Vous êtes sur la page 1sur 194
wWw.GreekLeech.info
wWw.GreekLeech.info

ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ - ΣΙΚΕΛΙΑ ISBN 978-960-620-547-7 © 2013 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.à.r.l. Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ Τίτλος πρωτοτύπου: The Millionaire Boss’s Mistress © Madeleine Ker 2004. All rights reserved. Μετάφραση: Σταματία Τσακάλη Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΣΙΚΕΛΟΥ Τίτλος πρωτοτύπου: Public Wife, Private Mistress © Sarah Morgan 2005. All rights reserved. Μετάφραση: Βασιλική Βούρου Επιμέλεια: Στέλλα Δαπέργολα Διόρθωση: Σωτηρία Αποστολάκη Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ - ΤΕΥΧΟΣ 19 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.

ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ - ΣΙΚΕΛΙΑ ISBN 978-960-620-547-7 © 2013 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ για την ελληνική γλώσσα,

Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Κεφάλαιο 1

Δεν είχε αργήσει ποτέ στη ζωή της τόσο πολύ. Και το φταίξιμο δεν ήταν καν δικό της. Καθώς το αεροπλάνο πετούσε πάνω από το Χονγκ Κονγκ, η Έιμι Γουέρθινγκτον κοίταξε προσεκτικά την πόλη όπου την περίμεναν ώρες πριν. Πολλές ώρες πριν. Κοίταξε το ρολόι της. Χτες, για την ακρίβεια. Ο ήλιος που ανέτειλε έκανε τις τζαμαρίες στους ουρανοξύστες να λάμπουν σαν χρυσάφι –ένα θέαμα που σου έκοβε την ανάσα. Η Έιμι αναζήτησε με αγωνία τον γυάλινο ουρανοξύστη που ήταν ο προορισμός της. Το αεροπλάνο κατέβαινε πολύ γρήγορα. Κατάφερε να τον δει φευγαλέα –τα εκατοντάδες μπλε παράθυρά του άστραφταν στον πρωινό ήλιο. Και την επόμενη στιγμή χάθηκε από τα μάτια της. Αλλά τουλάχιστον τον είχε δει. Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί, έτοιμη για τη συνέντευξη, χτες το μεσημέρι. Η Έιμι ένιωσε το στομάχι της να κάνει βουτιά, σε απόλυτο συγχρονισμό με την κάθοδο του αεροπλάνου. Κοίταξε ξανά το ρολόι της. Κόντευε οχτώ το πρωί. Η συνέντευξή της με τον Άντον Ζελ μάλλον ανήκε στο παρελθόν. Το ίδιο και οι πιθανότητες να πάρει τη δουλειά. Της είχαν καταστήσει απολύτως σαφές ότι ο κύριος Ζελ θα έμενε στο Χονγκ Κονγκ μόνο μία μέρα. Και ο Άντον Ζελ, όπου και αν βρισκόταν πλέον, δε φημιζόταν για την ανοχή του στις δικαιολογίες. Της είχε δοθεί μια μεγάλη ευκαιρία και εκείνη την είχε χάσει. Κανονικά, με την πτήση που είχε επιλέξει, θα έφτανε στο Χονγκ Κονγκ τέσσερις ώρες πριν από τη συνέντευξη. Αντί γι’ αυτό όμως έφτασε δεκαοχτώ ώρες αργότερα. Η κακοτυχία της είχε αρχίσει στο Λονδίνο, όπου ανακοινωνόταν η μία καθυστέρηση της πτήσης μετά την άλλη. Μετά ήρθε η λακωνική δήλωση του κυβερνήτη ότι, λόγω μηχανικών προβλημάτων, θα προσγειώνονταν για επισκευές σε ένα ασιατικό αεροδρόμιο του οποίου το όνομα δεν μπορούσε καν να προφέρει η ίδια. Η Έιμι ήθελε να βάλει τα κλάματα. Αυτή η δουλειά ήταν ζωτικής σημασίας για εκείνη. Αποτελούσε

ένα τεράστιο άλμα για την καριέρα της. Η ίδια ήξερε ότι ήταν ικανή να την κάνει, και πολύ καλά μάλιστα. Της πρόσφερε υπέροχες προοπτικές –εντυπωσιακό μισθό, διαμέρισμα της εταιρείας στο Χονγκ Κονγκ, ταξίδια, συγκινήσεις. Αλλά αποτελούσε επίσης και μια μεγάλη πρόκληση. Όποιες και αν ήταν οι ικανότητές της, δεν είχε δουλέψει ποτέ πριν σε ανάλογο, τόσο υψηλό επίπεδο. Διέθετε όλα τα προσόντα –την εξυπνάδα, την αυτοπεποίθηση, την εκπαίδευση–, εκτός από την εμπειρία. Έπρεπε να πείσει τον Άντον Ζελ, έναν από τους πιο απαιτητικούς και ισχυρούς άντρες στον επιχειρηματικό κόσμο, να της δώσει μια ευκαιρία. Δηλαδή να ρισκάρει και να εμπιστευτεί εκείνη, μια άγνωστη, νέα και σχετικά άπειρη γυναίκα, ενώ υπήρχαν πολλοί άλλοι, πολύ πιο έμπειροι υποψήφιοι για τη συγκεκριμένη θέση. Η Έιμι είχε προετοιμαστεί σωστά και πίστευε ότι ήξερε τις απαντήσεις σχεδόν σε όλες τις

ερωτήσεις που μπορεί να της έκανε ο Άντον Ζελ. Δεν ήταν αυτό το πρόβλημά

της...

αλλά το να τον

πείσει ότι κάποια τόσο νέα όσο εκείνη ήταν ικανή να αντέξει στην ασφυκτική πίεση της δουλειάς. Ο άνθρωπος που είχε κλείσει αυτή τη συνέντευξη για λογαριασμό της, ο θείος της ο Τζέφρι

Κούκσον, της το είχε πει ξεκάθαρα: «Ο Ζελ κινείται με τέτοια ιλιγγιώδη ταχύτητα, που θα μπορούσε να διαλύσει τους περισσότερους ανθρώπους. Η συνέντευξη θα είναι κόλαση, καλή μου. Αν την περάσεις με επιτυχία, όμως, θα είναι σαν να δουλεύεις σε άλλη, εντελώς διαφορετική διάσταση. Θυμήσου, η βάση του είναι στο Χονγκ Κονγκ, αλλά έχει επιχειρηματικές δραστηριότητες σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία. Πράγμα που σημαίνει ότι θα έχει να επιλέξει από μία αφρόκρεμα έμπειρων γραμματέων που μιλάνε τις τοπικές γλώσσες. Οπότε θα πρέπει να του προσφέρεις κάτι ξεχωριστό για να σε προτιμήσει, Έιμι». Και η εξωτερική της εμφάνιση δεν τη βοηθούσε. Η μορφή της θα μπορούσε να περιγραφεί ως «αγγελική»: απαλά ξανθά μαλλιά, γκρίζα μάτια, αλαβάστρινη επιδερμίδα, γλυκό πρόσωπο, που πρόδιδε την ηλικία της. Δεν έδειχνε ούτε ένα μήνα μεγαλύτερη από τα είκοσι οχτώ της χρόνια. Αν και η ζωή της δεν ήταν ρόδινη, οι πίκρες και τα βάσανα που είχε περάσει δεν είχαν αφήσει ούτε ένα σημάδι πάνω της. Αλλά υπήρχαν περιπτώσεις –όπως αυτή– που η Έιμι θα ήθελε να φαίνεται λίγο πιο αυστηρή και πιο μεγάλη. Οι μηχανές του τζετ βρυχήθηκαν εκκωφαντικά καθώς το αεροπλάνο ετοιμαζόταν για προσγείωση στο αεροδρόμιο Κάι Τακ. Η Έιμι δεν είχε ιδέα αν θα την περίμενε κάποιος υπάλληλος του Ομίλου Ζελ. Ίσως να την είχαν ξεγράψει. Η μοναδική της ελπίδα –και πολύ αμυδρή μάλιστα– ήταν να δει μήπως μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μπορούσε να κανονιστεί μία άλλη συνέντευξη για εκείνη, οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Αλλά φοβόταν ότι η ασυνέπειά της την είχε θέσει εκτός συναγωνισμού και ότι ο Άντον Ζελ είχε δώσει ήδη σε κάποιον άλλον τη δουλειά. Για να βγει από το αεροπλάνο στον αερολιμένα, έπρεπε να ακολουθήσει μία δαιδαλώδη διαδρομή μέσα από τούνελ που έμοιαζαν ατέλειωτα. Κοιτάζοντας νευρικά το ρολόι της, η Έιμι είδε ότι ήταν σχεδόν δέκα πια. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, πιθανότατα να είχε χάσει και την κράτηση του ξενοδοχείου σε αυτή την πολύβουη, πολυάσχολη πόλη. Λαχταρούσε απελπισμένα ένα γεύμα, ένα ήσυχο δωμάτιο, ένα ντους και ίσως μια δυο ώρες ύπνου. Τελικά παρέλαβε τη βαλίτσα της, η οποία φαινόταν πολύ πιο ταλαιπωρημένη από την τελευταία φορά που την είχε δει στο Λονδίνο, και διέσχισε με κόπο το τελωνείο σπρώχνοντας το καροτσάκι των αποσκευών μπροστά της. Καθώς έβγαινε από τις αυτόματες πόρτες αναζήτησε με αγωνία κάποια φιλόξενη φιγούρα, που ίσως κρατούσε μία πινακίδα με το όνομά της. Κατά τα φαινόμενα ήταν άτυχη. Ορισμένοι πράγματι κρατούσαν ψηλά πινακίδες, στα κινέζικα, στα αραβικά, στα ινδικά και σε άλλες άγνωστες για εκείνη γλώσσες, που τελικά απλώς την μπέρδευαν περισσότερο. Στάθηκε ακίνητη. Ανυπόμονοι επιβάτες την προσπέρασαν ξεστομίζοντας σχόλια αγανάκτησης στα κινέζικα. Ένα βαρύ καροτσάκι αποσκευών προσέκρουσε με δύναμη στις γάμπες της, κάνοντάς τη να βογκήξει από τον πόνο. «Εμποδίζεις την έξοδο». Η βαθιά φωνή συνοδεύτηκε από μια δυνατή παλάμη που έκλεισε γύρω από το μπράτσο της και την τράβηξε μπροστά. «Ο Λάο Τσε είπε ‘‘κολύμπα ενάντια στο ρεύμα, αλλά μη γίνεσαι βράχος στον χείμαρρο’’». Η Έιμι ύψωσε το βλέμμα της σαστισμένη. Ο ψηλός άντρας που την τραβούσε γρήγορα μακριά από την έξοδο φορούσε τζιν και σκούρο μπλε μεταξωτό πουκάμισο. Αλλά το λεπτό, ηλιοκαμένο πρόσωπο –το πιο γοητευτικό πρόσωπο στον κόσμο, σύμφωνα με ένα τελευταίο τεύχος της Βογκ– της ήταν τρομερά οικείο. «Κύριε Ζελ;» είπε κατάπληκτη. «Η δεσποινίς Γουέρθινγκτον, υποθέτω», παρατήρησε λακωνικά εκείνος.

«Ω, ζητώ συγνώμη που άργησα τόσο πολύ», δικαιολογήθηκε ασθμαίνοντας η Έιμι, προσπαθώντας να ακολουθήσει το βήμα του. «Η πτήση μου καθυστέρησε και μετά...» «Τα ξέρω όλα για την πτήση σου», την έκοψε εκείνος. «Άκου τη συμβουλή μου και μη χρησιμοποιήσεις ξανά αυτή τη συγκεκριμένη αεροπορική εταιρεία. Τα αεροπλάνα τους είναι παλιά και δεν πληρώνουν ικανοποιητικά τα πληρώματα εδάφους». «Δεν περίμενα να με υποδεχτείτε εσείς αυτοπροσώπως!» «Δεν υπάρχει κανείς άλλος εκτός από μένα, Γουέρθινγκτον», της απάντησε. «Είναι Κυριακή πρωί». Το δυνατό του χέρι ήταν χαμηλά στη μέση της και την έσπρωχνε αποφασιστικά μπροστά. «Έχω την απαίτηση από το προσωπικό μου να εργάζεται σκληρά έξι μέρες την εβδομάδα. Δε ζητάω από κανέναν να δουλεύει την Κυριακή». «Ω, συγνώμη», τραύλισε εκείνη. «Ειλικρινά δεν ήθελα να σας προκαλέσω τόσο μεγάλη

αναστάτωση...» «Εδώ πρέπει να αφήσουμε το καρότσι σου», της είπε, σήκωσε τη βαλίτσα της με άνεση κι έσπρωξε το καροτσάκι κοντά στα υπόλοιπα. «Σε παρακαλώ, πρόσεχε μην πιαστεί το παλτό σου στις κυλιόμενες σκάλες». Η Έιμι το μάζεψε βιαστικά επειδή ήδη σερνόταν. «Κύριε Ζελ, ζητώ συγνώμη για όλα αυτά...» Εκείνος στράφηκε προς το μέρος της. Τα μάτια του είχαν το βαθύ μπλε του κοβαλτίου. Το βλέμμα του τη διαπέρασε σαν ηλεκτρικό ρεύμα. «Ζήτησες συγνώμη τρεις φορές μέχρι τώρα. Δε νομίζεις ότι είναι αρκετές;» «Μάλιστα, κύριε Ζελ». «Σταμάτα, λοιπόν». «Μάλιστα, κύριε Ζελ». Η Έιμι τον περιεργάστηκε κρυφά καθώς ανέβαιναν με την κυλιόμενη σκάλα. Ήταν πολύ καλοφτιαγμένος, με φαρδιούς ώμους και επίπεδο στομάχι κάτω από το σπορ πουκάμισό του. Σκέφτηκε ότι συμφωνούσε απόλυτα με τη Βογκ –ήταν πιθανότατα ο πιο γοητευτικός άντρας στον κόσμο. Τα μάτια του και το στόμα του φαίνονταν απίστευτα αισθησιακά. Έδειχνε γύρω στα σαράντα. Κάποιες ασημένιες τρίχες διακρίνονταν στους κροτάφους του, αλλά τα υπόλοιπα μαλλιά του ήταν καλοκουρεμένα και κατάμαυρα. Τίποτα στα ρούχα του δεν υποδήλωνε ότι ήταν απίστευτα πλούσιος και ισχυρός. Το ρολόι του, ένα σπορ μοντέλο από ατσάλι. Κανένα διαμάντι στ’ αυτιά του και κανένα δαχτυλίδι στα λεπτά, μαυρισμένα δάχτυλά του. Το πιο ακριβό πράγμα πάνω του φαινόταν να είναι το κινητό του, ένα μοντέλο τελευταίας τεχνολογίας από τιτάνιο, στο οποίο μιλούσε εκείνη τη στιγμή λέγοντας στον οδηγό του να τους συναντήσει στην κεντρική είσοδο. Έκλεισε απότομα το κινητό του και μετά στράφηκε κοιτάζοντάς την κατάματα. «Συμβαίνει κάτι;»

«Νό...

Νόμιζα ότι θα ήσαστε στο Χονγκ Κονγκ μόνο για μία μέρα. Ελπίζω να μη χρειάστηκε να

αλλάξετε τα σχέδιά σας εξαιτίας μου». «Πετάω για Σαραγουάκ σήμερα το μεσημέρι στις δύο», της απάντησε. «Θα ήθελα να τελειώνουμε με αυτή τη συνέντευξη». «Φυσικά». «Θα πάμε να την κάνουμε στο γραφείο». Τη σάρωσε με το βλέμμα του από την κορυφή ως τα νύχια. Ξαφνικά η Έιμι ένιωσε άσχημα για τα τσαλακωμένα ρούχα της· το σκούρο παντελόνι και το σακάκι της ήταν κομψά όταν είχε απογειωθεί από το Λονδίνο –σχεδόν έναν αιώνα πριν. Τώρα μαρτυρούσαν ότι είχε κοιμηθεί μ’ αυτά, είχε ξυπνήσει μ’ αυτά, είχε στριφογυρίσει νευρικά στο

κάθισμά της μ’ αυτά. Όσο για τα μαλλιά της, ένας Θεός ήξερε τι χάλια είχαν... «Συγνώμη, η εμφάνισή μου δεν είναι ό,τι καλύτερο για μια συνέντευξη!» «Θα δείξω επιείκεια. Επιμένεις να αλλάξεις; Θέλεις να πάμε στο ξενοδοχείο σου;» «Ω, όχι, είμαι εντάξει, ευχαριστώ», είπε γρήγορα. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Δεν μπορούσε να πιστέψει την τύχη της. Θα έδινε τη συνέντευξη τελικά! Είχε τη δεύτερη ευκαιρία που ευχόταν! «Μήπως θέλεις να φας πρωινό;» «Όχι, ευχαριστώ, κύριε Ζελ». «Δεν πεινάς;» «Το πρωινό είναι χάσιμο χρόνου», του απάντησε θαρραλέα. «Πολλοί άνθρωποι με θεωρούν τέρας», δήλωσε κοφτά εκείνος. «Θα ήθελες να δουλεύεις για ένα τέρας, Γουέρθινγκτον;» «Όχι, κύριε Ζελ». «Δεν είμαι τέρας. Αν πεινάς ή διψάς, σε παρακαλώ, νιώσε ελεύθερη να το πεις». «Για να είμαι ειλικρινής...» «Έλα». Εκείνο το δυνατό χέρι χαμηλά στην πλάτη της την οδήγησε έξω από τις πόρτες, στην αποπνικτική υγρασία του Χονγκ Κονγκ. Μία αστραφτερή μαύρη λιμουζίνα κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Ένας σοφέρ με πράσινη στολή βγήκε έξω και έβαλε τη βαλίτσα της Έιμι στο πορτ μπαγκάζ. Ο Άντον Ζελ την οδήγησε στο εσωτερικό του αυτοκινήτου. Η πόρτα έκλεισε μαλακά και η Έιμι ένιωσε να την τυλίγει η απόλυτη πολυτέλεια. Το εσωτερικό ήταν ντυμένο με κρεμ δερμάτινη ταπετσαρία και μύριζε υπέροχα. Η Έιμι βούλιαξε στο κάθισμά της, απολαμβάνοντας με ανακούφιση τη δροσιά του κλιματισμού. Απέναντί της, ο Άντον Ζελ μιλούσε ξανά στο κινητό του. «Έχω καθυστερήσει, Λαβίνια», είπε κοφτά. «Μια μικρή αλλά αναπόφευκτη αναποδιά. Θα επικοινωνήσω μαζί σου αμέσως μόλις μπορέσω». Η λιμουζίνα ξεκίνησε. «Στο γραφείο, κύριε Ζελ;» ρώτησε ο οδηγός πάνω από τον ώμο του. «Ναι, Φρέντι. Σταμάτα στο Τσόι Φατ στο δρόμο». «Μάλιστα, κύριε». Το χώρισμα έκλεισε, προσφέροντάς τους απομόνωση. Ο Ζελ έκλεισε το κινητό του. Η Έιμι πρόσεξε ότι τα χέρια του ήταν δυνατά και καλοφτιαγμένα. «Λοιπόν, τι σε φέρνει στο Χονγκ Κονγκ;» τη ρώτησε. «Πες μου, γιατί θέλεις αυτή τη δουλειά;» Τα σκούρα μπλε μάτια του κάρφωναν τα δικά της. Οι απότομες ερωτήσεις του την αναστάτωναν. Προσπάθησε να μην τον κοιτάζει σαν υπνωτισμένη. «Η συνέντευξη αρχίζει τώρα;» τον ρώτησε. «Άρχισε χτες το μεσημέρι», της απάντησε. «Δεν είσαι ευχαριστημένη στη Μακάλουμ & Ρόι; Μήπως έχεις προβλήματα εκεί;» «Όχι, όχι βέβαια». «Όχι βέβαια; Τότε γιατί ήρθες από την άλλη άκρη του κόσμου στο Χονγκ Κονγκ για μια άλλη δουλειά;» «Επειδή είμαι ικανή για πολύ περισσότερα απ’ όσα μου ζητάνε στη Μακάλουμ & Ρόι», του απάντησε. «Αυτό σημαίνει ότι περιμένεις να σε πληρώνω πολύ περισσότερα απ’ όσα σε πληρώνουν στη Μακάλουμ & Ρόι;»

«Σημαίνει ότι χρειάζομαι μια μεγαλύτερη πρόκληση στη δουλειά μου», του αντιγύρισε. «Μου αρέσει να δοκιμάζω τα όριά μου. Θέλω να αισθάνομαι ότι δίνω πάντα τον καλύτερο εαυτό μου. Στο

τέλος κάθε εβδομάδας θέλω να κοιτάζω πίσω και να βλέπω ότι έχω κάνει πρόοδο, ότι έχω πετύχει

ουσιαστικά

πράγματα...

όχι ότι απλώς κρατάω μια καρέκλα ζεστή».

Εκείνος την παρακολουθούσε προσεκτικά όσο μιλούσε. «Σου αρέσει να παίρνεις ρίσκα;» Η ερώτηση τη σάστισε για μια στιγμή. «Δεν είμαι παράτολμο άτομο, αλλά είμαι πρόθυμη να πάρω

ρίσκα όταν η ανταμοιβή φαίνεται να αξίζει τον κόπο. Και όταν το ρίσκο είναι δικό μου και όχι κάποιου άλλου». «Σου αρέσει να αναλαμβάνεις ευθύνες;» «Ναι», του είπε σοβαρά. «Μπορείς να φέρεις σε πέρας εργασίες εγκαίρως;» «Ναι», του είπε αποφασιστικά. «Αλλά δεν μπόρεσες να φέρεις τον εαυτό σου σ’ αυτή τη συνέντευξη εγκαίρως», της επισήμανε

μειλίχια.

«Έφτασες...»

κοίταξε το ρολόι του

«...

ακριβώς με δεκαεννιά ώρες καθυστέρηση. Διάλεξες

μια πτήση που σου άφηνε ελάχιστα περιθώρια για καθυστερήσεις, Γουέρθινγκτον. Πήρες ένα ρίσκο. Αλλά αυτός που πήγε χαμένος ήταν ο δικός μου χρόνος, όχι ο δικός σου. Άνθρωποι που παίρνουν ρίσκα με το χρόνο μου δε μένουν πολύ καιρό στη δούλεψή μου». «Καταλαβαίνω», είπε σιγανά εκείνη, θιγμένη από την επίπληξή του. «Ξέρεις γιατί χρειάζομαι μια νέα προσωπική βοηθό;» «Άκουσα ότι η προηγούμενη αρρώστησε ξαφνικά». «Η Μάρσι παρουσίασε καρδιακή αρρυθμία. Προσπάθησε να συνεχίσει να δουλεύει μέχρι να βρω αντικαταστάτρια, αλλά μια μέρα κατέρρευσε», της είπε. «Μόλις χτες βγήκε από το νοσοκομείο. Αυτή τη στιγμή χρειάζομαι κάποιον επειγόντως». Η Έιμι προσπάθησε να χαμογελάσει. «Λοιπόν, να με, κύριε Ζελ». Η απάντησή του ήταν ένα γρύλισμα. Διέσχιζαν έναν αυτοκινητόδρομο προς την εκπληκτική συλλογή των ουρανοξυστών που συνέθεταν την πόλη του Καουλούν. Ο οδηγός ακολούθησε μια παρακαμπτήριο που εκτεινόταν κατά μήκος του λιμανιού. Τα γαλάζια νερά ήταν γεμάτα σκάφη, από τεράστια εμπορικά πλοία μέχρι μικρά άθλια παλιά κινέζικα ιστιοφόρα με πανιά που θύμιζαν φτερά νυχτερίδας. Η προκυμαία ήταν σπαρμένη από στοίβες τελάρα, κουλούρες καραβόσχοινων, τεράστια βουνά σκουριασμένων αλυσίδων και δάση από πολύχρωμα βαρέλια. Ένας εξωτικός, χαοτικός κόσμος... Η λιμουζίνα σταμάτησε στο δρόμο απέναντι από ένα αγκυροβόλιο όπου ένα μεγάλο, σταχτί πλωτό σπίτι ήταν στριμωγμένο ανάμεσα σε μικρότερα σκάφη. Στο κατάστρωμα, μία οικογένεια είχε στήσει ένα υπαίθριο μαγειρείο και σέρβιρε φαγητό σε μια παρέα λιμενεργατών. Ένα χαμογελαστό αγόρι έτρεξε στο αυτοκίνητο. Ο Άντον Ζελ κατέβασε το παράθυρο και μια δελεαστική μυρωδιά φαγητού πλημμύρισε τον αέρα. «Βραστά ή τηγανητά;» τη ρώτησε. «Συγνώμη;» «Ήθελες πρωινό», της απάντησε υπομονετικά. «Στο Χονγκ Κονγκ αυτό σημαίνει νουντλς. Σου αρέσουν βραστά ή τηγανητά;» «Τηγανητά», απάντησε αποφασιστικά η Έιμι, προσπαθώντας να αγνοήσει πόσο βρόμικο και παλιό φαινόταν το κινέζικο πλοίο. Πιθανότατα δεν έπρεπε να δείξει έκπληξη οτιδήποτε και αν έκανε ο κύριος Ζελ, όσο παράξενο και αν ήταν αυτό. Εκείνος έδωσε την παραγγελία στο αγόρι, που έτρεξε

πίσω στο σκάφος. «Έρχεσαι με επαινετικές συστάσεις από τον Τζέφρι Κούκσον», συνέχισε ο Άντον Ζελ, παρατηρώντας τη με το διαπεραστικό του βλέμμα. «Αλλά και πάλι, είναι θείος σου». «Και πολύ καλός μαζί μου», συμπλήρωσε εκείνη. «Έτσι φαίνεται. Προφανώς σε μεγάλωσε μετά το θάνατο των γονιών σου, οπότε δε θα πρέπει να μας κάνει εντύπωση που σε έχει σε τόσο μεγάλη εκτίμηση. Αλλά δεν είναι ο μόνος. Οι πρώτοι σου εργοδότες, η Τσάρτερις Ίνταστρις, σου έδωσαν επίσης λαμπρές συστάσεις». «Χαίρομαι που το ακούω αυτό». «Το ίδιο και η Μακάλουμ & Ρόι. Αλλά οι άνθρωποι με εξαιρετικές συστάσεις αλλάζουν συχνά τη μία δουλειά μετά την άλλη, επειδή δεν μπορούν να προσαρμοστούν». «Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωσή μου». Το παιδί επέστρεψε στη λιμουζίνα με δύο πορσελάνινα μπολ με νουντλς και δύο σετ ξυλάκια. Η Έιμι πήρε πολύ προσεκτικά το ένα μπολ. Έκαιγε. Προσευχήθηκε να μην κατέληγε με τηγανητά νουντλς πάνω στο σακάκι της και άρχισε να τρώει. Ήταν παραδόξως πεντανόστιμα. «Είναι υπέροχο!» αναφώνησε. «Αυτοί οι άνθρωποι είναι Χάκα, άνθρωποι του νερού και καλοί μάγειρες. Είχες ένα ύφος νωρίτερα σαν να πίστευες ότι προσπαθούσα να σε δηλητηριάσω». «Σκέφτηκα ότι μπορεί να αποτελούσε μέρος του τεστ αντοχής», του απάντησε αθώα. «Βάλε την υποψήφια να φάει φαγητό από πλανόδιους και δες αν θα πεθάνει από δυσεντερία». «Νομίζεις ότι δε σου αρμόζει να τρως φαγητό από πλανόδιους;» τη ρώτησε τότε, υψώνοντας το φρύδι του. «Δεν εννοούσα αυτό», απάντησε βιαστικά. «Αλλά, από την πείρα μου, είναι ασυνήθιστο για πολυεκατομμυριούχους να τρώνε πρωινό μαζί με λιμενεργάτες». «Τίποτα στη ζωή δεν προσφέρεται δωρεάν», απάντησε ήρεμα εκείνος. Η Έιμι περιεργάστηκε το πρόσωπό του καθώς έτρωγε. Όλα τα πρόσωπα, όσο όμορφα και αν ήταν, είχαν τα αδύναμα σημεία τους, γωνίες από τις οποίες έχαναν την ομορφιά τους. Αλλά όχι του Άντον Ζελ. Από όποια γωνία και αν τον έβλεπες, ήταν τέλειος. Και οι φωτογραφίες δεν μπορούσαν να αιχμαλωτίσουν ούτε στο ελάχιστο τη ζωντάνια που φώτιζε τις εκφράσεις του. «Όμως ορισμένα από τα καλύτερα πράγματα στη ζωή είναι πολύ φτηνά», συνέχισε εκείνος. «Το φαγητό εδώ είναι καλό και η θέα καταπληκτική». Η Έιμι έπρεπε να συμφωνήσει. Οι ουρανοξύστες, στην απέναντι ακτή του κόλπου, ήταν υπέροχοι. «Θα το θυμάμαι αυτό». «Λοιπόν, έχεις αφήσει ήδη τη Μακάλουμ & Ρόι;» «Ήμουν μαζί τους τέσσερα χρόνια. Δεν πήρα ποτέ άδεια σε όλο αυτό το διάστημα. Είχα μαζέψει άδεια δώδεκα εβδομάδων. Ρώτησα αν μπορούσα να την πάρω. Μου φάνηκε ο ιδανικός τρόπος για να βγω σε αναζήτηση νέας εργασίας». «Ο νεαρός Μάρτιν Μακάλουμ έχει κάποια φήμη με τις γυναίκες που εργάζονται μαζί του». Η Έιμι ένιωσε το πρόσωπό της να φλογίζεται. «Ναι, αυτό είναι αλήθεια». «Γι’ αυτό θέλεις τόσο πολύ να φύγεις από εκεί;» «Όχι, κύριε Ζελ, δεν είναι αυτός ο λόγος. Και δε μου αρέσει καθόλου ο υπαινιγμός σας», πρόσθεσε θυμωμένα. Τα βλέφαρά του χαμήλωσαν ελαφρά. «Είσαι μια όμορφη γυναίκα, νέα και ελεύθερη. Θέλεις να μου πεις ότι ο Μάρτιν Μακάλουμ δεν το πρόσεξε;» «Το πρόσεξε», απάντησε κοφτά η Έιμι. «Μπορώ να κρατάω χωριστά την προσωπική από την

επαγγελματική μου ζωή».

«Σου ρίχτηκε;» Η Έιμι ήταν έτοιμη να του πει ότι αυτό δεν τον αφορούσε, αλλά κοιτάζοντας εκείνα τα επικίνδυνα μάτια προτίμησε να μην το κάνει. «Ναι, μου ρίχτηκε». «Και πώς το αντιμετώπισες;» «Του είπα ότι δεν ενδιαφερόμουν». «Ακούω ότι αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο». «Εγώ τα κατάφερα». «Τι θα έκανες αν σου ριχνόμουν εγώ;» Η Έιμι ένιωσε το στομάχι της να κάνει βουτιά, ακριβώς όπως τη στιγμή που το αεροπλάνο μπήκε στη διαδικασία της προσγείωσης. Το βλέμμα του κρατούσε αιχμάλωτο το δικό της και εκείνη θα έδινε τα πάντα για να μάθει τις σκέψεις που κρύβονταν πίσω απ’ τα μάτια του. «Θα σας απέρριπτα επίσης», άκουσε τον εαυτό της να λέει. Για μια στιγμή της φάνηκε ότι είδε μια λάμψη ευθυμίας στα μάτια του, αλλά το αισθησιακό, σμιλεμένο στόμα του δε χαμογελούσε. «Γιατί;» «Σας είπα, κύριε Ζελ. Επειδή ξέρω πώς να κρατάω την προσωπική μου ζωή μακριά από την επαγγελματική». «Και αν αυτά τα δύο ήταν το ίδιο;» «Δεν καταλαβαίνω». «Έχεις ακούσει ποτέ την έκφραση ‘‘αναρριχήθηκε στην κορυφή περνώντας από κρεβάτια’’;» «Αν πίστευα ότι είστε τέτοιος άνθρωπος», του είπε παγερά, «δε θα είχα έρθει ως το Χονγκ Κονγκ για τη δουλειά». «Τι είδους άνθρωπος νομίζεις ότι είμαι;»

«Ξέρω μόνο όσα έχω

ακούσει...

Ότι είστε ένας από τους πιο δυναμικούς, δημιουργικούς άντρες

στη δουλειά σας. Ότι δουλεύοντας κανείς για εσάς έχει μια μοναδική ευκαιρία να μάθει και να βελτιωθεί. Δεν ξέρω τίποτα για την προσωπική σας ζωή, κύριε Ζελ. Και δε μ’ ενδιαφέρει να μάθω». Τελικά εκείνος αποτράβηξε το βλέμμα του και τελείωσε τα νουντλς του. «Τα άτομα της ιδιαίτερης ομάδας μου δεν έχουν προσωπική ζωή, Γουέρθινγκτον. Δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε χώρος γι’ αυτή. Ως βοηθός μου, θα είσαι στο πλευρό μου για μέρες ή ακόμη και εβδομάδες συνεχόμενες, μερικές φορές σε πολύ μακρινά μέρη. Αν έχεις οικογένεια, θα υποφέρει. Αν έχεις φίλο, θα σ’ αφήσει. Σίγουρα θα μάθεις και θα βελτιωθείς. Αλλά δε θα έχεις προσωπική ζωή». «Ούτε καν τις Κυριακές;» τον ρώτησε θαρραλέα η Έιμι. «Ορίστε;» «Στο αεροδρόμιο είπατε ότι δεν έχετε την απαίτηση από τους υπαλλήλους σας να δουλεύουν τις Κυριακές». «Εσύ δεν ενδιαφέρεσαι για τη θέση μιας απλής υπαλλήλου», της απάντησε. «Η γραμματέας μου δεν είναι μία υπάλληλος». «Τότε τι είναι;» Εκείνος γέλασε σιγανά και η Έιμι είδε τα λευκά του δόντια που ήταν –όπως και όλα τα υπόλοιπα πάνω του– τέλεια. «Θα έπρεπε να το ξέρεις. Έκανες αίτηση γι’ αυτή τη δουλειά». «Λοιπόν, ξέρω ότι δεν πρόκειται να έχω προσωπική ζωή και ρεπό τις Κυριακές. Και ότι η προηγούμενη γραμματέας σας κατέρρευσε από τον υπερβολικό φόρτο εργασίας». «Έπιασες την εικόνα. Τώρα μένει να δούμε αν μπορείς να ταιριάξεις εσύ σ’ αυτή την εικόνα».

Χτύπησε το ενδιάμεσο χώρισμα. «Στο γραφείο, Φρέντι».

Κεφάλαιο 2

Ο μπλε γυάλινος ουρανοξύστης που είχε δει η Έιμι από το αεροπλάνο φαινόταν πολύ πιο εντυπωσιακός τώρα. Καμία πινακίδα στο εξωτερικό του δεν υποδήλωνε ότι εκεί βρισκόταν η

επιχειρηματική έδρα του άντρα δίπλα της. Ο Φρέντι, ο σοφέρ, τους οδήγησε σε ένα υπόγειο πάρκινγκ κάτω από το κτίριο. Πέρα από τους ένστολους φύλακες ασφαλείας στην είσοδο, ο τεράστιος χώρος ήταν άδειος. Βγήκαν από το αυτοκίνητο και βρέθηκαν μπροστά από τις ατσάλινες πόρτες ενός ανελκυστήρα. Ο Άντον Ζελ πληκτρολόγησε έναν κωδικό και οι πόρτες άνοιξαν. Μπήκαν μέσα, ενώ ο Άντον κουβαλούσε την τσάντα της. Καθώς το ασανσέρ ανέβαινε με ταχύτητα, η Έιμι ένιωσε το στομάχι της να την «τραβάει» για τρίτη φορά εκείνο το πρωί. Μια αίσθηση εξωπραγματικού την κυρίευσε. Ό,τι και αν περίμενε από αυτή τη συνέντευξη, το τελευταίο πράγμα που φανταζόταν ήταν ότι θα περνούσε ένα ολόκληρο πρωινό με τον Άντον Ζελ αυτοπροσώπως! Έφτασαν κατευθείαν στον τελευταίο όροφο, σε ένα χώρο υποδοχής καλυμμένο με πολυτελή μοκέτα. Και αυτός ο όροφος επίσης, ήταν αφύσικα έρημος. Οι πόρτες όλων των γραφείων ήταν ανοιχτές· σε μερικά φέγγιζαν αναμμένες οθόνες υπολογιστών και βούιζαν διάφορα μηχανήματα, αλλά δεν υπήρχε ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Από αυτό το ύψος η θέα της πόλης που απλωνόταν μπροστά τους και του εκτυφλωτικού μπλε του λιμανιού ήταν εκπληκτική. Η Έιμι περίμενε ότι εκείνος θα την οδηγούσε στο γραφείο του. Ωστόσο, το δωμάτιο στο οποίο την πήγε έμοιαζε με το ιατρείο της εταιρείας. Ντουλάπια με γυάλινες βιτρίνες γεμάτα ιατρικές προμήθειες, ένας μεγάλος διπλός νιπτήρας και ένα ψηλό ατσάλινο κρεβάτι συμπλήρωναν το σκηνικό.

«Γιατί είμαστε εδώ;» ρώτησε η Έιμι.

wWw.GreekLeech.info

«Για τις ιατρικές σου εξετάσεις», της απάντησε λακωνικά. «Υπέγραψες τα σχετικά έντυπα». Η Έιμι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Φυσικά και είχε υπογράψει τα έντυπα συμφωνώντας να περάσει από ιατρικές εξετάσεις ως μέρος της συνέντευξης για τη δουλειά –θεωρούνταν μάλλον τυπική διαδικασία για μια τόσο εμπιστευτική θέση. «Δεν υπάρχει κανείς εδώ!» «Εκτός από μένα. Πόσο παρατηρητική είσαι!» «Εσείς θα κάνετε την εξέταση;» «Ακριβώς», είπε εκείνος με μια λάμψη στα μάτια του που μπορεί να αποτελούσε και δείγμα ευθυμίας.

«Μα...

μα υποτίθεται ότι θα την έκανε ένας γιατρός», ψέλλισε ξέπνοα η Έιμι.

«Ένα μέλος του ιατρικού προσωπικού του Ομίλου Ζελ», διόρθωσε. «Η Γκλίνις Πράιορ. Δεν είναι

γιατρός, είναι νοσοκόμα. Και αυτή τη στιγμή η Γκλίνις μας είναι στη Σιγκαπούρη, επισκέπτεται την

κόρη της, που είναι παντρεμένη εκεί. Ήταν εδώ

χτες...

όταν υποτίθεται ότι θα έφτανες».

«Δεν είστε αρμόδιος να μου κάνετε ιατρική εξέταση!» διαμαρτυρήθηκε εκείνη με κατακόκκινο πρόσωπο. «Δεν πρόκειται να σου κάνω μεταμόσχευση νεφρού. Οποιοσδήποτε έχει εκπαιδευτεί στις πρώτες

βοήθειες μπορεί να κάνει την εξέταση. Και εγώ έχω αρκετή εμπειρία από πρώτες βοήθειες. Έχω κάνει όλα όσα χρειάζονται εδώ πολλές φορές. Φυσικά, μπορείς να αρνηθείς να κάνεις τις εξετάσεις», πρόσθεσε, παρακολουθώντας την κάτω από εκείνα τα εντυπωσιακά σκούρα φρύδια του. «Και τι θα συνεβαινε αν αρνιόμουν να τις κάνω;» «Θα το εκλάμβανα ως δείγμα κακής πίστης. Ότι έχεις κάτι να κρύψεις. Η συνέντευξη θα τελείωνε αμέσως και δε θα εξεταζόσουν ως υποψήφια για τη θέση». Η Έιμι τον κοίταξε βλοσυρά. «Θέλετε να πείτε ότι απλώς θα επέστρεφα στο σπίτι μου;» «Το συντομότερο δυνατό». Η Έιμι σκεφτόταν πυρετωδώς. Δεν είχε διανύσει όλα αυτά τα μίλια για να κάνει πίσω τώρα. Μα όλο της το είναι επαναστατούσε στη σκέψη να επιτρέψει στον Άντον Ζελ να της κάνει μια ιατρική εξέταση! Θαρρείς και διάβαζε τις σκέψεις της, εκείνος πήρε το πιεσόμετρο. «Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, Γουέρθινγκτον. Ας αρχίσουμε με την πίεσή σου, εντάξει;» Η Έιμι σήκωσε απρόθυμα το μανίκι της και κάθισε στο κρεβάτι εξέτασης. Εκείνος τύλιξε το μαξιλαράκι του πιεσόμετρου γύρω από το μπράτσο της και το ασφάλισε. Στην παραμικρή ύποπτη κίνηση, φεύγω από δω μέσα, σκέφτηκε εκείνη. Αλλά πού θα πήγαινε; Βρίσκονταν στον τελευταίο όροφο του ουρανοξύστη του, ολομόναχοι, εκτός από κάποιους δικούς του φύλακες ασφαλείας, και δεν είχε άλλο τρόπο να γυρίσει στο αεροδρόμιο παρά μόνο τη λιμουζίνα του, που την οδηγούσε ο σοφέρ του. Εκείνος είχε αρχίσει να φουσκώνει ήδη το μαξιλαράκι. Η Έιμι το ένιωσε να σφίγγει το μπράτσο της. Καθώς αφουγκραζόταν προσεκτικά το στηθοσκόπιο που πιεζόταν στο εσωτερικό του αγκώνα της, ο Άντον Ζελ δεν έμοιαζε με κανέναν άλλο γιατρό απ’ όσους είχε γνωρίσει. «Μιλάς κινέζικα;» Αυτό ήταν το πιο αδύνατο σημείο της. «Όχι, κύριε Ζελ. Μιλάω γαλλικά και γερμανικά και μπορώ να τα βγάλω πέρα με τα ισπανικά και τα ιταλικά». «Η πίεσή σου είναι λίγο υψηλή», σχολίασε εκείνος, απομακρύνοντας το πιεσόμετρο. «Ήμουν στριμωγμένη πίσω από μια οικογένεια με μικρά παιδιά σε ένα αεροπλάνο για είκοσι ώρες», του απάντησε. «Και δεν έχουν συμβεί λίγα από τη στιγμή που αποβιβάστηκα από αυτό, ώστε να μπορέσει να ξανακατέβει!» Τα δάχτυλά του πίεζαν το ευαίσθητο εσωτερικό του καρπού της. «Και ο σφυγμός σου είναι πολύ γρήγορος, επίσης». «Ούτε αυτό αποτελεί ιδιαίτερη έκπληξη». «Έχεις ιστορικό καρδιακών προβλημάτων;» «Όχι». «Μήπως υποφέρεις από υψηλή πίεση; Υπέρταση;» «Όχι! Όλα είναι φυσιολογικά συνήθως. Υποφέρω από τις επιπτώσεις μιας μακριάς κουραστικής πτήσης, κύριε Ζελ, τίποτα περισσότερο». Εκείνος σημείωσε τις ενδείξεις σε έναν φάκελο. «Πώς πέθαναν οι γονείς σου;» Η Έιμι κοίταζε με την άκρη του ματιού της προσπαθώντας να δει πόσο παχύς ήταν αυτός ο φάκελος και τι μπορούσε να περιέχει. «Ο πατέρας μου πέθανε πρώτος», του είπε. «Είχε καρκίνο. Και πριν ρωτήσετε, όχι, δεν ήταν κληρονομικός. Η μητέρα μου τον φρόντιζε μέχρι το τέλος. Αλλά νομίζω ότι η δοκιμασία τη διέλυσε. Ήταν πολύ εύθραυστη. Πέθανε από πνευμονία δύο χρόνια αργότερα».

«Πόσο χρονών ήσουν;» «Ήμουν οχτώ όταν πέθανε η μητέρα μου». Εκείνος την κοίταξε διαπεραστικά, αλλά χωρίς κανένα ίχνος συμπόνιας. «Και τότε εμφανίστηκε ο θείος Τζέφρι;» «Ήταν ο μικρότερος αδερφός της μητέρας μου. Με πήρε στο σπίτι του. Μεγάλωσα με τα παιδιά του, τα ξαδέρφια μου». «Και σε βοήθησε να τελειώσεις το σχολείο;» «Ναι». «Και μετά το κολέγιο;» «Ακριβώς». «Πολύ αλτρουιστικό από μέρους του». Η υποψία της ειρωνείας στον τόνο του την έκανε να θυμώσει. «Ναι, ήταν. Δε χάρηκε που είχε ένα επιπλέον στόμα να ταΐσει, αλλά έκανε αυτό που πίστευε ότι ήταν καθήκον του!» Εκείνος έπλυνε τα χέρια του στο νιπτήρα. Μετά άνοιξε ένα αποστειρωμένο πακέτο που περιείχε κάποιο σετ ιατρικών εργαλείων. Φόρεσε ελαστικά γάντια και άρχισε να ετοιμάζει μια σύριγγα. «Πώς ξεπλήρωσες την ευγένεια του θείου σου;» τη ρώτησε. «Κέρδιζα υποτροφία κάθε χρονιά, τόσο στο σχολείο όσο και στο κολέγιο. Τι κάνετε;» «Θα σου πάρω λίγο αίμα», της απάντησε ήρεμα. Ψηλάφισε το τρυφερό εσωτερικό του αγκώνα της με τα ακροδάχτυλά του και βρήκε τη φλέβα. «Έχεις καμία αναπηρία;» τη ρώτησε, ταμπονάροντας την επιδερμίδα της με παγωμένο οινόπνευμα. «Όχι. Αουτς!» Η βελόνα γλίστρησε επιδέξια μέσα στη φλέβα της. Η σύριγγα γέμισε αργά με αίμα. Η Έιμι δάγκωσε το χείλι της. Εκείνος ήταν πολύ κοντά της. Μπορούσε να νιώσει τη ζεστασιά της επιδερμίδας του, να μυρίσει το ανεπαίσθητο άρωμα μιας ακριβής κολόνιας. Ένα ξαφνικό κύμα ζαλάδας την κυρίευσε. Ταλαντεύτηκε και φοβήθηκε ότι θα έπεφτε. «Σε πονάω;» τη ρώτησε, συγκρατώντας τη με το δυνατό του χέρι. «Είμαι μια χαρά». «Φαίνεσαι χλομή. Μήπως η θέα του αίματος σε ταράζει;» «Όχι. Σε τι χρησιμεύει αυτό το δείγμα αίματος;» «Λοιπόν, είναι πανσέληνος και χρειάζομαι ένα μεζεδάκι», της απάντησε. Έβγαλε τη βελόνα από τη φλέβα της και πίεσε ένα κομμάτι βαμβάκι στο σημείο. «Κράτησέ το αυτό εκεί για μια στιγμή, σε παρακαλώ. Θα χρησιμοποιηθεί για έλεγχο ναρκωτικών ουσιών, Γουέρθινγκτον. Μήπως παίρνεις ναρκωτικά οποιουδήποτε είδους; Οτιδήποτε που θα έπρεπε να ξέρω;» «Όχι!» «Καπνίζεις;» «Όχι». «Πίνεις;» «Ένα ποτήρι κρασί πότε πότε». «Τι είδους κρασί σου αρέσει;» «Το λευκό ξηρό, κυρίως». «Η σαμπάνια;» «Ναι, πολύ». «Θέλω να υπογράψεις αυτό το δείγμα», είπε εκείνος, δίνοντάς της ένα στυλό. Η Έιμι έγραψε το

όνομά της στο πακέτο και εκείνος το έβαλε στο ψυγείο. «Οι άνθρωποι του εργαστηρίου θα το πάρουν σε μία ώρα. Τώρα χρειάζομαι ένα δείγμα ουρών». «Δεν πρόκειται να το πάρετε», του δήλωσε κατηγορηματικά. «Δε χρειάζεται να το κάνεις εδώ, μπορείς να πας δίπλα». «Και εσείς μπορείτε να πάτε πολύ πιο μακριά!» Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Αρνείσαι να δώσεις δείγμα;» «Μάλιστα, κύριε Ζελ», του είπε γλυκά. «Αρνούμαι να σας δώσω δείγμα. Μπορείτε να το εκλάβετε

αυτό ως κακή πίστη, καλή πίστη ή ό,τι είδους πίστη θέλετε. Έχετε το αίμα μου και αυτό είναι αρκετό». Εκείνος αναστέναξε. «Είσαι διαβητική; Έχεις ηπατίτιδα μήπως;» «Όχι και στις δύο ερωτήσεις». «Τότε ίσως μπορούμε να παραλείψουμε το δείγμα ουρών». «Σας ευχαριστώ». «Είσαι πολύ μυγιάγγιχτη», παρατήρησε εκείνος, γράφοντας πάλι στο φάκελο. «Αν είσαι αρκετά τυχερή –ή άτυχη– ώστε να κερδίσεις αυτή τη δουλειά, θα αναπολείς αυτή τη στιγμή γελώντας». «Ευχαριστώ, θα το θυμάμαι αυτό». «Εντάξει», είπε εκείνος κλείνοντας τον φάκελο, «μπορούμε να συνεχίσουμε την υπόλοιπη συνέντευξη στο γραφείο μου. Μια στιγμή να βάλω ένα τσιρότο στο χέρι σου». Πράγματι κόλλησε ένα στη μικρή κόκκινη κουκκίδα όπου είχε μπει η βελόνα και μετά την οδήγησε στο διάδρομο. Το άντρο του ήταν ένα γωνιακό γραφείο με εκπληκτική θέα. Διάσπαρτα τριγύρω ήταν αρκετά αντίγραφα από μικρογραφίες πρόσφατων έργων της εταιρείας Ζελ, περίπλοκα συμπλέγματα πετρελαιαγωγών και δεξαμενών που αποτελούσαν τα εξειδικευμένα πρωτοποριακά διυλιστήρια τα οποία είχε σχεδιάσει εκείνος και από τα οποία είχε δημιουργήσει την περιουσία του. Η Έιμι αναγνώρισε αρκετά από αυτά –ήταν διασκορπισμένα σε όλο τον κόσμο και πολλά βρίσκονταν εκεί, στη Νοτιανατολική Ασία. Οδηγώντας την σε μια καρέκλα, ο Ζελ άνοιξε έναν ψύκτη και έβγαλε ένα μπουκάλι σαμπάνια και δύο παγωμένα ποτήρια. «Λοιπόν, αυτό παίρνουν οι πολυεκατομμυριούχοι για πρωινό, σύμφωνα με την πείρα σου;» τη ρώτησε. «Υποθέτω ότι είναι πιο παραδοσιακό για εκείνους», είπε επιφυλακτικά εκείνη. «Γιορτάζουμε κιόλας;» «Όχι. Αλλά δείχνεις να χρειάζεσαι ένα ποτό. Και είπες ότι σου αρέσει η σαμπάνια». Γέμισε το ποτήρι της με το αφρώδες Ρεντερέρ. «Νόμιζα ότι θα λιποθυμούσες εκεί μέσα».

«Αισθάνθηκα μια στιγμιαία ναυτία. Ήταν μεγάλη

πτήση...

Ένα ποτήρι σαμπάνια μπορεί να

βοηθήσει πράγματι». «Πρέπει να σου κάνω ακόμη μερικές ερωτήσεις», της είπε εκείνος, τσουγκρίζοντας το ποτήρι του με το δικό της. «Φυσικά». «Έχεις συλληφθεί ποτέ;» Η Έιμι παραλίγο να πνιγεί με τη σαμπάνια της. «Όχι». «Έχεις καταδικαστεί ποτέ για κάποιο έγκλημα ή κακούργημα;» «Όχι». «Μπορείς να μου πεις τι είναι το Σύστημα Συμπιεσμένου Ελάσματος;»

Αυτή τη φορά η Έιμι δεν κόμπιασε. «Το Σύστημα Συμπιεσμένου Ελάσματος είναι ένα κράμα ατσαλιού και ελαστομερούς που ανέπτυξε ο Όμιλος Ζελ για την κατασκευή δεξαμενών πετρελαίου. Είναι πιο δυνατό και πιο ελαφρύ από το συμβατικό ατσάλι. Είναι επίσης πιο ανθεκτικό, και αυτό έχει προφανή σημασία για τη ναυπηγική. Μόλις εκμισθώσατε αυτή την ευρεσιτεχνία σε μία κορεατική εταιρεία. Αν το σύστημα πετύχει, μπορεί να σας αποφέρει τελικά ακόμη περισσότερα κέρδη απ’ όσα βγάζετε τώρα στην πετροχημική βιομηχανία». Εκείνος στεκόταν στο παράθυρο, παρακολουθώντας την πάνω από το ποτήρι της σαμπάνιας του. Το πρωινό φως αποκάλυπτε την τελειότητα του κορμιού του –μακριά, μυώδη πόδια, λεπτή μέση και δυνατοί ώμοι, και κεφάλι που θα μπορούσε να συγκριθεί μόνο με άγαλμα αρχαίου Έλληνα θεού. Χαμογελούσε αχνά. «Προφέρεις τις λέξεις ‘‘πετροχημική βιομηχανία’’ λες και σε συναρπάζουν πραγματικά». «Με συναρπάζουν», παραδέχτηκε εκείνη. Έδειξε τις μικρογραφίες των διυλιστηρίων που υπήρχαν ολόγυρα στο γραφείο. «Με συναρπάζουν τα περίπλοκα έργα της μηχανικής όπως αυτά, κύριε Ζελ. Μου αρέσουν τα πάντα σχετικά με τη δουλειά σας. Μου αρέσει ιδιαίτερα η περιβαλλοντική διάσταση που έχετε αρχίσει να προσδίδετε σε οτιδήποτε κάνετε. Μου αρέσει που φροντίζετε να μη μολύνετε το οικοσύστημα στις περιοχές όπου βρίσκονται τα διυλιστήριά σας. Μου αρέσει που χρησιμοποιείτε την ευφυΐα σας για να αναπτύξετε συστήματα για τη διύληση χρησιμοποιημένου πετρελαίου. Ακόμη και το Σύστημα Συμπιεσμένου Ελάσματος θα μπορούσε να έχει ωφέλιμη επίδραση στο περιβάλλον. Αν χρησιμοποιηθεί στο κύτος των τάνκερ, οι πετρελαιοκηλίδες από διαρροές θα μπορούσαν να γίνουν παρελθόν». «Αξιέπαινη οικολογική συνείδηση», σχολίασε εκείνος. Δε φαινόταν κολακευμένος από τα λόγια της. Στην πραγματικότητα, η Έιμι δεν προσπαθούσε να τον κολακέψει, απλώς εξέφραζε τα αληθινά της συναισθήματα. «Ναι, η οικολογία είναι σημαντική για μένα. Θέλω να κληροδοτήσω κάτι στα παιδιά μου». «Πόσα παιδιά έχεις;» τη ρώτησε γλυκά. «Κανένα! Σχήμα λόγου...» «Έχεις παντρευτεί ποτέ;» «Ποτέ». «Έχεις κάποιον φίλο αυτό τον καιρό;» «Δε νομίζω ότι αυτό είναι σχετικό». «Είναι πολύ σχετικό. Σε προειδοποίησα, Γουέρθινγκτον, το πρόγραμμα της δουλειάς δεν πρόκειται να σου επιτρέψει να έχεις ερωτική ζωή τους επόμενους μήνες. Αν είσαι στη μέση ενός μεγάλου ειδυλλίου, αν σχεδιάζεις να κάνεις οικογένεια σύντομα, τότε αυτή δεν είναι η κατάλληλη δουλειά για σένα». «Δεν έχω κανέναν», παραδέχτηκε σιγανά. «Δε σχεδιάζω να κάνω οικογένεια και δεν υπάρχει κανένα μεγάλο ειδύλλιο στη ζωή μου. Θα χαρώ να βάλω τον Όμιλο Ζελ πάνω απ’ όλα. Κύριε Ζελ, μπορεί να σας φαίνομαι νέα και επιπόλαια, αλλά μπορώ να σας υποσχεθώ ότι δε θα βρείτε κανέναν άλλον πιο πρόθυμο να ριχτεί με τα μούτρα σε αυτή τη δουλειά εκτός από μένα. Είμαι διατεθειμένη να τρώω, να πίνω και να αναπνέω δουλεύοντας για τον Όμιλο Ζελ από δω και πέρα». Εκείνος την κοίταξε κάτω από τα χαμηλωμένα βλέφαρά του. «Αρχίζεις να με τρομάζεις», παρατήρησε κοφτά. «Τρομάζω και τον εαυτό μου μερικές φορές. Θα θέλατε να ακούσετε για τη μεγαλύτερη προστασία από κραδασμούς και τη βελτιωμένη θερμική μόνωση που προσφέρει η νέα σας επένδυση των

σωλήνων από συμπολυμερές; Ή για το πώς το μοναδικό σας σύστημα εκχύλισης με διαλυτή εξαλείφει την ανάγκη εξατμιστών λεπτού στρώματος, όπως επίσης και το δαπανηρό στάδιο της υδρογονοκατεργασίας, που κάνει τα συστήματα των ανταγωνιστών σας τόσο ακριβά;» «Όχι, ευχαριστώ». «Τότε, ίσως μπορώ να σας πω για την αξιοσημείωτη επιτυχία που είχε ο Όμιλος Ζελ στο εργοστάσιο της Μασσαλίας, αφαιρώντας το νερό, τα πρόσθετα και τα ρυπαίνοντα υλικά σε κανονικές συνθήκες, ούτως ώστε το πετρέλαιο που προκύπτει να μπορεί να επεξεργαστεί με τις παραδοσιακές μεθόδους απόσταξης». «Εντάξει, απέδειξες ότι μελέτησες το μάθημά σου και έχεις δυνατή μνήμη». «Και διαθέτω επίσης ένα τριψήφιο δείκτη νοημοσύνης», τον πληροφόρησε. «Δεν ήθελα να φανώ συγκαταβατικός», της απάντησε. «Μετά την ασθένεια της Μάρσι, χρειάζομαι

απελπισμένα μια νέα βοηθό. Κοίτα αυτό». Της πέταξε κάτι στην ποδιά της. Η Έιμι το σήκωσε. «Το κινητό σας;» «Δορυφορικό τηλέφωνο, Γουέρθινγκτον. Λειτουργεί παντού. Το έβαλα στο αθόρυβο πρόγραμμα στο αεροδρόμιο. Ρίξε μια ματιά στην οθόνη». Εκείνη υπάκουσε και είδε το μήνυμα που αναβόσβηνε: 37 αναπάντητες κλήσεις, 44 νέα μηνύματα. «Κατανοώ το πρόβλημά σας». «Ωραία. Θέλεις να αρχίσεις με αυτά;» «Εγώ; Τώρα;» «Δεν έχουμε πολύ χρόνο. Πετάμε για Βόρνεο στις δύο». «‘‘Πετάμε’’;» «Εσύ κι εγώ. Έχουμε ένα εργοστάσιο να επιθεωρήσουμε». «Αυτό σημαίνει ότι προσλαμβάνομαι;» τον ρώτησε ξέπνοα. «Εκτός κι αν η αιματολογική σου εξέταση δείξει ότι είσαι ναρκομανής ή έγκυος».

«Μα...

μα δεν ξέρω από πού να αρχίσω!»

«Για την ώρα, το μόνο που χρειάζομαι να κάνεις είναι να απαντάς στο τηλέφωνο. Να αξιολογείς ποιο τηλεφώνημα είναι επείγον και να λες στους υπόλοιπους ότι δεν είμαι διαθέσιμος». Της έδειξε το τεράστιο ξύλινο γραφείο στη γωνία του δωματίου. «Αυτό ήταν της Μάρσι. Όταν γυρίσουμε στο Χονγκ Κονγκ, θα αρχίσεις να χρησιμοποιείς τα συστήματά της. Εκείνη δε θα ξανάρθει στη δουλειά, αλλά οι γραμματείς θα σε βοηθήσουν». «Κύριε Ζελ, δεν περίμενα ότι θα άρχιζα να δουλεύω αμέσως! Σκόπευα να γυρίσω στο Λονδίνο αύριο. Αν έχω προσληφθεί πραγματικά, υπάρχουν πράγματα που πρέπει να τακτοποιήσω». «Χάλασες το πρόγραμμά μου. Νομίζω ότι αυτό μου δίνει το δικαίωμα να χαλάσω κι εγώ το δικό σου. Σε χρειάζομαι στο Βόρνεο σήμερα το απόγευμα. Όταν επιστρέφουμε, θα φροντίσω να έχεις το χρόνο να γυρίσεις στο Λονδίνο για να οργανώσεις τη ζωή σου». «Μα πήρα ρούχα μόνο για τρεις μέρες!» «Αυτό που θα χρειαστείς βασικά στο Βόρνεο», απάντησε λακωνικά εκείνος, «είναι ένα αδιάβροχο. Είναι η εποχή των μουσώνων».

