήσω συγνώμη με την πρώτη ευκαιρία».
Η Έλλα κοίταξε σκεφτική τον καφέ της και όταν μίλησε η φωνή της ήταν γεμάτη ενδιαφέρον και συμπόνια. «Τότε γιατί
είσαι ακόμα εδώ, Σεμπ; Σήμερα το πρωί ήσουν έτοιμος να φύγεις και δεν έβλεπες την ώρα, αλλά μόλις είδες το πορτραίτο της
μητέρας σου κάτι άλλαξε. Μπορείς να μου πεις τι έγινε; Τι είδες σ’ εκείνη τη φωτογραφία σήμερα που σου φάνηκε τόσο
σημαντικό;»
Ο Σεμπ δεν απάντησε αμέσως· για αρκετά δευτερόλεπτα συλλογίστηκε την ερώτησή της.
Είχε αντέξει τα τραυματικά γεγονότα της ζωής του καταχωνιάζοντας βαθιά στην ψυχή του ό,τι τον πλήγωνε και
προσπαθώντας να μην το ξανασκαλίζει. Εκεί όμως, σ’ εκείνη την κουζίνα, του φάνηκε απόλυτα φυσικό να της δώσει την
εξήγηση που του ζητούσε. Και αν έβγαζε στην επιφάνεια τα προβλήματά του, αν τα κουβέντιαζε με κάποιον, ίσως κατάφερνε
να τα καταλάβει και ο ίδιος. Άλλωστε αυτό σκόπευε να κάνει και με τη Νικόλ.
Ίσως ήταν η μόνη ευκαιρία που θα είχε να πει την ιστορία του σε κάποιον τρίτο, που θα την άκουγε με αντικειμενικότητα
αλλά και συμπόνια. Για καλή του τύχη, είχε βρει το πρόσωπο που θα μπορούσε να εμπιστευτεί και να του εκμυστηρευτεί τα
προσωπικά του προβλήματα. Κι αυτό ήταν πραγματικά σπουδαίο.

Η Έλλα είδε τα πυκνά φρύδια του Σεμπ να σμίγουν και κατάλαβε ότι η καρδιά του ήταν βαριά.
Ίσως τον είχε πιέσει υπερβολικά.
Άπλωσε το χέρι της, έπιασε για μια στιγμή το δικό του και χαμογέλασε για να διαλύσει την ένταση.
«Είμαι πολύ αδιάκριτη. Συγχώρεσέ με». Γέλασε. «Είσαι φιλοξενούμενος σ’ αυτό το σπίτι και ο λόγος που έμεινες
περισσότερο απ’ όσο σχεδίαζες δε με αφορά». Σηκώθηκε από το τραπέζι και άρχισε να μαζεύει τα φλιτζάνια και τα πιάτα,
ανυπομονώντας να αλλάξει θέμα. «Θέλεις να δοκιμάσεις τα βερίκοκα πριν φύγεις; Τα μάζεψε η Ιβέτ πρωί πρωί».
Ο Σεμπ την έπιασε από το χέρι και τη σταμάτησε. Από την έκφραση του προσώπου του ήταν φανερό ότι πάσχιζε να
καταλήξει σε μια απόφαση.
«Πριν από έξι μήνες, ο πατέρας μου», είπε και αναστέναξε βαθιά, «έπαθε ένα ελαφρύ εγκεφαλικό».
Η Έλλα έβγαλε ένα επιφώνημα και ξανακάθισε. «Ω, όχι! Λυπάμαι πολύ. Είναι καλά τώρα;»
Κούνησε αργά το κεφάλι του. «Ναι, ήταν πολύ ελαφρύ και ύστερα από μερικές μέρες σηκώθηκε από το κρεβάτι». Την
κοίταξε και το πάνω χείλος του τρεμούλιασε. «Πάντως με κατατρόμαξε, το ομολογώ. Κάνω κατά καιρούς κάποιο τσεκ απ,
αλλά τίποτε το πολύ εξειδικευμένο, που να απαιτεί οικογενειακό ιστορικό ή πολύ ειδικές εξετάσεις αίματος. Ζήτησα λοιπόν
από το γιατρό της εταιρείας μου να μου κάνει μια εξέταση για να δω αν το εγκεφαλικό του πατέρα μου οφειλόταν σε
γενετικούς λόγους και αν υπήρχε πρόβλημα κληρονομικότητας. Ο γιατρός είναι φίλος. Πολύ καλός φίλος. Έτσι, όταν μπήκε
στο γραφείο μου και έκλεισε την πόρτα, κατάλαβα ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε».
Η Έλλα νόμισε πως η καρδιά της θα σταματούσε. «Ω, όχι! Τι είπε; Σε παρακαλώ, μη με κρατάς σε αγωνία».
Ο Σεμπ έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της και της απάντησε απρόθυμα: «Είπε ότι έπρεπε να μιλήσω με τον πατέρα μου.
Γιατί είχε επαναλάβει την εξέταση αίματος τρεις φορές και δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει λάθος. Ο Λυκ Καστελάνο
αποκλειόταν να είναι βιολογικός πατέρας μου».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

«Και τι έκανες;» ψιθύρισε η Έλλα. «Θα πρέπει να ήταν τρομερό σοκ».


Ο Σεμπ κούνησε το κεφάλι του πάνω κάτω. «Φυσικά. Δύο εξηγήσεις υπήρχαν –ή ήμουν υιοθετημένος ή η μητέρα μου είχε
σχέσεις με άλλον πριν παντρευτεί τον πατέρα μου. Ό,τι από τα δύο κι αν ίσχυε, έπρεπε να μιλήσω με τον πατέρα μου και να
απαιτήσω να μου πει την αλήθεια».
«Μα βέβαια! Οι φωτογραφίες του γάμου! Ήταν έγκυος σ’ εσένα όταν παντρεύτηκε». Η Έλλα έκανε μια παύση. «Όμως αυτό
δεν το περίμενες, ε; Και τι σου είπε;»
Τράβηξε το χέρι της από το δικό του και ακούμπησε στο τραπέζι. «Περίμενα μέχρι να βγει από το νοσοκομείο και να
αναρρώσει στο σπίτι μερικές μέρες ακόμα. Ένιωθε καλά και σχεδίαζε να κάνει διακοπές. Και να αντιμετωπίσει το πρόβλημα
της υγείας του σαν να ήταν κάτι το ασήμαντο. Με άλλα λόγια, προσπαθούσε να αποφύγει με κάθε τρόπο το ζήτημα».
Γέλασε ξερά. «Λες και υπήρχε περίπτωση να μην καταλάβω τι πήγαινε να κάνει. Τον άφησα λοιπόν να φλυαρήσει για λίγο
και μετά του έδειξα τις αιματολογικές εξετάσεις και του επισήμανα ότι ήμουν πια αρκετά μεγάλος ώστε να μάθω την αλήθεια.
Και ότι προτιμούσα να την ακούσω από εκείνον».
Σηκώθηκε και άρχισε να κόβει βόλτες μέσα στο δωμάτιο. Όταν γύρισε προς την Έλλα το πρόσωπό του ήταν βλοσυρό και
φαινόταν πεντακάθαρα ότι αγωνιζόταν να συγκρατήσει την οργή του.
«Μου είπε να μην τα σκαλίζω. Δεν είχε νόημα, μετά από τόσα χρόνια. Και πως δεν ήθελε να ξαναμιλήσει ποτέ γι’ αυτό το
ζήτημα». Κάγχασε και κούνησε το κεφάλι του. «Του απάντησα ότι δε σκόπευα να το αφήσω να περάσει έτσι. Με αποκάλεσε
ξεροκέφαλο και ανόητο και με συμβούλεψε να συνεχίσω τη ζωή μου σαν να μη συμβαίνει τίποτε».
Καθώς μιλούσε, στηρίχτηκε στην πλάτη της καρέκλας και την έσφιξε τόσο δυνατά που οι αρθρώσεις των δαχτύλων του
άσπρισαν. «Και τότε μαλώσαμε άσχημα. Τον κατηγόρησα ότι μου στέρησε ό,τι αγαπούσα, ότι με πήρε μακριά από τον τόπο
μου, σε μια χώρα που δε μιλούσα καν τη γλώσσα της. Κι εκείνος με κατηγόρησε ότι εξαιτίας μου είχε χάσει τη Νικόλ. Και τα
πράγματα χειροτέρεψαν».
Τράβηξε τα χέρια του από την καρέκλα και ανοιγόκλεισε τα δάχτυλά του για να κυκλοφορήσει το αίμα. «Δε θα σε κουράσω
με λεπτομέρειες λέγοντάς σου τι γίνεται όταν δυο Γάλλοι αρχίζουν να μαλώνουν και κανείς από τους δύο δεν είναι
διατεθειμένος να υποχωρήσει. Ευτυχώς, ήρθαν μερικοί φίλοι του για να παίξουν γκολφ κι έτσι σταματήσαμε πριν το πράγμα
ξεφύγει εντελώς».
Ανασήκωσε τους ώμους του. «Ήμουν πολύ θυμωμένος, το παραδέχομαι. Όμως κι εκείνος αρνήθηκε να απαντήσει στις
ερωτήσεις μου. Τον χαρακτήρισα δειλό. Το τελευταίο πράγμα που μου είπε πριν φύγω, αντί για λόγια συμπόνιας και
παρηγοριάς, ήταν κάτι σαν, ‘Δεν μπορείς να τη φέρεις πίσω’. Και βρόντηξε την πόρτα. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που
μιλήσαμε».
«Ω Σεμπ. Είναι τρομερό. Κι από τότε δεν έχετε επικοινωνήσει καθόλου;»
Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε με έκπληξη. «Τι νόημα θα είχε; Δεν πρόκειται ν’ αλλάξει γνώμη. Αν θέλω να μάθω
ποιος είναι ο πατέρας μου, θα πρέπει να το βρω μόνος μου».
«Γι’ αυτό αποφάσισες να συνεχίσεις τις έρευνες σήμερα; Ξέρεις, κατά βάθος έχει δίκιο. Πρέπει να σκεφτείς τι θα κάνεις με
τις πληροφορίες που θα βρεις. Είναι πιθανό ο βιολογικός πατέρας σου να μη θέλει καμιά σχέση μαζί σου, ακόμα κι αν εσύ
θέλεις να έχεις επαφή μαζί του».
Ο Σεμπ συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι του. «Το ξέρω. Είναι πολύ πιθανό ο Αντρέ Μορέλ να εγκατέλειψε τη μητέρα μου.
Όμως δε θέλω να βγάλω αυθαίρετα συμπεράσματα πριν μάθω την αλήθεια. Ίσως τον άφησε εκείνη για να είναι με τον πατέρα
μου. Κάτι τέτοιο μπορεί να εξηγεί την αντίδρασή του».
«Στάσου μια στιγμή. Είπες ότι λέγεται Μορέλ;» τον ρώτησε με περιέργεια.
Ο Σεμπ έβαλε το χέρι του στην πίσω τσέπη και έβγαλε το απόκομμα της εφημερίδας που είχε βρει εκείνο το πρωί. Το έδωσε
στην Έλλα, που στο μεταξύ είχε σταθεί δίπλα του, και κοίταξε από το παράθυρο τον κήπο με τα δέντρα.
«Αντρέ Μορέλ... Αποκλείεται να είναι σύμπτωση».
Τον έπιασε από το χέρι και ο Σεμπ γύρισε και την κοίταξε παραξενεμένος.
«Έλα μαζί μου. Θέλω να σου δείξω κάτι!»

Σχεδόν τον έσυρε μέχρι το σαλόνι και με το ελεύθερο χέρι της σκάλισε ένα ψάθινο καλάθι γεμάτο με κάθε λογής
αντικείμενα.
«Μπορείς να μου πεις τι ψάχνεις;» τη ρώτησε ανυπόμονα και προσπάθησε να τραβήξει το χέρι του από το δικό της, αλλά
εκείνη δεν το άφηνε με κανέναν τρόπο.
«Αυτό!» του απάντησε, ανεμίζοντας μια πρόσκληση για πάρτι. «Απόψε δουλεύω στο αγαπημένο μου ξενοδοχείο στην πόλη.
Είναι ένα ιδιωτικό πάρτι για –κρατήσου– τη μαντάμ Μορέλ και την οικογένειά της». Πήγε να κρύψει την πρόσκληση πίσω
από την πλάτη της, αλλά εκείνος έσκυψε και την άρπαξε πριν το κάνει.
«Μου λες αλήθεια; Και τι εννοείς λέγοντας ότι δουλεύεις στο ξενοδοχείο;»
«Και βέβαια σου λέω αλήθεια. Θυμάσαι που σου είπα ότι οι γονείς μου είναι επαγγελματίες μουσικοί; Ε, λοιπόν, μέχρι να
κάνω τον Νταν, έτσι έβγαζα κι εγώ το ψωμί μου. Απόψε θα παίξω μουσική και ίσως τραγουδήσω για τη μαντάμ Μορέλ.