Κεφάλαιο 3

Κουλουριασμένη στο αδιάβροχο που αγόρασε από το αεροδρόμιο του Χονγκ Κονγκ, η Έιμι απαντούσε ακόμη σε τηλέφωνα καθώς έκαναν το γύρο του διυλιστηρίου Μπαντάκ. Ήταν αργά το απόγευμα, αλλά εξαιτίας του μανιασμένου καιρού είχε σκοτεινιάσει τόσο, λες και είχε νυχτώσει. Η καταρρακτώδης βροχή μαστίγωνε τα κτίρια από όλες τις μεριές, παρασυρμένη από τους θυελλώδεις ανέμους, και έπεφτε από το τεράστιο –αλλά μισοτελειωμένο ακόμη– σύστημα αγωγών του διυλιστηρίου σε καταρράκτες, σχηματίζοντας λασπωμένους χειμάρρους στην κόκκινη άμμο. Η πτήση από το Χονγκ Κονγκ με το ιδιωτικό τζετ του Άντον ήταν εφιαλτική, με αστραπές και δυνατές αναταράξεις, και η προσγείωση σε έναν αεροδιάδρομο κοντά στο διυλιστήριο, μάλλον ανατριχιαστική. Για πρώτη φορά η Έιμι καταλάβαινε τι σήμαινε η λέξη μουσώνας. Μια αίσθηση εξωπραγματικού την κυρίευσε ξανά. Δεν μπορούσε να φανταστεί, όταν πετούσε για το Χονγκ Κονγκ εκείνο το πρωί, ότι μέχρι το βράδυ θα βρισκόταν στο Βόρνεο ως η νέα προσωπική βοηθός του Άντον Ζελ. «Είμαστε μπροστά από το πρόγραμμα, παρά τους μουσώνες», έλεγε ο υπεύθυνος του έργου στον Άντον. Η Έιμι είχε το ένα αυτί στη συζήτησή τους καθώς μιλούσε στο τηλέφωνο. Στέκονταν με τους μηχανικούς στο καταφύγιο ενός τροχόσπιτου. «Η πρώτη φάση θα τεθεί σε εφαρμογή δύο μήνες νωρίτερα». «Έχουν δοκιμαστεί τα αεροστεγή σφραγίσματα;» «Είναι ανθεκτικά. Το νέο σύστημα φαίνεται καλό». «Τι επίπεδο παραγωγής προβλέπουμε για την πρώτη φάση;» «Έχουμε τους προκαταρκτικούς υπολογισμούς εδώ», είπε ο άντρας, τείνοντάς του ένα φάκελο. «Θα πρέπει να διυλίζουμε δύο χιλιάδες τόνους τον μήνα μέχρι τον επόμενο Μάιο». «Δώσ’ τα στη βοηθό μου», τον πρόσταξε ο Άντον. Η Έιμι δέχτηκε τον φάκελο από τον υπεύθυνο με ένα χαμόγελο, χωρίς να διακόψει τη συνομιλία της στο τηλέφωνο. Η γυναίκα με την οποία μιλούσε ήταν αποφασισμένη να μιλήσει στον Άντον, μολονότι εκείνος της είχε δώσει αυστηρές οδηγίες ότι δεν ήταν διαθέσιμος. «Λυπάμαι», μουρμούρισε, «αλλά ο κύριος Ζελ είναι σε μια συνάντηση και δεν μπορώ να τον διακόψω». «Μπορώ να ακούσω τη φωνή του, διάβολε», είπε η κοφτή, αριστοκρατική φωνή η οποία ανήκε στη λαίδη Καρόν, όπως της είχε συστηθεί η συνομιλήτριά της. «Πού είναι; Τα πίνει σε κανένα μπαρ, περιτριγυρισμένος από πεταλουδίτσες;» «Επισκέπτεται ένα διυλιστήριο», απάντησε ήρεμα η Έιμι, «και είναι περιτριγυρισμένος από μηχανικούς». «Ποια στο διάβολο είσαι εσύ, τέλος πάντων; Δεν είσαι η Μάρσι». «Το όνομά μου είναι Έιμι Γουέρθινγκτον και είμαι η αντικαταστάτρια της Μάρσι». «Τι στα κομμάτια απέγινε η Μάρσι;» «Ο κύριος Ζελ την πέθανε στη δουλειά, λαίδη Καρόν. Μπορώ να του δώσω κάποιο μήνυμα;» «Ασφαλώς και μπορείς. Πες του ότι θα περιμένω τηλέφωνό του». Η γραμμή έκλεισε, αλλά η Έιμι

μιλούσε ήδη στην επόμενη. Ο Άντον την πλησίασε και την έπιασε από το μπράτσο. «Έχουμε σχεδόν τελειώσει εδώ. Ο κυβερνήτης λέει ότι ο καιρός επιδεινώνεται. Δε νομίζω ότι θα ήταν συνετό να προσπαθήσουμε να γυρίσουμε στο Χονγκ Κονγκ απόψε». «Θα προτιμούσα να με φάνε πεινασμένα πιράνχας». «Τα πιράνχας είναι στη Νότια Αμερική, Γουέρθινγκτον. Θα διανυκτερεύσουμε σ’ ένα ξενοδοχείο στο Κουτσίνγκ». «Μία λαίδη Καρόν τηλεφωνεί συνεχώς. Περιμένει να της τηλεφωνήσετε». «Είναι μία από τις πιο ενοχλητικές μετόχους. Είχαμε την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων πριν από μερικές εβδομάδες και χάλασε τον κόσμο. Μπορεί να περιμένει. Ας γυρίσουμε στο τζιπ». Ο δρόμος για το Κουτσίνγκ έμοιαζε περισσότερο με ρηχό ποτάμι. Το τζιπ προχωρούσε με δυσκολία, κολλώντας στη λάσπη. Η Έιμι του έδωσε τα υπόλοιπα μηνύματα που είχε δεχτεί. Εκείνος έδειχνε να την ακούει, αλλά η Έιμι μπορούσε να δει ότι το μυαλό του είχε μείνει πίσω στο διυλιστήριο, κάνοντας υπολογισμούς, προβλέψεις, εκτιμήσεις. Έφτασαν στο Κουτσίνγκ, μια γραφική πόλη στον ποταμό Σαραγουάκ. Παρά τη νεροποντή, η ζωή συνεχιζόταν, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο. Το ξενοδοχείο τους βρισκόταν στην όχθη του ποταμού. Ήταν ένα όμορφο κτίριο, με την αίγλη της αποικιοκρατίας. Το δωμάτιό της είχε μπαλκόνι με θέα στο ποτάμι. Η Έιμι ξεντύθηκε, ανακαλύπτοντας ότι όλα της τα ρούχα ήταν μούσκεμα, παρά το αδιάβροχο που φορούσε. Είχε μια αλλαξιά στην τσάντα της –το σύνολο που σκόπευε να φορέσει για τη συνέντευξη. Θα έπρεπε να βολευτεί μ’ αυτό. Το ντους ήταν σύγχρονο και το νερό ζεστό. Το άφησε να την ανακουφίσει από την κούραση της μέρας. Δεν είχε ξαναζήσει ποτέ στη ζωή της μια τόσο γεμάτη μέρα. Είχε στραφεί στον Άντον Ζελ, την επιχειρηματική ιδιοφυΐα, για να δραπετεύσει από την Αγγλία. Αλλά ο Άντον Ζελ, ο άντρας, είχε μπει στη ζωή της σαν μουσώνας, κάνοντάς τη να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια της. Άπλωσε μια δροσιστική λοσιόν στην επιδερμίδα της, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ότι όλα αυτά δεν ήταν ένα τρελό όνειρο. Με μια πετσέτα τυλιγμένη γύρω από τα μαλλιά της και άλλη μία γύρω από το κορμί της, βγήκε από το μπάνιο. Σταμάτησε απότομα όταν είδε τον Άντον Ζελ να κάθεται στο κρεβάτι της, ξεφυλλίζοντας τον φάκελο που τους είχε δώσει ο υπεύθυνος του διυλιστηρίου στο Μπαντάκ. «Κύριε Ζελ!» «Άντον», είπε εκείνος, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του. «Κανείς δε με αποκαλεί ‘‘κύριο Ζελ’’. Αλήθεια, το μικρό σου όνομα είναι Αμέλια;» «Έιμι. Και δεν έχω ντυθεί ακόμη». Εκείνος ύψωσε το βλέμμα του και την κοίταξε με μπλε μάτια που σιγόκαιγαν. «Εγώ κατάφερα να κάνω ντους, να αλλάξω και να διαβάσω είκοσι σελίδες όσο ήσουν εκεί μέσα». «Εσείς είστε άντρας», του είπε καυστικά. «Πεινασμένος άντρας». Ο οποίος περιεργαζόταν ξεδιάντροπα τα πόδια της. «Έχω κάνει κράτηση στο εστιατόριο». «Πρέπει να ντυθώ!» Εκείνος σηκώθηκε. Σκόπιμα ή όχι, πέρασε από δίπλα της αγγίζοντάς τη φευγαλέα καθώς έβγαινε από το δωμάτιο. «Μυρίζεις σαν τροπική ορχιδέα. Αρωματισμένη και νοτισμένη. Μη φας όλη τη νύχτα, Αμέλια Γουέρθινγκτον. Θα σε περιμένω κάτω στο λόμπι». Η αίθουσα του εστιατορίου ήταν μαγευτική, τεράστια, ψηλοτάβανη, με θολωτό ταβάνι και

περίτεχνους κίονες, θαρρείς και είχε βγει από τον προηγούμενο αιώνα. Υπέροχα παλιά έπιπλα και μια εκλεκτική συλλογή από καναπέδες και καρέκλες από μπαμπού ήταν σκορπισμένα ολόγυρα. Οι μπαλκονόπορτες που οδηγούσαν στον κήπο παρέμεναν ανοιχτές, αφήνοντας το αεράκι να δροσίζει το δωμάτιο, αν και οι περσίδες από μπαμπού ήταν χαμηλωμένες για να κρατήσουν έξω τη βροχή. Τα τραπέζια φωτίζονταν από κεριά. Στο τρεμάμενο φως τους, οι μάσκες και τα γλυπτά Ιμπάν που κρέμονταν από τους τοίχους έμοιαζαν να ζωντανεύουν. «Δεν πρόκειται για πραγματικά συρρικνωμένες κεφαλές, έτσι;» ρώτησε τον Άντον καθώς μελετούσαν το μενού. Εκείνος ξεφύσηξε περιφρονητικά. «Δεν έμαθες καλά το μάθημά σου, Γουέρθινγκτον. Οι συρρικνωμένες κεφαλές είναι νοτιοαμερικάνικες, όπως και τα πιράνχας. Οι Ιμπάν παίρνουν κεφάλια, αλλά δεν τα συρρικνώνουν. Η συρρίκνωση κεφαλών προϋποθέτει την αφαίρεση του εγκεφάλου και...» «Το μόνο που θέλω να ξέρω είναι αν είναι ανθρώπινες», τον έκοψε βιαστικά εκείνη. «Δεν ξέρω. Μερικές μου φαίνονται γνωστές. Εκείνη εκεί μου θυμίζει πολύ μια βοηθό μου που εξαφανίστηκε πριν από μερικά χρόνια». «Το απολαμβάνετε να με βασανίζετε, έτσι;» «Ναι», της είπε εκείνος. «Δε γίνεται κυνήγι κεφαλών στο Βόρνεο εδώ και πάνω από μισό αιώνα. Το όμορφο κεφαλάκι σου είναι, λοιπόν, απόλυτα ασφαλές. Σου συστήνω το ψάρι με κάρι. Το σκουμπρί είναι φρεσκότατο και πολύ νόστιμο». «Εντάξει», συμφώνησε η Έιμι. Ήταν πολύ μπερδεμένη από τις παράξενες λέξεις στο μενού για να διαλέξει μόνη της. «Μου αρέσει πολύ αυτό το ξενοδοχείο». «Ωραία. Έχω μείνει στο Χίλτον και σε άλλα μοντέρνα ξενοδοχεία στο κέντρο της πόλης, αλλά τούτο το μέρος είναι το αγαπημένο μου». «Ελπίζω να μη σας απογοητεύω. Αυτά τα ρούχα ήταν για τη συνέντευξη, όχι για μία βραδινή έξοδο». «Για δουλειά, όχι για διασκέδαση;» Την κοίταξε με σκοτεινά μάτια. Το γκρι ταγέρ που φορούσε ήταν κομψό, επαγγελματικό και επίσημο. Τη θηλυκή πινελιά πρόσθετε το μαργαριταρένιο κολιέ που άστραφτε στη χλομή της επιδερμίδα. «Ποιος σου αγόρασε αυτά τα εξαίσια μαργαριτάρια;» «Ήταν της μητέρας μου», είπε, ευχαριστημένη που εκείνος τα είχε προσέξει. «Δεν είναι όμορφα;» «Είναι τέλεια για την υπέροχη επιδερμίδα σου. Μαργαριτάρια για ένα εγγλέζικο ρόδο». Η Έιμι χαμογέλασε. Αν εκείνος διασκέδαζε πειράζοντάς την, άλλο τόσο το διασκέδαζε κι εκείνη. Ένας σερβιτόρος ντυμένος με μια χιονάτη λευκή στολή και ένα μουσταρδί τουρμπάνι πήρε την παραγγελία τους και τους έφερε τα ποτά που είχαν παραγγείλει. «Λοιπόν», είπε ο Άντον, παρατηρώντας τη με ευθυμία, «τίνος ιδέα ήταν να σε βγάλουν Αμέλια;» «Τι κακό έχει το όνομά μου;» «Είναι πολύ βικτωριανό. Το Αμέλια Γουέρθινγκτον θυμίζει μια ενάρετη ορφανή σ’ ένα μυθιστόρημα του Καρόλου Ντίκενς». «Μα είμαι ορφανή», είπε ανάλαφρα εκείνη, «αν και δεν ξέρω αν είμαι ενάρετη». Η έκφρασή του άλλαξε. «Συγνώμη. Δεν ήθελα να σε προσβάλω». «Δε με προσβάλατε. Τυχαίνει να είναι παλιό οικογενειακό όνομα, της προγιαγιάς μου, για την ακρίβεια». Ήπιε μια γουλιά από το κοκτέιλ της. Ο Άντον Ζελ ήταν ένας τόσο γοητευτικός άντρας, που μόνο που τον κοίταζε ένιωθε πεταλούδες να φτερουγίζουν στο στομάχι της. Μπορεί να αποδεικνυόταν πολύ πιο δύσκολο απ’ όσο περίμενε το να δουλεύει για τον πιο όμορφο άντρα στον

κόσμο, σύμφωνα με τη Βογκ. «Πάντως, είστε κι εσείς ορφανός, έτσι δεν είναι;» «Σωστά. Εξακολουθείς να μου δείχνεις πόσο καλά μελέτησες το μάθημά σου;» «Απλώς επαναλαμβάνω όσα έχουν γραφεί για εσάς». Τα μάτια του είχαν καρφωθεί στο στόμα της. «Είπες πραγματικά στη Λαβίνια ότι πέθανα τη Μάρσι στη δουλειά;» «Στη Λαβίνια;» «Τη Λαβίνια Χάιντ-Γουάιτ. Τη λαίδη Καρόν».

«Α, το άτομο που τηλεφωνεί συνεχώς. Το άτομο στο οποίο με περιγράψατε σήμερα το πρωί ως ‘‘μια μικρή αλλά αναπόφευκτη αναποδιά’’;» Το συναρπαστικό του στόμα συσπάστηκε. «Είπα εγώ τέτοιο πράγμα;» «Μάλιστα, κύριε Ζελ. Και αν βρίσκετε τα βικτωριανά ονόματα γελοία, τι έχετε να πείτε για το Λαβίνια Χάιντ-Γουάιτ;» «Λοιπόν, όπως και το δικό σου, είναι προφανώς ένα παλιό οικογενειακό όνομα». «Τη φωνάζετε ‘‘Λάβι’’ για συντομία;» τον ρώτησε γλυκά. «Ή μήπως απλά ‘‘Λαβ’’;» «Πάντα Λαβίνια». «Εκπλήσσομαι πώς συγκρατείστε και δε γελάτε στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου». «Δε γελάω ποτέ με τις πλούσιες και όμορφες γυναίκες». «Γι’ αυτό γελάτε μαζί μου; Επειδή είμαι φτωχή και ασχημούλα ορφανή;» «Δεν είσαι ασχημούλα, Γουέρθινγκτον», είπε εκείνος και η έκφραση στα μάτια του έκανε την

καρδιά της να σπαρταρήσει. «Έχεις το πρόσωπο

ενός...»

Σταμάτησε.

«Σας παρακαλώ, μην πείτε ενός αγγέλου, θα ήταν τόσο τετριμμένο». «Λοιπόν, βγαίνοντας από το μπάνιο με εκείνη την πετσετούλα, έμοιαζες σαν ένα μικρό αγγελούδι που έπαιζε με ένα διαβολάκι και έπρεπε να το τρίψουν οι αρχάγγελοι για να καθαρίσουν από πάνω του τη χρυσόσκονη ή μάλλον το θειάφι». Το κοκτέιλ την είχε χτυπήσει στο κεφάλι και δεν μπόρεσε να μη γελάσει. «Ξέρω από πού προήλθε το θειάφι». «Έχεις υπέροχο γέλιο», παρατήρησε εκείνος. «Είναι αυθεντικό ή ψεύτικο;» «Μην είστε τόσο κυνικός». Το φαγητό τους έφτασε εκείνη τη στιγμή. Όπως της είχε υποσχεθεί, το ψάρι με κάρι ήταν νοστιμότατο, αρωματισμένο με ινδική καρύδα και τζίντζερ και άλλα μπαχαρικά που η Έιμι δεν είχε γευτεί ποτέ πριν. «Δεν είμαι ακριβώς ορφανός όπως εσύ», είπε εκείνος ξαφνικά, χωρίς εισαγωγές. «Δε γνώρισα ποτέ τους γονείς μου, οπότε δεν έζησα την εμπειρία να τους χάσω, όπως συνέβη μ’ εσένα. Αυτό που πέρασες εσύ ήταν πολύ πιο τραυματικό». «Δεν πρέπει να ήταν εύκολο να μεγαλώνεις σε μια σειρά από ανάδοχες οικογένειες», είπε η Έιμι. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Οι περισσότερες ήταν καλές. Μερικές ήταν πολύ κακές. Άλλαζα συνέχεια περιβάλλον, όμως αυτό με έκανε τον άνθρωπο που είμαι. Το να πηγαίνεις να ζήσεις σ’ ένα ξένο σπίτι σε μια τόσο τρυφερή ηλικία, με τα παιδιά κάποιου άλλου, σου μαθαίνει πολλά πράγματα για τη ζωή». «Ναι, αυτό είναι αλήθεια», συμφώνησε σοβαρά η Έιμι. «Υποθέτω ότι αυτό είναι το κοινό μας σημείο. Πώς είναι το ψάρι σου;» «Θαυμάσιο, ευχαριστώ. Χαίρομαι που δέχτηκα την πρότασή σας». «Θα πρέπει να αντέχεις τα ταξίδια σε αυτή τη δουλειά», της είπε. «Να πηγαίνεις παντού, να

κοιμάσαι οπουδήποτε, να τρως οτιδήποτε». «Άντον», είπε εκείνη, χρησιμοποιώντας το μικρό του όνομα για πρώτη φορά, «πρέπει να μάθω κάτι. Μου προσφέρετε στ’ αλήθεια αυτή τη δουλειά; Ή μήπως με διαλέξατε επειδή ήμουν διαθέσιμη και θα μου δώσετε πόδι αμέσως μόλις δείτε το πράγμα πιο σοβαρά;» «Ας πούμε ότι, όπως σε οποιαδήποτε άλλη δουλειά, υπάρχει μια δοκιμαστική περίοδος. Αν τα καταφέρεις, θα μείνεις. Αν όχι, τότε ίσως χαρείς που θα φύγεις». «Δηλαδή θα μπορούσα να απολυθώ και αύριο; Τουλάχιστον υπάρχει και μία άλλη διέξοδος από αυτή τη δουλειά εκτός από μια σοβαρή ασθένεια». «Υπάρχει και ο θάνατος. Η απόλυση είναι απείρως χειρότερη από τις άλλες δύο επιλογές». «Και πώς θα ξέρω αν τα έχω καταφέρει;» «Μου ζητάς μια περιγραφή της δουλειάς; Τώρα, εδώ;» «Ναι». Εκείνος την περιεργάστηκε προσεκτικά. «Άσε με να ρωτήσω κάτι πρώτα. Εσύ ποιο πιστεύεις ότι είναι το κύριο μέρος της δουλειάς σου;» Εκείνη χαμογέλασε. «Μέχρι στιγμής, να μιλάω σε ένα τηλέφωνο. Θα μπορούσατε να με αντικαταστήσετε άνετα με έναν τηλεφωνητή». «Αφησέ με να σου εξηγήσω μερικά πράγματα για την επαγγελματική μου ζωή. Δεν περνάω πολύ χρόνο στο γραφείο. Όχι πια. Υπήρχε μια φάση στη ζωή μου που περνούσα όλη τη μέρα μπροστά σε έναν υπολογιστή ή σε ένα εργαστήριο, σχεδιάζοντας συστήματα για να κάνω τα πράγματα που ονειρευόμουν. Τώρα πληρώνω ομάδες ανθρώπων που είναι πολύ πιο έξυπνοι από μένα για να ασχοληθούν με την έρευνα. Εγώ απλώς κατεβάζω τις ιδέες. Νέες ιδέες. Όπως ξέρεις, αυτή η εταιρεία βρίσκεται μπροστά σε μια νέα μεγάλη εξέλιξη, που βασίζεται σε τεχνολογία την οποία κατάφερα να αναπτύξω. Αλλά είμαι αναγκασμένος να ταξιδεύω για να επισκέπτομαι τα διάφορα έργα. Αν είναι υπό κατασκευή, όπως αυτό που είδαμε, βεβαιώνομαι ότι κατασκευάζονται σωστά. Αν λειτουργούν ήδη, όπως το διυλιστήριο στη Σιγκαπούρη που θα επισκεφτούμε σε πέντε μέρες, φροντίζω να λειτουργούν σωστά. Γι’ αυτό σε προειδοποίησα ότι πρέπει να αντέχεις τα ταξίδια. Δε θα είσαι ποτέ στο σπίτι». «Ούτε εσείς». «Ούτε εγώ», συμφώνησε εκείνος. «Δεν είμαι παντρεμένος. Πάντα ήξερα ότι δε θα μπορούσα να επιβάλω αυτού του είδους τη ζωή σε μια σύζυγο. Όχι αν δεν είμαι έτοιμος να κατασταλάξω κάπου». «Και πότε θα συμβεί αυτό;» τον ρώτησε τολμηρά η Έιμι. «Όταν γνωρίσω τη σωστή γυναίκα», της απάντησε κατηγορηματικά. «Μέχρι τότε, είμαι παντρεμένος με τη δουλειά μου. Δεν έχω ούτε χώρο ούτε χρόνο για γυναίκες –το είδος των γυναικών που ζητούν δέσμευση από έναν άντρα. Γι’ αυτό χρειάζομαι μια προσωπική βοηθό. Το κύριο προσόν που θέλω να διαθέτει είναι συντροφικότητα. Να μπορεί να με διασκεδάζει και να τα πηγαίνει καλά μαζί μου για μεγάλες χρονικές περιόδους. Είναι μια πολύ ιδιαίτερη σχέση. Ελπίζω να καταλαβαίνεις για ποιο πράγμα μιλάω». Η Έιμι αποτραβήχτηκε σαν να είχε καεί και τον κοίταξε νιώθοντας το φαγητό στο στομάχι της να αναδεύεται. «Άσε με να μαντέψω· η Μάρσι δεν είναι γκριζομάλλα ούτε γύρω στα εβδομήντα, έτσι;» Ο τόνος της φωνής της έκανε τα ανέκφραστα μάτια του να ανοίξουν διάπλατα. «Τι συμβαίνει;» «Ίσως να με πείραξε το κάρι», του είπε κοφτά. «Ελπίζω όχι. Όχι, η Μάρσι δεν είναι γκριζομάλλα ούτε γύρω στα εβδομήντα. Είναι τριάντα χρονών, ψηλή και πολύ κομψή. Για την ακρίβεια, ήταν μοντέλο».

«Τυχερέ». «Συγνώμη;» «Είναι ασυνήθιστο για μια τριαντάχρονη γυναίκα να έχει καρδιακά προβλήματα». Εκείνος παρατηρούσε το χλομό της πρόσωπο με περιέργεια. «Ναι», είπε κοφτά, «είναι πολύ λυπηρό. Ήταν μεγάλο σοκ». «Ίσως να υπήρχαν άλλες επιπλοκές», είπε εκείνη, διπλώνοντας την πετσέτα της. «Τι εννοείς;»

Η Έιμι έσπρωξε πίσω την καρέκλα της. «Είμαι πολύ κουρασμένη, κύριε Ζελ. Ήταν μια μεγάλη μέρα». Εκείνος φαινόταν εκνευρισμένος, αλλά δεν την αντέκρουσε. «Αν επιμένεις. Υποθέτω ότι πρέπει να

πάμε για ύπνο. Ας

ανεβούμε...»

Σηκώθηκε από το τραπέζι και βγήκε μαζί της από το εστιατόριο. Οι

μάσκες Ιμπάν στους τοίχους λες και την κοίταζαν κοροϊδευτικά καθώς έφευγε. Στο κεφαλόσκαλο έξω από το δωμάτιό της, ένα κύμα εξάντλησης την κυρίευσε. Ένιωσε να μην την κρατούν τα πόδια της. Ο Άντον την έπιασε από το μπράτσο για να τη στηρίξει. «Τι σου συμβαίνει;» τη ρώτησε καχύποπτα. «Ήταν μια κουραστική μέρα», ψέλλισε με κόπο. «Απλώς χρειάζομαι ύπνο». Εκείνος σήκωσε το χέρι του και τύλιξε το ένα δάχτυλό του γύρω από το μαργαριταρένιο κολιέ που κοσμούσε το λαιμό της. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο στο δικό της. Τράβηξε το πρόσωπό της προς το μέρος του. Κι εκείνη ένιωσε τα ζεστά χείλη του να αγγίζουν τα δικά της, μια επαφή τόσο γλυκιά, τόσο ερωτική, τόσο βασανιστικά οικεία. Τόσο επικίνδυνη. Η Έιμι τον κοίταξε στα μάτια. Ήταν σκοτεινά και διαπεραστικά. Ο Άντον πήρε το κλειδί από τα μουδιασμένα της δάχτυλα και άνοιξε την πόρτα της. «Καληνύχτα», της είπε. «Να θυμάσαι ότι οι κυνηγοί κεφαλών δε δαγκώνουν». Εκείνη έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε, σαν να στεκόταν ο ίδιος ο διάβολος απέξω.

«Τυχερέ». «Συγνώμη;» «Είναι ασυνήθιστο για μια τριαντάχρονη γυναίκα να έχει καρδιακά προβλήματα». Εκείνος παρατηρούσε το χλομό

*

Η Έιμι ξύπνησε πολύ νωρίς το επόμενο πρωί από τους κεραυνούς. Άνοιξε αργά τα μάτια της, προσπαθώντας να θυμηθεί πού βρισκόταν. Ψηλά στο θολωτό ταβάνι, ένας ανεμιστήρας περιστρεφόταν αργά. Κοίταξε το κομψό δωμάτιο γύρω της, που φωτιζόταν από την αυγή. Η προηγούμενη νύχτα έμοιαζε σαν όνειρο. Δυσκολευόταν να πιστέψει ότι είχαν συμβεί όλα αυτά. Αλλά ένα βάρος στο στήθος της της έλεγε ότι η καρδιά της θυμόταν, έστω και αν το μυαλό της είχε ξεχάσει. Ένιωθε τα χείλη της πρησμένα, σαν να τα είχε σημαδέψει εκείνο το στιγμιαίο φιλί. Κουβέντες της χτεσινής μέρας αντηχούσαν στο μυαλό της. Έχεις ακούσει ποτέ την έκφραση ‘‘αναρριχήθηκε στην κορυφή περνώντας από κρεβάτια’’; την είχε ρωτήσει εκείνος στο λιμάνι του Χονγκ Κονγκ. Είναι μια πολύ ιδιαίτερη σχέση. Ελπίζω να καταλαβαίνεις για ποιο πράγμα μιλάω. Ω, ναι. Η Έιμι ήξερε πολύ καλά για ποιο πράγμα μιλούσε ο Άντον Ζελ. Της το είχε καταστήσει απολύτως σαφές. Ένας πλούσιος εργένης, παντρεμένος με τη δουλειά του, πάντα σε κίνηση. Χωρίς χώρο ούτε χρόνο στη ζωή του για γυναίκες –το είδος των γυναικών που ζητούν δέσμευση από έναν άντρα. Βροντές ακούγονταν απέξω. Η Έιμι σηκώθηκε και βγήκε στο μπαλκόνι, τυλίγοντας γύρω από το

κορμί της το σαρόνγκ που πρόσφερε το ξενοδοχείο στους πελάτες του. Ο νεαρός Μάρτιν Μακάλουμ έχει κάποια φήμη με τις γυναίκες που εργάζονται μαζί του. Όταν ο Άντον το πέταξε αυτό, η καρδιά της σταμάτησε. Πώς και δεν κατάλαβε ότι επρόκειτο για δυσάρεστο

οιωνό; Μήπως είχε μάθει τι της συνέβη στη Μακάλουμ & Ρόι; Μήπως αυτός ήταν ο λόγος που της

πρόσφερε τη δουλειά τόσο

αβίαστα...

επειδή χρειαζόταν κάποια μαζί του στο Βόρνεο και ήξερε ότι

κι εκείνη είχε κάποια φήμη επίσης; Η Έιμι ατένιζε τις βάρκες στα γκριζοπράσινα νερά του ποταμού χωρίς να τις βλέπει. Ήθελε τόσο απελπισμένα να φύγει από την Αγγλία, να βρεθεί όσο πιο μακριά γινόταν από το Λονδίνο. Ήταν αλήθεια τόσο ηλίθια ώστε να πέσει μόνη της στο στόμα του λύκου; Πώς είχε μπορέσει, αλήθεια, να φανεί τόσο ανόητη; Είχε ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα, μόνο και μόνο για να γνωρίσει άλλον έναν Μάρτιν Μακάλουμ; Δεν είχε πάρει το μάθημά της; Δεν είχε υποφέρει αρκετά; Στο Λονδίνο ένιωθε ότι όλοι την κοίταζαν, ότι όλοι ήξεραν. Ήξεραν πόσο ανόητη ήταν. Ήξεραν ότι ήταν τόσο αφελής ώστε να ξελογιαστεί από τον πιο περιβόητο γυναικά στο Σίτι. Ήξεραν ότι είχε αφήσει τον εαυτό της να τυφλωθεί από τις υποσχέσεις του και να θαμπωθεί από τη γοητεία του, ότι δεν είχε προσέξει καν τα προειδοποιητικά σημάδια. Ότι ήταν τόσο αθεράπευτα ηλίθια που, όταν έμαθε πως ήταν έγκυος, περίμενε ότι ο Μάρτιν Μακάλουμ θα χαιρόταν με τα νέα όπως κι εκείνη. Τα μάτια της θόλωσαν από δάκρυα καθώς θυμόταν εκείνη την τρομερή μέρα, το χλευασμό του Μάρτιν, που μετατράπηκε σε οργή όταν την άκουσε να ψελλίζει ότι ήθελε να κρατήσει το μωρό, ότι ήθελε να γεννήσει το παιδί που θεωρούσε καρπό, όπως πίστευε, του έρωτά τους. Τον Μάρτιν που τη ρωτούσε έξαλλος αν ήταν τόσο ηλίθια. Τον Μάρτιν που της έλεγε ότι δεν υπήρχε έρωτας ανάμεσά τους, μόνο σεξ. Τον Μάρτιν που της φώναζε να κάνει κάτι γρήγορα.

Κάνε κάτι, ανόητη. Θα πληρώσω εγώ. Να κάνω τι, Μάρτιν; Τι νομίζεις, για τ’ όνομα του Θεού; Άνοιξε τα μάτια σου! Ξεφορτώσου το! Διαφορετικά, σε προειδοποιώ, είσαι μόνη σου. Θα βάλω τον πατέρα μου να σε απολύσει και θα δεις αν θα σου

αρέσει να είσαι μια άνεργη ανύπαντρη μητέρα! Η Έιμι τυλίχτηκε με το σαρόνγκ της. Εκείνη τη μέρα σίγουρα άνοιξαν τα μάτια της. Οι ψευδαισθήσεις της εξανεμίστηκαν σαν φαντάσματα. Και μαζί τους έγιναν κομμάτια η καρδιά και η ψυχή της. Η ευτυχία της, ο αυτοσεβασμός της, η αίσθηση ότι η ζωή ήταν ωραία και ότι την περίμενε ένα ευτυχισμένο μέλλον. Και γι’ αυτόν το λόγο βρισκόταν εκεί, στο Βόρνεο, και στεκόταν τώρα μόνη σ’ ένα μπαλκόνι, ατενίζοντας την καταπράσινη ζούγκλα. Της είχε πάρει πάρα πολύ καιρό για να συνέλθει και να αρχίσει να πιστεύει ξανά στον εαυτό της. Είχε εναποθέσει τόσες ελπίδες στον Άντον Ζελ. Τον Άντον Ζελ, την ιδιοφυΐα, τον δισεκατομμυριούχο που νοιαζόταν, τον πρωτοπόρο της πετρελαιοβιομηχανίας που προστάτευε το περιβάλλον, τον έντιμο άντρα. Αν εκείνος αποδεικνυόταν άλλος ένας καταχραστής της γυναικείας εμπιστοσύνης, που πίστευε ότι ένας παχυλός μισθός κάλυπτε και τη διάθεση του κορμιού της στο κρεβάτι του, τότε ο κόσμος ήταν ένα πολύ ζοφερό μέρος. Άκουσε χτύπημα στην πόρτα της. Σκούπισε τα δάκρυα από το πρόσωπό της και πήγε να ανοίξει. Ήταν ο Άντον, ήδη ντυμένος. Η Έιμι είχε ξεχάσει πόσο γοητευτικός ήταν· τα σκούρα μπλε μάτια του την ηλέκτρισαν. «Χαίρομαι που είσαι ξύπνια. Πρέπει να ξεκινήσουμε νωρίς». «Εντάξει».

«Φτιάξε μου ένα φλιτζάνι καφέ, Γουέρθινγκτον. Η καφετιέρα στο δωμάτιό μου είναι χαλασμένη». «Φυσικά». Τον άφησε να περάσει μέσα και πήγε να ετοιμάσει τον καφέ. «Έκλαιγες;» τη ρώτησε εκείνος. «Είναι η βροχή», του είπε, έχοντάς του γυρισμένη την πλάτη. «Στεκόμουν στο μπαλκόνι. Η θέα είναι καταπληκτική. Δεν την είδα χτες το βράδυ, ήταν σκοτεινά και...» Εκείνος άγγιξε το σαρόνγκ της. «Είσαι μούσκεμα! Τι στην ευχή σκεφτόσουν;» Τα δυνατά του

χέρια έκλεισαν γύρω από τους ώμους της και τη γύρισαν προς το μέρος του. «Έιμι, τι σου συμβαίνει; Είσαι άρρωστη;» «Είμαι μια χαρά», του είπε. Προσπάθησε να ακουστεί γενναία, αλλά έτρεμε ολόκληρη. «Υπάρχει κάτι που θέλεις να μου πεις;» τη ρώτησε ήσυχα. «Κάτι που θα έπρεπε να ξέρω;» Η Έιμι κατάφερε να γελάσει. «Ω, όχι. Νομίζω ότι με πείραξε το στομάχι μου χτες και δεν κοιμήθηκα πολύ καλά, αυτό είναι όλο. Είμαι εντάξει τώρα. Φαίνομαι τόσο χάλια;» Εκείνος δε φάνηκε ικανοποιημένος από την υπεκφυγή της. «Μην κρύβεις πράγματα από μένα, Γουέρθινγκτον. Μην προσπαθήσεις καν. Σε διαβεβαιώ ότι θα ανακαλύψω τα πάντα για σένα στο τέλος. Οπότε, αν υπάρχει κάτι να πεις, πες το τώρα».

«Δεν υπάρχει

τί...

τίποτα!» τραύλισε εκείνη.

«Τι συνέβη χτες το βράδυ; Τη μια στιγμή διασκεδάζαμε και την επόμενη το έβαλες στα πόδια. Τι

μεσολάβησε; Μήπως είπα κάτι;»

Η Έιμι πήρε μια βαθιά ανάσα. Και μόνο που κοίταζε το πρόσωπό του ένιωθε την καρδιά της να

σφυροκοπά ξέφρενα. Ήταν πολύ

φιλύποπτος...

και τρομακτικά διορατικός. Προσπάθησε σκληρά να

του χαρίσει ένα πιο ειλικρινές χαμόγελο. «Όχι. Υπέφερα από το στομάχι μου. Τίποτε άλλο».

Εκείνος κατένευσε. «Εντάξει, αν το λες εσύ. Τουλάχιστον δείχνεις να έχεις ξαναβρεί τον εαυτό σου. Τα μάτια σου λάμπουν. Συνήθως έχουν μία υπέροχη γκρίζα απόχρωση, αλλά μερικές φορές γίνονται κατάμαυρα». «Αλήθεια;» είπε εκείνη με ένα ξέπνοο γέλιο.

«Ναι. Και τότε παύεις να μοιάζεις με άγγελο και αρχίζεις να μοιάζεις με ένα πλάσμα από τον άλλο

κόσμο. Πάντα

όμορφο...

αλλά σκοτεινά, όχι αστραφτερά όμορφο».

«Αφήστε με να σας φτιάξω τον καφέ σας», του είπε, δραπετεύοντας πανικόβλητη από τη δύσκολη

στιγμή. Η καρδιά της είχε ελαφρύνει για ελάχιστα δευτερόλεπτα, αλλά μετά ξαναβά- ρυνε. Η αίσθηση του εφιάλτη είχε επιστρέψει. Και κάποιος άλλος της είχε πει παρόμοια πράγματα. Πράγματα που έκαναν την καρδιά της να ξεχειλίζει από χαρά. Κάποιος που λεγόταν Μάρτιν Μακάλουμ.

Κεφάλαιο 4

Η δουλειά τής πρόσφερε «στέγη στο Χονγκ Κονγκ», αλλά αυτό δεν μπορούσε να περιγράφει το διαμέρισμα στο Κόζγουεϊ Μπέι όπου την είχε εγκαταστήσει ο Άντον. Επιπλωμένο, διακοσμημένο με στυλ, εξοπλισμένο με τα οπτικοακουστικά συστήματα της τελευταίας τεχνολογίας, με υπέροχη θέα στον κόλπο, κοντά στο πιο πολυτελές εμπορικό κέντρο και με το ιδιωτικό του μπαλκόνι –η απόλυτη χλιδή στο Χονγκ Κονγκ. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν είχε το χρόνο να το απολαύσει. Μετά από τρεις ολόκληρους μήνες, εξακολουθούσε να μην ξέρει πώς ακριβώς λειτουργούσαν όλα. Η απόφασή της να δεχτεί τη δουλειά ήταν δύσκολη. Ένιωθε παγιδευμένη ανάμεσα σε δυο κακά. Η ανάμνηση εκείνου του φιλιού παραλίγο να την πείσει να επιστρέψει στο Λονδίνο. Στην πραγματικότητα, μια τυχαία συνάντηση με έναν πρώην συνάδελφό της από τη Μακάλουμ & Ρόι τη βοήθησε να πάρει την τελική απόφαση. Το βλέμμα του, πονηρό και ειρωνικό, της υπενθύμισε κατά κάποιον τρόπο ότι δεν είχε απομείνει τίποτα για κείνη στο Λονδίνο. Ενώ στο Χονγκ Κονγκ... Άνοιξε τις μπαλκονόπορτες και βγήκε έξω στη βεράντα με ένα ποτήρι φρεσκοστυμμένο χυμό πορτοκάλι. Τα νερά του κόλπου ήταν μπλε σαν το ζαφείρι, τόσο μπλε όσο και τα μάτια του Άντον Ζελ. Στο λιμανάκι ακριβώς κάτω από το διαμέρισμά της, τα πολυτελή γιοτ των πλουσίων ταλαντεύονταν με χάρη μαζί με τις γραφικές βάρκες των ανθρώπων του νερού, όπου ξυπόλυτα παιδιά έτρεχαν στο κατάστρωμα και γυναίκες κάθονταν οκλαδόν πίσω από σόμπες κηροζίνης. Ήταν Κυριακή πρωί και δε θα πήγαινε στο γραφείο μέχρι την επόμενη μέρα, στις οχτώ. Τους τελευταίους τρεις μήνες όχι μόνο είχε εργαστεί σχεδόν όλα τα Σαββατοκύριακα, αλλά είχε περάσει κι έναν ολόκληρο μήνα στη Σιγκαπούρη. Ένα διυλιστήριο εκεί δεν εκπλήρωνε τους στόχους της παραγωγής, λόγω κάποιων δυσλειτουργιών του συστήματος, και χρειάστηκε συνεχής και συλλογική προσπάθεια μέχρι να λυθούν τα προβλήματα. Η Έιμι δεν είχε δει ποτέ κανέναν να εργάζεται τόσο σκληρά ή με τόση επιμονή, όσο ο Άντον εκείνον το μήνα. Κι εκείνη βρισκόταν συνεχώς στο πλευρό του, διαβιβάζοντας οδηγίες, απαντώντας στο τηλέφωνο, προγραμματίζοντας τα ραντεβού του. Αλλά βέβαια δεν μπορούσε να ξέρει αν του είχε προσφέρει τη συντροφικότητα, εκείνη την ιδιαίτερη σχέση για την οποία της είχε μιλήσει ο ίδιος, όσο κι αν είχαν έρθει πιο κοντά και του μιλούσε πλέον στον ενικό. Η δουλειά απορροφούσε κάθε λεπτό της μέρας τους και κανείς από τους δυο τους δεν είχε τη δύναμη να κάνει οτιδήποτε άλλο το βράδυ, εκτός από το να τσιμπήσει κάτι και να πέσει για ύπνο. Εκείνο το φιλί στο Βόρνεο δεν είχε επαναληφθεί, αν και συνέχιζε να στοιχειώνει τη μνήμη της σαν το άγγιγμα ενός εξωτικού λουλουδιού. Σαν μια τροπική ορχιδέα, αρωματισμένη και νοτισμένη, όπως είχε πει εκείνος. Έτσι είχε μείνει το άγγιγμα των χειλιών του στα δικά της, σαν κάτι εξωτικό και απίστευτα επικίνδυνο. Η Έιμι απώθησε αυτή τη σκέψη. Η ανάμνηση του τρόπου που την είχε φιλήσει στο Βόρνεο της θύμιζε άλλα πράγματα, πράγματα που σκοτείνιαζαν τη μέρα της. Όπως τις λεπτομέρειες που είχε μάθει για τη Μάρσι, την προκάτοχό της, από την Γκλίνις Πράιορ, την ευχάριστη, μεσήλικη νοσοκόμα, όταν είχε πάει στο ιατρείο της εταιρείας για να βάλει ένα

τσιρότο σ’ ένα κόψιμο. Αλλά τώρα ήταν Κυριακή και δεν ήθελε να σκέφτεται τον Άντον Ζελ και τα σκοτεινά του μυστήρια. Είχε την ευκαιρία να εξερευνήσει αυτό τον υπέροχο νέο κόσμο. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν ήξερε από πού να αρχίσει. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι της εισόδου. Η Έιμι αναρωτήθηκε ποιος μπορούσε να είναι. Οι διαχειριστές του κτιρίου ακολουθούσαν μια αυστηρή πολιτική να κρατούν μακριά τους πλανόδιους πωλητές. Πήγε στο θυροτηλέφωνο. Η φιγούρα στην οθόνη του κλειστού κυκλώματος ήταν επώδυνα οικεία. «Άντον;» είπε, αρπάζοντας το ακουστικό. Εκείνος στεκόταν με τα χέρια στις τσέπες. «Θα με αφήσεις να περιμένω εδώ, στο δρόμο;» «Προσπαθώ να σου ανοίξω!» Η Έιμι πάσχιζε ξέφρενα να βρει το σωστό κουμπί για να ανοίξει την

πόρτα. Δεν είχε χρειαστεί να το κάνει ποτέ πριν! Πρέπει να ήταν αυτό με το κόκκινο κλειδί. Το πάτησε και ανακουφίστηκε βλέποντας το ανυπόμονο πρόσωπο του Άντον να εξαφανίζεται από την οθόνη. Έτρεξε στο μπάνιο, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά γρήγορα, και προσπάθησε να γίνει ευπαρουσίαστη γι’ αυτή την αναπάντεχη επίσκεψη. Μόλις που είχε χρόνο να βουρτσίσει τα μαλλιά της όταν ακουστηκε το κουδούνι της εξώπορτάς της. Ελαφρά ξέπνοη από τη βιασύνη της, του άνοιξε. Ο Άντον μπήκε μέσα. Οι προσπάθειές της να γίνει όμορφη για χάρη του πήγαν χαμένες· δεν της έριξε ούτε μια ματιά, αλλά κοίταξε ερευνητικά το διαμέρισμα γύρω του. «Ανάθεμα, είχα ξεχάσει πόσο ωραία είναι αυτά τα σπίτια». «Είναι υπέροχο. Είμαι πολύ ευτυχισμένη εδώ». «Πρέπει να είσαι», είπε ξερά εκείνος. «Ζεις καλύτερα από μένα. Εγώ μένω σ’ ένα εργένικο διαμέρισμα στο Γουαντσάι». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Αλλά, έτσι, μπορώ να είμαι στη δουλειά

σε δεκαπέντε λεπτά.

Λοιπόν...

βολεύτηκες;»

«Δεν το ξέρω ακόμα», του απάντησε μ’ ένα χαμόγελο. «Ο οδηγός έρχεται και με παίρνει κάθε

πρωί, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχω δει τίποτα από το Χονγκ Κονγκ!»

«Γι’ αυτό πέρασα», της είπε. «Έχω μερικά πράγματα να κάνω στην πόλη. Θα μπορούσες να έρθεις μαζί μου και να έχεις μια ιδιαίτερη ξενάγηση».

«Θέλεις να

πεις...

να έρθω μαζί σου;» τον ρώτησε διστακτικά.

Εκείνος ύψωσε απειλητικά το φρύδι του. «Καθώς τους τελευταίους τρεις μήνες ήμαστε συνεχώς

μαζί, υποθέτω ότι η προοπτική άλλης μιας μέρας με τη συντροφιά μου κάθε άλλο παρά ελκυστική

σου φαίνεται, έτσι;»

wWw.GreekLeech.info

«Όχι, δεν είναι αυτό!» «Αν σου υποσχεθώ να μην αναφέρω καθόλου τη δουλειά, αυτό θα βοηθούσε;» Εκείνη χαμογέλασε. «Για την ακρίβεια, βρίσκω τις μηχανικές λεπτομέρειες συναρπαστικές». «Κατάλαβα. Δηλαδή μόνο εμένα βρίσκεις απωθητικό;» Η Έιμι ενέδωσε. «Εντάξει, θα πάρω ένα αδιάβροχο». Το λεπτό αδιάβροχο που μπορούσε να χωρέσει σε μία τσέπη πήγαινε παντού μαζί της· είχε μάθει νωρίς τις ιδιοτροπίες του καιρού στο Χονγκ Κονγκ, όσο λαμπερός και αν έδειχνε αρχικά ο ήλιος. Ήταν Απρίλιος, ένας υπέροχος μήνας, αλλά αυτό δεν απέκλειε το ενδεχόμενο της βροχής. Δεν τους περίμενε καμία λιμουζίνα σήμερα, αλλά το αυτοκίνητο του Άντον, ένα αστραφτερό μαύρο διθέσιο.

«Ουάου!» αναφώνησε με θαυμασμό. «Ωραίο αμάξι!» «Μπες μέσα, λοιπόν». Της άνοιξε την πόρτα. Το χέρι του χαμηλά στην πλάτη της την παρότρυνε να προχωρήσει. Η Έιμι δεν είχε συνηθίσει ποτέ αυτό το δυνατό χέρι που την έσπρωχνε πάντα αναπάντεχα προς τη σωστή κατεύθυνση. «Γρήγορο και εντυπωσιακό, αλλά χωρίς χώρο για αποσκευές», είπε καθώς καθόταν στη θέση του συνοδηγού. «Όπως και ο ιδιοκτήτης του». Εκείνος έβαλε μπροστά τη μηχανή και ξεκίνησε. Η κουκούλα ήταν κατεβασμένη και η αίσθηση του ανέμου στα μαλλιά της ήταν υπέροχη. Η Έιμι έγειρε πίσω, νιώθοντας έναν παράλογο ενθουσιασμό. «Γιατί το είπες αυτό;» τη ρώτησε μετά από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής. Η Έιμι τον κοίταξε. «Ποιο;» «Ότι δεν έχω χώρο για αποσκευές».

«Ω, συγνώμη, δεν ήθελα να φανώ αναιδής». Η έκφρασή του ήταν σοβαρή και η Έιμι φοβήθηκε ότι

τον είχε προσβάλει. «Δεν ήταν αρνητικό σχόλιο.

Απλώς...

να, αυτό είναι το στυλ σου. Όχι δέσμιοι,

όχι επιβάτες και όχι ρεπό τις Κυριακές. Είναι ένας καλός τρόπος να ζεις, αν δεν έχεις κανέναν άλλο

να σκεφτείς». «Και κανέναν να σε σκέφτεται». «Άντον, είσαι το επίκεντρο ενός ολόκληρου κόσμου ανθρώπων που πιστεύουν ότι ο ήλιος ανατέλλει και δύει μαζί σου. Φυσικά και υπάρχουν άνθρωποι που σε σκέφτονται. Χαίρονται με το χαμόγελό σου και τρέμουν όταν συνοφρυώνεσαι». «Το δεύτερο ισχύει περισσότερο από το πρώτο, νομίζω». «Θα έπρεπε να χαμογελάς πιο συχνά». «Χαμογελάω τώρα», της είπε, γυμνώνοντας τα δόντια του σαν τίγρης. «Κι εγώ χαμογελάω», του είπε. «Κοίτα». Του ανταπέδωσε το μορφασμό. «Είμαι άνθρωπος», της είπε. «Μέχρι που θα σε κεράσω πρωινό». «Αρκεί να μην είναι νουντλς. Έχω δοκιμάσει κάθε πιθανό συνδυασμό τους για πρωινό από τότε που ήρθα εδώ και λαχταρώ μια παραδοσιακή απλή αγγλική ομελέτα». «Αυτό μπορεί να κανονιστεί», της είπε. «Ξέρω ακόμη και πού μπορείς να βρεις αγγλικό μπέικον και αβγά σε αυτή την πόλη. Ξέρω κάθε εστιατόριο στο Χονγκ Κονγκ. Τρώω έξω τρεις φορές τη μέρα. Αυτό που δεν κάνω ποτέ είναι να καθίσω στο τραπέζι μου για να φάω ένα γεύμα, μαγειρεμένο στη δική μου κουζίνα». «Σταμάτα, μου ραγίζεις την καρδιά. Ξέρω ότι ονειρεύεσαι μια γυναίκα με ρόλεϊ στα μαλλιά, που θα σου τηγανίζει συκώτι και κρεμμύδια, ενώ τα τρία σας παιδιά θα σου τραβάνε το μανίκι φωνάζοντας ‘‘Μπαμπά, μπαμπά’’!» «Χμ, αυτό ακουγεται τρομερό». «Ω, σε παρακαλώ. Με το διθέσιο σπορ αμάξι σου και το εργένικο διαμέρισμά σου; Ενώ δουλεύεις μέχρι τα μεσάνυχτα και μετά κατεβάζεις νουντλς και ουίσκι σε κάποιο κλαμπ στριπτίζ του Γουαντσάι; Όλα πάνω σου φωνάζουν ‘‘είμαι εργένης και μου αρέσει’’». «Κι εσύ; Δουλεύεις για τον τύπο που είναι εργένης και του αρέσει. Όταν ήρθες για τη συνέντευξη, μου είπες ότι δεν υπήρχε κανείς άλλος πιο πρόθυμος να ριχτεί με τα μούτρα στη δουλειά από σένα. Είπες ότι ήθελες να τρως, να πίνεις και να αναπνέεις δουλεύοντας για τον Όμιλο Ζελ». «Ναι, το είπα. Και το κάνω». «Λοιπόν, ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ εμένα;» «Ίσως καμία. Μόνο που εγώ δεν παραπονιέμαι γι’ αυτό. Είμαι μια παθολογική ερημίτισσα και είμαι

ευτυχισμένη έτσι». Ο Άντον χαμογέλασε και η Έιμι κατέληξε: «Απλώς πιστεύω ότι κανείς από τους δυο μας δεν πρόκειται να καθίσει σ’ εκείνο το οικογενειακό τραπέζι με τα τρία παιδιά και το τηγανητό συκώτι με τα κρεμμύδια. Οπότε είναι άσκοπο να το ονειρευόμαστε». «Δεν είναι ποτέ άσκοπο να ονειρεύεσαι». Η συζήτηση είχε αρχίσει να γίνεται οδυνηρή για την Έιμι, οπότε άλλαξε θέμα. «Πού πηγαίνουμε, τέλος πάντων;» «Στην Μπάτερι Στρητ. Σκέφτηκα ότι μπορεί να σου άρεσε να δεις την αγορά του νεφρίτη, που είναι πιο γνωστός ως ζαντ». «Κοσμήματα; Ω, ωραία. Τώρα μιλάς σωστά». «Το ζαντ είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό κόσμημα, Γουέρθινγκτον», την προειδοποίησε. «Είναι τρόπος ζωής. Είναι το πετράδι του παραδείσου. Είναι ένα γιατρικό, μια θρησκεία, μια μορφή τέχνης. Το τρίβεις για υγεία, το λατρεύεις για την ομορφιά του και το παίρνεις μαζί σου στον άλλο κόσμο. Μπορείς ακόμη και να το φας, αν θέλεις να ζήσεις για πάντα». «Όχι, ευχαριστώ. Τίποτε άλλο που θα έπρεπε να ξέρω;» «Λοιπόν, πολλά είδη πετραδιών χαρακτηρίζονται με το όνομα ζαντ και μπορεί να είναι πράσινα, λευκά, μοβ, κόκκινα, κίτρινα, ακόμη και μαύρα. Αλλά τα δύο πιο σημαντικά είναι ο νεφρίτης και ο νεφριτίτης. Ο νεφρίτης είναι σίγουρα ο πιο συνηθισμένος. Ο νεφριτίτης είναι πιο σκληρός και πιο πολύτιμος». «Τι με συμβουλεύεις να αγοράσω;» «Ό,τι μιλήσει στην καρδιά σου». Η αγορά στη συμβολή των οδών Κανοού και Μπάτερι ήταν γεμάτη κόσμο. Καθώς την περιδιάβαιναν, η Έιμι παρακολουθούσε συνεπαρμένη μικρές ομάδες αντρών –ορισμένοι από τους οποίους ήταν τόσο ηλικιωμένοι που είχαν μακριά λευκά γένια σαν τον Κομφούκιο– να παζαρεύουν πάνω από χάρτινα πακέτα πράσινων πετραδιών. Το σκεπαστό μέρος της αγοράς ήταν γεμάτο πάγκους και χωρίσματα, με μία εκπληκτική ποικιλία εμπορευμάτων. Υπήρχαν τεράστιες ακατέργαστες πέτρες πράσινου ζαντ σε διαστάσεις ανθρώπου· κουτιά με μικρές χάντρες· σκαλιστά ζώα, μεγάλα και μικρά, υπαρκτά και μυθικά. Υπήρχαν πετράδια ζαντ κάθε χρώματος, από το πιο βαθύ μαύρο ως το πιο χιονάτο λευκό, καλύπτοντας όλα το φάσμα του ουράνιου τόξου. Και όλα φάνταζαν εκπληκτικά όμορφα στα μάτια της Έιμι. Ένα μαγαζί τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή της. Ο ιδιοκτήτης του είχε εκθέσει μια πληθώρα μικρών σκαλιστών ζώων στα ράφια. Η Έιμι περιεργάστηκε με θαυμασμό τους δράκους και τα λιοντάρια. «Αυτά είναι πανέμορφα!» φώναξε στον Άντον. «Και δείχνουν πολύ παλιά!» Εκείνος ήρθε κοντά της, κοιτάζοντας τη συλλογή με κριτικό μάτι. «Μερικά είναι αυθεντικά», της είπε. «Οτιδήποτε παρουσιάζεται ότι είναι πάνω από εκατόν πενήντα ετών είναι πιθανότατα αντίγραφο. Αλλά αυτά τα κομμάτια της δυναστείας των Τσινγκ είναι αυθεντικά. Χρονολογούνται από το δέκατο ένατο αιώνα. Βλέπεις πόσο γυαλισμένα είναι; Τα φυλούσαν με λατρεία για ολόκληρες γενιές». «Μου αρέσει αυτό το γουρουνάκι», είπε η Έιμι σηκώνοντας τη μικρή χοντρή φιγούρα με τα φουσκωτά μάγουλα και τα γουρλωτά μάτια. Ο μαγαζάτορας ήρθε μπροστά. «Πανέμορφο κομμάτι», είπε με ενθουσιασμό. «Πεντακόσια δολάρια». Η Έιμι χλόμιασε όταν άκουσε την τιμή. «Είναι πάρα πολλά για μένα», είπε βάζοντάς το βιαστικά πίσω στη θέση του.

«Είναι το λάθος ζώο, ούτως ή άλλως», είπε ο Άντον. «Αυτά τα ζώα αντιστοιχούν στον κινέζικο

ζωδιακό κύκλο. Εσύ, δυστυχώς, δεν είσαι

χοίρος...

Είσαι πίθηκος. Αυτό το αγαλματάκι σού

ταιριάζει καλύτερα». Η Έιμι πήρε τη φιγούρα που της έτεινε και την ερωτεύτηκε στη στιγμή. Το μικρό πιθηκάκι κρατούσε σφιχτά ένα φρούτο στο στήθος του και με τα δυο του χέρια και κοίταζε πάνω από τον ώμο του με αγωνία, για να δει μήπως υπήρχε ανταγωνισμός για τη λιχουδιά. «Ω, τι αξιολάτρευτο πιθηκάκι. Το λατρεύω!» Τα μάτια του Άντον στένεψαν θυμωμένα. «Μόλις διπλασίασες την τιμή, διάβολε», γρύλισε. «Δε με νοιάζει. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του πιθήκου;» «Λοιπόν, ως χοίρος, θα ήσουν ένα πολύ πιο καλοσυνάτο άτομο και δε θα είχα διστάσει στιγμή να σε προσλάβω. Αλλά, ως πίθηκος, επωφελούμαι από την ανώτερη εξυπνάδα σου και τη γοητεία σου. Αν και η βαθιά καχυποψία σου για τους ανθρώπους κάνει πολύ δύσκολη τη διαδικασία να σε πλησιάσει κανείς». «Τα βγάζεις από το μυαλό σου όλα αυτά! Και εσύ τι είσαι; Τίγρης, υποθέτω». «Δράκος». «Ω, γιατί δεν εκπλήσσομαι καθόλου που το ακούω αυτό; Και ποια είναι τα δικά σου χαρακτηριστικά, ω, μεγάλε δράκε;» «Είμαι ένας ιδιοφυής τελειομανής που έχει εξωφρενικές απαιτήσεις από τους άλλους». «Τρομακτικό!» αναφώνησε η Έιμι. «Τελικά υπάρχει μια βάση αλήθειας σε αυτές τις αστρολογικές ανοησίες». Άφησε τον Άντον να αναλάβει το παζάρεμα και τελικά αγόρασε τον αξιολάτρευτο μικρό πίθηκο για το ένα τρίτο της αρχικής του τιμής. Αν και, όπως της είπε αυστηρά ο Άντον καθώς έβγαιναν από το μαγαζί, θα είχε ρίξει ακόμη περισσότερο την τιμή αν εκείνη δεν είχε δείξει πόσο ξετρελαμένη ήταν με τη μικρή φιγούρα. «Θα το ξέρω για την επόμενη φορά», του είπε. Αλλά δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά της για την αγορά. Ξετύλιξε το μικρό αγαλματάκι και το περιεργάστηκε με λατρεία. «Υποθέτω ότι θα έπρεπε να είχα ρωτήσει αν είναι νεφρίτης ή νεφριτίτης». «Είναι νεφρίτης», είπε ο Άντον. «Το ανάγλυφο είναι καλό, αλλά η πέτρα όχι ιδιαίτερα πολύτιμη. Έλα, θέλω να σου δείξω κάτι ξεχωριστό». Έπιασε κτητικά το μπράτσο της με το δυνατό του χέρι και την οδήγησε σε ένα σκοτεινό σοκάκι όπου τα μαγαζιά δεν είχαν τόσο κόσμο και δεν κυκλοφορούσαν τουρίστες. Στο τέλος του υπήρχε ένα μαγαζί με μια σκαλιστή κόκκινη πόρτα. Φαινόταν κλειστό, αλλά, όταν ο Άντον χτύπησε με το σιδερένιο ρόπτρο που είχε το σχήμα δράκου, ένας ηλικιωμένος άντρας που φορούσε γυαλιά με πρόσθετους μεγεθυντικούς φακούς άνοιξε την πόρτα και τους καλωσόρισε θερμά. «Κύριε Γου», είπε ο Άντον, «ήλπιζα ότι θα μπορούσατε να μας δείξετε μερικά από τα εμπορεύματά σας». «Ασφαλώς», απάντησε εκείνος και άνοιξε περισσότερο την πόρτα. Και πάλι η Έιμι ένιωσε το δυνατό χέρι χαμηλά στην πλάτη της να την παροτρύνει να προχωρήσει. Ο κύριος Γου τους συνόδευσε ευγενικά σε δύο καρέκλες. «Παρακαλώ, καθίστε. Θα θέλατε λίγο τσάι;» «Ευχαριστούμε πολύ», είπε ο Άντον. Η Έιμι κάθισε δίπλα του μπροστά από το γραφείο όπου ήταν απλωμένη μια συλλογή από αρχαία αντικείμενα που έμοιαζαν με αδιάφορα πέτρινα νομίσματα, μερικά από τα οποία είχαν τρύπες.

«Αυτά είναι μπι», μουρμούρισε ο Άντον στο αυτί της. «Θρησκευτικά αντικείμενα από το μακρινό παρελθόν της Κίνας». «Πόσο παλιά είναι;» τον ρώτησε επίσης ψιθυριστά. «Της δυναστείας των Σανγκ», της απάντησε. «Από το δέκατο έκτο αιώνα». «Ουάου, πέντε αιώνων!» «Όχι», της είπε υπομονετικά εκείνος, «από το δέκατο έκτο αιώνα προ Χριστού. Είναι τριάντα επτά αιώνων. Η δυναστεία των Σανγκ αντιστοιχούσε στη δική μας Λίθινη Εποχή! Η Κίνα έχει έναν πανάρχαιο πολιτισμό». Ο κύριος Γου επέστρεψε στο δωμάτιο με ένα δίσκο. Τους σέρβιρε τσάι σε μικρά φλιτζάνια και, καθώς εκείνοι έπιναν το καυτό ρόφημα με άρωμα χρυσάνθεμου, άρχισε να ξετυλίγει ένα προσεκτικά τυλιγμένο ρολό από τσόχα. Η Έιμι τον παρακολουθούσε συνεπαρμένη. Το ρολό από τσόχα περιείχε καμιά δεκαριά θήκες και από κάθε θήκη ο κύριος Γου έβγαζε ένα κομμάτι ζαντ. Υπήρχαν δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, βραχιόλια και περιδέραια με λαμπερές πέτρες. Όλα εξαιρετικά κομμάτια, αλλά και πολύ απλά. Αυτό που την άφησε άφωνη ήταν το χρώμα των πετραδιών –ένα βαθύ, σχεδόν ιριδίζον πράσινο, που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή της. Και άστραφταν με μια ένταση σαν να ήταν ζωντανά.

«Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο πουθενά αλλού στην αγορά», είπε με δέος η Έιμι. «Δεν έχω ξαναδεί ποτέ τόσο έντονο πράσινο». «Αυτοκρατορικό ζαντ της Βιρμανίας», εξήγησε ο κύριος Γου, λάμποντας από περηφάνια. «Όμορφο σαν σμαράγδι». «Ναι, πράγματι», συμφώνησε η Έιμι. «Τα περισσότερα σμαράγδια που έχω δει όμως δεν μπορούν

να συναγωνιστούν την ομορφιά του. Αυτά τα κολιέ είναι υπέροχα. Και αυτά τα

δαχτυλίδια...

Νομίζω

ότι θα προτιμούσα να έχω ένα από αυτά παρά ένα σμαράγδι». «Τι λέτε γι’ αυτό το κομμάτι;» ρώτησε ευγενικά ο κύριος Γου. Της έδωσε ένα βραχιόλι. «Αυτή η πέτρα είναι της καλύτερης ποιότητας. Και η τέχνη είναι αντάξια του υλικού». Η Έιμι πήρε το βραχιόλι και το αισθάνθηκε κρύο παρά τη ζέστη στο μαγαζί. Ήταν, όπως είχε πει ο κύριος Γου, το καλύτερο κομμάτι της συλλογής. Από ζαντ σε βαθύ, ζωηρό πράσινο χρώμα, είχε τη μορφή ενός δράκου σκαλισμένη ολόγυρα έτσι ώστε το στόμα του, που έβγαζε φωτιές, να συναντάει την πύρινη ουρά του. «Είναι καταπληκτικό», αναστέναξε, στριφογυρίζοντάς το στα δάχτυλά της. Ο δράκος έμοιαζε να ζωντανεύει καθώς το φολιδωτό του δέρμα λαμπύριζε στο φως. «Δοκίμασέ το», την προέτρεψε ο Άντον. Η Έιμι το φόρεσε. Έδειχνε υπέροχο πάνω στην ωχρή της επιδερμίδα. Όταν πήγε να το βγάλει ξανά, απρόθυμα, εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Κράτησέ το». «Μπορεί να δεθώ με κάτι σαν αυτό», του είπε μ’ ένα χαμόγελο. «Το ελπίζω», της απάντησε. «Τι εννοείς;» Ο κύριος Γου σηκώθηκε. «Θα ετοιμάσω λίγο τσάι ακόμη», είπε ευγενικά και εξαφανίστηκε στο πίσω μέρος του μαγαζιού, αφηνοντάς τους μόνους. Ο Άντον την κοίταξε στα μάτια. «Είναι δικό σου», της είπε. Η καρδιά της Έιμι σκίρτησε. «Ω, όχι! Είναι πολύ ακριβό κομμάτι!» «Είναι δικό σου», επανέλαβε. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της, κοκκινίζοντας. Έβγαλε το βραχιόλι από τον καρπό της. «Άντον, δεν

μπορώ να το δεχτώ». «Είναι δώρο», επέμεινε. «Ένας τρόπος για να σε καλωσορίσω στον Όμιλο Ζελ και να σου ευχηθώ καλή τύχη στη νέα σου δουλειά». «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, αλλά δεν μπορώ να το δεχτώ. Σε παρακαλώ, δώσ’ το πίσω στον κύριο Γου». Τα μάτια του Άντον έγιναν παγερά. «Δεν μπορώ. Το έχω ήδη πληρώσει. Και εξάλλου έχει το όνομά σου πάνω του». Εκείνη κοίταξε προσεκτικά το βραχιόλι. Στη λεία εσωτερική επιφάνεια είχαν χαραχτεί εξαίσιοι κινέζικοι χαρακτήρες, αλλά και μερικές λέξεις με λατινικούς: η ημερομηνία και η αφιέρωση «Για την Έιμι από τον Άντον». Έμεινε αποσβολωμένη για μια στιγμή. «Έβαλες να το χαράξουν!» «Το ήξερα ότι θα σου άρεσε», είπε εκείνος. «Ήξερα ότι θα σου ταίριαζε τέλεια, και δεν έκανα λάθος. Θέλω να το φοράς στο γραφείο». Η Έιμι ένιωσε το κορμί της να φλογίζεται. Την κυρίευσε μια αίσθηση πανικού και ένιωσε να πνίγεται σε αυτό το μικρό μαγαζί που ήταν γεμάτο θησαυρούς. «Δεν καταλαβαίνεις», του είπε με αγωνία. «Δεν μπορώ να δεχτώ αυτό το δώρο, όσο όμορφο και αν είναι. Σε παρακαλώ, ρώτα τον κοσμηματοπώλη αν μπορεί να σβήσει την αφιέρωση». «Αυτό είναι αδύνατο. Έχει χαραχτεί πολύ βαθιά». Ο Άντον είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. «Τι συμβαίνει, Έιμι; Δε σε καταλαβαίνω». «Τότε προσπάθησε», τον ικέτευσε. «Οι νέοι υπάλληλοι δε δέχονται ακριβά δώρα από τους εργοδότες τους. Δεν είμαι ηλίθια. Ξέρω πόσο πρέπει να κοστίζει αυτό το βραχιόλι». «Έιμι», είπε κοφτά εκείνος, «έχω την οικονομική άνεση να σου αγοράσω ένα κόσμημα». «Το θέμα δεν είναι ποια σημασία τού δίνεις εσύ», του είπε, με μάτια που άστραφταν από θυμό μπροστά στην αδιαλλαξία του, «αλλά ποια σημασία τού δίνω εγώ. Θα με υπέβαλλε σε αφόρητη πίεση».

«Γιατί μου χαλάς τη μέρα μου;» τη ρώτησε συνοφρυωμένος. «Εσύ μου χαλάς τη μέρα μου, Άντον. Όλα ήταν υπέροχα μέχρι αυτή τη στιγμή –η βόλτα με το αυτοκίνητο, η επίσκεψη στην αγορά, η βοήθειά σου για να διαλέξω εκείνο το πιθηκάκι–, αλλά αυτό είναι απαίσιο!»

«Θεωρείς το

βραχιόλι...

απαίσιο;»

«Όχι βέβαια. Θα ήταν ένα υπέροχο δώρο από έναν άντρα στη σύζυγό του, αλλά όχι από έναν

εργοδότη στην υπάλληλό του!» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Σε σκέφτομαι ως ένα είδος συζύγου, Γουέρθινγκτον», της είπε ειρωνικά. «Τότε σταμάτα να με σκέφτεσαι έτσι», του αντιγύρισε θυμωμένα. «Δεν καταλαβαίνω τι στο διάβολο σ’ έπιασε», της είπε, καρφώνοντάς τη με παγερά μάτια. «Είναι

απλώς ένα δώρο». «Το να βάζεις χιλιάδες δολάρια γύρω από τον καρπό μου δεν είναι ‘‘απλώς ένα δώρο’’. Ήρθα στην εταιρεία σου για να δουλέψω, όχι για να γίνω παλλακίδα σου». «Σου ζήτησα κάτι τέτοιο;» «Όχι ακόμη. Και τη μέρα που θα μου το ζητήσεις, θα φύγω, Άντον. Το κατέστησες απόλυτα σαφές

τι ήθελες στο

Βόρνεο...

και πετάς διακριτικούς υπαινιγμούς όλο το πρωί, για το πόσο μόνος και

πόσο παραμελημένος νιώθεις. Νομίζεις ότι δεν ξέρω τι πράγμα ζητάς;»

«Τι πράγμα ζητάω;» τη ρώτησε. «Το είπες πριν από λίγο: ‘‘ένα είδος συζύγου’’. Αλλά αυτό που θέλεις είναι μια σύζυγος χωρίς γάμο». Εκείνος κοίταξε το φλογισμένο πρόσωπό της σιωπηλός για μια στιγμή. «Παρανόησες», της είπε απότομα. «Αυτό που θέλω είναι ένας γάμος χωρίς σύζυγο». «Είναι το ίδιο πράγμα. Έχεις την ικανότητα να λύνεις προβλήματα, και αυτή είναι η λύση σου σε ένα πολύ συγκεκριμένο πρόβλημα». «Αν ήθελα σεξ», της πέταξε τραχιά, «θα το έβρισκα σ’ εκείνα τα στριπτιζάδικα στο Γουαντσάι, όπου λες ότι κατεβάζω νουντλς και ουίσκι μέχρι τα χαράματα». «Ξέρω ότι πηγαίνεις εκεί, επειδή μου έχεις πετάξει τους λογαριασμούς για να τους πληρώσω την επομένη. Ό,τι και αν κατεβάζεις εκεί, δε σου έρχεται φτηνά!» Ο θυμός έκανε τα μάτια του να σκοτεινιάσουν. Της πήρε το βραχιόλι και το έριξε στην τσέπη του. Αυτή τη φορά ένιωσε σχεδόν βίαιο το χέρι του στην πλάτη της. «Εντάξει, αρκετά. Πάμε».

Κεφάλαιο 5

Η Έιμι ένιωθε απαίσια καθώς επέστρεφαν στο Κόζγουεϊ Μπέι μέσα στη σιωπή. Ήξερε ότι είχε πει

πράγματα στο μαγαζί του κυρίου Γου που δε θα έπρεπε να είχαν βγει από τα χείλη της. Θα ήταν τυχερή αν κρατούσε τη δουλειά της. Μακάρι να ήξερε εκείνος τι ευαίσθητο σημείο της είχε αγγίξει –και συνέχιζε να αγγίζει σχεδόν με ό,τι και αν έλεγε ή έκανε. Υπήρχαν στιγμές που την έπιανε μια τρέλα και την κατέκλυζε μια αβάσταχτη αγωνία. Τα λευκά σύννεφα είχαν πυκνώσει γρήγορα και, μέχρι να φτάσουν στο διαμέρισμά της, έβρεχε καταρρακτωδώς. Φυσικά, το μόνο που είχε να κάνει ο Άντον ήταν να πατήσει ένα κουμπί στο ταμπλό του αυτοκινήτου για να κλείσει η κουκούλα πάνω από τα κεφάλια τους με έναν ηλεκτρικό βόμβο. Άντρες σαν τον Άντον Ζελ την έβγαζαν καθαρή ό,τι κι αν γινόταν. Εκείνος πάρκαρε έξω από το σπίτι της και στράφηκε προς το μέρος της σοβαρός. «Ίσως μπορείς να μου δώσεις μια εξήγηση πριν φύγεις». Η Έιμι ένιωθε έναν κόμπο στο λαιμό της. «Άντον, με συγχωρείς που μίλησα έτσι. Δεν είχα δικαίωμα να πω κάποια από αυτά τα πράγματα. Αλλά ένιωσα ότι έπρεπε να τα πω. Δε θέλω να σχηματίσεις λάθος εντύπωση για μένα». «Και ποια εντύπωση θα ήταν αυτή;» Η Έιμι ατένισε τη θάλασσα, ανήμπορη να τον κοιτάξει στα μάτια. «Μια προσωπική βοηθός

ανακαλύπτει κάθε είδους πράγματα. Είναι η φύση της δουλειάς.