Επιπλέον η Σαντρίν μου είπε ότι οι Μορέλ κατάγονται από το Μονπελιέ αλλά έχουν εγκατασταθεί πια μόνιμα στο παλιό
εξοχικό τους που είναι κάπου εδώ γύρω. Καταλαβαίνω ότι μπορεί να είναι εντελώς άσχετη οικογένεια με αυτή που ψάχνεις,
αλλά δε βλάπτει σε τίποτα να κάνεις μερικές ερωτήσεις, σωστά;»
«Μπορεί», είπε απρόθυμα εκείνος. «Μου είπες ένα σωρό πράγματα μαζεμένα και δυσκολεύομαι να σε παρακολουθήσω.
Είσαι επαγγελματίας μουσικός και δουλεύεις ως οικονόμος σε ένα σπίτι στη μέση της ερημιάς. Κατάλαβα σωστά;»
«Εγώ το διάλεξα. Και δεν είχα συνδέσει το όνομα Μορέλ με την οικογένειά σου μέχρι τη στιγμή που το ανέφερες».
Έκανε μια παύση και περίμενε για να του δώσει το χρόνο να αφομοιώσει τις πληροφορίες, αλλά η υπομονή δεν ήταν ποτέ το
μεγαλύτερο προσόν της.
«Έλα μαζί μου απόψε, σαν καλεσμένος μου. Θα σε συστήσω και θα τους πω ότι αναζητάς έναν παλιό οικογενειακό φίλο.
Για να δούμε τι θα γίνει! Ίσως βρεις κάποιον που μπορεί να σε φέρει σε επαφή με τον Αντρέ Μορέλ ή ακόμα και να έχει
γνωρίσει προσωπικά τη μητέρα σου. Δεν έχεις να χάσεις τίποτα εκτός από μερικές ώρες στην πόλη».
Ο Σεμπ τράβηξε το χέρι του από το δικό της και κάθισε στον καναπέ. Η Έλλα κάθισε δίπλα του και ανέβασε τα γυμνά πόδια
της στα μαξιλάρια του καναπέ. Και περίμενε.
Ο Σεμπ σήκωσε αργά το κεφάλι του, κοίταξε το πορτραίτο της μητέρας του και μετά γύρισε προς την Έλλα.
«Δε μου αρκεί που ξέρω ότι οι γονείς μου μ’ αγαπούσαν». Κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε. «Τρομερό δεν είναι; Τι
ηλίθιος, ε;»
Η Έλλα χτύπησε σκεφτικά το δείκτη της στα χείλη της για μερικές στιγμές κι έπειτα κατέβασε το χέρι της με δύναμη πάνω
στο τραπεζάκι. Ο Σεμπ τινάχτηκε τρομαγμένος. «Τι έγινε;»
«Σεμπ Καστελάνο. Έχω να σου κάνω μια πρόταση».
Η έκφραση της έκπληξης στο πρόσωπό του έδωσε τη θέση της σε ένα πονηρό χαμόγελο. «Έτσι, ε; Κι ακόμα δε
γνωριστήκαμε! Κι εγώ που νόμιζα ότι οι Άγγλοι είναι ψυχροί!»
Η Έλλα χαχάνισε. «Πολύ αστείο. Θα ’θελες, ε; Σοβαρέψου! Και προσπάθησε να δώσεις προσοχή. Η Νικόλ Λαμπέρ είναι
πολύ καλή μου φίλη. Ξέρω πόσο θα πληγωνόταν αν της έλεγα ότι ο προγονός της, ο Σεμπαστιάν, για τον οποίο μιλάει
διαρκώς, στην πραγματικότητα δεν είχε ποτέ πρόθεση να μείνει στα γενέθλιά της...»
Ο Σεμπ πήγε να σηκωθεί, αλλά τον έσπρωξε προς τα πίσω με την παλάμη της. «Κάθισε, σε παρακαλώ, δεν τελείωσα ακόμα.
Λοιπόν, άκου να δεις τι θα γίνει. Θα μείνεις μέχρι το άλλο Σαββατοκύριακο και θα βοηθήσεις τη Νικόλ να γιορτάσει το
γεγονός ότι εξηνταρίζει –πράγμα που δεν της αρέσει καθόλου, έχε υπόψη σου– και σε αντάλλαγμα θα κάνω ό,τι περνάει από
το χέρι μου για να βρω πληροφορίες σχετικά μ’ αυτό τον Αντρέ Μορέλ. Γνωρίζω τους πάντες στο χωριό, και το ξενοδοχείο
είναι το στέκι των συνταξιούχων, που τρελαίνονται να παριστάνουν τους ντετέκτιβ και να λύνουν ιστορίες μυστηρίων σαν
αυτή. Σε χρόνο μηδέν θα σου έχω στήσει ένα δίκτυο κατασκόπων και θα είναι παιχνιδάκι να τον βρούμε. Λοιπόν, τι λες;»
Της άρπαξε το χέρι και το φίλησε πριν εκείνη προλάβει να τον εμποδίσει, αλλά το χαμόγελό του ήταν απολογητικό.
«Σ’ ευχαριστώ πολύ για την πρόταση, αλλά δεν μπορώ να μείνω. Πρέπει να γυρίσω στο Σίδνεϊ τη Δευτέρα, στο τέλος της
επόμενης βδομάδας θα πρέπει να βρίσκομαι στο Τόκιο και μετά... Γιατί κουνάς το κεφάλι σου; Δε με πιστεύεις;»
«Δεν είχα καταλάβει ότι παραιτείσαι τόσο εύκολα, Σεμπαστιάν Καστελάνο».
«Κάνεις λάθος. Δεν παραιτούμαι».
«Τότε γιατί γυρεύεις δικαιολογίες; Ξέρεις, η Νικόλ γύρισε από την Αυστραλία με μια βαλίτσα γεμάτη φωτογραφίες του
υπέροχου προγονού της. Ήταν ολομόναχη στον κόσμο, αλλά φρόντισε να έχει μαζί της τις δικές σου φωτογραφίες. Πώς θα
νιώσει, νομίζεις, όταν φύγεις από τη χώρα πριν γυρίσει από τις διακοπές της ενώ έχεις να τη δεις... πόσα χρόνια; Δύο; Τρία;»
Το συνοφρύωμά του έγινε πιο έντονο. «Τρία. Συναντηθήκαμε σε μια φιλανθρωπική συναυλία στο Σίδνεϊ».
«Ξέρεις, σήμερα το πρωί, καθώς πηγαίναμε στο σχολείο, εξηγούσα στον Ντάνιελ πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι οι
υπολογιστές και η ασύρματη σύνδεση στο Διαδίκτυο. Πολλοί άνθρωποι εργάζονται μόνιμα στο σπίτι τους χωρίς να
χρειάζεται να ταξιδεύουν διαρκώς».
Ανασήκωσε τους ώμους της και προσποιήθηκε ότι περιεργαζόταν το βυσσινί βερνίκι στα νύχια των ποδιών της. «Βέβαια,
ύστερα απ’ όσα μου είπες, κατανοώ πως προτιμάς να ταξιδέψεις ως την άλλη άκρη του κόσμου για να κουβεντιάσεις περί
υπολογιστών με μερικούς κοστουμαρισμένους τύπους αντί να ψάξεις να βρεις τον πατέρα σου».
Ο Σεμπ την κοίταξε βλοσυρά. «Εντάξει. Θα μείνω μέχρι τη Δευτέρα».
«Μέχρι την Τρίτη», αντιγύρισε αμέσως εκείνη. «Τελική προσφορά. Και για να σου δώσω ένα επιπλέον κίνητρο, θα
ξεκινήσουμε από το σχολείο του Νταν σήμερα το απόγευμα κιόλας. Όλοι οι γονείς θα είναι εκεί και, δεν μπορεί, κάποιος θα
γνωρίζει την οικογένεια Μορέλ. Και μετά θα έρθεις στο πάρτι, απλώς και μόνο για να είμαστε σίγουροι ότι δεν έχουμε αφήσει
τίποτα στην τύχη».
Κοιτάχτηκαν για μερικές στιγμές· η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη, αλλά πριν ο Σεμπ προλάβει ν’ ανοίξει το στόμα του, από
την κουζίνα ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος και η Έλλα πετάχτηκε όρθια και έτρεξε στο διάδρομο.
Ο φορητός υπολογιστής του Σεμπ ήταν πεσμένος στα πλακάκια της κουζίνας με την οθόνη προς τα κάτω, ενώ ο Γούλφι και
ο Μιλού καταβρόχθιζαν με λαχτάρα τα κομμάτια της τάρτας που ήταν σκορπισμένα γύρω του.
«Ω, όχι!» φώναξε με φρίκη. «Χίλια συγνώμη! Έπρεπε να κλείσω την εξωτερική πόρτα. Κακός Γούλφι! Κακός Μιλού!
Έσπασε; Σε παρακαλώ, πες μου πως δε χάλασε!»
Ο Σεμπ αναστέναξε βαριά και έπιασε το λάπτοπ από κάτω. Κοίταξαν αμίλητοι τη σπασμένη κάρτα ασύρματης σύνδεσης. Η
Έλλα ετοιμάστηκε ν’ ακούσει την κατσάδα του. Εξαιτίας της απροσεξίας της δεν μπορούσε πια να κάνει τη δουλειά του.
Τώρα θα έπρεπε να φύγει, είτε της άρεσε είτε όχι. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον πείσει να μείνει και να δει τη Νικόλ ύστερα
απ’ αυτό που είχε συμβεί.
Προς μεγάλη της έκπληξη, ο Σεμπ έλεγξε αν η οθόνη και το πληκτρολόγιο ήταν γερά και κούνησε το κεφάλι του
καθησυχαστικά.
«Όλα εντάξει. Ευτυχώς, τα περιβλήματα των υπολογιστών που κατασκευάζουμε είναι πολύ ανθεκτικά. Αντέχουν ακόμα και
στις επιθέσεις των σκυλιών και στην πρόσκρουση με τα σκληρά κεραμικά πλακάκια. Μάλλον θα καταφέρω να το συνδέσω
στην τηλεφωνική γραμμή σας με το μόντεμ. Αλλά το κλειδωτήρι μου έσπασε».
«Τώρα με φώτισες!»

«Εσύ δε θέλεις βοηθούς αλλά σκλάβους! Κοίτα τον αντίχειρά μου! Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω να πληκτρολογήσω άλλη
φορά στη ζωή μου. Είπες πως θα φούσκωνα μερικά μπαλόνια με την τρόμπα, όχι ότι θα γέμιζα με ήλιον διακόσιους
κροκοδείλους!»
Ο Σεμπ κούνησε το δεξί του χέρι μπροστά στο πρόσωπό της, αλλά η Έλλα δεν το είδε γιατί απολάμβανε τη διαδρομή
καθισμένη αναπαυτικά στο πολυτελές δερμάτινο κάθισμα με τα μάτια κλειστά.
«Είναι μέσα στο πακέτο. Καλώς ήρθατε στο Λανγκντόκ –σας ευχόμαστε ευχάριστη διαμονή!» Γέλασε. «Πάντως σ’
ευχαριστώ που βοήθησες τον Νταν με τη στολή του πειρατή. Ειδικά το κάλυμμα για το μάτι είχε μεγάλη επιτυχία. Ήταν πολύ
εντυπωσιακός».
Έσπρωξε τα σκούρα γυαλιά στη ράχη της μύτης της και ανασηκώθηκε στο κάθισμα. Το αεράκι που έμπαινε από την
κατεβασμένη κουκούλα του σπορ αυτοκινήτου ανακάτεψε τα μαλλιά της.
«Η χαρά ήταν όλη δική μου», της απάντησε και χαμογέλασε παρά την προηγούμενη γκρίνια του. «Είχα ξεχάσει πόσο
διασκεδαστική μπορεί να είναι μια σχολική γιορτή. Πραγματικά, μια δυο φορές σήμερα κινδύνεψα να περάσω καλά!»
«Το πρόσεξα. Απάντησες στο κινητό σου μόνο τρεις φορές την ώρα της παρέλασης των μεταμφιεσμένων και το έβαλες στο
αθόρυβο όταν καταβρόχθιζες την πίτα και τη σαλάτα μου. Θα το θεωρήσω κομπλιμέντο!»
«Ω, όχι μόνο αυτό! Το απενεργοποίησα τελείως όταν έπαιζες πιάνο στο γηροκομείο».
«Τι λες τώρα! Η σχολική χορωδία δεν είναι πολύ καλή φέτος, πρόσεξα όμως πόσο γοήτευσες τις γηραιές κυρίες.
Καζανόβα!»
«Να φανταστείς ότι δύο από τις παλιές δασκάλες μου με θυμήθηκαν! Όχι όμως και τον Αντρέ Μορέλ. Προφανώς δεν ήταν
ντόπιος».
«Κρίμα. Ωστόσο τίποτε απ’ όλ’ αυτά που λες δεν εξηγεί το πορτοκαλί κραγιόν στους γιακάδες σου».