Ξέρεις...

όπως μια σύζυγος χωρίς

γάμο». «Τι πράγματα;» «Για την προκάτοχό μου. Την υπέροχη Μάρσι. Μου είπες ότι είχε ένα καρδιακό πρόβλημα και

έπρεπε να φύγει ξαφνικά. Η Μάρσι έκανε ιατρικές εξετάσεις τρεις μέρες πριν φύγει. Ό,τι και αν έλεγε η διάγνωση, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με την καρδιά της». «Κοίταξες τον φάκελό της;» τη ρώτησε απειλητικά. «Όχι βέβαια. Κάποιος μου το είπε». «Ποιος;» «Δεν έχει σημασία. Πολλοί άνθρωποι κάνουν υποθέσεις για τη Μάρσι και το καρδιακό πρόβλημά της. Αλλά εκείνη δεν είναι στο Χονγκ Κονγκ πια. Μεταφέρθηκε βιαστικά σε μια κλινική στην Ελβετία». Τον κοίταξε με ένα πικρόχολο χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη. «Υπήρχε κάποιο είδος ιατρικού επείγοντος. Κάτι που έπρεπε να αντιμετωπιστεί άμεσα. Αλλά όχι καρδιακό πρόβλημα». «Και γιατί σ’ ενδιαφέρει αυτό;» «Γιατί; Πρώτον, επειδή ήταν η προκάτοχός μου. Δεύτερον, επειδή μου είπες ψέματα για το λόγο

που έφυγε. Τρίτον, επειδή δεν έφυγε για λόγους

υγείας...

αλλά επειδή την απέλυσες. Γι’ αυτό μ’

ενδιαφέρει». «Κατάλαβα», είπε βαριά εκείνος. «Όπου και αν είναι η Μάρσι τώρα», είπε η Έιμι με μια φωνή γεμάτη πόνο, «δε θέλω να καταλήξω στο ίδιο μέρος».

«Ελπίζω πως όχι». «Είμαι μόνη σ’ αυτή τη ζωή, Άντον. Πρέπει να φροντίσω τον εαυτό μου επειδή δεν υπάρχει κανείς άλλος να το κάνει για λογαριασμό μου». «Καταλαβαίνω», μουρμούρισε εκείνος γνέφοντας καταφατικά. «Περισσότερο απ’ όσο μπορείς να φανταστείς». «Αν θέλεις να με απολύσεις, θα κατανοήσω τους λόγους». «Εμένα μου φαίνεται ότι εσύ θέλεις να φύγεις». «Λατρεύω τη δουλειά μου», του ομολόγησε με μάτια γεμάτα δάκρυα. «Δε θέλω να φύγω».

«Τότε μπορείς να μείνεις». Έγειρε προς το μέρος της και της άνοιξε την πόρτα. «Μια που είσαι ένα τόσο μεγάλο κορίτσι, δε με χρειάζεσαι για να σε συνοδεύσω στο διαμέρισμά σου». Η Έιμι διέσχισε τρέχοντας το δρόμο, με τη βροχή να μαστιγώνει το πρόσωπό της. Ένιωθε απαίσια. Καθώς άλλαζε, στο σπίτι της πια, βρήκε κάτι σκληρό στην τσέπη της. Ήταν το πιθηκάκι από ζαντ, που έσφιγγε το έπαθλό του αλλά κοίταζε ανήσυχα πάνω από τον ώμο του. Υπήρχε ένα κενό στην καρδιά της. Εκείνος δεν είχε προσπαθήσει καν να της εξηγήσει τι είχε συμβεί στη Μάρσι. Κατά κάποιον τρόπο, η ίδια χαιρόταν γι’ αυτό. Δεν ήθελε να ακούσει περισσότερα ψέματα. Άλλωστε, εκείνη ήξερε πολύ καλά τι της είχε συμβεί. Η φλύαρη νοσοκόμα είχε αδράξει αμέσως την ευκαιρία για κουτσομπολιό.

Λάτρευε τον κύριο Ζελ. Ήταν τρελή για κείνον. Λάτρευε και το χώμα που πατούσε, αν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι, αλλά ξαφνικά άρχισε να χάνει το χρώμα της. Μάλιστα είχε αδιαθετήσει μερικές φορές στο γραφείο. Ο κύριος Ζελ την πρόσταζε να κάνει εξετάσεις. Εκείνη δε χάρηκε καθόλου μ’ αυτό, σε διαβεβαιώ. Αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί, μπορούσε; Και ξαφνικά μάθαμε ότι απολύθηκε και εξαφανίστηκε σε κάποια μυστηριώδη κλινική στη Ζυρίχη. Ο καθένας μπορεί να καταλάβει τι συνέβη, δε συμφωνείς;

Ω, ναι, ήταν εύκολο να καταλάβει κανείς τι είχε συμβεί. Η Έιμι ήξερε πολύ καλά τι είδους ιατρικό επείγον απαιτούσε άμεση απόλυση και μια μυστηριώδη επίσκεψη σε ακριβή κλινική. Μία κλινική που ειδικευόταν σε μικρά ατυχήματα. Τα ήξερε πολύ καλά όλα αυτά. Και δεν επρόκειτο να περάσει τον ίδιο πόνο και πάλι. Ακόμη και αν ήξερε ότι δε θα γνώριζε ποτέ ξανά στη ζωή της κάποιον σαν τον Άντον Ζελ. Κάποτε είχε πιστέψει ότι ήταν ερωτευμένη με τον Μάρτιν Μακάλουμ, αλλά ο Άντον της είχε αποδείξει το αντίθετο. Επειδή κι εκείνη, όπως η Μάρσι, είχε αρχίσει να λατρεύει τον κύριο Ζελ. Να είναι τρελή για κείνον. Να λατρεύει το χώμα που πατούσε. Ακούμπησε τον μικρό πίθηκο στο κομοδίνο της και κούρνιασε στο κρεβάτι της, αδιαφορώντας που τα βρεγμένα μαλλιά της μούσκευαν το μαξιλάρι. Μπουμπουνητά αντηχούσαν στην άλλη πλευρά του κόλπου από την Κίνα. Η Έιμι κοίταξε τη λεπτεπίλεπτη πράσινη φιγούρα. Πόσο καιρό θα μπορούσε άραγε να κρατάει σφιχτά το βραβείο της κοιτάζοντας ανήσυχα πάνω από τον ώμο της;

«Ελπίζω πως όχι». «Είμαι μόνη σ’ αυτή τη ζωή, Άντον. Πρέπει να φροντίσω τον εαυτό μου

*

Έξι εβδομάδες αργότερα, γύρισαν στην Ευρώπη. Ο Όμιλος Ζελ ήταν μέτοχος σε ένα μεγάλο έργο διυλιστηρίων στη Μασσαλία. Μία από τις άλλες εταιρείες, η Μπαρμπύς Ρισόρσις, είχε προσφερθεί να εξαγοράσει τις μετοχές του Άντον. Θα ήταν μία ριζοσπαστική κίνηση, αλλά ο Άντον έδειχνε να τη βλέπει με καλό μάτι. Έτσι, πήγαιναν να επεξεργαστούν τις λεπτομέρειες της συμφωνίας.

Επίσης θα εκμεταλλεύονταν την παραμονή τους στη Νότια Γαλλία τον Ιούνιο, για να κάνουν ένα διάλειμμα στην Κυανή Ακτή και να επισκεφτούν μερικούς από τους φίλους του Άντον εκεί, συμπεριλαμβανομένης της λαίδης Καρόν, η οποία διέθετε μία βίλα στο Καπ ντ’ Αντίμπ. Το πολυτελές ιδιωτικό τζετ του Άντον είχε θέσεις για δώδεκα επιβάτες, αλλά σε αυτή την πτήση ήταν μόνο οι δυο τους –η οικονομική ομάδα του Άντον βρισκόταν ήδη στη Μασσαλία, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Απογειώθηκαν το σούρουπο και βρίσκονταν στον αέρα ήδη τρεις ώρες. Είχαν πεινάσει πια. Η Έιμι μπήκε στη μικρή κουζίνα και έβαλε τα έτοιμα γεύματα από το ψυγείο στο φούρνο μικροκυμάτων. Καθώς ζεσταινόταν ο πρώτος δίσκος, έκλεισε τις κουρτίνες σε όλα τα παράθυρα του Λίαρ τζετ. Ο Άντον ήταν απορροφημένος από τα χαρτιά που διάβαζε. Η Έιμι χαμογέλασε όπως πάντα βλέποντας ότι φορούσε τα γυαλιά του. Και όπως πάντα όταν δούλευε, εκείνος ήταν τόσο συγκεντρωμένος που δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται καν την παρουσία της καθώς περνούσε από δίπλα του. Και δεν τρεμόπαιξε ούτε ένα βλέφαρο όταν εκείνη άνοιξε ένα μπουκάλι παγωμένης σαμπάνιας με ένα δυνατό κρότο. Για κάποιο λόγο υπήρχε ένας μεγάλος, όμορφος παπαγάλος στο αεροπλάνο μαζί τους, που κούρνιαζε νυσταγμένα σ’ ένα κλουβί στο βάθος της καμπίνας των επιβατών. Είχε κάποια σχέση με την επικείμενη συμφωνία, αλλά η Έιμι δεν ήταν σίγουρη ποια ακριβώς. Ο φούρνος μικροκυμάτων σφύριξε. Η Έιμι πήγε τον ένα δίσκο στο πιλοτήριο και τον έδωσε στον πιλότο. Μετά έβαλε τα υπόλοιπα γεύματα στο φούρνο μικροκυμάτων και πλησίασε τον Άντον με τη σαμπάνια και δύο ποτήρια. «Συγνώμη που σε διακόπτω», του είπε, δίνοντάς του το ένα. Εκείνος άφησε τα χαρτιά παράμερα. «Τελείωσα ούτως ή άλλως», της απάντησε. «Τι έχουμε για δείπνο;» «Δεν είμαι σίγουρη, αλλά φαίνεται πολύ καλύτερο από το συνηθισμένο φαγητό των αεροπορικών εταιρειών». «Και εσύ είσαι πολύ καλύτερη από τις συνηθισμένες αεροσυνοδούς», της είπε χαμογελώντας. Η Έιμι χάρηκε με τη φιλοφρόνησή του. Μετά την καταστροφική επίσκεψή τους στην αγορά του ζαντ στο Χονγκ Κονγκ, οι σχέσεις ανάμεσά τους ήταν τεταμένες και περιορίζονταν στα επαγγελματικά θέματα. Αν και επαναλάμβανε συνεχώς στον εαυτό της ότι αυτό ακριβώς ήθελε, η Έιμι λαχταρούσε την οικειότητα που υπήρχε κάποτε ανάμεσά τους· μια οικειότητα που φαινόταν να έχει χαθεί για πάντα. Λαχταρούσε τα χαμόγελά του, τον τρόπο που την πείραζε, τον τρόπο που την άγγιζε. Αλλά όλα αυτά ήταν σαν να μην είχαν συμβεί ποτέ. Και μέσα της, η Έιμι ένιωθε έναν τρόμο που μεγάλωνε κάθε μέρα –έναν τρόμο ότι εκείνος θα τη βαριόταν σύντομα και θα την απέλυε για να βρει κάποια πιο ευχάριστη. Αυτή η σκέψη τής ήταν αβάσταχτη. «Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε. Χάρη σ’ αυτό το σχόλιό σας κερδίσατε ένα μπουκάλι από την καλύτερη σαμπάνια μας όσο θα περιμένετε να προσθέσει ο σεφ τις τελικές πινελιές στο γεύμα σας». «Γέμισε τότε το ποτήρι μου, αγαπητή μου». «Αμέσως, κύριε». Ο Άντον τσούγκρισε το ποτήρι του με το δικό της. «Στην υγειά σου». «Στην υγειά σου», επανέλαβε η Έιμι πίνοντας μια γουλιά. «Γιατί χαμογελάς;» τη ρώτησε.

«Πάντα χαμογελάω όταν σε βλέπω να φοράς γυαλιά». Εκείνος τα έβγαλε. «Έχω και γκρίζα μαλλιά επίσης. Βρίσκεις τα σημάδια του χρόνου διασκεδαστικά;» «Δεν είσαι μεγάλος», του είπε καθησυχαστικά. «Είσαι στην καλύτερη φάση της ζωής σου». «Είσαι πολύ ευγενική». «Δεν κάνει τίποτα». Έδειξε τα χαρτιά του. «Έχεις ξεκαθαρίσει τις σκέψεις σου;» «Τις έχω ξεκαθαρίσει πολύ καιρό πριν. Έχτισα το διυλιστήριο πριν από πέντε χρόνια περίπου για έναν άντρα που λέγεται Ανρί Μπαρμπύς, της εταιρείας Μπαρμπύς Ρισόρσις. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, κατέχω το σαράντα τοις εκατό της κοινοπραξίας, η οποία λέγεται Ζελ Φρανς.

Ο Ανρί είναι σήμερα πολύ πλούσιος. Θέλει να εξαγοράσει αυτό το σαράντα τοις εκατό, γεγονός που θα τον κάνει τον αποκλειστικό ιδιοκτήτη της εταιρείας». «Αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα χάσεις έσοδα;» τον ρώτησε η Έιμι. «Ο Ανρί θα προσφέρει μια πολύ καλή τιμή», τη διαβεβαίωσε με ένα χαμόγελο. «Το εργοστάσιο

έχει δυνατότητα παραγωγής πενήντα χιλιάδες τόνους το

χρόνο...

και αυτό σημαίνει πολλά χρήματα.

Μπορώ να χρησιμοποιήσω τα μετρητά αλλού, σε ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπως το Βιετνάμ και το Λάος. Οι οικονομίες τους έχουν μείνει πίσω λόγω της πολιτικής και των πολέμων για δεκαετίες. Αλλά εγώ τις βλέπω ως τις ασιατικές τίγρεις του μέλλοντος. Και θέλω να έχω ένα μερίδιο στην ανάπτυξή τους». «Δηλαδή δεν είσαι ο άγιος Άντον», του είπε ξερά. «Όχι, δεν είμαι», της απάντησε με ένα χαμόγελο. «Αλλά αγαπώ αυτά τα μέρη, ιδιαίτερα το Βιετνάμ. Θα κάνουμε ένα ταξίδι εκεί σε μερικούς μήνες. Θα δεις πόσο όμορφο είναι». «Πες μου, σε παρακαλώ, γιατί πήρες τον παπαγάλο;» «Είναι ένας Μακάο», απάντησε ο Άντον. «Ο Ανρί Μπαρμπύς τρελαίνεται για εξωτικά πουλιά. Έχει ένα καταφύγιο γεμάτο από αυτά. Είναι το δώρο μου για εκείνον. Μέχρι να ετοιμαστούν τα χαρτιά

του για το ταξίδι όμως, με διέλυσε η γραφειοκρατία, πίστεψέ με». Η Έιμι πήγε να φέρει το φαγητό. Κάθισαν δίπλα δίπλα στις άνετες θέσεις για να φάνε στο πτυσσόμενο τραπεζάκι. Οι δίσκοι περιείχαν μια ποικιλία από καλοφτιαγμένα κινέζικα πιάτα σε όμορφα μικρά μπολ. Χρησιμοποίησαν και οι δυο ξυλάκια –όταν ζεις στο Χονγκ Κονγκ, συνηθίζεις γρήγορα να τρως χωρίς μαχαίρια και πιρούνια. «Αυτή η αεροπορική εταιρεία είναι εξαιρετική», παρατήρησε η Έιμι. «Δεν είχα ποτέ ένα ολόκληρο

αεροπλάνο στη διάθεσή

μου...

πόσω μάλλον τον ιδιοκτήτη ως συνεπιβάτη μου».

«Για μένα, ο χώρος είναι η υπέρτατη πολυτέλεια. Αυτό που θυμάμαι κυρίως από την παιδική μου

ηλικία είναι ότι δεν είχα ποτέ τον προσωπικό μου χώρο». «Ξέρω τι εννοείς. Όταν είσαι παραπανίσιος, τίποτα δεν είναι δικό σου. Πρέπει να μοιράζεσαι τα πάντα. Δεν υπάρχει καθόλου χώρος για σένα». «Ό,τι έχεις είναι στο μυαλό σου», είπε εκείνος.

«Ναι. Και προσπαθούν να σου στερήσουν ακόμη κι αυτό». Ο Άντον την κοίταξε. «Στη συνέντευξη μου είπες ότι ο Τζέφρι δε χάρηκε ιδιαίτερα που είχε άλλο ένα στόμα να θρέψει. Ήταν αλήθεια τόσο κακός μαζί σου;» Η Έιμι δεν απάντησε αμέσως. «Όχι. Ο Τζέφρι είναι ένας πολύ καλός άνθρωπος. Αλλά φρόντισε να ξέρω πόσο τυχερή ήμουν που με πήρε στο σπίτι του. Και τα ξαδέρφια μου ακολούθησαν το παράδειγμά του. Έκαναν τη ζωή μου κόλαση, ιδιαίτερα όταν δεν έβλεπε ο πατέρας τους. Και εγώ

δεν μπορούσα να του παραπονεθώ

ποτέ...

επειδή έπρεπε να είμαι τόσο ευγνώμων».

«Γι’ αυτό είσαι τόσο σκληρή τώρα;»

«Είμαι σκληρή;» τον ρώτησε αθώα. «Πιο σκληρή δε γίνεται». Εκείνος διάλεξε μια νόστιμη γλυκόξινη γαρίδα από το μπολ του και την έβαλε στο στόμα της παρακολουθώντας την επίμονα. Στο απαλό φως της καμπίνας των επιβατών, η έκφραση των ματιών του ήταν ανεξιχνίαστη. «Πες μου τι ακριβώς σου έκαναν». «Ω, υποθέτω ότι γίνομαι μελοδραματική», του είπε αδέξια. «Εντάξει, δεν ήταν τόσο άσχημα. Αλλά ήταν τρεις –δύο δίδυμα κορίτσια και ένα αγόρι. Τα κορίτσια ήταν πολύ χειρότερα. Μου έκαναν

επίθεση από κοινού και μου προκαλούσαν όσο περισσότερο πόνο μπορούσαν.

Ξέρεις...

με

τσιμπούσαν, μου τραβούσαν τα μαλλιά, μου έσπαζαν τα πράγματά μου». «Τα κορίτσια είναι εξπέρ στα βασανιστήρια», είπε μαλακά εκείνος. «Ω, ναι. Ήξεραν τι έκαναν. Και εγώ δεν μπορούσα να τους ανταποδώσω τα χτυπήματα, επειδή, όταν το έκανα, έτρεχαν αμέσως στο θείο Τζέφρι και έπαιρνα και τιμωρία από πάνω. Ήθελαν να με κάνουν να κλάψω, αλλά τελικά έμαθα να αντέχω τις επιθέσεις τους χωρίς να κλαίω. Έτσι, όσο μεγάλωναν, άρχισαν να με πληγώνουν με λόγια». «Τι είδους λόγια;» «Τα συνηθισμένα. Γιατί ενδιαφέρεσαι τόσο πολύ;» τον ρώτησε, μ’ ένα αμήχανο γέλιο. «Ενδιαφέρομαι για όλα όσα σε αφορούν. Πες μου τι σου έλεγαν». Η Έιμι αναστέναξε. «Μου έλεγαν ότι οι γονείς μου αυτοκτόνησαν επειδή ήξεραν ότι ήμουν παιδί του διαβόλου». Τα μάτια του Άντον άνοιξαν διάπλατα. «Πολύ καλό. Αντιμετώπισα κι εγώ κάτι παρόμοιο σ’ ένα από τα σπίτια που με έστειλαν. Έβλεπα εφιάλτες για χρόνια μετά». «Κι εγώ το ίδιο», του ομολόγησε με μισό χαμόγελο. «Ονειρευόμουν τα πιο τρομερά πράγματα». «Αίμα και τέρατα, ξέρω. Τι άλλο σου έλεγαν;»

«Ω, ότι κανείς δε με ήθελε, ότι όλοι με μισούσαν, ότι ήμουν άσχημη και κακιά. Η κατάσταση

χειροτέρεψε ιδιαίτερα

όταν...»

Ένας καυτός κόμπος έφραζε το λαιμό της. «Δε νομίζω ότι μπορώ να

σου μιλήσω γι’ αυτό». Ο Άντον πέρασε απρόσμενα το χέρι του γύρω της και την τράβηξε κοντά του. Κι εκείνη έγειρε τρυφερά το κεφάλι της στον ώμο του. «Προσπάθησε», την παρότρυνε σιγανά. «Θα νιώσεις καλύτερα αν το βγάλεις από μέσα σου». Η ζεστή μυρωδιά της επιδερμίδας του ήταν σαν ναρκωτικό που μεθούσε τις αισθήσεις της, διευκολύνοντάς τη να αποκαλύψει κάτι τόσο δύσκολο. «Όταν ήμουν δώδεκα ή δεκατριών χρονών

και το σώμα μου άρχισε να

αλλάζει...

το ανακάλυψαν. Μου έλεγαν τόσο απαίσια πράγματα. Τα

κορίτσια ήταν σχεδόν συνομήλικά μου, αλλά δεν είχαν αρχίσει ακόμη να γίνονται γυναίκες. Νομίζω

ότι ζήλευαν. Δεν τολμούσα να το πω σε

κανέναν...

ούτε καν στη θεία Σίλα. Δεν είχα μητέρα. Έπρεπε

να το αντιμετωπίσω μόνη μου. Κάθε μήνας ήταν εφιάλτης, καθώς προσπαθούσα απελπισμένα να κρύψω αυτό που μου συνέβαινε. Αλλά εκείνες το ανακάλυπταν πάντα και έκαναν τη ζωή μου αφόρητη». Εκείνος την έσφιξε κοντά του, χαϊδεύοντας τρυφερά τα μεταξένια μαλλιά της. «Λυπάμαι πολύ, Έιμι». «Οι δίδυμες άρχισαν να ωριμάζουν ένα χρόνο αργότερα, και έτσι με άφησαν στην ησυχία μου. Ήταν τόσο απασχολημένες από τη δική τους εφηβεία για να ανησυχούν για τη δική μου. Και εκείνη την εποχή περίπου άρχισαν να με αγνοούν. Μου είχαν κάνει όσο περισσότερο κακό μπορούσαν. Μετά βαρέθηκαν το παιχνίδι και άρχιζαν να ζουν τη δική τους ζωή. Αλλά θα θυμάμαι πάντα εκείνον

το χρόνο ως τον χειρότερο της ζωής μου». «Επέζησες όμως», της είπε ήσυχα. «Και τώρα ξέρεις ότι, αφού κατάφερες να αντέξεις αυτό, μπορείς να αντέξεις τα πάντα». Η Έιμι χαμογέλασε στον ώμο του. «Υποθέτω ότι αυτό είναι αλήθεια». Ένιωθε υπέροχα κουρνιασμένη στην αγκαλιά του, νιώθοντας τη ζεστασιά της συμπόνιας του, την κατανόησή του να

την περιβάλλει. «Αλλά δε θέλω να μιλήσω άλλο για μένα. Θέλω να μάθω για σένα, Άντον, για τα ανάδοχα σπίτια στα οποία μεγάλωσες». «Αλλάζεις θέμα, βλέπω». «Ίδιο θέμα, διαφορετική οπτική γωνία. Είπες ότι μερικές από τις ανάδοχες οικογένειες ήταν πολύ κακές. Μίλησέ μου γι’ αυτές». «Η χειρότερη; Ήθελαν να με κάνουν τόσο δυστυχισμένο όσο ήταν και εκείνοι. Με χτυπούσαν με

μια λουρίδα και με κλείδωναν σ’ ένα ντουλάπι για μέρες

ολόκληρες...

Δε με πείραζε τόσο η

λουρίδα, όσο το ντουλάπι. Επειδή ήθελα απελπισμένα να πάω στο σχολείο, βλέπεις. Τελικά, αυτό με

έσωσε. Έστειλαν κάποιον από το σχολείο στο σπίτι για να δει γιατί απούσιαζα τόσο συχνά. Έτσι, με πήραν απ’ αυτούς. Με κράτησαν σ’ ένα ορφανοτροφείο για τα επόμενα δυο χρόνια πριν με ξαναβάλουν δοκιμαστικά σε μια άλλη ανάδοχη οικογένεια. Οι υπόλοιπες οικογένειες από τις οποίες πέρασα ήταν όλες υπέροχες. Αλλά για κάποιο λόγο, μετά απ’ αυτό το επεισόδιο, πάντα έμενα απόμακρος συναισθηματικά». «Λυπάμαι πολύ. Αυτό που πέρασα εγώ ούτε μπορεί να συγκριθεί με ό,τι πέρασες εσύ». «Πιθανότατα ήταν εξίσου δυσάρεστο. Οι ανεπαρκείς και δυστυχισμένοι άνθρωποι είναι οι πιο σκληροί. Θέλουν να καταστρέψουν και την ευτυχία όλων των άλλων. Το χειρότερο απ’ όλα δεν είναι οι προσβολές ή το ξύλο. Είναι ότι δεν αισθάνεσαι να σε αγαπούν». «Ναι», ψιθύρισε εκείνη. «Νιώθω απαίσια, Άντον. Καημενούλη μου...» Εκείνος γέλασε. «Μη μου πεις ότι υπάρχει ένα αδύνατο σημείο στη σιδερένια πανοπλία σου!» «Δεν έχω πανοπλία για να με προστατεύει από σένα», του απάντησε τρυφερά. «Να το θυμάσαι πάντα αυτό όταν θα έχεις τη διάθεση να με πειράξεις».

«Θα το θυμάμαι. Και σε παρακαλώ να μη φοβηθείς ποτέ να μου μιλήσεις για τον εαυτό καταλαβαίνω περισσότερο απ’ όσο φαντάζεσαι».

σου...

Σε

«Το πιστεύω», μουρμούρισε η Έιμι, ανασηκώνοντας το κεφάλι της για να τον κοιτάξει. «Σ’

ευχαριστώ που με

άκουσες...

και που μου μίλησες για σένα».

Εκείνος φίλησε ανάλαφρα τα χείλη της. Ήταν ένα βελούδινο άγγιγμα, αλλά η Έιμι αποτραβήχτηκε γρήγορα, σαν να είχε καεί. «Λοιπόν, είμαστε και οι δυο σκληρά καρύδια, έτσι δεν είναι;» της είπε χαμογελώντας και κοιτάζοντάς τη με εκείνα τα εκπληκτικά μπλε μάτια του. Καθώς δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της να του απαντήσει μετά από εκείνο το φιλί, η Έιμι μάζεψε τους δίσκους τους και τους πήγε στην κουζίνα. Το γεγονός ότι του είχε μιλήσει για την παιδική της ηλικία και είχε μάθει για τη δική του είχε αγγίξει ένα ευαίσθητο σημείο βαθιά μέσα της. Ανακάλυψε ότι τα χέρια της έτρεμαν από τη συγκίνηση. Όταν γύρισε στην καμπίνα, ο Άντον είχε βγάλει κουβέρτες και μαξιλάρια. «Κοιμήσου πλάι μου», την πρόσταξε μαλακά, «σε περίπτωση που έρθουν εφιάλτες». «Δε θα έχω εφιάλτες απόψε», του είπε. «Δε μιλάω για σένα». Σήκωσε το χέρι του και έσβησε τα φώτα πάνω από τις θέσεις τους, βυθίζοντας την καμπίνα στο μισοσκόταδο. Το μπράτσο ανάμεσα στα φαρδιά καθίσματα είχε σηκωθεί και οι πλάτες είχαν πέσει πίσω, έτσι

ώστε να σχηματίζουν ένα μεγάλο και πολύ φιλόξενο κρεβάτι. Η Έιμι έβγαλε τα παπούτσια της και ξάπλωσε δίπλα του. Τα δυνατά του χέρια τυλίχτηκαν γύρω της, τραβώντας την κοντά του. Αν και ήταν κανονικά ντυμένη με ένα παντελόνι και μια μπλούζα και εκείνος φορούσε το συνηθισμένο του τζιν και ένα μεταξωτό πουκάμισο, η επαφή των κορμιών τους την ηλέκτρισε τόσο σαν να ήταν γυμνοί. «Είμαστε ίδιοι εσύ κι εγώ», μουρμούρισε εκείνος, χαϊδεύοντας με τη ζεστή του ανάσα την ευαίσθητη επιδερμίδα του λαιμού της. «Πάντα με τις μύτες μας κολλημένες στο παράθυρο. Θολώνοντας το τζάμι και βλέποντας τα πράγματα μέσα από μια ρόδινη, θολή λάμψη». «Δεν έχω ψευδαισθήσεις, Άντον». «Θέλεις να πιστεύεις ότι είσαι πολύ σκληρή, Γουέρθινγκτον. Κάθε μέρα προσθέτεις άλλο ένα φύλλο σιδήρου στην πανοπλία σου. Αναρωτιέμαι αν μπορείς να δεις έξω από αυτήν πια». «Είμαι ασφαλής εδώ μέσα», είπε η Έιμι. Αλλά φωλιασμένη στην αγκαλιά του δεν ένιωθε καθόλου ασφαλής.

Κεφάλαιο 6

Μετά την επίσημη παρουσίαση του παπαγάλου –ο οποίος ενθουσίασε τον Ανρί Μπαρμπύς– άρχισαν οι διαπραγματεύσεις σ’ ένα μεγάλο ξενοδοχείο στη Μασσαλία, το οποίο διέθετε πανοραμική θέα στη θάλασσα και εξαιρετικές συνεδριακές εγκαταστάσεις, αλλά κατά τ’ άλλα ήταν εντελώς αδιάφορο. Οι διαπραγματεύσεις όμως ήταν συναρπαστικές. Καθισμένη δίπλα στον Άντον ώστε να φροντίζει να έχει εκείνος όλα τα χαρτιά που χρειαζόταν, η Έιμι παρακολουθούσε τις διακριτικές ή όχι λεκτικές συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις. Σε έναν άλλο τόπο και χρόνο, ο Άντον και ο Ανρί Μπαρμπύς μπορεί να ήταν δυο στρατηγοί που διοικούσαν αντίπαλους στρατούς και, αντί για εκατομμύρια δολάρια, τα κέρδη και οι απώλειες να ήταν σε ανθρώπινες ψυχές και αίμα. «Όπως είχε προβλέψει ο Άντον, ο Ανρί Μπαρμπύς, ένας μικρόσωμος, μουσάτος άντρας γύρω στα πενήντα, πρόσφερε ένα πολύ μεγάλο ποσό χρημάτων για την εξαγορά. Το στυλ του ήταν πολύ διαφορετικό από του Άντον. Ενώ εκείνος ήταν χαλαρός και ανεπιτήδευτος, ο Μπαρμπύς ήταν άψογος και κομψός τόσο στο ντύσιμο όσο και στους τρόπους. Ενώ ο Άντον μιλούσε και ενεργούσε αυθόρμητα, ο Μπαρμπύς φερόταν πάντα ευγενικά και πολιτισμένα, σαν να έπαιζε θέατρο. Θύμιζε στην Έιμι ένα από τα αγαπημένα του πουλιά έτσι μικρόσωμος, περιποιημένος και κορδωμένος που ήταν. Η συζήτηση επικεντρώθηκε κυρίως γύρω από το θέμα της αποκλειστικότητας. Εξαγοράζοντας το διυλιστήριο, ο Μπαρμπύς ήθελε να εμποδίσει τον Όμιλο Ζελ να κατασκευάσει παρόμοιες εγκαταστάσεις για οποιονδήποτε άλλο στη Γαλλία. Ο Άντον παραδέχτηκε χαμογελώντας ότι αυτό ήταν ένα πολύ σημαντικό αίτημα. Φαινόταν τόσο ήρεμος και άνετος, που η Έιμι άρχισε να φοβάται ότι θα θυσίαζε πάρα πολλά. Αλλά δεν μπόρεσε να μη θαυμάσει τις διαπραγματευτικές του ικανότητες, παρακολουθώντας τον να στρέφει αβίαστα τη συμφωνία προς το συμφέρον του. Μέχρι το απόγευμα της επομένης, ο Μπαρμπύς είχε συμφωνήσει να λαμβάνει η Ζελ Φρανς δικαιώματα αντλήσεως για κάθε γαλόνι πετρελαίου για τα επόμενα πέντε χρόνια και η εταιρεία Μπαρμπύς Ρισόρσις έπρεπε να παραγγείλει την κατασκευή τουλάχιστον ενός νέου διυλιστηρίου στα επόμενα δύο χρόνια και να συζητήσει το ενδεχόμενο της κατασκευής ενός τρίτου και ίσως περισσότερων. Τα νέα διυλιστήρια θα κατασκευάζονταν σε περιοχές που ανήκαν ήδη στη Ζελ Φρανς ή στους εταίρους της και η Μπαρμπύς θα έπρεπε να αποζημιώσει τη Ζελ αναλόγως. Για να γιορτάσουν το κλείσιμο της συμφωνίας, το επόμενο βράδυ ο Ανρί Μπαρμπύς έβγαλε όλη τη διαπραγματευτική ομάδα έξω για ένα υπέροχο δείπνο, που άρχισε με το πιο διάσημο πιάτο της Μασσαλίας, την περίφημη μπουγιαμπέσα, και ολοκληρώθηκε με μια ποικιλία λικέρ και αμυγδαλωτών. Η Έιμι φορούσε ένα κολλητό φόρεμα σε σκούρο μπλε χρώμα που κολάκευε το κορμί της και μπορούσε να δει ότι τραβούσε ένα μεγάλο μέρος της αντρικής προσοχής, πράγμα που τόνωσε τον εγωισμό της. Ανάμεσα στα αντρικά βλέμματα που είχαν μαγνητιστεί από τις καμπύλες της, ήταν και του Άντον. Η Έιμι συνειδητοποίησε ότι εκείνος δεν την είχε δει ποτέ με άλλα ρούχα εκτός από τα

επίσημα ταγέρ στο γραφείο του Χονγκ Κονγκ και τα σπορ παντελόνια εκστρατείας όταν επισκέπτονταν τα διυλιστήρια. Αλλά, αν έκρινε από τη λάμψη στα μάτια του, τώρα απολάμβανε τις καμπύλες που αναδείκνυε το φόρεμά της. Μετά το δείπνο τους πήγαν σ’ ένα καμπαρέ και στη συνέχεια σε ένα κλαμπ. Ήταν μια πολύ ευχάριστη βραδιά και η Έιμι ξαφνιάστηκε όταν ο Ανρί Μπαρμπύς της ζήτησε να χορέψουν. Στη γεμάτη πίστα, ο επιχειρηματίας άρχισε ξαφνικά να τη φλερτάρει. «Πού βρήκε ο φίλος μου ο Άντον έναν άγγελο σαν εσένα;» «Σας διαβεβαιώ, δε με θεωρεί καθόλου, μα καθόλου, άγγελο, μεσιέ Μπαρμπύς!» «Είσαι θεϊκή, αγαπητή μου. Μια συμφωνία σε μπλε και χρυσό! Σε παρακολουθούσα τις τελευταίες δύο μέρες. Αν οι συνθήκες εργασίας κοντά στον Ζελ δεν είναι τουλάχιστον παραδεισένιες για σένα, να έρθεις κατευθείαν σ’ εμένα, εντάξει; Θα κάνω όλα τα όνειρά σου πραγματικότητα!»

«Θα το έχω υπόψη μου», του είπε ευγενικά. «Να το έχεις». Ο Μπαρμπύς την είχε στριμώξει τώρα σε μια γωνιά της πίστας απ’ όπου δεν υπήρχε διαφυγή. Η Έιμι βρέθηκε παγιδευμένη, ενώ η λεκάνη του πίεζε επίμονα τη δική της. «Να το έχεις, πουλάκι μου», ψιθύρισε βραχνά στο αυτί της. «Μη με ξεχάσεις!» «Σας το υπόσχομαι!» Ευχόμενη να ήξερε κάποια πολεμική τέχνη, η Έιμι προσπάθησε να ξεφύγει από την παλιορκία του ερωτύλου εκατομμυριούχου. Ένα αρωματισμένο μούσι τρίφτηκε στο μάγουλό της. «Μην προσπαθείς να πετάξεις μακριά, μικρό μου πουλάκι», μουρμούρισε εκείνος. «Πες μου πόσα σου δίνει ο Ζελ. Θα τα διπλασιάσω». «Είμαι ικανοποιημένη με το μισθό μου!» «Μαζί μου θα είσαι πιο ικανοποιημένη». «Μα μου αρέσει να ζω στο Χονγκ Κονγκ», του απάντησε, προσπαθώντας να ελευθερωθεί από την αγκαλιά του.

Ένα χέρι έκλεισε γύρω από το στήθος της. «Θα το βαρεθείς

σύντομα...

Έλα να ζήσεις στο Παρίσι!»

«Θα το σκεφτώ», επανέλαβε η Έιμι, απομακρύνοντας το χέρι του από το στήθος της.

«Πάρε την κάρτα μου, πιτσουνάκι μου», μουρμούρισε εκείνος. «Έχεις το πιο όμορφο στήθος που έχω δει ποτέ». Έβγαλε μια επιχρυσωμένη κάρτα με τον αριθμό του και προσπάθησε να τη βάλει στο ντεκολτέ της. Η Έιμι τον εμπόδισε όσο πιο διακριτικά μπορούσε. Κατάφερε να αποφύγει τόσο το αρωματισμένο μούσι όσο και την πιεστική λεκάνη του επιτέλους και, όταν η μουσική σταμάτησε, έτρεξε πίσω στον Άντον με ανακούφιση. Εκείνος της χαμογέλασε νωχελικά. «Τι ήταν αυτός ο συναρπαστικός χορός που χόρευες με τον αγαπητό Ανρί;» «Λέγεται Πώς να αποφύγετε τον μεγιστάνα του πετρελαίου», του απάντησε ξέπνοα, τακτοποιώντας το φόρεμά της. «Ή μήπως Χορεύοντας με τους Λύκους; Και τι σου ψιθύριζε στο αυτί;» «Μου πρόσφερε δουλειά με το διπλάσιο μισθό από αυτόν που μου δίνεις».

«Αλήθεια; Εμενα μου φάνηκε ότι σου έδειχνε και μερικά από τα τυχερά της δουλειάς

επίσης...

Δεν

μπήκες στο πειρασμό από τη γενναιόδωρη προσφορά του;» «Φυσικά και μπήκα. Μου έδωσε την κάρτα του». «Ναι, τον είδα να τρυπώνει κάτι στο ντεκολτέ σου. Πολύ θελκτικό κουτί αλληλογραφίας. Αλλά εκπλήσσομαι που η μικρή προσφορά του Ανρί δε χάθηκε στα βάθη του μπούστου σου». «Αρχίζω να εύχομαι να είχα φορέσει κάτι με μικρότερο ντεκολτέ», είπε θλιμμένα η Έιμι.

«Αν τα έχεις, δείξ’ τα. Ιδιαίτερα αν διπλασιάζουν το μισθό σου κάθε φορά που τα επιδεικνύεις». «Δεν είναι και τόσο μεγάλα, για τ’ όνομα του Θεού». «Έτσι όπως τα πρότεινες στο πρόσωπο του Ανρί, ίσως φαίνονταν μεγαλύτερα», σχολίασε ανέκφραστα εκείνος. «Δεν τα πρότεινα στο πρόσωπό του!» «Ναι, το έκανες. Μπορείς να τα προτάξεις και στο δικό μου πρόσωπο τώρα, Γουέρθινγκτον. Εκτός αν είσαι πολύ λαχανιασμένη». Την έπιασε από το χέρι και, όσο λαχανιασμένη και αν ήταν, η Έιμι τον ακολούθησε στην πίστα. Το να χορεύει με τον Άντον ήταν πολύ πιο ευχάριστο από το να χορεύει με τον Μπαρμπύς. Εκείνος χόρευε με χάρη και δεν έκανε καμία προσπάθεια να της βάλει χέρι. Όταν η μουσική άλλαξε σε έναν αργό, ονειρικό σκοπό, την τράβηξε απαλά στην αγκαλιά του και την κράτησε ανάλαφρα αλλά σταθερά πάνω στο δυνατό του κορμί. Χόρευε τόσο ωραία που η Έιμι ένιωθε σχεδόν σαν να πετούσε. «Λοιπόν;» τη ρώτησε εκείνος. «Πώς σου φάνηκε η Μασσαλία;» «Έμαθα περισσότερα τις τελευταίες δύο μέρες απ’ όσα τα τελευταία πέντε χρόνια».

«Τι έμαθες;» «Καταρχάς, ότι ο Άντον Ζελ μπορεί να έχει τα πάντα. Ήρθες εδώ για να πουλήσεις το μερίδιό σου σ’ ένα διυλιστήριο. Αλλά τελικά θα συνεχίσεις να μοιράζεσαι τα κέρδη για πέντε χρόνια ακόμη, θα κατασκευάσεις δύο νέα διυλιστήρια και θα πουλήσεις μερικά πολύ ακριβά βιομηχανικά ακίνητα. Είσαι ένας πολύ έξυπνος άντρας». Εκείνος χάιδεψε το μάγουλό της με το δικό του. «Με την κολακεία δε θα καταφέρεις τίποτα». «Δε σε κολακεύω, παμπόνηρη αλεπού. Απλώς σχολιάζω τις πανούργες κινήσεις σου». «Εγώ μπορώ να σχολιάσω την ομορφιά σου;» «Με την κολακεία δε θα καταφέρεις τίποτα. Αλλά κάν’ το αν θέλεις». «Είσαι η πιο όμορφη γυναίκα εδώ μέσα, και μάλιστα με διαφορά», της είπε και άφησε τη ζεστή του ανάσα να χαϊδεύει το λαιμό της. «Είσαι πιθανότατα η πιο όμορφη γυναίκα στη Γαλλία απόψε». «Μόνο πιθανότατα;» «Υπάρχουν άλλα είκοσι πέντε εκατομμύρια. Πρέπει να είναι επιφυλακτικός κανείς σε επαγγελματικές εκτιμήσεις». «Ω, ώστε κάνουμε επαγγελματική συζήτηση τώρα;» τον ρώτησε, νιώθοντας τους δυνατούς μυς του στομαχιού του να τρίβονται πάνω στους δικούς της. «Μια διαπραγμάτευση μισθού». «Σκοπεύεις να μου κάνεις αύξηση;» «Δε θέλω να προσχωρήσεις στον εχθρό. Μου αρέσεις ακριβώς εκεί όπου είσαι». «Δε σκοπεύω να πάω να δουλέψω για τον Ανρί Μπαρμπύς στο άμεσο μέλλον». «Κράτησες όμως την κάρτα του». «Ένα κορίτσι πρέπει να έχει ένα εναλλακτικό σχέδιο».

«Κατάλαβα. Τι θέλεις, λοιπόν, Γουέρθινγκτον; Περισσότερα

χρήματα...

ή περισσότερα τυχερά;»

Τα στήθη της πιέζονταν στο στέρνο του καθώς λικνίζονταν μαζί. «Πες μου για τα τυχερά».

«Προσπάθησα να σου χαρίσω ένα βραχιόλι από ζαντ, αλλά εσύ το αρνήθηκες κατηγορηματικά». «Α, ναι», είπε πικρόχολα εκείνη. «Μη νομίζεις ότι δεν κατάλαβα το συμβολισμό αυτού του συγκεκριμένου δώρου». «Το συμβολισμό;»

«Ω, ναι». Τα μάτια της χαΐδεψαν το μάγουλό του. «Ήθελες να φορέσω ένα βραχιόλι με ένα

σκαλισμένο δράκο στον καρπό

μου...

δίνοντας σε όλους το μήνυμα ότι ανήκω στον μεγάλο δράκο

αυτοπροσώπως». «Ή ίσως ότι ο μεγάλος δράκος ανήκει σ’ εσένα». «Χα! Να το δω και να μην το πιστέψω». Το στόμα του άγγιξε τον κρόταφό της, μετά το μάγουλό της, μετά την άκρη του στόματός της. «Αλλά εγώ προσπαθούσα να σου πω πόσο όμορφη είσαι», μουρμούρισε. «Αυτό το φόρεμα σου ταιριάζει γάντι. Φοράς εσώρουχα;» «Φυσικά». «Δε φαίνονται». «Είναι πολύ ακριβά εσώρουχα». «Οπότε προφανώς σε πληρώνω ήδη πάρα πολλά». Η Έιμι ανασήκωσε το πρόσωπό της για να του απαντήσει, αλλά εκείνος δεν της έδωσε την

ευκαιρία. Τα χείλη του σφάλισαν τα δικά της με ένα αποφασιστικό, κτητικό φιλί που την έκανε να λιώσει. «Παμπόνηρη αλεπού», του ψιθύρισε, κοιτάζοντάς τον με μάτια που έλαμπαν, «παραπήρες θάρρος!» «Συγνώμη», της είπε, χωρίς να ακούγεται καθόλου απολογητικός, «όλη αυτή η συζήτηση για τα

εσώρουχά

σου...

ή για την απουσία

τους...

με έκανε να χάσω το μυαλό μου για μια στιγμή».

«Άκου ‘‘έχασα το μυαλό

μου’’...

Πολύ αδύναμη δικαιολογία».

«Καλύτερη από το ‘‘έχασα τα εσώρουχά μου’’». Η Έιμι έβαλε τα γέλια. Ευτυχώς το αργό κομμάτι τελείωσε, ο ρυθμός έγινε πιο έντονος, και εκείνη μπόρεσε να τον παρακαλέσει να την αφήσει να γυρίσει στο τραπέζι τους για ένα ποτό. Το πάρτι συνεχιζόταν ακόμη μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, όταν η Έιμι άρχισε να νυστάζει και ζήτησε την άδειά του να γυρίσει στο ξενοδοχείο για να πέσει για ύπνο. «Θα σε πάω εγώ», είπε ο Άντον. «Ω, σε παρακαλώ, μην αφήσεις το πάρτι», του απάντησε, «θα γυρίσω στο ξενοδοχείο μόνη μου, δεν υπάρχει λόγος να με συνοδεύσεις!» «Κουράστηκα κι εγώ, γλυκιά μου. Και νομίζω ότι ο Ανρί θέλει μια δικαιολογία να γυρίσει στα εξωτικά πουλιά του, n’ est-ce pas, Ανρί;» «Είναι πολύ αργά», συμφώνησε και ο Μπαρμπύς μ’ ένα χαμόγελο, «και καλά θα κάνεις να γυρίσεις το παραδείσιο σου πουλί στη φωλιά του πριν αποκοιμηθεί!» Φίλησε παρατεταμέ- να το χέρι της Έιμι. «Θα τα πούμε αύριο, Άντον». Πέντε λεπτά αργότερα, αφού αντάλλαξαν δεκάδες χειραψίες και δέχτηκαν άπειρα συγχαρητήρια, η Έιμι και ο Άντον βγήκαν από το κλαμπ. Ήταν μια όμορφη, ξάστερη νύχτα. Το ξενοδοχείο τους βρισκόταν δέκα λεπτά μακριά, οπότε προτίμησαν να γυρίσουν περπατώντας. «Όταν ο μεσιέ Μπαρμπύς ξυπνήσει αύριο το πρωί και διαβάσει το συμβόλαιο που υπέγραψε, δε θα τον χτυπήσει στο κεφάλι μόνο το ξενύχτι!» σχολίασε η Έιμι. Ο Άντον έβαλε τα γέλια. Πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της και την τράβηξε κοντά του. «Πίστεψέ με, ο Ανρί είναι καλύτερος επιχειρηματίας απ’ όσο του αναγνωρίζεις. Θα βγάλει πολλά χρήματα από αυτή τη συμφωνία. Και εγώ έχω το κεφάλαιο που χρειάζομαι για να επεκταθώ στη Νοτιοανατολική Ασία. Κανείς δε βγήκε χαμένος εδώ». «Απλώς θύμισέ μου να μην παίξω ποτέ πόκερ μαζί σου», του είπε.

«Κοίτα! Η πανσέληνος του Ιουνίου». Το ολόγιομο φεγγάρι κρεμόταν πάνω από τη θάλασσα, σχηματίζοντας ένα ποτάμι ασημένιας λάμψης στην επιφάνειά της. Σταμάτησαν για να το θαυμάσουν. Η Έιμι έγειρε το κεφάλι της ονειροπόλα στον ώμο του. «Ορίστε, λοιπόν, από ορφανό αγόρι έγινες τώρα ένας γίγαντας της βιομηχανίας, με συμφέροντα σε όλο τον κόσμο. Πώς είναι να αποκτάς πάρα πολλά, όταν είχες τόσο λίγα;» Εκείνος της χάιδεψε τα μαλλιά. «Υπάρχει μια παλιά παροιμία ‘‘ένας άντρας έχει μόνο ό,τι μπορεί

να κρατήσει στα δυο του χέρια’’. Αν το δεις από αυτή την άποψη, είχα πάντα αυτό που αποκαλείς ‘‘πάρα πολλά’’. Και πάντα δε θα έχω τίποτα». «Είσαι ο κύριός του εαυτού σου, και αυτό δεν το έχουν οι περισσότεροι άντρες». «Ή οι περισσότερες γυναίκες. Και εσύ είσαι κυρία του εαυτού σου, Έιμι». «Δε νιώθω πάντα έτσι», παραδέχτηκε σιγανά. «Είσαι η πιο σταθερή γυναίκα που ξέρω», είπε εκείνος χαμογελώντας. «Το πρόβλημα είναι να σε καταφέρω να αφήνεσαι λιγάκι πού και πού». «Για παράδειγμα;» «Για παράδειγμα, ξέρεις ότι είμαι τρελός για σένα, αλλά δε με αφήνεις να σε πλησιάσω». Εκείνη ρίγησε από το χάδι του. «Είσαι κοντά μου τώρα».

«Αυτό είναι αλήθεια, με αδερφικό τρόπο.

Αλλά...

αν προσπαθούσα να σε φιλήσω, θα τιναζόσουν

σαν γάτα». Η Έιμι έκλεισε τα μάτια της. Δεν ήταν και τόσο σίγουρη γι’ αυτό. «Οι γάτες είναι ζώα ανεξάρτητα...» «Κάτι που ξέρει όποιος αγαπά τις γάτες», είπε εκείνος με μια φωνή σαν γουργούρισμα. «Ο Ανρί Μπαρμπύς, ας πούμε, προτιμάει τα πουλιά. Του αρέσει να τα κλείνει σε κλουβιά και να τα θαυμάζει μέσα στην αιχμαλωσία τους. Εγώ σε προτιμώ να γρατζουνίζεις και να αγριεύεις». «Δε θα σε άφηνα ποτέ για να πάω στον Ανρί Μπαρμπύς, ακόμη και αν τριπλασίαζε το μισθό μου». «Δηλαδή είσαι κι εσύ λιγάκι τρελή για μένα;» τη ρώτησε απαλά, φιλώντας το αυτί της. Ρίγη διέτρεξαν τη ραχοκοκαλιά της. «Όχι», ψιθύρισε, «απλώς μου αρέσει η δουλειά μου, κύριε Ζελ». «Αυτό είναι όλο;» «Αυτό είναι όλο! Τώρα πήγαινε την αγριόγατά σου στο σπίτι, πριν αρχίσει να γρατζουνίζει και να αγριεύει!» Το κίτρινο φεγγάρι τούς ακολουθούσε καθώς επέστρεφαν στο ξενοδοχείο πιασμένοι χέρι χέρι.

«Κοίτα! Η πανσέληνος του Ιουνίου». Το ολόγιομο φεγγάρι κρεμόταν πάνω από τη θάλασσα, σχηματίζοντας ένα ποτάμι

*

Καθώς η συμφωνία είχε ολοκληρωθεί στη Μασσαλία, ήταν ελεύθεροι να πάνε στην Κυανή Ακτή για ένα μικρό διάλειμμα. Θα φιλοξενούνταν στην Αντίμπ, στη βίλα της λαίδης Καρόν –την οποία ο Άντον είχε περιγράψει ως μια εκνευριστική μέτοχο, αλλά που η Έιμι υποψιαζόταν ότι ήταν κάτι περισσότερο, αν έκρινε από τα αυταρχικά της τηλεφωνήματα. Ο Άντον νοίκιασε μια Μερσέντες κάμπριο και πήραν τον παραλιακό δρόμο από τη Μασσαλία. Η Έιμι τα πήγαινε τόσο καλά μαζί του τελευταία, που όλα έμοιαζαν σαν ευτυχισμένο όνειρο. Διέσχιζαν ένα ηλιόλουστο μεσογειακό τοπίο από αμπέλια, πευκοδάση και μεγάλες παραλίες και σταμάτησαν μονάχα για να γευματίσουν στον κήπο ενός μικρού εστιατορίου, που είχε το όνομα

γοργόνας, με εξαιρετικό φαγητό και κρασί. «Δηλαδή τα άτομα που θα μας φιλοξενήσουν στην Αντίμπ είναι κύριοι μέτοχοι του Ομίλου Ζελ;» ρώτησε τον Άντον καθώς απολάμβανε μία υπέροχη ταρτ Τατέν. «Είναι αρκετά περίπλοκο», απάντησε εκείνος. «Θα προσπαθήσω να σου το εξηγήσω απλά: ο σερ Ρόμπερτ Καρόν ήταν ένας μεγαλοεπενδυτής που με υποστήριξε οικονομικά όταν ξεκινούσα. Τα πρώτα διυλιστήρια που κατασκεύασα χρηματοδοτήθηκαν από δικά του δάνεια. Η εταιρεία του μας βοήθησε επίσης στο θέμα των δικαιωμάτων όταν μπήκαμε στο Χρηματιστήριο μερικά χρόνια αργότερα. Είχε τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη σ’ εμάς, που αγόρασε αρκετά πακέτα μετοχών. Παντρεύτηκε τη Λαβίνια πολύ πρόσφατα. Εκείνη ήταν πολύ νεότερή του. Όταν ο Ρόμπερτ πέθανε, η

Λαβίνια κληρονόμησε πολλές από τις μετοχές του –έτσι έχει τώρα το είκοσι τοις εκατό του Ομίλου Ζελ». «Αυτό της δίνει αρκετή δύναμη».

«Ακριβώς. Γι’ αυτό κάνουμε αυτή την επίσκεψη. Η Λαβίνια είναι νέα αλλά πολύ

έξυπνη...

και πολύ

πεισματάρα. Έχει τις δικές της απόψεις για την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει ο όμιλος. Οπότε

έχω δύο επιλογές. Είτε να αγοράσω τις μετοχές

της...

ή να την κρατάω ευχαριστημένη».

«Το δεύτερο είναι πιο φτηνό», σχολίασε πικρόχολα η Έιμι. «Πιο φτηνό και πιο διασκεδαστικό», συμπλήρωσε εκείνος με μια σκανταλιάρικη λάμψη στα μάτια.

«Κατάλαβα», είπε η Έιμι ακόμα πιο στρυφνά. «Ο μακαρίτης ο σερ Ρόμπερτ είχε καλό γούστο, έτσι;» «Δεν είναι ιδιαίτερα όμορφη, αλλά είναι ενδιαφέρουσα, όπως θα διαπιστώσεις». «Δε βλέπω την ώρα». Αφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στα κυπαρίσσια και τα ελαιόδεντρα

ολόγυρα, αναστενάζοντας. «Είναι τόσο γαλήνια

εδώ...

Χαίρομαι πολύ που φύγαμε από τη

Μασσαλία». «Κι εγώ», είπε ο Άντον. «Τουλάχιστον έτσι σταμάτησες να ρίχνεσαι στον καημένο τον Ανρί».

«Δεν του ριχνόμουν εγώ», διαμαρτυρήθηκε αγανακτισμένη. «Ναι, του ριχνόσουν. Ήταν σκανδαλώδες. Ήσουν τόσο προκλητική όσο κι εκείνη». Της έδειξε το παλιό πέτρινο σιντριβάνι, που είχε τη μορφή μιας σαγηνευτικής και ιδιαίτερα προικισμένης γοργόνας, από την οποία είχε πάρει προφανώς το όνομά του το εστιατόριο. «Δεν ήμουν», του αντιγυρισε. «Ο Ανρί είναι ένας μπερμπάντης γερο-τράγος και το ξέρεις». «Η αλήθεια είναι ότι έδειχνε να προσπαθεί να σου σκίσει το ντεκολτέ». «Προσπαθούσε να μου δώσει την κάρτα του». «Έτσι το λέτε εσείς οι γοργόνες;» Η Έιμι κοίταξε το άγαλμα. «Έτσι κι αλλιώς δεν έχω τα προσόντα της». «Ευτυχώς», είπε μελιστάλαχτα ο Άντον. «Χαίρομαι πολύ που είσαι γυναίκα από τον αφαλό και κάτω και όχι ψάρι».

Εκείνη χαχάνισε. «Παρεκτρέπεστε, κύριε. Και δεν ξέρετε πολλά για τις

γοργόνες...

Λοιπόν, οι

γοργόνες ζευγαρώνουν περιστασιακά με θνητούς άντρες. Χάνουν τις ουρές τους και μοιάζουν με φυσιολογικές γυναίκες. Αλλά συνήθως αντέχουν μόνο ένα ή δύο χρόνια. Νοσταλγούν τη θάλασσα. Και κάποια θυελλώδη νύχτα, μεταμορφώνονται ξανά χωρίς προειδοποίηση. Και εξαφανίζονται». «Αφήνοντας τον θνητό άντρα με ραγισμένη την καρδιά;» «Και το κρεβάτι γεμάτο λέπια». «Δηλαδή θα μπορούσες να είσαι μια γοργόνα τελικά;» τη ρώτησε εκείνος, κοιτάζοντάς τη στα μάτια.

Η Έιμι τρεμόπαιξε τις βλεφαρίδες της. «Ποτέ δεν ξέρεις».

«Χμμ...

Αυτό θα εξηγούσε μερικούς από τους παράξενους τρόπους σου. Για πες μου, όμως, τι ωθεί

μια γοργόνα να ζευγαρώσει με έναν θνητό;» «Ο έρωτας». Ακούμπησε το πιγούνι της στο χέρι της, χαμογελώντας του. «Αλλά συμβαίνει πολύ σπάνια». «Και όταν ερωτεύεται, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να την εμποδίσει ο αγαπημένος της να μεταμορφωθεί ξανά σε γοργόνα;» «Μόνο ένας. Να της κάνει ένα μωρό. Ένα θνητό παιδί. Τότε οι γοργόνες ξεχνάνε τον ήχο των κυμάτων και γίνονται θνητές για πάντα». Δηλαδή, αν θέλω να σε κρατήσω για πάντα, πρέπει να σε αφήσω έγκυο;» Αυτά τα λόγια τής προκάλεσαν ένα ξαφνικό σύγκρυο. «Δε θα ήταν και πολύ συνετό», μουρμούρισε αποστρέφοντας το βλέμμα της. «Σε πειράζω», της είπε τρυφερά. «Ήθελα μόνο να μάθω πώς μπορώ να κάνω μια γοργόνα να με ερωτευτεί». «Σου είπα, συμβαίνει σπάνια», απάντησε εκείνη στρυφνά. Ο Άντον χαμογέλασε αχνά. «Μάλιστα! Και η γοργόνα ξανάγινε ένα παγερό πέτρινο άγαλμα. Τι είπα;» «Τίποτα». Εκείνος αναστέναξε. «Λοιπόν, αν θέλουμε να φτάσουμε στην Αντίμπ μέχρι την ώρα του δείπνου, καλύτερα να πηγαίνουμε». Η Έιμι ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται καθώς άφηναν τον κήπο με τη μαρμάρινη γοργόνα. Γιατί πάντα κάτι χαλούσε τις πιο όμορφες στιγμές τους, προσγειώνοντάς την απότομα στην πραγματικότητα;

Κεφάλαιο 7

Η βίλα της Λαβίνια Καρόν ήταν χτισμένη σε μια επιβλητική θέση στους λόφους πίσω από την Αντίμπ, με θέα στο λιμάνι και την παλιά πόλη, ενώ η Νίκαια ήταν ορατή στο βάθος, από την άλλη μεριά του κόλπου. Το τεράστιο πέτρινο σπίτι ήταν τουλάχιστον δύο ή τριών αιώνων παλιό. Καθώς διέσχιζαν το χαλικόστρωτο ιδιωτικό δρομάκι, η Έιμι είδε μοντέρνα γλυπτά ανάμεσα στους άψογα κουρεμένους θάμνους και τα ψηλά κυπαρίσσια των κήπων. Υπήρχε επίσης ένας καταπληκτικός ροδόκηπος, όπου τα λουλούδια ήταν τακτοποιημένα σε γεωμετρικά παρτέρια σύμφωνα με το χρώμα τους και το ύψος τους. Σταμάτησαν σ’ ένα προαύλιο με ένα μεγαλοπρεπές μαρμάρινο σιντριβάνι με τρία λιοντάρια σε φυσικό μέγεθος. Νερό ανάβλυζε από τα άγρια στόματά τους. «Ιταλικό κομμάτι, δέκατος όγδοος αιώνας», της εξήγησε ο Άντον. «Το έφερε η Λαβίνια από τη Φλωρεντία. Ήταν πολύ χορταριασμένο για τα γούστα της, οπότε έβαλε να το καθαρίσουν με αμμορριπή». «Πολύ υγιεινό», σχολίασε η Έιμι. Καθώς έβγαιναν από το αυτοκίνητο, άκουσαν τον ήχο οπλών αλόγου. Μια γυναίκα πάνω σ’ ένα μεγάλο άλογο εμφανίστηκε στην αυλή. Ξεπέζεψε με άνεση. «Άντον! Αγάπη μου! Τι υπέροχο που σε βλέπω!» Η λαίδη Καρόν ήταν μια λεπτή γυναίκα με καστανά μαλλιά και ένα αδύνατο, ηλιοκαμένο πρόσωπο, στο οποίο άστραφταν μεγάλα, βιολετιά μάτια. «Όπως είχε πει ο Άντον, τα χαρακτηριστικά της ήταν περισσότερο ενδιαφέροντα παρά συμβατικά όμορφα, όπως η ελαφρά γαμψή μύτη της και το μάλλον λεπτό στόμα της. Αλλά σίγουρα ήταν μια πολύ ελκυστική γυναίκα. Και ήταν πολύ ωραία με τις μπότες, το παντελόνι ιππασίας και το λευκό βαμβακερό πουκάμισο που φορούσε. Φίλησε θερμά τον Άντον και στα δυο μάγουλα. «Είσαι κούκλος, χρυσό μου αγόρι. Δε σε άγγιξε καθόλου ο ήλιος της Ανατολής». «Και εσύ είσαι ολόφρεσκια σαν τα εκλεκτά φρούτα, Λαβίνια», της ανταπέδωσε χαμογελώντας ο Άντον. «Από δω η βοηθός μου, η Έιμι Γουέρθινγκτον. Έιμι, να σου συστήσω τη Λαβίνια Καρόν». «Χαίρω πολύ, λαίδη Καρόν». «Λέγε με Λαβίνια, σε παρακαλώ». Έτεινε στην Έιμι το γαντοφορεμένο χέρι της. «Ώστε εσύ είσαι η νέα βοηθός! Ελπίζω να προσέχεις αυτό το άτακτο αγόρι μου...» «Προσπαθώ», της απάντησε ανάλαφρα. «Λοιπόν, τώρα μπορείς να ξεκουραστείς, καημενούλα μου. Θα αναλάβω εγώ από δω και πέρα». Η λάμψη στα βιολετιά της μάτια τής έδωσε να καταλάβει ότι επρόκειτο για διαταγή. Από κοντά, η Λαβίνια Καρόν δεν ήταν τόσο νέα όσο έδειχνε από μακριά, αλλά σίγουρα ήταν πολύ γυμνασμένη. Έβγαλε τα κρεμ δερμάτινα γάντια της και έπιασε το μπράτσο του Άντον. «Έλα να πιεις ένα ποτό στη βεράντα, άτακτο αγόρι· πρέπει να πεθαίνεις στη δίψα με αυτή τη φρικτή ζέστη». Η πρόσκληση δε συμπεριλάμβανε την Έιμι προφανώς. Ο Άντον της έριξε ένα θλιμμένο βλέμμα πάνω από τον ώμο του καθώς η Λαβίνια τον έπαιρνε μακριά, αφήνοντας την Έιμι με τους υπηρέτες

που είχαν εμφανιστεί για να πάρουν τις αποσκευές και το άλογο. Κι εκείνη, αντί για απάντηση, του χάρισε ένα διαβολικό χαμόγελο. Το σπίτι ήταν επιπλωμένο με ακριβό γούστο, που απαιτούσε μεγάλο προϋπολογισμό και ικανότατο διακοσμητή. Ήταν επίσης πεντακάθαρο και άψογα τακτοποιημένο. Στον Άντον είχε παραχωρηθεί ένα μεγάλο δωμάτιο με θέα στον κήπο και τη Μεσόγειο στο βάθος. Το δικό της δωμάτιο ήταν πολύ πιο μικρό και σκοτεινό και είχε θέα στους στάβλους –όπου εκείνη τη στιγμή ένας νεαρός σταβλίτης γέμιζε ένα δίτροχο καροτσάκι με κοπριά, η οποία αναμφίβολα προοριζόταν για τα τριαντάφυλλα της λαίδης Καρόν. Η Έιμι άδειασε τις βαλίτσες της προσπαθώντας να μη νιώθει πικαρισμένη που την είχαν χωρίσει τόσο απότομα από τον Άντον. Μολονότι εκείνος την έβλεπε ως φίλη και ίση του, δεν υπήρχε κανένας λόγος να περιμένει ότι θα είχε την ίδια αντιμετώπιση και από τους πλούσιους φίλους του. Νιώθοντας σαν φτωχή συγγενής, προσπάθησε να επιμεληθεί την εμφάνισή της κάνοντας ένα γρήγορο ντους και αλλάζοντας ρούχα. Είχε μόλις φορέσει ένα παντελόνι και ένα σκούρο ροζ μπλουζάκι, όταν ο Άντον χτύπησε την πόρτα της και μπήκε. «Έλα να πιεις κάτι», της πρότεινε. «Πρέπει να γνωρίσεις τους άλλους καλεσμένους». «Είσαι σίγουρος ότι είμαι καλοδεχούμενη;» τον ρώτησε. «Θα μπορούσα να κατέβω από τη σκάλα υπηρεσίας στο κελάρι και να φάω ένα παξιμάδι». Εκείνος γέλασε και μια λάμψη ευθυμίας χόρεψε στα σκούρα μπλε μάτια του. «Θα τη συνηθίσεις τη Λαβίνια. Έχει ένα ιδιαίτερο στυλ». «Το είδα». «Ωραία θέα», σχολίασε ανέκφραστα ο Άντον, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρό της. Η Έιμι πήγε δίπλα του. Ο ίδιος νεαρός σταβλίτης βούρτσιζε τώρα επιμελώς το άλογο της λαίδης Καρόν μπροστά από την πόρτα του στάβλου. «Δεν πιστεύω ότι έκανε ιππασία πάνω σ’ αυτό το άλογο», σχολίασε εκείνη βλοσυρά. «Με αυτή τη ζέστη, τόσο εκείνη όσο και το ζώο θα είχαν καλυφθεί από ιδρώτα και σκόνη μέσα σε δέκα λεπτά». «Ίσως να ετοιμαζόταν να πάει για ιππασία όταν φτάσαμε». «Ή ίσως να ήθελε να σου δείξει πόσο ωραία είναι με το σύνολο της Λάρα Κροφτ. Σε παρακαλώ, πες μου ότι δε διασκεδάζει τους καλεσμένους της φορώντας μπότες ιππασίας με ασημένια σπιρούνια...» «Δε φοράει σπιρούνια, όπως ξέρεις πολύ καλά». «Αυτό που ξέρω είναι ότι μια αληθινή λαίδη δε θα φορούσε ποτέ παντελόνι ιππασίας για να υποδεχτεί τους φιλοξενούμενούς της. Απλώς ήθελε να τραβήξει την προσοχή σου στα οπίσθιά της». «Όταν είσαι η κυρία του σπιτιού, μπορείς να επιλέγεις ποια θέα θα έχει ο κάθε καλεσμένος σου», της είπε εκείνος, διασκεδάζοντας ολοφάνερα τη δυστροπία της. «Και αυτός είναι ο λόγος που εσύ κι εγώ κοιτάζουμε αυτή τη στιγμή τα πισινά ενός αλόγου», του είπε γλυκά η Έιμι, ρίχνοντας μια ματιά στον καθρέφτη. «Είμαι έτοιμη να κατέβω κάτω τώρα, Αφέντη Άντον». Η παρέα που ήταν συγκεντρωμένη στη βεράντα δεν ήταν πολύ μεγάλη. Εκτός από τον Άντον και εκείνη, υπήρχαν άλλα δυο ζευγάρια, το ένα Ελβετών, το άλλο Γάλλων, και ένας μοναχικός Άγγλος, ο Μάικ, ο οποίος προσκολλήθηκε με έναν πολύ μελαγχολικό τρόπο στην Έιμι. Το μοναδικό πράγμα που είχαν κοινό όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν τα αδιαμφισβήτητα σημάδια του πλούτου –ακριβά κοσμήματα, ρολόγια, δόντια και λίφτινγκ προσώπου. Μια διακριτική υπηρέτρια σέρβιρε τα ποτά. Η Λαβίνια απομόνωσε αβίαστα τον Άντον στην άλλη

άκρη της βεράντας, όπου ηχηρές εκρήξεις γέλιων διέκοπταν μια αστεία ιστορία που διηγούνταν η Ελβετίδα, μία εντυπωσιακή ξανθιά με πληθωρικό στήθος. Ο σύζυγός της, ένας τραπεζίτης, την παρότρυνε να συνεχίσει. Ο Άγγλος, ο Μάικ, ο οποίος ήταν γείτονας της Λαβίνια και αθεράπευτα ερωτευμένος μαζί της, είχε προφανώς καταναλώσει ήδη αρκετό ποτό και μονοπώλησε την προσοχή της Έιμι, μιλώντας της αδιάκοπα για το αντικείμενο του ανεκπλήρωτου πόθου του. Ο ήλιος έδυσε, δίνοντας τη θέση του σε μια βελούδινη νύχτα. Το δείπνο σερβιρίστηκε στην

τραπεζαρία, μια εντυπωσιακή αίθουσα με βαριά έπιπλα και αυθεντικούς πίνακες ιμπρεσιονι- στών στους τοίχους. Όπως και στη βεράντα, η Έιμι καθόταν δίπλα στον Μάικ, ο οποίος ήταν ακόμη πιο μελαγχολικός και πιο μεθυσμένος. Αλλά η παρέα ήταν αρκετά μικρή και μπορούσε να ακούει όλες τις συζητήσεις στο τραπέζι. Η Λαβίνια είχε αλλάξει επιτέλους τα ρούχα ιππασίας και φορούσε ένα βιολετί μεταξωτό φόρεμα που τόνιζε τα μάτια της και αναδείκνυε τα λεπτά, μαυρισμένα μπράτσα και τους ώμους της –όπως και δύο στήθη σφιχτά σαν μήλα, που μπορεί να οφείλονταν στην προσθήκη σιλικόνης. «Είσαι υπέροχη, Λαβίνια», είπε με θαυμασμό ο Άντον. «Σαν να έχεις βγει από έναν πίνακα του Πολ Ζακουλέ». «Σ’ ευχαριστώ, γλυκό μου αγόρι», γουργούρισε ευχαριστημένη εκείνη. Η Έιμι άπλωσε προσεκτικά την πετσέτα της στην ποδιά της, ελπίζοντας ότι δε θα έκανε εμετό. Το γεύμα άρχισε με μουλ αλά μαρινιέρ, ζουμερά μύδια μαγειρεμένα σε σέρι. Το κυρίως πιάτο ήταν ένα τεράστιο ψητό ψάρι με πλούσια σάλτσα Προβενσάλ. Η Λαβίνια παρακολουθούσε με γερακίσιο βλέμμα την υπηρέτρια να σερβίρει τους καλεσμένους της με τη σειρά. «Πες μου τώρα, άτακτο αγόρι», είπε στον Άντον χαμογελώντας του νωχελικά, «τι είναι όλες αυτές οι ανοησίες ότι θέλεις να μετατρέψεις τον Όμιλο Ζελ σε κάποιου είδους οικολογικό φιλανθρωπικό ίδρυμα». «Δε σκέφτηκα ποτέ την εταιρεία μου ως φιλανθρωπικό ίδρυμα», της απάντησε εκείνος μ’ ένα χαμόγελο. «Αλλά ξέρεις πολύ καλά ότι η πετροχημική βιομηχανία δεν έχει λαμπρό ιστορικό σε περιβαλλοντικά θέματα». «Και ποιος, σε παρακαλώ, νοιάζεται γι’ αυτό εκτός από μερικές φανατικές περιθωριακές ομάδες;» «Όλοι θα έπρεπε να νοιαζόμαστε γι’ αυτό», απάντησε ο Άντον, «αφού πρέπει να ζούμε όλοι στον ίδιο κόσμο, να αναπνέουμε τον ίδιο αέρα και να πίνουμε το ίδιο νερό». «Πίνεις αυτό το πράγμα που βγαίνει από τη βρύση;» ρώτησε αποδοκιμαστικά η Λαβίνια. «Χρυσό μου αγόρι, ξέρεις ότι εγώ πίνω μόνο Βισύ ή Περιέ». Ο Άντον χαμογέλασε. «Ελπίζω να μη σχεδιάζεις να αγοράζεις και τον δικό σου αέρα. Δε θα ήσουν ούτε κατά διάνοια τόσο όμορφη φορώντας μια μάσκα οξυγόνου». «Προσπαθείς να με εκνευρίσεις», είπε η Λαβίνια με μια φωνή σαν γουργούρισμα. Άπλωσε το χέρι της και άρχισε να χαϊδεύει το μπράτσο του. Ήταν μια αδιαμφισβήτητα κτητική κίνηση. «Αυτά τα σχέδιά σου για τη διύλιση χρησιμοποιημένου πετρελαίου δεν είναι τόσο επικερδή όσο τα μεγάλα, παραδοσιακά διυλιστήρια». «Δεν είδα να πέφτουν τα κέρδη τελευταία».