«Το ποιο;» Ο Σεμπ τέντωσε το λαιμό του για να κοιτάξει το πουκάμισό του και ύστερα ανασήκωσε τους ώμους. «Δε
βαριέσαι, το αποτέλεσμα άξιζε τον κόπο».
«Αλήθεια; Τι κατάφερες δηλαδή; Θα φωνάζεις τα νούμερα του μπίνγκο αύριο;»
Ο Σεμπ γέλασε. «Έχω την ευχαρίστηση να συνοδεύω μια ωραία κυρία στο σπίτι της, ενώ ο νεαρός κύριος του σπιτιού και το
πλήρωμα του πειρατικού του τρομοκρατούν τον κινηματογράφο της περιοχής τάχα στα πλαίσια των σχολικών πολιτιστικών
εκδηλώσεων. Το ότι η κυρία με έχει βάλει να κυνηγάω χίμαιρες είναι άλλη ιστορία». Κοίταξε το τοπίο γύρω τους. «Είσαι
σίγουρη πως πήραμε το σωστό δρόμο;»
«Κι έπειτα μου λες ότι μεγάλωσες εδώ!» Η Έλλα του έδειξε μια πινακίδα στην άκρη του έρημου δρόμου. «Στρίψε δεξιά και
θα τα δεις όλα».
Ο Σεμπ έσμιξε τα φρύδια του με απορία, αλλά έστριψε αργά στο στενό χωματόδρομο που λίγο πιο κάτω κατέληγε σε ένα
χώρο στάθμευσης σκεπασμένο με άμμο. Τώρα ο αέρας είχε την αψάδα της θαλασσινής αρμύρας, κι όταν του χάιδεψε τα
μάγουλα ένιωσε να γυρίζει πολλά χρόνια πίσω.
Βρίσκονταν βαθιά μέσα στην Καμάργκ. Μπροστά του απλώνονταν οι απέραντοι βαλτότοποι και οι λίμνες με το γλυκό ή
υφάλμυρο νερό που δημιουργούσαν τα νερά του Ροδανού καθώς κυλούσαν αργά, επί εκατοντάδες χρόνια, προς τη θάλασσα
που αχνοφαινόταν στο βάθος.
Η Έλλα βγήκε από το αυτοκίνητο χωρίς καθυστέρηση και έπιασε αυτόματα το χέρι του σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό
πράγμα του κόσμου. Τον τράβηξε προς την ετοιμόρροπη ξύλινη καγκελόπορτα και ανέβηκαν στο μαλακό αμμόλοφο που
τους χώριζε από τη θάλασσα.
«Όχι χίμαιρες –φλαμίνγκο!»
Τη στιγμή που ετοιμαζόταν να της απαντήσει, άκουσε φτερουγίσματα πάνω από το κεφάλι του και κοίταξε ψηλά. Πέντε
φοινικόπτερα με μακριούς λαιμούς και φτερούγες με κοκκινόμαυρες άκρες πέταξαν χαμηλά πάνω από τις θίνες και
προσγειώθηκαν με απόλυτη ακρίβεια ανοίγοντας κόντρα τα ρόδινα φτερά τους. Οι κραυγές και τα κρωξίματά τους ήταν
εκκωφαντικά, αλλά η όψη τους τόσο υπέροχη που του έκοψε την ανάσα.
Στάθηκε αμίλητος, με τον ήλιο να του ζεσταίνει το πρόσωπο, και κοιτούσε τα ψηλά χορτάρια να χορεύουν στο θαλασσινό
αεράκι. Κατάλευκοι χουλιαρομύτες και γκριζωποί ερωδιοί σκάλιζαν τη λάσπη στα ρηχά της λιμνοθάλασσας, αλλά εκείνο που
τον μάγεψε ήταν τα σμήνη των ρόδινων φοινικόπτερων που πλατσούριζαν με τα ψηλά κόκκινα ποδάρια τους στο πλούσιο σε
τροφή νερό. Εκατοντάδες φλαμίνγκο μόλις μερικά μέτρα μακριά από την ακτή.
Άνθρωπος δε φαινόταν πουθενά –ούτε αυτοκίνητα ή σπίτια. Μόνο η θάλασσα, ο ουρανός, τα κρωξίματα των πουλιών και το
θρόισμα των ψηλών αγριόχορτων.
Και η Έλλα. Που εκείνη τη στιγμή στεκόταν ακίνητη, με τον ήλιο στο πρόσωπο και τα μαλλιά να αναδεύονται στο αεράκι.
Ο Σεμπ πήρε μια βαθιά εισπνοή για να ηρεμήσει το καρδιοχτύπι του και άφησε τον αέρα να βγει αργά.
Και ένιωσε λες και όλη η ένταση που κρατούσε στους σφιγμένους ώμους του τους τελευταίους μήνες, όλη η πίεση που είχε
φτάσει στο αποκορύφωμά της με τις διαπραγματεύσεις ξαφνικά λύθηκαν μονομιάς και διαλύθηκαν σαν καπνός στον αέρα.
Οι ώμοι του χαλάρωσαν. Οι ρυτίδες στο μέτωπό του έσβησαν και ο βουβός πόνος στο πίσω μέρος του κεφαλιού του που
τον ενοχλούσε από την αρχή της πολύωρης πτήσης από το Σίδνεϊ εξαφανίστηκε στη στιγμή σαν να τον είχε πάρει ο ζεστός,
αρμυρός αέρας.
Θα ήθελε να μείνει εκεί για ώρες, αλλά η Έλλα άφησε το χέρι του, κάθισε στη ζεστή άμμο και αγκάλιασε τα γόνατά της.
Όταν βολεύτηκε, ακούμπησε το σαγόνι στα χέρια της και κοίταξε μαγεμένη τα σμήνη των πουλιών που πλατσούριζαν ή
πετούσαν πάνω από τη λίμνη.
Ο Σεμπ την είδε να βγάζει τα λεπτά σανδάλια της με τις μαργαρίτες και να βυθίζει απολαυστικά τα δάχτυλά της στην άμμο
και χαμογέλασε.
Μετά κοίταξε βλοσυρός τα σκονισμένα μαύρα παπούτσια και τις στενές μαύρες κάλτσες που του έσφιγγαν τους
αστραγάλους κάτω από το μαύρο παντελόνι –και ένιωσε εντελώς γελοίος!
Χωρίς να διστάσει, κάθισε στην άμμο, έλυσε τα κορδόνια και άφησε τα πόδια του γυμνά στον ήλιο για πρώτη φορά ύστερα
από μήνες. Κούνησε τα δάχτυλά του για να ξεμουδιάσουν και ένιωσε υπέροχα.
Και τότε, απότομα, σαν μετεωρίτης που τον είχε βάλει σημάδι από ψηλά, ήρθε και τον ταρακούνησε μια σκέψη: Είχε
καταντήσει σαν τον κλασικό πλούσιο της ιστορίας που είχε γεμίσει το θησαυροφυλάκιό του χρήματα αλλά δεν είχε χρόνο να
τα απολαύσει!
Υπήρχε μεγαλύτερος παραλογισμός απ’ αυτό;
Ήταν τόσο γελοίο που άρχισε να γελάει και δεν μπορούσε να σταματήσει. Στο τέλος τον πόνεσε το σαγόνι του και τα μάτια
του δάκρυσαν.
Τα σκούπισε και γύρισε να κοιτάξει την Έλλα.
Του χαμογέλασε, ήρθε πιο κοντά του, και γύρισαν μαζί προς τη λίμνη για να θαυμάσουν τα φλαμίνγκο. Δίπλα δίπλα και
μόλις μερικούς πόντους μακριά ο ένας από τον άλλον. Όλος τους ο κόσμος ήταν κλεισμένος σε μια φωλιά από ψηλά χόρτα
και χαμηλούς θάμνους.
Ο Σεμπ ένιωσε τον ήλιο και το ζεστό αεράκι να του χαϊδεύουν το πρόσωπο και τα πέλματα και η καρδιά του πλημμύρισε
από μια περίεργη αίσθηση ικανοποίησης, χαράς σχεδόν, ανάμεικτης με μελαγχολία.
Κάποτε του άρεσε να εξερευνά κάθε νέα εμπειρία με ενθουσιασμό και πάθος. Πότε είχε χάσει αυτή την ικανότητα;
Μια νεαρή Αγγλίδα τον είχε βοηθήσει να έρθει πάλι σε επαφή με έναν κόσμο απαλλαγμένο από υψηλή τεχνολογία και
μοντέρνα μέσα επικοινωνίας. Και η στιγμή που είχε συμβεί αυτό ήταν πραγματικά πολύτιμη.
«Καμιά φορά μ’ αρέσει να κατεβαίνω εδώ με το ποδήλατο, όταν δεν υπάρχουν τουρίστες, απλώς για να βρω λίγη ηρεμία.
Ελπίζω να μη σε πείραξε», ψιθύρισε η Έλλα.
Ο Σεμπ της έπιασε το χέρι, το έφερε στα χείλη του και χαμογέλασε, χωρίς να απαντήσει.
«Έπρεπε να με προειδοποιήσεις ότι θα με περίμενε επιτροπή υποδοχής», της ψιθύρισε καθώς προχωρούσαν προς το βάθος
της αίθουσας όπου βρισκόταν το πιάνο.
«Γιατί; Για να χάσω τη χαρά να σε βλέπω να γοητεύεις τις κυρίες;» του απάντησε γελώντας. «Είσαι το τιμώμενο πρόσωπο!
Η Σαντρίν παρήγγειλε να ψήσουν το μόσχο το σιτευτό!»
Ο Σεμπ κόντεψε να πνιγεί με το ανθρακούχο νερό που έπινε εκείνη τη στιγμή. «Δεν είμαι δα και ο άσωτος υιός!» είπε
βήχοντας.
«Μμμ, δεν είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σου που δέχτηκες να ρίξεις μια ματιά στη σύνδεση της
Σαντρίν στο Ίντερνετ, γιατί ξέρω πόσο σημαντικές είναι οι κρατήσεις που γίνονται στο ξενοδοχείο της μ’ αυτό τον τρόπο.
Δεν τυχαίνει συχνά να έχουν κοντά τους ένα μάγο της υψηλής τεχνολογίας».
Πριν προλάβει να της απαντήσει, κοίταξε πάνω από τον ώμο του και κούνησε το κεφάλι της σαν να απαντούσε σε κάποιον.
«Κατά φωνή... Η Σαντρίν με ειδοποιεί ότι ο μπουφές θα ανοίξει σε λίγο, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να πιάσω δουλειά.
Ελπίζω να σου αρέσει η μουσική για πιάνο!» Κάθισε στο σκαμπό κι αφού έπιασε μερικές συγχορδίες σαν να δοκίμαζε τα
πλήκτρα, άρχισε να παίζει. Η δεξιοτεχνία της ήταν τόσο φανερή που ο Σεμπ έμεινε κατάπληκτος. Η μελωδία τού θύμιζε κάτι,
αλλά δεν μπορούσε να το προσδιορίσει με ακρίβεια, ήταν οικείο και καινούριο ταυτόχρονα.
«Αυτοσχεδιάζεις;» τη ρώτησε.
«Ακριβώς. Διαφορετικά η Σαντρίν θα μπορούσε να βάλει απλώς ένα CD να παίζει. Εμένα η δουλειά μου απόψε είναι να
δημιουργήσω μια διακριτική μουσική υπόκρουση ειδικά για την περίσταση».
Σήκωσε το κεφάλι της και χαιρέτησε με ένα νεύμα την κομψή κυρία που είχε καλωσορίσει θερμά τον Σεμπαστιάν όταν της
ζήτησε συγνώμη επειδή είχε έρθει απρόσκλητος στη γιορτή της.
«Η οικογένεια Μορέλ ζήτησε συγκεκριμένα ένα συνδυασμό από απαλή τζαζ και κλασικές μπαλάντες από τα αγαπημένα της
μιούζικαλ».
«Το έχεις ξανακάνει;» τη ρώτησε ο Σεμπ καθώς πήγαινε για να σταθεί από την άλλη πλευρά του πιάνου, έτσι ώστε να μπορεί
να κοιτάζει το πρόσωπό της όσο έπαιζε. Για μια στιγμή χάρηκε που είχε συμφωνήσει να ’ρθεί σ’ εκείνο το μικρό, φιλόξενο
ξενοδοχείο μια νύχτα σαν κι αυτή, που ο μιστράλ έξω φυσούσε δυνατά.
Η Έλλα χαμογέλασε και ζάρωσε χαριτωμένα τη μύτη της. «Από τότε που ήμουν δώδεκα χρονών. Και μ’ αρέσει πάρα, πάρα,
πάρα πολύ. Θα το έκανα ακόμα κι αν δε με πλήρωναν –αλλά σε παρακαλώ αυτό μην το πεις πουθενά».
Ο Σεμπ κούνησε το κεφάλι του με σοβαρότητα. «Μην ανησυχείς, είμαι τάφος. Όμως θέλω να μάθω κάτι. Γιατί σου αρέσει
τόσο πολύ να παίζεις πιάνο σε σάλες ξενοδοχείων;»
«Μα για να παρακολουθώ τους ανθρώπους, φυσικά. Δεν μπορείς να φανταστείς τι βλέπεις όταν κάθεσαι πίσω από ένα
πιάνο!»