«Όχι

ακόμη...

αλλά θα πέσουν αν αφήσεις τους αντιπάλους να αναλάβουν την παραδοσιακή πλευρά

της επιχείρησής σου ενώ εσύ θα είσαι απορροφημένος από το νέο σου χόμπι». Τα λεπτά, μαυρισμένα δάχτυλά της σφίχτηκαν στο χέρι του και τα βαμμένα περλέ νύχια της βυθίστηκαν άπληστα στους αρρενωπούς μυς. «Και η ανακύκλωση πρέπει να είναι η πιο άκομψη λέξη στον

κόσμο, για τ’ όνομα του Θεού!» Ο Άντον γέλασε. «Θα έπρεπε να είναι η πιο κομψή λέξη στον κόσμο». «Και τέλος πάντων, ποιο είναι το κέρδος από τον καθαρισμό παλιού πετρελαίου;» «Το κέρδος είναι ότι διδάσκουμε στους ανθρώπους να επαναχρησιμοποιούν μια πεπερασμένη πηγή ενέργειας. Όταν τα αποθέματα πετρελαίου του πλανήτη εξαντληθούν, θα πρέπει να αρχίσουμε να καθαρίζουμε το παλιό πετρέλαιο ούτως ή άλλως. Αλλά δε θα είμαστε σε θέση να το κάνουμε αυτό, αν το έχουμε ήδη πετάξει σε τρύπες στο έδαφος!» «Ω, Άντον! Ποιος ενδιαφέρεται για όλες αυτές τις ανοησίες περί της συντέλειας του κόσμου;» «Οι άνθρωποι που νοιάζονται για το περιβάλλον, από τη μια πλευρά, και οι άνθρωποι που θέλουν να αντισταθμίσουν τις ακριβές εισαγωγές πετρελαίου, από την άλλη». Η Λαβίνια χαμήλωσε τα βλέφαρά της. «Μα, χρυσέ μου, εμείς δε θέλουμε να ανέβει η τιμή του πετρελαίου;» «Όχι, εκτός αν χαίρεσαι να βλέπεις τον κόσμο παγιδευμένο σε άλλη μια πετρελαϊκή κρίση, με όλα όσα συνεπάγεται αυτή». «Δεν είναι καλό νο μετατρέπεις την επιχείρησή σου σε μια οργάνωση ανθρωπιστικής βοήθειας, αγαπητό μου παιδί», παρενέβη ο Χάιντς, ο τραπεζίτης. «Πούλησες το διυλιστήριο της Μασσαλίας, από το οποίο έβγαζες μια περιουσία». «Η συμφωνία ήταν πολύ καλή», απάντησε άνετα ο Άντον. «Ίσως οι μέτοχοι να μη νιώθουν τόσο σίγουροι. Και το λανσάρισμα μιας νέας τεχνολογίας έχει μεγάλο ρίσκο, όσο αγνές και αν είναι οι ηθικές αρχές που ασπάζεσαι. Ως τραπεζίτης της Λαβίνια, πρέπει να συμφωνήσω μαζί της. Θυμήσου τους μετόχους. Μην παρασυρθείς από ένα όνειρο». «Όλη μου η επιχείρηση είναι χτισμένη πάνω σ’ ένα όνειρο», είπε ο Άντον. «Η μέρα που θα σταματήσω να ονειρεύομαι θα είναι η μέρα που θα σταματήσω να ζω. Το τελευταίο μου όνειρο είναι για έναν πιο καθαρό κόσμο, όπου τα αποθέματα πετρελαίου θα κρατήσουν για πολλούς αιώνες ακόμη. Αλλά έχω καταστήσει σαφές στις τελευταίες συνελεύσεις των μετόχων ότι ήδη υπάρχουν πολλοί στη διύλιση των ακατέργαστων αποθεμάτων, ενώ στη διύλιση του χρησιμοποιημένου πετρελαίου, κανείς. Είναι ο δρόμος του μέλλοντος. Και καθώς το ακατέργαστο πετρέλαιο γίνεται ολοένα και πιο σπάνιο και πιο ακριβό, η νέα τεχνολογία που εμείς θα προτείνουμε θα θεωρείται ολοένα και πιο σημαντική. Για όλους, όχι μόνο για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Είναι ένα νέο πεδίο, ναι, αλλά εμείς θα είμαστε κυρίαρχοι σ’ αυτό». «Χρυσέ μου», είπε μακρόσυρτα η Λαβίνια, «θέλω να βλέπω πολλά πολλά λεφτά στον τραπεζικό μου λογαριασμό. Τίποτε άλλο δεν έχει σημασία για μένα. Δε με νοιάζει αν αυτό σημαίνει καμινάδες που βγάζουν μαύρο καπνό ή κάποια περιστασιακή πετρελαιοκηλίδα σε κάποια μακρινή ακτή –αρκεί να μην είναι η δική μας». «Μα είναι στη δική σας ακτή», άκουσε τον εαυτό της να λέει η Έιμι. Η Λαβίνια έστρεψε τα παγερά της μάτια πάνω της. «Συγνώμη;» «Είναι στη δική σας ακτή», επανέλαβε η Έιμι. «Αυτή η θάλασσα που βλέπετε μπορεί να φαίνεται γαλάζια, αλλά είναι πιο μολυσμένη από οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Μεσογείου». «Αυτό είναι υπερβολή, για να το θέσω ευγενικά», απάντησε βλοσυρά η Λαβίνια. «Όλα όσα φάγαμε απόψε προέρχονται από αυτή τη θάλασσα». «Ναι, και φοβάμαι ότι αυτό το υπέροχο ψάρι που τρώμε είναι γεμάτο από επικίνδυνα μέταλλα όπως υδράργυρο, κάδμιο και μόλυβδο. Και εκείνα τα νοστιμότατα μουλ αλά μαρινιέρ περιέχουν μερικές πολύ γραφικές τοξίνες, όπως πολυπυρηνικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες. Όλα προέρχονται

από τα διυλιστήρια της Μασσαλίας. Κανείς δεν κάνει τίποτα γι’ αυτό, εκτός από ανθρώπους όπως ο Άντον. Οπότε το πρόβλημα είναι στη δική σας ακτή, όπως βλέπετε». Τα χείλη και τα μάτια της Λαβίνια έδειχναν την οργή της. «Ακούμε αυτές τις τρομακτικές ιστορίες για χρόνια. Αλλά κανείς δεν έχει πεθάνει ακόμη». «Εκατομμύρια ψάρια και θαλασσινά έχουν πεθάνει», απάντησε η Έιμι. «Κάθε χρόνο, αμέτρητοι τόνοι χρησιμοποιημένου πετρελαίου απορρίπτονται στο περιβάλλον. Με την τεχνολογία του Άντον, όλο αυτό το πετρέλαιο θα μπορούσε να μετατραπεί σε ένα πολύτιμο ενεργειακό απόθεμα και να επαναχρησιμοποιηθεί. Και οι μέτοχοί του δεν έχουν κανένα λόγο να παραπονιούνται. Τα κέρδη αυξάνονται για δέκατο τρίμηνο στη σειρά. Νομίζω ότι πρέπει να τον αφήσετε απλώς να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, να καθίσετε αναπαυτικά και να απολαύσετε τα κέρδη σας». «Έιμι», ψέλλισε ο Άντον με ένα χαμηλό αλλά προειδοποιητικό τόνο. «Συγνώμη, ίσως να ήμουν ασυγχώρητα αγενής», είπε η Έιμι κοκκινίζοντας. «Αλλά αυτό είναι ένα θέμα για το οποίο έχω άποψη». Η Λαβίνια είχε τυλίξει σφιχτά το χέρι της γύρω από το μπράτσο του Άντον τώρα, σαν να είχε αντιληφθεί ξαφνικά μια επικίνδυνη απειλή στην εξουσία της. Με το μοβ φόρεμά της, έμοιαζε σαν ένα εξωτικό φίδι έτοιμο να χτυπήσει. «Λοιπόν, αγαπητή Χιονάτη, αφού έφαγες το δηλητηριασμένο μου μήλο, πότε μπορούμε να περιμένουμε ότι θα πέσεις σε ένα βαθύ –και σιωπηλό– ύπνο;» «Η Έιμι έχει δίκιο όσον αφορά την ουσία του θέματος», είπε ο Άντον, σπεύδοντας να εξομαλύνει τα πράγματα καθώς η Έιμι κοκκίνιζε ακόμα περισσότερο. «Η νέα τεχνολογία και τα υποπροϊόντα της πρόκειται να μας αποφέρουν ακόμα μεγαλύτερα κέρδη. Σκοπεύω να ανακοινώσω τα νέα μας σχέδια επέκτασης στο επόμενο διοικητικό συμβούλιο». Η ήρεμη φωνή του φάνηκε να κατευνάζει το θυμό της Λαβίνια καθώς της εξηγούσε το δίκτυο των διυλιστηρίων που σκόπευε να κατασκευάσει τα επόμενα χρόνια, αλλά η Έιμι ένιωθε σαν να κόλλησε μια πέτρα στο λαιμό της. Δεν ήθελε να παρασυρθεί τόσο πολύ και να προσβάλει τη Λαβίνια Καρόν στο ίδιο της το τραπέζι. Ούτε ήθελε να ντροπιάσει τον Άντον σε σημείο που η οικοδέσποινα να της πει να το βουλώσει. Πιθανότατα εκείνος θα ήταν έξω φρενών μαζί της. Θα είχε τύχη βουνό αν δε βρισκόταν άνεργη το επόμενο πρωί. Στην πραγματικότητα, αυτό που την είχε εξοργίσει τόσο πολύ δεν ήταν μόνο η συζήτηση, αλλά και εκείνα τα μακριά περλέ νύχια που έβλεπε να βυθίζονται στο δέρμα του Άντον. Όποια και αν ήταν η δικαιολογία της όμως, τώρα ήταν τόσο ευπρόσδεκτη στο δείπνο όσο και ένας σωρός κοπριάς αλόγου. Το καλύτερο πράγμα που μπορούσε να κάνει ήταν να εξαφανιστεί το συντομότερο δυνατό. Πράγματι, μόλις σηκώθηκαν από το τραπέζι και μεταφέρθηκαν στο σαλόνι, η Έιμι ζήτησε σιγανά συγνώμη λέγοντας ότι ήταν κουρασμένη και αποσύρθηκε. Η Λαβίνια την αγνόησε εντελώς. Ο Άντον, στριμωγμένος ανάμεσα στην οικοδέσποινα και τον Ελβετό τραπεζίτη, μόλις που της έριξε μια ματιά καθώς έφευγε. Ξαπλώνοντας στο κρεβάτι της, η Έιμι ένιωσε δάκρυα ντροπής στα μάτια της. Η βιαστική φυγή της είχε συνοδευτεί από ένα σχόλιο της Λαβίνια που –ευτυχώς για εκείνη– δεν το άκουσε, αλλά το οποίο προκάλεσε ένα κύμα γέλιου από τους άλλους καλεσμένους.

από τα διυλιστήρια της Μασσαλίας. Κανείς δεν κάνει τίποτα γι’ αυτό, εκτός από ανθρώπους όπως ο

*

Δεν είχε κοιμηθεί ακόμη, ώρες αργότερα, όταν η πόρτα της άνοιξε απότομα και άναψε το φως. Θαμπωμένη και ζαλισμένη, η Έιμι ανακάθισε στο κρεβάτι της. Μια ψηλή φιγούρα δέσποζε από

πάνω της. «Άντον;» «Τι στο διάβολο νομίζεις ότι έκανες απόψε;» απαίτησε να μάθει εκείνος. «Έχεις χάσει το μυαλό σου;» «Άντον, λυπάμαι πολύ», του είπε ταπεινωμένα. «Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε». «Δεν άκουσες τίποτα απ’ όσα σου είπα καθώς ερχόμαστε εδώ; Η Λαβίνια κατέχει το είκοσι τοις εκατό του ομίλου. Μπορείς να το καταλάβεις αυτό;» «Ναι», ψιθύρισε. «Και δεν της αρέσει η νέα κατεύθυνση που παίρνουμε. Η ιδέα ήταν να την καθησυχάσουμε, όχι να της πάμε κόντρα. Και στον τραπεζίτη της, για τ’ όνομα του Θεού». Τα μάτια της είχαν συνηθίσει στο φως, αλλά δεν ένιωσε καμία παρηγοριά βλέποντας ότι το στόμα του ήταν μια σκληρή γραμμή και τα μάτια του κατάμαυρα από την οργή. «Τι στο διάβολο νόμιζες ότι έκανες;» Ο τόνος του ήταν τόσο θυμωμένος που ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Δεν ήθελα να σου δημιουργήσω πρόβλημα, Άντον. Αλλά, όταν άρχισε να μιλάει με τόση αναισθησία, έχασα την ψυχραιμία μου. Θα με απολύσεις;» «Η Λαβίνια ζήτησε ρητά ακριβώς αυτό», της απάντησε εκείνος. Τα μάτια της βούρκωσαν κι αυτό τον έπεισε να σταματήσει. «Μην το κάνεις αυτό», της είπε κοφτά. «Συγνώμη». Σκούπισε τα δάκρυά της. «Ήμουν ξαπλωμένη εδώ μετρώντας με πόσους τρόπους γελοιοποιήθηκα απόψε». Εκείνος κάθισε στο κρεβάτι δίπλα της. «Σίγουρα ήταν μια θεαματική επίδειξη ανοησίας». Η Έιμι μόρφασε. «Λυπάμαι πολύ», ψέλλισε νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό της. «Απολύομαι;» Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Η καρδιά της φτεροκόπησε σαν λαβωμένο πουλί. «Αν δε σε απολύσω», της είπε ήρεμα, «η Λαβίνια θα θυμώσει ακόμα περισσότερο». «Τότε καλύτερα να με απολύσεις», του ψιθύρισε. «Δε δέχομαι διαταγές από κανέναν», δήλωσε κατηγορηματικά. «Και δεν έχω απολύσει ποτέ κανέναν επειδή είπε αυτό που πίστευε. Εξάλλου, δεν είπες τίποτε άλλο εκτός από την αλήθεια. Θα ρισκάρω την οργή της Λαβίνια». Τα μάτια του στένεψαν απειλητικά. «Αλλά, αν πεις ή κάνεις

οτιδήποτε άλλο που θα την ενοχλήσει όσο θα είμαστε εδώ, θα σε πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια». «Θα είμαι σιωπηλή σαν τάφος», του υποσχέθηκε με πάθος. «Λυπάμαι πραγματικά, Άντον. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε». «Ο σκοπός αυτής της επίσκεψης είναι να σιγουρευτώ ότι η Λαβίνια δε θα προκαλέσει φασαρία στην επόμενη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου ούτε πανικό στους υπόλοιπους μετόχους. Νομίζεις ότι μπορείς να καταφέρεις να μείνεις στο παρασκήνιο για μερικές μέρες;»

«Θα πηγαίνω μακρινούς, μοναχικούς

περιπάτους...

Μπορείς να την αφήνεις να σου σφίγγει το

μπράτσο και να της λες, όσο συχνά θέλεις, ότι μοιάζει με πίνακα του Πολ

Ζακουλέ...

Αλήθεια, ποιος

είναι αυτός;» «Ένας Γάλλος καλλιτέχνης που έφτιαχνε σκίτσα όμορφων γυναικών». «Ω, πόσο καλλιεργημένος είσαι. Εκείνα τα στήθη δεν είναι αληθινά, ξέρεις». «Έιμι», της είπε προειδοποιητικά. «Συγνώμη. Θα είμαι φρόνιμη, το υπόσχομαι».

Ένιωσε το χέρι του να χαϊδεύει τα μαλλιά της. «Ξέρω ότι θα είναι δύσκολο για σένα», της είπε

μαλακά. «Έμοιαζες με άγγελο

απόψε...

Προσπάθησε να γίνεις για λίγο».

Εκείνη γύρισε το πρόσωπό της και ακούμπησε το μάγουλό της στην παλάμη του. «Πόσο μακριά

σκοπεύεις να φτάσεις στο μονοπάτι της γοητείας;» «Εμπιστέψου με». Ο Άντον την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε στο μάγουλο. «Είναι για καλό σκοπό». «Σε εμπιστεύομαι». Χρειάστηκε μόνο να γείρει ελαφρά το κεφάλι της –ή μήπως έγειρε εκείνος το δικό του;– και τα χείλη της χάιδεψαν τα δικά του. «Γλυκιά μου Έιμι», ψιθύρισε εκείνος. Φίλησε τα χείλη της ξανά και ξανά. Το στόμα του ήταν τόσο

γλυκό, τόσο τρυφερό. Η Έιμι ένιωσε να λιώνει. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και ο πόνος στην καρδιά της μετατράπηκε σε ένα κύμα ζεστασιάς. Η γλώσσα του αναζήτησε τη δική της, τη βρήκε, τη χάιδεψε με λαχτάρα. Ένα ρίγος πόθου τη διαπέρασε. Είχε αρχίσει επιτέλους να τον εμπιστεύεται. Όταν τη φιλούσε έτσι, οι αμφιβολίες της χάνονταν σαν τις σκιές μπροστά στον ήλιο που ανέτειλε. Το ζεστό χέρι του Άντον χάιδεψε τα στήθη της. Η Έιμι φορούσε μόνο ένα λεπτό καλοκαιρινό νεγκλιζέ. Οι θηλές της σφίχτηκαν από την ηδονή, τα στήθη της πιέστηκαν στις παλάμες του. «Σε θέλω τόσο πολύ, Έιμι!» ψιθύρισε εκείνος. Αλλά εκείνη τη στιγμή μια χαρακτηριστική φωνή αντήχησε στο διάδρομο. «Άντον; Πού χάθηκες,

χρυσέ μου; Πού είσαι;»

wWw.GreekLeech.info

«Ανάθεμά την», είπε πνιχτά εκείνος. Φίλησε τα βλέφαρά της. «Θέλει να πάμε όλοι στην Αντίμπ για να δούμε το φεγγάρι στη θάλασσα ή κάποια τέτοια ανοησία». «Ήμουν έτοιμη να σε πετάξω έξω, ούτως ή άλλως», είπε η Έιμι με κόπο. Τον έσπρωξε μακριά με τα τελευταία απομεινάρια της δύναμής της. «Το καθήκον σε καλεί». Ο Άντον γέλασε απαλά. «Μάλιστα, κυρία. Όνειρα γλυκά, άγγελέ μου». Βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο. Μερικές στιγμές μετά, η Έιμι νόμισε ότι άκουσε το κελαρυστό γέλιο της Λαβίνια Καρόν. Κουλουριάστηκε στο κρεβάτι, νιώθοντας το φιλί του να καίει ακόμη στα χείλη της, τις θηλές της να πονάνε από το άγγιγμά του. Και τι δε θα ’δινε για να περνούσε αυτή τη νύχτα με τον Άντον, ατενίζοντας το φεγγάρι στη θάλασσα. Και όχι μόνο. Έπρεπε να συνέλθει. Η ζήλια ήταν ένα τέρας με πράσινα μάτια που κορόιδευε αυτόν από τον οποίο τρεφόταν. Δε θα είχε διανοηθεί ποτέ να αφήσει τον Άντον να την πλησιάσει τόσο πολύ –αλλά υπέφερε τόσο βλέποντας να τον διεκδικεί απροκάλυπτα η Λαβίνια Καρόν! Τι μυστήριο που ήταν η γυναικεία καρδιά! Θα έπρεπε να νιώθει ανακουφισμένη που είχε απαλλαγεί από την ασφυκτική πίεσή του. Είχε απορρίψει τις προτάσεις του αμέτρητες φορές, είχε πείσει τον εαυτό της ότι εκείνος ήταν ένα άκαρδο κάθαρμα. Τι της έφερνε, λοιπόν, δάκρυα στα μάτια;

Κεφάλαιο 8

Θα θυμόταν πάντα εκείνη την εβδομάδα ως μία από τις πιο θλιβερές περιόδους της ζωής της. Καταρχάς, το επόμενο πρωί, η Γκέρντα Μέιερ, η Ελβετίδα της παρέας, έπεσε στο κρεβάτι με μια σοβαρή στομαχική διαταραχή. Μετά τα ατυχή σχόλια της Έιμι το προηγούμενο βράδυ για τις τοξίνες των θαλασσινών, αποδεικνυόταν ένα μάλλον δυσοίωνο γεγονός. Προκειμένου να εξιλεωθεί για το έγκλημά της –πόσω μάλλον για το γεγονός ότι δεν είχε απολυθεί αμέσως για αυθάδεια– η Έιμι βρέθηκε να παίζει το ρόλο της νοσοκόμας της Γκέρντα, η οποία δεν ήταν και η πιο εύκολη ασθενής. «Γιατί έπρεπε να πεις όλα εκείνα τα φρικτά πράγματα χτες το βράδυ;» γκρίνιαξε εκείνη όταν η Έιμι της πήγε άλλο ένα φλιτζάνι τίλιο στο κρεβάτι. «Με αναστάτωσες τρομερά! Και αν έπαθα δηλητηρίαση;» «Είμαι σίγουρη ότι πρόκειται για μια απλή ίωση στομάχου», της είπε καθησυχαστικά η Έιμι. «Συμβαίνει το καλοκαίρι, ιδιαίτερα μετά την κατανάλωση θαλασσινών». «Μην αναφέρεις τα θαλασσινά!» Η Γκέρντα άρπαξε το τίλιο και το ήπιε μονομιάς. «Ω, το καημένο το στομάχι μου! Και έχω τα χάλια μου», βόγκηξε, κοιτάζοντας στον καθρέφτη. «Το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να με βοηθήσεις να γίνω ευπαρουσίαστη ώστε να μπορώ να δεχτώ επισκέπτες». «Ασφαλώς». Η Έιμι αναστέναξε. Πήρε τη βούρτσα της Γκέρντα και άρχισε να της βουρτσίζει τα μαλλιά.

«Πού είναι η Λαβίνια και ο Άντον;» απαίτησε να μάθει εκείνη. «Πήγαν μια βόλτα με τ’ άλογα», της απάντησε μέσα από τα δόντια της. Πράγματι τους είχε δει να φεύγουν μαζί οι δυο τους μετά το μεσημεριανό. Ο Άντον δεν της είχε μιλήσει σχεδόν καθόλου σήμερα. Λες και ζούσαν σε διαφορετικούς πλανήτες. Η προσοχή του ήταν στραμμένη στη Λαβίνια. «Θα παντρευτούν σύντομα», ανακοίνωσε η Γκέρντα. «Πρόσεχε, σε παρακαλώ! Θα μου ξεριζώσεις τα μαλλιά!»

«Συγνώμη...

Τι σε κάνει να λες ότι θα παντρευτούν;»

Η Γκέρντα χαχάνισε. «Ω, η Λαβίνια το έχει αποφασίσει. Και αυτό που θέλει η Λαβίνια, το πετυχαίνει!» «Θέλεις να πεις ότι ο Άντον Ζελ δεν έχει λόγο επί του θέματος;» «Τι θα μπορούσε να πει;» «Να διαμαρτυρηθεί». «Να διαμαρτυρηθεί;» επανέλαβε σαστισμένη η Γκέρντα. «Είναι και οι δυο πλούσιοι, όμορφοι και στυλάτοι. Είναι φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Ο καθένας μπορεί να το δει αυτό». Η Έιμι ξεροκατάπιε. «Ναι, υποθέτω. Αλλά φαίνεται να υπάρχουν και μερικές διαφορές ανάμεσά τους». «Θέλεις να πεις σχετικά με τη νέα τεχνολογία; Ω, αυτό δεν είναι τίποτα. Μια μικρή, προσωρινή αναποδιά. Η Λαβίνια δεν τον κάλεσε εδώ για να μιλήσουν γι’ αυτό άλλωστε, αλλά για να του κάνει πρόταση γάμου, φυσικά».

«Ω. Στις μέρες μας οι γυναίκες κάνουν πρόταση γάμου στους άντρες;» «Χα», η Λαβίνια είναι πανέξυπνη. Γνωρίζεις ότι ξέρει να πιλοτάρει ελικόπτερο; Ε, λοιπόν, οι άντρες είναι σαν τα ελικόπτερα. Απλώς πρέπει να μάθεις ποια κουμπιά να πατάς και, βουαλά, πετάς!» Χαχάνισε. «Θα είναι ο γάμος της δεκαετίας. Βοήθησέ με να φορέσω τη ρόμπα μου». Νιώθοντας ράκος, η Έιμι βοήθησε την Γκέρντα να φορέσει τη λουλουδάτη ροζ ρόμπα της γκέισας. Εκείνη προέταξε τα πληθωρικά στήθη της και χάιδεψε αυτάρεσκα τις καμπύλες της. «Δεν είναι καταπληκτικά; Και τα δικά σου είναι καλά, φαντάζομαι. Μεγαλύτερα από της Λαβίνια

τουλάχιστον...

Είναι το μόνο πράγμα στο οποίο υστερεί και όχι επειδή δεν προσπάθησε, αν θέλεις να

ξέρεις», πρόσθεσε με μια δόση κακίας. «Υποθέτω ότι έχει όλα τα άλλα πλεονεκτήματα που θα μπορούσε να θέλει μια γυναίκα», είπε άτονα η Έιμι. Αναγκάστηκε να περάσει σχεδόν όλο το απόγευμα ακούγοντας την Γκέρντα να κομπάζει για τα λεφτά της και το σώμα της. Ωστόσο, η Έιμι προσπαθούσε να μην αφήσει τα κουτσομπολιά της να βαρύνουν την ψυχή της. Το ευτυχές ζεύγος επέστρεψε από την ιππασία, δείχνοντας πιο ευτυχισμένο από ποτέ. Η Έιμι

έπρεπε να καταπιέσει τη φαντασία της που οργίαζε και να πάψει να στήνει σενάρια για το τι θα μπορούσε να είχε συμβεί ανάμεσά τους κάτω από τη σκιά ενός δέντρου. Συνάντησε τον Άντον καθώς εκείνος ανέβαινε στο δωμάτιό του για να αλλάξει. Το πουκάμισό του ήταν ξεκούμπωτο και, ανάμεσα στις σκούρες τρίχες που κάλυπταν το μυώδες στήθος του, η Έιμι μπορούσε να δει μερικά φυλλαράκια δεντρολίβανου. «Βλέπω ότι σκοπεύει να σε κάνει ψητό με δεντρολίβανο», παρατήρησε άτονα. «Ψητό σίγουρα. Δεν έχω ζεσταθεί ποτέ τόσο πολύ κάνοντας ιππασία. Πώς ήταν η δική σου μέρα;» «Συναρπαστική. Πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της παρακολουθώντας την Γκέρντα να κάνει εμετό σε μια πορσελάνινη λεκάνη».

«Μην παραπονιέσαι. Η καημένη η κυρία κάνει ό,τι μπορεί για να σε

διασκεδάσει...»

Έσκυψε και τη

φίλησε τρυφερά στο μάγουλο. «Είσαι πολύ γενναίο κορίτσι. Η θυσία σου θα ληφθεί υπόψη». «Υπήρχε ένας νέος μεγιστάνας ονόματι Ζελ», απάγγειλε μουσικά εκείνη, «ο οποίος χαμογελούσε καθώς πήγαινε ιππασία με μια καλλονή. Όταν επέστρεψαν, ο μεγιστάνας ήταν μέσα στο στομάχι της καλλονής και εκείνη είχε ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της». Ο Άντον χαμογέλασε. «Τόσο λίγη εμπιστοσύνη μου έχεις, λοιπόν; Περίμενε και θα δεις ποιος θα φάει ποιον». Η Έιμι δεν ήθελε να φάει κανείς κανέναν. Ήθελε μόνο να ξαναγίνουν όλα όπως ήταν πριν έρθουν εδώ. Αλλά δεν μπορούσε να του εκφράσει αυτές τις παράδοξες σκέψεις. Απλώς του χαμογέλασε. «Όρμα τους, τίγρη». Εκείνος την αγκάλιασε φευγαλέα. «Ξέρω ότι όλο αυτό είναι βαρετό για σένα. Θα φύγουμε από δω σε μερικές μέρες. Κάνε υπομονή. Το υποσχέθηκες!» Η Έιμι πίεσε το πρόσωπό της στο στήθος του, ρουφώντας την υπέροχη μυρωδιά της καυτής επιδερμίδας του για μια στιγμή και μετά τον έσπρωξε μακριά. «Πήγαινε να πλυθείς. Και φρόντισε να βγάλεις όλα τα φυλλαράκια από τα μαλλιά σου, χρυσό μου αγόρι».

«Ω. Στις μέρες μας οι γυναίκες κάνουν πρόταση γάμου στους άντρες;» «Χα», η Λαβίνια είναι πανέξυπνη.

*

Στο δείπνο εκείνο το βράδυ, η Έιμι βρέθηκε εξορισμένη σε μια ακόμη πιο απόμακρη γωνιά του

τραπεζιού, μαζί με τα ηλικιωμένα ζευγάρια που είχαν προστεθεί στη συντροφιά. Αυτό την εμπόδιζε αποτελεσματικά να συμμετέχει στη γενική συζήτηση –και την εμπόδιζε επίσης να ακούει αυτά που έλεγαν ο Άντον, η Λαβίνια και ο κλειστός κύκλος τους.

Ήταν ένα μαρτύριο για κείνη να τον παρακολουθεί από μακριά να περνάει θαυμάσια, φαινομενικά

τουλάχιστον. Η Έιμι ένιωθε ολοένα και

περισσότερο...

αόρατη. Κλείστηκε στον εαυτό της,

χαμογελώντας ευγενικά στον ηλικιωμένο κύριο δίπλα της, που διηγούνταν αμέτρητες διασκεδαστικές ιστορίες, αλλά μέσα της ένιωθε παγωμένη και άδεια. Για άλλη μια φορά την απέκλεισαν από τη βραδινή διασκέδαση· όλοι πήγαν στην Αντίμπ για να παρακολουθήσουν τη συναυλία ενός διάσημου βιολονίστα, αλλά εκείνη προτίμησε να μην πάει, ξέροντας ότι η παρουσία της θα εκνεύριζε τη Λαβίνια και θα έφερνε τον Άντον σε δύσκολη θέση. Ένιωθε ανεπιθύμητη, σαν παρίας. Η μοναδική άλλη καλεσμένη που έμεινε πίσω ήταν η Γκέρντα, που εξακολουθούσε να νιώθει αδύναμη. Η Έιμι υπέμεινε τη βασανιστική φλυαρία της για τα στήθη της και τον τραπεζικό της λογαριασμό, μέχρι που δεν άντεξε άλλο και πήγε για ύπνο. Και μολονότι περίμενε μέχρι που τα βλέφαρά της έγιναν βαριά σαν μολύβι να έρθει ο Άντον να την καληνυχτίσει με ένα φιλί, εκείνος δεν είχε γυρίσει μέχρι τις δύο το πρωί και η Έιμι αποκοιμήθηκε πάνω από το κάλυμμα του κρεβατιού. Δεν την παρηγόρησε καθόλου το γεγονός ότι το επόμενο πρωί, στη διάρκεια του πρωινού, ο Άντον της είπε ότι είχε πάει στο δωμάτιό της πολύ αργά. «Κοιμόσουν πολύ βαθιά», της είπε χαμογελώντας. «Ροχαλίζοντας. Οπότε σε φίλησα για καληνύχτα και σε άφησα να συνεχίσεις τον ύπνο σου». «Ω, ευχαριστώ πολύ», του είπε ξερά. Τα φιλιά του δε μετρούσαν, αφού δεν ήταν ξύπνια για να τα απολαύσει. Ούτε της διέφυγε ότι εκείνος ήταν ντυμένος για ιππασία ξανά. «Περάσατε καλά χτες το βράδυ;» «Μετά τη συναυλία πήγαμε σ’ ένα καμπαρέ. Ήταν πολύ βαρετά». «Θα ήταν πολύ ανιαρό, φαντάζομαι, σε σύγκριση με τα στριπτιζάδικα του Γουαντσάι». «Τα κορίτσια είναι ψηλότερα. Λοιπόν, η Γκέρντα συνέχισε να κάνει εμετό;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον. «Δυστυχώς, το θέαμα πήρε τέλος. Αλλά ξέρω τα πάντα για το ποια σουτιέν προτιμά και σε ποιες τράπεζες εμπιστεύεται τα δισεκατομμύριά της». «Τόσο άσχημα;» «Χειρότερα απ’ όσο μπορείς να φανταστείς. Τα πλούτη και τα στήθη της αποτελούν τα μοναδικά της θέματα συζήτησης, Άντον. Αν αναγκαστώ να περάσω άλλη μία ώρα μαζί της, μπορεί να τη στραγγαλίσω». «Σου το υπόσχομαι, Γουέρθινγκτον, σου αξίζει μετάλλιο μόλις φύγουμε από αυτό το νεκροτομείο». «Και πότε θα συμβεί αυτό; Δείχνεις να μην μπορείς να ξεκολλήσεις από μια συγκεκριμένη κυρία». «Αγάπη μου, αν νομίζεις ότι η Γκέρντα είναι φρικτή, πρέπει να δοκιμάσεις τη Μορτίσια. Η οικογένεια Άνταμς ξαναζεί!» Η Έιμι έβαλε τα γέλια. «Ω, αυτό είναι πολύ αστείο! Η Γκέρντα λέει ότι η Μορτίσια σχεδιάζει να γίνεις εσύ ο επόμενος Γκόμεζ». «Να με παντρευτεί; Αμφιβάλλω. Η Λαβίνια είναι πολύ ευχαριστημένη με τη ζωή της». «Νομίζω ότι είναι ερωτευμένη μαζί σου», είπε η Έιμι και το χαμόγελό της έσβησε. «Και είναι σέξι,

έξυπνη και εκλεπτυσμένη». «Και λοιπόν;» «Λοιπόν, θα πρέπει να βρεις έναν πολύ καλό λόγο για να την απορρίψεις». «Και αν εμένα με ενδιαφέρει μόνο κάποια άλλη;» «Και ποια είναι αυτή;» τον ρώτησε, νιώθοντας την καρδιά της να σπαρταράει. «Κάποια με αγγελικό πρόσωπο». Η Έιμι ήταν έτοιμη να του απαντήσει, όταν μια γνώριμη γυναικεία φωνή ρώτησε: «Πού είναι το αστείο, χρυσέ μου; Δεν μπορείς να το μοιραστείς μαζί μου;» Στράφηκαν και αντίκρισαν τα λαμπερά μάτια και το ηλιοκαμένο πρόσωπο της Λαβίνια. Φορούσε για άλλη μια φορά παντελόνι ιππασίας και ένα βαμβακερό πουκάμισο που αναδείκνυε υπέροχα το κορμί της, μόνο που σήμερα ειχε το πράσινο χρώμα του δυόσμου. «Απλώς θυμόμαστε μια παλιά τηλεοπτική σειρά», είπε ο Άντον μ’ ένα χαμόγελο. «Δεν έχω ποτέ χρόνο να βλέπω τηλεόραση». Η Λαβίνια χτύπησε τα γάντια της στην παλάμη της. «Πήρες πρωινό; Τότε καλύτερα να πάμε για ιππασία πριν πιάσει η ζέστη. Υπάρχουν μερικά υπέροχα μονοπάτια που μπορούμε να ακολουθήσουμε κατά μήκος της βουνοπλαγιάς. Και ξέρω ένα επαρχιακό εστιατόριο όπου θα φροντίσουν τα άλογά μας όσο εμείς θα γευματίζουμε». «Ωραίο ακούγεται», είπε ο Άντον με μια απειροελάχιστη υποψία κούρασης στη φωνή του –ή μήπως αυτός ήταν ένας τρόπος να κατευνάσει την αγανάκτηση της Έιμι που την άφηνε μόνη ξανά; Ή Έιμι παρακολούθησε για άλλη μια φορά τον Άντον και τη Λαβίνια να χάνονται στον ορίζοντα. Και την κυρίευσε ξανά ο ίδιος γνώριμος πόνος ότι ήταν ανεπιθύμητη, μια αμαρτωλή που δεν ανήκε στον κύκλο των χρυσών ανθρώπων. Τα ξαδέρφια της την έκαναν να νιώθει έτσι στην εφηβεία της. Και τώρα η Λαβίνια Καρόν το έκανε ξανά –και αυτό την πονούσε τόσο πολύ. Αν η Λαβίνια ήταν πιο συμπαθητική, η Έιμι θα χαιρόταν βλέποντάς τη στο πλευρό του Άντον. Αλλά εκείνη δεν του άξιζε! Αυτό που χρειαζόταν ο Άντον ήταν μια συμπονετική γυναίκα, που θα μπορούσε να κατανοήσει το θλιβερό παρελθόν του και να συμμεριστεί τα όνειρά του. Όχι αυτή την άπληστη, σκληρόκαρδη γυναίκα που σκεφτόταν μόνο τον εαυτό της και που περιτριγυριζόταν από ανθρώπους τόσο σκληρούς και εγωιστές όσο κι εκείνη. Αυτό δεν ήταν δίκαιο. Την επόμενη μέρα, η Λαβίνια είχε οργανώσει μια κρουαζιέρα στα Ιλ ντε Λερέν, το αρχιπέλαγος νησιών στα ανοιχτά των Καννών όπου είχε φυλακιστεί ο Άνθρωπος με το Σιδηρούν Προσωπείο. Η Γκέρντα Μέιερ είχε αναρρώσει πλήρως πια και δεν υπήρχε καμία δικαιολογία να μείνει πίσω η Έιμι. Η προοπτική να περάσει επιτέλους λίγο χρόνο με τον Άντον –έστω και αν δε θα βρισκόταν μόνη μαζί του– την έκανε να δεχτεί την πρόσκληση, αν και η φωνή της λογικής τής έλεγε να μείνει σπίτι. Καθώς έβγαιναν στα ανοιχτά του κόλπου με το ναυλωμένο σκάφος, ένα υπέροχο λευκό γιοτ, ένα δροσερό αεράκι άρχισε να φυσάει, μετριάζοντας κάπως τη φοβερή ζέστη. Ήταν άλλη μία καυτή μέρα, αλλά πυκνά σύννεφα μαζεύονταν στον ορίζοντα, προμηνύοντας ότι ο καιρός θα χαλούσε σύντομα. Η εμφάνιση της Λαβίνια παρέπεμπε σε κορίτσι του Τζέιμς Μποντ –φορούσε ένα πολύ μικρό μαύρο μπικίνι που αναδείκνυε το ηλιοκαμένο, αθλητικό της κορμί και από πάνω ένα λευκό ναυτικό σακάκι και ένα πολύ κοντό λευκό σορτς, ενώ το σύνολο συμπληρωνόταν από ένα λευκό καπέλο με χρυσή τρέσα. Θα ήταν γελοίο –αν δεν της πήγαινε τόσο πολύ. Βρισκόταν στο στοιχείο της, δίνοντας διαταγές, φροντίζοντας τα πάντα, απολαμβάνοντας το ρόλο του αρχηγού. Ευτυχώς την επόμενη μέρα η Έιμι και ο Άντον θα έφευγαν για τη Μασσαλία και από εκεί για Χονγκ Κονγκ.

Αυτό σήμαινε ότι η Λαβίνια είχε μια μέρα ακόμη για να κλείσει τη συμφωνία. Εκτός αν σκόπευε να περιμένει μέχρι την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων στο Λονδίνο, στο τέλος του χρόνου. Αυτή θα ήταν μια πιο συνετή κίνηση αν ήθελε να σιγουρευτεί ότι θα παγίδευε το θήραμά της. Με το δικό της ροζ-καφέ μπικίνι Κριστιάν Ντιορ και γυαλιά από ταρταρούγα, η Έιμι έδειχνε απόλυτα θηλυκή και ήρεμη. Έμεινε μακριά από τους υπόλοιπους, γέρνοντας στην μπρούν-τζινη κουπαστή και ατενίζοντας την πράσινη ακτογραμμή στο βάθος. Τουλάχιστον είχε βγει από εκείνο το απαίσιο πέτρινο φρούριο. Η γαλάζια θάλασσα ήταν χαλαρωτική. Ο Άντον έγειρε στην κουπαστή δίπλα της. «Το πρόσωπό σου είναι ήρεμο για πρώτη φορά», της είπε. «Λατρεύω τη θάλασσα».

«Α,

ξέχασα...

το φυσικό περιβάλλον μιας γοργόνας».

Εκείνη χαμογέλασε. «Νόμιζα ότι ήμουν πίθηκος». «Ναι, σίγουρα είσαι πίθηκος. Σου το είπα και στο Χονγκ Κονγκ, ο πίθηκος είναι ένα πολύ καλό ζώδιο του κινέζικου ζωδιακού κύκλου και εξαιρετικό στο κρεβάτι, επίσης. Ξέρει να απολαμβάνει την ηδονή». «Και αυτό δείχνει ότι είναι κάποιος καλός στο κρεβάτι; Ο εγωισμός;» «Δε μίλησα για εγωισμό. Στην πραγματικότητα, είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι να απολαμβάνεις να σε λατρεύουν». «Δεν είμαι σίγουρη ότι διαθέτω αυτό το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του πιθήκου». «Θα βάλω τα δυνατά μου να σε βοηθήσω να το αναπτύξεις». «Η Λαβίνια σίγουρα ξέρει πώς να διασκεδάζει τους καλεσμένους της». «Ο Ρόμπερτ την άφησε πάμπλουτη. Δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει από το να ξοδεύει τα χρήματά της με μια πληθώρα ευφάνταστων τρόπων». «Μιλάς σαν να μην τη συμπαθείς και πολύ», είπε η Έιμι κοιτάζοντάς τον. Εκείνος φορούσε μόνο μια κιτρινόμαυρη χαβανέζικη βερμούδα. Το υπέροχο κορμί του γυάλιζε στον ήλιο, οι δυνατοί μύες διαγράφονταν κάτω από τη χρυσαφένια επιδερμίδα του. Η Έιμι ζήλευε τόσο πολύ αυτό το κορμί· μισούσε τον τρόπο που το κοίταζαν οι άλλες γυναίκες. «Τη συμπαθώ. Αλλά δεν καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να γίνεται πάντα το δικό της, όσο πλούσια και έξυπνη και αν είναι». «Ναι», είπε πικρόχολα η Έιμι. «Το βλέπω ότι σου κάνει τη ζωή δύσκολη». «Θέλει να αλλάξω κατεύθυνση σχετικά με τα νέα διυλιστήρια». «Γι’ αυτό μιλάτε όταν μένετε μόνοι οι δυο σας για ώρες;» «Μάλλον πιστεύει ότι κατανοεί την πετρελαϊκή βιομηχανία καλύτερα από μένα», είπε εκείνος χαμογελώντας. «Ο Ρόμπερτ προτιμούσε να κάθεται και να απολαμβάνει τα κέρδη, όπως το έθεσες τις προάλλες. Η Λαβίνια έχει γνώμη για τα πάντα. Και με το μεγάλο μερίδιο στον όμιλο που της άφησε ο Ρόμπερτ, μπορεί να φέρεται όσο αυταρχικά θέλει». «Θα μπορούσε πραγματικά να δημιουργήσει πρόβλημα με τους άλλους μετόχους;» «Ξέρει πολύ κόσμο. Και ξέρει πώς να πετυχαίνει αυτό που θέλει. Αν πείσει αρκετούς μετόχους ότι οδηγώ τον όμιλο σε λάθος κατεύθυνση, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν μεγάλα προβλήματα». «Ποιο είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί;» «Να απολυθώ από τη θέση του γενικού διευθυντή». «Μα είναι η δική σου εταιρεία!» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Κατέχω το πενήντα ένα τοις εκατό. Αλλά είναι μια εταιρεία

εγγεγραμμένη στο Χρηματιστήριο και, αν αρκετοί από τους μετόχους στραφούν εναντίον μου, θα πρέπει να παραιτηθώ παρά να αντιμετωπίσω έναν εμφύλιο πόλεμο και να δω την εμπιστοσύνη του κοινού να εξανεμίζεται». Η Έιμι τον κοίταξε κατάματα. «Ανέφερες ότι θα μπορούσες να την εξαγοράσεις». «Ναι. Αν μπορούσα να την πείσω να πουλήσει. Αυτό είναι το ένα πρόβλημα. Το άλλο είναι ότι ο Όμιλος Ζελ είναι μια βρετανική εταιρεία και, σύμφωνα με τον αγγλικό νόμο, αν αγοράσω όλες τις μετοχές της, θα πρέπει να τις ακυρώσω. Δεν μπορώ να τις μεταπουλήσω. Και στην περίπτωση αυτή θα υπήρχαν λιγότερες μετοχές σε κυκλοφορία, οπότε όσες απέμεναν θα ήταν και πιο πολύτιμες, θεωρητικά. Αλλά θα κόστιζε πολλά χρήματα· χρήματα που προορίζω για την επέκτασή μας στη Νοτιοανατολική Ασία. Αυτό θα σήμαινε την αναβολή των σχεδίων μου για ένα χρόνο, ίσως και περισσότερο». Το κορίτσι του Τζέιμς Μποντ ήταν τώρα στο κατάστρωμα, περιτριγυρισμένο από τους φίλους του. Μια γυναίκα που ήξερε πολύ καλά τι έκανε. «Άντον!» φώναξε. «Χρυσέ μου, χάνεις τα δελφίνια». Γύρισαν και οι δυο. Μια ομάδα τριών ή τεσσάρων δελφινιών κολυμπούσε παράλληλα με το γιοτ σκίζοντας τα κύματα. Ήταν ένα συναρπαστικό θέαμα. Η θριαμβευτική έκφραση της Λαβίνια Καρόν υπονοούσε ότι ήταν προσωπικά υπεύθυνη για την παρουσία των δελφινιών. Βλέποντάς τη να πιάνει αγκαζέ τον Άντον και να τον παίρνει μακριά της, η Έιμι σκέφτηκε ότι δε θα απορούσε αν τα δελφίνια ήταν ρομπότ που καθοδηγούνταν από ένα τηλεχειριστήριο που βρισκόταν στην τσέπη του κοντού λευκού σορτς της Λαβίνια Καρόν.

εγγεγραμμένη στο Χρηματιστήριο και, αν αρκετοί από τους μετόχους στραφούν εναντίον μου, θα πρέπει να παραιτηθώ

*

Για να αποφύγουν τον κόσμο, κατευθύνθηκαν στην πιο μακρινή πλευρά του Ιλ Σεντ Μαργκερίτ, του πιο μεγάλου από τα νησιά. Το γιοτ αγκυροβόλησε κοντά στην παραλία και η λέμβος τούς έβγαλε στην ακτή. Η λευκή αμμουδιά ήταν ζεστή κάτω από τα πόδια τους. Το νησί ήταν καλυμμένο από ένα φυσικό δάσος πεύκων και ευκαλύπτων, η αρωματισμένη σκιά των οποίων πρόσφερε κάποιο καταφύγιο από τον ήλιο του μεσημεριού. Ο καιρός όμως είχε αρχίσει να γίνεται απειλητικός. Ο καύσωνας των τελευταίων ήμερων είχε ηλεκτρίσει την ατμόσφαιρα. Ο ουρανός είχε ένα θολό γκρίζο χρώμα. Ο ασταμάτητος θόρυβος των τζιτζικιών ήταν εκκωφαντικός και η Έιμι ένιωθε να της κόβεται η ανάσα από τη ζέστη και την υγρασία. «Έρχεται καταιγίδα», είπε ο Άντον. «Όχι, δεν έρχεται», τον αντέκρουσε κοφτά η Λαβίνια, κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό σαν να τον προκαλούσε να τη διαψεύσει. «Πάρτε βαθιές ανάσες. Ο ευκάλυπτος κάνει καλό στα πνευμόνια!» Όλοι έσπευσαν να υπακούσουν. Η Έιμι αναρωτήθηκε πικρόχολα αν θα σταματούσαν εξίσου πειθήνια να αναπνέουν αν τους πρόσταζε η λαίδη Καρόν. Το πρόγραμμα έλεγε να διασχίσουν το δάσος με τα πόδια, να κατέβουν στο λιμάνι όπου θα γευμάτιζαν σε ένα εστιατόριο και μετά να επισκεφτούν το Φορτ Ρουαγιάλ, όπου είχε φυλακιστεί ο Άνθρωπος με το Σιδηρούν Προσωπείο πριν από τρεις αιώνες. Η οικοδέσποινά τους προπορευόταν οδηγώντας τους. Πολύ σύντομα όμως φάνηκε ότι η Λαβίνια είχε υπερεκτιμήσει τη φυσική κατάσταση της παρέας της. Οι λιγότερο αθλητικοί τύποι άρχισαν να

μένουν πίσω, διαμαρτυρόμενοι για την αποπνικτική ζέστη, και σε λίγο η συντροφιά άρχισε να διαλύεται. Το δάσος φαινόταν ατελείωτο, τα πεύκα πανομοιότυπα και κάθε μονοπάτι ολόιδιο με τα επόμενα. Η Έιμι περπατούσε μαζί με την Γκέρντα Μέιερ, που παραπονιόταν για τη ζέστη, αλλά η πλήξη την είχε ωθήσει να ταχύνει το βήμα της και να την αφήσει πίσω. Τώρα η Γκέρντα δε φαινόταν πουθενά. Ο Χάιντς, ο σύζυγός της, ήταν μπροστά με τη Λαβίνια, πιστεύοντας προφανώς ότι δεν άξιζε να εγκαταλείψει μια τόσο σημαντική πελάτισσα όπως η λαίδη Καρόν για χάρη της γυναίκας του. Γεμάτη τύψεις, η Έιμι σταμάτησε και γύρισε πίσω. Η Γκέρντα μπορεί να ήταν τρομερά βαρετή και ανόητη, αλλά ένιωθε άσχημα να την αφήσει να περιφέρεται στο δάσος ολομόναχη σαν ένα ξεστρατισμένο πρόβατο. Αλλά, εκατό μέτρα περίπου πιο πίσω, δε βρήκε κανένα ίχνος της Γκέρντα –ούτε κανενός άλλου. Ήταν ολομόναχη σε ένα αποπνικτικό δάσος και μια αστραπή συνοδεύτηκε από έναν κεραυνό τόσο δυνατό και τόσο κοντά πάνω από το κεφάλι της, που παραλίγο να αναπηδήσει από την τρομάρα της. Ερχόταν καταιγίδα, όπως είχε προβλέψει ο Άντον. Κοίταξε ανήσυχη τον γκρίζο ουρανό. Το να αναζητήσει καταφύγιο κάτω από ένα δέντρο δεν ήταν καλή ιδέα, αλλά δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από δέντρα για να προστατευτεί. Άλλος ένας εκκωφαντικός κεραυνός έφερε περισσότερο αέρα και τις πρώτες χοντρές, ζεστές σταγόνες βροχής. Μη ξέροντας τι να κάνει, η Έιμι δίστασε. Και μετά οι ουρανοί άνοιξαν και ξέσπασε μια ανεμοθύελλα. Τυφλωμένη από τον κατακλυσμό, η Έιμι βγήκε παραπατώντας από το μονοπάτι και κατέφυγε στα δέντρα. Δεν είχε νόημα να ψάχνει την Γκέρντα τώρα –θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να κοπάσει η καταιγίδα. Τύλιξε τα χέρια γύρω από το κορμί της και ευχήθηκε να φορούσε κάτι πιο ζεστό· η θερμοκρασία έπεφτε γρήγορα και είχε αρχίσει να κάνει κρύο. Ανάθεμά σε, Λαβίνια, σκέφτηκε κουρνιάζοντας στον κορμό ενός πεύκου. Σίγουρα εκείνη θα καθόταν σε ένα καφέ τώρα με ένα ποτήρι κρασί, χαϊδεύοντας το μπράτσο του «χρυσού της αγοριού» και γελώντας για την τύχη των περιπλανώμενων συντρόφων της. Η καταιγίδα δυνάμωσε και η βροχή ήταν τόσο καταρρακτώδης που η Έιμι δεν μπορούσε να δει τίποτα. Και τότε μια ψηλή, σκοτεινή φιγούρα εμφανίστηκε και άρχισε να προχωράει προς το μέρος της. Η καρδιά της αναπήδησε. «Άντον!» Το όμορφα λευκά δόντια του άστραψαν σ’ ένα χαμόγελο καθώς την πλησίαζε. Φορούσε μόνο τη βερμούδα του και ένα κόκκινο αδιάβροχο πόντσο που άπλωσε πάνω από τα κεφάλια τους. Το μουσκεμένο πρόσωπό του κόλλησε στο δικό της καθώς της έδινε ένα παθιασμένο φιλί. «Θυμάσαι το ;» της είπε. «Πώς θα μπορούσα να ξεχάσω; Πού βρήκες το πόντσο;» «Το αγόρασα στο λιμάνι. Η Λαβίνια και οι άλλοι γευματίζουν ήδη. Εγώ γύρισα για να σε βρω». «Είσαι τόσο γλυκός! Χάρηκα πολύ που σε είδα. Μισώ τις καταιγίδες». «Πώς έμεινες τόσο πίσω;» «Περπατούσα μαζί με την καημένη την Γκέρντα, αλλά κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να δραπετεύσω και την άφησα πίσω. Ελπίζω να μην πνίγηκε». «Τα φυσικά της προσόντα θα τη βοηθήσουν να επιπλεύσει». Η Έιμι χαμογέλασε. «Το ελπίζω». Οι αστραπές και τα μπουμπουνητά την έκαναν να κουρνιάσει

ακόμα πιο κοντά του. Ο γυμνός, μυώδης θώρακάς του ήταν μούσκεμα, αλλά κατά κάποιον τρόπο αυτό τον έκανε ακόμη πιο επιθυμητό. «Και εσύ άφησες την αγαπητή Λαβίνια για να έρθεις να με βρεις; Τι ευγενικός άντρας!» «Είναι ιδιαίτερα ανυπόφορη σήμερα. Δε σταματάει να μιλάει για τη νέα τεχνολογία». «Θέλει να σου δείξει πόσο έξυπνη είναι και πόσο κατάλληλη θα ήταν για σένα ως σύζυγος. Και όλες αυτές οι εκδρομές είναι σχεδιασμένες για να σου δείξει τι υπέροχη ζωή θα μπορούσατε να έχετε μαζί». «Περνάμε όλον το χρόνο μας μαζί λογομαχώντας, Έιμι». «Οι απειλές πάνε μαζί με τα καλοπιάσματα. Σου δείχνει ότι είναι προς το συμφέρον σου να ενώσεις τις δυνάμεις σου μαζί της. Η μοίρα έριξε το είκοσι τοις εκατό της εταιρείας σου στην αγκαλιά της. Είσαι μία επιχειρηματική ιδιοφυΐα, ο πιο όμορφος άντρας στον κόσμο σύμφωνα με τη Βογκ, και πολύ απλά ο πιο περιζήτητος εργένης που κυκλοφορεί. Το να σε παντρευτεί είναι ο σκοπός της ζωής της –και αυτό που θέλει η Λαβίνια, το παίρνει». Τα σκούρα μπλε μάτια του παρατηρούσαν το πρόσωπό της με μια παράξενη έκφραση. «Δεν είχα ιδέα ότι ένιωθες έτσι για μένα». «Ω, έλα τώρα!» αναφώνησε ανυπόμονα η Έιμι, πιέζοντας την παλάμη της στο δυνατό στήθος του. «Με το δικό της είκοσι τοις εκατό και το δικό σου πενήντα ένα τοις εκατό, δε θα χρειαστεί να ανησυχήσεις ποτέ ξανά για μάχες στο διοικητικό συμβούλιο. Εκπλήσσομαι που δε σου το είπε τόσο ξεκάθαρα». «Ίσως να ελπίζει ότι θα την πάρω χωρίς το είκοσι τοις εκατό», είπε μαλακά εκείνος. «Θα το έκανες;» «Με ενδιαφέρουν πολύ περισσότερο όλα αυτά τα κομπλιμέντα που μου έκανες μόλις τώρα –ότι είμαι όμορφος, ιδιοφυΐα– και περιζήτητος εργένης». «Τα ξέρεις ήδη όλα αυτά. Η μετριοφροσύνη δεν είναι μία από τις αρετές σου». «Ίσως όχι. Αλλά εκπλήσσομαι λιγάκι που τα ακούω όλα αυτά από το στόμα σου. Είχα την εντύπωση ότι δε με είχες σε πολύ μεγάλη εκτίμηση». Εξακολουθούσε να την κοιτάζει με εκείνη την παράξενη έκφραση. Η Έιμι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Δε σ’ έχω σε μεγάλη εκτίμηση; Τι στην ευχή σ’ έκανε να σκεφτείς κάτι τέτοιο;» «Κάθε φορά που προσπαθώ να σε αγγίξω, με σπρώχνεις μακριά ή το βάζεις στα πόδια σαν λαγός. Είναι ολοφάνερο ότι νιώθεις μια έντονη αποστροφή για μένα». Η Έιμι έμεινε αποσβολωμένη για μια στιγμή. «Άντον, το γεγονός ότι δε θέλω να γίνω η τελευταία ερωμένη σου δε σημαίνει ότι δε σε θαυμάζω ως άνθρωπο». Τα βλέφαρά του χαμήλωσαν. «Α. Είμαι ιδιοφυΐα, αλλά εμφανισιακά δε σε ελκύω;» «Αυτό είναι τρελό», είπε σαστισμένη εκείνη. «Φυσικά και είσαι ελκυστικός. Μόλις τώρα δεν είπα ότι είσαι ο πιο όμορφος άντρας στον κόσμο;» «Σύμφωνα με τη Βογκ». «Και σύμφωνα με κάθε γυναίκα που σε έχει αντικρίσει ποτέ!» «Και για σένα;» Την είχε στριμώξει τώρα. «Ναι, Άντον», είπε σιγανά, «και για μένα». Η παλάμη της βρισκόταν ακόμα στο στήθος του. Εκείνος έγειρε κοντά της, η ζεστή του επιδερμίδα άγγιξε τη δική της. «Και το βάζεις στα πόδια επειδή...» «Σου το είπα ήδη. Επειδή δεν πρόκειται να γίνω το παιχνιδάκι σου».

Εκείνος χάιδεψε τα υγρά, χρυσαφένια μαλλιά της με τα χείλη του. «Είμαι μπερδεμένος. Τι είμαι

τελικά...

καλό παιδί ή τέρας;»

«Ποτέ δεν είπα ότι είσαι τέρας. Ποτέ δεν είπα ότι είσαι καλό παιδί επίσης!»

«Τι είμαι, λοιπόν;» «Κυνηγός! Κυνηγάς ό,τι θέλεις. Επιτυχία. Γυναίκες». Εκείνος γέλασε σιγανά. «Νόμιζα ότι μόλις προσπαθούσες να μου εξηγήσεις πώς η Λαβίνια κυνηγάει εμένα».

«Ναι, αυτό πρέπει να είναι μια νέα εμπειρία για σένα. Συνήθως εσύ είσαι αυτός που παραμονεύει το θήραμά του».

«Δηλαδή πιστεύεις ότι παραμονεύω; Για να σου

ορμήσω...