Έριξε μια ματιά πάνω από το καπάκι προς τον κόσμο που ήταν μαζεμένος γύρω από τον μπουφέ και κουβέντιαζε.
«Ύστερα από λίγη ώρα παύουν να σου δίνουν σημασία και τότε βλέπεις ποιος είναι ο καθένας πραγματικά. Από στιγμή σε
στιγμή η κυρία Μορέλ θα έρθει κοντά και θα σου ζητήσει να καθίσεις στο τραπέζι τους. Να είσαι ευγενικός! Ποιος ξέρει,
μέχρι το τέλος της βραδιάς μπορεί να έχεις βρει ένα σωρό καινούριους συγγενείς!»
Και πράγματι, μόλις μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, η οικοδέσποινά τους έπιασε τον Σεμπ αγκαζέ και τον πήρε μαζί της. Η
Έλλα τον συμπόνεσε όταν την είδε να τον συστήνει στις αμέτρητες θείες, θείους, ξαδέρφια, ανιψιούς και ανιψιές που
αποτελούσαν την οικογένεια Μορέλ. Και από τις κουβέντες τους, που έφταναν αποσπασματικά ως εκεί, έμαθε ότι αρκετοί απ’
αυτούς ονομάζονταν Αντρέ ή γνώριζαν κάποιον άλλο Μορέλ με αυτό το όνομα στο Μονπελιέ.
Ο καημένος ο Σεμπ, θα πρέπει να είχε σαστίσει μ’ αυτή την κατάσταση.
Καθώς έπαιζε τις μελωδίες που είχε μάθει απέξω κι ανακατωτά εδώ και χρόνια, σήκωνε κάθε τόσο το κεφάλι της και
κοιτούσε.
Το βλέμμα της έπεφτε συνεχώς, λες και το τραβούσε μαγνήτης, στον ψηλό όμορφο άντρα με το ακριβό κοστούμι που η
παρουσία του δέσποζε στη σάλα.
Όσο για τη Σαντρίν, μια ματιά στον Σεμπ ήταν αρκετή για να μεταμορφωθεί από ώριμη και σοβαρή ξενοδόχο σε
κοριτσόπουλο που χαχάνιζε και κοκκίνιζε με κάθε του κομπλιμέντο.
Ακούς εκεί, ήθελε να ελέγξει τη σύνδεσή της στο Ίντερνετ! Τι σαχλή δικαιολογία! Η Έλλα σκόπευε να την τρελάνει στο
δούλεμα όταν θα έβρισκε την ευκαιρία.
Πάντως, η προσπάθεια της Σαντρίν να κρατήσει λίγο τον Σεμπ μόνο για τον εαυτό της είχε δώσει στην Έλλα το χρόνο να
συστηθεί στη μαντάμ Μορέλ και στους συγγενείς της και να τους εξηγήσει γιατί υπήρχε ένας απρόσκλητος καλεσμένος στη
σάλα. Ο οποίος τύχαινε να είναι ο ιδιοκτήτης και γενικός διευθυντής της Castellano Tech.
Ο ενθουσιασμός τους ήταν απερίγραπτος.
Ο Σεμπαστιάν Καστελάνο ήταν στη γιορτούλα τους και αναζητούσε κάποιον από την οικογένεια Μορέλ;
Τι συναρπαστικό!
Η Σαντρίν θα έπρεπε κανονικά να σφάξει δύο σιτευτούς μόσχους!
Όσο για τον ίδιο τον Σεμπ, είχε μπει στη σάλα με όλο τον αέρα και την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που ήταν μαθημένος
να πετυχαίνει ό,τι έβαζε κατά νου.
Επιπλέον είχε δύο μεγάλα πλεονεκτήματα.
Πρώτον, διέθετε ανεξάντλητα αποθέματα γοητείας και, δεύτερον, ήταν ντυμένος στην τρίχα. Το μαύρο κοστούμι τόνιζε τους
φαρδιούς ώμους, τη λεπτή μέση και τους στενούς γοφούς –και το πλατύ στήθος, που πάνω του η Έλλα είχε γείρει
τρομαγμένη εκείνο το πρωί στον οπωρώνα.
Τα δάχτυλά της χτύπησαν λάθος πλήκτρα και έκρυψε το λάθος της με έναν τζαζ αυτοσχεδιασμό πριν συνεχίσει. Παρά τις
ιδρωμένες παλάμες και το στόμα της που στέγνωνε, είχε καταφέρει να κρύψει την έλξη της γι’ αυτόν... προς το παρόν.
Όμως το να βρίσκεται κάθε μέρα κοντά του μέχρι να γυρίσει η Νικόλ θα ήταν μεγαλύτερη δοκιμασία απ’ όσο είχε
φανταστεί.
Από την πρώτη στιγμή που τον είχε δει να κάθεται στο γρασίδι είχε νιώσει τη χαρακτηριστική, μεθυστική και λιγάκι
αποδιοργανωτική αίσθηση της σωματικής έλξης. Κι από τότε η αίσθηση αυτή δεν την είχε εγκαταλείψει.
Φυσικά είχε προσπαθήσει να το εξηγήσει. Είχε δει τις φωτογραφίες του και φανταζόταν πώς θα ήταν από κοντά. Και όταν
τον γνώρισε, όταν μίλησε μαζί του, όταν έμαθε τους λόγους που τον είχαν κάνει να γυρίσει στον τόπο του, άρχισε να τον
καταλαβαίνει καλύτερα απ’ όσο ο ίδιος τον εαυτό του.
Ποιον προσπαθούσε να κοροϊδέψει;
Ήταν τσιμπημένη μαζί του.
Κι αυτή ήταν η μεγαλύτερη ανοησία που είχε κάνει εδώ και πολύ καιρό.
Τον κοίταξε πάλι να γοητεύει τους συνομιλητές του και συμβούλεψε αυστηρά τον εαυτό της να το ξεχάσει.
Ο Σεμπ ήταν περαστικός, θα έφευγε σε μερικές μέρες. Θα περνούσε από τη ζωή της σαν λίβας που καψαλίζει τα πάντα στο
πέρασμά του. Ήταν ένας άνθρωπος που μέχρι πριν από μία μέρα σχεδίαζε να αθετήσει την υπόσχεσή του προς τη Νικόλ.
Τόσο εγωιστής... Αλλά και τόσο ευάλωτος σε ό,τι αφορούσε την οικογένειά του.
Περίεργος συνδυασμός. Συναρπαστικός.