και να σε κατασπαράξω;»

Ένας εκκωφαντικός κεραυνός την εμπόδισε να απαντήσει. Και μετά ήταν πολύ αργά. Ο Άντον τη φιλούσε με το πάθος ενός άντρα που την ήθελε απελπισμένα. Η Έιμι κόλλησε πάνω του, τα πεινασμένα δάχτυλά της εξερεύνησαν το γυμνό του θώρακα, τα νύχια της βυθίστηκαν στην επιδερμίδα του, τραβώντας τον πιο κοντά της. Οι γλώσσες τους έσμιξαν σε ένα παιχνίδι αισθήσεων. Τα μάτια της έκλεισαν σφιχτά, αλλά ποτέ πριν η Έιμι δεν είχε τόσο απόλυτη επίγνωση ποιον φιλούσε –όχι κάποια απρόσωπη φαντασίωση, αλλά τον Άντον, τον άντρα που είχε αρχίσει να αγαπάει παράφορα, τον άντρα που σεβόταν και θαύμαζε πάνω απ’ όλους. Πίεσε το στομάχι της πάνω του, μεθυσμένη από την επαφή των κορμιών τους. Ήθελε να του πει πόσο πολλά σήμαινε για εκείνη, πόσο πολύ λαχταρούσε το άγγιγμά του. Όλες οι επιφυλάξεις της κατέρρεαν σαν ένα κάστρο στην άμμο μέσα σε αυτή την τροπική καταιγίδα. Και τότε άκουσε έναν παραπονιάρικο ήχο, σαν το βέλασμα προβάτου. Στράφηκαν και οι δυο και είδαν την Γκέρντα Μέιερ να τους κοιτάζει. Τα ξανθά μαλλιά της κρέμονταν σαν ποντικοουρές μπροστά στο πρόσωπό της, αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία ότι είχε δει ολοκάθαρα τι συνέβαινε. «Τι κάνετε;» απαίτησε να μάθει, γουρλώνοντας τα μάτια της. «Ήρθαμε να σε ψάξουμε», είπε η Έιμι. «Νομίζαμε ότι χάθηκες». «Χάθηκα», της απάντησε πικρόχολα. «Όλοι με εγκατέλειψαν. Αλλά τώρα φαίνεται ότι εγώ είμαι αυτή που σας βρήκε!» Ο Άντον ύψωσε το ένα φρύδι του κοιτάζοντας εύθυμα την Έιμι. Αλλά εκείνη δεν του ανταπέδωσε το χαμόγελο. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η Γκέρντα θα ανέφερε όσα είχε δει στη Λαβίνια –και μια δυσαρεστημένη Λαβίνια μπορούσε να δημιουργήσει μεγάλες φασαρίες στον Άντον στο μέλλον. Η βροχή δεν είχε κοπάσει καθόλου, αλλά ήταν προτιμότερο να αντιμετωπίσουν τις αστραπές παρά να προσπαθήσουν να στριμωχτούν και οι τρεις κάτω από το κόκκινο πόντσο, οπότε πήραν το μονοπάτι για το λιμάνι. Ο Άντον προσπάθησε να κρατήσει το χέρι της Έιμι, αλλά εκείνη τραβήχτηκε μακριά του, για να μη δώσει στην Γκέρντα περισσότερες λαβές για σχόλια. «Σε παρακαλώ, μη!» ψιθύρισε. «Δεν αξίζει τον κόπο!» «Έιμι, μην αποτραβιέσαι από κοντά μου!» «Όχι μπροστά της! Η Λαβίνια μπορεί να σου δημιουργήσει μεγάλο πρόβλημα, Άντον. Δε θα μπορούσα να συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου, αν έκανα τα πράγματα χειρότερα για σένα». Η Γκέρντα, από την άλλη, ανυπομονούσε για μια ιδιαίτερη κουβεντούλα με την Έιμι. Την έπιασε από το μπράτσο και την τράβηξε παράμερα. «Τι νομίζεις ότι έκανες εκεί πίσω;» τη ρώτησε αυταρχικά. «Απλώς προσπαθούσαμε να προφυλαχτούμε από τη βροχή», δικαιολογήθηκε η Έιμι, σε μια

απελπισμένη προσπάθεια να υπερασπιστεί τον εαυτό της. «Κόντευες να τον φας ζωντανό! Δεν έχω δει ποτέ μια γυναίκα να φιλάει έναν άντρα τόσο ξεδιάντροπα! Δε σου είπα ότι η Λαβίνια και ο Άντον πρόκειται να παντρευτούν;»

«Η Λαβίνια μπορεί να σου είπε ότι αυτό είναι το σχέδιό της», απάντησε η Έιμι χωρίς να το σκεφτεί, «αλλά δεν μπορεί να μιλάει και για λογαριασμό του Άντον!» «Ανόητη μικρή. Θέλεις να τον καταστρέψεις; Πιστεύεις πραγματικά ότι θα μπορούσε να σκέφτεται σοβαρά για σένα, ένα τίποτα, μια ασήμαντη υπάλληλο; Νομίζεις ότι είσαι η πρώτη γραμματέας που τον έχει ερωτευτεί;» Τα λόγια της έπεσαν στην καρδιά της σαν πέλεκυς. «Όχι. Δεν το νομίζω αυτό», παραδέχτηκε σιγανά. «Η τελευταία ήταν τόσο τρελή για κείνον που δημιουργούσε προβλήματα σε όλους», είπε η Γκέρντα, παραμερίζοντας τα βρεγμένα μαλλιά από τα μάτια της. «Εσύ είσαι ακόμη χειρότερη, έτσι που μπλέκεσαι στα πόδια του συνέχεια, σαν ένα κακομαθημένο παιδί! Το μόνο που θέλει από σένα είναι περιστασιακό σεξ, δεν το καταλαβαίνεις αυτό; Δεν μπορεί να μην έχεις ιδέα για το πόσο κακό προκαλείς!» «Δε θέλω να μπλέκομαι στα πόδια κανενός». Η Έιμι δάγκωσε τη γλώσσα της και δεν είπε τίποτε άλλο. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να βλάψει τον Άντον. Τα μάτια της Γκέρντα στένεψαν. «Τώρα κατάλαβα! Νομίζεις ότι, μόλις παντρευτούν, θα σε σπιτώσει σαν ερωμένη του σε κάποια έπαυλη στο Χονγκ Κονγκ!» «Τι;» Η Γκέρντα γέλασε. «Τελικά δεν είσαι τόσο ανόητη όσο νόμιζα! Μια σύζυγος για τη δουλειά στη Γαλλία και μια μαιτρέσα για διασκέδαση στο Χονγκ Κονγκ; Ω, είναι αρκετά άντρας γι’ αυτό». «Δυστυχώς, εγώ δεν είμαι αρκετά γυναίκα γι’ αυτό», απάντησε παγερά η Έιμι. «Ω, έλα τώρα. Δε χρειάζεται να παίζεις τη μεγάλη κυρία μαζί μου, σερί. Είμαι γυναίκα του κόσμου. Και ξέρω τους άντρες σαν τον Άντον Ζελ. Τα θέλουν όλα –και καταφέρνουν πάντα να τα έχουν όλα». Η Έιμι έσφιξε τα δόντια της. «Δεν είμαι μεγάλη κυρία». «Όχι, αλλά δεν είσαι ούτε ανόητη». Το έξυπνο βλέμμα της Γκέρντα είχε ένα νέο σεβασμό. «Η Λαβίνια είναι μια μεγάλη κυρία. Έχει λεφτά και δύναμη. Αλλά εσύ έχεις κάτι άλλο, κάτι που εκείνη δε θα αποκτήσει ποτέ. Παίξε σωστά τα χαρτιά σου και θα κερδίσεις. Αν δεν μπεις στο δρόμο της Λαβίνια, μπορεί ακόμη και να σε ανεχτεί!» «Να με ανεχτεί;»

«Οι αυτοκράτειρες ανέχονται μερικές φορές μια

παλλακίδα...

ή και δύο», είπε η Γκέρντα με ένα

χαιρέκακο χαμόγελο. Η Έιμι προχώρησε μπροστά, αφήνοντας την Γκέρντα πίσω. Αλλά τα μοχθηρά λόγια της είχαν μπηχτεί στην καρδιά της σαν στιλέτα.

απελπισμένη προσπάθεια να υπερασπιστεί τον εαυτό της. «Κόντευες να τον φας ζωντανό! Δεν έχω δει ποτέ

*

Η Έιμι πέρασε μια άγρυπνη νύχτα, στοιχειωμένη από δυσάρεστες σκέψεις και αμφιβολίες. Δεν ήξερε αν η Γκέρντα είχε μιλήσει στη Λαβίνια για το επεισόδιο στο δάσος, αλλά είχε φροντίσει να αποφύγει τόσο τη λαίδη Καρόν όσο και τον Άντον όλη την υπόλοιπη μέρα. Ανάμεικτα συναισθήματα μαίνονταν μέσα της, όπως και η καταιγίδα έξω, μέχρι που η γκρίζα αυγή έφερε τη

λύτρωση και κατάφερε να συρθεί ως το ντους. Η αίθουσα του πρωινού δεν ήταν ένα ιδιαίτερα χαρούμενο μέρος όταν κατέβηκε κάτω. Ωστόσο, τόσο ο Άντον όσο και η Λαβίνια έδειχναν να έχουν καλή διάθεση και να συζητούν πολύ φιλικά. Ο Άντον ήθελε να ξεκινήσουν νωρίς, οπότε ο αποχαιρετισμός ήταν ευτυχώς σύντομος. Οι βαλίτσες τους φορτώθηκαν στο αυτοκίνητο δίπλα από το σιντριβάνι με τα λιοντάρια Η Λαβίνια έδωσε στον Άντον ένα θερμό φιλί στο στόμα. Μετά στράφηκε στην Έιμι, λες και την έβλεπε για πρώτη φορά. Της χαμογέλασε αχνά και ψιθύρισε μόνο πέντε λέξεις τόσο σιγανά που κανείς άλλος δεν τις άκουσε: «Μην μπεις στο δρόμο μου». Η Έιμι δεν είπε τίποτε, αλλά το βλέμμα της Λαβίνια έμεινε στο μυαλό της για πολλή ώρα. Ο ουρανός ήταν ακόμη συννεφιασμένος καθώς προχωρούσαν τον αυτοκινητόδρομο για τη Μασσαλία και μια επίμονη βροχή συνέχιζε να πέφτει, χτυπώντας την κουκούλα της Μερσέντες. «Θυελλώδης νύχτα», σχολίασε τελικά η Έιμι, σπάζοντας τη σιωπή. «Ναι». «Λοιπόν, τι συνέβη χτες το βράδυ;» τον ρώτησε, μη αντέχοντας άλλο το σασπένς. «Σου έκανε πρόταση γάμου;» Ο Άντον έβαλε τα γέλια. «Φυσικά και όχι, ανόητο κορίτσι». «Τότε θα περιμένει μέχρι τη συνέλευση στο Λονδίνο», είπε κατηγορηματικά η Έιμι. «Σε καλόπιασε με βόλτες και καλό φαγητό και διασκεδάσεις αυτή τη φορά. Την επόμενη φορά θα χρησιμοποιήσει απειλές». Εκείνος την κοίταξε εύθυμα. «Νομίζεις ότι με έχει βάλει στο μάτι;» «Περίμενε και θα δεις», του είπε σκυθρωπά. «Περίμενε και θα δεις».

Κεφάλαιο 9

Στα τέλη Σεπτεμβρίου βρίσκονταν στο Βιετνάμ. Το κέντρο της Σαϊγκόν ήταν άχρωμο και πολύβουο, όπως όλες οι μεγάλες ασιατικές πόλεις. Αλλά μόλις βρέθηκαν στα προάστια ήταν σαν να είχαν γυρίσει πίσω στο χρόνο. Οι γραφικοί δρόμοι με τα παλιά, ερειπωμένα κτίρια κατά μήκος του ποταμού ήταν γεμάτοι ποδήλατα και σκούτερ. Τα αυτοκίνητα ήταν όλα μοντέλα αντίκες. Ακόμη και το αυτοκίνητο της εταιρείας που τους παρέλαβε από το αεροδρόμιο ήταν ένα Πεζώ σαράντα ετών, αντί για τις μεγάλες λιμουζίνες των πιο πλούσιων πόλεων. «Τι ονειρεμένη πόλη! Είναι τόσο διαφορετική από τη Σιγκαπούρη ή το Χονγκ Κονγκ. Μερικά σημεία της θυμίζουν κομμάτια από το Παρίσι που βρέθηκαν με κάποιον τρόπο στην Ασία και γλύκαναν με το χρόνο!» «Ακόμη και τα χρώματα είναι διαφορετικά», συμφώνησε εκείνος. Τα απαλά κίτρινα, ροζ και πράσινα των κτιρίων αναμειγνύονταν όμορφα μεταξύ τους κατά μήκος των δεντρόφυτων δρόμων. «Και πρόσεξε πόσο καθαροί είναι οι δρόμοι. Ο όλεθρος του πολέμου ευαισθητοποίησε πολύ τους Βιετναμέζους στο θέμα του περιβάλλοντος. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που μου αρέσει να δουλεύω μαζί τους». Επρόκειτο να μείνουν σε μια βίλα του Ομίλου Ζελ στα προάστια. Η Έιμι ανυπομονούσε να τη δει, επειδή κάποιος υπάλληλος της Ζελ στο Χονγκ Κονγκ της είχε πει με ένα ονειροπόλο ύφος ότι ήταν το πιο όμορφο σπίτι που είχε δει ποτέ του. Το αυτοκίνητο πέρασε ψηλές, περίτεχνες σιδερένιες πύλες και σταμάτησε σε ένα λιθόστρωτο προαύλιο. Δύο ντελικάτες Βιετναμέζες υπηρέτριες, ντυμένες με ασπρόμαυρες στολές, βγήκαν για να τους υποδεχτούν και να τους βοηθήσουν με τις βαλίτσες τους. «Είναι υπέροχο», είπε η Έιμι ενθουσιασμένη καθώς έμπαινε στο σπίτι. Στην πραγματικότητα, ήταν περισσότερο ένα μικρό παλάτι παρά μια βίλα, ένας συναρπαστικός συνδυασμός γαλλικού αυτοκρατορικού στυλ και απαγορευμένης πόλης, με διακοσμητικές ροκοκό πινελιές και οριεντάλ αντίκες. Η κρεβατοκάμαρά της ήταν τεράστια, με ένα κρεβάτι με ουρανό στο κέντρο του δωματίου, καλυμμένο με διάφανο τούλι. Η χαμογελαστή υπηρέτρια άνοιξε τις μπαλκονόπορτες που οδηγούσαν στον τεράστιο περιτοιχισμένο κήπο με τα ψηλά δέντρα. Η Έιμι βγήκε έξω μαγεμένη. Μεγάλες, μπρούντζινες υδρίες ήταν διάσπαρτες ανάμεσα στους θάμνους. Στο κέντρο υπήρχε μια λιμνούλα της οποίας η επιφάνεια ήταν καλυμμένη με ροζ και κίτρινα λουλούδια και σμαραγδένια φύλλα από νούφαρα. Κόκκινα και χρυσοκίτρινα ψάρια κολυμπούσαν στα ασάλευτα νερά της. Η Έιμι κάθισε στην άκρη της λιμνούλας και βύθισε τα δάχτυλά της στο νερό. Ο Άντον ήρθε κοντά της. Είχε αλλάξει φορώντας ένα τζιν και ένα απλό λευκό πουκάμισο. Κάθισε δίπλα της στο πεζούλι. «Σου αρέσει;» τη ρώτησε. «Δεν ξέρω τι να πω. Είναι το πιο όμορφο σπίτι που έχω δει ποτέ». «Ανήκε σ’ ένα μέλος της γαλλικής κυβέρνησης. Μετά τον πόλεμο απαλλοτριώθηκε. Το αγόρασα από την κυβέρνηση του Βιετνάμ πριν από πέντε χρόνια».

«Έχεις υπέροχο γούστο». «Κάποια μέρα μπορεί να έρθω να ζήσω εδώ. Τουλάχιστον για ένα μέρος του χρόνου. Έχω μια διαρκή ερωτική σχέση με το Βιετνάμ». «Τότε θα προσπαθήσω να το αγαπήσω κι εγώ». Του χαμογέλασε. Η σκοτεινή σκιά που είχε ρίξει η Λαβίνια Καρόν ανάμεσά τους είχε εξαφανιστεί. «Έλα», είπε ο Άντον όταν ακούστηκε ένα γκογκ, «θέλουν να γευματίσουμε τώρα». Το γεύμα σερβιρίστηκε στη μεγάλη τραπεζαρία με ασημένια περίτεχνα βαθιά πιάτα, και ήταν πραγματικά θεσπέσιο. Άρχισε με μπουκιές καβουριού σε τηγανισμένη ζύμη, συνεχίστηκε με μια ποικιλία περίπλοκων πιάτων που η Έιμι δεν μπορούσε καν να προσδιορίσει γευστικά –τη μια στιγμή νόμιζε ότι έτρωγε γαλλική υψηλή μαγειρική και την επόμενη, σπάνιες κινέζικες γεύσεις– και ολοκληρώθηκε με παγωτό από εξωτικά φρούτα για επιδόρπιο. «Νομίζω ότι αυτό ήταν το καλύτερο γεύμα της ζωής μου», είπε η Έιμι. «Αρχίζεις να βλέπεις γιατί λατρεύω το Βιετνάμ», είπε χαμογελώντας εκείνος. «Καλύτερα να πηγαίνουμε στο διυλιστήριο. Μας περιμένουν».

«Έχεις υπέροχο γούστο». «Κάποια μέρα μπορεί να έρθω να ζήσω εδώ. Τουλάχιστον για ένα μέρος του

*

Το διυλιστήριο ήταν κατασκευασμένο στην ακτή στα ανατολικά της Σαϊγκόν σε μια περιοχή εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς. Ήταν ένα από τα πιο φιλόδοξα έργα του Άντον, σχεδιασμένο για τον καθαρισμό χρησιμοποιημένου, από την αυτοκινητοβιομηχανία, πετρελαίου με στόχο την επαναχρησιμοποίησή του. Σε μια οικονομία όπως του Βιετνάμ, αυτό το σχέδιο θα μπορούσε να περιορίσει τις εισαγωγές πετρελαίου και να ενθαρρύνει την ανάπτυξη. Εκπροσωπούσε αυτό που θαύμαζε η Έιμι περισσότερο στον Άντον –την ικανότητά του να βρίσκει λύσεις για λιγότερο εύπορους πελάτες, εξοικονομώντας χρήματα και προστατεύοντας το περιβάλλον. Το διυλιστήριο δεν αποτελούσε παραφωνία στο πανέμορφο φυσικό τοπίο. Τα ευχάριστα χρώματά του, ένα σύνολο από κόκκινους, πράσινους και κίτρινους σωλήνες, θύμιζαν ένα τεράστιο παιδικό παιχνίδι. Οι δύο φάσεις του διυλιστηρίου ήταν ήδη σε λειτουργία και μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τη διαδικασία. Φορώντας τα υποχρεωτικά κράνη, η Έιμι και ο Άντον ξεναγήθηκαν στο εργοστάσιο, ενώ οι μηχανικοί και οι διερμηνείς τούς μιλούσαν με ενθουσιασμό για τα αποτελέσματα που είχαν. «Πρόσεξες κάτι;» τη ρώτησε ο Άντον, δείχνοντάς της τους πύργους. Δε βγάζουν φλόγες. Τα περισσότερα διυλιστήρια βγάζουν καπνό από τις καμινάδες, απελευθερώνοντας δηλητήρια στην ατμόσφαιρα. Εμείς το αλλάξαμε αυτό». «Σημαντικό επίτευγμα». Στο εργαστήριο ελέγχου ποιότητας ένας χαμογελαστός βοηθός τούς έφερε δύο γυάλινα κύπελλα να συγκρίνουν –το ένα περιείχε ένα μαύρο κατακάθι, που ήταν το αρχικό προϊόν, το άλλο περιείχε διαυγές χρυσαφένιο υγρό, το τελικό προϊόν. «Είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι αυτό μπορεί να μετατραπεί σε αυτό», σχολίασε η Έιμι. «Μύρισε το χρησιμοποιημένο πετρέλαιο», την παρότρυνε ο Άντον. Εκείνη το έκανε και ζάρωσε τη μύτη της. «Μυρίζει σαν βρόμικη παλιά μηχανή». «Τώρα μύρισε το καθαρό πετρέλαιο». «Νέκταρ», παρατήρησε χαμογελώντας. «Μπορείς να το βάλεις στη μηχανή σου. Είναι πιο φτηνό από το εισαγόμενο πετρέλαιο και λύνει το πρόβλημα της διάθεσης των λυμάτων».

«Όλες οι δοκιμές μας σε αυτό το πετρέλαιο δείχνουν ότι πληροί τα βιομηχανικά πρότυπα, κύριε Ζελ», πρόσθεσε ένας από τους μηχανικούς, ένας άντρας με γυαλιά με χρυσό σκελετό και λευκό μουστάκι. «Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι με τα αποτελέσματα!» Ο Άντον χαμογέλασε και έγνεψε καταφατικά. Αντάμωσε το βλέμμα της Έιμι και κούνησε πονηρά το κεφάλι του. Η Έιμι κατάλαβε ότι ήλπιζε να κατασκευάσει περισσότερα τέτοια διυλιστήρια στο Βιετνάμ, και αυτό αποτελούσε ένα πολύ ενθαρρυντικό σημάδι. Πράγματι, καθώς έφευγαν από το διυλιστήριο τρεις ώρες αργότερα, ο Άντον ήταν πιο ευδιάθετος απ’ όσο τον είχε δει τις τελευταίες μέρες. «Ο άντρας με τα γυαλιά και το μουστάκι δεν είναι ένας συνηθισμένος μηχανικός», της είπε. «Είναι ένας ανώτατος αξιωματούχος του ενεργειακού προγράμματος της κυβέρνησης. Φαίνεται ότι θα δεχτούμε αυτές τις νέες παραγγελίες σύντομα». «Χαίρομαι πολύ για σένα». Εκείνος της χαμογέλασε. «Δεν είναι καθόλου άσχημα νέα. Άκου: Θέλεις να πάμε στην παραλία πριν γυρίσουμε σπίτι;» «Υπέροχη ιδέα!» Ήταν αργά το απόγευμα και το χρυσαφένιο φως του ήλιου έλουζε την ακτή. Ο οδηγός τούς οδήγησε μέσα από το παραθαλάσσιο θέρετρο του Γουνγκ Τάο σε ένα τμήμα της παραλίας που ήταν εντελώς έρημο και πιο όμορφο από οποιαδήποτε φωτογραφία τουριστικού φυλλαδίου. Λευκή αμμουδιά που βρεχόταν από απαλά κύματα εκτεινόταν για χιλιόμετρα. Γλάροι έκαναν κύκλους πάνω από τα κεφάλια τους. Ένας παράδεισος. Αφήνοντας τον οδηγό στο αυτοκίνητο, η Έιμι και ο Άντον έβγαλαν τα παπούτσια τους, μάζεψαν τα παντελόνια τους και άρχισαν να περπατούν δίπλα δίπλα στην αμμουδιά. «Μπορώ να καταλάβω γιατί αγαπάς τόσο πολύ αυτό το μέρος», του είπε. «Είναι ένα κομμάτι του παραδείσου. Και το διυλιστήριό σου θα συμβάλει στην προστασία του». Εκείνος έσκυψε και σήκωσε ένα κοχύλι. «Η πολιτική εμπόδισε την οικονομία τους να αναπτυχθεί όπως έχουν αναπτυχθεί άλλες ασιατικές τίγρεις. Τώρα μπορούν να επιλέξουν το δικό τους δρόμο στην ανάπτυξη». Της έδωσε το κοχύλι. Ήταν ροζ, με ραβδώσεις εξωτερικά και λείο σαν μαργαριτάρι εσωτερικά. «Είναι τέλειο». Εκείνος την κοίταξε κατάματα. Εκεί δίπλα στη θάλασσα, τα μάτια του είχαν ένα απίστευτα βαθύ μπλε χρώμα. «Ήταν μια πολύ κουραστική, ζεστή μέρα. Έχω τη διάθεση να κολυμπήσω. Θα μου κάνεις παρέα;» «Άφησα το μπικίνι μου στη βίλα! Δε φαντάστηκα ότι θα κολυμπούσαμε!» «Δεν κάνεις ποτέ τίποτα αυθόρμητα;» τη ρώτησε. Η Έιμι κοίταξε τα κύματα με λαχτάρα και μετά το αυτοκίνητο, που μόλις που φαινόταν στο βάθος. «Με τα εσώρουχά μου; Και να είμαι βρεγμένη και γεμάτη άμμο σε όλον το δρόμο ως τη Σαϊγκόν;» «Λοιπόν, ως μηχανικός, μπορώ να σου πω ότι υπάρχουν πολλαπλές λύσεις σε αυτό το πρόβλημα. Μπορείς να βγάλεις τα ρούχα σου, να κολυμπήσεις με τα εσώρουχα και να γυρίσεις σπίτι φορώντας στεγνά ρούχα αλλά όχι εσώρουχα. Ή μπορείς να βγάλεις τα εσώρουχά σου, να κολυμπήσεις με τα ρούχα σου και να γυρίσεις σπίτι φορώντας στεγνά εσώρουχα. Ή μπορείς να βγάλεις τα ρούχα σου και τα εσώρουχά σου, να κολυμπήσεις όπως σε γέννησε η μητέρα φύση και να γυρίσεις στο σπίτι με στεγνά ρούχα και εσώρουχα». Γέλασε μαλακά βλέποντας την έκφρασή της. «Θα σε αφήσω να το σκεφτείς, Γουέρθινγκτον. Σου υπόσχομαι να μην κοιτάξω, ό,τι και αν αποφασίσεις. Θα είσαι σαν αόρατη για τα μάτια μου».

«Ή θα μπορούσα να μην κολυμπήσω καθόλου», είπε σιγανά εκείνη. Εκείνος αναστέναξε κουρασμένα. «Και να συνεχίσεις να κολλάς από τη ζέστη. Η απόφαση είναι δική σου». Είχε αρχίσει ήδη να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του. Η Έιμι απέστρεψε γρήγορα το βλέμμα της. Η παραλία ήταν έρημη. Έψαξε μάταια κάποιο βράχο για να γδυθεί πίσω από αυτόν. Όταν ξανακοίταξε τον Άντον, εκείνος προχωρούσε προς τη θάλασσα. Ευτυχώς είχε κρατήσει το εσώρουχό του. Το μυώδες, ηλιοκαμένο του κορμί γλίστρησε με μια βουτιά στο γαλάζιο νερό.

Ο τρόπος που είχε πει «η απόφαση είναι δική σου» την είχε θίξει. Η Έιμι φοβόταν τόσο πολυ ότι η υπομονή του θα εξαντλούνταν γρήγορα με τη συμπεριφορά της, με τη γελοία σεμνοτυφία της. Έβγαλε το φόρεμά της και έτρεξε στο νερό με τα γαλάζια εσώρουχά της. Η θάλασσα ήταν υπέροχα δροσερή. Γέλασε δυνατά από ευχαρίστηση νιώθοντας τη ζέστη και την κούραση της ημέρας να εξαφανίζονται. «Άντον;» φώναξε. «Πού είσαι;» Ηλιοκαμένα χέρια έκλεισαν γύρω από τη μέση της. Η Έιμι έβγαλε μια άναρθρη κραυγή και πάλεψε να ελευθερωθεί, αλλά το μυώδες κορμί του ήταν πολύ δυνατό για κείνη. «Με κατατρόμαξες», ψέλλισε, γυρίζοντας προς το μέρος του. «Δε χαίρεσαι που έκανες τη βουτιά;» της είπε γελώντας. «Είναι υπέροχα». «Για μια στιγμή νόμιζα ότι θα καθόσουν εκεί στην παραλία, μόνη και έρημη». «Μη με κοροϊδεύεις. Οι άντρες μπορούν να γδύνονται και να πέφτουν στη θάλασσα. Σε περίπτωση που δεν το πρόσεξες, δεν είμαι άντρας». Ο Άντον εξακολουθούσε να την κρατά στην αγκαλιά του. Την έσφιξε πάνω του, φέρνοντας το πρόσωπό του, το πιο όμορφο αντρικό πρόσωπο που είχε δει ποτέ της, κοντά στο δικό της. «Τι σε κάνει να φαντάζεσαι ότι δεν έχω προσέξει ότι είσαι γυναίκα;» ψέλλισε σχεδόν με ερωτικό ψίθυρο. «Ίσως να το διατύπωσα λάθος», του απάντησε η Έιμι επίσης ψιθυριστά. «Ήθελα να πω κυρία». «Υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα σε μια γυναίκα και μια κυρία, δεσποινίς Γουέρθινγκτον;» «Μια κυρία ξέρει πώς να συμπεριφέρεται!» «Ενώ μια γυναίκα ξέρει να διασκεδάζει;» «Αυτή είναι μια τυπική αντρική συμπεριφορά. Αυτό λένε πάντα οι άντρες όταν θέλουν να εγκαταλείψει μια γυναίκα τις αρχές της. Είναι μόνο λίγη διασκέδαση. Αλλά κατά κάποιον τρόπο η

διασκέδαση είναι όλη δική

σας...

και ο πόνος δικός μας».

«Δεν είναι όλοι οι άντρες έτσι». Η Έιμι έψαξε να βρει στα μάτια του την αλήθεια. «Δεν έχω δει καμία εξαίρεση», ψιθύρισε.

«Εγώ είμαι η εξαίρεση». Το στόμα του χάιδεψε τα βλέφαρά της. Η επιδερμίδα της, φλογισμένη από τον ήλιο, ήταν πολύ πιο ευαισθητοποιημένη απ’ όσο συνήθως. Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν στους μυώδεις ώμους του, τα νύχια της βυθίστηκαν στην επιδερμίδα του καθώς του πρόσφερε το

μισάνοιχτο στόμα της.

wWw.GreekLeech.info

Ο Άντον το διεκδίκησε κτητικά, σαν να είχε μόνο εκείνος, σε όλο τον κόσμο, αυτό το δικαίωμα. Η

Έιμι κόλλησε πάνω του μέσα στο δροσερό νερό, τα απαλά στήθη της πιέστηκαν στο στέρνο του. Ήταν ένα φιλί πιο παθιασμένο από οτιδήποτε άλλο είχε γνωρίσει ποτέ. Σαν μια βόλτα με το τρενάκι του λούνα παρκ που κατέβαινε μια κατακόρυφη πλαγιά εκτός ελέγχου και μετά την εκσφενδόνιζε ψηλά στον αέρα, κάνοντας το στομάχι της να σφίγγεται και την καρδιά της να χτυπά ακανόνιστα. «Άντον», ψιθύρισε, «τι κάνουμε;» «Δεν είναι φανερό;» Εκείνος χαμογέλασε. Το γεγονός ότι αυτό το φιλί είχε πυροδοτήσει το πάθος του φαινόταν από τη βαθιά μπλε φωτιά που έκαιγε στα μάτια του.

«Δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ έτσι μαζί!» του είπε. «Δεν είναι αυτό που θέλαμε και οι δύο από την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε;» «Ίσως να το ήθελες εσύ», του είπε τρεμάμενα, «αλλά ένας Θεός ξέρει ότι προσπάθησα να το αποφύγω με όποιον τρόπο μπορούσα». «Ακόμη και εκείνη τη μέρα στο νησί;» «Ακόμη και τότε». «Τι φοβάσαι τόσο πολύ;» τη ρώτησε. Η Έιμι άγγιξε τα χείλη της με τα ακροδάχτυλά της. Πάλλονταν ακόμη, ερεθισμένα από τα φιλιά του. «Φοβάμαι αυτό που μου κάνεις». «Νόμιζα ότι το ήθελες τόσο πολύ όσο κι εγώ». «Φυσικά και το θέλω. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι είναι και συνετό!» Απομακρύνθηκε από κοντά του. «Είπες ότι το κάναμε για να δροσιστούμε». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του θλιμμένα. «Εσύ σίγουρα δροσίστηκες αρκετά». Παρά τα λόγια της, η Έιμι υπέφερε. Όταν εκείνος την είχε φιλήσει, όλο το κορμί της είχε ανταποκριθεί με έναν τρόπο που δεν μπορούσε να ελέγξει. Ακόμη και τώρα τα πόδια της έτρεμαν και ένα ηλεκτρισμένο ρίγος διαπερνούσε τα στήθη της και τις λαγόνες της. Ήξερε πολύ καλά πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό το παιχνίδι. Όσο πιο ψυχρή γινόταν, τόσο πιο πολύ ερέθιζε τον κυνηγό μέσα του. Από την αρχή ο Άντον την είχε δει σαν μια πιθανή κατάκτηση. Και δεν επρόκειτο να την αφήσει να του ξεφύγει. Όσο για τα δικά της συναισθήματα, ήταν διχασμένα. Ένιωθε αφάνταστη έλξη για κείνον, τον λάτρευε, αλλά δεν μπορούσε να ξαναζήσει άλλη μια εμπειρία όπως εκείνη με τον Μάρτιν Μακάλουμ. Η καρδιά της είχε γίνει κομμάτια ήδη μια φορά. Προσπαθούσε απελπισμένα να περισώσει ό,τι της είχε απομείνει. Αλλά, όταν ένιωθε τον πόθο του Άντον για κείνη, το κορμί της παλλόταν από χαρά. Ήθελε να τη βλέπει εκείνος ως γυναίκα, αλλά όχι ως ερωμένη, κι αυτό να κρατούσε για πάντα.

«Δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ έτσι μαζί!» του είπε. «Δεν είναι αυτό που θέλαμε και οι

*

Βγήκαν από τη θάλασσα καθώς ο ήλιος άρχιζε να δύει. Η Έιμι στράγγισε τα μαλλιά με τα χέρια της. «Ήταν υπέροχα», του είπε χαμογελώντας. Η έκφραση του προσώπου του είχε αλλάξει. Το βλέμμα του είχε καρφωθεί στο κορμί της με δέος σχεδόν. «Έλεος», ψιθύρισε βραχνά. «Είσαι τόσο σέξι». Γεμάτη φρίκη, η Έιμι είδε ότι τα λεπτά της εσώρουχα είχαν γίνει κυριολεκτικά διάφανα. «Καλύτερα να ντυθώ», είπε τρεμάμενα. «Έιμι, είσαι η πιο επιθυμητή γυναίκα που έχω δει ποτέ. Μακάρι να μπορούσα να σε καταλάβω». «Μακάρι να μπορούσες να με καταλάβεις», μουρμούρισε λυπημένα. Έτσι όπως στεκόταν εκεί μπροστά της, με το υπέροχο αρρενωπό κορμί να στάζει νερά, έμοιαζε με κάποιον θεό της θάλασσας που είχε έρθει να διεκδικήσει το ταίρι του. Μακάρι να μάντευε πόσο πολύ λαχταρούσε εκείνη να ριχτεί στην αγκαλιά του! «Υπάρχουν τόσο πολλές υπέροχες παραλίες σε αυτή την ακτή», της είπε. «Θα μπορούσαμε να πάμε σε κάποια άλλη αύριο. Να κάνουμε ένα πικνίκ, να περάσουμε τη μέρα μαζί». «Τη μέρα; Όλη τη μέρα; Πώς θα μπορούσατε να διαθέσετε μια ολόκληρη μέρα μακριά από τη δουλειά σας, ω, αφέντη; Πρέπει να βάλετε τις προτεραιότητές σας σε τάξη!»

«Έχεις δίκιο. Οι προτεραιότητές μου ήταν μπερδεμένες για πολύ καιρό». «Τι σημαίνει αυτό;» «Σημαίνει ότι παραμελούσα κάποια αληθινά σημαντικά πράγματα στη ζωή, όπως αυτά». Τα σκούρα μπλε μάτια του αντάμωσαν τα δικά της. «Τούτη η παραλία. Μια ηλιόλουστη μέρα. Η γυναίκα των ονείρων μου με βρεγμένα εσώρουχα». Η Έιμι κοίταξε τον εαυτό της. Οι θηλές της διακρίνονταν ολοκάθαρα σαν κορφές φράουλας κάτω από το δαντελένιο σουτιέν της. «Αυτά είναι τα αληθινά σημαντικά πράγματα στη ζωή; Αυτή είναι η τελευταία σοφία από τους Ανώνυμους Εργασιομανείς;» Εκείνος γέλασε. «Ίσως είναι καιρός να ακολουθήσω το πρόγραμμά τους». «Λοιπόν, εγώ δεν έχω εκατομμύρια για να αναπαυτώ στις δάφνες μου. Είμαι ένα εργαζόμενο κορίτσι. Πρέπει να απαντήσω στα τηλεφωνήματά σας, κύριε Ζελ». Ακριβώς εκείνη τη στιγμή το δορυφορικό του τηλέφωνο άρχισε να βουίζει από τη θήκη του στο φόρεμά της. «Καλύτερα να απαντήσω». Εκείνος την άρπαξε από τον καρπό, εμποδίζοντάς την. «Άσε αυτό το καταραμένο πράγμα να χτυπάει». Η Έιμι αντάμωσε τα χαμογελαστά του μάτια. «Μιλάς σοβαρά; Για αύριο;» «Πολύ σοβαρά». Την τράβηξε πάνω του και τη φίλησε στο μέτωπο. Το κορμί του χάιδεψε το δικό της και το χτυποκάρδι της επιταχύνθηκε φωνάζοντας κίνδυνος. «Δεν μπορείς να με φιλάς!» «Γιατί όχι;» «Είσαι το αφεντικό, είμαι η υπάλληλος. Είμαι γάτα, είσαι σκύλος. Δεν πρόκειται να πετύχει!» Εκείνος χάιδεψε τη μύτη της με το δάχτυλό του. «Ίσως να είμαστε και οι δύο γάτες και απλώς δεν το ξέρουμε. Ή ίσως σκύλοι», της είπε εύθυμα. «Έιμι, δεν υπάρχει πιο όμορφη γυναίκα από σένα σε όλο τον κόσμο». Η Έιμι τον ήθελε τόσο πολύ εκείνη τη στιγμή, ώστε χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη της τη δύναμη για να μην τυλίξει τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και να μην καταβροχθίσει το ερωτικό, συναρπαστικό στόμα του. Ντύθηκαν και γύρισαν στο αυτοκίνητο από την παραλία πιασμένοι χέρι χέρι.

Κεφάλαιο 10

Δείπνησαν καθισμένοι αντικριστά στο τραπέζι, ενώ το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο από δύο καντηλέρια, που έριχναν μια ρόδινη λάμψη στα πρόσωπά τους. Ήταν το πιο ρομαντικό γεύμα του κόσμου, αλλά στο στομάχι της Έιμι φτερούγιζαν ήδη πεταλούδες και μόλις και μετά βίας μπορούσε να γευτεί τα εξωτικά πιάτα που έρχονταν από την κουζίνα, το ένα μετά το άλλο. Ήταν μια ζεστή, υγρή, γαλήνια βραδιά. Όταν ήπιαν τον καφέ τους, ο Άντον σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Έχω ένα δώρο για σένα». Περιμένοντας μια επανάληψη του επεισοδίου με το βραχιόλι, η Έιμι χαμογέλασε νευρικά. «Αλήθεια;» «Ήταν στο σπίτι όταν το αγόρασα. Νομίζω ότι είναι τέλειο για σένα». Πήρε κάτι από το ράφι του τζακιού και της το έδωσε. Η Έιμι το περιεργάστηκε με περιέργεια. Ήταν ένα μικρό ξύλινο κουτί, φτιαγμένο από διάφανη γάζα, με τέσσερα μικρά ποδαράκια. Το καπάκι μπορούσε να κουμπώσει και είχε έναν γάντζο ώστε να μπορεί να κρεμαστεί. Ήταν πολύ όμορφο, αλλά η Έιμι δεν είχε ιδέα τι ήταν. «Τι είναι; Ένα μικρό κλουβί;» «Έρχεται από την Ιαπωνία. Είναι ένα φαναράκι για πυγολαμπίδες. Έλα, άσε με να σου δείξω». Εκείνος πήρε μια ζωγραφισμένη χάρτινη βεντάλια και την οδήγησε έξω στον κήπο. Η Έιμι έβγαλε ένα επιφώνημα θαύμασμού· το ζεστό σκοτάδι ήταν σπαρμένο από δεκάδες μικροσκο- πικά περιπλανώμενα φωτάκια. Συγκεντρώνονταν ιδιαίτερα πάνω στη λιμνούλα και η ζωηρή τους λάμψη αντανακλούνταν στο ασάλευτο νερό. «Είναι τόσο όμορφα!» «Άσε με να σου δείξω τι να κάνεις». Άνοιξε το μικρό φαναράκι και μετά χρησιμοποίησε επιδέξια τη βεντάλια για να βάλει ένα από τα φωτεινά έντομα μέσα. «Είναι εύκολο. Δοκίμασε». Η Έιμι πήρε προσεκτικά το φαναράκι και τη βεντάλια από τα χέρια του και άρχισε να κυνηγάει την πλησιέστερη πυγολαμπίδα. Δεν ήταν τόσο εύκολο όσο το έκανε να φαίνεται ο Άντον. Μετά από αρκετές προσπάθειες κατάφερε να παρασύρει το μικρό έντομο στο κουτί και έκλεισε το καπάκι του θριαμβευτικά. «Τα κατάφερα!» «Πολύ καλά», είπε εκείνος με μια αδιόρατη ειρωνεία, καθώς καθόταν στο πεζούλι της λιμνούλας. «Για να δούμε αν μπορείς να πιάσεις αρκετά ώστε να κάνεις το φαναράκι σου χρήσιμο». «Δεν είναι τόσο εύκολο όσο φαίνεται». «Αυτό έκαναν οι νεαρές Ασιάτισσες τις ζεστές βραδιές. Πριν από το ραδιόφωνο, πριν από την τηλεόραση». Η Έιμι έκλεισε άλλη μια πυγολαμπίδα στο κουτί. «Σ’ έπιασα! Και οι νεαροί Ασιάτες τι έκαναν;» «Τις παρακολουθούσαν, φυσικά. Είναι ένα από τα πιο όμορφα θεάματα στον κόσμο». «Ελπίζω να μην πέσω στη λιμνούλα», είπε η Έιμι προσπαθώντας να πιάσει μια ιδιαίτερα λαμπερή πυγολαμπίδα που έπλεε νωχελικά πάνω στα νούφαρα. «Τουλάχιστον θα έχεις μια αλλαξιά εσώρουχα πρόχειρη», την ειρωνεύτηκε εκείνος. «Πρέπει να με θεωρείς πολύ ανόητη», είπε η Έιμι, αιχμαλωτίζοντας άλλη μια πυγολαμπίδα στο κουτί.

«Όχι. Πιστεύω ότι είσαι πολύ περίπλοκη. Προσπαθώ να δω μέσα στο μυαλό σου, αλλά συνήθως δεν μπορώ. Ξέρω ότι υπάρχουν πράγματα που σ’ ενοχλούν. Αλλά δεν ξέρω γιατί». Η Έιμι έμεινε σιωπηλή. «Ένα από τα πράγματα που φαίνεται να σ’ ενοχλεί», συνέχισε εκείνος μετά από μια παύση, «είναι η Μάρσι. Δεν ξέρω γιατί. Δεν ξέρω τι σου έχουν πει. Αλλά σίγουρα δεν ήταν η αλήθεια». «Ποια είναι η αλήθεια;» «Μέχρι τώρα πίστευα ότι η αλήθεια δεν ήταν δική μου για να την πω. Αλλά αυτό που έχω αρχίσει να νιώθω για σένα είναι πιο δυνατό. Έτσι, πρόκειται να σου πω αυτό που δεν έχω κανένα δικαίωμα να σου αποκαλύψω». Η Έιμι κατέβηκε από το πεζούλι και κάθισε δίπλα του, κρατώντας το μικρό κουτί που έλαμπε σαν ένα παραμυθένιο φαναράκι στην αγκαλιά της. «Σε ακούω». «Η Μάρσι ήταν πολύ καλή στη δουλειά της, αλλά είχε πρόβλημα εθισμού στα ναρκωτικά. Το είχε από πριν. Όταν ήρθε να δουλέψει για μένα, ήταν καθαρή. Κατάφερε να το κρύψει στην τυπική διαδικασία της συνέντευξης και δε μου μίλησε ποτέ γι’ αυτό. Αλλά το στρες της δουλειάς άρχισε να την καταβάλει και μετά από λίγο ήταν ολοφάνερο ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ανακάλυψα τι ήταν. Έπαιρνε κοκαΐνη. Θα έπρεπε να την είχα απολύσει επιτόπου, αλλά δεν το έκανα. Αντί γι’ αυτό, μπλέχτηκα προσωπικά. Μη φανταστείς τίποτ’ άλλο, εννοώ με το πρόβλημά της. Την ανάγκασα να ξεκινήσει θεραπεία. Της έδωσα άδεια ώστε να μπορέσει να παρακολουθήσει ένα πρόγραμμα απεξάρτησης, να ξαναβρεί τον εαυτό της. Και μετά την ξαναπήρα πίσω. Της είπα ότι θα την απέλυα αν ξαναέμπλεκε με τα ναρκωτικά. Νόμιζα ότι είχα λύσει το πρόβλημά της. Έκανα λάθος». «Ο κόσμος λέει ότι ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί σου», είπε σιγανά η Έιμι. «Νομίζω ότι αυτό ήταν μέρος του προβλήματος. Ότι αυτό τη δυσκόλευε τόσο πολύ να συνεχίσει. Χωρίς ναρκωτικά, εννοώ. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσα να κάνω για εκείνη. Τα αισθήματα δεν ήταν αμοιβαία. Όμως δεν κολακεύω τον εαυτό μου ότι το πρόβλημα ήταν μόνο αυτό. Νομίζω ότι ήταν ναρκομανής για πολύ καιρό και η πίεση της δουλειάς επιδείνωσε την κατάστασή της. Μέσα σε λίγους μήνες κατάλαβα ότι είχε αρχίσει να κάνει πάλι χρήση. Έκανε σοβαρά λάθη, απροσεξίες που έβαζαν ανθρώπους σε κίνδυνο. Την υποχρέωσα να κάνει εξετάσεις. Η αιματολογική της εξέταση έδειξε ξεκάθαρα τι συνέβαινε. Έτσι την απέλυσα». «Πήγε στην Ελβετία;» «Ναι. Κανόνισα να μπει σε μια κλινική απεξάρτησης κοντά στη Ζυρίχη. Είναι ακόμη εκεί. Ελπίζω να καταφέρει να ξεπεράσει το πρόβλημά της. Αλλά εξαρτάται από εκείνη τώρα». Η Έιμι κοίταξε το φαναράκι της. «Το φαναράκι μου είναι όμορφο», είπε σιγανά, «αλλά δε βγάζει πολύ φως». «Μερικά φαναράκια είναι μόνο για να τα κοιτάζεις», είπε εκείνος. «Δεν μπορούσα να δω πέρα από τη μύτη μου», του είπε μετανιωμένη για τη λανθασμένη κρίση της. «Λυπάμαι πολύ που είπα αυτά που είπα. Νόμιζα...» «Τι νόμιζες;» «Τίποτα», μουρμούρισε η Έιμι. Ήταν καλύτερα να μην ξέρει εκείνος τις σκοτεινές σκέψεις που είχαν περάσει από το μυαλό της. Ευτυχώς που το φαναράκι δε φώτιζε πολύ –το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο από την ντροπή. Ήθελε να το βάλει στα πόδια, να τρέξει όσο το δυνατόν πιο μακριά του αυτή τη στιγμή. Σαν να είχε διαισθανθεί τις σκέψεις της, εκείνος σηκώθηκε. «Πάω για ύπνο, Γουέρθινγκτον. Έρχεσαι;»

«Νομίζω ότι θα καθίσω εδώ έξω στη δροσιά για λίγο ακόμη», του είπε βραχνά. «Μη μείνεις πολύ αργά. Νομίζω ότι σ’ έπιασε λίγο ο ήλιος σήμερα. Χρειάζεσαι ύπνο. Καληνύχτα». «Καληνύχτα, Άντον». Δεν τη φίλησε για να την καληνυχτίσει. Απλά μπήκε μέσα στο σπίτι, αφήνοντάς τη μόνη με τις σκέψεις της. Είχε βιαστεί να κρίνει τον Άντον βασισμένη σε κουτσομπολιά, όπως είχαν βιαστεί και οι άλλοι να κρίνουν εκείνη. Ήταν τόσο ανυπεράσπιστη απέναντι στις κακές γλώσσες, στα κοροϊδευτικά βλέμματα ανθρώπων που πίστευαν ότι ήταν πολύ καλύτεροί της. Είχε υποφέρει εξαιτίας τους. Και όμως ειχε κάνει το ίδιο στον Άντον, τον μοναδικό άνθρωπο σε όλο τον κόσμο τον οποίο νοιαζόταν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Οι μικρές πυγολαμπίδες στριφογύριζαν ανήσυχα μέσα στο φαναράκι της. Η Έιμι άνοιξε το καπάκι και ταρακούνησε απαλά το κουτί. Σαν μια βροχή από σπίθες, τα λαμπερά έντομα πέταξαν ψηλά και χάθηκαν στο σκοτεινό, βελούδινο βιετναμέζικο ουρανό.

«Νομίζω ότι θα καθίσω εδώ έξω στη δροσιά για λίγο ακόμη», του είπε βραχνά. «Μη μείνεις

*

Η Έιμι δεν είχε πιστέψει ότι ο Άντον μιλούσε σοβαρά για την εκδρομή την επόμενη μέρα. Αλλά ένιωσε το χέρι του να την ξυπνά ταρακουνώντας την απαλά πολύ νωρίς το επόμενο πρωί και ανακάθισε για να δεχτεί τον αχνιστό καφέ και το ζεστό μπριός που της είχε φέρει. «Ξύπνα υπναρού», της είπε χαμογελώντας. «Θα πάμε στη θάλασσα». Μέσα σε μισή ώρα διέσχιζαν την πόλη, που έσφυζε από την πρωινή κίνηση. Αυτή τη φορά ήταν μόνο οι δυο τους στο παλιό Πεζό. Και ο σοφέρ επίσης είχε πάρει ρεπό. «Δείχνεις να το διασκεδάζεις που οδηγείς αυτή την παλιά κυρία», σχολίασε η Έιμι. «Δεν είναι ξεπεσμός σε σχέση με τον πύραυλό σου στο Χονγκ Κονγκ;» «Είναι μια αλλαγή ρυθμού, όχι ξεπεσμός», της απάντησε εκείνος χαμογελώντας. «Ακολουθώ τη συμβουλή σου και βάζω τη ζωή μου σε τάξη. Μου είπες να ξεκαθαρίσω τις προτεραιότητές μου, σωστά;» «Πού πηγαίνουμε, τέλος πάντων;» «Στο Μπάι-Αν. Είναι ένα από τα αγαπημένα μου μέρη στην ακτή. Μπορούμε να νοικιάσουμε μια βάρκα για είκοσι δολάρια και να κάνουμε το γύρο των νησιών». Το Μπάι-Αν ήταν μια ονειρεμένη τοποθεσία. Όταν έφτασαν στο μικρό κόλπο περίπου μία ώρα αργότερα, η πρωινή ομίχλη είχε αρχίσει να διαλύεται. Η λευκή αμμουδιά σε σχήμα μισοφέγγαρου ήταν πλαισιωμένη από απότομους βράχους. Τα γυάλινα νερά ήταν στολισμένα με αμέτρητα μικρά νησάκια. Μερικά δεν ήταν τίποτ’ άλλο από ανεμοδαρμένοι βράχοι, άλλα μεγάλοι λόφοι καλυμμένοι με τροπική βλάστηση. «Δεν έχω δει ποτέ τίποτα τόσο όμορφο», είπε η Έιμι. «Δεν ονειρεύομαι, έτσι;» «Θα σε τσιμπήσω, αν θέλεις», είπε εκείνος, παρκάροντας το Πεζώ κοντά σε μια σειρά από ξύλινες βάρκες. Βγήκαν έξω και ο Άντον διαπραγματεύτηκε με έναν από τους ψαράδες την ενοικίαση μιας βάρκας. Διάλεξε ένα άνετο ξύλινο σαμπάν με ψηλή πλώρη, στην οποία ήταν ζωγραφισμένα δύο μάτια. «Τι χαριτωμένη βάρκα», είπε χαμογελώντας η Έιμι. Ο Άντον τη βοήθησε να επιβιβαστεί, σηκώνοντάς τη με τα δυνατά του χέρια σαν να ήταν πούπουλο. «Εγκρίνεις;» «Είναι τιμή μου που θα ταξιδέψω μ’ αυτή!» Το σαμπάν ήταν σε καλή κατάσταση και διέθετε μια μικρή τέντα που πρόσφερε σκιά. Τα πανιά που

ήταν μαζεμένα στο κατάρτι είχαν ένα ξεθωριασμένο κόκκινο χρώμα. Κάτω η μηχανή γουργούριζε ήδη σαν ικανοποιημένη γάτα. Ο ιδιοκτήτης της πέταξε τον κάβο στον Άντον. Ευχαριστώντας τον με ένα νεύμα, ο Άντον πήρε το τιμόνι και οδήγησε τη βάρκα στα ανοιχτά. Εκστασιασμένη, η Έιμι κουλουριάστηκε στη θέση της και απόλαυσε τη βόλτα. Ένα ζευγάρι λευκών γερανών πετούσε τεμπέλικα μπροστά τους. Η Έιμι ήταν στην Ανατολή αρκετό καιρό ώστε να ξέρει ότι τα πουλιά ήταν καλός οιωνός. Αυτή θα ήταν μια καλή μέρα!

ήταν μαζεμένα στο κατάρτι είχαν ένα ξεθωριασμένο κόκκινο χρώμα. Κάτω η μηχανή γουργούριζε ήδη σαν ικανοποιημένη

*

Μια ώρα αργότερα, βρισκόταν σε κατάσταση ευδαιμονίας. Δεν είχε ξανανιώσει ποτέ τόσο ευτυχισμένη. Όχι από τότε που ήταν παιδί, τουλάχιστον. Ήταν ένα από τα πιο όμορφα πρωινά της ζωής της. Είχε φορέσει το μπικίνι της και λιαζόταν στο κατάστρωμα, ατενίζοντας τα νησιά που άστραφταν σαν σμαράγδια και χρυσάφι στον ήλιο με ονειροπόλα μάτια. Και όλη αυτή η ομορφιά ήταν μόνο δική τους. Ήταν σαν να τους ανήκε η πλάση όλη αυτό το τέλειο πρωινό. Ο Άντον έσβησε τη μηχανή και άνοιξε το κόκκινο πανί που έμοιαζε με φτερό πεταλούδας ή με κόκκινο φύλλο. Η Έιμι τον κοίταξε. Φορούσε μόνο το μαγιό του και το αεράκι ανακάτευε τα σκούρα μαλλιά του. Ήταν ο πιο υπέροχος άντρας που είχε δει ποτέ της. Δεν μπορούσε να το αρνηθεί αυτό. Το κορμί του ήταν τέλειο, όχι υπερβολικά μυώδες, αλλά σμιλεμένο σαν να το είχε φιλοτεχνήσει ένας σπουδαίος γλύπτης. Δυνατοί μύες διαγράφονταν κάτω από την μπρούντζινη επιδερμίδα του. Η κοιλιά του ήταν επίπεδη και σφιχτή και τα μακριά του πόδια, τα πόδια ενός αθλητή. Η Έιμι συνειδητοποίησε ότι σύγκρινε όλους τους άντρες που είχε γνωρίσει με τον Άντον Ζελ. Και κανείς δεν μπορούσε να τον συναγωνιστεί. Κανείς δεν ήταν τόσο έξυπνος, τόσο διασκεδαστικός, τόσο όμορφος. Σαν να είχε διαισθανθεί τις σκέψεις της, ο Άντον κοίταξε προς το μέρος της και τα μάτια τους αντάμωσαν. «Νόμιζα ότι κοιμόσουν». «Απλά ρέμβαζα». Εκείνος της έδειξε το νησί μπροστά τους. «Αυτό είναι το Χον Τσιανγκ», της είπε. «Είναι μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα και έχει τη δική του ιδιωτική παραλία. Θα σταματήσουμε εκεί και θα κολυμπήσουμε. Θα φτάσουμε σε μερικά λεπτά». Της χαμογέλασε με έναν τρόπο που της έκοψε την ανάσα. «Μοιάζεις με νυσταγμένη γάτα». «Νιάου...» «Πεινάς;» «Ναι», του είπε, ξαφνιασμένη από το γουργούρισμα του στομαχιού της. «Θα κάνουμε το πικνίκ μας στο νησί. Έλα κοντά μου. Θέλω να δεις την παραλία καθώς θα μπαίνουμε στον ορμίσκο». Η Έιμι στάθηκε δίπλα του πίσω από το τιμόνι. Εκείνος πέρασε το δυνατό του χέρι γύρω από τους ώμους της και την τράβηξε κοντά του. Ένα αισθησιακό ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική της στήλη. Η επιδερμίδα του ήταν καυτή και μεταξένια πάνω στη δική της. Η στενή επαφή έλιωσε τα σωθικά της, κάνοντάς τη να νιώθει σαν ένα κομμάτι βούτυρο πάνω σε μια ωραία φρυγανισμένη φέτα ψωμί...

Ξαφνικά σκέφτηκε τις πυγολαμπίδες, ελευθερωμένες από τη φυλακή τους, να δραπετεύουν στην υγρή νύχτα. «Φτάσαμε», είπε εκείνος. «Κοίτα». Έστριψε το σαμπάν στον ορμίσκο. Ήταν εντελώς έρημος. Μια σειρά από φοινικόδεντρα σκίαζαν τη λευκή αμμουδιά. Τα διάφανα, κρυστάλλινα νερά είχαν ένα γαλάζιο τιρκουάζ χρώμα. Γλάροι διέγραφαν κύκλους ψηλά στον ουρανό. Πέρα από τα πουλιά, το νησί ήταν όλο δικό τους. «Είναι το πιο όμορφο μέρος του κόσμου!» «Ναι». Το χέρι του είχε γλιστρήσει γύρω από τη μέση της. Τα δάχτυλά του χάιδευαν τρυφερά την επιδερμίδα της. «Καταπληκτικό, δεν είναι;» Χωρίς να το καταλάβει, η Έιμι είχε γείρει το κεφάλι της στον φαρδύ ώμο του. Η καυτή επιδερμίδα του έκαιγε το μάγουλό της. «Μακάρι αυτή η στιγμή να κρατούσε για πάντα», ψιθύρισε. Εκείνος πρέπει να άκουσε τη σιγανή φωνή της πάνω από το μουρμουρητό της θάλασσας, επειδή το χέρι του σφίχτηκε γύρω της. «Δε χρειάζεται να τελειώσει», της είπε. «Όλα κάποτε τελειώνουν». «Όχι». Φίλησε τρυφερά το λαιμό της. «Όχι όλα». «Άντον, σταμάτα», τον ικέτευσε. Ένιωθε ζαλισμένη. «Τα έχουμε ξαναπεί αυτά!» «Και θα τα πούμε ξανά. Μέχρι να με δεχτείς». Εκείνη τον κοίταξε για μια στιγμή και ήταν σαν να κοίταζε από την κορυφή ενός ψηλού γκρεμού. Θα ήταν τόσο τρομερά εύκολο να αφεθεί και να πέσει. «Να σε δεχτώ ως τι; Ως εραστή και αφεντικό μου;» Εκείνος την κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Όχι. Σου προσφέρω κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό». Η καρδιά της άρχισε να χτυπά τρελά. «Τι μου προσφέρεις;» «Σου προσφέρω όλα όσα έχω, όλα όσα είμαι. Σε θέλω στο πλευρό μου, Έιμι. Για πάντα». Ο κόσμος γύριζε γύρω της. Αν πετάξεις πολύ κοντά στον ήλιο, προειδοποίησε ζαλισμένα τον εαυτό της, δε θα καψαλίσεις μόνο τα φτερά σου. Θα καείς ζωντανή. «Άντον, είμαι πολύ συνηθισμένη. Θα με βαρεθείς πολύ γρήγορα. Και τότε θα μετανιώσεις γι’ αυτά τα λόγια». «Πιστεύεις ότι εσύ θα με βαρεθείς;» Η Έιμι δεν μπορούσε να του πει ψέματα. «Όχι». «Τότε νιώθεις ό,τι νιώθω κι εγώ». «Άντον», του είπε με σπασμένη φωνή, «είναι εύκολο να ξεμυαλιστώ μαζί σου. Κάθε γυναίκα γύρω σου νιώθει το ίδιο. Πώς μπορώ να πιστέψω ότι διάλεξες εμένα ανάμεσα σε όλες τις άλλες;» Η έκφρασή του σοβάρεψε. «Έιμι, τι σου συνέβη; Τι σε πλήγωσε τόσο πολύ;» «Απλά η ζωή». Προσπάθησε να γελάσει. «Ας απολαύσουμε μια υπέροχη μέρα στον ήλιο. Και σταμάτα να προσπαθείς να με ρίξεις στο κρεβάτι. Πιθανότατα θα απογοητευτείς, ούτως ή άλλως. Όχι!» Πίεσε τα δάχτυλά της στα χείλη του για να τον κάνει να σωπάσει. «Μην πεις τίποτ’ άλλο!» Αν τον άκουγε λίγο ακόμη, ήξερε ότι η θέλησή της θα έλιωνε σαν καραμέλα. «Σε παρακαλώ, Άντον!» Εκείνος υποχώρησε καθώς έπρεπε να αγκυροβολήσει τη βάρκα. Μετέφεραν το καλάθι του πικνίκ και τις πετσέτες τους στην παραλία και διάλεξαν ένα σημείο κάτω από τη σκιά ενός ανθισμένου ιβίσκου. Το γεύμα τους ήταν απλό –μια φρεσκοψημένη γαλλική μπαγκέτα, λίγο πατέ, κοτόπουλο και ένα μπουκάλι σαμπάνια σε μια παγωνιέρα. Η Έιμι δέχτηκε το ποτήρι που της πρόσφερε και ήπιε με μια αίσθηση απόλυτης ικανοποίησης. «Είσαι ένας πολύ καλός κουβαλητής, καπετάνιε. Αυτός είναι ένας παράδεισος!» «Και είναι όλος δικός μας».

«Σ’ ευχαριστώ που με έφερες εδώ». Όταν τελείωσαν το φαγητό τους, εκείνος έγειρε μπροστά και τη φίλησε ανάλαφρα στο στόμα. «Μμμ, έχεις τη γεύση της σαμπάνιας». Της χαμογέλασε. «Πρόσεξες ότι υπάρχουν άγριες μπανάνες και μάνγκο στο νησί;» «Μπανάνες και μάνγκο, ε;» «Και οι βράχοι είναι γεμάτοι μύδια. Θα μπορούσα να ανοίξω μια τρύπα στη βάρκα και μετά θα έπρεπε να ζήσουμε εδώ για πάντα». «Με άγρια μάνγκο;» «Και θα είχαμε ο ένας τον άλλο». «Δε θα βαριόμαστε;» «Δε θα βαριόμουν ποτέ μαζί σου». Χάιδεψε απαλά το μάγουλό της με ένα δάχτυλό του, αγγίζοντας φευγαλέα την άκρη του στόματός της. «Φίλα με ξανά», την προκάλεσε απαλά. «Εσύ με φίλησες», του επισήμανε η Έιμι, υπνωτισμένη από το πρόσωπό του τόσο κοντά της. «Τότε είναι η δική σου σειρά». «Δεν μπορώ», τον ικέτευσε. «Ακόμη και αν το ήθελα, δεν μπορώ». «Το θέλεις;» την προκάλεσε. Η Έιμι κοίταξε το στόμα του, εκείνο το στόμα που ήταν το πιο επιθυμητό στόμα στον κόσμο γι’ αυτή. Ένιωσε την καρδιά της να αναποδογυρίζει μέσα της καθώς ανασήκωνε το πρόσωπό της και τον φιλούσε. Και την επόμενη στιγμή βρέθηκε στην αγκαλιά του. Την είχαν φιλήσει και άλλοι άντρες, με αποκορύφωμα τον Μάρτιν Μακάλουμ, ο οποίος ήταν ο πιο έμπειρος εραστής που είχε γνωρίσει. Αλλά αυτό ήταν διαφορετικό. Αυτό το φιλί δεν μπορούσε να συγκριθεί με κανένα άλλο. Ήταν τόσο συγκλονιστικό, που ένιωσε το κορμί της να λιώνει στη δυνατή αγκαλιά του, τόσο υπέροχο που η ψυχή της πέταξε ψηλά γεμάτη δέος. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να αρπαχτεί από πάνω του. Εκείνος ψιθύρισε το όνομά της, φιλώντας την παθιασμένα. Το στόμα του ήταν άπληστο, χαϊδεύοντας τα βλέφαρά της, τους κροτάφους της, τη γραμμή του σαγονιού της και τη γλυκιά καμπύλη του λαιμού της. Το αρρενωπό, σκληρό κορμί του τη γέμιζε με έναν φλογερό πόθο που την έκανε να θέλει να τον καταβροχθίσει. Τα δάχτυλά της βυθίστηκαν στους μυς του, τα δόντια της δάγκωναν τους ώμους του, το λαιμό του, τα χείλη του. Ήταν τρελό, αλλά η Έιμι είχε χάσει εντελώς το μυαλό της. Οι ερεθισμένες θηλές της διαγράφονταν σκανδαλιστικά κάτω από το λεπτό ύφασμα του μπικίνι της· το θέαμα τον ξετρέλανε και, όταν άρχισε να της τραβά το σουτιέν, εκείνη τον βοήθησε ξεδιάντροπα, βγάζοντάς το από πάνω της με ένα βραχνό γέλιο. «Θεέ μου, είσαι τόσο όμορφη», ψιθύρισε εκείνος, χαμηλώνοντας το σκούρο κεφάλι του για να τη γευτεί. Τα στήθη της ήταν σφιχτά και το φιλί του ένα μαρτύριο, που έγινε μεγαλύτερο όταν το στόμα του έκλεισε γύρω από τις θηλές της, χαϊδεύοντάς τες με την καυτή γλώσσα του, τρυγώντας, δαγκώνοντας. Η Έιμι τεντώθηκε σαν τόξο πάνω του, οι μηροί της χώρισαν προσκαλώντας τον. Ένιωσε τον ερεθισμό του σκληρό και αρρενωπό πάνω στο κορμί της. Άπλωσε το χέρι της και τον άγγιξε τολμηρά, ανυπόμονα. Εκείνος βόγκηξε, τα μάτια του έγιναν δύο λεπτές σχισμές. «Είσαι σίγουρη ότι είναι αυτό που θέλεις;» τη ρώτησε. Εκείνη δεν του απάντησε με λόγια, αλλά κολλώντας τα μισάνοιχτα χείλη της στο στόμα του.

Κεφάλαιο 11

Δεν υπήρχε πια ανάγκη για ερωτήσεις ή απαντήσεις. Η Έιμι ανασήκωσε τους γοφούς της ώστε να μπορέσει εκείνος να της βγάλει το κάτω μέρος του μπικίνι της και μετά τον βοήθησε να βγάλει το μαγιό του. «Άντον», μουρμούρισε καθώς εκείνος κάλυπτε το γυμνό κορμί της με το δικό του, «ω, Άντον...» Ο παφλασμός των κυμάτων και ο ψίθυρος του αέρα ήταν η μουσική που συνόδευσε τον έρωτά τους. Η Έιμι τον κοίταζε βαθιά στα μάτια καθώς εκείνος διείσδυε μέσα της. Είχε ονειρευτεί τόσο πολλές φορές έναν υπέροχο εραστή χωρίς να του δίνει ένα πρόσωπο ή όνομα. Αλλά δεν τον είχε συναντήσει ποτέ. Μέχρι τώρα. Δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσε να είναι έτσι –τόσο τρυφερό, τόσο γλυκό και όμως τόσο δυνατό. Ήταν λες και εκεί, στην ακρογιαλιά, συνειδητοποιούσε για πρώτη φορά για ποιο λόγο ήταν φτιαγμένο το κορμί της. Και όλη αυτή την ώρα που της έκανε έρωτα, οδηγώντας τη στην έκσταση, ο Άντον δε σταμάτησε στιγμή να φιλάει το πρόσωπό της και το λαιμό της, να της λέει πόσο όμορφη ήταν, πόσο επιθυμητή, πόσο υπέροχη. Αυτό που έκαναν δεν μπορούσε να είναι λάθος, το ένιωθε βαθιά μέσα στην ψυχή της. Και τη στιγμή που έφτασαν και οι δυο στην κορύφωση, δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της στα μάγουλά της, μουσκεύοντας το πρόσωπό του. Πάσχιζαν και οι δυο να πάρουν ανάσα όταν τέλειωσε. Εκείνος την έσφιξε στο στήθος του, ψιθυρίζοντας το όνομά της. Η Έιμι τον αγκάλιασε σφιχτά, καθώς ο κόσμος όλος γύριζε ακόμη γύρω της. «Με συγχωρείς αν σε πόνεσα», της είπε. «Ήμουν πολύ βίαιος;» «Ήσουν τέλειος», μουρμούρισε η Έιμι τρίβοντας το πρόσωπό της στο τριχωτό στήθος του. «Απλά τέλειος». Εκείνος χάιδεψε τρυφερά το κορμί της. «Είσαι εξαίσια, Έιμι. Τόσο όμορφη. Είμαι ο πιο τυχερός άντρας στον κόσμο». Λαγοκοιμήθηκαν στη σκιά, αγκαλιασμένοι. Ο ήχος των κυμάτων τους νανούρισε, μέχρι που η ζέστη του μεσημεριού τους οδήγησε στο νερό για να κολυμπήσουν. Η θάλασσα ήταν υπέροχη. Ήταν μια τέλεια μέρα, χωρίς ούτε ένα σύννεφο στον καταγάλανο ουρανό. Η Έιμι παρακολούθησε συνεπαρμένη κοπάδια μικρών πολύχρωμων ψαριών να μαζεύονται γύρω από τα δάχτυλα των ποδιών της. Ο κόσμος ήταν διαφορετικός τώρα και εκείνη ήταν διαφορετική. Το κορμί της δε θα ήταν ποτέ ξανά το ίδιο. Ούτε η ψυχή της. Ο Άντον την είχε αγγίξει όπως δεν την είχε αγγίξει ποτέ κανείς. Τα δυνατά χέρια του έκλεισαν γύρω της, σφίγγοντάς την πάνω του. «Είμαι στα ουράνια», του είπε. «Γιατί με κράτησες μακριά σου τόσο πολύ καιρό;» τη ρώτησε εκείνος, φιλώντας το λαιμό της. «Κόντεψες να με τρελάνεις». «Μου είναι πολύ δύσκολο να εμπιστευτώ τους ανθρώπους». «Γιατί δεν μπορούσες να με εμπιστευτείς; Γιατί αμφέβαλλες για μένα;» «Υποθέτω εν μέρει επειδή δεν μπορούσα να πιστέψω ότι με νοιαζόσουν αληθινά. Ακόμη δεν

μπορώ να το πιστέψω. Και εν μέρει επειδή σχημάτισα τη λάθος εντύπωση για σένα, από την αρχή

στο Βόρνεο, όταν με φίλησες, σκέφτηκα ότι επιδίωκες απλά άλλη μία κατάκτηση. Και μετά,

στη

να, ο κόσμος έλεγε

για τη Μάρσι...»

«Ότι είχα σχέση μαζί της;» «Ναι. Και ότι εκείνη έπρεπε να φύγει τόσο ξαφνικά

επειδή...

επειδή περίμενε το παιδί σου».

Τα μάτια του αγρίεψαν ξαφνικά. «Ποιος το είπε αυτό;» «Δεν μπορώ να σου πω, επειδή θα τον απολύσεις!» «Όποιος ή όποια και αν είναι αξίζει να απολυθεί. Γι’ αυτό πιστεύουν λοιπόν ότι την έστειλα σε κλινική; Και εσύ το πίστεψες αυτό;» «Λυπάμαι πολύ», του είπε η Έιμι συντετριμμένη. «Άντον, δεν ήξερα τι να πιστέψω. Προσπαθούσα μόνο να προστατέψω τον εαυτό μου!» Εκείνος την κοίταξε στα μάτια. «Έιμι, σε παρακαλώ, πες μου ότι δεν πιστεύεις πια αυτές τις φαρμακερές ανοησίες». «Πιστεύω εσένα», του είπε απλά. Εκείνος τη φίλησε παθιασμένα. «Έλα μαζί μου. Θέλω να σου δείξω κάτι». Βγήκαν στην αμμουδιά και ο Άντον την οδήγησε από την παραλία στην πράσινη σκιά των δέντρων. «Πού πηγαίνουμε;» τον ρώτησε. «Σε ένα πολύ ξεχωριστό μέρος». Ο αέρας ήταν πλημμυρισμένος από το άρωμα κάποιου εξωτικού ανθισμένου φυτού. Όπως της είχε πει ο Άντον, άγρια μάνγκο και μπανάνες κρέμονταν σαν πολύτιμα πετράδια πάνω από τα κεφάλια τους. Εκείνος τράβηξε μερικά κλαδιά για να μαζέψουν μερικά από τα φρούτα που μύριζαν υπέροχα στην αγκαλιά της. «Θα πάρουμε και μερικά από αυτά», της είπε, κόβοντας μερικά ευωδιαστά λευκά και κόκκινα λουλούδια από ένα αναρριχητικό φυτό. Καθώς προχωρούσαν, την έπιασε από το χέρι, οδηγώντας τη στο ανώμαλο μονοπάτι, παραμερίζοντας κλαδιά που τους έφραζαν το δρόμο. Στο τέλος του μονοπατιού ήταν ο προορισμός τους –μια μικρή, αρχαία παγόδα, που ήταν μισοκρυμμένη από την ανεξέλεγκτη βλάστηση. «Ω, Άντον, είναι υπέροχο!» «Πρόκειται για ένα βουδιστικό ναό. Πρέπει να είναι εκατοντάδων ετών. Είναι μισοξεχασμένος – σχεδόν κανείς δε θυμάται ότι βρίσκεται εδώ πια». Μπήκαν μέσα στο ναό. Το δροσερό εσωτερικό του ήταν διακοσμημένο με περίτεχνα γλυπτά, οι τοιχογραφίες ήταν ξεθωριασμένες αλλά ευδιάκριτες ακόμη. Στο βάθος υπήρχε ένα πέτρινο άγαλμα του Βούδα, που χαμογελούσε γαλήνια. Το δάπεδο του ναού ήταν καλυμμένο με λευκή άμμο και ξεραμένα λουλούδια. Το θολωτό σχήμα του αρχαίου οικοδομήματος έμοιαζε να αιχμαλωτίζει το μακρινό μουρμουρητό της θάλασσας. Μια βαθιά γαλήνη απλώθηκε στην καρδιά της Έιμι. Αυτό ήταν ένα ιερό μέρος, πέρα από θρησκείες. Απόθεσαν την προσφορά των φρούτων και των λουλουδιών στα πόδια του αγάλματος, και μετά στάθηκαν εκεί μπροστά του, με τα χέρια τους ενωμένα. Εκείνη τη στιγμή η Έιμι ένιωσε ότι τίποτα δεν μπορούσε να αγγίξει ποτέ την ευτυχία τους. Ήταν σαν να είχαν βιώσει μια ιερή μυστική τελετή που τους ένωνε για πάντα, προστατεύοντάς τους από κάθε κακό. «Σ’ ευχαριστώ που με έφερες εδώ», ψιθύρισε. «Δε θα το ξεχάσω ποτέ». Γύρισαν πίσω στην παραλία σιωπηλοί και ξάπλωσαν ξανά αγκαλιασμένοι στη σκιά του ιβίσκου τους.

«Σήμερα αρχίζει η νέα μας ζωή», ψιθύρισε εκείνος. «Ναι», του είπε σιγανά.

«Με έκανες τόσο ευτυχισμένο σήμερα, Έιμι. Σε ήθελα από την πρώτη στιγμή που μπήκες στη ζωή μου, εκείνο το πρωί στο Κάι Τακ. Νομίζω ότι το ένιωσα πριν ακόμη σε δω, επειδή έπρεπε να είχα φύγει για το Βόρνεο την προηγούμενη μέρα. Αλλά κάτι με κράτησε εκεί, με έκανε να σε περιμένω. Κάτι μου έλεγε ότι έπρεπε να σε συναντήσω. Και από τη στιγμή που είδα το πρόσωπό σου, σε αγάπησα. Δεν πίστευα ότι μπορούσε να συμβεί έτσι απλά –τόσο αυθόρμητα, σε μια παραλία στο Βιετνάμ. Στην πραγματικότητα, δεν είχα ιδέα πώς θα συνέβαινε. Αλλά ήξερα πάντα ότι θα γινόμαστε εραστές και θα ανήκαμε ο ένας στον άλλο ολοκληρωτικά». Εκείνη τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Άντον, συγχώρεσέ με που δε σ’ εμπιστεύτηκα. Μου έχουν

συμβεί πράγματα που με πλήγωσαν βαθιά

και...

και...

μου είναι δύσκολο να δίνομαι. Αλλά σ’ αγαπώ

τόσο πολύ καιρό!» Τα ζεστά δάχτυλά του φυλάκισαν το πιγούνι της και ανασήκωσαν το πρόσωπό της για να μπορέσει να φιλήσει το απαλό της στόμα. «Χρυσό μου κορίτσι», της ψιθύρισε, «ό,τι και αν σε πλήγωσε, εγώ

θα σε κάνω να το ξεχάσεις». Τα μάτια της έκλεισαν αργά καθώς τη φιλούσε. Το στόμα του ήταν σαν βελούδο, τόσο τρυφερό και όμως τόσο επιβλητικό. Τα χέρια του ήταν τόσο δυνατά καθώς την τραβούσαν κοντά του. Κανένας άντρας δεν την είχε συγκινήσει ποτέ τόσο πολύ. Κανένας άλλος άντρας δε θα τη συγκινούσε ποτέ ξανά. Η Έιμι αρπάχτηκε από τους δυνατούς ώμους του καθώς το φιλί τους γινόταν πιο βαθύ τυλίγοντάς τους στις φλόγες του πάθους Ήταν σαν να είχε εξαφανιστεί όλος ο κόσμος γύρω τους, και τίποτα δεν ήταν αληθινό πια εκτός από τις καρδιές τους που βροντοχτυπούσαν. Φιλώντας τη γλυκά στα βλέφαρα και στο στόμα, εκείνος της έκανε έρωτα αργά και τρυφερά αυτή τη φορά. Είχε τον απόλυτο έλεγχο. Οι μύες του τρεμούλιαζαν από την προσπάθεια κάτω από την ηλιοκαμένη επιδερμίδα του. Τα μάτια του σκοτείνιασαν από πόθο καθώς την κοίταζε. «Είσαι τόσο

όμορφη», της ψιθύρισε. «Τα στήθη σου, οι απαλοί γοφοί

σου...

τόσο τέλεια. Δεν έχω αγγίξει ποτέ

κάτι τόσο υπέροχο όσο η επιδερμίδα σου». Η Έιμι ρίγησε, τεντώνοντας το κορμί της σαν τόξο, καθώς τα χέρια του τη χάιδευαν τρυφερά, με μαεστρία. Όταν εκείνος φίλησε ξανά τα χείλη της, το στόμα της άνοιξε για να υποδεχτεί τη γλώσσα του. Η δίνη του πάθους που ήξερε τόσο καλά πια την καταβρόχθισε. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του, σαν να κινδύνευε πραγματικά να χαθεί για πάντα. Όταν τα δάχτυλά του βρήκαν την υγρή τρυφερή σάρκα ανάμεσα στους μηρούς της, η ηδονή ζάλισε τις αισθήσεις της. Εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι του, αναζητώντας τη θηλυκότητά της με το στόμα του. Μια κρίση σεμνοτυφίας την έκανε να προσπαθήσει να αντισταθεί, αλλά το κορμί της την πρόδωσε. Οι μηροί της χώρισαν ανοίγοντας για κείνον και οι γοφοί της ανασηκώθηκαν διευκολύνοντάς τον να εξερευνήσει τα πιο απόκρυφα σημεία της με το στόμα του. Το φιλί του ήταν τρυφερό στην αρχή. Αλλά η Έιμι τον άκουσε να βγάζει ένα βογκητό ικανοποίησης καθώς τη γευόταν άπληστα. Έβγαλε μια άναρθρη κραυγή ηδονής και μετά δεν μπόρεσε να μη βογκήξει δυνατά καθώς εκείνος γλιστρούσε τα χέρια του γύρω από τους γοφούς της και την τραβούσε πάνω του. Όλα αυτά τα χρόνια αναρωτιόταν γιατί δεν είχε βρει κανέναν άντρα που να μπορούσε να ξεκλειδώσει τα μυστικά της. Αναρωτιόταν μήπως ήταν ψυχρή. Ψυχρή! Έτσι όπως ανταποκρινόταν το κορμί της και η ψυχή της τώρα, ήξερε ότι ήταν γυναίκα μέχρι την τελευταία σπιθαμή της. Απλά χρειαζόταν ο σωστός άντρας για να ελευθερώσει τα συναισθήματά της.

Το στόμα του Άντον ήταν πεινασμένο και καυτό και έμοιαζε να θέλει να την καταβροχθίσει, όπως ακριβώς το λαχταρούσε κι εκείνη. Τα δάχτυλά της μπλέχτηκαν στα σγουρά σκούρα μαλλιά του, οι φτέρνες της χάιδεψαν τους δυνατούς μυς της πλάτης του. Η ηδονή ήταν τόσο έντονη που δεν

μπορούσε να εμποδίσει τον εαυτό της να γλιστρήσει ζαλισμένα από το χείλος του

γκρεμού...

και

μετά βρέθηκε σε έναν κόσμο που δεν είχε βρεθεί ποτέ πριν, έναν κόσμο στον οποίο η μουσική και τα χρώματα και το πάθος ενώθηκαν με μια έκρηξη σε ένα καταλυτικό συναίσθημα που ήταν τόσο δυνατό ώστε δάκρυα πλημμύρισαν αυθόρμητα τα μάτια της. Εκείνος την κράτησε μέχρι που τα ρίγη της έσβησαν στη σιγαλιά, αποσπώντας με το στόμα του και την τελευταία σταγόνα ηδονής από το κορμί της. «Άντον. Σε παρακαλώ, έλα κοντά μου...» Εκείνος υπάκουσε, κλείνοντας το λεπτό της κορμί στα γεροδεμένα χέρια του, κρατώντας την τόσο σφιχτά που η Έιμι κλαψούρισε από ευχαρίστηση. Μουρμούρισε το όνομά της απαλά, τρυφερά, αλλά δεν είπε τίποτ’ άλλο. Ασφαλής μέσα στην αγκαλιά του, η Έιμι χάιδεψε το κορμί του, νιώθοντας τη δύναμή του, αλλά και πόσο ευάλωτος ήταν στα χάδια της. Η διέγερσή του ήταν τόσο επιβλητική όσο και νωρίτερα εκείνο το πρωί. Η Έιμι τον χάιδεψε απαλά με τα ακροδάχτυλά της. Η βελούδινη επιδερμίδα του ανδρισμού του ήταν καυτή και η ολοφάνερη ευχαρίστησή του την πλημμύρισε έξαψη. Εκείνος τη φίλησε με άγριο πάθος, τα χέρια του αιχμαλώτισαν τους γοφούς της, ο πόθος του πιέστηκε ανυπόμονα ανάμεσα στους μηρούς της. Η Έιμι έγειρε ανάσκελα και τον τράβηξε πάνω της. Τα μάτια της καρφώθηκαν στο πρόσωπό του, ψάχνοντας μια απάντηση στα δικά του. «Είσαι δική μου», είπε εκείνος, σαν να απαντούσε στην ανείπωτη ερώτησή της. «Δική μου, δική μου. Μόνο δική μου». Μπήκε μέσα της, αλλά πολύ πιο προσεκτικά απ’ ό,τι την πρώτη φορά. Αυτή τη φορά ήταν τρυφερός, δε βιαζόταν, δίνοντας και στους δυο τους την ευκαιρία να απολαύσουν την ένωση των κορμιών τους. Όταν ήταν βυθισμένος απόλυτα μέσα της, φίλησε τα βλέφαρά της και μετά το στόμα της. «Δεν έχω ξανανιώσει ποτέ έτσι», της είπε απαλά. Τα χέρια του ήταν τυλιγμένα γύρω από τους ώμους της, το βάρος των γοφών του πίεζε τη λεκάνη της στην άμμο. «Δε θα σε αφήσω να μου φύγεις ποτέ, Έιμι». Αυτά τα λόγια ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε να ακούσει. Ο Άντον της έκανε έρωτα με συγκινητική τρυφερότητα και επιδεξιότητα, ελέγχοντας την ανταπόκρισή της, ερεθίζοντάς τη, μέχρι που η απόλαυση ήταν βαθιά και ανεπανάληπτα υπέροχη. Η Έιμι ψέλλισε το όνομά του, με το στόμα της ανοιχτό πάνω στο δικό του, και τα φιλιά τους γίνονταν ολοένα και πιο παθιασμένα, καθώς ο έρωτάς τους κορυφωνόταν. Η ακανόνιστη ανάσα του της έλεγε ότι ήταν τόσο έτοιμος όσο ήταν κι εκείνη. Η Έιμι ήξερε ότι θα έφταναν στο ίδιο μέρος μαζί σύντομα, πολύ σύντομα... Αυτή τη φορά ο οργασμός της ήταν διαφορετικός, μια καυτή έκρηξη που έλιωσε το κορμί της και θάμπωσε το μυαλό της. Ο Άντον την έσφιξε πάνω του, ριγώντας σε απόλυτο συγχρονισμό μαζί της. Βαριανασαίνοντας, έμειναν αγκαλιασμένοι, με τα μέλη τους μπλεγμένα μέχρι που πάτησαν ξανά στη γη. Εκείνος της χαμογέλασε, χαϊδεύοντας τρυφερά τα στήθη της και το στομάχι της. «Είσαι τόσο όμορφη, θέλω να σε πιω με την ψυχή μου. Είσαι το κέντρο της ύπαρξής μου. Είσαι όλα όσα θα θελήσω ποτέ».

* Η Έιμι θα θυμόταν πάντα εκείνη τη μέρα σαν την πιο όμορφη μέρα της ζωής

*

Η Έιμι θα θυμόταν πάντα εκείνη τη μέρα σαν την πιο όμορφη μέρα της ζωής της. Και το υπόλοιπο της παραμονής τους στο Βιετνάμ ήταν επίσης σαν ένα υπέροχο όνειρο. Η όμορφη βίλα με τη λιμνούλα με τα νούφαρα έγινε το παλάτι τους, ο κόσμος τους. Τις ζεστές, αρωματισμένες μέρες διαδέχονταν σκοτεινές, συναρπαστικές νύχτες. Ζούσε σ’ έναν παράδεισο. Αν και ήξερε ότι ο παράδεισος ήταν μόνο δανεικός, ότι σύντομα θα έπρεπε να γυρίσουν στο Χονγκ Κονγκ και στις δυσκολίες που τους περίμεναν εκεί, παραδόθηκε απόλυτα στη στιγμή και στον Άντον, σαν να ανήκαν ο ένας στον άλλο για πάντα. Και τότε έφτασε η τελευταία τους νύχτα στη Σαϊγκόν. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι πρέπει να γυρίσουμε πίσω αύριο», του ψιθύρισε καθώς ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μαζί. «Τι σημασία έχει;» τη ρώτησε. «Τα πράγματα θ’ αλλάξουν». «Δε θ’ αλλάξουν, αγάπη μου». Αλλά εκείνη είχε ένα δυσοίωνο προαίσθημα. «Θα πρέπει να πας στο Λονδίνο σύντομα για την ετήσια γενική συνέλευση. Η Λαβίνια θα σε περιμένει. Θα αρχίσεις να συνειδητοποιείς ότι, μολονότι σου αρέσω εγώ, εκείνη έχει πολύ περισσότερα να σου προσφέρει. Θα περνάς ώρες μαζί της, όπως στη Γαλλία, και...» «Έιμι!» «Ο κόσμος θα αρχίσει να μιλάει για μένα. Όπως μιλούσαν για τη Μάρσι. Θα γελάνε πίσω από την πλάτη μου, θα λένε πράγματα...» «Έι». Το τρυφερό χέρι του διέγραφε ερωτικούς κύκλους στην κοιλιά της, προχωρώντας ακόμη χαμηλότερα σε επικίνδυνα σημεία, που είχαν αρχίσει να ριγούν ανεξέλεγκτα. «Τι σ’ έπιασε, αγάπη μου; Δε σ’ έχω ξανακούσει ποτέ να μιλάς έτσι!» «Ω, Άντον, φοβάμαι τόσο πολύ!» «Τι φοβάσαι;» τη ρώτησε απαλά. Τα δάχτυλά του τη βασάνιζαν με μαεστρία, γλιστρώντας στα πιο ευαίσθητα σημεία της μέχρι που ένα υπέροχο κύμα ηδονής ξεχείλισε ανάμεσα στους μηρούς της. Εκείνος έμοιαζε να ξέρει κάθε μυστικό της, κάθε αδυναμία της. Η Έιμι είχε μάθει περισσότερα για το κορμί της αυτή την εβδομάδα απ’ ό,τι τα προηγούμενα είκοσι χρόνια. Ο Άντον την καταλάβαινε πολύ, πολύ καλύτερα απ’ όσο καταλάβαινε εκείνη τον εαυτό της. Κόλλησε πάνω του καθώς εκείνος την οδηγούσε ξανά στο μαγεμένο βασίλειο της αισθησιακής απόλαυσης και μετά, με απόλυτη σιγουριά, σε άλλη μια εξαίσια κορύφωση. Μη μπορώντας να συγκρατηθεί, η Έιμι βύθισε τα δόντια της στον ώμο του καθώς ο Άντον παρέτεινε την ηδονή της, σχεδόν πέρα από τα όριά της. Ριγώντας και κλαψουρίζοντας, έγειρε τελικά το κεφάλι της στο φαρδύ του στήθος, ενώ τα χάδια του την ηρεμούσαν. «Τι μου κάνεις;» είπε λαχανιασμένα. «Δε σε κάνω ευτυχισμένη;» «Με πηγαίνεις σε μέρη που δεν έχω ξαναβρεθεί ποτέ στη ζωή μου». «Κι εσύ το ίδιο». «Μα εσύ πρέπει να έχεις πάει με τόσο πολλές γυναίκες. Είσαι τόσο έμπειρος και εγώ νιώθω τόσο αδέξια». «Δεν είσαι καθόλου αδέξια», της είπε σφίγγοντάς τη στην αγκαλιά του. «Είσαι η μοναδική αληθινή

μου αγάπη». Η Έιμι ξύπνησε νωρίς την αυγή. Ο ουρανός είχε ένα ρόδινο χρώμα και εκείνη ήταν ασφαλής στην αγκαλιά του εραστή της. Ο Άντον την κρατούσε κτητικά ακόμη και στον ύπνο του. Άκουγε τη ρυθμική αναπνοή του, ένιωθε τη ζεστή ανάσα του στο λαιμό της. Η επιδερμίδα της είχε τη μυρωδιά του έρωτά τους. Το κορμί της δεν είχε νιώσει ποτέ πριν έτσι. Ο Άντον της είχε κάνει έρωτα τόσο παθιασμένα, με τόσο πολλούς τρόπους, που ήταν σαν να την είχε διαπλάσει ξανά από την αρχή. Δεν είχε ιδέα ότι το σεξ μπορούσε να είναι έτσι. Σεξ. Αυτή η λέξη ήταν τόσο ανεπαρκής για να περιγράψει αυτά που είχε μοιραστεί μαζί του την τελευταία εβδομάδα. Ήταν πολύ περισσότερα από μια απλή σωματική επαφή. Ο Άντον της είχε δείξει αυτό που υπήρχε μέσα στην ψυχή της. Και η Έιμι είχε αλλάξει για πάντα. Ήταν μια υπέροχη τρέλα, ένας τυφώνας που είχε σαρώσει τη ζωή της χωρίς προειδοποίηση. Αλλά πού θα την οδηγούσε; Ένα δυσοίωνο συναίσθημα της υπενθύμισε ότι σε λίγες ώρες θα πετούσαν για το Χονγκ Κονγκ. Ξαφνικά φοβόταν, φοβόταν πολύ. Το τρομοκρατημένο μυαλό της της έλεγε ότι διέτρεχε τον κίνδυνο να δει τα όνειρά της να γίνονται συντρίμμια. Της έλεγε να τρέξει μακριά όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πριν εκείνος καταστρέψει την καρδιά της. Προσπάθησε να ξαναβρεί τη βαθιά γαλήνη που την είχε πλημμυρίσει στην παγόδα στο νησί τους. Αλλά δεν μπορούσε. Ένιωθε μόνο αγωνία. Η υπερέντασή της πρέπει να ξύπνησε τον Άντον. Τη φίλησε απαλά στο πρόσωπο και το λαιμό, φυλακίζοντας τα στήθη της με τις παλάμες του. «Μην ανησυχείς», ψιθύρισε, σαν να είχε διαισθανθεί το φόβο της στον ύπνο του. «Όλα θα πάνε καλά». Δεν υπήρχε ανάγκη για λόγια ανάμεσά τους. Εκείνος της έκανε έρωτα τρυφερά, αβίαστα, μέχρι που βυθίστηκαν στη γαλήνη της έκστασης. Η Έιμι αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως, με το κεφάλι της γερμένο στην αγκαλιά του, το μάγουλό της ακουμπισμένο στο στήθος του έτσι που δεν μπορούσε να ακούσει τίποτε άλλο εκτός από το βαθύ, σταθερό χτυποκάρδι του.

Κεφάλαιο 12

Σου αρέσει;» Είχαν βγει στη βεράντα του σπιτιού. Το Χονγκ Κονγκ απλωνόταν μπροστά τους. Ο Άντον την κοίταζε ερωτηματικά. «Είναι καταπληκτικό», του είπε. «Δε σκέφτεσαι σοβαρά να το αγοράσεις;» «Πάντα το είχα στο μάτι. Το γεγονός ότι βγήκε προς πώληση ήταν ένα θεόσταλτο δώρο». «Είναι το πιο όμορφο σπίτι που έχω δει. Αλλά δε χρειάζεσαι κάτι τόσο μεγάλο!» Η Έπαυλη Τσουιλίν ήταν χτισμένη ψηλά στην Κορυφή Βικτόρια. Με δράκους και άλλα μυθικά τέρατα να κοσμούν τα αετώματα της σκεπής, ήταν ένα ευάερο παλάτι έξι δωματίων, με ένα τεράστιο μπαλκόνι που πρόσφερε μια υπέροχη θέα στο λιμάνι. Διέθετε μια πολυτελή πισίνα και πάρκινγκ για πέντε αυτοκίνητα στο υπόγειο. Από τον προσεκτικά φροντισμένο κήπο μπορούσες να περάσεις σε ένα δάσος από μπαμπού, φτέρες και άγριους ιβίσκους. Η Έιμι δεν ήθελε καν να ξέρει πόσα χρήματα ζητούσαν γι’ αυτό το ακίνητο. Στο Χονγκ Κονγκ, ακόμη και τα πιο στενάχωρα διαμερίσματα ήταν πανάκριβα. «Γιατί νομίζεις ότι είναι πολύ μεγάλο;» τη ρώτησε εκείνος κόιτάζοντάς την. Η Έιμι του χαμογέλασε. «Έξι κρεβατοκάμαρες; Είσαι μόνος σου, το ξέχασες;» Εκείνος πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της και την τράβηξε κοντά του. «Είμαστε οι δυο μας. Και αν αποκτήσουμε μια ντουζίνα παιδιά;» μουρμούρισε στο αυτί της. «Τότε θα είναι πολύ μικρό!» Εκείνη τον φίλησε, νιώθοντας την καρδιά της να φτερουγίζει. «Δεν έχω συμφωνήσει να κάνω κανένα παιδί, κύριε και αφέντη μου. Και δε με ρώτησες καν αν θέλω να μείνω μαζί σου!» «Σε ρωτάω τώρα». «Είσαι τρελός. Γιατί υπάρχουν δράκοι στα αετώματα;» «Είναι φενγκ σούι. Προστατεύουν τα τέσσερα σημεία του σπιτιού από το κακό». Η κτηματομεσίτρια βγήκε έξω, κρατώντας το φυλλάδιό της. «Η Έπαυλη Τσουιλίν έχει μεγάλη ιστορία, κύριε καί κυρία Ζελ», τους είπε χαμογελαστή. «Το οίκημα είναι μοναδικό. Όπως γνωρίζετε και οι δύο, τέτοια πολυτέλεια είναι σπάνια στην πόλη μας. Είναι μια ευκαιρία που παρουσιάζεται μία φορά στη ζωή». «Ποια είναι η τιμή;» ρώτησε ο Άντον. Χωρίς να τρεμοπαίζει ούτε βλέφαρο, η κτηματομεσίτρια είπε ένα ιλιγγιώδες ποσό πολλών εκατομμυρίων. «Θα δεχτούν μισό εκατομμύριο λιγότερο;» «Είναι πιθανό», είπε η κτηματομεσίτρια με μάτια που έλαμπαν. «Πολύ καλά», είπε ο Άντον, κρατώντας το χέρι της Έιμι. «Θα σας δώσουμε μια γραπτή προσφορά σε μία ώρα περίπου. Θα είμαι στο Λονδίνο από αύριο, οπότε θα ήθελα μια απάντηση σήμερα, αν είναι δυνατό. Θα σας δώσω το τηλέφωνό μου. Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου οποιαδήποτε στιγμή. Θα περιμένω». Η Έιμι απέστρεψε το πρόσωπό της. Ξαφνικά θυμήθηκε κάτι που της είχε πει η Γκέρντα στη

Γαλλία:

Τώρα κατάλαβα! Νομίζεις ότι μόλις παντρευτούν θα σε σπιτώσει ως ερωμένη του σε κάποιο

πολυτελές παλάτι στο Χονγκ Κονγκ!

Τότε η Έιμι είχε θεωρήσει τα λόγια της προσβολή. Αλλά ίσως η Γκέρντα Μέιερ να είχε μεγαλύτερη διορατικότητα από εκείνη. Αυτό δεν ήταν το «πολυτελές παλάτι» που είχε προβλέψει; Το πιο όμορφο σπίτι στο Χονγκ Κονγκ –αλλά στην πραγματικότητα τίποτα περισσότερο από ένα χρυσό κλουβί για ένα αιχμάλωτο πουλί. Σε τελική ανάλυση, ο Άντον της πρότεινε να ζήσουν μαζί, να αποκτήσουν παιδιά μαζί, αλλά δεν είχε αναφέρει γάμο. Ξαφνικά, το υπέροχο σπίτι τής φαινόταν σαν φυλακή, ένα μέρος όπου όλες οι ελπίδες και οι χαρές της θα πέθαιναν αργά. Στο Βόρνεο, εκείνος της είχε πει ξεκάθαρα ότι δεν μπορούσε να παντρευτεί ποτέ, ότι δεν είχε ούτε χρόνο ούτε χώρο στη ζωή του για μια γυναίκα που ήθελε δέσμευση από έναν άντρα. Της είχε πει ότι ήταν παντρεμένος με τη δουλειά του. Ίσως να το εννοούσε περισσότερο κυριολεκτικά απ’ όσο είχε αντιληφθεί η Έιμι τότε. Αν παντρευόταν τη Λαβίνια, θα παντρευόταν πραγματικά τη δουλειά του. Καθώς κατέβαιναν από το λόφο, η καρδιά της Έιμι ήταν βαριά σαν μολύβι. «Δεν πίστευα ότι σοβαρολογούσες, μέχρι την τελευταία στιγμή. Θέλεις πραγματικά να αγοράσεις αυτό το σπίτι για...» «Για μας. Ναι». «Τι εννοείς λέγοντας για ‘‘μας’’;» «Εσένα κι εμένα. Να ζούμε μαζί. Δε σου αρέσει το σπίτι;» «Είναι τα λεφτά σου, Άντον. Δεν έχει σημασία αν μου αρέσει ή δε μου αρέσει!» «Έιμι, θέλω να έχουμε μια κοινή ζωή από δω και πέρα. Δεν μπορείς να το δεις αυτό; Δεν καταλαβαίνεις πώς νιώθω για σένα; Δε βλέπεις πόσο σημαντική είσαι για μένα –συναισθηματικά, στη δουλειά, από κάθε άποψη;» Η καρδιά της χτυπούσε σαν ένα παγιδευμένο πουλί πίσω από ένα τζάμι. Μετά το Βιετνάμ, όλα είχαν εξελιχθεί τόσο γρήγορα. Ο ρυθμός της δουλειάς ήταν εξουθενωτικός για την προετοιμασία της ετήσιας γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας, στην οποία ο Άντον θα παρουσίαζε την ετήσια έκθεσή του. Η έκθεση είχε τυπωθεί ήδη και είχε ταχυδρομηθεί στους μετόχους. Ο Άντον είχε αναθέσει την επίβλεψη της εκπόνησής της στην Έιμι και ήταν πολύ εντυπωσιασμένος –όπως και όλοι οι άλλοι– από το τελικό αποτέλεσμα. Είχε δώσει ήδη συνεντεύξεις σε οικονομικές εφημερίδες και περιοδικά όπως το Ικόνομιστ και οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς και τα επικείμενα άρθρα επρόκειτο να προβάλουν θετικά τη νέα κατεύθυνση του ομίλου. Στο λίγο χρόνο που τους άφηνε η δουλειά, η ιδιωτική τους ζωή ήταν ακόμα πιο έντονη. Σαν λάβα που κυλούσε στις φλέβες τους, το πάθος τούς παρέσυρε ακολουθώντας τη δική του πορεία. Τα λόγια ήταν περιττά· υπήρχε μόνο ένας άγριος πόθος που φούντωνε στη στιγμή. Έσκιζαν ο ένας τα ρούχα του άλλου κάνοντας έρωτα ξέφρενα και μετά κοιμούνταν εξουθενωμένοι αγκαλιά, ξυπνώντας ίσα ίσα για να πλυθούν, να ντυθούν και να τρέξουν ξανά στη δουλειά. Η Έιμι δεν είχε γνωρίσει ποτέ ένα τόσο έντονο πάθος, δεν ήξερε ότι το κορμί της μπορούσε να λάμψει σαν αστέρι από το παραμικρό άγγιγμα ενός άντρα· αλλά υπήρχε επίσης κάτι τρομακτικό στην ταχύτητα με την οποία συνέβαιναν όλα. Είχε αρχίσει να νιώθει ότι βρισκόταν σε ένα αυτοκίνητο που έτρεχε πολύ γρήγορα και όσο γρηγορότερα έτρεχε το αυτοκίνητο τόσο περισσότερο έχανε τον έλεγχο εκείνη. Και τώρα, λίγες μόνο ώρες πριν αναχωρήσουν για το Λονδίνο, ο Άντον την είχε φέρει να δει το μεγαλοπρεπές σπίτι που σκόπευε να αγοράσει για να ζήσουν μαζί, όπως έλεγε.

Αλλά δεν είχε κάνει λόγο για γάμο. «Άντον», του είπε σιγανά, «δε θα έπρεπε να περιμένουμε μέχρι να γυρίσουμε από το Λονδίνο, πριν αρχίσουμε να παίρνουμε όλες αυτές τις αποφάσεις;» «Ξέρεις πώς είναι η αγορά των ακινήτων στο Χονγκ Κονγκ, αγάπη μου. Αν περιμένουμε περισσότερες από μερικές ώρες, αυτό το σπίτι θα πουληθεί. Είναι ένα από τα πιο διάσημα σπίτια της πόλης». «Θα υπάρξουν κι άλλα. Και είναι τόσο ακριβό. Ξέρω ότι τα χρήματα δεν είναι πρόβλημα για έναν πολυεκατομμυριούχο όπως εσύ, αλλά κάνεις μια προσφορά πολλών εκατομμυρίων για ένα σπίτι, πριν ξεκαθαρίσουμε καν τι θέλουμε και οι δύο». «Ο χρόνος κύλησε τόσο γρήγορα από τη στιγμή που γυρίσαμε από τη Σαϊγκόν», είπε εκείνος. «Αυτό ακριβώς εννοώ», του απάντησε, κοιτάζοντάς τον. «Δεν έχουμε χρόνο να μιλήσουμε. Δεν έχουμε χρόνο να κάνουμε σχέδια, πόσω μάλλον να είμαστε μαζί!» Εκείνος την κοίταξε στα μάτια με εκείνο το εκτυφλωτικό χαμόγελό του. «Μ’ αγαπάς;» «Ναι», αναστέναξε η Έιμι. «Σ’ αγαπώ τρελά». «Κι εγώ σε λατρεύω. Τι άλλο υπάρχει να σκεφτούμε;» «Πρέπει να ξέρουμε ότι αυτό που κάνουμε είναι πραγματικά αυτό που θέλουμε. Εσύ είσαι το αρχέτυπο του εργένη εκατομμυριούχου και εγώ η τελευταία υπάλληλός σου. Ξέρεις τι θα πει ο κόσμος για εμάς –τι λένε ήδη δηλαδή! Ότι είμαι η τελευταία σου παλλακίδα». «Εσύ πιστεύεις ότι είσαι μια παλλακίδα;» «Δεν ξέρω τι είμαι», του είπε με οδυνηρή ειλικρίνεια. «Ξέρουμε τόσο λίγα ο ένας για τον άλλο». «Ξέρω όλα όσα έχουν σημασία για σένα. Εκτός αν έχεις κρατήσει κάποιο σκοτεινό μυστικό κρυφό από μένα...» «Αγάπη μου, έχω μυστικά που κρατάω κρυφά ακόμη και από τον εαυτό μου», του απάντησε με ένα πικρό χαμόγελο. «Σου το λέω συνεχώς, μπορεί να μοιάζω με άγγελο, αλλά τα φαινόμενα συχνά απατούν!» «Δε νομίζω ότι θα μπορούσες να με εξαπατήσεις ποτέ. Όσο για τα πράγματα που μπορεί να λέει το προσωπικό μου για μένα, πραγματικά δε μου καίγεται καρφί. Το επόμενο άτομο που θα διαδώσει κακόβουλα κουτσομπολιά για μένα θα βρεθεί χωρίς δουλειά».

«Και τα πράγματα που μπορεί να πει η Λαβίνια Καρόν για σένα; Αν υποψιαστεί ότι εσύ κι εγώ

είμαστε εραστές, θα μπορούσε να γίνει πολύ επικίνδυνη. Και θα σε περιμένει στο

Λονδίνο...

χρυσό

μου αγόρι». «Αυτό δεν έχει καμία σχέση μ’ εκείνη. Πιστεύεις πραγματικά ότι φοβάμαι τόσο πολύ τη Λαβίνια;» «Πιστεύω ότι δε φοβάσαι τίποτα. Αυτό είναι το πρόβλημα. Η εταιρεία σου είσαι εσύ, Άντον. Βασίζεται στο μυαλό σου, στις ιδέες σου, στο χαρακτήρα σου. Αλλά αυτό σε κάνει ευάλωτο επίσης. Αν η Λαβίνια εξαπολύσει μια προσωπική επίθεση εναντίον σου, θα μπορούσες να χάσεις τα ηνία της επιχείρησής σου». «Μπορώ να χειριστώ τη Λαβίνια». «Μπορείς να τη χειριστείς όσο εκείνη πιστεύει ότι πρόκειται να την παντρευτείς». Η Έιμι περίμενε την απάντησή του με αγωνία, η καρδιά της σφυροκοπούσε στο στήθος της. «Δε σκοπεύω να αφήσω τη Λαβίνια να υπαγορεύσει το μέλλον της εταιρείας», είπε τελικά εκείνος. «Και πώς θα τη σταματήσεις; Το μόνο που χρειάζεται είναι να πάρει μερικούς ακόμη με το μέρος της. Θα πει ότι χάνεις το ταλέντο σου. Ότι κάνεις λανθασμένες κρίσεις που θα κοστίσουν στους μετόχους σου χρήματα. Θα επισημάνει τα ρίσκα που παίρνεις με τα νέα διυλιστήρια, την πώληση

του διυλιστηρίου της Μασσαλίας στον Ανρί Μπαρμπύς, τα σχέδιά σου για τη Νοτιοανατολική Ασία. Στη γενική συνέλευση θα πει ότι όλα αυτά ήταν κακές αποφάσεις. Και ιδιαιτέρως, θα πει σε όλους ότι έχασες το μυαλό σου για μια αυθάδη ασήμαντη υπάλληλο –εμένα– που σε υποστηρίζει στα τρελά σου σχέδια». «Μα με υποστηρίζεις στα τρελά μου σχέδια. Και σε λατρεύω γι’ αυτό!» «Έχεις πάρα πολλά να χάσεις, Άντον. Το τελευταίο πράγμα που πρέπει να κάνεις είναι να με επιδεικνύεις. Και δεν μπορώ να αντέξω την ιδέα ότι θα γίνω ένα όπλο που μπορεί να χρησιμοποιήσουν αδίστακτοι άνθρωποι για να σε βλάψουν...» «Δηλαδή πρέπει να σε κρατήσω στο παρασκήνιο;» «Αυτό έκαναν πάντα οι ταϊπάν με τις φιλενάδες τους», του είπε. «Είμαι απόλυτα ευτυχισμένη στο Κόζγουεΐ Μπέι και εσύ έχεις το διαμέρισμά σου στο Γουαντσάι. Το να αγοράσουμε ένα τεράστιο σπίτι για να ζήσουμε μαζί είναι πολύ πρόωρο. Ας το αφήσουμε μέχρι να είμαστε πιο σίγουροι». Το βλέμμα που της έριξε είχε μια λάμψη οργής. «Δεν το έχω ξανακάνει ποτέ αυτό, Έιμι», της είπε ήρεμα. «Δεν έχω δεσμευτεί ποτέ με καμία γυναίκα, δεν έχω δώσει ποτέ υποσχέσεις, δεν έχω πει ποτέ Σ’ αγαπώ». «Άντον...» «Περίμενα όλη μου τη ζωή για τη σωστή γυναίκα. Και τώρα που σε βρήκα και σου προσφέρω τον εαυτό μου και όλα όσα έχω, εσύ μου λες ότι δεν είσαι σίγουρη». «Δεν ξέρω πώς μπορείς να είσαι κι εσύ σίγουρος!» αναφώνησε η Έιμι. «Αγαπιόμαστε τρελά και, όταν κάνουμε έρωτα, ο κόσμος σταματάει να γυρίζει. Αλλά ξέρεις τόσο καλά όσο κι εγώ ότι οι σχέσεις βασίζονται σε περισσότερα από αυτό!» «Σε τι βασίζονται, λοιπόν, οι σχέσεις; Σε τι βασιζόταν η τελευταία σου σχέση, Έιμι;» Εκείνη έμεινε σιωπηλή. Είχε βασιστεί σε ψέματα και στην εκμετάλλευση, αλλά δεν μπορούσε να

του το πει αυτό. «Δε μου έχεις πει καν το όνομά του», συνέχισε τραχιά ο Άντον. «Δε θέλεις να μιλήσεις γι’ αυτό που συνέβη. Αλλά έχω την αίσθηση ότι τιμωρούμαι γι’ αυτό που σου έκανε εκείνος». Και πάλι η Έιμι δεν απάντησε. Ίσως επειδή αυτό που είχε πει ο Άντον ήταν αλήθεια. Τον τιμωρούσε γι’ αυτό που της είχε κάνει ο Μάρτιν. Αλλά η αδυναμία της να του μιλήσει για το παρελθόν της την έκανε να φοβάται ότι όλα προχωρούσαν πολύ γρήγορα. Ότι δεν ήταν έτοιμη. Μακάρι να μπορούσε να το δει αυτό κι εκείνος. Μακάρι να μπορούσε να καταλάβει ότι το γεγονός πως χρειαζόταν χρόνο δε σήμαινε πως δεν τον αγαπούσε. Αντιθέτως, τον λάτρευε με όλο της το είναι. Ούτε αμφέβαλλε ότι την αγαπούσε κι εκείνος εξίσου παθιασμένα. Τον αγαπούσε όμως τόσο τρελά ώστε να είναι διατεθειμένη να γίνει ερωμένη του –να γεννήσει ίσως τα παιδιά του– και να τον

δει να παντρεύεται τη

Λαβίνια...

ξέροντας ότι δε θα γινόταν ποτέ γυναίκα του;

του διυλιστηρίου της Μασσαλίας στον Ανρί Μπαρμπύς, τα σχέδιά σου για τη Νοτιοανατολική Ασία. Στη γενική

*

Το τζετ απογειώθηκε στις πέντε το απόγευμα. Καθώς πετούσε ψηλά από την πόλη, η Έιμι είδε τον ουρανοξύστη του Ομίλου Ζελ κάτω από τα φτερά του αεροπλάνου. Στο ηλιοβασίλεμα, τα μπλε του παράθυρα ήταν κόκκινα σαν το αίμα. Σκέφτηκε την άφιξή της στο Χονγκ Κονγκ, την πρώτη φορά που είχε δει το γυάλινο ουρανοξύστη. Ήταν μόλις μερικούς μήνες πριν, αλλά ήταν σαν να είχε περάσει μια ολόκληρη ζωή. Ο Άντον ήταν αφοσιωμένος στο φορητό υπολογιστή του, αφομοιώνοντας τις τελευταίες

πληροφορίες, ώστε να μπορέσει να ενημερώσει τους μετόχους τους για τις τελευταίες εξελίξεις. Η Έιμι κάθισε στο κάθισμα δίπλα του –γι’ άλλη μια φορά ήταν μόνο οι δυο τους στην πολυτελή καμπίνα– και του έδωσε το ποτήρι ουίσκι που μοιράζονταν κάθε σούρουπο σαν ένα είδος ιεροτελεστίας. «Είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις τους μετόχους;» τον ρώτησε. «Τα κέρδη είναι υψηλότερα αυτό το τρίμηνο από οποιαδήποτε άλλη φορά. Θα πρέπει να μου στρώσουν κόκκινο χαλί». «Ή την γκιλοτίνα». Η Έιμι κούρνιασε κοντά του και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. «Κουρασμένη;» «Ήταν μια ατέλειωτη μέρα». Ο Άντον παραμέρισε το τραπεζάκι, κλείνοντας τον υπολογιστή του. Τράβηξε μια κουβέρτα πάνω τους, πέρασε το χέρι του γύρω της και την έσφιξε κοντά του. «Επικοινώνησα με την κτηματομεσίτρια και της είπα ότι αναβάλλουμε την προσφορά για την επόμενη εβδομάδα», της είπε. «Λυπάμαι», μουρμούρισε εκείνη. «Ξέρω πόσο ήθελες να αγοράσεις αυτό το σπίτι για εμάς». «Μπορεί να είναι ακόμη διαθέσιμο όταν γυρίσουμε. Αλλά, όπως είπες, θα υπάρξουν κι άλλα σπίτια». «Σ’ αγαπώ τόσο πολύ», του είπε η Έιμι, χαϊδεύοντας το πρόσωπό του. «Δε θέλω να σε απογοητεύω. Αλλά δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε προχωρώντας λίγο πιο αργά». «Και τι έχουμε να χάσουμε προχωρώντας γρήγορα;» τη ρώτησε με ένα χαμόγελο που την άγγιξε ως τα μύχια της ψυχής της. «Μπορεί να μετανιώσεις που δεσμεύτηκες τόσο πολύ μαζί μου», του απάντησε. «Μπορεί να θελήσεις την καρδιά σου πίσω». «Και θα μου τη δώσεις;» «Θα σου δώσω ό,τι θέλεις». Κάτω από τη ζεστασιά της κουβέρτας, το χέρι του χάιδεψε το στομάχι της. «Θέλω μόνο εσένα. Τα υπόλοιπα δε με νοιάζουν». «Εμένα με έχεις. Αλλά φοβάμαι τις φασαρίες που μπορεί να σου προκαλέσω». Ο Άντον φίλησε τρυφερά τα χείλη της. Τα φιλιά του ήταν πάντα τόσο ερωτικά. Κανένας άντρας δεν την είχε φιλήσει ποτέ μ’ αυτό τον τρόπο, όχι παίρνοντας, αλλά δίνοντας με ένα βελούδινο χάδι που ήταν τόσο γλυκό. Ένιωσε το χέρι του να γλιστρά κάτω από τη ζώνη του παντελονιού της και να κινείται χαμηλότερα. «Έχεις χάσει βάρος», την κατηγόρησε. «Απλά ρουφάω την κοιλιά μου», ψιθύρισε η Έιμι. Εκείνος φίλησε ξανά τα χείλη της, μετά τα βλέφαρά της. «Μην ανησυχείς για τίποτα. Είμαστε φτιαγμένοι για να είμαστε μαζί. Και μόλις με αφήσεις, θα σου αγοράσω ένα όμορφο μεγάλο σπίτι όπου θα μπορούμε να κλειδώσουμε τις πόρτες, να τραβήξουμε τις κουρτίνες, να σβήσουμε τα φώτα και...» Το χέρι του γλίστρησε μέσα στο εσώρουχό της τώρα. Τα δάχτυλά του χάιδεψαν το απαλό τρίχωμα, γλιστρώντας ανάμεσα στους μηρούς της, όπου εκείνη ήταν ήδη υγρή και τον περίμενε. Φυλάκισε κτητικά τη ζεστή θηλυκότητά της με την παλάμη του. «Και;» τον ρώτησε με κομμένη την ανάσα εκείνη. «Και να κάνουμε αυτό». Το άγγιγμα των δαχτύλων του ήταν, όπως πάντα, απίστευτα ερεθιστικό,

βάζοντας φωτιά στις αισθήσεις της. Ένα από τα πράγματα που αγαπούσε περισσότερο η Έιμι στον Άντον ήταν ότι ήξερε πώς να την αγγίζει, οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή, με άπειρους τρόπους, και να γεμίζει την ψυχή της με ευχαρίστηση. Το χάδι του ήταν ρυθμικό, επιδέξιο και η ανταπόκρισή της τη σάρωσε σαν ένα τροπικό κύμα. Η Έιμι άπλωσε το χέρι της στον ερεθισμένο ανδρισμό του, που παλλόταν παθιασμένα προς το μέρος της. Ασθμαίνοντας από τον πόθο, βρήκε το δρόμο της μέσα από φερμουάρ και πτυχές και τύλιξε τα δάχτυλά της γύρω του. Ήταν καυτός και περήφανος και τον ήθελε απελπισμένα μέσα της. Φιλήθηκαν παθιασμένα και μετακινήθηκαν στις φαρδιές θέσεις, μέχρι που τον έφερε ακριβώς εκεί όπου ήθελε –ακριβώς από πάνω της και με τον ανδρισμό του να πιέζει ανάμεσα στους μηρούς της. Ήταν τόσο υπέροχο να τον νιώθει να γλιστρά μέσα της, να τη γεμίζει, πλημμυρίζοντας την ψυχή της με αγάπη. Έκαναν έρωτα αργά και νωχελικά, προσφέροντας ο ένας στον άλλο την απόλυτη ολοκλήρωση. Μέχρι που, σαν ένα σαρωτικό κύμα του ωκεανού, η κορύφωση τους οδήγησε και τους δύο στα ουράνια. Ικανοποιημένη, ναρκωμένη από τον έρωτά του, η Έιμι έγειρε το κεφάλι της στο στήθος του. Έξω από το παράθυρο μπορούσε να δει τον βελούδινο ουρανό σπαρμένο με διαμαντένια αστέρια. Εκείνες τις στιγμές δεν είχε καμία αμφιβολία. Ήταν ζωντανή και είχε έρθει σ’ αυτό τον κόσμο μόνο για να είναι με τον Άντον. Τίποτε άλλο δεν είχε σημασία.

Κεφάλαιο 13

Ήταν μια μακριά πτήση. Μέσα στη σκοτεινή, ξάστερη νύχτα, έκαναν έρωτα ξανά, κοιμήθηκαν και μετά έκαναν έρωτα ξανά. Ήταν ο καλύτερος τρόπος που είχε ανακαλύψει ποτέ κανείς για να περάσει την ώρα του σε μια διηπειρωτική πτήση. Η Έιμι ευχόταν να μη χρειαζόταν να προσγειωθούν ποτέ πάλι στη γη. Αλλά η κόκκινη λάμψη της αυγής έκανε αναπόφευκτη την επιστροφή στην πραγματικότητα. Ήταν Δεκέμβρης και ο καιρός ήταν χειμωνιάτικος στη Βόρεια Ευρώπη. Δυνατοί άνεμοι ταρακουνούσαν το αεροπλάνο. Ο ουρανός ήταν σκοτεινός, φωτιζόταν μόνο από ζωηρές αστραπές. Όταν το τζετ άρχισε την προσγείωση, βρέθηκε πάνω από μια πόλη όπου μαινόταν μια χιονοθύελλα, λουσμένη σε ένα αχνό και απόκοσμο γκρίζο φως. «Λοιπόν», είπε ο Άντον αγκαλιάζοντάς την, «ώρα να αντιμετωπίσουμε την αλήθεια. Δέσε τη ζώνη σου!» Η προσγείωση στο Χίθροου έγινε μέσα σε χιόνι και ισχυρούς ανέμους που έκαναν το Λίαρ τζετ να τραντάζεται. Η Έιμι έσφιξε το δυνατό χέρι του Άντον για παρηγοριά καθώς το αεροπλάνο αναπηδούσε στο διάδρομο προσγείωσης. Γιατί τόσο πολλές από τις στιγμές τους μαζί ήταν

σημαδεμένες από καταιγίδες και βροχή; Το Λονδίνο ήταν σκοτεινό, κρύο και χιονισμένο. Στο ταξί για το Ριτζ, όπου θα έμεναν, η Έιμι άνοιξε το δορυφορικό τηλέφωνο και αμέσως άρχισαν να έρχονται τα τηλεφωνήματα. Κάθε λεπτό που περνούσε, η ζεστή οικειότητα που είχε αναπτυχθεί ανάμεσά τους κατά τη διάρκεια της νυχτερινής πτήσης έδινε τη θέση της στον πυρετώδη ρυθμό της δουλειάς. Το μεγάλο ξενοδοχείο με τη γαλλική ατμόσφαιρα ήταν σαν μαγικό κάστρο ανάμεσα στις νιφάδες του χιονιού με τη χριστουγεννιάτικη διακόσμηση και τα φωτισμένα παραθυρά του. Ο Άντον είχε κλείσει την περίφημη σουίτα Μαρία Αντουανέτα για την αποψινή δεξίωση, προκειμένου να διασκεδάσει τους σημαντικότερους μετόχους πριν από την αυριανή γενική συνέλευση η οποία θα διεξαγόταν σε ένα σύγχρονο συνεδριακό κέντρο με θέα στον Τάμεση. Καθώς μιλούσε στο τηλέφωνο, η Έιμι άνοιξε τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, περιμένοντας να βρει ένα σχετικό άρθρο για την επικείμενη γενική συνέλευση της εταιρείας. Υπήρχε ένα, αλλά το ύφος του την έκανε να συνοφρυωθεί. «Καλύτερα να το διαβάσεις αυτό, αγάπη μου», του είπε. Ο Άντον διάβασε προσεκτικά το άρθρο, αρχίζοντας από τον τίτλο: Η Νέα Κατεύθυνση Του Ομίλου Ζελ Αμφισβητείται Από Μετόχους.

Όταν τελείωσε της ξαναέδωσε την εφημερίδα. «Δε λέει ποιοι είναι αυτοί οι υποτιθέμενοι μέτοχοι. Δεν το παίρνω πολύ σοβαρά». «Είναι φανερό ποιος είναι ο ένας απ’ αυτούς», είπε η Έιμι. «Αν και, όπως είπες, δεν αναφέρει το όνομά της». «Δεν μπορείς να κατηγορείς τη Λαβίνια για όλα, αγάπη μου», είπε ο Άντον με ένα χαμόγελο. «Είναι απλώς ένας δημοσιογράφος που ψάχνει να βγάλει ένα πιθανό λαβράκι. Αύριο μετά τη γενική συνέλευση θα τραγουδούν ένα διαφορετικό σκοπό». Κοίταξε το ρολόι του. Είχε ένα ραντεβού για

ποτό με τη Λαβίνια πριν από το γεύμα. Θεωρητικά, εκείνη καλωσόριζε έναν παλιό φίλο στο Λονδίνο, αλλά η Έιμι φοβόταν ότι θα ήταν η πρώτη σύγκρουση ανάμεσά τους. «Υποθέτω ότι δεν έχεις καμία επιθυμία να ανανεώσεις τη φιλία σου με τη Λαβίνια...» «Δε θέλω να την ξαναδώ ποτέ», είπε η Έιμι. «Είμαι σίγουρη ότι εκείνη βρίσκεται πίσω από αυτό το άρθρο, αγάπη μου». Εκείνος κάθισε δίπλα της, πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του και τη φίλησε τρυφερά στο στόμα. «Μην ανησυχείς για τίποτα». «Δεν μπορώ να μην ανησυχώ», του απάντησε, ψάχνοντας τα μάτια του με τα δικά της. «Θέλει τα χρήματά σου ή να γίνει γυναίκα σου, Άντον!» Εκείνος γέλασε. «Ησύχασε, άγγελέ μου. Τι θα κάνεις εσύ όσο εγώ θα τα πίνω με τη Λαβίνια;» «Θα κάνω μερικά ψώνια». «Εντάξει λοιπόν, θα συναντηθούμε για φαγητό στο Σαβόι Γκριλ –έχω όρεξη για κάτι αυθεντικά αγγλικό. Στη μία ακριβώς, δεσποινίς Γουέρθινγκτον. Μην αργήσετε!»

ποτό με τη Λαβίνια πριν από το γεύμα. Θεωρητικά, εκείνη καλωσόριζε έναν παλιό φίλο στο Λονδίνο,

*

Είχε πει στον Άντον ότι θα πήγαινε για ψώνια, αλλά η αλήθεια ήταν ότι δε χρειαζόταν σχεδόν τίποτα. Και εκείνο το επίμονο δυσάρεστο προαίσθημα δεν την άφηνε να χαλαρώσει. Έτσι προτίμησε να περάσει την ώρα της στα βιβλιοπωλεία, αγοράζοντας βιβλία τόσο για τον Άντον όσο και για τον εαυτό της. Ήταν το μοναδικό χριστουγεννιάτικο δώρο που ήξερε ότι θα απολάμβανε εκείνος. Και προσπάθησε να μη σκέφτεται τι μπορεί να συνέβαινε ανάμεσα στον Άντον και στη Λαβίνια. Παρά τις ανάλαφρες διαβεβαιώσεις του, η Έιμι είχε απόλυτη επίγνωση ότι οι επόμενες μέρες θα αποδεικνύονταν μεγάλη δοκιμασία για κείνον. Δεν ήταν τόσο μελοδραματική ώστε να το βλέπει σαν μια μάχη για την ψυχή ενός άντρα –αλλά ένας από τους λόγους που είχε πείσει τον Άντον να μην αγοράσει την Έπαυλη Τσουιλίν ήταν ότι βαθιά μέσα της ήξερε ότι θα υπήρχε ένας νικητής και ένας χαμένος. Και ήξερε ότι η ίδια θα ήταν η χαμένη. Επειδή ήξερε ότι η αγάπη δεν τα κατακτούσε όλα. Η αγάπη μπορούσε να νικηθεί από πολλά πράγματα –χρήματα, συμφέροντα, δύναμη. Και η Λαβίνια τα είχε όλα με το μέρος της. Ενώ εκείνη το μόνο που είχε ήταν το θαύμα ότι ο Άντον την είχε ερωτευτεί –μια χιονονιφάδα ανάμεσα στις τόσες άλλες. Μια χιονονιφάδα που θα έλιωνε αμέσως μόλις την άγγιζε η ανάσα της πραγματικότητας. Αγόρασε τόσο πολλά βιβλία που δεν μπορούσε να τα κουβαλήσει όλα, οπότε τα έστειλε στη σουίτα τους στο Ριτζ. Και μετά έτρεξε να συναντήσει τον Άντον στο Σαβόι.

ποτό με τη Λαβίνια πριν από το γεύμα. Θεωρητικά, εκείνη καλωσόριζε έναν παλιό φίλο στο Λονδίνο,

*

Το εστιατόριο ήταν γεμάτο κόσμο αλλά είδε τον Άντον αμέσως, να κάθεται σε ένα τραπέζι μόνος, με το πιγούνι του στηριγμένο στα σφιγμένα χέρια του. Η καρδιά της βούλιαξε –κατάλαβε αμέσως ότι κάτι συνέβαινε. Προφανώς η συνάντηση με τη Λαβίνια δεν είχε πάει καλά. Ένας σερβιτόρος την οδήγησε στο τραπέζι και κάθισε απέναντι από τον Άντον, προσπαθώντας να

χαμογελάσει. «Συγνώμη που

άργησα...

η κίνηση είναι φοβερή».

Εκείνος την κοίταξε. Για πρώτη φορά από τότε που τον είχε γνωρίσει, τα μάτια του ήταν άδεια και

παγερά. Αυτό, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, της πάγωσε το αίμα. Έπιασε τα χέρια του.

«Αγάπη μου, τι συμβαίνει; Η συνάντηση δεν πήγε καλά;» Εκείνος τράβηξε τα χέρια του από τα δικά της. «Γιατί δε μου το είπες;» τη ρώτησε ήρεμα. «Να σου πω τι;» του αντιγύρισε σοκαρισμένη. «Γιατί έπρεπε να το μάθω αυτό από τη Λαβίνια Καρόν, Έιμι;» Το πρόσωπό του ήταν σαν μια μάσκα οργής και πόνου. «Δεν μπορούσες να μου το είχες πει νωρίτερα;» «Δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάς», του απάντησε με αγωνία. «Ό,τι και αν σου είπε η Λαβίνια για να σε ταράξει τόσο είναι ψέμα, μπορώ να σου το ορκιστώ αυτό!» «Δεν το νομίζω», της είπε ξερά. «Νομίζω ότι εσύ ήσουν αυτή που μου είπε ψέματα». «Δε σου είπα ποτέ ψέματα». Ο σερβιτόρος που περίμενε με τα μενού εξαφανίστηκε διακριτικά σε εκείνο το σημείο, αν και εκείνοι μόλις που το πρόσεξαν. Το κομψό εστιατόριο με το χαμηλό φωτισμό και τα χιονάτα τραπεζομάντιλα που ήταν στολισμένα με κίτρινα τριαντάφυλλα άρχισε να γυρίζει γύρω από την Έιμι. «Όταν πρωτοήρθες σ’ εμένα», είπε βλοσυρά ο Άντον, «σε ρώτησα ευθέως αν είχες σχέση με τον Μάρτιν Μακάλουμ». «Ω». Η αλήθεια διαπέρασε σαν βέλος την καρδιά της, παραλύοντάς την. «Το αρνήθηκες κατηγορηματικά», συνέχισε ο Άντον. «Σε ρώτησα αν αυτός ήταν ο λόγος που ήθελες τόσο πολύ να φύγεις από τη Μακάλουμ & Ρόι. Το αρνήθηκες κι αυτό». «Άντον, αυτές οι ερωτήσεις ήταν απαράδεκτες δεοντολογικά σε εκείνο το σημείο, και το ξέρεις αυτό. Δεν είχες κανένα δικαίωμα να τις κάνεις». «Αλλά εσύ επέλεξες να τις απαντήσεις», της επισήμανε εκείνος. «Τις απάντησες με ψέματα». «Ναι», του είπε αδύναμα. «Σου είπα ψέματα». «Γίναμε εραστές, Έιμι. Είχες μήνες να μου πεις την αλήθεια. Να διορθώσεις εκείνα τα ψέματα. Αλλά δεν το έκανες ποτέ». «Σε προειδοποίησα», του είπε ήσυχα. «Έχω μυστικά που κρύβω ακόμη και από τον εαυτό μου. Δεν είμαι ένας άγγελος. Λυπάμαι πολύ που το έμαθες από τη Λαβίνια. Θα έπρεπε να είχα φανταστεί ότι θα έκανε έρευνες για μένα και ότι θα το ανακάλυπτε. Φυσικά θα το χρησιμοποιούσε εναντίον μου». «Δε χρειάστηκε να ψάξει πολύ μακριά, Έιμι. Η Μακάλουμ & Ρόι είναι μία από τις εταιρείες στις οποίες έχει μετοχές. Πολλές μετοχές. Ήταν φυσικό να της εκμυστηρευτεί ο νεαρός τα μυστικά του». «Φυσικά», είπε ξερά η Έιμι. «Ήμουν τόσο ανόητη». Τα μάτια του Άντον δεν άφησαν στιγμή τα δικά της. «Εγώ ήμουν ο ανόητος, Έιμι. Άφησα τον εαυτό μου να πιστέψει πράγματα για σένα που δεν είχα πιστέψει για κανένα άλλο πλάσμα –ότι ήσουν έντιμη, αγνή, ότι ήσουν διαφορετική απ’ όλες τις άλλες». «Το ίδιο πίστευα κι εγώ για σένα». «Μέχρι που έπεισα τον εαυτό μου ότι ήμαστε ίδιοι εσωτερικά», συνέχισε εκείνος. «Είχαμε βιώσει τον ίδιο πόνο, την ίδια παιδική ηλικία. Νόμιζα ότι πιστεύαμε τα ίδια πράγματα για τους ανθρώπους, για τον κόσμο». «Και δεν το πιστεύεις πια;» «Δεν το νομίζω, Έιμι. Εγώ δε θα μπορούσα να σου πω ποτέ ψέματα όπως μου είπες εσύ. Σου έκανα αυτές τις ερωτήσεις κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, επειδή φοβόμουν ότι είχες σχέση με τον προηγούμενο εργοδότη σου. Μου είπες ψέματα». «Και όμως, λίγες ώρες αφότου με προσέλαβες, μου είπες ότι ήθελες μία ‘‘ιδιαίτερη σχέση’’ μαζί μου, Άντον», του αντιγύρισε. «Με φίλησες στο στόμα στο Βόρνεο».

«Δεν περίμενα, ούτε σχεδίαζα να σε ερωτευτώ!» «Ούτε εγώ περίμενα και σχεδίαζα να σε ερωτευτώ, Άντον. Δε θυμάσαι πόσο προσπάθησα να το αποφύγω; Ξέχασες πόσο θύμωνες μαζί μου όταν αρνιόμουν να πέσω στο κρεβάτι σου;» «Γιατί δε μου είπες την αλήθεια;» «Αν θέλεις να μάθεις, πάντα σκόπευα να σου μιλήσω για τον Μάρτιν. Ήξερα ότι υπήρχαν

πράγματα στο παρελθόν μου που μπορεί να σ’ ενοχλούσαν. Αυτός ήταν ο λόγος που προσπα-

θούσα να βάλω φρένο στη σχέση

μας...

μέχρι να μπορέσω να βρω την ευκαιρία να σου μιλήσω γι’

αυτά». «Αλλά αυτή η ευκαιρία δεν ήρθε ποτέ». «Μην ακούγεσαι τόσο πικρόχολος», τον ικέτευσε. «Δεν ήρθε επειδή η ζωή μας είναι τόσο πυρετώδης. Οι ερωτευμένοι άνθρωποι χρειάζονται χρόνο και χώρο για να μάθουν ο ένας τον άλλο.