Όμως εκείνη παραήταν μεγάλη για πρόσκαιρες περιπέτειες.
Ή έτσι πίστευε, τουλάχιστον.

Η Έλλα είχε δίκιο. Η απαλή, διακριτική μουσική του πιάνου ανακατευόταν αβίαστα με τις φωνές και τα γέλια των
καλεσμένων, καθώς η μαντάμ Μορέλ σύστηνε τον Σεμπαστιάν στον ένα συγγενή και φίλο της μετά τον άλλον.
Ναι, υπήρχαν πολλοί Αντρέ Μορέλ στην οικογένεια, αλλά κανείς δεν μπορούσε να εντοπίσει αυτόν που αναζητούσε ο Σεμπ.
Πριν περάσει πολλή ώρα, είχε μαζέψει κάμποσους αριθμούς τηλεφώνων και ονόματα για να συνεχίσει τις έρευνες.
Η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισε ήταν να αρνηθεί το υπέροχο κρασί που είχε προμηθεύσει ένας ντόπιος
παραγωγός για την περίσταση. Και για να πειστούν ότι ο λόγος που δεν έπινε ήταν ότι οδηγούσε, όλοι οι κύριοι, ακόμα και
μερικές κυρίες, βγήκαν για να θαυμάσουν το σπορ αυτοκίνητό του. Μόνο ο δυνατός άνεμος τον γλίτωσε από μια
δοκιμαστική βόλτα, κι έτσι συνέχισαν την παθιασμένη συζήτηση γύρω από τα πλεονεκτήματα των γαλλικών αυτοκινήτων σε
σύγκριση με τα προσόντα των ιταλικών στην άνεση και τη θαλπωρή του μπαρ.
Κι εκεί είχε την ευκαιρία να θαυμάσει για μια ακόμα φορά όχι μόνο τη μουσική δεξιοτεχνία της Έλλα αλλά και τη
μεταμόρφωσή της.
Η εκκεντρικά ντυμένη χίπισσα που τον έφερνε αντιμέτωπο με τη μια πρόκληση μετά την άλλη είχε δώσει τη θέση της σε μια
κομψή γυναίκα με άψογη εμφάνιση.
Το φόρεμά της ήταν από στιλπνό μπλε μετάξι και η αραχνοΰφαντη εσάρπα που αγκάλιαζε τους ώμους της ήταν διάφανη σαν
τα φτερά εξωτικού εντόμου. Το μεταξωτό ύφασμα ήταν έναν τόνο πιο σκούρο από το χρώμα των ματιών της και αγκάλιαζε
τέλεια τις απαλές καμπύλες της. Ήταν μια μεγαλοφυής επιλογή. Κομψό αλλά καθόλου επιτηδευμένο.
Τα τελευταία χρόνια είχε γνωρίσει και συνοδεύσει πολλές ωραίες γυναίκες και επαγγελματίες μοντέλα που ήξεραν να
ντύνονται και να βάφονται άψογα, αλλά που η ομορφιά τους γινόταν καπνός όταν έπαυαν να τις λούζουν τα φώτα των
προβολέων. Η Έλλα είχε μια φυσική ομορφιά και ένιωθε απόλυτα συμφιλιωμένη με τον εαυτό της είτε έκανε ποδήλατο σε
έναν επαρχιακό χωματόδρομο είτε έψηνε τάρτες σε μια χωριάτικη κουζίνα είτε έπαιζε πιάνο, όπως τώρα.
Η Έλλα Μαρτίνες, μητέρα ενός παιδιού, σκληρά εργαζόμενη οικονόμος και νεαρή χήρα, είχε εξαφανιστεί και τη θέση της
είχε πάρει η Έλλα Τζέιν Μπέιλι, βιρτουόζος πιανίστρια.
Ο Σεμπ την κοιτούσε και ένιωθε την ανάσα του να κόβεται.
Τον μάγευε η Έλλα Μαρτίνες και ό,τι είχε σχέση μ’ αυτή –κι εκείνη η καινούρια πλευρά της προσωπικότητας και του
ταλέντου της έκανε ακόμα πιο έντονα τα μπερδεμένα αισθήματά του.
Πράγμα που σήμαινε ότι τον περίμεναν μεγάλοι μπελάδες.
Όταν συνειδητοποίησε ότι την παρατηρούσε σαν υπνωτισμένος, ξεροκατάπιε αμήχανα και κοίταξε γύρω για να δει αν το είχε
αντιληφθεί κανείς.
Δεν ήταν του χαρακτήρα του οι εφήμερες σχέσεις και τα ρομάντζα των διακοπών.
Όμως εκείνη η γυναίκα του είχε κεντρίσει την περιέργεια και το ενδιαφέρον.
Τι έκανε στη μέση του πουθενά ενώ είχε τόσο ταλέντο;
Αγαπούσε το νεκρό της σύζυγο τόσο πολύ, που ήθελε να χαθεί από τον κόσμο; Γι’ αυτό είχε πάρει το γιο της και είχε θαφτεί
στην επαρχία; Ή μήπως έψαχνε απλώς ένα μέρος όπου να νιώθει ασφαλής και ήρεμη για να πενθήσει;
Ή μήπως υπήρχε κάτι άλλο;
Ακούμπησε στον τοίχο ενώ οι καλεσμένοι άρχισαν να μαζεύονται γύρω από το τραπέζι με τα γλυκά.
Για την ώρα, του αρκούσε να παρατηρεί την πιο όμορφη γυναίκα εκεί μέσα. Ήταν υπέροχη, όσο και ο τρόπος που έπαιζε
μουσική. Και τότε συνειδητοποίησε μια αντίφαση που τον γέμισε απορία.
Η Έλλα ήταν ευχαριστημένη και δεν έδειχνε να την πειράζει καθόλου το ότι καθόταν στο βάθος της αίθουσας, με τον ίδιο
τρόπο που δεν την ενοχλούσε το ότι ζούσε και δούλευε σε μια απομονωμένη αγροικία.
Αντίθετα, εκείνος όργωνε τον κόσμο και ερχόταν σε επαφή με πλούσιους και ισχυρούς. Ο τρόπος της ζωής του διέφερε όσο
η μέρα με τη νύχτα από τον δικό της. Κι αυτό μπορούσε να σημαίνει μόνο ένα πράγμα –ότι είχαν διαφορετικές επιθυμίες και
προτεραιότητες. Και όσο γρηγορότερα το συνειδητοποιούσε, τόσο το καλύτερο και για τους δύο.

Μια ώρα αργότερα, τη στιγμή που σημείωνε το τηλέφωνο που του είχε δώσει μια ηλικ