Δεν μπορείς να μάθεις την αλήθεια για κάποιον μόνο κάνοντας έρωτα μαζί του. Αν δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή να χαλαρώσεις μαζί του, πώς μπορεί να υπάρχει επικοινωνία;» «Κατάλαβα. Δηλαδή το φταίξιμο είναι δικό μου». «Το φταίξιμο είναι δικό μου», του απάντησε. «Απλά προσπαθώ να σου πω γιατί δεν κατάφερα να σου μιλήσω ποτέ για τον Μάρτιν. Τη μοναδική φορά που ήμαστε μαζί και δεν ταξιδεύαμε με την

ταχύτητα του φωτός ήταν στο Βιετνάμ. Και

εκεί...»

Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της ξαφνικά, και

για μια στιγμή δεν μπορούσε να μιλήσει. «Εκείνες οι στιγμές», συνέχισε, σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάγουλά της με τρεμάμενα χέρια, «ήταν τόσο πολύτιμες και όμορφες. Δεν ήθελα να σκέφτομαι καν τη ζωή μου πριν από σένα. Δεν άντεχα να αναφέρω τόσο δυσάρεστα πράγματα». «Μακάρι να το έκανες. Μπορεί να ήταν διαφορετικά τα πράγματα». «Λυπάμαι, Άντον. Ναι, είχα σχέση με τον Μάρτιν Μακάλουμ και εύχομαι να μην είχε συμβεί ποτέ». «Είναι πολύ περισσότερα από αυτό», είπε εκείνος. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. «Εξακολουθείς να κρύβεις την αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι έμεινες έγκυος. Έτσι δεν είναι;» Το δωμάτιο γύριζε ολοένα και πιο γρήγορα γύρω της τώρα, θαμπώνοντας τα βουρκωμένα μάτια της. «Άντον...» «Έμεινες έγκυος και το χρησιμοποίησες για να αναγκάσεις τον Μάρτιν Μακάλουμ να σε παντρευτεί. Και όταν αυτό δεν έπιασε, διέκοψες την εγκυμοσύνη. Τόσο αναίσθητα και τόσο κυνικά. Και μου λες να μην είμαι πικρόχολος;» «Άντον, δεν μπορώ να μείνω εδώ», άκουσε τον εαυτό της να λέει. «Πρέπει να φύγω». Σηκώθηκε όρθια. Ένα κύμα ζαλάδας την κυρίευσε. Αναγκάστηκε να αρπαχτεί από το τραπέζι για να μην πέσει κάτω. Ο Άντον είχε σηκωθεί επίσης. Το πρόσωπό του ήταν κάτωχρο, το στόμα του σφιγμένο σε μια σκληρή γραμμή. «Δεν έχεις τίποτα να πεις;» απαίτησε να μάθει. Οι συζητήσεις γύρω τους είχαν σταματήσει και οι θαμώνες στα γειτονικά τραπέζια τούς κοίταζαν με περιέργεια. Η Έιμι τα αντιλαμβανόταν όλα μέσα από μια ιλιγγιώδη ομίχλη. Ήξερε μόνο ότι έπρεπε να φύγει από εκεί μέσα πριν λιποθυμήσει μπροστά στον Άντον ή κάνει εμετό στα χιονάτα τραπεζομάντιλα του Σαβόι. «Όχι», ψιθύρισε. «Δεν έχω τίποτα να πω, Άντον». Άρπαξε την τσάντα της και βγήκε παραπατώντας από το εστιατόριο. Ο άγρυπνος σερβιτόρος την περίμενε με το παλτό της. «Μπορώ να πω στον πορτιέρη να σας καλέσει ένα ταξί, δεσποινίς;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον.

Η Έιμι κούνησε απλά το κεφάλι της. Άνοιξε ξέφρενα δρόμο μέσα από το θορυβώδες πλήθος στο λόμπι. Και μετά βγήκε τυφλά έξω στη χιονοθύελλα.

Η Έιμι κούνησε απλά το κεφάλι της. Άνοιξε ξέφρενα δρόμο μέσα από το θορυβώδες πλήθος στο

*

Τα βήματά της την οδήγησαν στο Γκριν Παρκ, στο Πικαντίλι. Δεν κατάλαβε καν πώς βρέθηκε εκεί. Το μυαλό της ήταν ένα απέραντο κενό. Περπάτησε για ώρα στο έρημο, χιονισμένο πάρκο, μέχρι που το ξέφρενο χτυποκάρδι της άρχισε να ηρεμεί καθώς το παγερό κρύο περόνιαζε τη σάρκα της και τα κόκαλά της. Ριγώντας από την απότομη πτώση της θερμοκρασίας και το σκοτάδι που έπεφτε, ξαναπήρε το δρόμο για το Ριτζ. Μόλις μπήκε στο λόμπι, βρέθηκε ανάμεσα σε άντρες με σμόκιν και γυναίκες με μεταξωτά ή λαμπερά φορέματα, που την κοίταζαν περίεργα σαν να είχε έρθει από έναν άλλο κόσμο, σαν να μην ανήκε εκεί. Αλλά δεν την ένοιαζε. Ήθελε μόνο να φτάσει στο δωμάτιό της και να βρει τον Άντον. Ήταν καλυμμένη από νιφάδες χιονιού και έτρεμε από το κρύο. Και τότε τον είδε. Είδε τον Άντον και τη Λαβίνια να διασχίζουν το λόμπι, προχωρώντας προς το μέρος της. Το μπράτσο της ήταν περασμένο γύρω από το δικό του. Εκείνος φορούσε σμόκιν, εκείνη ένα μακρύ λαμέ φόρεμα, ενώ τα σκούρα μαλλιά της ήταν μαζεμένα ψηλά. Ήταν αναμφίβολα το πιο όμορφο ζευγάρι στο Ριτζ απόψε, ο βασιλιάς και η βασίλισσα όλων αυτών των λαμπερών ανθρώπων. Πασχίζοντας να πάρει ανάσα, η Έιμι προσπάθησε να το βάλει στα πόδια, αλλά υπήρχε πάρα πολύς κόσμος για να μπορέσει να δραπετεύσει. Το σπρώξιμο του πλήθους την έφερε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Άντον και τη Λαβίνια. Τα μάτια του άστραψαν μόλις την είδε. «Πού στο διάβολο ήσουν;» τη ρώτησε άγρια. Τα πόδια της κόντεψαν να λυγίσουν από το σοκ και τον πόνο. «Περπατούσα», του απάντησε. «Περπατούσες; Μέσα στο χιόνι; Είσαι τρελή;» «Μάλλον», απάντησε η Έιμι. Τα βιολετιά μάτια της Λαβίνια την κοίταζαν κοροϊδευτικά, θριαμβευτικά. Ο Άντον την άρπαξε από το μπράτσο και την τράβηξε σε μια γωνιά που ήταν σχετικά πιο ήσυχη. Η Λαβίνια ακολούθησε, συνεχίζοντας να χαμογελά ειρωνικά. «Είσαι χλομή σαν πεθαμένη», είπε εκείνος, ανασηκώνοντας το πρόσωπό της και κοιτάζοντάς τη στα μάτια. «Γιατί έφυγες έτσι από το Σαβόι;» «Δεν είχα τίποτ’ άλλο να σου πω εκείνη τη στιγμή», του απάντησε, αποτινάζοντας το χέρι του από το πρόσωπό της. «Και τώρα;» γρύλισε εκείνος. «Έχεις τίποτα να μου πεις τώρα;» «Όχι μπροστά σ’ αυτή τη γυναίκα», απάντησε η Έιμι, χωρίς να καταδεχτεί να ρίξει ούτε μια ματιά στη Λαβίνια Καρόν. Το αυτάρεσκο χαμόγελο της Λαβίνια εξαφανίστηκε στη στιγμή. «Θα την αφήσεις να μου μιλάει μ’ αυτό τον τρόπο, Άντον;» απαίτησε να μάθει θυμωμένα. «Έιμι», είπε κοφτά ο Άντον, «το μόνο που θέλω να ακούσω από σένα είναι ένα ναι ή ένα όχι. Είναι αλήθεια, ναι ή όχι;» «Δεν μπορώ να σου μιλήσω εδώ, πόσω μάλλον μπροστά της». «Εκείνη ανακάλυψε όλα αυτά τα πράγματα για σένα», είπε βλοσυρά ο Άντον. «Εκείνη μου αποκάλυψε την αλήθεια. Αν θέλεις να πεις οτιδήποτε, τότε θα πρέπει να το πεις μπροστά της». «Και αν εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις ότι δεν μπορώ να πω ούτε μια λέξη μπροστά της, τότε δεν

είσαι ο άντρας που αγάπησα», του απάντησε με δόντια που χτυπούσαν. «Δεν τον αγαπάς», είπε σφυριχτά η Λαβίνια, γυμνώνοντας τα δόντια της. «Θέλεις να τον σύρεις στο θλιβερό επίπεδό σου. Δεν μπορείς να του προσφέρεις τίποτε άλλο εκτός από την καταστροφή!» «Σ’ αγαπώ, Άντον», είπε η Έιμι, αγνοώντας την. «Το ερώτημα είναι: εσύ μ’ αγαπάς;» «Αγάπησα κάποια», είπε βαριά εκείνος και στις σκιές κάτω από τα μάτια του η Έιμι είδε ξαφνικά τον πόνο του. «Αλλά δεν ξέρω ποια είναι πια». «Δεν υπήρχε ποτέ», είπε η Λαβίνια με ένα σκληρό γέλιο. «Όπως όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που αυτοαναγορούνται προστάτες του περιβάλλοντος, της αρέσει να παίζει την αγία, αλλά η αλήθεια είναι διαφορετική. Κάποια που χρησιμοποίησε την εγκυμοσύνη της για να εκβιάσει τον εραστή της

και μετά έριξε το παιδί για να τον εκδικηθεί δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι είναι ανώτερη ηθικά! Δεν αξίζει τίποτα!» «Και κάποια με ένα μυαλό τόσο αποκρουστικό όσο το δικό σου πρέπει να κρατά το στόμα της κλειστό», της απάντησε άγρια η Έιμι, αναγνωρίζοντας τελικά την παρουσία της Λαβίνια. «Πώς τολμάς να μιλάς εσύ για εκβιασμό; Εσύ δεν εκβιάζεις τον Άντον αυτή τη στιγμή; Το μόνο που

αγαπάς εσύ, Λαβίνια, είναι τα λεφτά. Το είπες και η ίδια στην

Αντίμπ...

Τίποτ’ άλλο δεν έχει

σημασία για σένα εκτός από πολλά, πολλά λεφτά στον τραπεζικό σου λογαριασμό». Η Λαβίνια στράφηκε στον Άντον έξω φρενών. «Γι’ αυτή τη γυναίκα πέρασες όλο το απόγευμα ψάχνοντας σε όλο το Λονδίνο», του είπε άγρια. «Κατέστρεψε την ευτυχία του Μάρτιν. Θα την αφήσεις να καταστρέψει και τη δική σου;» «Αρκετά και οι δυο σας», είπε ο Άντον. Κοίταξε το ρολόι του. «Πρόκειται να συναντήσουμε τους κύριους μετόχους σε πέντε λεπτά. Υποθέτω ότι δε σκοπεύεις να παραστείς, Έιμι...» Η δεξίωση στη σουίτα Μαρία Αντουανέτα! Την είχε ξεχάσει εντελώς. Τα μουσκεμένα ρούχα της ήταν βαριά πάνω της. «Όχι», απάντησε. «Δεν μπορώ». «Σκοπεύεις να έρθεις στη γενική συνέλευση αύριο;» «Με θέλεις εκεί;» τον ρώτησε κοιτάζοντάς τον κατάματα. «Όχι», της είπε κοφτά. «Πιθανότατα είναι καλύτερα να μείνεις μακριά». Η Έιμι ένιωσε σαν να είχε σταματήσει η καρδιά της. Δεν μπορούσε να ανασάνει. Είχε συμβεί λοιπόν, έτσι απλά, όπως φοβόταν πάντα ότι θα συνέβαινε –όπως ήξερε πάντα ότι θα συνέβαινε. Η Λαβίνια είχε κερδίσει και εκείνη είχε χάσει. Καθώς η Λαβίνια της χαμογελούσε χλευαστικά, η Έιμι δεν μπορούσε ούτε καν να κλάψει. Ο Άντον την κοίταξε μια τελευταία φορά στα μάτια. Η έκφρασή του ήταν ανεξιχνίαστη, σκοτεινή. Μετά έκανε μεταβολή και, πιάνοντας τη Λαβίνια αγκαζέ, την οδήγησε προς τη σουίτα Μαρία Αντουανέτα.

Κεφάλαιο 14

Η παλιά άσπρη εξοχική αγροικία με το μικρό κήπο ήταν γεμάτη αναμνήσεις, μερικές κακές, μερικές καλές, μερικές ευτυχισμένες, άλλες ανεπανόρθωτα θλιβερές. Αλλά της πρόσφερε ένα καταφύγιο. Ήταν άλλο ένα κρύο και χιονισμένο πρωινό και, αφού έβαλε περισσότερα ξύλα στο σιδερένιο λέβητα που ήταν εντοιχισμένος στο τζάκι, η Έιμι πήγε στην κουζίνα και έβρασε νερό για τσάι. Τις τελευταίες μέρες η ζωή της ήταν αυτή –απλές, καθημερινές ασχολίες όπως το άναμμα της φωτιάς, το φτιάξιμο τσαγιού, η ετοιμασία ενός γεύματος. Η ραγισμένη της καρδιά δεν άντεχε τίποτα πιο απαιτητικό. Καθώς έπλενε λαχανικά άκουσε τον ήχο ενός αυτοκινήτου να πλησιάζει. Ήταν ένα κόκκινο οικογενειακό αυτοκίνητο που προχωρούσε αργά και προσεκτικά εξαιτίας του χιονιού. Δεν το αναγνώρισε. Παρακολουθώντας από το παράθυρο της κουζίνας είδε το αυτοκίνητο να σταματά δίπλα από το γκαράζ. Μια γυναίκα και ένα παιδί βγήκαν έξω. Το παιδί έτρεξε στο σπίτι. Η γυναίκα καθυστέρησε για να κλειδώσει το αυτοκίνητο, μετά ακολούθησε. Ήταν η Τζέιμι-Λη, μία από τις δίδυμες ξαδέρφες της. Η Έιμι σκούπισε τα χέρια της και άνοιξε την πόρτα. Το μικρό αγόρι, ο τετράχρονος Ντέιβιντ, όρμησε στην αγκαλιά της. «Γεια σου, θεία Έιμι!» «Θεέ μου, Ντέιβι, πώς μεγάλωσες. Γεια σου, Τζέιμι-Λη. Μόλις έφτιαχνα τσάι». «Είναι τόσο ζεστά και φιλόξενα εδώ μέσα», είπε η Τζέιμι-Λη βγάζοντας το μπουφάν της και κρεμώντας το στον καλόγερο δίπλα στην πόρτα. «Το έκανες σπίτι ξανά». «Ο μπαμπάς σου πήγε μια βόλτα στο χωριό για να αγοράσει εφημερίδα και καπνό», της είπε η Έιμι. «Το ξέρω. Τον προσπεράσαμε στη γέφυρα. Αλλά εγώ ήθελα να μιλήσω μαζί σου, Έιμι». «Εντάξει», είπε κεφάτα εκείνη, αν και ένα τετ α τετ με την ξαδέρφη της δεν ήταν μια ιδιαίτερα ευχάριστη προοπτική για κείνη. «Θα ετοιμάσω το τσάι». Υπήρχαν μερικά παιδικά παιχνίδια σ’ ένα ντουλάπι. Η Έιμι τα έβγαλε για να παίξει ο Ντέιβι, καθώς εκείνη και η Τζέιμι-Λη βολεύονταν μπροστά στο τζάκι. Η Τζέιμι-Λη ήταν μια λεπτή ξανθιά γυναίκα. Είχε παντρευτεί ένα γιατρό και έμενε περίπου δύο ώρες μακριά, οπότε είχε κάνει αυτό το ταξίδι για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Φαινόταν νευρική και σφιγμένη. «Για ποιο πράγμα ήθελες να μιλήσουμε;» την προέτρεψε η Έιμι. Η Τζέιμι-Λη πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ήρθα για να κάνω ειρήνη μαζί σου. Σου φερθήκαμε απαίσια, Έιμι. Και οι τρεις. Σου κάναμε και σου λέγαμε φρικτά πράγματα. Όταν τα θυμάμαι, νιώθω απαίσια. Εσύ ήσουν ολομόναχη και είχες μόλις χάσει τους γονείς σου. Χρειαζόσουν την κατανόησή μας, χρειαζόσουν τη βοήθεια της οικογένειάς σου, αλλά εμείς...» Στη σιωπή που ακολούθησε ακουγόταν μόνο το τριζοβόλημα της φωτιάς. Η Έιμι δεν είπε τίποτα. Τα χέρια της Τζέιμι-Λη έτρεμαν και το φλιτζάνι κροτάλιζε στο πιατάκι. «Μιλούσαμε γι’ αυτό τις προάλλες. Ντρεπόμαστε όλοι τόσο πολύ για όσα σου κάναμε. Ξέρω ότι και οι άλλοι θέλουν να σου μιλήσουν προσωπικά, και όταν έμαθα ότι μένεις με τον μπαμπά αποφάσισα να έρθω αμέσως να σου ζητήσω συγνώμη. Λυπάμαι πολύ, Έιμι. Πιο πολύ απ’ όσο μπορώ να σου πω». Με μεγάλη της έκπληξη, η Έιμι είδε ότι τα μάτια της ξαδέρφης της είχαν βουρκώσει. Άπλωσε το

χέρι της. «Μην κλαις, Τζέιμι-Λη. Όλα αυτά έγιναν πολύ καιρό πριν».

Η Τζέιμι-Λη άφησε κάτω το φλιτζάνι της και έσφιξε το χέρι της Έιμι. «Σε παρακαλώ, πες ότι με συγχωρείς, Έιμι», την ικέτευσε. «Φυσικά και σε συγχωρώ, αν και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί με μισούσατε όλοι τόσο πολύ».

Η Τζέιμι-Λη έβγαλε ένα γέλιο που έμοιαζε περισσότερο με λυγμό. «Ω, φυσικά και

ξέρεις...

Επειδή

ήσουν πιο όμορφη και πιο έξυπνη από εμάς», είπε σκουπίζοντας τα μάτια της. «Εσύ, ταλαντούχα...

ενώ εμείς, χαζοπούλια. Και ο μπαμπάς σε είχε σε τόσο μεγάλη εκτίμηση». «Κατάλαβα», είπε ήσυχα η Έιμι.

«Και όλα τ’ αγόρια σε ήθελαν σαν

τρελά...

Δεν πρόσεχαν ποτέ τη Σάλι-Ανν κι εμένα. Και μετά

άρχισες να κερδίζεις όλες εκείνες τις υποτροφίες και τα βραβεία. Ήσουν η αγαπημένη των καθηγητών. Μέχρι που άρχισες να έχεις περίοδο πριν από εμάς. Σε ζηλεύαμε τόσο πολύ. Και ανέπτυξες στήθος πριν από εμάς και όλα τα αγόρια ήταν ακόμη πιο τρελαμένα μαζί σου...» «Καλύτερα να σταματήσεις», είπε η Έιμι. «Δε θέλω να αρχίσεις να με κυνηγάς στον κήπο με το κουζινομάχαιρο ξανά». Η Τζέιμι-Λη έβγαλε άλλον ένα λυγμό. «Χρειάστηκαν όλα αυτά τα χρόνια για να ξεπεράσω το σύνδρομο κατωτερότητάς μου, Έιμι. Αν ήμουν μόνη μου, νομίζω ότι θα σε είχα κάνει είδωλό μου. Αλλά ήμαστε τρεις, βλέπεις, οπότε συσπειρωθήκαμε εναντίον σου. Προσπαθούσαμε να σε μειώσουμε επειδή σε ζηλεύαμε. Αλλά εσύ συνέχιζες να είσαι καλύτερη από εμάς και, όσο καλύτερη γινόσουν, τόσο πιο μικροί νιώθαμε εμείς. Ο ερχομός σου είχε κάνει τον μικρόκοσμό μας άνω κάτω. Όμως τελικά συνειδητοποίησα κάτι σημαντικό». «Τι πράγμα;» «Μου έδωσες ένα υπέροχο παράδειγμα», είπε απλά η Τζέιμι-Λη. «Είχα κάποιον να θαυμάζω.

Έμαθα από σένα να εργάζομαι σκληρά, να δίνω τον καλύτερο εαυτό μου, να μην τα παρατάω. Δε θα ήμουν αυτή που είμαι σήμερα χωρίς εσένα». «Μα εγώ...» «Μιλάω σοβαρά», την έκοψε η Τζέιμι-Λη. «Είσαι ένας τόσο υπέροχος άνθρωπος. Έχεις τον απόλυτο έλεγχο της ζωής σου. Σε ζηλεύω τρομερά για όσα έχεις πετύχει. Είχες τρεις υπέροχες δουλειές στη σειρά. Και τώρα είσαι στο Χονγκ Κονγκ και εργάζεσαι για τον Άντον Ζελ. Είμαστε πολύ περήφανοι για σένα. Έχεις μια καταπληκτική δουλειά στο εξωτερικό, έναν υπέροχο εργοδότη, ταξίδια, χρήματα, μια συναρπαστική ζωή –και το αξίζεις!» Η Έιμι χαμογέλασε θλιμμένα. «Δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι είναι τόσο συναρπαστική όσο νομίζεις. Και δε νομίζω ότι θα επιστρέψω στο Χονγκ Κονγκ στο άμεσο μέλλον». Πήγε τα φλιτζάνια πίσω στην κουζίνα για να τα ξαναγεμίσει. Η Τζέιμι-Λη την ακολούθησε. «Τι είναι αυτά που λες;» «Έχασα τη δουλειά».

«Μα...

γιατί;»

«Απέκρυψα μερικές πληροφορίες στη συνέντευξη». «Επαγγελματικές πληροφορίες; Σχετικά με τα προσόντα σου;» Η Έιμι αναστέναξε. «Όχι, κάτι προσωπικό. Για την προσωπική μου ζωή».

«Μα, Έιμι, δεν επιτρέπεται να σε ρωτάνε για την προσωπική σου ζωή σε μια επαγγελματική συνέντευξη».

«Αυτή η δουλειά ήταν ξεχωριστή. Ο εργοδότης εννοώ. Και νομίζω ότι έγινα κι εγώ για κείνον».

ήταν...

ξεχωριστός. Έγινε ξεχωριστός για μένα,

«Ερωτεύτηκες τον Άντον Ζελ;» ψέλλισε η Τζέιμι-Λη. «Είναι ένας κίνδυνος του επαγγέλματος», είπε πικρόχολα η Έιμι. «Πάντως τα πράγματα δεν πήγαν καλά». «Γιατί;» επέμεινε η Τζέιμι-Λη. «Ας πούμε ότι ίσως δεν είμαι τόσο υπέροχη όσο νομίζεις ότι είμαι», είπε με πόνο η Έιμι. «Και σίγουρα δεν έχω τον ‘‘απόλυτο έλεγχο της ζωής μου’’». Κοίταξε τον ανιψιό της, που έπαιζε με τα στρατιωτάκια πάνω στο χαλί. «Και δεν μπορείς να με ζηλεύεις ούτε στο ένα δέκατο απ’ όσο σε ζηλεύω εγώ τώρα».

«Ερωτεύτηκες τον Άντον Ζελ;» ψέλλισε η Τζέιμι-Λη. «Είναι ένας κίνδυνος του επαγγέλματος», είπε πικρόχολα η Έιμι.

*

Ο θείος της επέστρεψε από τη βόλτα του λίγο πριν το γεύμα. Συνταξιούχος και γκριζομάλλης, ο Τζέφρι Κούκσον ήταν μια παρηγορητική παρουσία με την τραγιάσκα του και την πίπα που κρεμόταν κάτω από το μουστάκι του. Είχε μια ροζ εφημερίδα κάτω από τη μασχάλη του, την οποία ξεδίπλωσε και έδωσε στην Έιμι. «Έχει μερικά νέα για το αφεντικό σου, αγαπητή μου», της είπε λακωνικά. «Πάω πάνω να πλυθώ». Μόνη μπροστά στη φωτιά και με την καρδιά της να χτυπά γρήγορα, η Έιμι διάβασε το πρωτοσέλιδο άρθρο των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς με τίτλο Η Εξαγορά Της Ζελ Έχει Αντίκτυπο Στην Τιμή Των Μετοχών. Εν ολίγοις, το άρθρο περιέγραφε την εξαγορά του μεριδίου μετοχών της λαίδης Λαβίνια Καρόν από τον Όμιλο Ζελ έναντι ενός αστρονομικού χρηματικού ποσού λόγω διαφορών με τη διεύθυνση της εταιρείας για τη νέα κατεύθυνση του επιχειρηματικού κολοσσού. Η εξαγορά είχε ερμηνευτεί από τη χρηματαγορά ως ένα θετικό μήνυμα από τον Όμιλο Ζελ, αυξάνοντας τη ζήτηση για τις μετοχές του ακόμη περισσότερο, παρά τις δυσμενείς προβλέψεις της λαίδης Καρόν και του οικονομικού της συμβούλου Χάιντς Μέιερ. Το άρθρο έκλεινε με μια εγκωμιαστική αναφορά στην επικείμενη εφαρμογή των νέων πρωτοποριακών τεχνολογιών του Ομίλου Ζελ, όπως και στα νέα διυλιστήρια, προβλέποντας ένα λαμπρό μέλλον για τα σχέδια του ιδρυτή του. Επίσης παρέθετε δηλώσεις του Άντον από το Χονγκ Κονγκ και μια φωτογραφία του από τη γενική συνέλευση. Η Έιμι άφησε κάτω την εφημερίδα κοιτάζοντας τις φλόγες. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε ακόμη. Ώστε τα πράγματα δεν είχαν εξελιχθεί όπως περίμενε. Μετά τη φυγή της από το Λονδίνο φοβόταν να διαβάσει τις εφημερίδες, επειδή είχε υποθέσει ότι ο Άντον θα υπέκυπτε στον εκβιασμό της Λαβίνια και θα ανακοίνωνε σύντομα τον αρραβώνα του μαζί της. Αλλά εκείνος δε θα άφηνε ποτέ το συμφέρον να κυβερνήσει τη ζωή του, όπως έκαναν άλλοι. Δεν ήταν τέτοιου είδους άντρας. Για άλλη μια φορά είχε κάνει λάθος για τον Άντον Ζελ. Και τώρα η Λαβίνια ήταν πίσω στη Γαλλία και εκείνος στο Χονγκ Κονγκ. Κι εκείνη ήταν εδώ στο Νορθάμπτονσιρ. Οι ζωές τους συγκρούστηκαν παθιασμένα και μετά χώρισαν ξανά. Η Έιμι σηκώθηκε νευρική και ταραγμένη και πήγε στην κουζίνα για να ετοιμάσει το φαγητό. Αλλά το μυαλό της κατακλύστηκε από άπειρες εικόνες, εικόνες του Άντον που είχε κλειδώσει μέσα της μέχρι εκείνη τη στιγμή. Με την καρδιά της γεμάτη δάκρυα, έστρωσε το τραπέζι για τον θείο της. Κάθισε μαζί του όσο εκείνος έτρωγε, αλλά δεν μπορούσε να βάλει μπουκιά στο στόμα της. Το στομάχι της ήταν δεμένο κόμπος. Ο θείος Τζέφρι δεν τη ρώτησε τίποτα, όπως δεν την είχε ρωτήσει ποτέ ούτε για ποιο λόγο είχε φύγει από τη δουλειά της. Ίσως, επειδή δεν ήταν ο αληθινός της πατέρας, κρατούσε πάντα μια διακριτική απόσταση από την προσωπική της ζωή. Ωστόσο, της είχε ανοίξει την πόρτα του όταν η

Έιμι χωρίς κανένα δισταγμό είχε χρειαστεί καταφύγιο. Κάποια μέρα θα του εξηγούσε μερικά από τα σκοτεινά σημεία της ζωής της· αλλά όχι τώρα, όχι ακόμη. Το χιόνι είχε σταματήσει και ένας δειλός ήλιος πρόβαλε ανάμεσα από τα σύννεφα, οπότε μετά το φαγητό η Έιμι αποφάσισε να πάει μια βόλτα στο δάσος μόνη. Σαν κορίτσι ήταν πάντα το αγαπημένο της καταφύγιο, το μέρος όπου πήγαινε να σκεφτεί. Και είχε πολλά να σκεφτεί. Ήταν μια παράξενη μέρα που έκρυβε πολλές εκπλήξεις. Πρώτα την αναπάντεχη επίσκεψη της ξαδέρφης της και μετά τα νέα για τον Άντον και την εξαγορά των μετοχών της Λαβίνια. Η συγνώμη της Τζέιμι-Λη την είχε βοηθήσει να καταλάβει τα ξαδέρφια της και μέσα από αυτό να καταλάβει καλύτερα τον ίδιο της τον εαυτό. Πάντα ήταν τόσο αποφασισμένη να πετύχει, να φτάσει στην κορυφή. Αλλά πού την είχε οδηγήσει αυτή η αδιάκοπη ανάγκη να διαπρέψει; Σε δύο καταστροφικές αποτυχίες. Είχε μπλεχτεί συναισθηματικά με δύο εργοδότες της στη σειρά. Και ήταν οδυνηρό να βλέπει τον εαυτό της μέσα από τα μάτια του Άντον –σαν μια γυναίκα που κοιμόταν με τα αφεντικά της, που έλεγε ψέματα για το παρελθόν της, που έκρυβε αυτό που ήταν κάτω από ένα μανδύα υποκρισίας. Φυσικά ο Μάρτιν Μακάλουμ είχε διαστρεβλώσει την αλήθεια στη Λαβίνια, απαλλάσσοντας τον εαυτό του από κάθε ενοχή και παρουσιάζοντας εκείνη ως το τέρας. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι είχε φερθεί τρομερά ανόητα με τον Μάρτιν και πλήρωνε ακόμη γι’ αυτό –θα πλήρωνε για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Επειδή εξαιτίας της ανοησίας της είχε χάσει τον μοναδικό άντρα που είχε αγαπήσει ποτέ. Τον μοναδικό άντρα που μπορούσε ποτέ να αγαπήσει. Υπήρχε μια λιμνούλα στην καρδιά του δάσους, στην οποία κολυμπούσαν όταν ήταν παιδιά τα καλοκαίρια. Τώρα η επιφάνειά της ήταν παγωμένη κατά τόπους και είχε ένα σκούρο μπλε χρώμα. Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει, ρίχνοντας ένα κοκκινωπό φως μέσα από τα δέντρα. Η Έιμι κάθισε σ’ ένα βραχάκι και ατένισε τα σκούρα βάθη της λίμνης. Ήταν τόσο γαλήνια, τόσο ήρεμα εκεί. Τίποτα δε σάλευε, τίποτα δεν ακουγόταν. Και σ’ αυτό το γαλήνιο μέρος, μια απόφαση σχηματίστηκε στην καρδιά της. Η υποχώρηση και η απελπισία δεν ήταν η απάντηση. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι είχαν τελειώσει όλα. Δεν ήταν αυτού του είδους γυναίκα. Θα έβρισκε τη δύναμη και θα πήγαινε να βρει τον Άντον. Θα του έλεγε την αλήθεια για τον εαυτό της. Θα του έλεγε ότι τον αγαπούσε βαθιά και αληθινά και ότι δε θα αγαπούσε ποτέ ξανά κανέναν άλλον άντρα όσο ζούσε. Ίσως εκείνος να την απέρριπτε. Θα το δεχόταν αυτό. Αλλά δεν μπορούσε να δεχτεί την ήττα. Τον αγαπούσε. Αυτό ήταν το μόνο που είχε σημασία. Ένα μακρινός ήχος έσπασε τη σιωπή, σαν ένα κλαδάκι που έσπαζε. Η Έιμι άνοιξε τα μάτια της. Νόμιζε ότι ήταν μόνη στο δάσος. Αλλά ανάμεσα από τους ασημένιους κορμούς των δέντρων μπορούσε να δει μια φιγούρα να πλησιάζει. Ήταν ένας ψηλός άντρας, η μορφή του οποίου της ήταν τόσο οδυνηρά οικεία που ένιωσε την καρδιά της να πηδά στο λαιμό της. Ο Άντον φάνηκε στο ξέφωτο. Στο φόντο των μουντών χρωμάτων του χιονισμένου δάσους, τα μάτια του είχαν ένα απίστευτα βαθύ μπλε χρώμα, το χρώμα της ζεστής τροπικής θάλασσας. «Είναι η επέτειός μας σχεδόν», της είπε. «Πώς με βρήκες;» ψιθύρισε εκείνη. «Ακολούθησα τ’ αχνάρια σου στο χιόνι. Ήταν τα μοναδικά. Τα δικά σου αχνάρια είναι τα μοναδικά στην καρδιά μου, αγαπημένη μου Έιμι. Μπορείς να με συγχωρήσεις;» «Ω, Άντον». Άπλωσε τα χέρια της κι εκείνος ήρθε αμέσως κοντά της, τραβώντας τη στην αγκαλιά

του. Η Έιμι σήκωσε το πρόσωπό της στο δικό του, απολαμβάνοντας τα παθιασμένα φιλιά του γεμάτη έκσταση, αγαλλίαση. «Σε παρακαλώ, πες μου ότι θα μου δώσεις άλλη μια ευκαιρία», την ικέτευσε εκείνος, σφίγγοντάς την ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά του. «Σε παρακαλώ, πες μου ότι με συγχωρείς που ήμουν τόσο ανόητος, αγάπη μου». «Ήμαστε και οι δυο ανόητοι». Το φιλί του έμοιαζε να κρατά για πάντα. Όταν ο κόσμος σταμάτησε να γυρίζει γύρω τους, εκείνος την κοίταξε στα μάτια. «Είσαι ο πιο πολύτιμος άνθρωπος στη ζωή μου. Μπορείς να με συγχωρήσεις για τα φρικτά λόγια που σου είπα;» «Αν μου πεις ότι δεν πιστεύεις τα πράγματα που σου είπε η Λαβίνια για μένα!» «Όχι πια. Δεν κοιμήθηκα τη νύχτα που έφυγες, συνειδητοποιώντας ότι ήταν αδύνατο η Έιμι που αγαπούσα να έχει κάνει όλα αυτά για τα οποία σε κατηγορούσε. Μόνο κατά τη διάρκεια της γενικής συνέλευσης κατάλαβα ξαφνικά πόσο ηλίθιος ήμουν. Λυπάμαι που μου πήρε τόσο πολύ καιρό να σε βρω. Κρύφτηκες πολύ καλά. Έπρεπε να γυρίσω στο Χονγκ Κονγκ μετά τη γενική συνέλευση εξαιτίας των εξελίξεων με τη Λαβίνια. Επέστρεψα μόλις χτες το βράδυ. «Έμαθες για την εξαγορά;» «Το διάβασα στην εφημερίδα σήμερα το πρωί. Δεν το ήξερα. Είχα υποθέσει ότι εσύ και η Λαβίνια...» «Η Μορτίσια Άνταμς θα πρέπει να βρει έναν άλλο Γκόμεζ, αγάπη μου». Η Έιμι γέλασε αβέβαια. «Σ’ έκανε να πληρώσεις που την απέρριψες, αγάπη μου. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό».

«Άξιζε κάθε δεκάρα, επειδή τώρα είμαστε ελεύθεροι. Μπορούμε να κάνουμε τα πράγματα όπως μας αρέσει. Και έχω μερικές υποσχέσεις να σου δώσω, Έιμι. Η μία είναι ότι οι ζωές μας δε θα κινούνται πια με την ταχύτητα του φωτός. Θα υπάρχει πάντα χρόνος και χώρος μόνο για τους δυο μας. Όσο μακριά κι αν ταξιδεύουμε, όσο υψηλούς στόχους και αν βάζουμε, τίποτα δε θα είναι πιο σημαντικό από εμάς. Είσαι ο πιο σημαντικός άνθρωπος στον κόσμο μου και θα είσαι πάντα». Τη φίλησε τρυφερά. «Πάντα θα σε ακούω και θα σ’ εμπιστεύομαι. Θα έρθεις σπίτι μαζί μου, Έιμι; Το σπίτι σου σε περιμένει, άγγελέ μου, με τους δράκους που προστατεύουν τα τέσσερα σημεία του». «Αγόρασες την Έπαυλη Τσουιλίν!» «Για την ακρίβεια, εσύ την αγόρασες. Το σπίτι είναι στο όνομά σου, αγάπη μου».

«Μα,

Άντον...

γιατί;»

«Για μια νύχτα στο Λονδίνο νόμιζα ότι δεν υπήρχες πια. Καμιά νύχτα δεν ήταν τόσο σκοτεινή και τρομερή όσο εκείνη. Ούτε καν όταν με κλείδωναν στο ντουλάπι όταν ήμουν μικρός. Όταν έχασα την πίστη μου σ’ εσένα, έχασα τον εαυτό μου. Θέλω να επανορθώσω γι’ αυτό. Θέλω να σου δείξω ότι δε θα αμφιβάλλω ποτέ ξανά για σένα. Θέλω να γυρίσεις στο Χονγκ Κονγκ μαζί μου και να ζήσεις στο σπίτι σου. Θα είναι πάντα δικό σου, ακόμη κι αν αποφασίσεις να μη με κάνεις τον πιο ευτυχισμένο άντρα στον κόσμο με το να γίνεις γυναίκα μου. Αλλά ελπίζω ότι τελικά θα είσαι έτοιμη να με παντρευτείς. Η Έπαυλη Τσουιλίν είναι το δώρο μου για σένα και η συγνώμη μου».

του. Η Έιμι σήκωσε το πρόσωπό της στο δικό του, απολαμβάνοντας τα παθιασμένα φιλιά του γεμάτη

*

Ένα άλλο γαλήνιο μέρος, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την παγωμένη λίμνη. Στάθηκαν μπροστά στην παγόδα, πιασμένοι χέρι χέρι, όπως είχαν κάνει κι άλλη μια φορά, μήνες πριν. Και όπως και τότε, απόθεσαν προσφορές άγριων λουλουδιών και φρούτων στα πόδια του

αγάλματος του Βούδα.

«Ποτέ δε σου είπα πόσο πολύ σ’ αγαπούσα», είπε ο Άντον. «Αν το είχα κάνει, ίσως να με είχες εμπιστευτεί περισσότερο». «Ίσως να μην εμπιστευόμουν τον εαυτό μου», του απάντησε. «Δε θα μπορούσα να διακόψω ποτέ ηθελημένα την εγκυμοσύνη μου. Κι όταν απέβαλα, πίστεψα ότι έφταιγα εγώ. Ένιωθα τόσο ένοχη για τόσο πολύ καιρό. Ένιωθα ότι ευθυνόμουν εγώ κατά κάποιον τρόπο». Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν γύρω από τα δικά της. «Ήταν ένα ατύχημα. Μόνο ένα διεστραμμένο μυαλό σαν του Μάρτιν Μακάλουμ θα μπορούσε να πιστέψει το αντίθετο». «Λυπάμαι πολύ που έπρεπε να μάθεις όλη την ιστορία διαστρεβλωμένη από το στόμα της Λαβίνια. Πρέπει να πληγώθηκες τρομερά». «Δεν μπόρεσα να το πιστέψω ποτέ πραγματικά. Ήξερα ότι ήταν λάθος, ότι έπρεπε να είναι λάθος. Δεν ήσουν το είδος της γυναίκας που θα συμπεριφερόταν με τον τρόπο που μου περιέγραψε εκείνη. Είσαι η καλύτερη και η πιο υπέροχη γυναίκα που ξέρω, Έιμι. Είμαι τόσο περήφανος που θα γίνεις γυναίκα μου». «Κι εσύ είσαι ο μοναδικός άντρας στον κόσμο για μένα», του είπε απλά. «Δεν υπάρχει κανείς άλλος σαν εσένα». «Σου έφερα κάτι», είπε εκείνος, βγάζοντας κάτι από την τσέπη του. «Ελπίζω ότι θα το δεχτείς αυτή τη φορά». Η Έιμι ήξερε τι ήταν πριν ακόμη της το δείξει –ένα βαθύ πράσινο σκαλισμένο βραχιόλι από ζαντ, στο σχήμα ενός δράκου. «Την πρώτη φορά που σου το πρόσφερα, πίστεψες ότι ήθελα να σε σημαδέψω σαν ένα τρόπαιο, μία κατάκτηση. Αλλά προσπαθούσα να σου πω το αντίθετο, αγάπη μου –ότι εσύ με είχες κατακτήσει και μπορούσες να με φοράς στο χέρι σου, σαν τον δικό σου εξημερωμένο δράκο». «Είναι τόσο όμορφος και ζωντανός, σαν εσένα. Αλλά δε θα είναι ποτέ εξημερωμένος». Η Έιμι φόρεσε το πολύτιμο βραχιόλι στο χέρι της και μετά φίλησε τα ζεστά χείλη του. «Δε θα το βγάλω ποτέ». Και για άλλη μια φορά, η Έιμι είχε την αίσθηση ότι ο αρχαίος ναός ήταν ένας ιερός χώρος, πέρα από θρησκείες. «Σ’ ευχαριστώ που μ’ έφερες εδώ. Είναι τόσο όμορφα». «Ναι», απάντησε ο Άντον. «Ο κόσμος είναι ένα όμορφο μέρος. Θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή

μου διασφαλίζοντας ότι θα μείνει όμορφος για

σένα...

και για τα παιδιά μας. Ένας από τους πολλούς

λόγους που σε λατρεύω είναι ότι το θέλεις κι εσύ αυτό. Δε θα μπορούσα ν’ αγαπήσω ποτέ κάποια

που δε θα νοιαζόταν». Φιλήθηκαν ξανά με την τρυφερότητα της ολοκληρωμένης αγάπης. Ύστερα προχώρησαν κάτω από τα κυρτά κλαδιά των άγριων ιβίσκων και τα ώριμα φρούτα που κρέμονταν σαν πολύτιμα πετράδια πάνω από τα κεφάλια τους, ακολουθώντας το μονοπάτι που οδηγούσε στην παραλία τους. Εκεί όπου η αγκυροβολημένη βάρκα τούς περίμενε να τους οδηγήσει στη νέα τους ζωή.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΣΙΚΕΛΟΥ

Κεφάλαιο 1

Δε θα πέθαινε εκείνη. Ο Ρίκο Κρισάντι, δισεκατομμυριούχος πρόεδρος των Επιχειρήσεων Κρισάντι, κοιτούσε βλοσυρά

από το παράθυρο που τον χώριζε από την Εντατική, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι οι νοσοκόμες τον

παρατηρούσαν

ονειροπόλα...

Είχε συνηθίσει να τον κοιτάζουν οι γυναίκες. Πάντα τον κοιτούσαν.

Μερικές φορές το πρόσεχε. Άλλες όχι. Σήμερα δεν το είχε προσέξει. Το βλέμμα του έμενε στυλωμένο στο κορίτσι που βρισκόταν ακίνητο στο κρεβάτι, ανάμεσα σε γιατρούς και μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας. Εκείνος είχε βγάλει εδώ και ώρα το επώνυμο σακάκι του, το είχε πετάξει στην πλάτη μιας καρέκλας, χωρίς να νοιαστεί αν θα τσαλακωνόταν, και στεκόταν τσιτωμένος από την αγωνία. Τα μανίκια του μεταξωτού πουκαμίσου του ήταν ανεβασμένα, αποκαλύπτοντας μελαψούς βραχίονες, και το ελαφρώς αξύριστο σαγόνι του τον έκανε να μοιάζει περισσότερο με τυχοδιώκτη παρά με επιχειρηματία. Για έναν άντρα όπως ο Ρίκο, συνηθισμένο να ελέγχει και να διευθύνει, συνηθισμένο στη δράση, η αναμονή αποτελούσε το χειρότερο μαρτύριο. Δεν του άρεσε να περιμένει. Για οτιδήποτε. Και, λες και δεν έφτανε αυτό, για πρώτη φορά στη ζωή του ανακάλυπτε ότι υπήρχε κάτι που δεν μπορούσε να ελέγξει. Κάτι που δεν αγοραζόταν με χρήματα. Η ζωή της έφηβης αδερφής του. Ο Ρίκο βλαστήμησε μέσ’ απ’ τα δόντια του, πνίγοντας την παρόρμηση να σπάσει με τη γροθιά του το τζάμι. Βρισκόταν στο νοσοκομείο σχεδόν δυο βδομάδες και ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο ανίσχυρος. Τόσο ανίκανος να λύσει ένα πρόβλημα. Αγνοώντας τους πνιχτούς λυγμούς της μητέρας, της γιαγιάς, της θείας και δύο ξαδέρφων του, κοιτούσε ανήμπορος την ακίνητη μορφή, θαρρείς και η δύναμη της προσωπικότητάς του θα ήταν από μόνη της ικανή να τη συνεφέρει. Αποκλείεται να μην μπορούσε να κάνει κάτι παραπάνω. Ήταν ο άνθρωπος που είχε πάντα μια λύση για το καθετί και αρνιόταν να καταθέσει τα όπλα. Πήρε μια κοφτή ανάσα και προσπάθησε να σκεφτεί καθαρά, αλλά τώρα τελευταία είχε συνειδητοποιήσει ότι η έλλειψη ύπνου, σε συνδυασμό με στενοχώρια και αγωνία, εμπόδιζε το νου να συγκεντρωθεί. Ο φόβος τού είχε παραλύσει το μυαλό. Έτριψε τον αυχένα του, ενώ η μητέρα του άφησε άλλον έναν πνιχτό λυγμό απελπισίας, που έσκισε σαν μαχαιριά την καρδιά του. Οι προσδοκίες της οικογένειάς του ήταν βαρύ φορτίο. Είχε φέρει με αεροπλάνο έναν κορυφαίο νευροχειρουργό, που εγχείρησε την Κιάρα για να ελαττώσει την πίεση που η αιμορραγία προκαλούσε στον εγκέφαλό της. Ανέπνεε μόνη της τώρα, αλλά ακόμα δεν είχε ανακτήσει τις αισθήσεις της. Η ζωή της κρεμόταν από μια κλωστή και κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει την έκβαση. Κανείς δεν μπορούσε να δώσει απάντηση στην ερώτηση αν θα ζούσε ή θα πέθαινε. Και, αν ζούσε, θα έμενε ανάπηρη ή θα ξαναγίνονταν όλα όπως πριν τη ρίξει κάτω το άλογο; Βλαστήμησε σιγανά και έσυρε τα δυνατά του δάχτυλα ανάμεσα στα μαλλιά του. Για τον Ρίκο, αυτό

ήταν το χειρότερο. Το αργό, ψυχολογικό μαρτύριο της αναμονής. Έβλεπε τη μητέρα του να φθείρεται, τους μαύρους κύκλους να μεγαλώνουν γύρω από τα μάτια της καθώς ζούσε κάτω από το

φρικτό ίσκιο της αβεβαιότητας σε καθημερινή βάση. Άραγε αυτή θα ήταν η μέρα που θα έχανε τη μοναχοκόρη της;...

Κι εκείνος στεκόταν αδύναμος παρατηρητής. Τι αλαζονεία! Γιατί; Νόμιζε στ’ αλήθεια ότι μπορούσε να ελέγξει το πεπρωμένο; Ο όρκος που είχε δώσει στον πατέρα του, να προσέχει την οικογένειά τους, φάνταζε ξαφνικά κούφιος και άχρηστος. Τι σημασία είχε ότι δημιούργησε μια οικονομική αυτοκρατορία από το τίποτα, χάρη στην αποφασιστικότητά του μονάχα; Κάπου στην πορεία είχε αρχίσει να πιστεύει ότι μπορούσε να ελέγξει τα πάντα. Μπορούσε να κάνει τα πάντα, αν το έβαζε στόχο. Αλλά αυτό το ατύχημα του είχε υπενθυμίσει ότι τα πλούτη, όσα και να ’ναι, δεν μπορούν να προστατεύσουν έναν άνθρωπο από τη μοίρα. Εκνευρισμένος, ξεκούμπωσε απότομα άλλο ένα κουμπί στο πουκάμισό του και βάλθηκε να βηματίζει στο δωμάτιο. Τα μεγάλα βήματα μέσα στο μικρό χώρο τον ανακούφισαν ελάχιστα. Ένας κόμπος σχηματίστηκε στο λαιμό του και, για πρώτη φορά από τότε που ήταν μικρό παιδί, καυτά δάκρυα απείλησαν τη συνήθως παγερή αταραξία του. Βλαστημώντας την αδυναμία του, έκλεισε τα μάτια και έτριψε τη ράχη της μύτης του με τα μακριά του δάχτυλα, θαρρείς και θα μπορούσε να συγκρατήσει την ολοένα αυξανόμενη θλίψη του. Αν κατέρρεε, δε θα ωφελούσε κανέναν. Όλη η οικογένεια βρισκόταν σε υπερένταση, αρπάζοντας τα ελάχιστα ψήγματα ελπίδας που της έδιναν οι βλοσυροί γιατροί. Στη δική του δύναμη στηρίζονταν όλοι. Ήταν ο βράχος όπου ακουμπούσαν. Αν υπέκυπτε στην επιθυμία να κλάψει σαν μωρό, το ηθικό όλης της οικογένειας θα καταρρακωνόταν. Το παιχνίδι που έπαιζαν –το παιχνίδι της ελπίδας– θα τελείωνε. Έτσι, κοίταξε βαρύς και σιωπηλός το μωλωπισμένο, ακίνητο σώμα της αδερφής του, προσπαθώντας να την ξυπνήσει με τη δύναμη της θέλησής του. Η πόρτα άνοιξε τότε και μπήκε στο χώρο όπου βρίσκονταν οι συγγενείς ο γιατρός που παρακολουθούσε την Κιάρα, συνοδευόμενος από αρκετούς υφισταμένους του. Αγνοώντας τους βοηθούς, ο Ρίκο έστρεψε την προσοχή του σ’ αυτόν. Από την έκφρασή του κατάλαβε πως είχε να ανακοινώσει νέα. Και ξαφνικά εκείνος δίστασε να του κάνει την ερώτηση που έπρεπε. «Καμιά αλλαγή;» είπε. Η φωνή του ακούστηκε βραχνή από την ένταση, την έλλειψη ύπνου και κάτι πολύ χειρότερο. Το φόβο ότι θα άκουγε άσχημα νέα. «Σημειώθηκε καμιά αλλαγή;» «Ελάχιστη». Ο γιατρός ξερόβηξε. Ήταν φανερό ότι τον τρόμαζε το κύρος του άντρα που στεκόταν μπροστά του. «Οι ζωτικές ενδείξεις της βελτιώθηκαν ελαφρά και ανέκτησε για λίγο τις αισθήσεις της», ανακοίνωσε ήρεμα. «Μίλησε». «Μίλησε;» Ένα κύμα ανακούφισης τον πλημμύρισε και για πρώτη φορά έπειτα από μέρες ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από πάνω του. «Είπε κάτι;» Ο γιατρός έγνεψε καταφατικά. «Ήταν δύσκολο να την καταλάβουμε, αλλά μία από τις νοσοκόμες νομίζει πως είπε ένα όνομα». Δίστασε και τους κοίταξε ερωτηματικά. «Στάζια; Ακουστήκε σαν Στάζια. Σας λέει κάτι;» Στάζια; Ο Ρίκο έμεινε άφωνος από το σοκ, ενώ η μητέρα του έβγαλε μια πνιχτή κραυγή τρόμου, το ίδιο και η γιαγιά του.

Έσφιξε τα δόντια του και προσπάθησε να τις αγνοήσει. Θα έκανε το παν για να απομονώσει την καλοπροαίρετη οικογένειά του στην έπαυλή του, αλλά ήξερε ότι προς το παρόν αυτό ήταν αδύνατο. Ήθελαν να βρίσκονται εδώ, με την Κιάρα. Απλώς ήταν κακοτυχία που οι υστερικές εκδηλώσεις τους τον δυσκόλευαν αντί να τον διευκολύνουν. Και τώρα που είχε αναφερθεί η Στάζια, η κατάσταση θα χειροτέρευε. Το όνομά της μονάχα αρκούσε για να προκαλέσει έκρηξη στους συγγενείς του. Όσο για τα δικά του αισθήματα... Έκλεισε προς στιγμήν τα μάτια του και έτριψε με τα μακριά του δάχτυλα το σταρένιο του μέτωπο.

Μόνο αυτό του έλειπε, να σκέφτεται τη Στάζια ενώ η αδερφή του έδινε μάχη για τη ζωή της. Φαίνεται ότι η μοίρα ήταν αποφασισμένη να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να τον συντρίψει.

Ο γιατρός ξερόβηξε και πάλι. «Όποια κι αν

είναι...

μπορείτε να τη φέρετε εδώ;»

Αγνοώντας το βογκητό άρνησης της μητέρας του, ο Ρίκο κατάφερε να συγκεντρωθεί στην ουσία του ζητήματος. Την ανάρρωση της αδερφής του. Μίλησε μετά βίας. «Θα αλλάξει κάτι;» «Ίσως». Ο γιατρός ανασήκωσε τους ώμους του. «Δύσκολο να πει κανείς, αλλά αξίζει να το δοκιμάσουμε. Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί της;» Όχι χωρίς σημαντικό συναισθηματικό κόστος. Η μητέρα του σηκώθηκε όρθια, με πρόσωπο παραμορφωμένο από οργή και πόνο. «Όχι! Δεν τη θέλω εδώ! Δεν...» «Αρκετά!» Ο Ρίκο διαισθάνθηκε ότι είχαν κεντρίσει την περιέργεια της ιατρικής ομάδας και κατακεραύνωσε τη μητέρα του με ένα παγερό βλέμμα. Δεν έφτανε που απέξω είχαν κατασκηνώσει δημοσιογράφοι απ’ όλο τον κόσμο, παρακολουθώντας κάθε στιγμή της οδύνης τους, δε χρειαζόταν να τους δώσουν κι άλλη τροφή για κουτσομπολιό. Η Στάζια. Τι ειρωνεία να συμβεί αυτό τώρα, σκέφτηκε, πάνω που ετοιμάζονταν να κόψουν οριστικά κάθε επαφή μεταξύ τους. Πίστευε ότι τίποτε δε θα τον ανάγκαζε ποτέ να ξαναδεί τη γυναίκα του. Τους τελευταίους μήνες είχε βάλει μια ομάδα δικηγόρων να δουλεύουν υπερωρίες για να καταλήξουν σε ένα δίκαιο δια-κανονισμό διαζυγίου, που να της παρείχε αρκετά χρήματα ώστε να φύγει από τη ζωή του και να μπορέσει εκείνος να ξαναπαντρευτεί με ήσυχη συνείδηση. Αυτή τη φορά με μια ήρεμη, υπάκουη Ιταλίδα, που θα καταλάβαινε τι σημαίνει να είσαι σύζυγος ενός παραδοσιακού Ιταλού. Όχι με μια φλογερή κοκκινομάλλα Αγγλίδα, γεμάτη ζωντάνια και πάθος, που δεν είχε ιδέα τι σημαίνει να συμμορφώνεσαι στους κανόνες. Η εικόνα της Στάζια –της θυελλώδους, όμορφης Στάζια– ξεπήδησε ολοζώντανη στο μυαλό του και ο Ρίκο πήρε μια κοφτή ανάσα καθώς μια άγρια σεξουαλική ορμή κυρίευσε αμέσως το κορμί του. Είχε περάσει ένας χρόνος από την τελευταία τους παράφορη ερωτική συνεύρεση και, παρά τις δυσάρεστες περιστάσεις του χωρισμού τους, το σώμα του την ποθούσε ακόμα με ένα σχεδόν ανάρμοστο πάθος. Και ποιος ξέρει τι θα ένιωθε αν την ξανάβλεπε. Γιατί εκείνη επηρέαζε την κρίση

του με τρόπους που δεν ήθελε να τους παραδεχτεί ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Παρ’ όλα όσα είχε κάνει, η Στάζια ήταν εθιστική σαν ναρκωτικό και δε θα ήταν συνετό να την ξαναδεί. Τον τελευταίο χρόνο είχε μάθει να τη μισεί, να τη βλέπει σαν αυτό που ήταν.

Ένα λάθος.

Προχώρησε πάλι ως το παράθυρο και κοίταξε σιωπηλός την αδερφή του. Το πρόσωπό του πήρε μια

δυσοίωνη έκφραση καθώς αναλογιζόταν τις επιλογές του. Ήταν απελπιστικά ελάχιστες. Τελικά κατέληξε στο δυσάρεστο συμπέρασμα ότι οι δικές του ανάγκες και επιθυμίες έρχονταν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην ανάρρωση της αδερφής του και αποδέχτηκε απρόθυμα ότι θα έπρεπε να

ξαναδεί τη Στάζια. Θα επρόκειτο απλώς για μια προσωρινή αναστολή στις διαδικασίες του διαζυγίου. Θα την έφερνε αεροπορικώς, θα της ζητούσε να κάνει ό,τι ήταν απαραίτητο και μετά θα την επέστρεφε στη βάση της με τον ίδιο τρόπο. Κατά πάσα πιθανότητα δε θα χρειαζόταν να μιλήσουν, παρά μόνο ελάχιστα. Πράγμα που θα τον βόλευε μια χαρά. Δεν είχε την επιθυμία να αναπολήσει το παρελθόν. Και απολύτως καμιά επιθυμία να κάνει παρέα μαζί της. Χαμογέλασε βλοσυρά, καθώς σκέφτηκε ότι της Στάζια δε θα της διέφευγε η ειρωνεία της κατάστασης. Της εκθαμβωτικής, αντικομφορμίστριας Στάζια, που της είχε δώσει τα πάντα. Αλλά και πάλι, φαίνεται πως δεν ήταν αρκετά. Ο γιατρός ξερόβηξε διακριτικά και ο Ρίκο σάλεψε, παίρνοντας τη μόνη δυνατή απόφαση. «Θα στείλω να τη φέρουν». Στράφηκε στον Τζιο, τον επικεφαλής της ομάδας σωματοφυλάκων του. «Επικοινώνησε μαζί της και κανόνισε να τη φέρουν αμέσως αεροπορικώς». Βλέποντας το έκπληκτο βλέμμα του άντρα που τον γνώριζε από παιδί και ακούγοντας την άναρθρη κραυγή της σοκαρισμένης μητέρας του, έσφιξε τα δόντια του και πάσχισε να συμβιβαστεί με το γεγονός ότι θα έπρεπε να κάνει αυτό ακριβώς που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να μην ξανακάνει ποτέ. Να βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τη Στάζια. Σύντομα θα την ξεπερνούσε, ορκίστηκε. Σύντομα θα κατάφερνε να τη σκεφτεί χωρίς να αντιδράει άμεσα το κορμί του. Και όσο πιο σύντομα γινόταν, τόσο το καλύτερο.

ξαναδεί τη Στάζια. Θα επρόκειτο απλώς για μια προσωρινή αναστολή στις διαδικασίες του διαζυγίου. Θα την

*

Η Αναστάζια πρόσθεσε τις τελευταίες πινελιές στον πίνακα, έκανε ένα βήμα πίσω για να τον παρατηρήσει και έγνεψε καταφατικά με ικανοποίηση. Επιτέλους, ήταν έτοιμος. Ο Μαρκ θα χαιρόταν. Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στον καμβά, καθάρισε το πινέλο της και προχώρησε από το στούντιο στην κουζίνα της, όπου έβαλε νερό να βράσει και έπιασε τη στοίβα της αλληλογραφίας που συσσωρευόταν τις τελευταίες δυο βδομάδες που ασχολούνταν με τον πίνακα. Χωρίς να πάψει να κοιτάζει τα γράμματα, άνοιξε το κινητό της, το οποίο χτύπησε αμέσως. Ξέροντας ότι θα ήταν η μητέρα της, το σήκωσε με ένα χαμόγελο. «Πώς πάνε οι δουλειές;» «Τέλεια». Η μητέρα της ακουγόταν ενθουσιασμένη. Γεμάτη αυτοπεποίθηση. Καμία σχέση με την τρομαγμένη γυναίκα που αντίκρισε όταν ο πατέρας της την παράτησε πριν από έξι χρόνια για μια ξανθιά, πολύ μικρότερή του. Η Στάζια έσφιξε τα δόντια της, προσπαθώντας να ξεχάσει εκείνη τη φρικτή εποχή. Ήταν τότε πρωτοετής στο πανεπιστήμιο και, αν χρειαζόταν την παραμικρή απόδειξη ότι δεν είναι καλό να εξαρτιέσαι από έναν άντρα, οποιονδήποτε άντρα, το γεγονός αυτό της την παρείχε και με το παραπάνω. Η μητέρα της βασιζόταν στον πατέρα της για τα πάντα και, όταν εκείνος έφυγε, της ήταν αδύνατον να αντεπεξέλθει. Και είχε χάσει παντελώς την πίστη στον εαυτό της. Ήταν η Στάζια αυτή που της επισήμανε ότι γνώριζε πολλά σχετικά με αντίκες. Η Στάζια αυτή που τη βοήθησε να αξιοποιήσει εμπορικά τις γνώσεις της, ανοίγοντάς της μια μικρή επιχείρηση. Σιγά σιγά το μαγαζί έγινε γνωστό και σύντομα η μητέρα της δεν πουλούσε απλώς αντίκες, αλλά έδινε στους πελάτες της και συμβουλές διακόσμησης. Και πριν από έξι μήνες, χάρη σ’ ένα μεγάλο επιχειρηματικό δάνειο, κατάφεραν να επεκτείνουν τις δουλειές τους. «Θα χρειαστεί να προσλάβουμε υπάλληλο, Στάζια», είπε ζωηρά η μητέρα της. «Πρέπει να φύγω

ταξίδι, με έχουν καλέσει σε ένα αρχοντικό στο Γιόρκσιρ να τους συμβουλεύσω πώς να επιδιορθώσουν ορισμένες αντίκες και, όπως καταλαβαίνεις, δεν μπορώ να κλείσω το μαγαζί. Έρχεται κόσμος από όλη τη χώρα. Δεν είναι σωστό να κλείσουμε. Κι εσύ είσαι πολύ απασχολημένη με τη ζωγραφική για να βοηθήσεις», Η Στάζια χαμογέλασε. Ήταν υπέροχο να ακούει τη μητέρα της τόσο ζωηρή. «Εσύ είσαι το αφεντικό, μαμά», της είπε εύθυμα, πετώντας κάμποσα διαφημιστικά γράμματα στα σκουπίδια. «Πρόσλαβε όποιον θέλεις. Τον πίνακα τον τελείωσα, παρεμπιπτόντως. Ο Μαρκ μπορεί να τον πάρει όποτε θέλει». «Θαυμάσια! Θα του το πω, αν τον δω πριν από σένα. Εσύ πώς είσαι, αγάπη μου; Τρως;» «Ναι». Ψέμα. Τον τελευταίο χρόνο έτρωγε ελάχιστα. Από τότε που έφυγε από την Ιταλία, ήταν τόσο ταραγμένη, που δεν είχε όρεξη να φάει. Αλλά δεν ήθελε να ανησυχεί τη μητέρα της. «Μια χαρά είμαι, μαμά. Αλήθεια». «Που σημαίνει ότι ακόμα μαραζώνεις γι’ αυτόν το Σικελό», συμπέρανε εκείνη αναστενάζοντας. Η φωνή της πήρε ένα σκληρό τόνο. «Άκου με που σου λέω, Στάζια, οι άντρες σαν αυτόν δεν αλλάζουν ποτέ. Το ξέρω καλά. Τόσα χρόνια έζησα με τον πατέρα σου και ήταν ακριβώς το ίδιο. Με έβλεπε απλώς σαν κτήμα του και, όταν με βαρέθηκε, αγόρασε κάτι καινούριο». Η Στάζια άκουσε ένα αυτοκίνητο να τραντάζεται στις λακκούβες του δρόμου έξω από το σπιτάκι της και άρπαξε την ευκαιρία για να θέσει τέλος στη συζήτηση. «Πρέπει να σ’ αφήσω, μαμά, έχω επισκέψεις. Μάλλον ήρθε ο Μαρκ για τον πίνακα. Θα σε πάρω αργότερα». Και πριν προλάβει εκείνη να διαμαρτυρηθεί, έκλεισε και απενεργοποίησε το τηλέφωνο, βαριαναστενάζοντας. Τη λάτρευε τη μητέρα της, αλλά αυτό ήταν ένα θέμα που δεν ήθελε να συζητήσει με κανέναν. Το αυτοκίνητο σταμάτησε και η Στάζια έκανε μια γκριμάτσα. Στην πραγματικότητα, δεν είχε διάθεση να δει τον Μαρκ. Δεν της έκρυβε ότι ήθελε απ’ αυτήν κάτι παραπάνω από τους πίνακές της, αλλά εκείνη δεν ένιωθε έτοιμη για κάτι τέτοιο. Ίσως και να μην ένιωθε ποτέ. Ρίχνοντας μια ματιά στο τζιν της, που ήταν πιτσιλισμένο με χρώματα, χαμογέλασε μελαγχολικά. Είχε τα χάλια της. Αλλά, αν ο Μαρκ επέμενε να έρχεται απροειδοποίητα, τι περίμενε; Πριν καν χτυπήσει η πόρτα, την άνοιξε και κοκάλωσε από το σοκ μόλις είδε ποιος στεκόταν απέξω. Ο Ρίκο Κρισάντι. Δισεκατομμυριούχος και κάθαρμα. Ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο που περίμενε να δει. Η καρδιά της σκίρτησε και, για μια στιγμή μεθυστικής χαράς, νόμισε ότι εκείνος αποφάσισε επιτέλους να την κυνηγήσει. Έπειτα προσγειώθηκε απότομα, καθώς θυμήθηκε ότι είχαν να βρεθούν ένα χρόνο και ότι εκείνος είχε βάλει μπρος το διαζύγιο. Πράγμα που σήμαινε ότι είχε έρθει για εντελώς διαφορετικό λόγο. Ο οποίος, όποιος κι αν ήταν, δεν την ενδιέφερε καθόλου. «Όχι!» Η πρώτη της αντίδραση ήταν να του κλείσει την πόρτα στα μούτρα. Αυτός όμως το περίμενε προφανώς και, με μια γρήγορη κίνηση, έβαλε το χέρι του στο άνοιγμα εμποδίζοντάς τη. «Δεν απαντάς σε γράμματα ούτε έχεις τηλέφωνο», της είπε σκληρά και τα μαύρα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της με θανάσιμη επιμονή. «Και έχεις κρυφτεί σε μια ερημιά τόσο απόμερη, που είναι σχεδόν αδύνατον να σε βρει κανείς». «Και δε σου πέρασε από τό μυαλό ότι ίσως να μην ήθελα να με βρεις; Αν ήθελα, θα σου είχα αφήσει διεύθυνση». Τον αγριοκοίταξε. Οι προηγούμενες εχθρικές αντιπαραθέσεις τους ήρθαν στην επιφάνεια με τόσο τρομακτική ένταση, που για μια στιγμή της κόπηκε η ανάσα από το θυμό. «Και,

αν είχα φανταστεί ότι υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να με ψάξεις, θα είχα κρυφτεί ακόμα πιο μακριά», πρόσθεσε βραχνά και ξαφνικά ευχήθηκε να το είχε κάνει. Αλλά δεν της είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι θα ερχόταν να τη βρει. Ιδίως έπειτα από τους πρώτους μήνες δυστυχίας, που το μόνο που έκανε ήταν να κοιτάζει έξω από το παράθυρο, ελπίζοντας απεγνωσμένα να δει ένα από τα φανταχτερά σπορ αμάξια του να σταματάει έξω από όποιο σπίτι έμενε κάθε φορά. Σιγά σιγά συνήθισε στην ιδέα ότι εκείνος δε θα ερχόταν. Ότι η σχέση τους είχε λήξει οριστικά, με μια έκρηξη πίκρας έντονης όσο και το πάθος που είχαν κάποτε. Τον είχε αφήσει κι εκείνος δεν την ακολούθησε. Κι αυτό τα έλεγε όλα για το σύντομο, σαθρό γάμο τους. Εκείνος είχε θεωρήσει ότι δεν άξιζε να τον σώσει. Ήταν σκέτη καταστροφή και η Στάζια είχε ήδη υποσχεθεί στον εαυτό της ότι, αν ερωτευόταν ποτέ ξανά, θα ερωτευόταν έναν άκακο, πράο, μοντέρνο Άγγλο και όχι έναν αδίστακτο, υπερόπτη Σικελό, που οι αντιλήψεις του για τις γυναίκες ήταν βαθιά ριζωμένες στην παλαιολιθική εποχή. Που πίστευε ότι η λύση σε όλα ήταν το χρήμα. Τον κοίταξε εξοργισμένη και το βλέμμα της πλανήθηκε άθελά της στους φαρδιούς ώμους του, στο όμορφο κεφάλι του, με την τόσο αλαζονική κλίση, και στα ψυχρά μάτια του που έλαμπαν επικίνδυνα. Δεν ήταν σωστό να είναι ένας άντρας τόσο υπερβολικά σέξι, σκέφτηκε μουδιασμένα, πασχίζοντας να αγνοήσει την καρδιά της, που άρχισε ξαφνικά να βροντοχτυπάει. Δεν ήθελε να έχει αυτή την αντίδραση, γιατί εξαιτίας της είχε αρχικά μπλέξει μαζί του. Παρ’ ότι ήξερε ότι δε θα της έβγαινε σε καλό. Αλλά ο Ρίκο Κρισάντι δεν ήταν άντρας που αγνοούσαν οι γυναίκες. «Ήταν απίστευτα ωραίος και η αύρα δύναμης που τον περιέβαλλε τις προσέλκυε όπως τους καρχαρίες το αίμα. Κι η ίδια άλλωστε είχε φανεί ευάλωτη σε αυτό το συγκεκριμένο αρρενωπό σεξ απίλ εκ Σικελίας, όσο και όλες οι άλλες. Ξαφνικά πρόσεξε ότι εκείνος κοιτούσε το σπίτι πάνω από τον ώμο της. Στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε προς στιγμήν έκπληξη και η Στάζια ένιωσε μια τρελή επιθυμία να βάλει τα γέλια. Ο Ρίκο Κρισάντι, Ιταλός δισεκατομμυριούχος και μέγας επιχειρηματίας, είχε στην ιδιοκτησία του έξι σπίτια σε ολόκληρο τον κόσμο και πιθανόν δεν είχε βρεθεί ποτέ σε κάτι που να έμοιαζε έστω κι ελάχιστα με το μικροσκοπικό σπιτάκι της. Κάποια άλλη φορά θα τον πείραζε γι’ αυτό, αλλά τώρα είχαν ξεπεράσει προ πολλού το στάδιο των πειραγμάτων. Οι αντιλήψεις τους για τη ζωή απείχαν τόσο πολύ μεταξύ τους που τίποτα δεν μπορούσε να τις γεφυρώσει. Αυτός πίστευε ότι ή θέση της γυναίκας ήταν στο σπίτι, να περιμένει τον άντρα της, ενώ εκείνη ήθελε να βγαίνει έξω και να αρπάζει τη ζωή στα χέρια της. Εκείνος έσμιξε ξαφνικά τα φρύδια του. Το βλέμμα του έδειχνε κατάπληκτο. «Τι είναι αυτό το καλύβι;» Η επιθυμία της να γελάσει εξανεμίστηκε. «Το σπίτι μου, Ρίκο», του απάντησε ψυχρά. «Και δεν είσαι καλοδεχούμενος». Δεν ήταν ανάγκη να της υπενθυμίσει ότι δεν το είχε ξαναδεί πότε. Ότι, παρά το γάμο τους, ήξερε τόσο λίγα για εκείνη. Για ό,τι ήταν σημαντικό για εκείνη... Έκανε άλλη μια μάταιη προσπάθεια να κλείσει την πόρτα, αν και ήξερε πως ήταν χάσιμο χρόνου. Δεν μπορούσε να του παραβγεί σε δύναμη. Ο Ρίκο Κρισάντι ήταν γεροδεμένος, με ύψος ένα ενενήντα. Ακόμα και χωρίς να κοιτάξει, ήξερε ότι κάπου εκεί κοντά θα βρισκόταν ένα αυτοκίνητο γεμάτο σωματοφύλακες. Η μόνιμη παρουσία τους ανέκαθεν τη διασκέδαζε, γιατί κανείς λογικός άνθρωπος δε θα αμφέβαλλε ποτέ ότι ο Ρίκο μπορούσε να τα βγάλει πέρα μόνος του, αν χρειαζόταν. Ήταν άσος στις πολεμικές τέχνες και εξαιρετικά γυμνασμένος, με σώμα και αντοχή πρωταθλητή. Αλλά ο δισεκατομμυριούχος πρόεδρος μιας από τις πιο επιτυχημένες εταιρείες του δυτικού κόσμου αποτελούσε πρωταρχικό στόχο απαγωγών και εκβιασμών και δεν είχε καμιά πρόθεση να

διευκολύνει επίδοξους απαγωγείς και εκβιαστές να τον πλησιάσουν. Η Στάζια έπνιξε ένα υστερικό γέλιο. Αν τον απήγαγαν, θα έχανε μια μέρα από τη δουλειά του, και αυτό θα ήταν χειρότερο για τον Ρίκο Κρισάντι από οποιαδήποτε μορφή βασανισμού. Ο άνθρωπος ήταν εργασιομανής. Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς δουλειά κι εκείνης της άρεσε να τον πειράζει γι’ αυτό. Κάποια φορά μάλιστα του είχε κρύψει το κινητό κι αυτός έγινε έξω φρενών –μέχρι που ανακάλυψε πού ακριβώς το είχε κρύψει εκείνη. Ανασήκωσε το πιγούνι της, προσπαθώντας να ξεχάσει εκείνο τον πρώτο καιρό ευτυχίας στη σχέση τους. Προτού εισβάλει η πραγματικότητα. Προτού ανακαλύψουν ότι δεν είχαν τίποτε απολύτως κοινό. «Πώς με βρήκες, λοιπόν;» «Με εξαιρετική δυσκολία. Συν ότι αναγκάστηκα να βγω εντελώς από το πρόγραμμά μου», της απάντησε σκληρά. «Και έχω ήδη χάσει πολύ χρόνο. Ο πιλότος μου βάζει καύσιμα τώρα που μιλάμε. Πρέπει να απογειωθούμε μέσα σε μια ώρα». Η Στάζια τον κοίταξε άφωνη, με την ίδια έκπληξη που είχε παρατηρήσει εκείνος το σπιτάκι της. Τι στην ευχή εννοούσε; «Να απογειωθούμε;» Κούνησε το κεφάλι της και γέλασε άκεφα. «Υποθέτω ότι μιλάς στον πληθυντικό για τον εαυτό σου όπως οι βασιλιάδες. Αποκλείεται να εννοείς εσένα κι εμένα». Δεν είχαν μιλήσει καν εδώ κι ένα χρόνο. Από εκείνο το βράδυ που... Την κατηγόρησε. Κι εκείνη έχασε την ψυχραιμία της και σηκώθηκε κι έφυγε χωρίς καν να μπει στον κόπο να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ήταν τόσο θυμωμένη μαζί του, που προτίμησε να μην ανοίξει το στόμα της. Φοβήθηκε ότι, αν καθόταν, μπορεί και να τον χτυπούσε. Αν χρειαζόταν περισσότερες αποδείξεις ότι δεν μπορούσαν να ζήσουν μαζί, ότι απλώς ήταν πολύ διαφορετικοί σαν άνθρωποι, εκείνο το βράδυ πείστηκε για τα καλά. Και αν κάπου βαθιά μέσα της ήλπιζε ότι εκείνος θα την κυνηγούσε –ότι θα αγωνιζόταν για τη σχέση τους–, σύντομα απογοητεύτηκε. Δεν είχαν ξαναϊδωθεί από τότε. Εκείνος είδε, έβγαλε τα συμπεράσματά του και η ιστορία έληξε. «Στο δικό μου λεξιλόγιο ο πληθυντικός σημαίνει εσύ κι εγώ», της απάντησε νευριασμένα, «και, παρά τους συνεχείς υπαινιγμούς σου για τον τρόπο ζωής μου, ποτέ δεν είχα την αυταπάτη ότι είμαι γαλαζοαίματος». Αυτό ίσως να ήταν αλήθεια, παραδέχτηκε η Στάζια, ωστόσο στην Ιταλία και τη Σικελία όλοι του φέρονταν λες και ήταν βασιλιάς. Ήταν άλλο ένα από τα αστεία που έλεγαν μεταξύ τους –η Σταχτοπούτα και ο Πρίγκιπας. Αλλά κανείς απ’ τους δυο τους δεν αστειευόταν τώρα.

Γιατί να ήθελε άραγε να την πάρει οπουδήποτε μαζί του;

Ήξεραν και οι δύο ότι δεν ήταν η ιδανική σύζυγος γι’ αυτόν. Να όμως που βρισκόταν εδώ, στο κατώφλι της, και οι φαρδιοί ώμοι του σχεδόν έκρυβαν το φως του ήλιου. Και κάτι τον είχε οδηγήσει στην πόρτα της. «Δεν μπορώ να φανταστώ τι σ’ έπιασε να έρθεις εδώ, ενώ ξέρεις πολύ καλά ότι δε θα συμφωνούσα ποτέ ξανά να πάω οπουδήποτε μαζί σου. Έπαψα να σ’ ακολουθώ εδώ κι ένα χρόνο». Είχε πάψει να είναι σκλάβα του σεξ, γιατί αυτό ήταν το μόνο πράγμα που πραγματικά τους συνέδεε. Ό,τι άλλο κι αν είχε πάει στραβά μεταξύ τους, το σεξ ήταν πάντα καταπληκτικό. Αντί για τη δηκτική απάντηση που περίμενε, τα λόγια της ακολούθησε μια τεταμένη σιωπή. Η Στάζια προετοιμάστηκε για τη συνηθισμένη λογομαχία, μα έπειτα πρόσεξε το σφίξιμο στους ώμους του και τα σημάδια εξάντλησης στα τέλεια χαρακτηριστικά του. Συνειδητοποίησε με ανησυχία ότι

φαινόταν κουρασμένος. Και ο Ρίκο Κρισάντι δεν κουραζόταν ποτέ. Είχε περισσότερη αντοχή απ’ όλους τους ανθρώπους που είχε γνωρίσει ποτέ στη ζωή της. Συχνά την κρατούσε ξύπνια όλο το βράδυ και τα χαράματα πεταγόταν από το κρεβάτι για να πάει σε κάποια επαγγελματική συνάντηση, αφήνοντάς τη να ξεκουραστεί από το ολονύχτιο σεξ. Κάτι δεν πήγαινε καλά... Έριξε μια ματιά πίσω του και πρόσεξε τον σοφέρ του και δυο σωματοφύλακες που της ήταν άγνωστοι. Συνοφρυώθηκε. «Πού είναι ο Τζιο;» Στο σύντομο διάστημα που κράτησε ο γάμος τους, είχε συμπαθήσει τον επικεφαλής της ασφάλειάς του και ήξερε ότι δεν ήταν απλώς ένας υπάλληλος. Ο Τζιο ήταν επίσης Σικελός και γνώριζε τον Ρίκο από μωρό. Ήταν ευθύς και ειλικρινής και σπάνια έφευγε από το πλευρό του. Είχε κάνει την προστασία της ησυχίας του Ρίκο κάτι σαν προσωπική του σταυροφορία. «Είναι στο νοσοκομείο». Ο τόνος του ήταν απότομος. «Μόνο αυτόν εμπιστεύομαι για να κρατήσει τον όχλο μακριά». Πέρασε μια στιγμή μέχρι να συνειδητοποιήσει τα λόγια του. «Στο νοσοκομείο;» Συνοφρυώθηκε. «Γιατί είναι στο νοσοκομείο; Τι έγινε;» «Χτύπησε η Κιάρα. Έπεσε από το άλογό της». Ανακοίνωσε το νέο κοφτά, χωρίς το παραμικρό συναίσθημα στη φωνή του. «Βρίσκεται σε κώμα, υπέθεσα ότι θα το είχες διαβάσει στις εφημερίδες. Το έχουν γράψει παντού». Η Κιάρα βρισκόταν σε κώμα; «Δε διαβάζω πια εφημερίδες». Είχε δει τον εαυτό της στις εφημερίδες αρκετές φορές όταν ήταν μαζί και είχε κάθε λόγο να τις απεχθάνεται. Από τότε που χώρισαν, είχε πάψει να τις διαβάζει. Τον κοίταξε. «Έχει χτυπήσει άσχημα;» «Σι». Της φάνηκε ότι οι ώμοι του κρεμάσαν και ανησύχησε λίγο. Πρώτη φορά τον έβλεπε έτσι. Χλομό. Κουρασμένο. Λες και βρισκόταν στο όριο της αντοχής του. Ενστικτωδώς παραμέρισε. «Πέρνα μέσα». Την ακολούθησε στο εσωτερικό, σκύβοντας ελαφρά για να μη χτυπήσει το κεφάλι του στην πόρτα. Κοίταξε τριγύρω και τα εβένινα φρύδια του έσμιξαν. «Γιατί ζεις έτσι;» Η απέχθεια ήταν ολοφάνερη στο ωραίο του πρόσωπο, καθώς επιθεώρησε το μικρό καθιστικό της με τον έναν και μοναδικό παμπάλαιο καναπέ. «Έχεις οικονομικές δυσκολίες;» Μέσα της φούντωσε αμέσως ο θυμός και ξέχασε την ανησυχία της. Για τον Ρίκο, όλα είχαν να κάνουν με χρήματα. Δεν του περνούσε καν από το μυαλό ότι ίσως να έμενε εκεί επειδή της άρεσε. «Το πώς ζω δε σε αφορά». Πώς μπόρεσε να ερωτευτεί ποτέ έναν άντρα τόσο αναίσθητο; «Εφόσον δεν ενδιαφέρθηκες πριν, δεν καταλαβαίνω γιατί να ενδιαφερθείς τώρα». «Δε χρειάζεται να ζεις έτσι. Είσαι η γυναίκα μου...» Η υπέρτατη κοινωνική θέση. Αν αυτό δεν την πονούσε τόσο πολύ, θα γελούσε. «Μου αρέσει να ζω έτσι. Και δεν ήμουν ποτέ η γυναίκα σου, Ρίκο», του απάντησε με τρεμάμενη φωνή, παραμερίζοντας τις κατακόκκινες μπούκλες που απειλούσαν να πέσουν στα μάτια της. Η χειρονομία της του τράβηξε την προσοχή και τα λαμπερά μαύρα μάτια του στυλώθηκαν σχεδόν μαγεμένα στα πυκνά, πλούσια μαλλιά της. Ξαφνικά η ατμόσφαιρα εντάθηκε κι άλλο. Προς στιγμήν είχαν ξεχάσει και οι δυο την Κιάρα. Τόσο προσηλωμένοι ήταν ο ένας στον άλλο, που δε χωρούσε ανάμεσά τους τίποτα από τον έξω κόσμο.

«Σε παντρεύτηκα». Προφανώς πίστευε ότι ήταν η μεγαλύτερη τιμή που μπορούσε να της κάνει. Η Στάζια έπνιξε ένα πικρό γέλιο. Πώς μπόρεσε να ξεχάσει τη φοβερή αλαζονεία του; «Μια παρόρμηση για την οποία μετανιώσαμε και οι δύο». Η Στάζια ευχήθηκε να σταματούσε να

κοιτάζει τα σγουρά μαλλιά της. Το ήξερε αυτό το βλέμμα και μετά βίας κατάφερε να μην αναστενάξει. Ο Ρίκο δεν ήθελε πολύ ακόμα για να γλιστρήσει κτητικά το χέρι του ανάμεσά τους και να εκθέσει το λαιμό της στα καυτά του χείλη. Το σαγηνευτικό του χάδι στα μαλλιά της αποτελούσε πάντα πρελούδιο στο πλέον απίστευτο, εκπληκτικό σεξ. Άρχισε να βαριανασαίνει ελαφρά. Δεν ήθελε να το σκεφτεί αυτό τώρα! «Δεν ήταν κανονικός γάμος. Οι παντρεμένοι μοιράζονται τη ζωή τους κι εμείς δε μοιραστήκαμε ποτέ τίποτα πέρα από σεξ».

Τρομερά συναρπαστικό σεξ, η ανάμνηση του οποίου την έκανε ακόμα να χάνει τον ύπνο της.

Η ματιά του πλανήθηκε απρόθυμα από τα μαλλιά της στο χλομό πρόσωπό της και η Στάζια

κατάλαβε ότι εκείνος έκανε τις ίδιες σκέψεις μ’ αυτήν. «Δεν ήρθα εδώ για να θυμηθώ κάθε οδυνηρή στιγμή του καταστροφικού γάμου μας. Αλλά, είτε σου αρέσει είτε όχι, μέχρι να βγει το διαζύγιο είσαι ακόμα γυναίκα μου», της είπε με κάπως βραχνή φωνή που πρόδιδε τη σωματική του

αντίδραση. «Και θέλω τη γυναίκα μου να ξανάρθει στην Ιταλία. Μη με

παρεξηγείς...

δεν έχω καμιά

πρόθεση να αναβιώσω τη σχέση μας σε οποιαδήποτε μορφή. Δεν ήρθα εδώ για προσωπικούς λόγους». Τα λόγια του την πλήγωσαν. Το ήξερε όμως. Γατί τότε της φάνηκε τόσο σκληρό να ακούσει την αλήθεια απ’ τα χείλη του; Γιατί την πόνεσε τόσο πολύ; «Ασφαλώς και δεν ήρθες για προσωπικούς λόγους. Γιατί να νομίσω κάτι τέτοιο;» Πέντε λεπτά βρισκόταν στο σπίτι της. Πέντε λεπτά και ένιωθε ήδη την επιθυμία να τον ξεσκίσει με τα νύχια της. Τόσο πολύ την εξόργιζε. «Ο γάμος μας δεν ήταν ποτέ προσωπικός. Αυτό ήταν το πρόβλημα. Η σχέση μας ήταν απλώς νομιμοποιημένο σεξ». Εκείνος πήρε μια κοφτή ανάσα και τα μάγουλά του κοκκίνισαν από θυμό. Ωστόσο δεν το αρνήθηκε. Πώς να το αρνηθεί, όταν ήξεραν και οι δύο πως ήταν αλήθεια; Το σεξ ήταν φανταστικό, μα η σχέση τους δεν ήταν ποτέ πιο βαθιά. Τουλάχιστον όχι για εκείνον. Γι’ αυτήν ήταν το παν. Ο έρωτας της ζωής της. Πράγμα που έκανε την όλη κατάσταση ακόμα πιο καταθλιπτική. «Δεν ήρθα εδώ να κουβεντιάσω για το γάμο μας». Ο τόνος του ήταν μια ψυχρή προειδοποίηση να αλλάξουν θέμα και, αν εκείνη δεν ένιωθε τόσο δυστυχισμένη και εξαγριωμένη μαζί του, θα είχε βάλει τα γέλια με την παντελή ανικανότητά του να συζητήσει οτιδήποτε σχετικό με συναισθήματα. «Μα φυσικά δεν ήρθες γι’ αυτό. Θα προτιμούσες να με χωρίσεις χωρίς συζητήσεις», του ανταπάντησε θυμωμένα. «Προτιμάς να επικοινωνείς μέσω δικηγόρων με ακριβά κοστούμια». «Εσύ σηκώθηκες κι έφυγες ενώ ήμαστε παντρεμένοι», της πέταξε εξίσου θυμωμένα. «Επειδή δεν ήμαστε ουσιαστικά παντρεμένοι! Δε μου είχες εμπιστοσύνη! Δε μοιραζόσουν τίποτα μαζί μου! Έπαιρνες κάθε απόφαση χωρίς καν να σκεφτείς να ζητήσεις τη δική μου γνώμη. Άσε που σε έβλεπα σπανίως! Και με δεδομένα όλ’ αυτά, μου κάνει τρομερή εντύπωση που ήρθες ο ίδιος αντί να στείλεις ένα από τα τσιράκια σου. Θα πρέπει να ήταν φοβερά δύσκολο για σένα να έρθεις προσωπικά». Έσφιξε το σαγόνι του. «Δε με τρομάζουν οι δυσκολίες». «Τότε γιατί επικοινωνείς μέσω δικηγόρων, Ρίκο;» «Ντίο! Θεέ μου, δεν είναι ώρα να το συζητήσουμε αυτό!» Την κοίταξε με φοβερή έχθρα. «Και δε σου ζητάω να έρθεις στην Ιταλία για μένα. Σ’ το ζητάω για την Κιάρα».

Ο τρομερός θυμός της έδωσε αμέσως τη θέση του σε ντροπή. Την είχε ξεχάσει την Κιάρα. Πώς μπόρεσε να την ξεχάσει; Πώς ήταν δυνατόν η παρουσία του Ρίκο να διώχνει καθετί άλλο από το μυαλό της; «Λυπάμαι που χτύπησε», μουρμούρισε σφιγμένα, «αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί με θέλεις στην Ιταλία». «Είσαι μέλος της οικογένειας». Ο θυμός της εξανεμίστηκε από την έκπληξη. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Σοβαρολογείς ότι με θέλεις στο πλευρό της αδερφής σου; Τι είναι πάλι τούτο; Επίδειξη οικογενειακής αλληλεγγύης;» Γέλασε, μη μπορώντας να το πιστέψει. «Είναι λίγο αργά, Ρίκο». Ποτέ δεν αποτέλεσε μέλος της οικογένειάς του. Οι γυναίκες της φαμίλιας του είχαν δείξει από την αρχή ότι πίστευαν πως τον παντρεύτηκε για τα λεφτά του, πράγμα που φαινόταν γελοίο, με δεδομένο ότι δεν την ενδιέφεραν καθόλου τα υλικά αγαθά. Αλλά δεν ήταν γελοίο. Ήταν τραγικό. Κολλημένες στις προκαταλήψεις τους, δεν είχαν μπει στον κόπο να τη γνωρίσουν αρκετά καλά ώστε να καταλάβουν ποια πράγματα είχαν σημασία για εκείνη και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να νιώθει εντελώς ξένη. Ο Ρίκο την είχε παντρευτεί χωρίς να ζητήσει τη γνώμη τους –χωρίς καν να τις καλέσει στο γάμο– και πίστευαν ότι έφταιγε εκείνη γι’ αυτό. Ότι τον παντρεύτηκε βιαστικά, μόνο και μόνο

για να βάλει χέρι στα λεφτά του. Δεν ήταν η γυναίκα που ήθελαν για τον Ρίκο και δεν είχαν ντραπεί να το δείξουν. Εκείνος γρύλισε σαν εκνευρισμένη τίγρη και τα μάτια του άστραψαν επικίνδυνα. «Μάντρε ντε Ντίο! Παναγιά μου! Η ζωή της αδερφής μου κρέμεται από μια κλωστή κι εσύ κακολογείς την οικογένειά μου;» Η Στάζια κοκάλωσε. «Μπορεί να πεθάνει;» ρώτησε τραχιά και ξεροκατάπιε. Ξαφνικά κατάλαβε γιατί ο Ρίκο φαινόταν τρομερά εξαντλημένος. Τη λάτρευε τη μικρή του αδερφή. «Τόσο σοβαρά χτύπησε;» Για μια στιγμή έκλεισε τα μάτια του και ξεφύσηξε. «Χτες μας είπαν ότι μάλλον θα ζήσει, αλλά

πόση έκταση θα έχει η εγκεφαλική

βλάβη...»

ανασήκωσε μοιρολατρικά τους ώμους του

«...θα

το

ξέρουν μόνο όταν ξυπνήσει εντελώς. Μέχρι τώρα έχει πει μονάχα λίγες λέξεις». Η έκφρασή του

σκλήρυνε. «Βλέπεις, λοιπόν, ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να κριτικάρεις την οικογένειά μου». «Δεν είπα τίποτα κακό για την οικογένειά σου», του απάντησε άτονα, πνίγοντας την επιθυμία να

υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ο Ρίκο δεν είχε πραγματικά ιδέα πώς ήταν στ’ αλήθεια η κατάσταση. Όσον αφορούσε την οικογένειά του, φορούσε παρωπίδες. «Μόνο για τη σχέση μου μαζί τους. Και... δεν είχα ιδέα ότι η ζωή της Κιάρα κρέμεται από μια κλωστή». «Βρίσκεται σε κώμα πάνω από δυο βδομάδες. Έκανε εγχείρηση στον εγκέφαλο...» Ακούγοντάς το αυτό, ταράχτηκε και άπλωσε ενστικτωδώς το χέρι της σε ένδειξη συμπόνιας, μα το κατέβασε ξανά μόλις συνάντησε τα σκληρά, ψυχρά μάτια του. Το βλέμμα του έλεγε πολλά.

Μη μ’ ακουμπάς. Μακριά τα χέρια σου.

Δεν είχε πια δικαίωμα να του προσφέρει την παραμικρή παρηγοριά. Όχι ότι ο Ρίκο Κρισάντι ήταν

άνθρωπος που περίμενε τη συμπόνια κανενός. Δεν άφηνε κανέναν να τον πλησιάσει τόσο πολύ. Ούτε καν την ίδια του τη γυναίκα. Η Στάζια τραβήχτηκε και έχασε κάθε διάθεση για καβγά βλέποντας την παντελή του αδιαφορία για την παρουσία της. Κάποτε δεν ήταν αδιάφορος. Κάποτε δεν μπορούσε να κρατήσει τα χέρια του μακριά της. Την

ποθούσε τρελά και η εμμονή του μαζί της ήταν το μεγαλύτερο αφροδισιακό. Αλλά δε θα το σκεφτόταν αυτό τώρα. Θα ήταν αυτοκαταστροφικό να σκεφτεί τη σχέση της με τον Ρίκο. Και, τελικά, δεν έπρεπε να τη νοιάζει πια. Δεν την ένοιαζε πια. Ανασήκωσε το πιγούνι της και προσπάθησε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία που αναγκαστικά είχε μάθει να έχει όσο ζούσε με την οικογένειά του. «Λυπάμαι ειλικρινά για την Κιάρα», μουρμούρισε, «και εννοείται ότι θα βοηθήσω όπως μπορώ, αλλά πραγματικά δεν καταλαβαίνω γιατί με θέλεις εκεί». Η Κιάρα είχε ξεκαθαρίσει ότι η Στάζια δεν ήταν ευπρόσδεκτη στην οικογένειά τους.

Ο Ρίκο έτριψε το σβέρκο του και πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να πίεζε τον εαυτό του να πει την επόμενη πρότασή του. «Σε ζητάει...» Η Στάζια τον κοίταξε. Τα πράσινα μάτια της γούρλωσαν απ’ το σοκ. Μόνο αυτό δεν περίμενε ν’ ακούσει, ότι η Κιάρα τη ζητούσε. «Η Κιάρα με ζήτησε; Σίγουρα θ’ αστειεύεσαι!» Δεν έπρεπε να το πει αυτό. «Ντίο! Εσύ πάντα με κατηγορούσες ότι παίρνω τη ζωή υπερβολικά στα σοβαρά. Μοιάζω να αστειεύομαι;» Τα μάτια του άστραψαν κι εκείνη πισωπάτησε άθελά της, τρομαγμένη από τη σφοδρότητα της αντίδρασής του. Προφανώς όχι. Κι αυτό επιβεβαίωνε πόσο στρεσαρισμένος ήταν. Ήταν τόσο σπάνιο για τον Ρίκο να φανερώνει τα συναισθήματά του, να χάνει έστω κι ελάχιστα την ψυχραιμία του, που για μια στιγμή δεν ήξερε πώς να του απαντήσει.

«Απλώς δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι ζήτησε

εμένα...»

μουρμούρισε.

Τα λόγια της τον εξόργισαν κατευθείαν. «Νόμιζα ότι συμφωνήσαμε πως ξύνουμε παλιές πληγές εδώ πέρα», της είπε σκληρά, βηματίζοντας ως την άλλη άκρη του δωματίου, όπου παραλίγο να χτυπήσει το κεφάλι του σ’ ένα δοκάρι. Έπιασε το ενοχλητικό δοκάρι και για μια στιγμή η Στάζια νόμισε ότι θα προσπαθούσε να το ξηλώσει από το ταβάνι με τα ίδια του τα χέρια. Εκείνος όμως το κοίταξε απλώς με μια έκφραση δυσπιστίας, σαν να αναρωτιόταν ποιος λογικός άνθρωπος θα μπορούσε να σχεδιάσει ένα τέτοιο σπίτι. «Αυτό το καλύβι είναι θανάσιμη παγίδα». «Προφανώς δεν το έχτισαν για ψηλούς σαν εσένα», μουρμούρισε η Στάζια. Μακάρι να σηκωνόταν να φύγει, ευχήθηκε. Δέσποζε στο μικρό καθιστικό της με τους φαρδιούς ώμους και τη δύναμη της προσωπικότητάς του και όλα όσα προσπαθούσε εκείνη επί μήνες να ξεχάσει επανήλθαν αστραπιαία στο μυαλό της. Όπως πόσο της άρεσε να φιλάει τη μελαχρινή επιδερμίδα στο λαιμό του. Και ότι εκείνος της το ανταπέδιδε αμέσως με το να γλιστράει το χέρι του στην πλάτη της και να τη φιλάει στο στόμα. Ο Ρίκο είχε μετατρέψει τα φιλιά σε μορφή τέχνης. Οι αναμνήσεις πλημμύρισαν το μυαλό της και ξαφνικά ένιωσε ότι δεν άντεχε άλλο την παρουσία του –έπρεπε οπωσδήποτε να φύγει. Πριν ξεχάσει η ίδια ότι εκείνος ήταν ο άντρας που είχε γκρεμίσει όλα της τα όνειρα. Πριν ξεχάσει ότι δεν ένιωθε πλέον απολύτως τίποτα γι’ αυτόν. Αυτός όμως δεν έδειχνε ότι είχε σκοπό να φύγει. Στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά, αποφασισμένος να αψηφήσει τα δοκάρια και τη σχεδόν απροκάλυπτα εχθρική της διάθεση. «Από τότε που χτύπησε πριν από δυο βδομάδες, συνήλθε από το κώμα μόνο μία φορά και το όνομά σου ήταν η μόνη λέξη που είπε. Το όνομά σου». Προφανώς αυτό τον προσέβαλλε και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει την απέχθειά του για την κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί. «Και, όσο και να μην το πιστεύεις, η Κιάρα σε συμπαθούσε πολύ».

Η Στάζια τον κοίταξε σιωπηλή, απορώντας πώς ένας άνθρωπος τόσο έξυπνος ήταν τόσο τυφλός όταν επρόκειτο για την οικογένειά του. Θα μπορούσε να του έχει αποκαλύψει ότι η Κιάρα δεν τη συμπαθούσε καθόλου. Θα μπορούσε να του επαναλάβει τις πάμπολλες οδυνηρές συζητήσεις που είχε με την αδερφή του, όταν εκείνος έλειπε, απασχολημένος με τη διεύθυνση των επιχειρήσεών του, και την άφηνε στο έλεος της οικογένειάς του... Η Κιάρα τη μισούσε. Της κρατούσε κακία σχεδόν από τη στιγμή που ο Ρίκο την παντρεύτηκε και είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην τελική διάλυση του ήδη καταδικασμένου γάμου τους. Αλλα ο Ρίκο τη λάτρευε την αδερφή του. Και η Στάζια είχε αποφασίσει ότι δεν της έπεφτε λόγος να του πει την αλήθεια, ότι δεν ήθελε να κατηγορηθεί πως δημιούργησε ρήγμα σ’ αυτόν το φημισμένο θεσμό της Σικελίας: την «οικογένεια». Βυθισμένη στις σκέψεις της, αναρωτήθηκε τι μπορεί να ώθησε την Κιάρα να τη ζητήσει. Δεν είχε ιδέα πώς λειτουργούσε το υποσυνείδητο. Τύψεις; Επιθυμούσε υποσυνείδητα να ζητήσει συγνώμη; Συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι είχε άδικο; Κάποιος στην πόρτα ξερόβηξε διακριτικά και ο Ρίκο γύρισε, φανερά εκνευρισμένος που τους διέκοψαν. «Τηλεφώνησε ο Ένζο, κύριε». Ο σωματοφύλακας είχε ύφος απολογητικό. «Το αεροπλάνο είναι έτοιμο για απογείωση». Ο Ρίκο πήρε μια κοφτή ανάσα και στράφηκε πάλι προς το μέρος της, με μια κίνηση αποφασιστικότητας και ανυπομονησίας. «Πρέπει να φύγουμε αμέσως. Πρέπει να γυρίσω στο νοσοκομείο. Έχασα ήδη πολύ χρόνο με το να έρθω ο ίδιος εδώ». Πράγμα που προφανώς το μετάνιωνε! Είχε ύφος ανθρώπου που θα προτιμούσε να βρίσκεται οπουδήποτε αλλού παρά να στέκεται σ’ αυτό το στενάχωρο δωμάτιο μαζί με τη γυναίκα που απεχθανόταν. Η Στάζια δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι, αν ο Ρίκο πίστευε ότι θα μπορούσε κάποιος άλλος να την πείσει να ανέβει στο αεροπλάνο, θα του είχε αναθέσει αμέσως τη δουλειά. Ήξερε όμως ότι εκείνη θα προσπαθούσε να αρνηθεί. Οπότε αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει ο ίδιος την κατάσταση. Περίμενε στ’ αλήθεια ότι εκείνη θα πήγαινε μαζί του. Παρ’ όλα όσα συνέβησαν, περίμενε ότι θα πήγαινε μαζί του. Ξαφνικά η Στάζια το μετάνιωσε που δε σήκωνε το τηλέφωνο. Τουλάχιστον τότε θα ήξερε εκ των προτέρων ότι εκείνος θα ’ρχόταν. Θα μπορούσε να προετοιμαστεί ψυχολογικά για το σοκ και τον πόνο που θα ένιωθε όταν τον ξανάβλεπε. Αν ήξερε τι την περίμενε, θα είχε εξαφανιστεί. Ή μήπως όχι; Αν η Κιάρα την είχε όντως ζητήσει –αν είχε χτυπήσει όσο άσχημα άφησε να εννοηθεί ο Ρίκο–, πώς να αρνηθεί να πάει; Πώς να της αρνηθεί την ευκαιρία να ζητήσει συγνώμη, αν το είχε ανάγκη; Έγλειψε τα ξερά της χείλη, ξέροντας ότι θα είχε για πάντα τύψεις αν πάθαινε κάτι η Κιάρα κι εκείνη της είχε γυρίσει την πλάτη. Βέβαια, της είχε φερθεί με απίστευτη κακία, αλλά η Στάζια ήταν πρόθυμη να τη συγχωρήσει. Πάντα ήλπιζε ότι η μικρή θα έβρισκε κάποτε το κουράγιο να πει την αλήθεια. Αλλά πώς θα άντεχε να γυρίσει εκεί; Εκεί όπου συνέβησαν όλα; Και να αντιμετωπίσει τις συγγενείς του, που τη μισούσαν, που τη θεωρούσαν εντελώς ακατάλληλη για τον Ρίκο; Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της και δέχτηκε το αναπόφευκτο. Το να αντιμετωπίσει τον εχθρό την τρόμαζε λιγότερο από το να αντιμετωπίσει την ίδια της τη συνείδηση. «Περίμενε πέντε λεπτά να μαζέψω τα πράγματά μου».

Ο Ρίκο ξεφύσηξε και οι ώμοι του χαλάρωσαν ελαφρά. Μόνο τότε συνειδητοποίησε η Στάζια ότι εκείνος περίμενε πως θα χρειαζόταν να δώσει μάχη. Έπνιξε ένα κυνικό χαμόγελο. Προφανώς ο Ρίκο δε μάντευε ότι εκείνη είχε χάσει προ πολλού τη διάθεση για μάχες. «Δε χρειάζεται να μαζέψεις τίποτα. Δεν πήρες τίποτα όταν έφυγες». «Τα άφησα όλα, επειδή δε χρειαζόμουν τίποτα». Τον κοίταξε με βλέμμα που έλεγε ξεκάθαρα: Ποτέ δε μ’ ενδιέφεραν τα λεφτά σου και δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν το ξέρεις. Το μόνο πράγμα που είχε χρειαστεί ποτέ ήταν αυτός, σκέφτηκε με θλίψη, κι αυτό εκείνος δεν το είχε καταλάβει. Συνηθισμένος προφανώς στις γυναίκες που λαχταρούσαν πρόσβαση στον αστείρευτο τραπεζικό του λογαριασμό, τον είχε σαστίσει εντελώς η αδιαφορία της για τα αμύθητα πλούτη του. Υπολόγιζε τόσο πολύ τα χρήματα και την εξουσία, που κάτι τόσο απλό όσο η αγάπη δυσκολευόταν να το καταλάβει όσο και μια ξένη γλώσσα. Και όσο πιο πολύ της πρόσφερε κοσμήματα και πολυτελέστατα δώρα, τόσο λιγότερο ένιωθε εκείνη ως σύζυγος και περισσότερο ως ερωμένη. Λες και την πλήρωνε για σεξ. Όλα αυτά όμως ανήκαν πλέον στο παρελθόν, υπενθύμισε στον εαυτό της και έριξε μια ματιά στο τζιν της, που ήταν λεκιασμένο με χρώματα. «Τουλάχιστον περίμενε ν’ αλλάξω». Δεν την ένοιαζε πια τι σκεφτόταν γι’ αυτήν η οικογένειά του, αλλά δεν της άρεσε η ιδέα να μπει σ’ ένα νοσοκομείο με ρούχα που είχαν πάνω τους περισσότερες μπογιές κι από το καβαλέτο της. «Μπορείς ν’ αλλάξεις στο αεροπλάνο», της είπε αμέσως, προχωρώντας ήδη προς την πόρτα. Είχε ξαναπάρει τον έλεγχο στα χέρια του, ως συνήθως. Ένας άντρας συνηθισμένος να διατάζει τους πάντες γύρω του. Κι εκείνη θα συμμορφωνόταν. Αλλά μόνο για χάρη της Κιάρα. Κούνησε το κεφάλι της, αγανακτισμένη με τον εαυτό της. Ήταν ανεξάρτητη με όλη τη σημασία της λέξης. Παρ’ όλα αυτά, όποτε της έγνεφε ο Ρίκο, έτρεχε από πίσω του. Κάθε φορά. Και συνήθως έτρεχε στο κρεβάτι του. Αλλά όχι αυτή τη φορά. Ποτέ ξανά. Έκλεισε προς στιγμήν τα μάτια της, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πόσο τρομερό ήταν αυτό που πήγαινε να κάνει. Σίγουρα δεν έστεκε στα λογικά της, εφόσον θα υπέβαλλε πάλι τον εαυτό της σ’ αυτό το μαρτύριο, να βρίσκεται κοντά στον Ρίκο, για ένα κορίτσι που δεν της φέρθηκε ποτέ εγκάρδια ή φιλικά. Νιώθοντας ότι εκείνος την κοιτούσε ανυπόμονα, προχώρησε προς την πόρτα. Η καρδιά της άρχισε ξαφνικά να σφυροκοπάει και οι παλάμες της ίδρωσαν. «Καλά. Αλλά δε θα μείνω για πολύ», μουρμούρισε, στυλώνοντας τα πράσινα μάτια της στα δικά του, για να μην μπορέσει εκείνος να αποφύγει το θέμα. «Θα δω την Κιάρα, θα της μιλήσω και θα φύγω. Και το πολυτελές σου αεροπλάνο θα περιμένει να με φέρει σπίτι». Κάτω από κανονικές συνθήκες, θα προτιμούσε να γυρίσει από την Ιταλία περπατώντας ξυπόλυτη αντί να επωφεληθεί της αμύθητης περιουσίας του, αλλά οι συνθήκες δεν ήταν κανονικές και ήθελε να δει την οικογένειά του όσο το δυνατόν λιγότερο. Εκείνος χαμογέλασε ειρωνικά. «Σε διαβεβαιώνω ότι δεν έχω καμιά πρόθεση να παρατείνω την επίσκεψή σου περισσότερο απ’ όσο είναι απαραίτητο». Μα φυσικά και δεν είχε. Μέσα της φούντωσε ο θυμός, ανάμεικτος με στενοχώρια. Σίγουρα δυσανασχετούσε κι εκείνος μ’ αυτή την κατάσταση όσο και η ίδια. Δεν είχε κρύψει ότι έκανε ένα τεράστιο λάθος που την παντρεύτηκε. Ότι εκείνη δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που ήθελε να έχει

μόνιμα στο πλευρό του. Μόνο στο κρεβάτι του. Ή σε οποιαδήποτε άλλη επίπεδη επιφάνεια. Η Στάζια προσπάθησε να αγνοήσει το δυνατό πόνο που την κυρίευσε ολόκληρη και έπιασε τα κλειδιά και την τσάντα της. Για μια στιγμή τα μάτια της στράφηκαν στους φαρδιούς του ώμους, που τονίζονταν σε όλο τους το μεγαλείο από το καλοραμμένο επώνυμο κουστούμι του. Ο Ρίκο είχε φανταστικό σώμα κι εκείνη είχε εθιστεί από την πρώτη ματιά. Ακόμα και με ρούχα, ήταν τρομερά εντυπωσιακός, χωρίς ρούχα όμως... Ξαφνικά το μυαλό της κατακλύστηκε από αναμνήσεις λείας, μελαψής επιδερμίδας και δυνατών μυών με σκούρο, αρρενωπό τρίχωμα. Κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, προσπαθώντας να ελευθερωθεί από τη σαγηνευτική εικόνα που είχε εντυπωθεί στο νου της. Θαρρείς και διάβασε τις σκέψεις της, εκείνος στράφηκε και οι ματιές τους αντάμωσαν με μια τρομερή ένταση, που ζωήρεψε ακόμα περισσότερο τις εικόνες μες στο μυαλό της. Άγριο πάθος φούντωσε ανάμεσά τους κι εκείνη έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, αντιδρώντας ενστικτωδώς στην ακαταμάχητη έλξη που υπήρχε ακόμα ζωντανή. Για μια στιγμή στα μαύρα του μάτια άναψε μια φλόγα, μα έπειτα έσβησε και το μόνο που απέμεινε ήταν πάγος. Η Στάζια σταμάτησε απότομα αντικρίζοντας την περιφρόνηση στο ψυχρό του βλέμμα και θυμήθηκε καθυστερημένα τα δύο μαθήματα που την είχε διδάξει ο γάμος της με τον Ρίκο Κρισάντι:

Ότι το πάθος, όσο ισχυρό κι αν ήταν, δεν αποτελούσε σταθερή βάση για μια σχέση. Και ότι το ν’ αγαπάς κάποιον με όλη σου την καρδιά δε σήμαινε ότι θα έβρισκες την ευτυχία.

Κεφάλαιο 2

Μπορείς να πας στο μπάνιο, αν θέλεις. Ξέρεις πού είναι». Ο Ρίκο ήταν απλωμένος στο κρεμ δερμάτινο κάθισμα, με το φορητό του υπολογιστή ανοιχτό δίπλα του και το γραφείο γεμάτο χαρτιά με νούμερα. Ως συνήθως, είχε το τηλέφωνο κολλημένο στο αυτί του από τη στιγμή που απογειώθηκαν και δεν είχε γυρίσει να την κοιτάξει σχεδόν καθόλου απ’ όταν κάθισε κοντά του και έδεσε τη ζώνη της. Τίποτα δεν άλλαξε. Η Στάζια έκλεισε τα μάτια της. Την πλήγωνε η αδιαφορία του και τα έβαζε με τον εαυτό της επειδή την ένοιαζε γι’ αυτό. Δεν την ένοιαζε όμως στ’ αλήθεια! Απλώς είχε πάθει σοκ που τον είδε. Και φυσικά ήξερε πού ήταν το μπάνιο. Δίπλα στο υπνοδωμάτιο. Το υπνοδωμάτιο όπου κάποτε τη μετέφερε σηκωτή, γελώντας και τρελά ερωτευμένος μαζί της. Το υπνοδωμάτιο όπου κάποτε της έκανε έρωτα καθ’ όλη τη διάρκεια μιας πτήσης. Άνοιξε τα μάτια της και το βλέμμα της στυλώθηκε στην πόρτα στο πίσω μέρος του πολυτελούς ιδιωτικού του τζετ. Είχε περάσει δώδεκα μαρτυρικούς μήνες προσπαθώντας να τα ξεχάσει όλα αυτά. Προσπαθώντας να ελευθερωθεί από τον οδυνηρό πόθο που την κυρίευε σε αναπάντεχες στιγμές. Αν διάβαινε εκείνη την πόρτα, θα κατέστρεφε άραγε τη μικρή πρόοδο που είχε κάνει; Α, διάολε. Δεν ήταν παρά ένα μπάνιο, σκέφτηκε λογικά. Σηκώθηκε όρθια και προχώρησε αποφασιστικά ως το πίσω μέρος του αεροπλάνου, νιώθοντας την παχιά κρεμ μοκέτα να βουλιάζει κάτω απ’ τα πόδια της. Στο κάτω κάτω, δεν ήταν ανάγκη να πλησιάσει το υπνοδωμάτιο. Θα καθαριζόταν απλώς από τις μπογιές ώστε να είναι αρκετά ευπαρουσίαστη απέναντι στην εχθρική οικογένειά του. Ο Ρίκο μιλούσε πάλι στο τηλέφωνο και το χέρι της έμεινε ακίνητο στο πόμολο της πόρτας του μπάνιου καθώς τον άκουγε. Όταν τον πρωτογνώρισε, της άρεσε να τον ακούει να μιλάει ιταλικά. Δεν είχε σημασία τι έλεγε. Ακόμα κι αν διάβαζε απλώς τις οικονομικές σελίδες μιας εφημερίδας, ο ήχος της φωνής του έκανε το κορμί της να τρέμει. Εκείνος την πείραζε γι’ αυτό, μα δεν την ένοιαζε. Ο Ρίκο, όταν μιλούσε ιταλικά, ήταν η προσωποποίηση της γοητείας. Μη θέλοντας να ξαναζήσει τον πρώτο καιρό της σχέσης τους, με το απίστευτο σεξουαλικό πάθος, άνοιξε την πόρτα του κομψού μπάνιου και κλειδώθηκε μέσα. Αν ήθελε να αντέξει τις επόμενες μέρες, θα έπρεπε να θυμάται μόνο τους λόγους για τους οποίους χώρισαν. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, πρόσεξε την πιτσιλιά της μπογιάς πάνω από το δεξί της φρύδι και χαμογέλασε πικρά. Δε θύμιζε σε τίποτα τη γυναίκα ενός από τους πιο επιτυχημένους επιχειρηματίες του κόσμου, κάτι που πιθανόν να ήταν και ο λόγος που βρίσκονταν αυτή τη στιγμή στη διαδικασία του διαζυγίου, σκέφτηκε μουδιασμένα. Άνοιξε τη βρύση και έριξε κρύο νερό στο πρόσωπό της για να βγάλει την μπογιά και να διώξει το κοκκίνισμα από τα μάγουλά της. Ήταν εντελώς ακατάλληλη για εκείνον. Αλλά αυτό δεν είχε τραβήξει αρχικά τον Ρίκο; Το ότι ήταν διαφορετική από τα μοντέλα και τις ηθοποιούς με τις οποίες έβγαινε εκείνος συνήθως. Τον είχε τραβήξει επειδή ήταν διαφορετική, αλλά τελικά αυτές οι διαφορές ήταν που τους χώρισαν.

Παίρνοντας μια πετσέτα, σκούπισε το πρόσωπό της και περιεργάστηκε τον εαυτό της στον

καθρέφτη. Τι της βρήκε ο Ρίκο εκείνη τη μέρα στη Ρώμη; Τι τον έκανε να την πλησιάσει; Το μυαλό της πλανήθηκε στο παρελθόν. Ήταν ανεβασμένη σε μια σκαλωσιά και δούλευε την τοιχογραφία που της είχαν αναθέσει να ζωγραφίσει. Όπως συνήθως, όταν ζωγράφιζε, ήταν απόλυτα απορροφημένη στην τέχνη της και μόνο όταν τελείωσε ένιωσε ξαφνικά ότι κάποιος την περιεργαζόταν. Έριξε μια ματιά κάτω και παραλίγο να χάσει την ισορροπία της. Σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι άντρες ήταν κούκλοι, εκείνος ήταν ο πιο απίστευτα σέξι τύπος που είχε δει ποτέ. Αναμφίβολα Ιταλός και εκθαμβωτικά όμορφος. Και κοιτούσε αυτήν. Τα φλογερά μαύρα μάτια του διέτρεχαν το κορμί της με απροκάλυπτο θαυμασμό. «Όλα καλά;» Τα ιταλικά της ήταν φρικτά, οπότε μίλησε στ’ αγγλικά, ελπίζοντας ότι εκείνος θα την καταλάβαινε. Από τότε που ξεκίνησε να ζωγραφίζει τον έναν τοίχο του φουαγιέ στα κεντρικά γραφεία των Επιχειρήσεων Κρισάντι, σταματούσε συνεχώς κόσμος και την παρατηρούσε, αλλά ποτέ δεν είχε νιώσει άβολα. Ίσα ίσα, ούτε που τους πρόσεχε. Αλλά καμιά γυναίκα δε θα μπορούσε να μην προσέξει αυτό τον άντρα. Ήταν εκπληκτικά ωραίος και λίγο έλειψε να της τρέξουν τα σάλια καθώς η καλλιτεχνική της ματιά πλανήθηκε στα τέλεια ζυγωματικά και τη δυνατή, συμμετρική επιφάνεια του προσώπου του. Τα δάχτυλά της συσπάστηκαν νευρικά και, αν είχε εύκαιρο ένα μολύβι, θα έκανε αμέσως ένα σκίτσο του. Το οποίο θα ήταν απογοητευτικό, σκέφτηκε ονειροπόλα. Κανένα δισδιάστατο σχέδιο δε θα μπορούσε ποτέ να αποτυπώσει τη δύναμη και την εξουσία που απέπνεε αυτός ο άντρας. Στεκόταν σαν παντοδύναμος θεός, γεμάτος αυτοπεποίθηση, και η ήρεμη, σταθερή ματιά του είχε κάτι που της προκαλούσε ασυνήθιστη νευρικότητα. Η Στάζια έριξε τότε μια ματιά στους συντρόφους του, πρόσεξε τη στάση τους και την απόσταση σεβασμού που κρατούσαν και τελικά συνειδητοποίησε ποιος ακριβώς ήταν αυτός που την περιεργαζόταν με τόση προσοχή. Κατέβηκέ βιαστικά τη σκάλα και σκούπισε την παλάμη της στο τζιν της πριν απλώσει το χέρι της. «Είμαι η Αναστάζια Σίλβερ. Ζωγράφος. Ανέλαβα να φτιάξω την τοιχογραφία σας». Την τοιχογραφία σας... Μόρφασε συνειδητοποιώντας τι είπε. Λες και κάποιος σαν τον Ρίκο Κρισάντι θα ήξερε ή θα νοιαζόταν ποιος διακοσμούσε το κτίριο των γραφείων του. Δίχως αμφιβολία, άφηνε τέτοιου είδους αποφάσεις στους κατώτερους θνητούς και διοχέτευε τη θρυλική ευφυΐα του στο να συσσωρεύει και να προσθέτει κι άλλα εκατομμύρια στην ήδη αμύθητη περιουσία του. Της έσφιξε το χέρι κι εκείνη παραλίγο να ξεφωνίσει ξαφνιασμένη από τη δύναμη της λαβής του. Νιώθοντας ότι το βλέμμα του είχε στραφεί στον τοίχο που ζωγράφιζε, ακολούθησε τη ματιά του. Ξαφνικά το είδε μέσα από τα δικά του μάτια και την έπιασε τρόμος. Το ιδανικό γι’ αυτήν ήταν να δουλεύει ένα έργο κατ’ ιδίαν μέχρι να ολοκληρωθεί, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν ήταν δυνατόν.

«Μάλλον θα σκέφτεστε ότι είναι φρικτό, αλλά πάντα έτσι

είναι...

σε αυτό το στάδιο. Είναι δύσκολο

να το φανταστείς τελειωμένο. Από πολλές απόψεις η προετοιμασία είναι εξίσου σημαντική με τον

τελικό πίνακα.

Ο...

αρχιτέκτονάς σας ενέκρινε τα σχέδια και τα έγχρωμα σκίτσα μου», συμπλήρωσε

αμήχανα, συνειδητοποιώντας ότι η προσοχή του ήταν τώρα απόλυτα στραμμένη στο πρόσωπό της. «Πάντα τόσο σφιγμένη είστε; Εάν ναι, μου κάνει εντύπωση που μπορείτε να κρατήσετε πινέλο», μουρμούρισε εκείνος, χαρίζοντάς της ένα αναπάντεχο χαμόγελο. «Χαλαρώστε, δεσποινίς Σίλβερ. Μου αρέσει αυτό που κάνετε στον τοίχο μου».

Στον τοίχο του. Το έκανε να ακούγεται οικείο. Προσωπικό, λες και ο τοίχος αποτελούσε κομμάτι

του εαυτού του. Το γοητευτικό του χαμόγελο έκανε τα γόνατά της να λυγίσουν και τα μάγουλά της να κοκκινίσουν. Εκνευρισμένη που ένιωθε τόση αμηχανία, δάγκωσε το χείλι της και έκανε ένα βήμα πίσω. «Είμαι μες στις μπογιές». Άγγιξε τα φλογισμένα της μάγουλα, μισώντας τον εαυτό της που ήταν τόσο αδέξια ενώ θα μπορούσε να είναι ψύχραιμη. «Σίγουρα έχω τα χάλια μου». Εκείνος χαμογέλασε σαν άντρας που ξέρει πολύ καλά ότι, αν μια γυναίκα ανησυχεί για την εμφάνισή της, τότε την έχει εντυπωσιάσει. «Καθόλου. Και μου αρέσουν τα μαλλιά σας», τη διαβεβαίωσε, βρίσκοντας προφανώς την αμηχανία

της ιδιαίτερα διασκεδαστική. «Τόσο πολλές αποχρώσεις του χρυσού και του

χάλκινου...

Μου

θυμίζουν την Αγγλία το φθινόπωρο». Τα μαύρα του μάτια περιεργάστηκαν λεπτομερώς τα μαλλιά της, θαρρείς και θα ήθελε να θυμάται πώς ήταν κάθε της τούφα. «Εκτός από τις λευκές πιτσιλιές». Η Στάζια έπιασε τις ατίθασες μπούκλες της, νιώθοντας μια έντονη ζεστασιά να απλώνεται στο κορμί της. «Θα φύγουν». Ανασήκωσε το ένα του φρύδι. «Οι χρυσές αποχρώσεις του φθινοπώρου; Ελπίζω πως όχι». «Οι λευκές πιτσιλιές», μουρμούρισε εκείνη κοιτάζοντας τριγύρω και αναρωτήθηκε τι να σκεφτόταν η συνοδεία του γι’ αυτή τη γελοία συζήτηση. «Το πρώτο πράγμα που κάνω κάθε απόγευμα είναι να καθαρίζομαι απ’ τις μπογιές». Της έγνεψε καταφατικά και το ύφος του έγινε ξαφνικά σκεφτικό. «Πολύ θα ήθελα να σας δω χωρίς τις μπογιές, δεσποινίς Σίλβερ. Απόψε θα βγείτε μαζί μου για φαγητό». Η αλαζονική σιγουριά του ότι θα δεχόταν εξόργισε το μυαλό της, αλλά το σώμα της έτρεμε ήδη από τον ενθουσιασμό. «Ίσως να έχω δουλειές». Της χαμογέλασε. Σαν άντρας που είναι απόλυτα σίγουρος για τη γοητεία του. «Οχτώ η ώρα. Και δε θα έχετε δουλειές». Η Στάζια παραλίγο να ξεχάσει να ανασάνει. Ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι της είχε ζητήσει να βγουν ο Ρίκο Κρισάντι. «Πολύ σίγουρος δεν είστε για τον εαυτό σας;» Ανασήκωσε κοροϊδευτικά το ένα της φρύδι. «Το έχετε κληρονομήσει από τους Ρωμαίους προγόνους σας; Νιώθετε άραγε την ίδια επιθυμία να κατακτάτε και να λεηλατείτε;» «Εξαρτάται από το τρόπαιο». Τα μάτια του στυλώθηκαν μαγεμένα στα χείλη της. «Και δεν είμαι

Ρωμαίος, δεσποινίς Σίλβερ. Είμαι Σικελός. Κι έχουμε πολύ διαφορετικούς τρόπους». Χωρίς να περιμένει την απάντησή της, πήρε τελικά τα μάτια του από τα χείλη της και διέσχισε το φουαγιέ προς τα ασανσέρ, ακολουθούμενος σε απόσταση σεβασμού από τους σωματοφύλακές του. Η Στάζια τον κοίταξε άφωνη. Όχι Ρωμαίος. Σικελός. Ο Ρίκο Κρισάντι, ένας από τους πιο πλούσιους και ισχυρούς ανθρώπους στον κόσμο, ήθελε να βγει μαζί της για φαγητό. Για μια στιγμή η καρδιά της σκίρτησε και η φαντασία της κάλπασε. Ύστερα προσγειώθηκε στην πραγματικότητα. Τι θα έβρισκε σ’ αυτήν ένας άντρας σαν τον Ρίκο Κρισάντι; Σε σύγκριση με τις εντυπωσιακές πλούσιες γυναίκες που τον συνόδευαν συνήθως, εκείνη ήταν σαν αδέσποτο σκυλί. Έσφιξε τους ώμους της και έμεινε με το στόμα ανοιχτό καθώς θυμήθηκε την αλαζονεία του. Είχε θεωρήσει δεδομένο ότι εκείνη θα ήθελε να βγει μαζί του. Αλλά ποια γυναίκα θα του έλεγε ποτέ όχι;

Ο πειρασμός ήταν ακατανίκητος, ωστόσο η Στάζια υπενθύμισε στον εαυτό της ότι εκείνος δεν τη ρώτησε καν πού έμενε, επομένως ήταν απίθανο να ερχόταν στις οχτώ. Και αν ερχόταν...

Ανέβηκε πάλι στη σκαλωσιά και προσπάθησε να συνεχίσει την τοιχογραφία, αγνοώντας το γεγονός ότι δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί και το χέρι της δεν ήταν πολύ σταθερό. Αν ερχόταν, θα του έλεγε απλώς ότι δεν έβγαινε για φαγητό με αγνώστους.

Ανέβηκε πάλι στη σκαλωσιά και προσπάθησε να συνεχίσει την τοιχογραφία, αγνοώντας το γεγονός ότι δεν μπορούσε

*

Επιστρέφοντας απρόθυμα στο παρόν, η Στάζια έκανε ντους και έπλεξε στα γρήγορα τα πλούσια χαλκόχρωμα μαλλιά της σε μια ωραία κοτσίδα που έπεφτε ανάμεσα στις στενές ωμοπλάτες της. Ύστερα έστρεψε την προσοχή της στην ντουλάπα. Υπήρχαν ένα σωρό επίσημα συνολάκια, που δεν ήταν καθόλου του γούστου της, αλλά στο πίσω μέρος της ντουλάπας βρήκε ένα απλό λινό φόρεμα σε απαλή ροδακινί απόχρωση. Απλό σε όλα εκτός από την τιμή του, σκέφτηκε ειρωνικά καθώς το μάτι της έπεσε στην ετικέτα. Δεν είχε καμιά

σχέση με το σύνηθες σπορ στυλ της με τα ζωηρά χρώματα, αλλά είχε να διαλέξει ανάμεσα σ’ αυτό ή

το λεκιασμένο τζιν

της...

οπότε το φορέσε. Ρίχνοντας μια ματιά στον καθρέφτη, είδε ότι της πήγαινε.

Φαινόταν κομψή και αριστοκρατική.

Σαν γυναίκα που κυνηγάει άντρες για τα λεφτά τους;

Δάγκωσε το χείλι της και έδιωξε τη σκέψη από το μυαλό της. Ήταν πολύ αργά για ν’ αρχίσει ν’

ανησυχεί πάλι για τη γνώμη της οικογένειάς του. Βγήκε από το πολυτελές μπάνιο με το πιγούνι ψηλά και κάθισε πάλι στο κρεμ δερμάτινο κάθισμα. Ο Ρίκο μιλούσε ακόμα στο τηλέφωνο. Κι εκείνη κοίταξε ανέκφραστα έξω από το παράθυρο, νιώθοντας ναυτία στη σκέψη της συνάντησης που την περίμενε. Ουσιαστικά δεν είχε ξαναδεί την Κιάρα από εκείνο το μοιραίο βράδυ πριν από ένα χρόνο... Πέρασε μια στιγμή μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ο Ρίκο είχε κλείσει επιτέλους το κινητό και είχε μεταφέρει το λυγερό, μυώδες κορμί του στο κάθισμα δίπλα της. «Συγνώμη που σε άφησα μόνη σου», της είπε, καθώς έπιασε το ποτό που του είχε ετοιμάσει η αεροσυνοδός. «Έπρεπε να κάνω μερικά τηλεφωνήματα. Σου πάει αυτό το φόρεμα». Το απρόσμενο κομπλιμέντο την ξάφνιασε και, όταν ο ώμος του άγγιξε το δικό της, μετά βίας συγκρατήθηκε και δεν τραβήχτηκε απότομα. Το κορμί της σφιγγόταν από την ένταση και η καρδιά της σφυροκοπούσε που τον ένιωθε τόσο κοντά της. Εισέπνευσε το ερεθιστικό αρρενωπό άρωμά του και ξαφνικά όλες της οι αισθήσεις ζωντάνεψαν. Ο Ρίκο ήταν η πηγή της αντίδρασής της. Αρκούσε ένα του άγγιγμα, και ολόκληρο το κορμί της παλλόταν από σεξουαλική ενέργεια. Θυμωμένη με τον εαυτό της, μετακινήθηκε ελαφρά στο κάθισμά της. Τι την είχε πιάσει; Πώς ήταν δυνατόν να τον θέλει ακόμα, ενώ ήξερε τι σόι άντρας ήταν; Ενώ ήξερε ότι την ήθελε μόνο στο υπνοδωμάτιό του; Ούτε μια φορά στη διάρκεια της σχέσης τους δεν της είχε πει ότι την αγαπούσε. Πώς είχε καταφέρει, λοιπόν, να κοροϊδέψει τον εαυτό της, έστω και για λίγο, ότι ίσως να την αγαπούσε; Έφταιγε ο τρόπος που την αγκάλιαζε και τη χάιδευε, παραδέχτηκε με θλίψη. Για ένα σύντομο διάστημα είχε μπερδέψει τα χάδια ενός ερωτευμένου άντρα με αυτά ενός έμπειρου εραστή. Δεν ήταν το ίδιο πράγμα, ανακάλυψε τελικά με οδυνηρό τρόπο. Μετακινήθηκε διακριτικά έτσι ώστε να μην ακουμπούν πια τα μπράτσα τους και τον κοίταξε, προσπαθώντας να πάρει το ίδιο αδιάφορο ύφος μ’ εκείνον. «Ξέρουμε και οι δύο ότι δεν πρόκειται για κοινωνική επίσκεψη», του απάντησε, με τόνο ψυχρό όσο και ο δικός του. «Δεν έχω την απαίτηση να ασχολείσαι μαζί μου ούτε να διακόψεις τη δουλειά σου. Ούτε τότε που ήμαστε

παντρεμένοι δεν είχα τέτοια απαίτηση. Δέχτηκα τελικά ότι στην πραγματικότητα ήσουν παντρεμένος με το κινητό σου. Γιατί να περιμένω κάτι άλλο τώρα;» Για τον Ρίκο, η δουλειά είχε πάντα προτεραιότητα. «Μη με προκαλείς, Στάζια». Της έριξε ένα ψυχρό βλέμμα. «Δεν έχω διάθεση και, εφόσον δεν μπορούμε πλέον να τελειώνουμε τους καβγάδες μας στο κρεβάτι, δεν έχει νόημα να τσακωνόμαστε».

Μόνο και μονό που τον άκουσε να αναφέρει το κρεβάτι, ένιωσε ένα φτερούγισμα στην κοιλιά της και, παρά τη θέλησή της, το βλέμμα της έπεσε στα όμορφα χείλη του. Της είχε κλείσει το στόμα με ένα φιλί άπειρες φορές. Όποτε γίνονταν και οι δύο έξαλλοι, το σεξ ήταν αυτό που έσβηνε το θυμό τους και τους εξαντλούσε. Μόνο σε αυτό το επίπεδο επικοινωνούσαν. Αλλά ακόμα και τότε έλεγαν διαφορετικά πράγματα. Εκείνη έλεγε σ’ αγαπώ, ενώ αυτός έλεγε σε θέλω. Τον κοίταξε στα μάτια. «Δε σε προκαλώ». «Με προκαλείς. Με κάθε σου βλέμμα και κάθε λέξη που δε λες». Μισόκλεισε τα μάτια του και κάτι άλλαξε στο βλέμμα του. «Και στο τηλέφωνο δε μιλούσα για δουλειές. Πρώτα πήρα ένα νευροχειρουργό που ειδικεύεται σε εγκεφαλικές βλάβες. Ήθελα να τον ρωτήσω αν πιστεύει ότι

μπορεί να έπαθε εγκεφαλική βλάβη η

Κιάρα...

Ύστερα πήρα τη φίλη της στην οποία έμενε όταν

χτύπησε και στη συνέχεια το νοσοκομείο στη Σικελία. Εφόσον λείπω από κοντά της σχεδόν όλη μέρα, ήθελα να μάθω νέα». «Στη Σικελία;» Τον κοίταξε άναυδη και προς στιγμήν ξέχασε κάθε δυσάρεστη σκέψη. «Στη Σικελία πηγαίνουμε;» «Έσμιξε τα φρύδια του. «Σι, πού νόμιζες ότι πάμε;» «Στη Ρώμη». Άγγιξε το λαιμό της κι ένιωσε το σφυγμό της να πάλλεται τρελά κάτω από τα δάχτυλά της. «Υπέθεσα ότι πηγαίναμε στη Ρώμη». Είχε γραφεία σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά η έδρα των Επιχειρήσεων Κρισάντι βρισκόταν στη Ρώμη. Εκεί περνούσε τον περισσότερο χρόνο του. Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του, λες και αυτή η παρανόηση δεν είχε σημασία. «Λάθος υπέθεσες. Η Κιάρα βρισκόταν στη Σικελία όταν χτύπησε. Εκεί πάμε». Στη γενέτειρα των ονείρων της. Στον τόπο της απόλυτης ευτυχίας. Άραγε το είχε σχεδιάσει ώστε να την πληγώσει εσκεμμένα; «Δε θέλω να πάω στη Σικελία!» Της ξέφυγε πριν προλάβει να συγκρατηθεί και, κλείνοντας τα μάτια της, καταράστηκε την έλλειψη αυτοκυριαρχίας της και τη